Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Γιωργου Β. Ριτζούλη. Το Φθινόπωρο της Θεσσαλονίκης





ΓΙΩΡΓΟΣ Β. ΡΙΤΖΟΥΛΗΣ
Το φθινόπωρο της Θεσσαλονίκης **
I
Έχει ξεπέσει λοιπόν η Θεσσαλονίκη, το ομολογούν πολλοί, ανάμεσά τους υπάρχουν δυστυχώς και αξιόπιστοι παρατηρητές. Γερνάει άσχημα και επικίνδυνα, έγινε συνώνυμο των πιό συντηρητικών αντανακλαστικών ενώ μόλις πριν λίγα χρόνια έσφυζε από ενέργεια, ζεί καπελωμένη από τα ζειμπέκικα, το εθνικιστικό παραλήρημα και τον ασυγκράτητο τοπικισμό των δημοκρατικά εκλεγμένων της ή όσων θα έπρεπε κανονικά να είναι οι κήρυκες του «αγαπάτε αλλήλους» (βλ. έρευνα της Καθημερινής, 19 Φεβρουαρίου 2006, επιμέλεια Δ. Ρηγόπουλου). Και με ποιό θάρρος ν’ αντιλέγει κανείς, όταν διαπιστώσεις όπως αυτές, δεν έχουν μείνει προνόμια για οπαδούς της κοινωνικής ανατροπής ή για ριζοσπάστες κριτικούς του πολιτισμικού γίγνεσθαι, αλλά διατυπώνονται σε περίοπτη θέση εφημερίδων που εκπροσωπούν έγκυρα συντηρητικές πολιτικές και κοινωνικές κατευθύνσεις ; Δεν είναι απαραίτητη κάποια ειδική ικανότητα παρατήρησης και κρίσης, αρκεί η όραση, η ακοή και η κοινή λογική για το σαφές συμπέρασμα.
Είναι όμως τα πράγματα όπως φαίνονται; Πρόκειται για φαινόμενο ιδιαίτερο και αξιοπερίεργο, μοναδικό στη χώρα; Συνέβη άραγε, απλά και μόνον επειδή κάποιοι νίκησαν και καπελώνουν τους ηττημένους; Μήπως πάλι, για τη συμφορά αυτή φταίνε μόνον οι τοπικές ή άλλες ειδικές συνθήκες (ανεργία, αποβιομηχάνιση, Βαλκανικές αναστατώσεις, αχόρταγοι Αθηναίοι); Στο γραπτό αυτό διατυπώνονται, με τον έμμεσο τρόπο της τεθλασμένης, δύο πράγματα: Πρώτον, ότι το τοπικό είναι το εθνικό σε έντονη έξαρση παροξυσμού, τόση ώστε να φαίνεται γελοιογραφικό. Δεύτερον, ότι εκτός των άλλων, η σημερινή κατάσταση, για όσους δεν αισθάνονται μέσα της ευτυχείς, είναι ένα θλιβερό αυτογκόλ και είναι αδιανόητη χωρίς αυτή τη λεπτομέρεια.
Άς αρχίσω με κάτι που θα φαίνεται σκάνδαλο στα μάτια των αθηναιομάχων, άν το διακρίνουν: Ο μεγάλος εραστής και υμνητής της σημερινής Θεσσαλονίκης είναι κατά ειρωνικό τρόπο ένας καλλιτέχνης από τη Νότια Ελλάδα, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Φροντίζει να την έχει σε όλες σχεδόν τις ταινίες του, και όχι ως απλό σκηνικό, τη βρίσκει όμορφη, πολύ όμορφη, και άν αυτή είναι η κρίση του, ίσως είναι πράγματι όμορφη. Αλλά την ομορφιά και το νόημα τα βρίσκει αλλού, όχι σε αλαζονικές φαντασιώσεις και σε μεγάλες ιδέες, μόνο με επιφύλαξη και πολύ προσεκτικά σε ότι έρχεται από το παρελθόν, αλλά ούτε και τόσο πολύ στα θρυλούμενα περί ερωτισμού της πόλης του Θερμαικού. Για τον σκηνοθέτη η ομορφιά της και το εσωτερικό της νόημα συντίθεται κυρίως από ομίχλη, νερό και χιόνι, από το λιμάνι και τα βρεγμένα πλακόστρωτα, από ταπεινές συνοικίες παλιές και νέες, αλλά προπάντων από τη ζωή των ανθρώπων στο πέρασμά τους από αυτό τον τόπο. Συντίθεται από όσα μένουν άφθαρτα, λάμπουν και ιριδίζουν μέσα στον σωρό των ερειπίων που συσσωρεύει αδιάκοπα η Ιστορία και αυτό που αποκαλείται πρόοδος. Καθώς έρχονται οι νεώτερες ταινίες, ο σκηνοθέτης ψάχνει για ομορφιά και νόημα στο ρημαγμένο βιομηχανικό τοπίο, στην μαραζωμένη αγορά, στους παλιούς και νέους πλάνητες, φυγάδες ή πολίτες του κόσμου, κυνηγημένους ή νοσταλγούς που επιστρέφουν, σε παιδιά των φαναριών, σε μεσήλικες που έζησαν και γνώρισαν την πόλη και μετά χάνονται στις πέντε ηπείρους, σε γέροντες που δεν θέλουν να πεθάνουν αλλού, σε τελετές χαράς ή πένθους, εδώ στη Θεσσαλονίκη του 21ου αιώνα.
Η άποψη που ενυπάρχει στις ταινίες αυτές δεν δείχνει καμμιά αφασία και ξεπεσμό της Θεσσαλονίκης, αλλά με τον τρόπο του Walter Benjamin, υποδηλώνει μόνον ποιητικά αυτή την καταστροφή που συνεπάγεται η Ιστορία, όπως για κάθε πόλη και κάθε τόπο. Η αφασία και ο ξεπεσμός έρχονται όταν μια τοπική κοινωνία, και κυρίως οι εξέχουσες μερίδες της, με εξασθενημένη μέσα τους τη συλλογική αυτογνωσία και τη φιλοτιμία, ερμηνεύουν αυτή την καταστροφή με θεωρίες συνωμοσίας (η κακιά Αθήνα, οι κακοί Σκοπιανοί, οι κακοί Αμερικάνοι, και πάει λέγοντας). Η συνταγή είναι παλιά: Προκειμένου να περνάς για άρχοντας στους μίζερους καιρούς, βολική είναι και η παρακμή, άν φωνάζεις ότι φταίνε γι’ αυτήν οι «έξω από εδώ».
Η πρώτη συνέπεια και σύμπτωμα για μια πόλη σε κατάσταση εθελούσιας αφασίας είναι να λησμονεί το φυσικό και κοινωνικό σώμα της, να ζεί μόνο με τα νοσηρά όνειρά της. Όμως, πάντοτε και τώρα, όπως το βλέμμα της που διαπερνά τον ορίζοντα του Νότου είναι ο Θερμαϊκός, έτσι και το φυσικό σώμα της Θεσσαλονίκης, ό,τι αλλοιώς λέγεταιενδοχώρα, είναι φτιαγμένο προπάντων από γλυκό νερό, είναι υγρά βουνά και δάση, ποτισμένες πεδιάδες, ποτάμια, λίμνες, ομίχλη, χιόνια, θερμά νερά που αναβλύζουν αχνίζοντας μέσα σε κατάφυτες χαράδρες και πέφτουν σε ποτάμια μισοπαγωμένα. Νερά που τρέχουν, υγρασία και ομίχλες, όπως στις ταινίες του Αγγελόπουλου. Ή όπως στην παιδική ζωή, σε τόσο μακρυνές δεκαετίες, όπως εκείνες του 1950 και του 1960. Βλέποντας κάποιες από τις ταινίες αυτές, εύκολα συλλογίζεσαι εκείνα τα μικτά φυσικά πράγματα που ενώνουν τη γή και το υγρό στοιχείο, τα ποτάμια, τα υγρά δασωμένα βουνά, τις λίμνες, προπάντων τις λίμνες, και πιό πολύ τώρα στον καιρό του κινδύνου ή της απώλειάς τους.Νερά που τρέχουν από τον Χορτιάτη, πάγοι συσσωρευμένοι ανάμεσα σε οξιές και καστανιές, και λίγο-πολύ κοντά στηνπόλη, η Δοιράνη, η Βεγορίτιδα, η Βόλβη, η Κορώνεια (από το γειτονικό άλλοτε ψαροχώρι τη λένε και λίμνη του ΑγίουΒασιλείου), αυτή προπάντων, που κινδυνεύει πιό πολύ και είναι η πρώτη που χάνεται. Η Ίος, η Σίκινος, η Σέριφος, ηΜήλος...
Σα να βγαίνει μέσα από βαθύ πηγάδι όπου είναι φυλακισμένη, έρχεται στο μυαλό η ιδέα ότι υπάρχει κάπου ξεχασμένη μια μυθολογία της ενδοχώρας, μια μαγική γεωγραφία του Βορρά. Περιμένει να την αφήσουν να έλθει και αυτή δειλά-δειλά, με χαμηλωμένα μάτια, να ζητήσει μια ταπεινή θέση, κοντά αλλά λίγο πιό πίσω από τον ένδοξο μύθο του Αιγαίου. Και το θέμα δεν είναι ποιό απόσταγμα μένει από τους μύθους, τις ιστορίες ή την ποίηση. Ούτε είναι ανάγκη να δοθεί μεγαλύτερη απ’ όση πρέπει σημασία σε κάποιες σαρκαστικές αντιστροφές που θ' άρεζαν σε μερικούς φανατικούς Σαλονικιούς: Άς πούμε, ιστορίες για ζωντανές λεκάνες νερού ανάμεσα σε βουνά, αντί για ξερά νησιά-βουνά μέσα στη θάλασσα, διηγήσεις για ομίχλες περίπου κεντροευρωπαικές αντί για ηλιοφάνεια περίπου βορειοαφρικανική, για τον παγερό χειμωνιάτικο Βαρδάρη που αρχίζει ήδη να ετοιμάζει ζουμερά φρούτα αντί για το δροσερό καλοκαιρινό μελτέμι πού φέρνει μυρμήγκια τους τουρίστες. Άχαρο να μεταφερθεί η διαμάχη Βορρά - Νότου στο πεδίο των μύθων, άλλωστε όλοι οι μύθοι είναι συμπληρωματικοί όπως τα πάζλ, όμως η αλήθεια για την κάποια υπεροψία που πότε-πότε συνόδευε τους μύθους του Νότου, είναι ότι δεν εγγυάται πάντοτε την χάρη. Αλλά πάλι, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς, άν άραγε η εξαφάνιση μιάς ολόκληρης λίμνης από τον χάρτη είναι γεγονός λιγότερο συνταρακτικό από την καταβύθιση ενός νησιού, και μάλιστα όταν για την πρώτη θα ήταν σίγουρα υπεύθυνη η ανθρώπινη βλακεία, ενώ για τη δεύτερη, μάλλον θα έφταιγε κάποιο ηφαίστειο.
Μια πόλη σε κατάσταση αφασίας, εκτός από το φυσικό, λησμονεί και το κοινωνικό της σώμα, πράγμα που χρεώνει στην πνευματικά καλλιεργημένη μερίδα του πληθυσμού της έλλειμμα αυτογνωσίας με την κυριολεκτική έννοια (άν και θα ήταν καλύτερο να αποφεύγαμε εντελώς τα πομπώδη).
Στο σημείο αυτό, το γραπτό θα εγκαταλείψει τον τρόπο της τεθλασμένης για να ισχυρισθεί ευθέως το εξής: Ό,τι θεωρείται σήμερα ξεπεσμός ή αφασία της Θεσσαλονίκης (είπαμε, πρόκειται για ακραία κορύφωση καταστάσεωνεθνικής κλίμακας), στην πραγματικότητα δηλώνει ανεπάρκειες των σημερινών πενηντάρηδων, των ανθρώπων που ήμασταν μικρά παιδιά το 1960, έφηβοι ή μετέφηβοι το 1970, της αποκαλούμενης με τον εδώ και πολύ καιρό όχι και τόσοαθώο τίτλο, γενιά του Πολυτεχνείου.
Η Δικτατορία ήταν ιστορική τομή, αλλά τόσο αυτή, όσο και οι καθυστερημένες συνέπειες του περιβόητου 1968, μαζί με τα λοιπά πολιτικά που αναφέρονται συνήθως, επηρέασαν μόνο μια μειοψηφία της γενιάς αυτής. Εκτός από αυτό, η θρυλική εκείνη αριστερίζουσα πολιτική στάση ήταν μια στάση της βραχείας διάρκειας. Είχε σχηματικότητα αλλά όχι σαφήνεια, ήταν εγκεφαλική αλλά με λίγη καρδιά, συχνά υπερφίαλη, επιδειξιομανής.
Η γενιά αυτή, και αναφερόμαστε ειδικά σ’ εκείνη τη μερίδα της, στον κύκλο ανθρώπων με την επιφανειακή αριστερίζουσα πολιτικοποίηση, απώθησε ό,τι δεν μπορούσε να εξηγηθεί με το πνεύμα του καιρού εκείνου, δηλαδή του Ψυχρού Πολέμου και των κλειστών συνόρων. Απώθησε, άς πούμε, την ιστορική διαπίστωση ότι μερικά από τα εξέχοντα παιδιά της πόλης στη νεωτερική της φάση είχαν παράξενα ονόματα, όπως Αβραάμ Μπεναρόγιας, Μουσταφά Κεμάλ, Ναζίμ Χικμέτ. Απώθησε, όταν δεν αγνοούσε τα γεγονότα, ότι ακόμη και πρόσωπα που είχαν γίνει τραγούδια και μύθοι ως συνέπεια ιστορικών δραμάτων της πόλης, δεν ήταν γεννήματα του σκληρού αστικού πυρήνα της, αλλά είχαν εισβάλει από ταπεινά προάστεια της ενδοχώρας, όπως λόγου χάριν ο Τάσος Τούσης των ημερών του 1936, ο απεργός νεκρός που ενέπνευσε τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου. Το μεσοπολεμικό παρελθόν της Θεσσαλονίκης, όταν αστυνομικοί διοικητές, προαγωγοί και συμμορίες κάθε είδους συμβίωναν σαν σφιχτοτυλιγμένο κουβάρι, εμείς το αντικρύζαμε ως προέκταση του τοπικού φολκλόρ της "ερωτικής" και ολίγον αμαρτωλής πόλης και όχι ως αυτό που πραγματικά υπήρξε, σκληρότητα που συνέτριβε σώματα και ψυχές, παρόλο που η ευαισθησία της παλιότερης γενιάς, με ανάμεικτη την ηδονική φαντασίωση και τον φόβο, είχε προειδοποιήσει ότι εκείνης της πόλης, που κοιμόταν κάτω από φώτα κόκκινα, μοναχά της έπρεπε το καράβι και ήταν καλύτερα να μή τολμήσεις να τη δείς ποτέ απ' τη στεριά.
Στην πραγματικότητα, παρά τις συνθηματολογίες, απωθούσαμε και όσα σημαντικά είχαν συμβεί μόλις μιά-δυό δεκαετίες προηγουμένως, τα χαρακτηριστικά τοπικά γεγονότα της Κατοχής και του Εμφυλίου, ιστορικά συμβάντα ιδιόμορφα όπως η υπόθεση Πόλκ, ή πηγαίνοντας λίγο πιό πίσω, γεγονότα όπως το πογκρόμ στον συνοικισμό του Κάμπελ. Προπάντων όμως, δεν θελήσαμε να χωνέψουμε τη διαπίστωση ότι η μεταπολεμική μορφή της πόλης πλάσθηκε μέσα στους φούρνους του Άουσβιτς. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η γενιά αυτή έζησε τη νεότητά της χάνοντας την αίσθηση αυτού που δια-δραματίζεται στον χώρο της πόλης, δεν δοκίμασε τη γεύση της πραγματικής ιστορίας της. Ακόμη και το είδος τοπικής κοινωνίας που αχνοφαινόταν πίσω από αμφιλεγόμενα γεγονότα των παιδικών μας χρόνων, με σκοτεινούς ή τραγικούς ήρωες, όπως το ανεξιχνίαστο δίδυμο Δράκος του δάσους Σέιχ-Σού/Αριστείδης Παγκρατίδης, η γενιά μας δεν ήθελε να το αντικρύσει καταπρόσωπο. Τα εξωθεσμικά μακρυά χέρια του μετεμφυλιακού Κράτους, πού τόσο πρόσφατη ήταν η δράση τους (η Συμμορία της Καρφίτσας στην υπόθεση Λαμπράκη ήταν το πιό γκροτέσκο δείγμα), λογαριάζονταν μόνον ως εξωγενή εμφυτεύματα του κράτους της Δεξιάς, σύμφωνα με την προσφιλή ερμηνευτική γραμμή της Αριστεράς. Κανείς από τη γενιά μας δεν υποπτευόταν τότε, σε πόσο αδύναμη θέση, ιστορικά και πληθυσμικά, είχε καταλήξει στη μεταπολεμική, μονοεθνική πλέον Θεσσαλονίκη, ό,τι συνήθως αποκαλείται φιλελεύθερος δημοκρατικός κόσμος (όσοι προτιμούν, άς βάλουν άφοβα τη λέξη «αστικός» στη θέση της λέξης «φιλελεύθερος»).
Υπήρχε μόνο μια προφανής σταθερά, ομολογημένη ή ανομολόγητη: Το ψυχροπολεμικό, μετεμφυλιακό οχυρό. Αλλά όταν ξαφνικά έπεσε το σιδερένιο τείχος, γιγαντώθηκε η υποψία ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο παγωμένα όσο υπέθεταν. Για όσους βολεύονταν με την ασφάλεια ενός οχυρού, ολόκληρη η Θεσσαλονίκη, και μαζί της το σύνολο του Βορειοελλαδικού χώρου, φάνταζε τότε για λίγο με κενό, με τρύπα στον χάρτη, που απειλούσαν να καλύψουν οι μικροί γείτονες με τις σημαίες τους. Ήταν βέβαια μια μαγική εικόνα, μια φαντασμαγορία που κάποιοι επιτήδειοι φρόντισαν να εκπέμψουν με όλες τις κεραίες και όλα τα μεγάφωνα, αλλά η αυταπάτη αυτή προκάλεσε μεγάλο πανικό και πολλή ζημιά. Ένας διορατικός και ανοιχτός στο μέλλον αντίλογος θα μπορούσε να είναι ότι η Θεσσαλονίκη έγινε επιτέλους μια από τις απολήξεις της Κεντρικής Ευρώπης στη Μεσόγειο, μια Τεργέστη του Αιγαίου. Ασφαλώς Βυζαντινή, όπως Αψβούργεια η άλλη, πόλη του μεταιχμίου, έστω και όχι τόσο ακραία όπως το Ιταλικό λιμάνι της Αδριατικής, όπου οι λόφοι οι αντίστοιχοι με τους δικούς μας του δάσους Σέιχ-Σου βρίσκονται στην επικράτεια της Σλοβενίας. Όμως μαζί με την απώλεια της ιστορικής αίσθησης, είχε χαθεί η απλή αλήθεια ότι ο κόσμος του Ψυχρού Πολέμου και των κλειστών συνόρων ήταν μόνο μιά βραχύβια ιστορική παρένθεση και τώρα πάει, επανερχόμαστε στα συνήθη. Μια άλλη προοπτική, εκτός από το οχυρό, ήταν το 1993 αδιανόητη και δυστυχώς, ακόμη και εμβληματικές προσωπικότητες αντέδρασαν με τραγική μυωπία. Είχε χαθεί επίσης η αλήθεια ότι ήταν μόνον βραχύβιες ιστορικές παρενθέσεις η μονοεθνική σύνθεση του πληθυσμού και η λειτουργία της πόλης ως πεδίου εξωθεσμικού ελέγχου, που αντιστοιχεί σε Κράτη εκτάκτου ανάγκης.
Άν αυτό ήταν μόνον ένα σοκ και πέρασε (που δεν περνά τόσο απλά), υπάρχουν άλλα πιό ανθεκτικά κατάλοιπα απόκάποιους τρόπους σκέψης των ψυχροπολεμικών χρόνων, όταν η πολιτικοποιημένη, λόγια και με τα κοινά ασχολούμενημερίδα της γενιάς μας διαμορφωνόταν: Ήταν και τότε, όπως και τώρα, πολύ δημοφιλής εκείνη η συμβατική σοφία πουισχυρίζεται ότι «όλα είναι σκατά» γύρω μας. ¨Οποιος έχει τέτοια γνώμη για τον ευρύτερο κύκλο όπου ανήκει, συχνάπαραχωρεί στον εαυτό του την ελευθερία να πράττει όχι κατά συνείδηση, αλλά ακολουθώντας μια άλλη συμβατική σοφία,που απαντά στην πρώτη με την ευδαιμονιστική κραυγή μάχης: «Ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε...».
Ένας μελλοντικός παρατηρητής μάλλον δεν θα προσέξει τις ιστορικές και κοινωνιολογικές πτυχές της περιπέτειας αυτής της γενιάς, όμως άν ψάξει, θα βρεί πολλά σημάδια στη λογοτεχνία που παρήγαγε η λόγια μερίδα της. Συνήθης η επίδειξη, η απόλαυση του βραχύβιου και η πρόθυμη υπακοή στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, μια κοσμική λατρεία του Zeitgeist με υπέρτατη εντολή την political correctness, σπάνια η ταπεινότητα και κάποιος μετριοπαθής ασκητισμός, δυσεύρετη η προσωπική, αυτεξούσια στάση, η συνείδηση ότι η πάλη με το εκάστοτε πνεύμα της εποχής είναι μιά από τις προυποθέσεις του νεωτερικού ήθους. Καλή ή λιγότερο καλή η πεζογραφική και ποιητική παραγωγή αυτής της γενιάς, και παρά τις αξιοσημείωτες εξαιρέσεις (αυτές, ως συνήθως, επιβεβαιώνουν τον κανόνα), μοιάζει συχνά ν’ αρχίζει από το μηδέν κι από λευκή σελίδα, να λέει αυτό που θέλουν ν’ ακούσουν οι συνομήλικοι ακροατές, να μιλά μόνον για ό,τι εκλαμβάνεται ως προφανές και όπως επιτάσσει το προφανές. Άς μη μας διαφύγει όμως, ότι τούτη ηπολιτική ορθότητα δεν είναι «δυτικοφιλελεύθερης» κοπής, είναι αλά Ελληνικά· σκλαβώνει με τα δικά της αντιθετικάαξιώματα και είναι βαρειές οι αλυσίδες.
Δεν είναι ώρα να εξαντλήσουμε αυτό το θέμα. Ωστόσο αξίζει να αναρωτηθούμε μήπως οι πιο πολλοί λογοτεχνικοί εκπρόσωποι αυτής της γενιάς, καθώς παραδίδονταν σε κάποια φάση της εξέλιξής τους στη στάση που σκιαγραφήθηκε πρίν, διέκοπταν και κάθε εσωτερική σχέση, συνθετική ή αντιθετική, με την προηγούμενη συγγραφική γενιά της πόλης (ή μάλλον με τις προηγούμενες), με όλη την ποικιλομορφία των κατευθύνσεών της, από αυτές που ταξινομήθηκαν ως«συμβολιστική ποίηση» και «εσωτερικός μονόλογος», μέχρι την κοινωνική ευαισθησία της λεγόμενης «ποίησης της ήττας». Αντί για έντονες σχέσεις που διαρκούν, με χειραγωγήσεις και με παραναγνώσεις, αντί για την αγωνία της επίδρασης και την πάλη του εφήβου - επιγόνου με τον νεκρό ή ζώντα πρόγονο, δηλαδή όσα κατά τον Harold Bloom αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις της δημιουργικής λογοτεχνίας, φαίνεται ότι στην περίπτωσή μας, παρά τιςσυμβατικές χειρονομίες σεβασμού, η σχέση περιγράφεται καλά άν την αποκαλέσουμε ούτε ζεστή ούτε κρύα. Όσο καινα επικαλείται κανείς ως ερμηνεία το περιβόητο χάσμα των γενεών, αξίζει να σκεφθεί μήπως τυχόν έχουμε μπροστά μαςκαι πάλι απώθηση, καταφυγή στον γενναίο κόσμο του εφήμερου, ίσως και μια δόση αδιαφορίας για ό,τι δεν ταιριάζει με την άμεση και εύκολα αφομοιώσιμη εμπειρία του επιγόνου. Ασφαλώς όμως, η διακοπή της συνθετικής ή αντιθετικήςλογοτεχνικής συνέχειας είναι ισχυρή ένδειξη ότι υπάρχει πράγματι έλλειμμα αυτογνωσίας, ότι τα δρώμενα της πόλης στην πρόσφατη ιστορία της περιμένουν ακόμη τη συνειδητή πρόσληψη και τη φαντασιακή επεξεργασία τους.
Είπαμε στην αρχή, ότι σε τελευταία ανάλυση, το τοπικό δεν είναι ξένο προς το εθνικό. Ίσως δεν είναι αβάσιμη η αίσθηση που έχουν ορισμένοι κριτικοί, ότι ένα μεγάλο μέρος της Ελληνικής λογοτεχνίας γενικά, αυτής που παρήγαγε η λεγόμενη γενιά του Πολυτεχνείου, και κυρίως το πεζογραφικό σκέλος της, έχει ως χαρακτηριστικό την «πλήρη κυριαρχία του εγώ, του πρώτου προσώπου, του ιδιωτικού βιώματος, που όχι σπάνια προσπαθεί να φανεί πολιτική ή ιδεολογική επιλογή». Και φθάνοντας στις νεώτερες ηλικίες, σε συγγραφείς που άρχισαν να γράφουν μετά το 1980, παρά τις εξαιρέσεις και διαφορές ύφους, δεν διακρίνεται πιά χρονικό ή γεωγραφικό στίγμα, ακόμη λιγότερο διακρίνονται διαφορές χαρακτήρων, κοινωνικές, ηλικίας, τρόπου ζωής, ήθους (βλ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΗμεδαπήΕξορία 1991, ιδιαίτερα το άρθρο Ελληνική πεζογραφία 1974-1988). Από τις παλαιές λογοτεχνικές γενικεύσεις και ομοιομορφίες της «ελληνικότητας» και των «αγώνων της Αριστεράς», φτάσαμε στη νέα ισοπέδωση: Τώρα η λογοτεχνίασχεδιάζει ομαδικά πορτρέτα που δείχνουν μόνον το περίγραμμα των απεικονιζόμενων ανθρώπων ή κλείνεται στην κρεββατοκάμαρα και απεικονίζει τους ήρωες σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού.
II
Άς τελειώσει εδώ η παρέκβαση περί λογοτεχνίας, για να επιστρέψουμε στην περιπέτεια των ιδεών και των νοοτροπιών. Δίπλα στο «ανήσυχο» τμήμα της γενιάς μου, ο κόσμος που θα αποκαλούσαμε πολιτικά συντηρητικός παρήγαγε μια άλλη μερίδα των σημερινών πενηντάρηδων, ακόμη πιο πεζή και ωφελιμιστική, η οποία, άν και η δραστηριότητά της άρχισε αθόρυβα, εκτός από άλλες αυτονόητες ικανότητές της, αποδείχθηκε κατά παράδοξο τρόπο πραγματική μανιακή της πολιτικής, της επικοινωνίας και της «κοινωνικής δράσης». Πολύ σύντομα είχε τη δύναμη να θέσει τους όρους του παιχνιδιού και να καθιερώσει τους κώδικες επικοινωνίας. Φυσικά οι ασυγκράτητοι υπερκινητικοί αριστερίζοντες δήλωσαν γρήγορα αποδοχή των όρων για να μείνουν στο παιχνίδι. Άλλωστε δεν υπήρχε και καμμιά αγεφύρωτη αντίθεση στο πεδίο των αξιών. Ποιός όμως τους χρειάζεται εκείνους τώρα, στην εποχή των «κουμπάρων»;
Έλλειμμα στην αυτογνωσία ακόμη και των πιό προβληματισμένων μερίδων της γενιάς αυτής, σημαίνει και άλλες παρανοήσεις: Άν και άλλα υποδηλώνουν τα νοσταλγικά στερεότυπα, ο κόσμος εκείνος, όσοι ήταν παιδιά το ‘60, έφηβοι ή μετέφηβοι το ‘70, δεν ήταν μονολιθικός. Μέσα του αντιπροσωπεύονταν πολλές ψυχές της πόλης: Υπήρχαν τα παιδιά των πρό του πολέμου αυτοχθόνων Θεσσαλονικιών, από το Κέντρο ή τις Ανατολικές συνοικίες, λιγότερο ή περισσότερο ευημερούντων. Όμως μέσα σ’ αυτή την ευημερία ήταν καλά κρυμμένη και μια κληρονομένη σκιά ιστορικήςανεπάρκειας, το ελλειμματικό αυτεξούσιο που λέγαμε, ερχόμενη ίσως από την παλιά τριμερή πολυεθνική διάρθρωση της πόλης, στην οποία το Ελληνικό στοιχείο μειονεκτούσε. Υπήρχαν οι γόνοι των παλαιών προσφύγων από τις αρχές του αιώνα, τώρα πιά λίγο ή πολύ ενσωματωμένων ώστε να μή ξεχωρίζουν πολύ από την πρώτη ομάδα, πολυπληθείς και ερχόμενοι από την περίμετρο ή από το κέντρο της πόλης. Υπήρχαν οι περίοικες φυλές της Δύσης, αναπτυσσόμενες στο ταπεινό περιθώριο, γέννημα της μετεμφυλιακής μεγάλης εσωτερικής μετανάστευσης των λαών, δηλαδή μιας προσφυγιάς πιό πρόσφατης. Κόσμος ξεριζωμένος, που έψαχνε να βρεί χώμα να ριζώσει. Κοντά τους ήταν και οι πιό ταπεινοί εισβολείς της στιγμής από τα προάστεια και τη γειτονική ή μακρυνή ενδοχώρα, για τη δουλειά ή το σχολείο, όσοι πέρασαν πολλές φορές κάτω από τη μυλόπετρα για να γίνουν πραγματικοί Θεσσαλονικείς, ώσπου στο τέλος τίποτε δεν απόμεινε απ’ αυτούς ως ιδιαίτερη στάση. Οι μετανάστες και οι «αλλοδαποί» ήταν πάντοτε πολλοί και ταιριαστοί σ’ όλόκληρη την πόλη, σαν ψάρια μέσα στο νερό. Ωστόσο υπήρχε ένα χάσμα πιό βαθύ από τα πολλά μικρότερα, αυτό που χώριζε τότε, όπως και τώρα, την πόλη σε Ανατολική και Δυτική Όχθη, στη γή των πατρίκιων και στη γή των πληβείων.
Μια που μιλήσαμε για την εσωτερική ανθρωπολογία και τις «φυλές» μέσα στο χαρμάνι της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης, άς μήν αποφύγουμε μια ματιά μέσα στο πιθάρι όπου συνεχίζεται η ζύμωση κι άς μου συγχωρηθεί μια κάποια συναισθηματική τοπογραφία.
Άν κάθε πόλη εκτός από την επίσημη κεντρική πλατεία της, έχει και ένα ανεπίσημο, κρυφό κέντρο, πιό ανθεκτικό απέναντι στην καταστροφική δύναμη του χρόνου, για τη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη η πλατεία Αριστοτέλους είναι προφανώς το επίσημο, αλλά το Βαρδάρι είναι το κρυφό κέντρο. Βαρδάρι, όχι αποκλειστικά και μόνον η πλατεία, αλλά ολόκληρη η γύρω περιοχή στα όρια της ιστορικής Θεσσαλονίκης, εντός - εκτός των τειχών, εκεί που έρχονται σε επαφή η Ανατολική και Δυτική Όχθη της πόλης του 20ου αιώνα, αρχή των οδών Εγνατίας, Λαγκαδά και Μοναστηρίου, κεντρικές - απόκεντρες γειτονιές, από τους Αγίους Αποστόλους και τη Ληταία Πύλη ώς τη Ραμόνα, τον Σταθμό, την εμπορική περιοχή των Φράγκων και το λιμάνι.
Η περιοχή και οι δρόμοι της ήταν τότε όπως και τώρα χώρος δύσκολος, σε πρώτη όψη φανέρωνε το μίζερο ως και απωθητικό πρόσωπό της. Σκιές του απωθημένου παρελθόντος, φαντάσματα ανθρώπων και καταστάσεων που πέρασαν και χάθηκαν, βάραιναν το αστικό τοπίο όσο πουθενά αλλού στην πόλη αυτή. Από την ευάλωτη δυτική πλευρά των περιτειχισμάτων της πόλης και τους παλαιοχριστιανικούς και μουσουλμανικούς τόπους τελευταίας ανάπαυσης, μέχρι τα παλαιά νοσογόνα έλη της Μπάρας και ό,τι κακόφημο ορθώθηκε στη συνέχεια πάνω στο σαπρό έδαφός τους, τόπος εμπορίου πραγμάτων, κορμιών και ψυχών, αλλά και τα καταφύγια μετά την πυρκαιά του ’17 για τους φτωχούς Εβραίους εργάτες (για τους «ευκατάστατους» αλλοθρήσκους και ομοθρήσκους, στη συνοικία της Ραμόνας ζούσαν οι προς αποφυγήν «κομμουνιστές», κι αυτό το καταφύγιό τους έμελλε να είναι για τους πιό πολλούς το τελευταίο, πριν φορέσουν στο πέτο το κίτρινο αστέρι του θανάτου). Αλλά τώρα, εύκολα διακρινόταν μέσα στο γκρίζο σκηνικό που άφησε η Ιστορία, το ελκυστικό πρόσωπο της νέας ζωής, σαν μια μικρή επανόρθωση για το μεγάλο ανεπανόρθωτο που είχε συμβεί στην πόλη αυτή. Το έβλεπες πριν απ’ όλα σε πολλά νέα παιδιά, κορίτσια και αγόρια που μεγάλωναν εκεί γύρω, μπορούσες εύκολα να διακρίνεις στα πρόσωπά τους ό,τι καλό πρόσφερε η πόλη για να συναντήσεις την εποχή εκείνη. Ήταν τόπος όπου ανάμεσα σε μάντρες παλιών ανταλλακτικών, συνεργεία αυτοκινήτων, χωματόδρομους και σκονισμένα ξύλινα χαμόσπιτα, άνθιζε μιά εφηβεία συνήθως συγκρατημένη και γεμάτη προσμονή, μερικές φορές φιλόδοξη, σε λίγες περιπτώσεις οργισμένη ως και αυτοκαταστροφική. Στο Κέντρο και στις Ανατολικές Συνοικίες έπρεπε τότε να ψάξεις πολύ προσεκτικά κάτω από την επιφάνεια, πρίν μπορέσεις να ανακαλύψεις τα διαμάντια μέσα στις σκόνες της αργόσυρτης μετεμφυλιακής εποχής που δεν έλεγε να τελειώσει, ενώ αντίθετα, στα Βορειοδυτικά εύκολα ξεχώριζες ποιός είναι ποιός και τι κουβαλά στο σακί του.
Άς μη μας μαγεύει όμως η γοητεία του τέλους των sixties και της αρχής των seventies: Ήταν εποχή σκληρού διπολισμού, κοινωνικού και πολιτικού, εσωτερικού και διεθνούς, ήλθε ως επιστέγασμα και η Δικτατορία. Οι έφηβοι και μετέφηβοι της Δυτικής ή της Ανατολικής Όχθης σταθήκαμε πολύ τυχεροί σε σύγκριση με τους γονείς μας, επειδή μεγαλώσαμε στη γωνιά μιας Ευρώπης απαλλαγμένης πλέον από μεγάλους πολέμους, ήμασταν όμως πάντοτε στριμωγμένοι ασφυκτικά σ’ έναν ανοίκειο, αφιλόξενο ιστορικό χρόνο και χώρο. Με την πρώτη ευκαιρία ξεφεύγαμε τρέχοντας από όποια πόρτα άνοιγε μπροστά μας. Που θα μας οδηγούσε, σε ποιές εξορίες, δεν είχαμε τότε τον καιρό να αναρωτηθούμε. Φυσικά όσοι είχαμε γεννηθεί στη λάθος όχθη της πόλης ή στα περίχωρα των πληβείων, επιθυμούσαμε διακαώς ν’ αλλάξουμε όχθη (και αρκετοί θα το πετυχαίναμε αργότερα, για να πάρουν άλλοι τη θέση μας). Ήδη όμως είχε φθάσει και μας είχε πιάσει από το μανίκι αυτό που ονομάσθηκε πολιτικοποίηση, όπως τη γνωρίσαμε λίγοι ή πολλοί της γενιάς μας: Πολυτεχνείο και Μεταπολίτευση. Όλα όσα ξέραμε και είχαμε καταλάβει προηγουμένως, όποιοι είχαμε τυχόν καταλάβει, οι παλιές αλήθειες, φαίνονταν ν’ αλλάζουν εδώ κάτω με ορμή, όπως είπε κάποιος που δραπέτευσε με φορτηγό από τη σωστή Όχθη, την Ανατολική, έχοντας όμως τότε ακόμη πάνω του και λίγο από το άρωμα των ταπεινών προαστείων. Αρκετοί της Ανατολικής Όχθης, αλλά όχι μόνον αυτοί, έπεσαν με τα μούτρα νεοφώτιστοι και ορμητικοί, είτε στην πολιτική του εφήμερου και του βραχύβιου, που μοιραίο ήταν να καταλήξει πέντε - δέκα χρόνια μετά στην απάθεια του βιοπορισμού, είτε στην λεγόμενη προσωπική απελευθέρωση και σε κυνήγια των ποικιλόμορφων «ευκαιριών» που προσφέρονται στη ζωή, δηλαδή πιό γρήγορα στην απάθεια. Ήταν η ώρα, που μαζί με την πολιτικοποιημένη ευφορία έφθαναν στο απόγειο οι μεγάλες ατομικές και συλλογικές προσδοκίες.
Τελικά τα πράγματα πήγαν στραβά για πολλούς, είτε προέρχονταν από την Ανατολική, είτε από τη Δυτική Όχθη του χάσματος, όσο και άν υπερέβαλλαν εαυτούς, όσο και άν έρριχναν μαύρη πέτρα πίσω στις Αρκαδίες τους, γελώντας ή κλαίγοντας. Ήταν εύκολο να πάνε στραβά, αφού οι πιό πολλοί και πολλές αυτής της γενιάς, παιδιά του ‘60 και έφηβοι ή μετέφηβοι του ‘70, μετά από τη χρονολογία αυτή δεν είχαμε από πουθενά να πιαστούμε, εκτός από τον βιοπορισμό και από ψευδαισθήσεις. Φυσικά η πτώση άρχισε από το ύψος της κορυφής. Πολλοί όμως μπόρεσαν να τη συνειδητοποιήσουν μόνον όταν η ζημιά είχε προ πολλού ολοκληρωθεί και το χώνεμα μιας καθημερινότητας χωρίς αναπληρώσεις άρχισε να ενοχλεί και τα πιό γερά στομάχια. Μπορούσαν να αναζητήσουν φάρμακα, ή μάλλον παυσίπονα, πίσω στη μαγική χρονολογία 1970, σύνορο ανάμεσα στην εποχή του παραδείσου και στην εποχή της εξορίας, επειδή τα χρόνια και οι δεκαετίες περνούσαν, αλλά παρόλο που είχαμε υπερπηδήσει το χάσμα και είχαμε γίνει καλοί καταναλωτές με αξιοπρεπή καρριέρα, όμορφο σπίτι, εξοχικό και αυτοκίνητο, κατά βάθος δεν είχε βρεθεί κάτι άλλο να μας στηρίζει, εκτός από τον παράδεισο που είχε χαθεί.
Γυρίζοντας πάλι στη συζήτηση εκείνη του 2004, που πυροδοτήθηκε από το ερώτημα «Έχουν οι αριστεροί πατρίδα;» (Νίκος Ξυδάκης στην Καθημερινή), η υπερβατική έξοδος από το αδιέξοδο βρίσκεται εκεί που γράφει ότι πατρίδα είναι έννοια που έχει να κάνει πιό πολύ με τον χρόνο παρά με τόν τόπο, πραγματική πατρίδα είναι μόνον τα παιδικά κι εφηβικά μας χρόνια. Άν είναι έτσι, για όσες και όσους ζήσαμε στη Θεσσαλονίκη παιδιά το 1960, έφηβοι ή μετέφηβοι το 1970,σήμερα στον 21ο αιώνα στην πόλη αυτή, στη χώρα τούτη, πατρίδα είναι δύσκολο, μάλλον αδύνατο να υπάρξει, και όποιος ρωτά γιατί, άν ψάξει, θα βρεί την απάντηση, πλανάται στον αέρα.
Προέκυψε λοιπόν στη γενιά μας πολλή νοσταλγία, δυστυχώς και νοσταλγία πραγμάτων που δεν υπήρξαν: Μιας συνεκτικής και αλληλέγγυας κοινωνίας που ποτέ δεν είδαμε, μιας εποχής εθνικά υπερήφανης, που ασφαλώς δεν ήταν, μιας καθολικής δημοκρατικής αντίθεσης στη δικτατορία, που είναι βολικό άλλοθι, μιας αξιοπρεπούς φτώχειας που είναι παραμύθι, μιας νεότητας που υποτίθεται ότι πάσχιζε να απελευθερωθεί (γενεαλογικά, οικονομικά, πολιτικά, σύμφωνα με ορισμένους ακόμη και ερωτικά ή σεξουαλικά), θέμα που σηκώνει πολύ μεγάλη συζήτηση και εγκυμονεί απρόβλεπτα συμπεράσματα. Λες και όσο λιγότερη ήταν η νοσταλγία για τις ιδιωτικές στιγμές ευδαιμονίας και πλήρωσης, που πράγματι είχαμε ζήσει, τόσο περισσότερη ήταν η νοσταλγία για κάποια φαντασιακά κοινωνικά και δημόσια αγαθά του παρελθόντος, αυτά που ποτέ δεν βιώσαμε, αφού ήταν και είναι ανύπαρκτα. Ο κύκλος των εννοιών που διεκδικούν (με τον τρόπο του ερασιτέχνη) ψυχαναλυτική εγκυρότητα, από την απώθηση έφθασε στο στερητικό τραύμα και κλείνει με την ψευδή αναπλήρωση. Σ’ έναν παράδεισο της πολιτικής όπως η χώρα τούτη, δεν ήταν δυνατό να λείψει και μια διαστροφική νοσταλγία του τακτοποιημένου διπολικού κόσμου της ψυχροπολεμικής περιόδου, που ήταν τόσο τακτοποιημένος, ώστε τα τάνκς χόρευαν στη Βουδαπέστη και οι βόμβες ναπάλμ θέρμαιναν τους βάλτους του Βιετνάμ.
Η αποτυχία και οι μακροχρόνια ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες όταν δεν ομολογούνται, φέρνουν πρώτα παρανόηση του παρελθόντος, μετά περιχαράκωση και επιθετικότητα προς τους άλλους, πρός όσους είναι ή θεωρούνται οι απ’ έξω. Συμβαίνει και στις καλύτερες πόλεις, αλλά συνήθως δεν τις αποκαλούν συμπρωτεύουσες και λίγες έχουν ονειρευτεί ρόλους μητρόπολης των Βαλκανίων για να ξυπνήσουν τόσο επαρχιακές όσο ποτέ. Όσο πιό βαρειά η απογοήτευση, τόσο πιό βαρειές οι σκέψεις. Ο λαϊκοφασισμός δεν χρειάζεται τόσο τους πιστούς οπαδούς, όσο τις συνένοχες σκέψειςανθρώπων κατά τα άλλα τοποθετημένων τυπικά σε όλο το πολιτικό φάσμα. Υπάρχει και η επιτήδεια πολιτική που ενδιαφέρεται μόνον για τη βραχεία διάρκεια, γνωρίζει πολύ καλά αυτό το ψυχολογικό σύνδρομο και προσπαθεί να το αξιοποιεί προς όφελός της. Παλιά τέχνη, πολύ εξελιγμένη, πολύ μυωπική.
Με τη σειρά της, η περιχαράκωση χειροτερεύει τον εσωτερικό μαρασμό και μέσα σε φαύλο κύκλο, ο ξεπεσμός αντί να περιορισθεί θα εντείνεται. Μετά θα έλθει η ώρα να γίνει η σύγκρουση εσωτερική, να αναδυθούν και εκδηλωθούν τα φανερά και κρυμμένα ανταγωνιστικά κέντρα και ίσως το δράμα να κορυφωθεί, με τους θεατές να στρέφονται από την αποστασιοποίηση στη μέθεξη. Μπορεί, για μιά φορά ακόμη, ν’ αλλάξουν όλα εδώ κάτω με ορμή, ή άν το προτιμούν οι νοσταλγοί της ρόκ της γενιάς μου, να πέσει πολύ δυνατή βροχή, μια εξαγνιστική νεροποντή.
Μερικοί βιαστικοί παραπονούμαστε ότι τότε, όταν φθάσει εκείνη η ώρα, η γενιά μας, τα παιδιά του ‘60 και οι έφηβοι ή μετέφηβοι του ’70, θα είμαστε ήδη πολύ γέροι. Ή δεν θα ζούμε. Αλλά, μήπως και αυτή η βραδυπορία της επανόρθωσης, συχνά τόσο υπερβολική σαν να έρχεται καβάλα στο σάλιαγκα, πάντα αδιάφορη για τις ζωές και επιθυμίες των ανθρώπων, εκείνο που είπαμε στην αρχή δεν υπενθυμίζει και επιβεβαιώνει, τη διαρκή καταστροφή και ερήμωση που φέρνει η Ιστορία και αυτό που αποκαλείται πρόοδος ;
Κι έτσι, τι απομένει;
Wer spricht von Siegen?
überstehn ist alles.
Ποιός μιλάει για νίκη;
Ν’ αντέχεις είναι το πάν.
Rainer Maria Rilke, Requiem für Wolf Graf von Kalckreuth
------------------------------------------
*
Το κειμενο Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σημειώσεις (τεύχος 66)..
Η αναδημοσιευση εδώ εγινε με την αδεια του συγγραφέα .
*Oι Φώτο :Η Κορώνεια..Κάποτε...


Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Η συζήτηση ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΊΑ - ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ : ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. ΠΕΤΡΟς ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ , 28-9-2017

ανεβασμένο  απο τον  Βασιλη  Βετσο

·
Το   2ο μέρος (κλικ   στον τιτλο)



Το τριτο μερος απο τον  Βασιλη Βετσο


Χρόνος και Ιστορία / έθνος και ταυτότητες στη Νεωτερικοτητα-Μετανεωτερικοτητα. Μια συζήτηση για τις αλλαγές στον τρόπο με το οποίο βιώνουμε τον χρόνο…
YOUTUBE.COM


το  τεταρτο   μερος  απο τον   Βασιλη Βετσο - παρεμβασεις 
Χρόνος και Ιστορία / έθνος και ταυτότητες στη Νεωτερικοτητα-Μετανεωτερικοτητα. Μια συζήτηση για τις αλλαγές στον τρόπο με το οποίο βιώνουμε τον χρόνο…
YOUTUBE.COM
6 ώρες ·
·
 και το 5ο απο τον βασιλη βετσο
Χρόνος και Ιστορία / έθνος και ταυτότητες στη Νεωτερικοτητα-Μετανεωτερικοτητα. Μια συζήτηση για…
youtube.com

Και τα 6 σε μια λιστα απο τον βασιλη Βετσο


-----------------------------------------------------------------------------------------

  ανεβασμένο  απο τον    Ιωαννη Ξενίδη
1.


2.

δειτε επισης


Πέτρος Θεοδωρίδης- Δημήτρης Σταματόπουλος: Χρόνος και Ιστορία (Θεσσαλονίκη, 28/9/2017-βίντεο)


Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Επανάληψη


Επανάληψη———–
….Και είναι σαν να βρέθηκες
εν μέσω μιας ατέλειωτης σειράς απο καθρέφτες
κοίλους, κυρτούς , σπασμένους και μεγάλους και μικρους

που αενάως ξαναστέλνουν την εικόνα σου

σε μια ατέρμονη ,μοναχική πολλαπλότητα

και ετσι, οδυνηρα αντιλαμβάνεσαι

πως είναι μάταιο να φωνάξεις

γιατί δεν βρίσκεται κανείς εκεί έξω


εξάλλου


Δεν εχεις-πλέον- Ηχο ..

----------------
Νοσφεράτος

Μαΐου 22, 2008

Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

.Μονο αφηστε μας στην Ησυχία μας .. αφηστε μας το Δασος.... Αφηστε μας την Χαλκιδική μας ...


θΕΙΟΥ ΙΣΙΔΩΡΟΥ: ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ



θΕΙΟΥ ΙΣΙΔΩΡΟΥ: ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ


Δυο ερωτηματα καυτα με απασχολουσαν παντα
στα μονοπατια της ζωης και την αουτοστράντα
κι αν την απαντηση δεν βρω ποτε δεν θα ησυχασω:
-“Να ζει κανεις ή να μη ζει?”, -“Να σκασω ή να κλασω?”

Μα οταν κι αυτοι οι στοχασμοι σαν κομποι θα ειν' λυμενοι
θα ρθει ενα νεο ερωτημα: "Κλανουνε οι πεθαμενοι?"



Ανώνυμος είπε...

θειου Ισιδωρου

ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΙΙ

Νυχτωσα και ξενυχτησα και πριν να παω για υπνο
να παρω μπρεκφαστ πρωινο ή μηπως ενα δειπνο?

Ανώνυμος είπε...

Θειου Ισιδωρου

ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΙΙΙ

(Στους Αιωνιως εκτος θεματος)


Οταν το δαχτυλο στητο εδειχνε το φεγγαρι
του αλληθώρου η ματιά εκοιταζε τον Αρη
ψαχνουσα δι Αρειανους εώρακε και ειδε
εξωγηίνους μεν τινες, ...μα ησαντο Μπαοκτζήδαι !




Ανώνυμος είπε...

Θειου Ισιδωρου

ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ IV

Τι ειμαστε, τι ειμαστε κανεις δεν θα το μαθει
και οσο το ψαχνει πιο πολυ τοσο θα κανει λαθη
κι οσα λαγουμια ανοιγουμε στο εσωτερο εγω μας
θα τα μπαζωνει η λησμονια σαν σβησιμο της γομας.

Σταματησα ν' ανησυχω ποιος ειμαι και που παω
και πλεον με απασχολει μοναχα τι θα φαω
γιατι -εστω αργα ανακαλυψα- πως "ειμαι οτι τρωγω"
και σ' ενα χεσιμο καλο της υπαρξης τον λογο!!!


Ανώνυμος είπε...


Θειου Ισιδώρου: ΤΑ ΥΠΑΡΞΙΑΚΑ

Άμπνευσις

Παει καιρος που εμπνευση δεν ειχα
να γραψω ενα ποιημα και οι στιχοι
-σαν απορια σε ιεροψαλτου βηχα-
αποκλεισμενοι 'μεναν εξω από τα τειχη.

Μα να, σιγα-σιγα νιωθω πως κατι αλλαζει
σα να λαλουν εντος μου χελιδονια,
αφου η χελιδονοσουπα σου ειπα πως με πειραζει,
δεν εφτιαχνες καλυτερα ’κεινα τα μακαρονια?

Κι ετσι περνούν γλυστρωντας οι ζωες μας
πανω στο διαφανο γυαλι του κρυου παγου
ενω τα 'ρχιδια μας ζαρωνουν και οι μορφες μας
μοιαζουν ολοενα πιο πολυ με αυτη του τραγου.


Ανώνυμος είπε...

Θειου Ισιδώρου

ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ V

Καποιες φορες γυριζουμε στο σπιτι μας μονάχοι
κι οπως την πορτα πισω μας κλεινουμε απο μεσα
νοιωθουμε σαν πολεμιστες που ηρθαν απο τη μαχη
ή σαν εμπόροι -άλλοτε- πνιγμενοι απο τα φεσ(ι)α

Ανώνυμος είπε...

Θειου Ισιδώρου

ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ VI

Μοιαζει η ζωη μας σαν παλια και μπρουτζινη γκαζιερα
που αφου καταπονηθηκε ολο να μεγειρευει
εκανε τσαφ και εξεπνευσε τον μεσα της αγερα
και τη στερνη της αφησε πνοη μεσα στη χλευη

Ανώνυμος είπε...

Θειου Ισιδώρου

ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ VIIα

Τωρα η γκαζιερα φουντωσε, τα σωθηκα μας καιει
κι ετσι όπως πυρακτώνεται το εσωτερο μας "είναι"
λιωνει ο χρονος μεσα μας, σα λαβα που αργορεει,
καθως κυλλούν και χανονται αιωναι - ετη - μηναι!

Ανώνυμος είπε...
ο Θειος

Αυτα τα υπαρξιακα και οι στοχασμοι μου εν γενει
οταν τα αναστοχαζομαι μοιαζουνε με μηδενι-
κα που ειν΄παρατεταγμενα χωρις μπροστα μοναδα
και μοιαζουνε να συνιστουν μια ανυπαρκτη ομαδα.



ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ Ο θειος Ισιδωρος

Ο θειος Ισιδωρος

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ


Tι γρηγορα που εφυγες γλυκο καλοκαιρακι
φθινοπωρο που ηρθες σαν του Πόε το κορακι
κι εκεινος που ονειρευεται με ανοιχτα τα ματια
στοιχειωνουν οι αγαπες του και γινονται γινάτια.

Νυχτα που όλα τα 'κρυψες στο σκοτεινο σου φάδι
Μέρα που ξεχασες το φως του ηλιου ανοιχτο,
το καλοκαιρι φευγοντας το φως και το σκοταδι
για λιγο θ' ανταμώσουνε αποψε, στις οχτω.

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου