Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μη Βια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μη Βια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Απριλίου 2024

Ο Γκάντι υιοθέτησε μια ανδρόγυνη μορφή αντίστασης στο Ανδρικό πρότυπο της Βρετανικής κυριαρχίας

 ROBERT J. C. YOUNG( 2001 )


ΙΕΤΑΠΟΙΚΙΑΚΗ ΘΕΩΡΙΑ


ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Γιώργος Δεμερτζίδης


ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Βασιλική Καραγιάννη


ΠΡΟΛΟΓΟΣ Ιωάννα Λαλιώτου


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ 2007 

Σελ 467- 470


3. ΟΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΤΟΥ Γκάντι 


3.1. Αντίσταση μέσα από το κοινωνικό φύλο


Η πολιτική του Gandhi, παραβιάζοντας τις συμβατικές πολιτικές κατηγορίες και μορφές και τις κανονιστικές διακρίσεις μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού χώρου διάνοιξε δυνατότητες τις οποίες ιδιοποιήθηκε σταδιακά η μεταποικιακή αριστερά. 


Η τακτική της μη-βίας την οποία μέσω των οποίων τέθηκε ακολούθησε, όπως έχουν επισημάνει διάφοροι σχολιαστές, συνοδεύτηκε από μια στρατηγικής σημασίας υπέρβαση των καθιερωμένων ρόλων σε επίπεδο κοινωνικου  φύλου, γεγονός που δυσκόλεψε περισσότερο την αποικιακή κυβέρνηση να αντιδράσει με τους τρόπους με τους οποίους χειριζόταν συνήθως την. αντιαποικιακη αντίσταση 


 Η ψυχολογία της αποικιοκρατίας, όπως έχει υποστηρίξει ο Gandhi και αργότερα ο Fanon  αναπτυσσόταν μια διανοητική κατάσταση αμοιβαίας αντίδρασης μεταξύ αποiκιοκρατη και αποικιοκρατούμενου, και για τους δύο η αποικιοκρατική κουλτουρα απαιτούσε μια συγκεκριμένη διανοητική στάση, με τη δική της ιδεολογια ,  τους δικούς της κώδικες και κανόνες, οι οποίοι έπρεπε να περάσουν μέσω διδασκαλίας αλίας, καθώς ήταν διαφορετικοί από τις τοπικές κουλτούρες και των δύο.


 Στην περίπτωση αιώνα, του βρετανικού ιμπεριαλισμού στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα το πλέγμα της αποικιοκρατικής κουλτούρας στηρίχτηκε πάνω σε μια ιδεολογία ανδρισμού. 


Ο Ashis Nandy ήταν από τους πρώτους που επισήμαναν στην αντιστοιχία μεταξύ σεξουαλικής και πολιτικής κυριαρχίας, την οποία η δυτική αποικιοκρατία χρησιμοποίησε σταθερά» (Nandy 1983:4). 


Με την επέκταση της αυτοκρατορίας κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα, υπήρξε στη Βρετανία μια σαφής τάση προς την ανάπτυξη ενός συγκεκριμένου προτεσταντικού στερεότυπου ανδρισμού που θα αποτελούσε τη βάση της βρετανικής πολιτικής και κοινωνικο-οικονομικής ηγεμονίας. 


Η κυριαρχία αυτή της πατριαρχικής αντίληψης, η οποία συνδέθηκε με τη δράση και τη βία της αποικιακής κατάκτησης, λειτούργησε κατά ανάλογο τρόπο, σε μια

περιοριστική ιδεολογία «μητρόπολης/αποικιών» για τις γυναίκες και τη θηλυκότητα, κάτι το οποίο οι ίδιες οι γυναίκες συχνά αμφισβήτησαν. 


Η ιμπεριαλιστική κουλτούρα επίσης ενισχύθη – κατά τον δέκατο ένατο αιώνα και από διάφορες φυλετικές θεωρίες, οι οποίες παρουσίαζαν τις ευρωπαϊκές φυλές ως αρσενικες

, ενώ τις μη-ευρωπαϊκές ως θηλυκές: η λατρεία της αρσενικότητας έγινε ηγεμονική. Τα βρετανικά ιδιωτικά σχολεία, η έμφαση στον αθλητισμό, στο κυνήγι, η κήρυξη της ομοφυλοφιλίας ως παράνομης η ίδρυση του συλλόγου Προσκόπων, ακόμη και η μόδα ανδρικής περιτομής, όλα αυτά αποδεικνύουν ότι κατά την περίοδο του μιλιταριστικου ιμπεριαλισμού   υπήρξε ένας στενός περιορισμός της ταυτότητας του κοινωνικού φύλου 

Για το λόγο αυτό οποιοδήποτε  σημάδι θηλυκότητας  στους άνδρες έφτασε  να θεωρείται πιο   επικίνδυνο και από την τη θηλυκότητα. Μέσα από μια ανάλυση συγκεκριμένων πολιτικών διαμαχων  στην Ινδία των τελών του δεκάτου ενάτου αιώνα, η Mrinalini Sinha έχει υποστηρίξει ότι τη νέα δυναμική μεταξύ αποικιοκρατικής και εθνικιστικής πολιτι κής στην Ινδία τις δεκαετίες του 1880 και 1890 αποτυπώνεται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο στη  λογική του αποικιοκρατικού ανδρισμού (Sinha 1995: 1) 


Σύμφωνα με τον Nandy, ένας τρόπος μέσω του οποίου η Ινδία απάντησε σε  αυτή τη λατρεία του ανδρισμού και του ιδεώδους του προμηθεϊκού άντρα, ήταν να δημιουργήσει έναν ιδεολογικό αντίλογο με τη θεωρία των πολεμικών φυλών (Ksatriyahood), την οποία, όπως υποστηρίζει, μπορούμε να βρούμε ακόμη και σήμερα στο μαχητικό εθνικισμό των Ινδουιστών και των Σιγ. Σταθεροποίησε επίσης και το συνωμοτικό νήμα του ινδικού στρατούς : στους αιώνες της βρετανικηε. η κυριαρχίας, η μεγάλη πλειοψηφια αυτού που αποκαλούνται  «στρατός κατοχής» στην Ινδια αποτελούνταν από Ινδούς -  ακολουθώντας το παράδειγμα των Ρωμαίων, η βρεττοχική αποικιοκρατική στρατηγική έτεινε  πάντοτε να  χρησιμοποιεί και να αναδιοχετεύει τον στρατιωτική υπηρεσία της αυτοκρατορίας, μια τακτική που  ειρωνεία της ήταν πιο ορατή στη χρησιμοποίηση  ιρλανδικών συνταγμάτων στην Ινδία. Στην περιπτώση της Ινδίας, η αντίσταση με ανταπόδοση της βίας στη βία υποτιμήθηκε ως στρατηγική μετά την καταστολή της εξέγερσης του 1857. Αν και από εθνικιστική άποψη, η εξέγερση του 1857, όπως πρώτος υποστήριξε ο Savarkar το 1909, ήταν ένας πόλεμος ανεξαρτησίας, γεγονός παραμένει ότι η νίκη των Βρετανών επιτεύχθηκε, όπως τόνισε ο Seeley, χάρη στη χρησιμοποίηση  ινδικών  στρατευμάτων (Savarkar 1947- Seeley 1971). Πέρα από την τρομοκρατική δράση, για την οποία έχουμε ήδη μιλήσει, έκτοτε η στρατιωτική αντίσταση δεν αποτέλεσε ποτέ σοβαρή απειλή για τη βρετανική κυριαρχία στην Ινδία. Ο Νανάς υποστηρίζει ότι οι Ινδοί, αντί να αντισταθούν στον κατακτητή με τουςδικούς του όρους, δηλαδή να προσπαθήσουν να μιμηθούν ή να συναγωνιστούν τα. Βρετανικά ιδεώδη περί ανδρισμού, ακολούθησαν έναν εναλλακτικό τρόπο αντίδρασης, αναπτύσσοντας ένα νέο ορισμό του ανδρισμού, ο οποίος ως ένα βαθμό

συμφωνούσε με το δυτικό στερεότυπο του εκθηλυμένου Ινδού, αλλά ο οποίος ήταν εμπνευσμένος από το πολύ ευρύτερο φάσμα του ανδρισμού, της θηλυκότητας ς και του ανδρογυνισμού, το οποίο ήταν εγγενές στην ενδουιστική παράδο


- Η αντιστροφή αυτή, που έγινε με βάση την τοπική παράδοση, συνοδεύτηκε. και από μια αλλαγή οπτικής, σύμφωνα με τηνοποία η αρσενική κουλτούρα του αποικιοκρατη άρχισε να ε Θεωρείται ως ηθικά και πολιτισμικά κατώτερη 


Ο Γκάντι  ήταν εκείνος που κατάφερε να ενσαρκώσει αυτή την μεταμόρφωση και να εξελίξει σε μια μορφή αντιαπικιακξς αντίστασης καλλιεργώντας  μια  ηθελημένη παιδική θηλυκότητα, ενώ ταυτόχρονα αντλούσε από την ε τις τις πηγές των  ντόπιων πολιτισισμικων μορφών (Nandy 1983: 52-5). Ωστόσο, ακόμη σε αυτήν την περίπτωση ο Γκάντι μιμήθηκε το παράδειγμα κάποιων " ξενοοφερμένων "  δυτικών , οι οποίοι εκφράστηκαν με αμφίσημο τρόπο απέναντι στην κουλτούρα και την ιδεολογία του ιμπεριαλισμού, γεγονός που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί εναντίον του ιμπεριαλισμού. 


Η έκφραση της διαφωνίας του  Όσκαρ Ουάιλντ μέσω της ομοφυλοφιλίας του εγκαινίασε ένα νέο πεδίο εμφυλης πόλιτικης τις  δυνατότητες της οποίας ο Γκάντι αντιλήφθηκε από την αρχή της  καριέρας του, αν κρίνουμε από το ενδιαφέρον του για το έργο του .E  Carpenter και R. H. Sherard (τα βιβλία τους βρίσκονται ανάμεσα στα προτεινόμενα αναγνώσματα στο τέλος του Hind Swaraj) Η υιοθέτηση από την μεριά του   κάποιων μεθόδων αντίστασης που χρησιμοποίησαν οι σουφραζέτες, η υπο στήριξή του προς ορισμένους φεμινιστικούς στόχους και η δική του συνειδητή κίνηση, στην προσωπική και τη δημόσια ζωή του, να υιοθετήσει ο ίδιος,μια σχεδόν ανδρόγυνη ταυτότητα όλα αυτά υποδηλώνουν τις σχέσεις ανάμεσα στη κεντρική του  θέση   της μη-βίας και σε μια πολιτική με την οποία αντιστάθηκε  την βρετανικό ιμπεριαλισμό υπονομεύοντας την έμφαση του τελευταίου  στον υπερβολικό ανδρισμό και εκμεταλλευόμενος τις αντιδράσεις του στο θηλυκό 


 • Ο 

Gandhi, του οποίου η αντινεωτερική στάση ήταν εξαιρετικά προβλημστικη  για το φεμινισμό στην Ινδία, εκμεταλλεύτηκε και χρησιμοποίησ" θηλυκές   στρατηγικές σε μια πολιτική κατάσταση της οποίας οι κανόνες ήταν κατηγορηματικά  ανδρικοί, και με αυτόν τον τρόπο αναστάτωσε τα πολιτικά πράγματα χρησιμοποιώντας ως · κοινωνικό φύλο. Εισήγαγε την ψυχολογία ως όπλο των αδύναμων , με έναν πολύ πιο ριζοσπαστικό τρόπο από εκείνον του Fanon το Ειναι, ο οποίος ενδιαφερόταν πρωτίστως να αποκαλύψει την ιδεολογική  βάση της  δυτικής εθνο-ψυχολογίας και για τον οποίο η νευρωτική κατάσταση της αποικιοκρατίας, την οποία εξέφρασε με τόσο σθένος, μπορούσε να θεραπευ το μόνο με τη χρήση αρσενικής βίας. Με αυτή του την ενέργεια, ο Gandhi ανοιξε ς το δρόμο για να αξιοποιηθεί η ψυχολογία στο σύνολό της ως μέσο αντιαποικιαμης ς πολιτικής πρακτικής, η οποία έχει πλήρως αναπτυχθεί στις μετααποικιοακες  ιστορικές επανεκτιμήσεις των μορφών και των μέσων της αντιαποικιακης  αντίστασης. Ήταν επίσης από τους πρώτους που μίλησαν για τις πολιτικες  δυνατότητες εναλλακτικών μορφών αντίστασης, όπως αυτής που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μια πολιτική μορφή ανταρτοπόλεμου εκφραζοντας αυτό που οι καταπιεσμένοι, γυναίκες, άντρες και παιδιά έκαναν τόσον  καιρό 

Ο Γκάντι πήγε πιο μακριά από τον Φανούν χρησιμοποιώντας τις ταυτότητες του κοινωνικού  φύλου ως τμήμα των  αντιαποικιακων του κινήσεων ( στην περίπτωσή του, η χρήση τους επεκτάθηκε και στην ευρύτερη κοινωνική του πολιτική 

 Ενώ ο Fanon αντέδρασε σττην εχθήλυνση του θύματος της αποικιοκρατίας   επιββάλλοντας έναν βίαιο υπερ-ανδρισμο ο Γκάντι απλά επιδόθηκε σε να περιπλο παιχνίδι ανάμεσα στα δύο με την ιδέα της satyagraha ή μιας προφανως θηλυκής» παθητικής αντίστασης· η «δύναμη της ψυχής», η shakti, ήταν επίσης μια θηλυκή αρχή. Επικαλούμενος το θηλυκό στοιχείο σε μια πολιτική κατάσταση της οποίας οι κανόνες ήταν αρσενικοί, ο Gandhi αναστάτωσε σε ταυτόχρονα τόσο την έμφυλη όσο και την αποικιακή πολιτική πραγματικό τητα. Ενώ στα μάτια των δυτικών ο Gandhi έκανε τον εαυτό του πιο θηλυκό, για τους Ινδούς απέκτησε το πολιτισμικά αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό του ανδρόγυνου. 


Στον τόπο του ο Gandhi μάλλον αυτοευνουχίστηκε παρά εκθηλυνθηκε: ένας από τους λόγους της μυστικιστικής του γοητείας στο λαό ήταν η δημόσια αποκήρυξη των σεξουαλικών σχέσεων με τη σύζυγό του. 


Ό Gandhi ενθάρρυνε επίσης ενεργά τη συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική, ενστερνίστηκε πολλούς από τους φεμινιστικούς στόχους και αναγνώρισε τις δυνατότητες των φεμινιστικών πολιτικών στρατη γικών.


Ο Gandhi και η πολιτική του ενδύματος


Μια χαρακτηριστική στρατηγική της «αντι-πολιτικής» του Gandhi αφορούσε την πολιτική του ενδύματος. Παρά την έμφαση που έδωσε στον κόσμο του πνεύματος, στην πραγματικότητα ο Gandhi πρόβαλε το σώμα του όσο κανένας άλλες ηγέτης αντιαποικιακού αγώνα. Οι ενδυματολογικές του μεταμορφώσεις, τις οποίες έχει καταγράψει με εντυπωσιακό τρόπο η Emma Tarlo, από την Πρωιμασία ενός λυγερόκορμου Άγγλου τζέντλεμαν των ανώτερων τάξεων το 188 στη λαϊκή εκδοχή της περιβολής Kathiawadia ενός χωρικού Guharati  ήταν γεμάτες σημασία. Ο Gandhi ήταν άριστος γνώστης της ενδυματολογικης σημειωτικής, την οποία και χειρίστηκε πιο αποτελεσματικά από το ξίφος η τι όπλο. 


 ΕΝΩ πρόβαλε ένα μη - υλιστικό τρόπο ζωής  ελάχιστοι  ελάχιστοι πολίτικοι  φροντίδα.  τόσο πολύ τον τρόπο με τον οποίο ντύνονταν ή κατέγραψαν της διεξοδικά το πώς θα έπρεπε να ερμηνευθεί το ντυσιμο τους 









Τρίτη 26 Μαρτίου 2024

Η Γραφή της Βίας .Ρόλαντ Μπαρτ η επικράτεια των σημείων

 *


Η ΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ



Σέλ 131- 135 

Ὅταν λέμε ὅτι οἱ μάχες τῆς Zengakuren" εἶναι όργα- νωμένες, δὲν ἀναφερόμαστε μόνο σ' ἕνα σύνολο από προφυλακτικά μέτρα τακτικῆς (ἀπαρχή σκέψης ἤδη ἀν- τιφατικῆς πρὸς τὸν μύθο τοῦ στασιασμού), ἀλλά σε μιά γραφή τῶν πράξεων πού ἀποκαθαίρει τή βία ἀπό τή δυ τική της ὑπόσταση : τὸν αὐθορμητισμό. Στή μυθολογία μας ἡ βία εἶναι δέσμια τῆς ἴδιας πρόληψης ὅπως ἡ λογο- τεχνία καί ἡ τέχνη : δὲν μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ότι ἔχει ἄλλη λειτουργία ἀπό τὸ νὰ ἐκφράζει ἕνα βάθος, μιάν ἐσωτερικότητα, μιά φύση, τῆς ὁποίας εἶναι τάχα ἡ πρωταρχική, ἀπειθάρχητη ἀσυστηματική «γλώσσα»· ξέρουμε δίχως ἄλλο πώς μπορούμε να ἐκτρέψουμε τή βία πρός σκοπούς μελετημένους, να τή μετατρέψουμε σε ὅρ- γανο μιᾶς σκέψης, ἀλλά δέν μπαίνει ποτέ ζήτημα μόνο να τιθασεύσουμε μια προγενέστερη δύναμη, κατεξοχήν ἀρχέγονη. Ἡ βία τῶν Zengakuren δέν προηγεῖται ἀπό τήν ἴδια της τήν ὀργάνωση, ἀλλά γεννιέται τήν ἴδια στιγ- μή μ' ἐκείνη : εἶναι ἄμεσα σημεῖο: μήν ἐκφράζοντας τί- ποτα (οὔτε μίσος, οὔτε ἀγανάκτηση, οὔτε ἠθική ἰδέα), αὐτοκαταργεῖται ἀκόμα πιο σίγουρα μ' ἕνα σκοπό μετα-βατικό (να καταλάβουν ἐξ ἐφόδου ἕνα δημαρχείο, ν' ἀνοίξουν ἕνα συρματόπλεγμα)· ἡ ἀποτελεσματικότητα, ὠστόσο δέν εἶναι τό μόνο της κριτήριο· μιά ἐνέργεια κα- θαρά πρακτική βάζει σε παρένθεση τα σύμβολα, ἀλλά δέν ξοφλάει μ' αὐτά : χρησιμοποιεῖται τὸ ὑποκείμενο άλλὰ καὶ ἀφήνεται άθικτα (ἀκριβῶς ἡ κατάσταση του στρατιώτη). 


Η μάχη Zengakuren ὅσο κι ἂν εἶναι έμπρα κτη ἐνέργεια παραμένει ένα μεγάλο σενάριο σημείων (εί ναι πράξεις ποὺ ἔχουν ένα κοινό), τὰ γνωρίσματα αὐτῆς τῆς γραφῆς, λίγο περισσότερα ἀπ' ὅ,τι θὰ ἐπέτρεπε να προβλέψει μια φλεγματική, ἀγγλοσαξωνική ιδέα της ἀποτελεσματικότητας, εἶναι βέβαια ἀσυνεχή, συντεταγμένα, ρυθμισμένα ὄχι γιὰ νὰ σημαίνουν κάτι, ἀλλά σαν νὰ ἔπρεπε να ξεμπερδέψουν (γιὰ μᾶς) μὲ τὸν μύθο του αὐτοσχέδιου στασιασμού, την πληρότητα τῶν « αὐθορμήτων συμβόλων : ὑπάρχει ἕνα ἀρχέτυπο τῶν χρωμά των – κάσκες μπλέ-κόκκινες-ἄσπρες -, ἀλλὰ αὐτά τά χρώματα, ἀντίθετα πρός τα δικά μας, δέν ἀναφέρονται σε τίποτε το ἱστορικό· ὑπάρχει μια σύνταξη τῶν πράξεων (ἀναποδογυρίζω, ξεριζώνω, σέρνω, στοιβάζω), που συντελείται σάν μιά πεζή φράση, ὄχι σάν μιά ἐμπνευσμένη ἐκτόξευση· ὑπάρχει μια σημαίνουσα ἐπανάληψη τῶν νεκρῶν χρόνων (φεύγω νά ἀναπαυθῶ στά μετόπισθεν, ἑνός διευθετημένου ἀγώνα, δίνω μια μορφή στή χαλάρωση). 

Ὅλα τοῦτα συμβάλλουν στήν ἐμφάνιση μιᾶς γραφῆς τῆς μάζας, ὄχι τῆς ὁμάδας


 (οἱ κινήσεις  αλληλοσυμπληρώνονται, οἱ ἄνθρωποι δέν ἀλληλοβοηθιοῦνται)· τέλος, ἔσχατο θράσος τοῦ σημείου, εἶναι και μιά φορά ἀποδεκτό, τά ρυθμικά σλόγκαν τῶν συναγωνι- στῶν νὰ ἐκφέρουν ὄχι τήν Ὑπόθεση, τό Θέμα τῆς δρά-σης (αὐτό ὑπέρ ἤ ἐναντίον τοῦ ὁποίου μάχονται) – κάτι τέτοιο θά ἦταν γι' ἄλλη μιά φορά ἡ μετατροπή τοῦ λόγου σε ἔκφραση ἑνός ἐπιχειρήματος, σέ βεβαίωση τοῦ δίκιου μας – ἀλλά μόνο αὐτή τήν ἴδια τήν ἐνέργεια (« Οἱ Zenga- Kuren πᾶνε στη μάχη »), πού ἔτσι παύει νά εἶναι φενακισμένη, κατευθυνόμενη, δικαιολογημένη, ἀθωωμένη ἀπό ή « γλώσσα » θεότητα ἐξωτερική κι ἀνώτερη ἀπό τήμάχη, σαν μία Μασσαλιώτιδα με φρυγικό σκούφο ἀλλά Ενισχυμένη ἀπό μιά καθαρά φωνητική ἄσκηση, πού ἀπλῶς προσθέτει στὸν ὄγκο τῆς βίας, μία κίνηση, ἕνα ἀκόμα μούσκουλο.





• Εθνική Ομοσπονδία τῶν αὐτοδιοικούμενων φοιτητικῶν ἐνώσεων (Σημ. Γ.Κ.).


131


κασμίνα


τος του

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

διάφορες των βιασμών και βίας κατά των γυναικών που γινόταν στις Προ νεωτερικές και εν πολλοίς και νεωτερικές κοινωνίες απλό την Βία και τους Βιασμούς και Γυναικοκτονιες που ασκούνται σήμερα:

η συζήτηση με μια εξαιρετική φίλη με βοήθησε να ξεκαθαρίσω στη σκέψη μου ,τις, κατά τη γνώμη μου ,διάφορες των βιασμών και βίας κατά των γυναικών που γινόταν στις Προ νεωτερικές και εν πολλοίς και νεωτερικές κοινωνίες απλό την Βία και τους Βιασμούς και Γυναικοκτονιες που ασκούνται σήμερα: Α. Στις πρώτες . Η Βία και ο Βιασμός ασκούνται νομιμά , νομιμοποιημένα και θεσμικά , εντός γάμου η παλλακείας κ.λπ., Ασκούνταν και σε σε περίπτωση πολέμου , λεηλασίας κλπ. .. Αλλά και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση δεν υπολογίζονταν καν οι ίδιες οι γυναίκες .. α1 Στην πρώτη ο βιασμός της γυναίκας εντός Γάμου θεωρούνταν Δικαίωμα του ανδρός .. Η ''παρθενοφθορία΄'' η αποπλάνηση Κόρης θεωρούνταν όχι προσβολή της ιδίας αλλά του Πατρός της η του συζύγου της , της τιμής του. Αποκαθίσταται (στην πρώτη περίπτωση )με τον Γάμο. α2. Η βία και βιασμού των Γυναικών των Ηττημένων είναι Κυρίως προσβολή προς τους άνδρες Ιδιοκτήτες τους , πατέρες η συζυγούς .. Όπως περίπου σήμερα στα Γήπεδα … Β. Η βία κατά γυναικών σήμερα και οι βιασμοί , αφορούν Προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας αλλά και του σώματος της ιδίας της Γυναίκας ως γυναίκας .. Πετρος Θεοδωρ.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Ρενέ Ζιράρ, Η Βία και το Ιερό (1972),αναδημοσίευση απο το danger.few!!!



πηγη: http://dangerfew.blogspot.gr/2013/02/blog-post_5.html

Για τη βία, 2 | Βία και Ιερό

«Είτε φυσική, είτε λεκτική είναι η βία, ανάμεσα στα χτυπήματα μεσολαβεί ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Κάθε φορά που ένας από τους αντιπάλους πλήττει τον άλλον, ελπίζει να δώσει ένα νικηφόρο τέλος τη μονομαχία ή τη λογομαχία, να δώσει τη χαριστική βολή, να ξεστομίσει την τελευταία βίαιη φράση. Το θύμα, αλαλιασμένο προς στιγμήν, έχει ανάγκη κάποιο διάστημα για να συνέλθει (να μαζέψει τα μυαλά του), να προετοιμαστεί και να απαντήσει τον αντίπαλο. Όσο αυτή η απάντηση αργεί, εκείνος που έχει χτυπήσει τελευταίος μπορεί να φαντάζεται ότι έχει καταφέρει το αποφασιστικό πλήγμα. Συνοπτικά, η οριστική νίκη ταλαντεύεται ανάμεσα στους δυο αντιπάλους σε όλη τη διάρκεια της αναμέτρησης, χωρίς ακόμα να καταλήγει στον έναν ή τον άλλον. Ξέρουμε ότι μόνο η συλλογική αποπομπή του ενός ή του άλλου έξω από την κοινότητα θα κατορθώσει να ορίσει τη νίκη.


[…] Ο προφητικός ή διονυσιακός ίλιγγος δεν είναι τίποτε άλλο από αυτή την τρομερή αμφιταλάντευση του ίδιου του κόσμου στη διάκριση της βίας που φαίνεται να ευνοεί πότε τον ένα και πότε τον άλλον. Όλα όσα μια πρώτη βία πιστεύει ότι θεμελιώνει, μια δεύτερη βία τα ανατρέπει για να τα θεμελιώσει εκ νέου. Τίποτα δεν μπορεί να ακινητοποιήσει τη βία ενόσω αυτή παραμένει παρούσα μεταξύ των ανθρώπων, ενόσω συνιστά μια ολική και συνάμα μηδενική βασκανία.

[…] Μέσα στον Όμηρο υπάρχουν πολλά στοιχεία που αποκαλύπτουν εκτυφλωτικά τη σχέση ανάμεσα στη βία, την επιθυμία και τη θεότητα. Ο πιο χαρακτηριστικός όρος είναι το ουσιαστικό Κύδος, που πρέπει να οριστεί ως γόητρο, κατά κάποιον τρόπο θεϊκό, ως μυστική εκλογή που συνδέεται με την στρατιωτική κατίσχυση.

[…] Το Κύδος είναι “φυλαχτό ανωτερότητας”. Είναι η βασκανία, την οποία ασκεί η βία. Όπου επιδεικνύεται, γοητεύει και συνάμα τρομάζει τους ανθρώπους. Δεν είναι ποτέ ένα απλό εργαλείο. Είναι εμφάνιση θεότητας. Εκείνοι που κατέχουν το Κύδος βλέπουν τη δύναμή τους να δεκαπλασιάζεται. Όσοι το στερούνται, μένουν με τα χέρια δεμένα ή παράλυτα. Κάτοχος του Κύδους είναι όποιος καταφέρνει το πιο ισχυρό πλήγμα, ο νικητής της στιγμής, εκείνος που κάνει τους άλλους να πιστέψουν −και πιθανώς τον εαυτό του να φανταστεί− ότι η βία του έχει θριαμβεύσει οριστικά. Οι αντίπαλοί του πρέπει τότε να καταβάλλουν μια υπεράνθρωπη προσπάθεια για να ξεφύγουν από τη βασκανία και να ανακτήσουν το Κύδος.

[…] Οριακά, το Κύδος δεν είναι τίποτα. Είναι το κενό σημείο μιας πρόσκαιρης νίκης, μιας υπεροχής που παρευθύς τίθεται υπό αμφισβήτηση.»

Ρενέ Ζιράρ, Η Βία και το Ιερό (1972),
     μετάφραση Κωστής Παπαγιώρης (ΕΞΑΝΤΑΣ, 1991)

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

All you need is love: μια εξαιρετική αναρτηση του ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΥ για τα της Αγγλιας(το...καγκελο)

All you need is love


απόσπασμα:
Έβλεπα μια δημοφιλή αμερικανική αστυνομική σειρά της προάλλες. Το επεισόδιο αφορούσε σε συμμορίες νέων. Ο πρωταγωνιστής, στο τέλος, έβγαζε την ετυμηγορία της κοινωνίας, το ηθικό δίδαγμα: αυτά συμβαίνουν οι νέοι, έχοντας χάσει την αίσθηση της ντροπής και την ενοχής, δεν έχουν πλέον κανένα φραγμό στις πράξεις τους.

Δεν πιστεύω ούτε στην ενοχή ούτε στη ντροπή ούτε σε κανένα άλλο είδος προγραμματισμού της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Από τη φύση τους αποτυγχάνουν και δεν παράγουν πραγματικά ενάρετους ανθρώπους.

Τι είναι λοιπόν αυτό που λείπει από τους ανθρώπους και τις κοινωνίες σήμερα, είτε πρόκειται για φτωχούς είτε για πλούσιους; Ποιο είναι το έλλειμμα που παράγει τόση βία, τόση διαστροφή; Η αγάπη θεωρώ ότι λείπει και δεν λείπει απλώς, αλλά συστηματικά ξεριζώνεται από όλη τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, και από την οικογένεια και από θεσμούς όπως η εκπαίδευση, για να αντικατασταθεί από τον προγραμματισμό που θα παραγάγει τους χειραγωγούμενους εργαλειακούς, υποτελείς ανθρώπους, τους δούλους στο πνεύμα, ή, όταν τα πράγματα πάνε στραβά, ανθρώπους ανεξέλεγκτους, ανθρώπους που θυματοποιούν και τους εαυτούς τους και τους άλλους.

Ο άνθρωπος που αγαπά, όχι κάποιον ή κάτι συγκεκριμένα, αλλά την ύπαρξη, τον εαυτό του και τον κόσμο, δεν έχει ανάγκη από σωστό και λάθος, δεν έχει ανάγκη από ηθική, δεν έχει ανάγκη από θρησκεία. Η αγάπη παράγει φροντίδα, παράγει δημιουργικότητα, παράγει κατανόηση, παράγει αυτοσυγκράτηση, παράγει σεβασμό στις ανάγκες των άλλων, παράγει προσφορά, παράγει πολιτισμό, παράγει πνευματικότητα, γεννά τα πάντα. Το μειονέκτημά της είναι ότι παράγει και ελεύθερους ανθρώπους, ανθρώπους κυρίους στο πνεύμα, δηλαδή, ανθρώπους μη χειραγωγούμενους. Για το λόγο αυτό τα κοινωνικά συστήματα των ανθρώπων, αυτά που έχει γεννήσει η εξουσία μέχρι τώρα, μέσα από επίσημους και ανεπίσημους θεσμούς, βαπτίζουν ψευδεπίγραφα αγάπη τα ψέματά τους. «Αγαπάς την οικογένειά σου; Πάτα επί πτωμάτων», «Αγαπάς την πατρίδα σου; Πήγαινε στην άλλη άκρη του κόσμου και σκότωσε, βίασε».

Η πραγματική αγάπη όμως είναι καθολική και άπειρη. Δεν είναι κάτι εξωγενές, πηγάζει από μέσα μας, από την ίδια την καρδιά. Όταν μάθεις να ακούς πρώτα αυτήν και μετά τον νου, ως υπηρέτη της, τότε ξέρεις τι να κάνεις σε κάθε περίσταση. Διάβασα κάπου ότι ένα από τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου είναι ότι βάζει τον νου πριν από την καρδιά, σαν να βάζεις το κάρα μπροστά από τα άλογα ή, θα έλεγα εγώ, τον πλοηγό να δίνει εντολές στον καπετάνιο. Όχι, ο καπετάνιος αποφασίζει για τον προορισμό και ο πλοηγός χαράσσει τη διαδρομή. Καπετάνιος η καρδιά και πλοηγός ο νους. Η καρδιά μιλάει ακόμη και σωματικά αν δεν έχεις χάσει την ευαισθησία σου και δεν είσαι πωρωμένος. Είναι αυτό το σφίξιμο στο στομάχι ή το πλάκωμα στο στήθος όταν φωνάζει με όση δύναμη έχει ότι αυτό που κάνεις είναι λάθος.

Η ευαισθησία όχι μόνο δεν πρέπει να καταπιέζεται, αλλά πρέπει να καλλιεργείται ώστε να αναβαθμίζεται και πάνω από το επίπεδο του απλού συναισθηματισμού, να γίνεται ικανότητα να ακούς την καρδιά, να γίνεται αγάπη. Η ευαισθησία είναι δύναμη και ακόμη μεγαλύτερη δύναμη είναι να ενεργείς σύμφωνα με αυτήν. Σκεφθείτε όμως τι κάνει η κοινωνία μας, τι εντολές δίνει, οι άντρες πρέπει να γαμούνε και να δέρνουνε και οι γυναίκες να είναι γκόμενες (ή χαμηλοβλεπούσες μυξοπαρθένες και υποταγμένες, παλαιότερα).

Αρκετά όμως, δεν μπορούσα να τους ακούω μόνο, και, ως κουκουλοφόρος του Διαδικτύου, έγραψα αυτά.

Αν δεν έχεις αγάπη, ζεις σαν φάντασμα, …ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. (Αν έμενε σε αυτά ο Χριστιανισμός καλά θα ήταν, αλλά τα πλάκωσε στη χωματερή με τις αμαρτίες, τις ενοχές, τα προπατορικά, τις κολάσεις, τις αναστάσεις και τα λοιπά σκουπίδια).

All you need is love και δεν εννοώ απλώς να μας δείχνουν αγάπη, εννοώ ότι η αγάπη μέσα μας μπορεί να αντικαταστήσει τα πάντα, κάθε ιδεολογία, κάθε θρησκεία, κάθε ηθική, να αποτινάξει όλα τα δεσμά.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Τυραννία, Βία και Τεχνική Εμμανουήλ Λεβινάς, Ελευθερία και Εντολή (1953), μετάφραση Μιχάλης Πάγκαλος, εκδόσεις ΕΣΤΙΑΣ (2007) αναδημοσιευση απο το danger.few!!!

Τυραννία, Βία και Τεχνική


«Η τυραννία έχει με το μέρος της ανεξάντλητους πόρους: την αγάπη και το χρήμα, τα βασανιστήρια και τον πόλεμο, τη σιωπή και τη ρητορεία. Δύναται να εκμηδενίσει, στην εξανδραποδισμένη ψυχή, ώς και την ικανότητά της να κάμπτεται, δηλαδή ώς και την ικανότητα υπακοής σε μια εντολή. Η πραγματική ετερονομία ξεκινά όταν η υπακοή σταματά να είναι συνειδητή και μετατρέπεται σε κλίση. Ο άνθρωπος που έχει ψυχή δούλου είναι ακριβώς ο άνθρωπος που δεν μπορεί πλέον να καμφθεί, που είναι ανίκανος να δεχτεί εντολές. Η λατρεία του αρχηγού πλημμυρίζει σε τέτοιο βαθμό την ψυχή, ώστε αυτή να μην τηρεί αποστάσεις. Ο φόβος κατέχει την ψυχή σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην τον βλέπει αλλά να βλέπει μέσω αυτού. […] Η υπόσταση που στραγγαλίζει ο τύραννος δεν είναι διόλου υπόσταση∙ ενώπιόν του δεν βρίσκεται κανείς. […]


Η τυραννική ή βίαιη πράξη καταργεί κάθε σχέση με το Άλλο: είναι η κατάσταση στην οποία πράττει κανείς σαν να ήταν εντελώς μόνος του. Ενώ εμφανίζεται σαν άμεση και αδιαμεσολάβητη, στην πραγματικότητα η βίαιη πράξη πρέπει να θεωρηθεί ως μια πράξη [παρόμοια με αυτή] που ασκείται, επί παραδείγματι, πάνω στα πράγματα [και που] συνίσταται στο να βρεθεί εκείνη η λαβή του αντικειμένου, από την οποία ξεκινώντας θα εφαρμοστεί, στη βάση των καθολικών νόμων που εξαφανίζουν την ατομικότητά του, η βούληση του εργαζόμενου. […]


Η βία είναι ένα πράττειν που πλησιάζει πλαγίως κάθε ον και κάθε ελευθερία. Η βία είναι ένα πράττειν που συλλαμβάνει το ον εξαπίνης, αρπάζοντάς το εν τη απουσία του, από αυτό που δεν είναι πραγματικά το ίδιο. Η βία συλλαμβάνει το ον ως υπολογιστικό δεδομένο, σαν ιδιαίτερη περίπτωση μιας έννοιας. […]


Η άσκηση βίας πάνω σε ένα ελεύθερο ον είναι, υπό την ευρεία έννοια, πόλεμος. […] Ο πόλεμος είναι ενέδρα: είναι η απόπειρα άλωσης της βαθύτερης υπόστασης του άλλου, άλωσης του πυρήνα της δύναμης και της απόλυτης μοναδικότητάς του, διαμέσου της πιο αδύναμης πλευράς του∙ είναι η αναζήτηση της αχίλλειας πτέρνας του. […] Το ίδιον δηλαδή της βίαιης πράξης, το ίδιον της τυραννίας, είναι ο πλάγιος τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται το υποκείμενο εφαρμογής αυτής της πράξης∙ η μη αναγνώριση του άλλου ως προσώπου∙ η θεώρηση της ελευθερίας του άλλου ανθρώπου ως δύναμης και μάλιστα πρωτόγονης∙ η αναγωγή της ετερότητάς του στην τάξη της δύναμης. […]


Η όψη, το πρόσωπο, είναι το γεγονός μιας πραγματικότητας που μου αντιτάσσεται [αλλά] θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε την αντίσταση αυτή υπό το πρίσμα της δύναμης που συγκρούεται με την ελευθερία μου. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια αντίθεση που προηγείται της ελευθερίας μου και τη θέτει σε κίνηση. […] Μη όντας αντιπαράθεση ισχύος, η αντίθεση του προσώπου δεν ερμηνεύεται ως εχθρότητα. Είναι μια ειρηνική αντίθεση, κατά την οποία η ειρήνη δεν είναι επ’ ουδενί μια πολεμική ανακωχή, μια απλώς αυτοσυγκρατούμενη βία. Η βία συνίσταται τουναντίον στο να αγνοεί κανείς το πρόσωπο του όντος, να αποφεύγει το βλέμμα του. […]


Το νόημα του προσώπου εκπορεύεται από το ίδιο το πρόσωπο, είναι η προσωπική έκφραση. […] Η έκφραση είναι μια πρόσκληση συνομιλίας. Η έκφραση είναι η κατεξοχήν άμεση σχέση. […]  Το ον που παρουσιάζεται στην έκφραση μάς δεσμεύει ήδη στην κοινωνία, σε ένα κοινωνείν μαζί του. […] Τα όντα που παρουσιάζονται το ένα στο άλλο, υποτάσσονται το ένα στο άλλο. Η υπόταξη αυτή αποτελεί το πρωταρχικό γεγονός της μεταβατικής σχέσης μεταξύ των ελευθεριών καθώς και την ίδια τη μορφή της εντολής. Πρόκειται για τη δυνατότητα ενός όντος να εντέλλεται ένα άλλο, χωρίς η εντολή αυτή να απορρέει από τη λειτουργία ενός συστήματος και χωρίς να εμπεριέχει τίποτα το τυραννικό. […]


Η μαζική παραγωγή εξανδραποδισμένων ψυχών δεν αποτελεί απλώς την τραγικότερη εμπειρία του νεωτερικού ανθρώπου, αλλά συνιστά επίσης την ισχυρότερη ανασκευή των επιχειρημάτων περί της ανθρώπινης ελευθερίας. […]


Η ελευθερία που εντούτοις μας απομένει, συνοψίζεται στη δυνατότητά μας να προβλέψουμε τις διαστάσεις του εξανδραποδισμού μας και να επιχειρήσουμε να διασφαλιστούμε εναντίον του. Η ελευθερία συνίσταται λοιπόν στο να θεμελιώσουμε μια υπέρ-υποκειμενική τάξη, να εμπιστευτούμε το έλλογο στο γραπτό, να καταφύγουμε σε ένα θεσμό. […]»



Εμμανουήλ Λεβινάς, Ελευθερία και Εντολή (1953),
μετάφραση Μιχάλης Πάγκαλος, εκδόσεις ΕΣΤΙΑΣ (2007)

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Η κατασκευή της "ενδοσχολικής βίας" .αναδημοσιευση απο το Αυθόρμητες μεταβολές lefterisp.wordpress.com


Αυθόρμητες μεταβολές

Η κατασκευή της «ενδοσχολικής βίας»

11 Δεκ
Η είδηση πέφτει σαν κεραυνός. Η Ελλάδα είναι στην τέταρτη θέση (ανάμεσα στις χώρες που μελετήθηκαν) στην έκταση του φαινομένου της «ενδοσχολικής βίας». Το συμπέρασμα είναι το ίδιο άμεσο: κάτι πρέπει να κάνουμε και μάλιστα το συντομότερο! Ποιο άκαρδο τέρας είναι στο κάτω-κάτω ευχαριστημένο με το γεγονός ότι τα παιδιά μας περνούν τόσο άσχημα στο σχολείο, με τραύματα που τους μένουν μέχρι τα γεράματα? (βάλε έναν αστερίσκο εδώ, θα δούμε ποιο είναι το πραγματικό άκαρδο τέρας προς το τέλος…).
Εδώ και λίγο καιρό λοιπόν, τα ελληνικά σχολεία (ακολουθώντας τη διεθνή μόδα) ζούνε στους ρυθμούς του φαινομένου αυτού. Μελέτες για το φαινόμενο, σεμινάρια για το φαινόμενο, επιτροπές και υπεύθυνοι για το φαινόμενο, «δράσεις» για το φαινόμενο. Λέω λοιπόν από την αρχή ότι για μένα το φαινόμενο αυτό είναι μια κατασκευή, μια επινόηση. Ακόμα περισσότερο, ισχυρίζομαι ότι η κατασκευή αυτού του φαινομένου έχει βαθύτερα και σκοτεινά κίνητρα, δηλαδή τη δημιουργία συναίνεσης στην ένταση του κοινωνικού ελέγχου και την πειθάρχηση της νεολαίας.
Πριν αρχίσουμε, ας διευκρινίσουμε κάτι πολύ βασικό. Η έννοια της «ενδοσχολικής βίας» δεν έχει να κάνει με κάποιον τοπολογικό προσδιορισμό της βίας, δηλαδή δεν σημαίνει «η βία που ασκείται στο χώρο του σχολείου». Η έννοια αυτή υποδηλώνει έναν ξεχωριστό, αυτόνομο τύπο βίας, που αναπτύσσεται στο Σχολείο και τροφοδοτείται απ’αυτό ή στην καλύτερη περίπτωση μια ειδική έκφανση της βίας στους εφήβους η οποία αποκτά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στο Σχολείο. Ποια ακριβώς είναι αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και ποιος αυτός ο ξεχωριστός χαρακτήρας του φαινομένου «κανένα στόμα δεν το’βρε και δεν το’πε ακόμα». Όχι τυχαία. Όσο περισσότερη ασάφεια υπάρχει στους βασικούς όρους που περιγράφουν το φαινόμενο, τόσα περισσότερα περιστατικά μπορεί να χωρέσει και τόσο περισσότερο μπορεί να επεκταθεί ο επιθυμητός έλεγχος με την αφορμή του.
Μίλησα πριν για κατασκευή του φαινομένου, πράγμα που μπορεί να είναι αντίθετο με την καθημερινή εμπειρία μας με τα παιδιά. Τα παιδιά τσακώνονται, πλακώνονται, προσβάλουν συχνά το ένα το άλλο (και μάλιστα σκληρά). Ακόμη, κάνουν αποτυχημένες προσπάθειες να εκδηλώσουν τις πρωτόγνωρες γι’αυτά σεξουαλικές ορμές, δοκιμάζουν ρόλους, χειραγωγούν και χειραγωγούνται, λένε ψέματα και πολλά άλλα. Είναι αυτό κάτι νέο? Δεν αποτελούν όλα αυτά (μαζί με άλλα πολλά) μέρος τις διαδικασίας κοινωνικοποίησης του παιδιού? Ποιο είναι εκείνο το παιδί που μεγάλωσε χωρίς να πληγωθεί σωματικά ή «ψυχικά» από τους φίλους του. Ισχυρίζομαι εδώ ότι αυτός ο τρόπος (η μέθοδος της δοκιμής και του λάθους) είναι ο μόνος τρόπος που μαθαίνουμε και χτίζουμε την προσωπικότητά μας, συνεπώς ότι η απαίτηση για ένα παιδί που δεν θα πληγωθεί ποτέ και από τίποτα, είναι η συνταγή για έναν άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, έναν άνθρωπο χωρίς την ανθρώπινη υπόσταση, δηλαδή την ικανότητα να βρίσκεται σε συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους. Η αναγωγή όλων αυτών των παιδικών ή εφηβικών εμπειριών σε μια προβληματική κατάσταση με τον όρο «ενδοσχολική βία» ψυχιατρικοποιεί αυτόματα την παιδική ηλικία.
Επιμένω στον ισχυρισμό της κατασκευής. Το Σεπτέμβριο του 2013 ξεκίνησε στο ελληνικό Σχολείο η εκστρατεία καταγραφής των κρουσμάτων «ενδοσχολικής βίας» με σκοπό να προσδιοριστεί η έκταση του φαινομένου. Μιλάμε για μια εντελώς αυθαίρετη και αντιεπιστημονική διαδικασία. Σε κάθε σχολείο ορίστηκε ένας υπεύθυνος για την καταγραφή των περιστατικών. Ο υπεύθυνος αυτός ήταν ένας συνάδελφος από το σύλλογο διδασκόντων, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ήταν ψυχολόγος, κοινωνιολόγος ή τέλος πάντων κάποιος που έχει ειδικευθεί στον τρόπο που συλλέγονται αυτά τα δεδομένα. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι κατέγραφε τα περιστατικά που ταίριαζαν στο μυαλό του σ’αυτό το αόριστο πράγμα που είναι η ιδέα της «ενδοσχολικής βίας», από έναν επαναλαμβανόμενο καυγά μέχρι ένα ατυχές ερωτικό «πέσιμο». Το αποτέλεσμα επιβεβαίωσε την εκ των προτέρων επιβαλλόμενη αντίληψη: ότι το η έκταση της «ενδοσχολικής βίας» είναι σημαντική και πρέπει να ληφθούν μέτρα. Πρόκειται για μια τιτάνια λαθροχειρία. Όπως αντιλαμβάνεσαι, ο τρόπος που έγινε η συλλογή των στοιχείων προϋπέθετε την αποδοχή του φαινομένου που υποτίθεται ότι ανίχνευε!!! Ο τρόπος που έγινε η μελέτη λοιπόν, είναι ο κλασικός τρόπος που κατασκευάζονται οι κοινωνικές υστερίες, η μελέτη απλά υπηρετεί το συμπέρασμα που από την αρχή θέλαμε να εξάγουμε (με την ίδια λογική δικαιολογεί εδώ και χρόνια το αμερικανικό κράτος το βαθύ ρατσισμό του, με την ίδια λογική εδραιώθηκε η ισλαμοφοβία, με την ίδια λογική στήνεται κάθε κρατικά κατευθυνόμενη μαζική υστερία).
Αν όμως πρόκειται περί κατασκευής, τότε γιατί τόσος κόπος? Ποιο σκοπό εξυπηρετεί η συγκεκριμένη κατασκευή? Το είπα ήδη από την αρχή. Η κατασκευή αυτή προετοιμάζει το έδαφος για μια ευρεία συναίνεση στην όξυνση των πολιτικών πειθάρχησης της νεολαίας, πολιτικών που το κράτος έχει ανάγκη ειδικά μετά την τομή της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008. Εάν το κράτος πείσει την κοινωνία ότι το Σχολείο είναι ένας χώρος που τα παιδιά κυρίως κινδυνεύουν, τότε εξασφαλίζεται η συναίνεση στις πολιτικές του εντεινόμενου αυταρχισμού και του καθολικού ελέγχου. Με τον ίδιο τρόπο που το πλαίσιο ελέγχου των εκπαιδευτικών, η Αξιολόγηση, πάτησε πάνω σε μια τεράστια εκστρατεία δυσφήμισης τους (ανισόρροποι, ανεπαρκείς, λουφαδόροι, φοροφυγάδες, παιδεραστές, ποιος θα ήθελε το παιδί του να μπλέξει με τέτοιους εκπαιδευτικούς?), το πλαίσιο ελέγχου και πειθάρχησης των νεολαίων θα επιβληθεί πάνω στην κατασκευή της ιδέας της «ενδοσχολικής βίας», θα επιβληθεί τελικά «για το καλό τους»…
Ακόμη περισσότερο, η ιδέα της «ενδοσχολικής βίας» έρχεται να καθίσει πάνω στον καθένα/μια από μας. Ο επιτακτικός τρόπος με τον οποίο απαιτείται η ανίχνευση (επιβεβαίωση όπως είπαμε πριν) της «ενδοσχολικής βίας» έχει κρεμάσει πάνω από κάθε μέλος της σχολικής κοινότητας ένα ερωτηματικό. Αυτό σημαίνει ότι το πλαίσιο αυτό επιτυγχάνει κάτι ακόμη μεγαλύτερο απ’αυτό που περιέγραψα πιο πριν, πετυχαίνει την «αυθόρμητη» εξάπλωση ενός γενικευμένου καθεστώτος ελέγχου απ’όλους προς όλους!
Για να μην παρεξηγηθώ, δεν βλέπω πίσω από την υστερία της «ενδοσχολικής βίας» κάποια συνωμοσία. Δεν πιστεύω ότι οι ιεραρχικές/ταξικές κοινωνίες χρειάζονται τις συνωμοσίες για να γεννήσουν μια κοινωνική υστερία. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ασχολούνται με το ζήτημα δεν είναι πιόνια κάποιου σκοτεινού κέντρου που προωθεί το ζήτημα, όμως μοιράζονται την ίδια ιδεολογία, το ίδιο σύνολο αξιών ή δεν έχουν αντιστάσεις απέναντί του. Αρκεί να αναφέρουμε ότι, κι εδώ είναι το εξαιρετικά ανησυχητικό, ότι το στρατόπεδο της ριζοσπαστικής Αριστεράς τηρεί σιγή ισχύος για το θέμα, όταν δεν το αποδέχεται (η Αριστερά γενικά έχει παρασυρθεί εδώ και πολλά χρόνια σε μια απόλυτα οικονομίστικη θεώρηση του σχολείου με αποτέλεσμα τη σύγχυση που επικρατεί σήμερα μπροστά στις νέες εξελίξεις).
Στο ελληνικό Σχολείο η ιδέα της «ενδοσχολικής βίας» είναι σχετικά νεαρή. Με έναν ειρωνικό τρόπο το λανσάρισμά της συμπίπτει με την εποχή «το μνημόνιο είναι ευλογία». Είναι μέσα σ’αυτή την εποχή της Κρίσης και της καταστροφής εκατοντάδων χιλιάδων ζωών που το πλαίσιο της ιδέας της «ενδοσχολικής βίας» μου φαντάζει ακόμη πιο επικίνδυνο. Μέσα σ’αυτό το πλαίσιο τα προβλήματα των παιδιών εξατομικεύονται και συνεπώς ψυχολογικοποιούνται. Η βία ως μια κατάσταση που εξαπολύεται από το ίδιο το κράτος απέναντι στις ζωές μας και ποτίζει κάθε πτυχή τους, απλά εξαφανίζεται. Όλη η ιστορία πια είναι να δούμε «πού είναι το πρόβλημα» με το κάθε παιδί που μπαίνει στο μικροσκόπιο. Η βία εξετάζεται σαν μια ατομική υπόθεση και, ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν τεχνικές που μπορεί να αμβλύνουν την κατάσταση, τελικά δικαιολογείται ως τέτοια και το σύστημα που την παράγει αθωώνεται πανηγυρικά. Δεν είναι λοιπόν ο κόσμος μας που έχει το πρόβλημα, είναι το κάθε παιδί. Αυτά τα ίδια παιδιά που πια δεν μπορούν να μας φέρουν το συμβολικό αντίτιμο για κάποιο μουσείο ή παράσταση, που δεν έχουν να πάρουν κάτι να φάνε στο διάλειμμα, που γυρνούν σπίτι για να ζήσουν το υπόλοιπο της μέρας με την απόγνωση των άνεργων γονιών τους, που για μέλλον βλέπουν την ερήμωση, αυτά τα παιδιά που δεν τα ακούει κανείς και μόνο τα λοιδορεί, είναι τα παιδιά που «έχουν προβλήματα».
Η εκστρατεία κατά της «ενδοσχολικής βίας» όμως έχει και μια άλλη λειτουργία. Μεταλλάσσει δραματικά τη σχέση εκπαιδευτικού-παιδιού. Ο παιδαγωγικός ρόλος του εκπαιδευτικού υποχωρεί μπροστά στο νέο ρόλο του παιδονόμου/ψυχολόγου/αξιολογητή. Το νέο σχολείο είναι ένα κάτεργο ολικού ελέγχου. Τα «στελέχη» είναι οι παιδονόμοι του εκπαιδευτικού, ο εκπαιδευτικός είναι ο παιδονόμος των μαθητών/ριων. Κάθε πόρτα ελεύθερης έκφρασης κλείνει ερμητικά μην τυχόν και βγει απ’αυτή κάτι «αποκλίνον». Η παιδαγωγική ελευθερία των εκπαιδευτικών καταργείται, η ελεύθερη έκφραση των παιδιών (σωματική, συναισθηματική, πνευματική) καταργείται επίσης. Το σχολείο διαμορφώνεται ως ένας χώρος στον οποίο επικρατούν τα «προληπτικά μέτρα». Οι υπέρμαχοι της ιδέας αυτής βέβαια έχουν (σαν πλασιέ ασφαλειών) πάντα κάποιο κακό λόγο να πουν για να σε πείσουν: κι αν κάποιος χτυπήσει το παιδί σου? Κι αν κάποιος το προσβάλλει? Δεν θα ήθελες ο χώρος του σχολείου να ελέγχεται απόλυτα ώστε να μην συμβούν αυτά? Κι αν οι εκπαιδευτικοί δεν φτάνουν να αστυνομεύσουν όλο το χώρο? Μήπως θα ήταν καλό να βάλουμε και μια κάμερα? Ή ακόμη, μήπως να σκεφτόμαστε έναν ανιχνευτή μετάλλων στην είσοδο? Ο κατάλογος της καταστροφολογίας δεν κλείνει φυσικά ποτέ. Η επιλογή ήταν πάντα η ίδια: ή «τα δίνουμε όλα» στην πρόληψη και τον έλεγχο, στην αστυνόμευση δηλαδή, ή οι προσπάθειές μας στρέφονται στη ρίζα του κακού, στο ίδιο το κοινωνικό σύστημα. Αλλά ποιος από τους γραφειοκράτες και τις επιτροπές θα ήθελε κάτι τέτοιο?
Μια ακόμη παράμετρος της υστερίας είναι ότι υπονομεύει την ίδια την παιδαγωγική πράξη. Έγραψα και παλιότερα ότι ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που μπορούμε να κάνουμε θεωρώντας την Εκπαίδευση είναι το να την αντιμετωπίσουμε σαν μια συλλογή δεξιοτήτων και «γνώσεων» ενός συγκεκριμένου ατόμου. Η Εκπαίδευση είναι μια διαδικασία κοινωνική και ως τέτοια διδάσκει πολύ περισσότερα από τις «ξερές» γνώσεις των διαφόρων αντικειμένων. Μέσα στη σχολική τάξη, στη ζωή της τάξης, το παιδί μπορεί να πάρει σημαντικά μαθήματα. Μπορεί να εκτιμήσει την αξία της συνεργασίας, να συνειδητοποιήσει ότι έχει να μάθει ακόμη κι από τα λάθη των άλλων παιδιών, να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να μην τα καταφέρει σε μια δοκιμασία και να κρίνει πού χρειάζεται βελτίωση, να σταθεί δίπλα σε ένα άλλο παιδί σε κάποιο πρόβλημά του ή ακόμη και σε μια σκανταλιά που σκάρωσε, να αστειευτεί και να αυτοσαρκαστεί, να προσπαθήσει να λύσει μια άσκηση Χημείας ενώ δεν μπορεί να πάρει τα μάτια του από το μπροστινό θρανίο που κάθεται ο έρωτάς του, να αγαπήσει τη γνώση σαν κάτι που κάνει όλη την τάξη λίγο καλύτερη. Το να λέει κάποιος ότι χρειαζόμαστε ένα ειδικό πρόγραμμα πρόληψης ενάντια στην «ενδοσχολική βία» σημαίνει ότι αυτόματα ακυρώνει το παιδαγωγικό ευεργέτημα της διδασκαλίας της «Ελένης» και την «Αντιγόνης», της προσπάθειας να λύσουμε όλοι μαζί ένα πρόβλημα Μαθηματικών, της κατανόησης των νόμων κίνησης της Φύσης και των Κοινωνιών. Με λίγα λόγια, είναι μια ευθεία παραδοχή ότι τελικά η Εκπαίδευση δεν μπορεί να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ότι καλύτερο άνθρωπο σε κάνουν οι «δράσεις κατά της ενδοσχολικής βίας». Αν αναρωτιέσαι ποιες είναι αυτές οι δράσεις, δεν θα εκπλαγείς από την απάντηση: Διαλέξεις από «ειδικούς» (ψυχολόγους δηλαδή, μιας και είπαμε ότι τα παιδιά «έχουν πρόβλημα»), σεμινάρια της Αστυνομίας στα μικρά παιδιά (για να βελτιωθεί και το κλίμα μεταξύ του υποτελούς και του επιστάτη του), συζητήσεις στην τάξη για την καλή συμπεριφορά και «συμβόλαια τάξης» (έτσι, για να φορτώνεται το παιδί και με την παραπανίσια ενοχή ότι έσπασε και το συμβόλαιο αν κάνει μια βλακεία. Μια διαδικασία που αυτόματα το καθιστά αποδιοπομπαίο).
Αυτά λοιπόν είναι τα νέα της «ενδοσχολικής βίας». Τα παιδιά «έχουν προβλήματα». Όλως παραδόξως, τα πραγματικά προβλήματα που γεννά το εκπαιδευτικό μας σύστημα ούτε καν αναφέρονται στους τόμους που έχουν γραφεί τα τελευταία χρόνια. Η εξετασιομανία και η συνεχής αξιολόγηση/πιστοποίηση του παιδιού που τσακίζει κάθε φυσική δίψα για μάθηση, το τέρας των Πανελλαδικών Εξετάσεων που έχει οδηγήσει δεκάδες παιδιά στην απόγνωση κι ακόμη και στην αυτοκτονία, ο αυταρχισμός και η εντατικοποίηση, ο απίστευτος ανταγωνισμός που ισοπεδώνει το χαρακτήρα του παιδιού, το συνεχές ταξικό ξεσκαρτάρισμα. Ψάξε σε κάθε εγκύκλιο, σκάλισε τα πρακτικά κάθε σεμιναρίου και θα δεις ότι δεν υπάρχει ούτε λέξη για όλα αυτά, γιατί αυτό το σχολείο είναι που θέλουν τα αφεντικά. Αν λοιπόν καλοπροαίρετα λες «γιατί να μην κάνουμε κι αυτά τα προγράμματα κατά της βίας?», αναρωτήσου γιατί τόσα χρόνια το κράτος δεν έχει κάνει τίποτα για τα σοβαρά προβλήματα της Εκπαίδευσης παρά τους τόνους προτάσεων των εκπαιδευτικών?
Η άποψή μου είναι απλή. Τα προβλήματα της Εκπαίδευσης δεν λύνονται με περισσότερο έλεγχο, αλλά με περισσότερη Δημοκρατία και Ελευθερία. Ενιαίο, δημόσιο και δωρεάν, πολυτεχνικό σχολείο για όλα τα παιδιά, κατάργηση κάθε μορφής εξετάσεων και βαθμολογίας, σχολικές και μαθητικές κοινότητες που θα διοικούν αμεσοδημοκρατικά το σχολείο, γενναία αύξηση στη χρηματοδότηση για να μπορούν να γίνουν τα σχολεία χώροι που θα καλύπτουν όλες τις δημιουργικές ορμές της νεολαίας. Όλα αυτά, μαζί με την εμπλοκή ολόκληρης της τριμερούς σχολικής κοινότητας στους κοινωνικούς αγώνες για την απόκρουση της καπιταλιστικής επιθετικότητας και την κοινωνική αλλαγή. Στις φράσεις-κλισέ κάθε πολιτικού και «στελέχους» είναι ότι «το σχολείο πρέπει να διαμορφώνει υπεύθυνους πολίτες». Ε, ας το κάνουμε κάποια στιγμή πράξη αυτό, αλλά με ειλικρίνεια, όχι να λέμε «υπεύθυνους» και να εννοούμε «υποταγμένους»!
Ξέρω, κάθε φορά που φτάνω στον επίλογο, στο «δια ταύτα», ξυνίζεις τα μούτρα σου. Σου φαίνονται πολύ προπαγανδιστικά όλα αυτά που προτείνω και μάλλον ουτοπικά. Εντάξει, αν λοιπόν αυτά σου φαίνονται ουτοπικά, ας συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάναμε τόσα χρόνια μπας και φιλοτιμηθεί να δουλέψει. Ας εντείνουμε το πλαίσιο του Ελέγχου μέχρι να μην μπορούμε καν να ανασάνουμε. Τότε θα είμαστε όλοι ασφαλείς. Άνευροι και ψόφιοι, άβουλοι και μαριονέτες. Αλλά ασφαλείς…


δειτε και 

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

Ρενέ Ζιράρ, Η Βία και το Ιερό (1972), μετάφραση Κωστής Παπαγιώρης (ΕΞΑΝΤΑΣ, 1991) αναδημοσιευση αποσπασματος απο τους danger.few!!! Το επίσημο blog των happyfew

Βία και Ιερό


«Είτε φυσική, είτε λεκτική είναι η βία, ανάμεσα στα χτυπήματα μεσολαβεί ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Κάθε φορά που ένας από τους αντιπάλους πλήττει τον άλλον, ελπίζει να δώσει ένα νικηφόρο τέλος τη μονομαχία ή τη λογομαχία, να δώσει τη χαριστική βολή, να ξεστομίσει την τελευταία βίαιη φράση. Το θύμα, αλαλιασμένο προς στιγμήν, έχει ανάγκη κάποιο διάστημα για να συνέλθει (να μαζέψει τα μυαλά του), να προετοιμαστεί και να απαντήσει τον αντίπαλο. Όσο αυτή η απάντηση αργεί, εκείνος που έχει χτυπήσει τελευταίος μπορεί να φαντάζεται ότι έχει καταφέρει το αποφασιστικό πλήγμα. Συνοπτικά, η οριστική νίκη ταλαντεύεται ανάμεσα στους δυο αντιπάλους σε όλη τη διάρκεια της αναμέτρησης, χωρίς ακόμα να καταλήγει στον έναν ή τον άλλον. Ξέρουμε ότι μόνο η συλλογική αποπομπή του ενός ή του άλλου έξω από την κοινότητα θα κατορθώσει να ορίσει τη νίκη.

[…] Ο προφητικός ή διονυσιακός ίλιγγος δεν είναι τίποτε άλλο από αυτή την τρομερή αμφιταλάντευση του ίδιου του κόσμου στη διάκριση της βίας που φαίνεται να ευνοεί πότε τον ένα και πότε τον άλλον. Όλα όσα μια πρώτη βία πιστεύει ότι θεμελιώνει, μια δεύτερη βία τα ανατρέπει για να τα θεμελιώσει εκ νέου. Τίποτα δεν μπορεί να ακινητοποιήσει τη βία ενόσω αυτή παραμένει παρούσα μεταξύ των ανθρώπων, ενόσω συνιστά μια ολική και συνάμα μηδενική βασκανία.

[…] Μέσα στον Όμηρο υπάρχουν πολλά στοιχεία που αποκαλύπτουν εκτυφλωτικά τη σχέση ανάμεσα στη βία, την επιθυμία και τη θεότητα. Ο πιο χαρακτηριστικός όρος είναι το ουσιαστικό Κύδος, που πρέπει να οριστεί ως γόητρο, κατά κάποιον τρόπο θεϊκό, ως μυστική εκλογή που συνδέεται με την στρατιωτική κατίσχυση.

[…] Το Κύδος είναι “φυλαχτό ανωτερότητας”. Είναι η βασκανία, την οποία ασκεί η βία. Όπου επιδεικνύεται, γοητεύει και συνάμα τρομάζει τους ανθρώπους. Δεν είναι ποτέ ένα απλό εργαλείο. Είναι εμφάνιση θεότητας. Εκείνοι που κατέχουν το Κύδος βλέπουν τη δύναμή τους να δεκαπλασιάζεται. Όσοι το στερούνται, μένουν με τα χέρια δεμένα ή παράλυτα. Κάτοχος του Κύδους είναι όποιος καταφέρνει το πιο ισχυρό πλήγμα, ο νικητής της στιγμής, εκείνος που κάνει τους άλλους να πιστέψουν −και πιθανώς τον εαυτό του να φανταστεί− ότι η βία του έχει θριαμβεύσει οριστικά. Οι αντίπαλοί του πρέπει τότε να καταβάλλουν μια υπεράνθρωπη προσπάθεια για να ξεφύγουν από τη βασκανία και να ανακτήσουν το Κύδος.

[…] Οριακά, το Κύδος δεν είναι τίποτα. Είναι το κενό σημείο μιας πρόσκαιρης νίκης, μιας υπεροχής που παρευθύς τίθεται υπό αμφισβήτηση


Ρενέ Ζιράρ, Η Βία και το Ιερό (1972),
     μετάφραση Κωστής Παπαγιώρης (ΕΞΑΝΤΑΣ, 1991)   

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Άνσελμ Γιάππε: Βία, αλλά για να κάνουμε τι; αναδημοσίευση απο το Blog ΟΥΛΑΛΟΥΜ

Άνσελμ Γιάππε: Βία, αλλά για να κάνουμε τι;

Ποιο είναι σήμερα το πρόσωπο της βίας στη Γαλλία; Για όποιον πηγαινοέρχεται συχνά σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, η πρώτη εικόνα της βίας, τη στιγμή που φτάνει σε ένα σταθμό ή ένα αεροδρόμιο της Γαλλίας, είναι η αστυνομία. Δεν έχω δει ποτέ περισσότερους αστυνομικούς από όσους βλέπω σήμερα στη Γαλλία, ιδίως στο Παρίσι. Ούτε στην Τουρκία την περίοδο της δικτατορίας. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι βρισκόμαστε στις παραμονές ενός πραξικοπήματος ή σε μια κατεχόμενη χώρα. Ούτε στην Ιταλία ούτε στη Γερμανία συμβαίνει κάτι αντίστοιχο. Και τι αστυνομικοί! Με ένα σκαιό και αλαζονικό ύφος που δεν έχει όμοιό του. Αν τολμήσει κανείς να ψελλίσει την παραμικρή αντίρρηση –π.χ. όταν του ελέγχουν με πρωτοφανή επιμέλεια τα χαρτιά ή του ψάχνουν την τσάντα πριν επιβιβαστεί στο τρένο– νιώθει ότι φλερτάρει με τη σύλληψη, το ξύλο και την κατηγορία της «αντίστασης κατά της αρχής. Μπορεί κανείς να φανταστεί τι περνούν όσοι έχουν πιο σκούρο δέρμα ή δεν διαθέτουν χαρτιά. […] L12_Contraducto_03
Αυτή η παντοδυναμία της αστυνομίας και μιας δικαιοσύνης που υπηρετεί την κυβέρνηση είναι μια παγκόσμια τάση (αρκεί να θυμίσουμε ότι η Μεγάλη Βρετανία, κοιτίδα της αστικής δημοκρατίας, έχει καταργήσει στην πράξη το habeas corpus, που προβλέπει ότι κάθε άνθρωπος που συλλαμβάνεται πρέπει να προσάγεται εντός τριών ημερών στη δικαιοσύνη, και η θέσπιση του οποίου το 1679 θεωρείται συνήθως η απαρχή του κράτους δικαίου και της ελευθερίας του ατόμου έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας – η κατάργησή του μοιάζει να σηματοδοτεί το συμβολικό τέλος μιας μακράς ιστορικής φάσης). Η ροπή προς το αστυνομικό κράτος φαίνεται να είναι στη Γαλλία πιο έντονη από οποιαδήποτε άλλη «παλαιά δημοκρατία». Έχουμε προχωρήσει πάρα πολύ προς την κατεύθυνση της εξάλειψης των ορίων μεταξύ τρομοκρατίας, συλλογικής βίας, σαμποτάζ και παρανομίας. Αυτή η εγκληματοποίηση κάθε μορφής αμφισβήτησης που δεν είναι αυστηρά «νόμιμη» αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις της εποχής μας. Μαθαίνουμε εσχάτως ότι το να γράφεις συνθήματα ή το να καθυστερείς τα τρένα μπορεί να θεωρηθεί «τρομοκρατία». Ή ότι μπορεί κανείς να βρεθεί στο δικαστήριο επειδή διαμαρτυρήθηκε λεκτικά για την «επαναπροώθηση» κάποιου μετανάστη στο αεροπλάνο. Τα γεγονότα είναι πολύ γνωστά για να τα επαναλάβουμε εδώ. Η «δημοκρατία» έχει περισσότερο από ποτέ καταστεί τυπική, και περιορίζεται στην περιοδική επιλογή αντιπροσώπων διαφορετικών αποχρώσεων με την ίδια χειρονομία της ψήφου (και ακόμη και αυτό το υπόλειμμα επιλογής είναι υπονομευμένο). Κάθε αντίσταση στην πολιτική των εκλεγμένων αρχών η οποία ξεπερνά το επίπεδο της αίτησης ή της επιστολής στον τοπικό βουλευτή είναι εξ ορισμού «αντιδημοκρατική». Με άλλα λόγια, οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι έστω και ελάχιστα αποτελεσματικό απαγορεύεται, ακόμη και πράγματα που μέχρι χθες ήταν επιτρεπτά. Στην Ιταλία για παράδειγμα η κυβέρνηση σχεδιάζει να περιορίσει σημαντικά το δικαίωμα στην απεργία για τους δημοσίους υπαλλήλους και να θεσπίσει αυστηρά πρόστιμα για όσους παρεμποδίζουν την κυκλοφορία· ένας υπουργός έφτασε να χαρακτηρίσει «αντάρτες» τους φοιτητές που συνεχίζουν τις κινητοποιήσεις τους.
Σε αυτή την αντίληψη για τη δημόσια ζωή, κάθε πρωτοβουλία προέρχεται αποκλειστικά από το κράτος, τους θεσμούς, τις αρχές. Αυτό το κρατικό μονοπώλιο σε κάθε μορφή συγκρουσιακότητας το εντοπίζουμε εξάλλου στην καθημερινή ζωή. Για κάθε προσβολή, για κάθε διαφορά μας καταφεύγουμε πια στη δικαιοσύνη. Η εκστρατεία ενάντια στην «παρενόχληση» συνέβαλε σημαντικά στη μείωση της ικανότητας των ανθρώπων να αντιδρούν προσωπικά στη δυσάρεστη συμπεριφορά των άλλων και τους ώθησε ακόμη περισσότερο προς την απόλυτη εξάρτηση. Δεν αντιδρούμε πλέον σε μια βρισιά βρίζοντας και οι ίδιοι, ή στις ακραίες περιπτώσεις με ένα χαστούκι, αλλά συμπληρώνουμε μια αίτηση στο αστυνομικό τμήμα. Υποκρινόμαστε, ιδίως στην αριστερά, ότι υπερασπιζόμαστε τους πιο αδύναμους, και πάνω από όλα τις γυναίκες· στην πραγματικότητα τους καθιστούμε πιο ευάλωτους και πιο εξαρτημένους από ποτέ. Γιατί τους αφαιρούμε ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις μορφές προσωπικής αντίδρασης. [...]
Η ενίσχυση του κρατικού μονοπωλίου της βίας και η ταυτόχρονη παραχώρησή του σε ιδιώτες δεν συνιστά αντίφαση: η βία είναι ο πυρήνας του κράτους, όπως ήταν πάντοτε. Στην εποχή της κρίσης, το κράτος μετασχηματίζεται σε αυτό που ήταν ιστορικά στις απαρχές του: μια ένοπλη συμμορία. Οι πολιτοφύλακες μετατρέπονται σε πολλές περιοχές του κόσμου σε «τακτικούς» αστυνομικούς, και οι αστυνομικοί γίνονται πολιτοφύλακες και ένοπλες συμμορίες. Πίσω από όλη τη ρητορική για το κράτος και τον εκπολιτιστικό του ρόλο, βρίσκεται πάντοτε, σε τελευταία ανάλυση, κάποιος που σπάει το κεφάλι ενός άλλου ανθρώπου, ή τουλάχιστον που έχει τη δυνατότητα να το κάνει. Οι λειτουργίες και η λειτουργικότητα του κράτους παρουσιάζουν τεράστιες ιστορικές διακυμάνσεις, όμως ο κοινός παρανομαστής είναι η άσκηση βίας. Το κράτος μπορεί να μεριμνά για την ευημερία των πολιτών του ή μπορεί και όχι· μπορεί να προσφέρει παιδεία ή μπορεί και όχι· μπορεί να φτιάχνει και να συντηρεί υποδομές ή μπορεί και όχι· μπορεί να ρυθμίζει την οικονομική ζωή ή μπορεί και όχι· μπορεί να υπηρετεί ανοιχτά τα συμφέροντα μιας μικρής ομάδας ή ενός μόνο ατόμου ή αντίθετα να ισχυρίζεται ότι υπηρετεί το κοινό συμφέρον: τίποτα από όλα αυτά δεν αποτελεί ουσιώδες γνώρισμά του. Αλλά ένα κράτος χωρίς ένοπλο βραχίονα που να το υπερασπίζεται έναντι της εξωτερικής απειλής και να διατηρεί την «τάξη» στο εσωτερικό, δεν θα ήταν κράτος. Ως προς αυτό ο Χομπς ή ακόμα και ο Καρλ Σμιτ έχουν δίκιο: η δυνατότητα διαχείρισης του θανάτου αποτελεί το κομβικό χαρακτηριστικό κάθε κρατικής οντότητας.
Στην πορεία των τελευταίων αιώνων, το κράτος υποκρίθηκε πως είναι κάτι πολύ περισσότερο. Δεν ήθελε απλώς να το φοβούνται, ήθελε να το αγαπούν: ανέλαβε, σε μια ιστορικά ολοένα και διευρυνόμενη κλίμακα, ένα πλήθος ρόλων που παλαιότερα ανήκαν στο προνομιακό πεδίο άλλων παραγόντων. Όμως από τη στιγμή που η κρίση αξιοποίησης του κεφαλαίου άρχισε να στερεί από το κράτος τους πόρους του, αντέστρεψε την πορεία αυτή και εγκατέλειψε τους ολοένα και περισσότερους τομείς στους οποίους παρενέβαινε. Όταν δεν θα υπάρχουν πια αρκετοί νοσοκόμοι ή δάσκαλοι στην υπηρεσία του κράτους, θα υπάρχουν περισσότεροι αστυνομικοί.
L12_Contr
Το κράτος λοιπόν πετάει από πάνω του τα φανταχτερά ενδύματα που φοράει εδώ και πάνω από έναν αιώνα. Δεν πρόκειται όμως για μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά για μιαπρωτοφανή ιστορική κατάσταση: το κράτος καθίσταται ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού. Στη διάρκεια των τελευταίων τριάντα χρόνων διαμόρφωσε ένα οπλοστάσιο επιτήρησης και καταστολής που υπερβαίνει ό,τι γνωρίζαμε, ακόμη και από την εποχή των επονομαζόμενων «ολοκληρωτικών» κρατών. Αρκεί να φανταστεί κανείς τι θα συνέβαινε αν οι ναζί και οι σύμμαχοί τους είχαν στη διάθεσή τους τα όργανα επιτήρησης και καταστολής των σημερινών δημοκρατιών. Με τις κάμερες και τα ηλεκτρονικά βραχιόλια, τα δείγματα DNA και την παρακολούθηση κάθε επικοινωνίας, γραπτής ή προφορικής, δεν θα είχε γλιτώσει ούτε ένας Εβραίος ή τσιγγάνος, θα ήταν αδύνατον να οργανωθεί οποιοδήποτε κίνημα
αντίστασης και όποιος δραπέτευε από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης θα συλλαμβανόταν αμέσως. Το σημερινό δημοκρατικό κράτος είναι πολύ καλύτερα εξοπλισμένο από τα ολοκληρωτικά κράτη του παρελθόντος για να κυνηγά τους αντιπάλους του, να εντοπίζει και να εξοντώνει οποιονδήποτε του αντιστέκεται. Είναι βέβαια φανερό ότι δεν έχει ακόμα τη θέληση να χρησιμοποιήσει αυτόν τον εξοπλισμό όπως θα έκαναν οι προκάτοχοί του, αλλά ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο. Υπάρχει μια θανάσιμη λογική που ωθεί τα κράτη να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν να γίνει, και πολύ περισσότερο όταν διαχειρίζονται ένα τεχνολογικό σύστημα που διέπεται από την ίδια ακριβώς λογική. Το βλέπουμε αυτό καθημερινά στον τρόπο που χρησιμοποιούνται τα μέσα καταστολής: τα δείγματα DNA, που αρχικά χρησιμοποιούνταν μόνο στις περιπτώσεις ειδεχθών εγκλημάτων, όπως οι δολοφονίες παιδιών, αξιοποιούνται σήμερα με ευκολία για την κλοπή ενός δικύκλου ή για τους ακτιβιστές ενάντια στις μεταλλαγμένες καλλιέργειες, και εντέλει για κάθε ποινικό αδίκημα εκτός από τα οικονομικά εγκλήματα (οι καλοθελητές της αριστεράς θα περιοριστούν να διαμαρτυρηθούν πως ο έλεγχος πρέπει να επεκταθεί και σε αυτήν την κατηγορία, δείχνοντας ότι μάχονται εναντίον των «προνομιούχων»). Για πρώτη φορά στην ιστορία, οι κυβερνήσεις είναι ο μόνος κυρίαρχος, αποκλείοντας κάθε πιθανότητα να διαμορφωθεί ένα μέλλον διαφορετικό από αυτό που έχουν προνοήσει οι επικεφαλής τους. Κι αν δεν είναι και τόσο προνοητικοί;
Η ίδια η ύπαρξη μιας ιστορικής διαλεκτικής προϋποθέτει ότι το κράτος δεν είναι παντοδύναμο και ότι μπορούν να αναδειχθούν και άλλες δυνάμεις. Σήμερα τα πάντα γίνονται για να αποτραπεί η δυνατότητα αλλαγής κατεύθυνσης. Κι όμως, όταν παρατηρούμε τα ονόματα των οδών στις γαλλικές πόλεις, βρίσκουμε ανάμεσά τους το όνομα του Auguste Blanqui και του François-Vincent Raspail, του Armand Barbès και της Louise Michel, του Édouard Vaillant και του Jules Vallès… Όλοι διώχθηκαν στην εποχή τους, βρέθηκαν στη φυλακή, εκτοπίστηκαν, καταδικάστηκαν σε θάνατο. Σήμερα το ίδιο το κράτος τους αναγνωρίζει (έστω και απρόθυμα) ως εκείνους που είχαν δίκιο, ενάντια στο κράτος της εποχής τους. Το γαλλικό κράτος θεμελιώνεται, σύμφωνα με τον αυτοπροσδιορισμό του, σε δύο ή τρεις επαναστάσεις και στην Αντίσταση – αν όμως οι προκάτοχοί του είχαν τα όπλα που διαθέτει το σημερινό κράτος, το σημερινό κράτος δεν θα υπήρχε. Αν το κράτος παρέμενε πιστό στην ίδια τη λογική του, θα έδινε μια ευκαιρία στους αντιπάλους του… Δεν πρόκειται βέβαια να ζητήσουμε από το κράτος να γίνει τόσο συνεπές ώστε να σέβεται τη ρητορική του. Αν όμως αφαιρέσει από τους πραγματικούς ή φανταστικούς εχθρούς του και την παραμικρή δυνατότητα να δρουν και να αντιδρούν, αν αποφασίσει ότι είναι ανώτερο από όλες τις προηγούμενες κρατικές μορφές, αν ισχυριστεί ότι αποτελεί το «τέλος της ιστορίας», οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές. Γιατί το κράτος κάνει ό,τι είναι δυνατόν ώστε η μόνη «εναλλακτική» στην κυριαρχία του να είναι η απροκάλυπτη βαρβαρότητα. Προτιμά να κριθεί από τους εχθρούς του παρά από τους ανύπαρκτους διαδόχους του, όπως παρατήρησε ήδη ο Γκυ Ντεμπόρ στα Σχόλια για την κοινωνία του θεάματος το 1988. Κάθε «αντιτρομοκρατική» πολιτική ακολουθεί αυτή την αρχή, την οποία εφάρμοσαν ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον οι αρχές της Αλγερίας.
Το κράτος λοιπόν διακηρύσσει ότι δεν είναι πλέον δυνατή καμία αλλαγή, take it or leave it. Η διακήρυξη αυτή έρχεται σε μια ιστορική στιγμή –στην αρχή μιας πραγματικής οικονομικής, οικολογικής και ενεργειακής κρίσης, στην οποία βυθιζόμαστε σταδιακά– κατά την οποία θα είναι όλο και πιο δύσκολο για τους πολίτες να συναινέσουν στην πορεία των πραγμάτων, όσο βαθιά ριζωμένη και να είναι η συνήθεια της υποταγής. Δεν αρκεί επομένως να δικαιολογούμε ή αντίθετα να καταδικάζουμε τη διάχυση πρακτικών που θεωρούνται «παράνομες» ή την καταφυγή σε ό,τι το κράτος ορίζει ως «βία». Μπορούμε όμως να διατυπώσουμε την εξής απλή πρόβλεψη: θα είναι πολύ δύσκολο για τους φορείς της αμφισβήτησης, που θα πληθαίνουν αδιάκοπα τα επόμενα χρόνια, να σεβαστούν τα όρια της «νομιμότητας» που έχουν χαραχθεί έτσι ώστε να τους καταδικάζουν στην αναποτελεσματικότητα. Κατά την περίοδο της ανόδου του, το εργατικό κίνημα τοποθετούνταν ανοιχτά –και έτσι το αντιμετώπιζαν και οι αντίπαλοί του– εκτός του νομικού πλαισίου της αστικής κοινωνίας. Γνώριζε καλά ότι οι νόμοι δεν είναι ουδέτεροι, αλλά προέρχονται από τους εχθρούς του. Η επικράτηση των «λεγκαλιστών» στο εργατικό κίνημα, ιδίως προς τα τέλη του 19ου αιώνα θεωρήθηκε από πολλά μέλη του προδοσία. Μόνο μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κατόρθωσε το κράτος να γίνει σχεδόν καθολικά αποδεκτό ως μια ρυθμιστική αρχή που στέκεται πάνω από την κοινωνική πάλη. Την εποχή που οι κοινωνικοί αγώνες έπαψαν να προσανατολίζονται με βάση το όραμα μιας άλλης κοινωνίας και περιορίστηκαν σε έναν διαπραγματευτικό ρόλο για τη διανομή του κοινωνικού προϊόντος, η αριστερά υιοθέτησε τον «σεβασμό των κανόνων», ο οποίος τη διαχώριζε από τις «εξτρεμιστικές» μειοψηφίες.
L12_Con
Αλλά οι ψευδαισθήσεις φαίνεται σήμερα να διαλύονται σιγά σιγά. Δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια ελιγμών. Το κράτος δεν έχει τίποτα πια να αναδιανείμει, και έτσι η έκκληση για τήρηση της νομιμότητας καθίσταται κενό γράμμα: δεν έχει αντίκρισμα, δεν έχει γλυκό ως ανταμοιβή για τα καλά παιδιά. Μπορούμε επομένως να προβλέψουμε –και ήδη το βλέπουμε γύρω μας– ότι θα υπάρχει μια τεράστια πύκνωση των «παράνομων» ενεργειών, όπως οι καταλήψεις, οι ομηρείες διευθυντών, οι καταστροφές, οι αποκλεισμοί δρόμων κ.λπ.
Μεταξύ αυτών θα είναι και τα σαμποτάζ. Και νομίζω πως αυτό φοβούνται οι αρχές περισσότερο από οτιδήποτε άλλο – την αποτελεσματικότητα του σαμποτάζ: αν σήμερα η καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων φυτών έχει εν μέρει περιοριστεί, ενώ η κοινή γνώμη σε μεγάλο βαθμό την αποδοκιμάζει, αυτό οφείλεται στο κίνημα των «faucheurs volontaires» [ακτιβιστών που καταστρέφουν με νυχτερινές επιδρομές τις καλλιέργειες γενετικά τροποποιημένων αγροτικών προϊόντων] και όχι στις δημόσιες εκκλήσεις. Και έχει σημασία ότι το υπουργείο Δημοσίας τάξης έθεσε την καταστολή του κινήματος αυτού στις προτεραιότητες των δυνάμεων ασφαλείας. Μια μαζική ανυπακοή, ένα συνεχές σαμποτάζ, μια διαιωνιζόμενη αντίσταση –ακόμα και χωρίς φυσική βία– θα ήταν το χειρότερο δυνατό σενάριο για τους υπερασπιστές της τάξης. Προτιμούν την ωμή βία και την τρομοκρατία: είναι το πεδίο στο οποίο διαπρέπουν.[...]
Όμως πρέπει να ελπίζουμε να μην πάρει η «βία» τη μορφή για την οποία μιλούν οι συγγραφείς της «Εξέγερσης που έρχεται», κείμενο που αποδίδεται στο περιβάλλον των συλληφθέντων για την υπόθεση Ταρνάκ. Στο κείμενο αυτό, όπως και σε άλλα αντίστοιχα που δημοσιεύονταν στο σικ ριζοσπαστικό περιοδικό Tiqqun, διατυπώνεται η στενόμυαλη ιδέα ότι μπορούμε να μετατρέψουμε την εντεινόμενη βαρβαρότητα σε δύναμη χειραφέτησης. Οι συγγραφείς του κειμένου γοητεύονται από το
επερχόμενο χάος και θέλουν να δώσουν μια ακόμα ώθηση στη βαρβαρότητα, αντί να στηριχτούν σε εκείνες τις ανθρώπινες ποιότητες που θα μπορούσαν να δώσουν τη μοναδική διέξοδο. Δεν υπάρχει τίποτα «αναρχοκομμουνιστικό» ή μαρξιστικό στην «Εξέγερση που έρχεται». Είναι αντίθετα εμφανής η επίδραση του Χάιντεγκερ ή του Σμιτ: η «απόφαση», η χωρίς περιορισμούς βούληση που βρίσκεται επίσης στον πυρήνα της πολιτικής του κράτους. Το μόνο που θέλουν είναι να αντιπαραθέσουν τη βούλησή τους σε εκείνη του κράτους, να είναι πιο ισχυροί, να χτυπήσουν πιο δυνατά το χέρι στο τραπέζι. Η δικαστική τους περιπέτεια μπορεί να τους κάνει μυθικά πρόσωπα για τους αμφισβητίες. Αλλά και ως προς τη λογοτεχνική της όψη, η απολογία υπέρ του άσκοπου εγκλήματος δεν έχει καμία πρωτοτυπία: ο Μπρετόν (σε μια συνέντευξή του το 194 8) είχε ήδη αναθεωρήσει τις ιδέες του για την «απλούστερη υπερρεαλιστική πράξη».
Σε ότι αφορά το σαμποτάζ ή άλλες μορφές «βίας», τίθεται πάντοτε το εξής ερώτημα: ποιος την ασκεί και για ποιο σκοπό; Η ριζοσπαστική αριστερά συνέχεε συχνά τη βία, ακόμα και εκείνη που ασκείται για σκοπούς απόλυτα συνδεδεμένους με τη λογική της αγοράς, όπως η διεκδίκηση της μισθολογικής αύξησης, με τον «ριζοσπαστισμό». Το σαμποτάζ μπορεί επίσης να συγχέεται με τη βίαιη υπεράσπιση ιδιοτελών συμφερόντων, η οποία είναι δυνατόν να προκαλέσει εξίσου βίαιες αντιδράσεις από την άλλη πλευρά: οι αγρότες που καλλιεργούσαν μεταλλαγμένα και υπέστησαν τις καταστροφές του κινήματος δεν ένιωθαν ότι το κράτος τους προστατεύει και θα μπορούσαν να επιστρατεύσουν ιδιωτικές εταιρείες σεκιούριτι. Ο χειραφετητικός χαρακτήρας ενός αντιπολιτευτικού κινήματος, ακόμα και αν αυτό στηρίζεται σε ορθές βάσεις, δεν είναι ποτέ εγγυημένος – μπορεί πάντοτε να διολισθήσει σε ένα «λαϊκισμό» που υπερβαίνει κάθε «διάκριση αριστεράς-δεξιάς». Η μετατροπή ορισμένων αντιστασιακών κινημάτων σε μαφίες που αγωνίζονται μόνο για τη συνέχιση της ύπαρξής τους (όπως το FARC στην Κολομβία) είναι απολύτως ενδεικτική. [...]
L12_C
Αντί για μια κριτική της λειτουργίας του καπιταλισμού, δηλαδή μια κριτική της αξίας, του χρήματος, της εργασίας, του κεφαλαίου και του ανταγωνισμού, σήμερα κυνηγάμε τους διευθυντές, καταστρέφουμε τις βίλες τους, τους κρατάμε ομήρους κ.λπ. Δεν είναι αναγκαστικά οι «προλετάριοι» εκείνοι που πρωτοστατούν στη βία, αλλά συνήθως οι μικροαστοί και οι μεσοαστοί: καταθέτες που έχασαν τα λεφτά τους, ιδιοκτήτες που έχασαν τα σπίτια τους. Μόλις πάρουν πίσω ό,τι έχασαν θα συμμαχήσουν ξανά με την κυρίαρχη τάξη και θα περιπολούν ένοπλοι στις γειτονιές για να αποκρούσουν τους «εισβολείς». Είναι λιγότερο πιθανό να δούμε μια εξέγερση ενάντια σε μια «επένδυση» που θα καταστρέψει ένα δάσος, από ό,τι ενάντια σε έναν έμπορο που έκλεψε ένα ευρώ από κάθε πολίτη. Κι αν αυτό το μίσος γεννιέται από τον φθόνο; Μήπως θέλουμε απλώς να γίνουμε σαν αυτούς; Μπορεί να φτάσουμε στο σημείο να σφάζονται οι πολιτικοί ηγέτες και τα τσιράκια τους, όπως ελπίζει η «Εξέγερση που έρχεται», αλλά αυτό να αποτελεί απλώς μια νέα αρχή για το ίδιο σύστημα μετά την αιματοχυσία. Ένα αντίστοιχο κυνήγι για τα «κλεμμένα» και για τους «απατεώνες πολιτικούς» της υπόθεσης Σταβίνσκυ το 1934 οδήγησε σε μια επίθεση εναντίον του κοινοβουλίου από την άκρα δεξιά.
«Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των κατηγορούμενων [για την εξέγερση των προαστίων] είναι εντελώς ετερογενή και δεν ενοποιούνται παρά από το μίσος για τη σημερινή κοινωνία, και όχι από την ταξική ένταξη, τη φυλή ή τη συνοικία τους», διαβάζουμε στην «Εξέγερση που έρχεται». Μπορεί. Όμως το μίσος για τη σημερινή κοινωνία δεν σημαίνει από μόνο του τίποτα· πρέπει να δούμε αν αυτό γεννιέται για τους σωστούς λόγους. Ο ισλαμιστής μισεί εξίσου αυτήν την κοινωνία, και οι φασίστες οπαδοί φωνάζουν στα γήπεδα «μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι». Οι οπαδοί του Νέγκρι υποστηρίζουν ότι υπάρχει μια εντελώς φανταστική συμμαχία ανάμεσα σε όλους τους εχθρούς του σημερινού κόσμου, από τον παλαιστίνιο καμικάζι μέχρι τον απεργό καθηγητή, από τα παρισινά προάστια μέχρι τους ανθρακωρύχους της Βολιβίας – αρκεί το μείγμα να είναι αρκετά εκρηκτικό… Τα συναισθήματα απόρριψης που γεννά ο σημερινός κόσμος είναι συχνά πολύ πιο κοντά στο «ασώματο μίσος» (Μπωντριγιάρ), που δεν έχει κανένα απτό αντικείμενο, από ό,τι στην παραδοσιακή βία, και δύσκολα υποτάσσονται σε μια οποιαδήποτε «πολιτική» στρατηγική. Και αν ξεσπάσει –ο πραγματικός– εμφύλιος πόλεμος, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ποιοι βρεθούν πρώτοι να ξυπνάνε μέσα στη νύχτα, με τη μούρη βίαια κολλημένη στον τοίχο, ενώ θα χτυπούν τις γυναίκες τους και θα πυροβολούν τα παιδιά τους…
Μπορεί να μισούμε το υπάρχον εν ονόματι του ακόμη χειρότερου. Μπορεί να σιχαινόμαστε τον Σαρκοζί, γιατί προτιμάμε τον Μάο ή τον Πολ Ποτ. Το συναίσθημα της ταπείνωσης, η αίσθηση ότι πρέπει να υποταχθούμε χωρίς αντίσταση δεν μπορεί να οδηγήσει σε μια έλλογη ανατροπή, όπως δεν μπορούν οι σφαγές στα σχολεία ή τα δημοτικά συμβούλια. Αυτό που διαφαίνεται σήμερα στις περισσότερες περιπτώσεις βίαιης διαμαρτυρίας είναι κυρίως ο φόβος του κοινωνικού αποκλεισμού, και συνεπώς η επιθυμία να αποτελεί κανείς μέρος αυτής της κοινωνίας. Αυτό που θέλουμε σήμερα να αποφύγουμε δεν είναι η «ενσωμάτωση» σε ένα ανυπόφορο πλαίσιο, όπως συνέβαινε το 1968 και μετά, αλλά η περιθωριοποίηση από μια κοινωνία που ολοένα συρρικνώνεται μέχρι την οριστική της εξαφάνιση.
Ο θαυμασμός για τη βία και το μίσος καθ’ εαυτά θα βοηθήσει το καπιταλιστικό σύστημα να κατευθύνει την οργή των θυμάτων του σε διάφορους αποδιοπομπαίους τράγους. Πολλά πράγματα δεν θεωρούνται πια σημαντικά, και ανάμεσά τους η βία και η παραβίαση της νομιμότητας. Είναι εξαιρετικά πιθανό η πανοπλία της «νομιμότητας» να διαλυθεί πολύ σύντομα, και δεν υπάρχει λόγος να λυπούμαστε γι’ αυτό. Αλλά δεν είναι σωστοί όλοι λόγοι που ωθούν στη βία. Ίσως μάλιστα να έπρεπε η βία να ασκείται μόνο από ανθρώπους χωρίς μίσος και χωρίς μνησικακία. Είναι όμως δυνατόν κάτι τέτοιο;
Μετάφραση: Σ. Κ.
 
«La violence, mais pour quoi faire?». 
Δημοσιεύτηκε στο περ. Lignes, τχ. 29 , Μάιος 2009. 
Αναδημοσιεύτηκε στο Crédit à mort, Lignes 2011. 
Παραλείψαμε εδώ τις σημειώσεις του κειμένου.
Αναδημοσίευση από:  http://www.levga.gr/2013/11/blog-post_6.html

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Στρατής Τσίρκας , Η ΧΑΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ .. η αντιμετώπιση των μυστικών στην κηδεία του Σωτήρη Πέτρουλα



Στρατής Τσίρκας , Η ΧΑΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ ..
Μέσα  στο πλήθος μπορούσες να διακρίνεις πολλούς μυστικούς  με πολιτικά. Τους αναγνώριζες  από το ύφος, το άγαρμπο κόψιμο της φορεσιάς  και πιο πολύ από τα μαύρα μυτερά σκαρπίνια  τους.  Ο κόσμος τους κοίταζε στα μάτια δίχως να μιλά  κι αυτοί σουλατσάριζαν κάνοντας τους ανήξερους…..
Κάποιος έριξε την ιδέα να καθίσουμε χάμω σταυροπόδι. Σε λίγο δεν έβλεπες  ως ψηλά τον ανήφορο παρά μόνο τους μυστικούς ορθιους.Ηταν κωμικοί στην αμηχανία τους , κοιτάζονταν ,πολλοί κάθισαν  κιαλλοι έκαναν πως  φεύγουν πίσω απ τα καπνοκοπτήρια...(σσ 363-364)



Το Εκκρεμες του Ραμφου ---------------------------------------- ουσιαστικά ολη η αφηγηση του Ραμφου - στις δυο ωρες που μιλουσε στο Π...