Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Εγκληματολογική Θεωρία Κείμενα 3ης συνάντησης, 2/1/ 2012/αναδημοσιευση απο το Μπλογκ http://crimevssocialcontrol.blogspot.gr

Εγκληματολογική Θεωρία

http://crimevssocialcontrol.blogspot.gr/2013/01/blog-post_30.html

Κείμενα 3ης συνάντησης, 2/1/ 2012
1. Η ποινή, ως κοινωνική δράση, επιτελεί την άμεση λειτουργία της ρύθμισης της συμπεριφοράς. Ταυτόχρονα, όμως, απευθύνεται και ρυθμίζει έμμεσα τη σκέψη και τις στάσεις του συνόλου, άρα κατ’ επέκταση και πάλι τη συμπεριφορά, διαμέσου ενός άλλου εργαλείου, του νοήματος. Η ποινή κοινοποιεί νοήματα όχι μόνον σε σχέση με το έγκλημα και την τιμωρία του, αλλά και σε σχέση με την εξουσία, τις αρχές, τη νομιμότητα, την ομαλότητα, την ηθική, την προσωπικότητα, τις κοινωνικές σχέσεις και πολλά άλλα σχετικά θέματα […] Προκειμένου να κατανοήσουμε τα κοινωνικά αποτελέσματα της ποινής είναι, λοιπόν, αναγκαίο να αναλύσουμε όχι μόνον την αρνητική της λειτουργία του ελέγχου της παρέκκλισης, αλλά και τη θετική της ικανότητα να παράγει νοήματα και να κατασκευάζει την «ομαλότητα» (D. Garland, 1993 /1999: 291 κ.ε., Punishment and modern society, Chicago: University of Chicago Press. Ιταλική έκδοση: Pena e societa moderna, Milano: il Saggiatore)
2. Με περισσότερη ή λιγότερη έμφαση, λοιπόν, οι φυλακές υποκατέστησαν το ικρίωμα της αγχόνης ή της γκιλοτίνας, όπου το σώμα του καταδικασμένου πρωταγωνιστούσε στο θέατρο της απονομής δικαιοσύνης και αναγόταν σε επίκεντρο μιας τελετουργίας υποταγής προς την όποια εξουσία. Αντί του περιστασιακού ικριώματος, οι φυλακές έδωσαν μια ακόμα πιο επιβλητική αρχιτεκτονική: περίκλειστη, σύνθετη, ιεραρχημένη –ταυτόχρονα ύλη και σύμβολο της κρατικής μηχανής. Και ηθελημένα ή όχι, όλο το παρελθόν της «ποιητικής» των μαρτυρίων καθοδήγησε συστηματικά τον σχεδιασμό τους, χωρίς ποτέ να αίρεται ο συμπαγώς συμμετρικός όγκος. Από τις δημόσιες εκτελέσεις, που γίνονταν συνήθως στους τόπους όπου είχαν τελεστεί τα αντίστοιχα εγκλήματα (με απίστευτες ενδυματολογικές επινοήσεις για τους καταδικασμένους, σταδιακά αυξανόμενους βασανισμούς και χρήσεις των ίδιων οργάνων δια των οποίων είχε διαπραχθεί το αρχικό έγκλημα), η αρχιτεκτονική των φυλακών εμπνεύστηκε μια αντίστοιχη «ποιητική» (Foucault 1975: 134-5). Τα ψηλά τείχη, λ.χ., δεν παρέπεμπαν ούτε στο κάστρο που περιβάλλει και προστατεύει ούτε σ’ εκείνο που συμβολίζει τον πλούτο και το κύρος. Ήταν το μεθοδικά αδιαπέραστο και μυστηριώδες περίβλημα, που στηνόταν στις παρυφές ή κοντά στα κέντρα μεγάλων πόλεων και πίσω από το οποίο συν­τελείτο το αδιάγνωστο έργο του σωφρονισμού. Σκληρό για όσους διέπραξαν σκληρότητες, καταπονητικό για όσους απέφευγαν τον μόχθο της εργασίας, ατιμωτικό για όσους αφέθηκαν σε έκφυλα πάθη… Πίσω από αυτούς τους κλειστούς τοίχους αναπτύχθηκε μια «ποιητική» νέων μαρτυρίων. Με την ιεραρχία και τις διαβαθμίσεις της, τα προνόμια ή τις επιδεινώσεις της, τα στάδια της ανάνηψης και τις εκτροπές των ομαδικών εξεγέρσεων. Ανάλογα με τις ποινές και οι στολές, ανάλογα με τις στολές και τα δικαιώματα, ανάλογα με τα δικαιώματα οι χώροι κι ανάλογα με τους χώρους το σύστημα επίβλεψης των ποινών. Όποια κι αν ήταν η διευθέτηση των «σωφρονιστικών καταστημάτων» που εγείρονταν από τον 16ο μέχρι τον 20ό αιώνα, εξαντλώντας τις συμμετρικές διατάξεις καθαρών τετραγώνων, κανονικών οκταγώνων ή εξαγώνων, τέλειων κύκλων και «πανοπτικών» ημικυκλίων, δεν έπαυε να υποθάλπει την μαρτυρική «ποιητική», μεταφράζοντάς την σε ειδικές χωρικές ρυθμίσεις [Μαρτινίδης, Π. «Φυλακές. Οι περιορισμοί μιας περιοριστικής αρχιτεκτονικής», στο Κουκουτσάκη, Α. (2006) (εισαγωγή, επιμέλεια) Εικόνες φυλακής, Αθήνα: Πατάκης]
3. «Είχε την τόλμη να τεμαχίσει το πλάσμα που αγαπούσε περισσότερο από κάθε τι άλλο στη ζωή του και δεν θα τολμήσει, όταν βρει άλλες αντίξοες συνθήκες αργότερα, να διαπράξει άλλο βαρύτερο ή ελαφρότερο αδίκημα; Δεν δείχνει η ενέργειά του αυτή μια ροπή προς το έγκλημα; Αυτή τη ροπή εμείς οι νομικοί την ονομάζουμε ιδιαίτερη επικινδυνότητα του δράστη» (από την αγόρευση του Εισαγγελέα κατά την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό της υπόθεσης του φόνου της Ζωής Φραντζή από το σύζυγό της Παναγιώτη, όπως αναφέρεται στην εφημερίδα Έθνος της 1/10/1988)
4. Οι εγκληματικές ενέργειες παρέχουν άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό των ανθρώπων με χαμηλό αυτοέλεγχο είναι επομένως μια τάση να απαντούν σε απτά ερεθίσματα του άμεσου περιβάλλοντος, να έχουν ένα συγκεκριμένο προσανατολισμό προς το «εδώ και τώρα» […] Συγκρατείστε ότι το έγκλημα περιλαμβάνει την επιδίωξη της άμεσης ευχαρίστησης. Συνεπάγεται ότι τα άτομα που στερούνται αυτοελέγχου θα τείνουν επίσης να επιδιώκουν τις άμεσες μορφές ικανοποίησης που δεν είναι εγκληματικές: θα τείνουν προς το κάπνισμα, το ποτό, τη χρήση ναρκωτικών, το τζόγο, την απόκτηση παιδιών έξω από τα δεσμά του γάμου και τη συμμετοχή σε παράνομο σεξ (M.P. Gottfredson, T. Hirschi (1990), A General Theory of Crime, Stanford: Stanford University Press, σελ. 89-90, όπως αναφέρεται στο D. Melossi (1999: 44)
5.Οι τοξικομανείς, συνήθως, έχουν καλή και ευγενική εμφάνιση και συμπεριφορά, μέχρις ότου γίνουν τοξικομανείς […] Μετά την απόκτηση της ιδιότητας του τοξικομανούς, προκαλείται, σιγά-σιγά, αισθητή αλλοίωση όχι, φυσικά, των χαρακτηριστικών, αλλά της όλης εμφάνισης και κυρίως της συμπεριφοράς. Η δυσμενής επίδραση των ναρκωτικών προκαλεί πρόωρο γέρασμα, ασπρίζουν τα μαλλιά πολλών, στην κυριολεξία, παιδιών. Ακόμα και οι ρυτίδες τους προσθέτουν δεκαετίες. Παραμελούν την εμφάνισή τους και κάποιοι και την καθαριότητα του σώματος και των ενδυμάτων τους και των χώρων διαμονής τους (Λ. Καράμπελας, 1991, «Ο σύγχρονος έλληνας τοξικομανής. Πρώτη προσέγγιση από την μελέτη, κυρίως, διακοσίων περιπτώσεων που απασχόλησαν την ελληνική δικαιοσύνη», στο Αφιέρωμα στη μνήμη Ηλία Δασκαλάκη, Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, σελ. 243)
6.H εγκληματολογία της περιόδου μεταξύ των δεκαετιών του 1970 και 1990 πήρε φυσικά πολλές μορφές, διαφορετικές μεταξύ τους σε ότι αφορά τη θεωρητική έμπνευση, την πολιτική, τις προτάσεις σχετικά με την αντεγκληματική πολιτική. Παρόλα αυτά, θα υποστήριζα ότι το κοινό τους στοιχείο (και το οποίο τις διαφοροποιούσε από προγενέστερες εγκληματολογίες) ήταν μία στάση απόστασης, αντιπάθειας, ακόμη και περιφρόνησης, για το αντικείμενο της ανάλυσής τους […] Eπομένως, το στοιχείο που κατέστησε την εγκληματολογία αυτής της περιόδου αυτό που αποκαλώ μία εγκληματολογία της εκδίκησης εντοπίζεται στην ιδεολογική αποσύνδεση του ζητήματος του εγκλήματος από αυτές τις συνθήκες, στην επικέντρωση στο τελικό προϊόν του εγκλήματος και στους εγκληματίες,  ανάγοντας τα  σε φυσική κατάσταση, κατά τρόπο που δε διαφέρει πολύ από ότι είχε κάνει ο Lombroso σχεδόν ένα αιώνα νωρίτερα, δίχως να φωτίζονται οι τρόποι με τους οποίους αυτά τα τελικά προϊόντα έχουν, στην πραγματικότητα, κατασκευαστεί κοινωνικά (Melossi, 1999).
7. Τα αίτια του αποκλεισμού μπορεί να διαφέρουν αλλά, για όλους όσοι τον εισπράττουν, τα αποτελέσματα είναι ακριβώς τα ίδια. Αντιμέτωποι με τον τιτάνιο άθλο να εξασφαλίσουν τους πόρους για την βιολογική τους επιβίωση (τη στιγμή που τους έχει αφαιρεθεί η αυτοπεποίθηση και ο αυτοσεβασμός που απαιτείται για να επιβιώσουν κοινωνικά) δεν έχουν κανένα λόγο να αναλογιστούν και να εκτιμήσουν τη λεπτή διάκριση ανάμεσα στα δεινά που υποφέρει κανείς εκ προθέσεως και την αθλιότητα κατά παράλειψη […] Οι υπεράριθμοι άνθρωποι βρίσκονται σε αδιέξοδο. Αν επιχειρήσουν να συμμορφωθούν με τον ευνοούμενο σήμερα τρόπο ζωής, κατηγορούνται αμέσως για ανήθικη έπαρση, ψευδή προσχήματα και θράσος, [Bauman, Z. (2005), Σπαταλημένες ζωές. Οι απόβλητοι της νεοτερικότητας, Κατάρτι]
8. Είναι κοινή μοίρα για αυτά τα τμήματα της «εργατικής τάξης υπό διαμόρφωση», να περιγράφονται συχνά – από τη δυσφορία των «παλιών» εργατικών ζωνών, συνεπικουρούμενη από διάφορες κατηγορίες πολυπραγμόνων, καθώς και «έγκυρων» σχολιαστών, οι οποίοι αναλαμβάνουν να επιχειρηματολογήσουν υπέρ αυτής της άποψης – ως «κατακάθια», «επικίνδυνη τάξη», υποπρολεταριάτο, underclass σύμφωνα με τον πρόσφατο βορειοαμερικανικό όρο ή, ακριβώς, όχλος. Αυτές οι περιγραφές βασίζονται και σε «πραγματικά» «γεγονότα», καθώς η πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης συντελείται γενικά κατά τρόπο μάλλον άναρχο και παράλογο και η μετακίνηση των μελλοντικών εργατών από την περιφέρεια στις πόλεις δεν είναι ούτε αυτόματη, ούτε ανώδυνη, καθόσον προκαλεί φαινόμενα τόσο ένταξης μερικών από τους νεοφερμένους στις αγορές της λεγόμενης «παρανομίας» (οι οποίες, εξάλλου, αποτελούν μέρος της «πραγματικής» αγοράς, για την οποία χρειάζεται επίσης εργατικό δυναμικό, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ιταλία για τα ναρκωτικά και την πορνεία), όσο και απόρριψης και εχθρότητας από τα προγενέστερα κοινωνικά στρώματα, ακόμα και τα εργατικά. Έτσι λοιπόν τα κατακάθια, η επικίνδυνη τάξη, η underclass θα εγκλειστεί (και «καλλιεργηθεί») στο εσωτερικό του συστήματος της φυλακής το οποίο, ξαναβρίσκοντας τους αγαπημένους φιλοξενούμενους που είχε πάντα – πρώην χωρικούς που κατευθύνονται στις πόλεις, αλλά που το χρώμα τους, η ομιλία τους και η θρησκεία τους είναι τώρα διαφορετικά – θα νιώσει να ξαναγεννιέται, αναγνωρίζοντας στους νεοφερμένους τους «αιώνιους φιλοξενούμενούς» του, τη ζωτική λύμφη, θα λέγαμε, με την οποία τρέφεται το σύστημα" [Dario Melossi, «Ποινικές πρακτικές και «διακυβέρνηση των πληθυσμών» στους Marx και Foucault», στο Κουκουτσάκη, Α. (2006), (εισαγωγή, επιμέλεια), Αθήνα: Πατάκης]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου