Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

οι Κατοικοι του Κρόνου 28/12/2009

Αφού πρώτα Φάγαμε το μέλλον των παιδιων μας
 Τώρα
Τρωμε και τον Δεκέμβρη  τους

ενα κειμενο για τον Δεκεμβρη :Ένα χρόνο μετά... Νικόλας Σεβαστάκης, Αυγή, 06/12/2009

Ένα χρόνο μετά...
Νικόλας Σεβαστάκης, Αυγή, 06/12/2009
Ένα χρόνο μετά, έχει κανείς την αίσθηση πως ο Δεκέμβρης, παρά τα φαινόμενα, παραμένει άγνωστης ταυτότητας αντικείμενο. Υπόθεση του αστυνομικού δελτίου για πολλούς συμπολίτες μας, μεταμοντέρνα φάρσα για τους κυνικούς, συμβολικό «Έτος 1» για τους αντιεξουσιαστές, σαγηνευτικό εμπόρευμα για τη δημοσιογραφία των εντυπώσεων. Από την κοινωνιολογία των αιτίων στην πρόχειρη εξαρχειολογία και στη συζήτηση περί βίας και μη βίας. Και μέσα σε όλα τούτα να κερδίζει έδαφος η αμηχανία εκείνης της ανάγνωσης που θέλει να κρατήσει αποστάσεις από τις τραχιές πτυχές των γεγονότων για να διασώσει μια κάποια ιδέα για τα κινήματα του μέλλοντος.

Το πρόβλημα βεβαίως είναι ότι ο Δεκέμβρης δεν επιτρέπει ανώδυνες οικειοποιήσεις. Η απουσία κινητήριας ιδέας και συμβολικού άξονα είναι αδύνατον να αναπληρωθεί από την ευχέρεια την οποία επιδεικνύει η πάσης απόχρωσης αριστερά στο να εντάσσει στα δικά της χωράφια τα ιδιότροπα κοινωνικά ρήγματα. Υπήρξαν τελικά εκείνες οι μέρες και νύχτες ένα πεδίο σύγκρουσης έτσι όπως αντιλαμβάνεται αυτή την έννοια η έλλογη διαφωνία του αριστερού με το κυρίαρχο μοντέλο και την εξουσία του; Ή, αντίθετα, το ήθος και οι κώδικες του Δεκέμβρη πρέπει να θεωρηθούν κάτι άλλο και ίσως ξένο προς όλες τις θεμιτές εκδοχές συλλογικής αφύπνισης;

Από καιρό έχω υποστηρίξει την άποψη ότι ισχύουν και οι δυο εκδοχές. Ο Δεκέμβρης ξετυλίχτηκε σαν μια ζωντανή αντίφαση μέσα στην οποία αναδύθηκε, «από το πουθενά», μια εκπληκτική διάθεση εναντίωσης από ένα κομμάτι της ελληνικής νεολαίας (και όχι μόνο). Αυτή ωστόσο η έκλυση ενεργειών δεν αναζήτησε παρά ελάχιστα τη γλώσσα της διεκδίκησης και την προοπτική μιας πολιτικής μεσολάβησης των επιθυμιών. Τόσο οι «άγριες» όσο και οι εναλλακτικές ή δημιουργικές επιθυμίες οι οποίες εκτοξεύτηκαν στα ύψη εκείνο το διάστημα εγκλωβίστηκαν στο στατικό πεδίο της απορριπτικής χειρονομίας και της ενστικτώδους αντι-πολιτικής.
Τι εννοώ με αυτό; Πολύ απλά ότι οι ετερόκλητες δυναμικές οι οποίες συνυφάνθηκαν ή συνυπήρξαν στο γεγονός δεν μπόρεσαν να διαρρήξουν το ζοφερό πλαίσιο το οποίο και πυροδότησε την αλυσιδωτή αντίδραση. Δεν γεννήθηκαν νέες ηθικές και πολιτικές φωνές. Το όλο πράγμα καθηλώθηκε σε μεγάλο βαθμό στα άμεσα δεδομένα της άρνησης, σε μια οργισμένη αντιφώνηση της ασφυξίας ή στον υψηλόφωνο «νεοκαταστασιακό» λυρισμό.

Η διαπίστωση αυτή δεν δικαιολογεί ωστόσο ένα υγειονομικό φράγμα ανάμεσα σε μια έλλογη και θετική πολιτική κουλτούρα και σε όλες εκείνες τις αλλόκοτες διεργασίες που κρίνουμε ότι διασχίζονται από νέους ανορθολογισμούς και πολιτισμικές παθολογίες. Ο εξωτισμός του Δεκέμβρη, γοητευτικός ή επίφοβος, οικείος ή περισσότερο απόμακρος, θα είναι κατά πάσα πιθανότητα ο κανόνας των συγκρουσιακών στιγμών του μέλλοντος. Και με αυτή την έννοια η καταφυγή στη θαλπωρή της θεσμικής σύνεσης και στον τελετουργικό ξορκισμό των «κινηματικών περιπετειών» δεν είναι σε θέση να απαντήσει σε παρόμοιες προκλήσεις. Ο πειρασμός μιας αναχώρησης μακριά από «όλα όσα δεν μας εκφράζουν» μοιάζει εν τέλει με μια ηθικολογία ομόλογη και συμμετρική με την αντιθεσμική ορθοδοξία εκείνων που διατρανώνουν την αντίθετη καθαρότητα.

Μια κριτική προσέγγιση της δεκεμβριανής έκρηξης διαγράφεται εκεί όπου δεν αναζητά κανείς απεγνωσμένα τα νέα υποκείμενα της μεγάλης σύγκρουσης αλλά και δεν υιοθετεί τις κυρίαρχες ερμηνείες οι οποίες ταυτίζουν τη δημοκρατία με την κατάψυξη των δημόσιων παθών και τη ρηχή κοινωνική νηνεμία. Αυτό σημαίνει διαρκή προσπάθεια για κατανόηση των νέων ρηγμάτων που απειλούν τους κοινωνικούς δεσμούς, για πολιτική ερμηνεία της μεγάλης δυσφορίας με το κράτος των ελίτ, για ανίχνευση των σύγχρονων μορφών ευπάθειας και ατομικής οδύνης από την έλλειψη νοήματος. Μια τέτοια προσπάθεια, απαραίτητη σε βάθος χρόνου, δεν είναι θεωρητική πολυτέλεια.

Ο Δεκέμβρης δεν μας κληροδότησε ένα πλαίσιο αιτημάτων, μια μεθοδολογία κινήματος, μια αγωνιστική γραμματική. Αυτό δεν τον κάνει βουβό και αναλφάβητο. Η γλώσσα του δεν είναι άμεσα μεταφράσιμη σε ένα απάνθισμα κοινωνικών στόχων εναλλακτικών ως προς τις αξίες του κυρίαρχου «ελληνικού τρόπου». Αυτό δεν τον καθιστά άναρθρο ή απλώς μηδενιστικό, όπως ειπώθηκε συχνά, ακόμα και από αριστερούς.

Και ίσως εν τέλει να μην ήταν μια απάντηση αλλά το ερώτημα έτσι όπως μας το λέει και ένα από τα ωραιότερα συνθήματά του: “Ο Δεκέμβρης δεν ήταν η απάντηση αλλά το ερώτημα”. Ποιο ήταν το ερώτημα; Το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν έχει σχέση με την προβολή και κατοπινή συντήρηση μιας ερμητικής φιλολογίας για τα «υποκείμενα της αντίστασης». Αφορά πολύ περισσότερο την επώδυνη αναζήτηση νοήματος από όλους όσοι αισθάνονται ότι δεν εκπροσωπούνται από ένα διάτρητο κοινωνικό συμβόλαιο.

Ένα χρόνο μετά, είναι λοιπόν νωρίς να αποφανθούμε για την προίκα εκείνων των ημερών. Πέρα από την εξεγερτική ποίηση των «δεκεμβριστών» και τις φαρμακερές αποφάνσεις των εκπροσώπων του «κόμματος της τάξης», το ερώτημα μένει ανοιχτό. Και μαζί με αυτό παραμένουν εκκρεμείς οι απαντήσεις στα μεγάλα ηθικά και πολιτικά κενά μιας περιόδου.

* Ο Ν. Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Regressverbot -Kids of December


Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

ενα σχολιο για την Κατασκευή της συναινεσης που εκανα σε μια συζητηση στης Cynical


Ο/Η Νοσφεράτος είπε...
O Greek rider έχει δίκιο με την έννοια ότι αυτό
που σε κάθε εποχή φαίνεται περίπου αυταπόδεικτο είναι στην ουσία μια κατασκευασμένη και επιβεβλημένη με διαφορους τρόπους (πχ Επανάληψη ) ''αλήθεια ''-Ψεύδος
Η συναίνεση Πάντα κατασκευαζόταν ..Όπως και η Κοινή γνώμη.
Καθήκον των - με ευρεία έννοια-Αριστερών κομμάτων και Πολιτικών ήταν και είναι Οχι να κατασκευάσουν Συναινέσεις αλλά αντίθετα να αναδείξουν το Ψεύδος ως συγκολλητική ουσία της κατασκευής τους ...
Η Κοινωνική αλήθεια είναι κάτι που ξεπροβάλλει μέσα από τα Ερείπια της συναίνεσης
..Και αυτό το Βιώνουμε Τώρα ....ξεπροβάλλει αλλά ποτέ ολοκάθαρα.
γιατί δεν την πολύ αντέχουμε (την αλήθεια )
(προτιμάμε τις φαντασιώσεις μας ..σαν τις στρουθοκαμήλουs που βάζουν το κεφάλι τους στην άμμο όταν φοβούνται )
Με την ανάδυση του Πραγματικού ...
Το τι θα κάνουμε με αυτό -το πως και Αν θα το συμβολοποιησουμε , το αν θα του δώσουμε ένα εκ των υστέρων νόημα είναι Άλλη ιστορία....
15 Δεκέμβριος 2008 10:32 μμ

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

Οι βαθύτερες αιτίες της εξέγερσης των παιδιών – του Ευγένιου Αρανίτση αναδημοσιευση απο το Μπλογκ; Α waste land


Οι βαθύτερες αιτίες της εξέγερσης των παιδιών – του Ευγένιου Αρανίτση


Τα 3 συγκλονιστικά κείμενα του Ευγένιου Αρανίτση σχετικά “με τις αφανείς αιτίες της εξέγερσης των παιδιών”.

Διαβάστε τα…
-
ΠΑΡΑΔΟΞΑ

Σχετικά με τις αφανείς αιτίες της εξέγερσης των παιδιών (1)

Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

Το κείμενο που ακολουθεί, σκοπίμως βασισμένο, ώς έναν βαθμό, σε υλικά προγενέστερων δημοσιεύσεων, φιλοδοξεί να επισημάνει, αν μη τι άλλο, πως όχι μόνον πολλοί από μας είχαμε προαισθανθεί το επερχόμενο κύμα της διαμαρτυρίας αλλά, επίσης, ότι τα σχετικά με τον «απρόβλεπτο» ή «ανερμήνευτο» ή και «προβοκατόρικο» χαρακτήρα της ανήκουν στην λανθασμένη οπτική ή στην κακοπιστία.
Κάθε πέντε ώρες, ίσως και πιο συχνά, πεθαίνει το τελευταίο άτομο ενός τουλάχιστον σπάνιου ζωικού είδους. Σ’ αυτά τα χαμένα είδη, όπου να ‘ναι, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε το παιδί. Μάλιστα, η υστερία που εκδηλώνεται στους κόλπους της μοντέρνας δυτικής κοινωνίας γύρω απ’ το υποτιθέμενο αίτημα φροντίδας της σωματικής υγιεινής των παιδιών, δεν αποκλείεται να ισοδυναμεί με έναν αποενοχοποιητικό ελιγμό ώστε να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι οι ενήλικοι έχουν αρπάξει απ’ τα παιδιά την παιδικότητά τους. Συνειδητοποιώντας κανείς τον ολότελα άψυχο ρεαλισμό μιας ταινίας σαν το Elephant, θα μάθει κάτι που γνώριζε ήδη: ότι τα παιδιά εξαφανίζονται σταδιακά απ’ τη σκηνή του δυτικού κόσμου, αφήνοντας, στη θέση τους, έναν λαό από ίσκιους.
Αυτό ήταν, ασφαλώς, αναμενόμενο. Στην εξαφάνισή του, το μοντέλο της παραδοσιακής οικογένειας συμπαρασύρει ό,τι απέμεινε απ’ την παιδική ηλικία και, μαζί, τα τελευταία υπολείμματα αυθόρμητης επιθυμίας για την αυτονόητη κριτική των θεσμών που οι ενήλικοι εξακολουθούν να παριστάνουν ότι σέβονται μολονότι, ολοφάνερα, οι θεσμοί, επί της ουσίας, έχουν εκλείψει. Τα παιδιά μεγαλώνουν αποστηθίζοντας πληροφορίες, σε μια γλώσσα της οποίας οι έννοιες έχουν εκμηδενιστεί, αρχής γενομένης από τον αστερισμό των μεγάλων ιδεών -Θεός, πατρίδα, οικογένεια, αλήθεια, αγάπη κ.λπ., περιλαμβανομένου εννοείται του σχολείου, που έχει σιγήσει και αποσυρθεί υπέρ των φροντιστηρίων. Η αναζωπύρωση της συζήτησης γύρω απ’ τα όρια της δυνατότητας να είσαι παιδί προδίδει ότι το νόημα που ενσαρκωνόταν σ’ αυτή τη δυνατότητα έχει αποσυντεθεί. Οπου να ‘ναι, θα χαθούν και τα ίδια τα παιδιά, καθώς θα θεωρούνται πλέον σαν πιστές μικρογραφίες ενηλίκων, τουτέστιν ατόμων που έχουν αποδεχτεί, μοιρολατρικά, την ανάθεση του σκέπτεσθαι στις μηχανές. Θα ψηφίζουν από τα 11, θα επιδίδονται στο σεξ απ’ τα 12 και θα σπουδάζουν απ’ τα 13, μόνον που δεν θα πρόκειται ούτε για ψήφο ούτε για σεξ ούτε για σπουδές αλλά για προσποιητές αναπαραγωγές στερεοτύπων συμπεριφοράς προσανατολισμένων στην αμιγή διεκπεραίωση, όπως η γυμναστική, ο περιορισμός των θερμίδων της διατροφής και η εκπαίδευση στα σήματα της τροχαίας. Κάποτε, ο ρόλος των γονέων ήταν να διδάσκουν τους δεκάχρονους να υπάρχουν ακριβώς σαν υποδειγματικοί δεκάχρονοι. Τώρα πρέπει να τους διδάξουν να επωμίζονται την ανώνυμη ατομικότητα μιας δίχως σύνορα οικουμένης όπου οι πάντες καλούνται να αποδείξουν ότι είναι εξίσου επιδέξιοι στον χειρισμό υπολογιστών και όπου η υποκειμενική ζωή, με μια λέξη η ζωή του ψυχισμού, αντικαθίσταται από ένα ευμετάβλητο πλέγμα αναγνωρισμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Στο μεταξύ, αφού η σύγχρονη κοινωνία πανηγυρίζει για την απόκτηση πανεπιστημιακών πτυχίων από προικισμένους έφηβους, αντί να ανησυχεί, και αφού αγαλλιάζει στη θέα των νηπίων που αναλαμβάνουν χρέη τηλεπαρουσιαστών, αντί να φρίττει, οι δεκατριάχρονοι δολοφόνοι δεν μπορεί παρά να βρίσκονται καθ’ οδόν. Και σ’ αυτούς ακόμη αναγνωρίζουν έμμεσα ένα κατόρθωμα, μια και ο κερδισμένος χρόνος δεν παύει να είναι χρήμα. Αναπόφευκτα, στις ΗΠΑ ενισχύεται η τάση να προσάγονται οι ανήλικοι εγκληματίες σε δικαστήρια ενηλίκων και αυτό ειδικά αναμένεται και εδώ από λεπτό σε λεπτό. Το ζητούμενο, για τα παιδιά, είναι να εξελίσσονται, από βιολογική και νομική άποψη, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, όπως οι γέροι, απ’ τους οποίους η κοινωνία ζητάει να πεθάνουν μια ώρα αρχύτερα, στην καλύτερη περίπτωση με ευθανασία, ώστε να μην επιβαρύνονται οι προϋπολογισμοί των ασφαλιστικών εταιρειών. Δεν επιτρέπεται να είσαι αντιπαραγωγικός.
Ετσι, όσο πιο ισχνοί γίνονται οι δισταγμοί απέναντι στη γενική διάθεση να κριθούν τα παιδιά σαν αναλώσιμα υλικά σ’ ένα παγκόσμιο πείραμα επίσπευσης των εξελίξεων, τόσο πιο δυναμικά προπαγανδίζεται ο κυνισμός σαν το φάρμακο κατά της τρυφερότητας. Η τελευταία δεν χαίρει καμίας εκτίμησης και λογοκρίνεται παντού, ενώ οι ενήλικοι φέρονται σαν να τη θεωρούν χάσιμο χρόνου. Σε αντιστάθμισμα, σκηνοθετούν, υποκριτικά, τελετές τιμητικής αποστρατείας της παιδικότητας σε κακόγουστα τηλεοπτικά σόου, όπου η λατρεία του μωρουδίστικου κιτς ατενίζει τολμηρά τον οπερατέρ. Επομένως δεν είναι άξιον απορίας ότι πληθαίνουν τα πιο απίθανα μέτρα πολιτικά ορθής μέριμνας ούτως ώστε να προστατεύονται πάντοτε τα παιδιά ως πολίτες και ποτέ η παιδικότητα, της οποίας η βαθύτερη, μυστική αλήθεια είχε ανέκαθεν σύμμαχο την τεμπέλικη κλίση στον ρεμβασμό, απ’ όπου η δική μου γενιά (η τελευταία) πρόλαβε να αντλήσει την αίσθηση των διακυμάνσεων του εσωτερικού χρόνου. Οι διακυμάνσεις εκείνες υπολογίζονται πλέον σαν αναχρονισμός και τα παιδιά γαλουχούνται στην ακαριαία «επικοινωνία» μέσω των SMS και των ψεκασμών αδρεναλίνης.
Με τη σειρά της, η γειτονιά εξαφανίστηκε, οι αλάνες σώζονται σαν ντεκόρ του περασμένου αιώνα και η φιλία τείνει να συμπέσει με τη βαθμολόγηση των στιγμιαίων επαφών μέσω Διαδικτύου. Παράλληλα, τα παιδιά έπαψαν να μαθαίνουν, στα σχολεία, τι σημαίνει μάθηση. Απαντώντας πριν σκεφτούν, έπαψαν να σκέφτονται. Φυσικά, η ηθική δήθεν αντιπαλότητα ανάμεσα στη λογική της εκπαίδευσης και στα πρότυπα ψηφιακής διασκέδασης που κυριαρχούν είναι εκατό τοις εκατό πλαστή. Σχολείο και ηλεκτρονική ψυχαγωγία συνεταιρίζονται στην κοινή περιφρόνηση του χρόνου, που καθίσταται εμπόδιο και πρέπει να παρακαμφθεί ή να κονιορτοποιηθεί σε αμέτρητα μικροκαθήκοντα εξοικείωσης με τον τρόμο της ρευστότητας. Ενημέρωση και βιντεοπαιγνίδι συγκροτούν το ίδιο μέτωπο στη μάχη υπέρ της αποστήθισης. Παντού επικρατεί ένα κλίμα υποτονικού πολεμικού πανικού. Εξειδίκευση και θεάματα, αθλητισμός και διαφήμιση, εθελοντισμός και στατιστική, κινητή τηλεφωνία και λατρεία της συναίνεσης, σεξουαλική απελευθέρωση και συλλογική απάθεια, επαγγελματικός προσανατολισμός και χημικό ντοπάρισμα, multiple choice και καλλιέργεια των ανακλαστικών για την κεραυνοβόλο ανταπόκριση στις αμέτρητες εφήμερες μόδες, όλ’ αυτά είναι όψεις μιας κοινής φυγόκεντρου: τα παιδιά εξορίζονται όσο μακρύτερα γίνεται απ’ τον «μεταφυσικό» πυρήνα της παιδικής ηλικίας. Η παλιά, ειρωνική υπεροχή της ευαισθησίας τους έναντι εκείνης των ενηλίκων έχει βουβαθεί· αποζημιώθηκε με την ίδρυση της Βουλής των Εφήβων.
Θα μπορούσε, άραγε, κανείς να αναρωτηθεί για το πού βρίσκεται σήμερα η παιδική ηλικία που αφαιρέθηκε απ’ τα παιδιά; Η απάντηση είναι ότι την κρατούν οι ενήλικοι υποθηκευμένη στο βάθος ενός πένθους που δεν συντελέστηκε, δηλαδή του πένθους για τη δική τους παιδική ηλικία, η οποία πέρασε κατευθείαν στη λήθη πριν ωριμάσουν οι συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορούσαν να την κατανοήσουν και να την αποχωριστούν. Οι συγκινήσεις έμειναν αδιευκρίνιστες, οι συγκρούσεις πάγωσαν μπροστά στην ανέφικτη συμμόρφωση προς τον αιωνίως εκπρόθεσμο εκσυγχρονισμό της τεχνολογίας και των ηθών· απότομα, ο κόσμος κατοικήθηκε αποκλειστικά από καταναλωτές. Οι παλιές εφηβικές επαναστάσεις ματαιώθηκαν με τρόπο που δεν ευνόησε την αντήχησή τους στο σύμπαν των αναμνήσεων και οι ντουλάπες γέμισαν σκελετούς. Ξαφνικά, όλα άρχισαν να μοιάζουν πρόωρα και συνάμα καθυστερημένα, φουτουριστικά και συνάμα παλιομοδίτικα. Το δοκιμαστικό ζύγισμα των σχέσεων με τους γονείς, ο ίλιγγος των πολιτισμικών καινοτομιών και η ορμητική εισβολή ενός πρωτόγνωρου μοντέλου «λειτουργικής»/«δυσλειτουργικής» οικογένειας, όλ’ αυτά παίχτηκαν στην κόψη μιας στιγμιαίας ευφορίας και κατόπιν σαρώθηκαν εν μιά νυκτί από την κατάθλιψη και το άγχος των «προκλήσεων» της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης.
Ήταν μια μεταβατική εποχή που δεν είχε προηγούμενο. Οι άνθρωποι διδάχτηκαν την Ιστορία από την τηλεόραση. Αυτή τους έσπρωξε στο σημείο φυγής όπου, έκτοτε, η σχέση τους με τη φύση διαμεσολαβείται απ’ τον τουρισμό και την οικολογία. Τους έπεισε ότι η άμεση επαφή με άλλα ανθρώπινα όντα είναι μολυσματική, τους έδειξε τη νέα γενιά φορητών συσκευών που θα αντικαθιστούσαν την εμπειρία, τους μίλησε για τον επανασχεδιασμό του σώματος και τους πρότεινε να ξεφορτωθούν τους ρυθμούς του παρόντος περνώντας διά μαγείας στο μέλλον μιας βάναυσης, ηθικής αρχαιότητας, ένα είδος προφητικού υπερσυντέλικου όπου οι δεινόσαυροι δικαιούνται τάχα τη συμπάθεια. Τώρα, οι άντρες και οι γυναίκες, μην έχοντας προλάβει να μεγαλώσουν, παίζουν με τα αυτοκινητάκια τους, με τα καλλυντικά και τα γκάτζετ, με τις τιμές του χρηματιστηρίου και τα τεστ εγκυμοσύνης, στερούμενοι και στερούμενες οιασδήποτε κριτικής αντίληψης του τι προηγήθηκε και τι έπεται. Κλέβουν την παιδική ηλικία των παιδιών τους ώστε να τη χρησιμοποιήσουν σαν ασπίδα της δικής τους αποτυχημένης ενηλικίωσης και τα συμβουλεύουν να οραματιστούν έναν κόσμο που θα βγει απ’ τον σωλήνα χάρη στο χάπι του οργασμού. Ο χρόνος γίνεται η διαρκής προεξόφληση ενός δανείου που όλοι χρωστούν ενώ κανείς δεν εισέπραξε, το δε σύστημα απευθύνει στους νέους εκκλήσεις να μάθουν να τον αντιμετωπίζουν σαν το βασικό απόβλητο. Ασφυκτιώντας από την έλλειψη αυτού ακριβώς του χρόνου, τα παιδιά ακούν ξανά και ξανά ότι εκείνο που τους λείπει όχι μόνον δεν είναι σημαντικό αλλά πρέπει να το συγκρίνουν με το σκουπίδι που μένει μετά τη χρήση της ζωής ως καταναλωτικού αγαθού. Δοξάζεται και εδώ η ανακύκλωση.
Παραμένει, άρα, αδύνατον να είσαι παιδί στ’ αλήθεια όταν οι πάντες φέρονται σαν παιδιά. Σ’ αυτή την απόσυρση της αλήθειας απ’ το προσκήνιο, δηλαδή της αυθεντικότητας των βιωμάτων, των πεποιθήσεων και της γλώσσας, όπου εξάλλου θεμελιώνεται η επιτυχία της τηλεόρασης, πόσω μάλλον των πιο εξελιγμένων μέσων «επικοινωνίας» και «ενημέρωσης», τα παιδιά θα απαντούσαν (όπως και απάντησαν) με μιαν άνευ προηγουμένου δυσφορία, την οποία είχαν συνηθίσει να κρύβουν στα βάθη της βαρεμάρας και της ανορεξίας. Ούτε καν η αλήθεια της αφέλειας δεν τους επιτρεπόταν, αφού η αφέλεια είχε πάψει να αντιπροσωπεύει την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα σε παιδιά και ενήλικους· ομολογουμένως, ποτέ η ενήλικη αφέλεια δεν είχε κληθεί να παίξει έναν τόσο σημαντικό ρόλο στο πεδίο της εξουσίας και της δημοσιότητας.
Λένε πως όλα τα μωρά, λίγο πολύ, μοιάζουν το ένα στο άλλο, όμως σήμερα, καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, που θα πει πως η νηπιακή συγγένεια των χαρακτηριστικών του προσώπου υποχωρεί, είναι οι πατεράδες εκείνοι που αρχίζουν να μοιάζουν μεταξύ τους, από την άποψη ότι μένουν ομοιόμορφα αθέατοι. Γρήγορα κατάφεραν να εξασφαλίσουν συνθήκες, επαγγελματικές ή άλλες, που τους απαγόρευαν να διασταυρώνονται με τα παιδιά τους, εκτός κι αν αυτά παρέλαυναν σαν ωραία δείγματα DNA στις σχολικές γιορτές. Την ώρα που οι φιλόσοφοι και οι ψυχαναλυτές θρηνούσαν για την εξαφάνιση του Πατέρα ως κυρίαρχου θεσμικού και ιστορικού υποκειμένου, ο κάθε φυσικός πατέρας ήταν κιόλας εξαφανισμένος, έχοντας αφήσει, ένοχα, στη θέση του την πιστωτική κάρτα. Συνεπώς, το να μιλάμε για μονογονεϊκές οικογένειες, αναφερόμενοι σ’ ένα στατιστικό δεδομένο, αποδεικνύεται παραπλανητικό, άπαξ και οι οικογένειες κατέληξαν ουσιαστικά μονογονεϊκές στο σύνολό τους, με τον πατέρα να περιορίζεται σ’ ένα απρόσωπο σημείο αναφοράς των οικονομικών διευθετήσεων. Μοναδική του αγωνία, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, είναι η εκμετάλλευση των ευκαιριών ώστε να απομακρυνθεί απ’ τον συναισθηματικό πυρήνα της οικογένειας ακόμη περισσότερο, παύοντας να βλέπει εκείνο που ενσαρκώνουν οι διπλανοί του: δηλαδή την αδιάψευστη υπενθύμιση της αποτυχίας του να συνδεθεί σε βάθος.

Μια και δεν είναι πάντα εύκολο για τον δότη σπέρματος, τον φερόμενο ως πατέρα, να απέχει από το οικογενειακό διαμέρισμα με κάποιο πρόσχημα, εσωτερικεύει την απόσταση και αγκυροβολεί μπροστά στην τηλεόραση ή στον υπολογιστή, δίνοντας στο παιδί του το παράδειγμα μιας ζωής που λυτρώνεται απ’ τις δυσκολίες του Λόγου μέσω του σημείου φυγής, στις οθόνες. Οχι λιγότερο αλλοτριωμένες, οι μητέρες διασκεδάζουν την απογοήτευσή τους καθρεφτιζόμενες στα γυναικεία έντυπα και απολαμβάνοντας τίτλους όπως «Τι απέγιναν οι άντρες;» ή «Συνδυάστε καριέρα και οικογένεια». Οσο για τη στοργή, που κάποτε τις έκανε τόσο αγαπητές, τώρα, αφού προσπάθησαν τολμηρά να γίνουν άντρες οι ίδιες κι αφού το μισοκατάφεραν μιμούμενες τη χειρότερη πλευρά εκείνων, νιώθουν την έλλειψη διαφοράς να παγώνει τα σεντόνια.

Επομένως, δεν έχει νόημα να αναρωτηθούμε πού κρύβονται οι πατεράδες. Κρύβονται εκεί ακριβώς που τους βλέπεις: στον ορίζοντα των συμβάντων της επαγγελματικής ρουτίνας, προέκταση της οποίας αποτελεί η «ψυχαγωγία» ως τόπος όπου αθροίζονται τα «must» και οι ανακλαστικές συμπεριφορές πέριξ των καταναλωτικών καθηκόντων. Για παράδειγμα, τι πιο επαγγελματικό απ’ τις διακοπές, όπου το κύριο μέλημα είναι η εκμετάλλευση του χρόνου και η ταχεία σάρωση των τοπίων της υπαίθρου εν είδει τηλεοπτικών αποζημιώσεων για τη ζωή σε μια πόλη που κατάντησε αφόρητη; Θα ‘ταν ανόητο να αρνηθούμε ότι τα παιδιά και οι έφηβοι έχουν μιαν αβέβαιη αλλά ζωηρή και επώδυνη αντίληψη αυτού του δράματος· αν και δυσκολεύονται να την εκφράσουν, τα ταλαιπωρεί δραματικά. Ξέρουν ότι έχουν γεράσει πρόωρα και, στο λυκόφως της πατρότητας απ’ την οποία παραιτήθηκαν οι πατεράδες τους, μαθαίνουν διαισθαντικά ότι ο επαγγελματισμός και το κυνήγι των επιδόσεων έχουν εισβάλει στην ιδιωτική ζωή καθιστώντας την τρόπον τινά δημόσια, για να μην πούμε και για την αλλοτρίωση του βλέμματος που συνεπάγεται το φάσμα των φαινομένων τα οποία παράγονται από την παντοκρατορία της κάμερας. Μοιραία, η ονειρική γεωγραφία του σπιτιού εξουδετερώνεται απ’ τη λογική των ριάλιτι, ενώ κάθε μετακίνηση διά μέσου του σκηνικού της πόλης πείθει ότι είναι κι αυτό, με τη σειρά του, ένας λαβύρινθος από κόμβους και προσβάσιμες διευθύνσεις, σαν το Διαδίκτυο. Ο,τι στήριζε παλιά την εμπράγματη έλξη για το μυστήριο της φύσης, πάγωσε κάτω απ’ την πινακίδα του οικολογικού προστάγματος.

Ετσι, και προκειμένου να επιβιώσουν, τα παιδιά και οι έφηβοι αρχίζουν, αργά ή γρήγορα, να συναγωνίζονται τους γονείς, εφόσον οι τελευταίοι δείχνουν να θεωρούν τον ανταγωνισμό σαν τη μοναδική διαθέσιμη γλώσσα. Αυτό διευκολύνει τη φυγή των γονέων. Η αμηχανία που προκαλείται απ’ το πλήθος των ανεκπλήρωτων συναισθηματικών οφειλών απέναντι στα παιδιά, επιφέρει την παράλυση και των πιο στοιχειωδών χειρονομιών θέρμης και γενναιόδωρης προσφοράς. Για να την αντισταθμίσουν, γίνονται υπερκινητικοί. Από τη θέση κάποιου που κινείται πάνω κάτω τηλεφωνώντας και διαπραγματευόμενος επαχθείς συμβιβασμούς, εκπαιδεύουν τον εαυτό τους να κοιτάζει τα παιδιά δίχως να τα βλέπει και δίχως να τα ακούει, ενώ η κακή τους διάθεση παρακάμπτει διαρκώς, μέσω αντιπερισπασμών, τη διάχυτη υποψία ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι εντελώς διαφορετικά αν οι άνθρωποι, αντί να πληκτρολογούν, συζητούσαν.

Εντούτοις, το αναπάντητο αίτημα των παιδιών για κάτι που μένει εκτός κατανόησης και που καθησυχάζεται προσωρινά με το να «επιλέγουν» καταναλωτικά δολώματα ή εντολές στην οθόνη του κινητού τηλεφώνου είναι ευδιάκριτο κατά τη διάρκεια όλων των επεισοδίων βίαιης αντίδρασης στην ανία της εκπαίδευσης. Περισσότερα, στο επόμενο.
7 – 18/01/2009
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ


-

ΠΑΡΑΔΟΞΑ


Τα αίτια της εξέγερσης των παιδιών (2)


Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ
Τ α παιδιά είναι οι αγρότες της πόλης. Τους έχει ανατεθεί να καλλιεργούν τα σκουπίδια, το βασικό προϊόν του αστικού πολιτισμού. Ο Ιούνιος κι ο Σεπτέμβρης παραμένουν αφιερωμένοι στη συγκομιδή. Η Σελήνη στη γέμιση.
Α υτό εξάλλου περιγράφει τη μοίρα όλων μας και ελάχιστα αντιβαίνει προς το συμπέρασμα ότι η κοινωνία, συνολικά, παλιμπαιδίζει. Κατ’ ουσίαν: α) τα αγροτικά προϊόντα, που υποβαθμίστηκαν σε σκουπίδια και που οι αγρότες τα σκορπούν επιδεικτικά μπροστά στις κάμερες για να δείξουν ότι η τιμή τους πλησίασε το μηδέν, και β) τα κοινά σκουπίδια που παράγει η κοινωνία καθημερινά, διοχετεύοντάς τα στις χωματερές, διαφέρουν ελάχιστα.
Πριν από τριάντα μόλις χρόνια, όταν το πλαστικό αποτελούσε ακόμη εξαίρεση, ήταν ακριβώς τα σκουπίδια (όπως και τα λύματα των βόθρων) που χρησίμευαν για να λιπανθούν τα δέντρα και τα λαχανικά τα οποία, με τη σειρά τους, θα ευδοκιμούσαν για να πουληθούν και να φαγωθούν κατόπιν μαγειρικής επεξεργασίας, αφήνοντας πίσω ένα ελάχιστο ίχνος, κουκούτσι ή φλούδι ή ρίζα, και το ίχνος επανεισαγόταν στον κύκλο της οικιακής οικονομίας, με δυο λόγια στον λάκκο με τα σκουπίδια, όπου θα ζυμωνόταν από τη φύση το λίπασμα της επόμενης χρονιάς. Τώρα, τα σκουπίδια δεν λιώνουν, αλλά γίνονται αυτά αντικείμενο χημικής επεξεργασίας, ενώ τα δέντρα καρποφορούν σκουπίδια. Η ευκολία και συχνότητα με την οποία οι χωματερές καταπίνουν τόνους πορτοκαλιών ή ροδακίνων δείχνει ότι οι όροι αντιστράφηκαν κι ότι το απόβλητο είναι πια ο ίδιος ο καρπός: αντί το περιττό να εισάγεται στη ρίζα ενός κύκλου ώστε να πυροδοτήσει την ανανέωση της πολυτιμότητας, πολυτιμότητα και περιττό συγχωνεύονται κατευθείαν.
Ξ έρουμε δηλαδή πως το «κουκούτσι» του πράγματος, εκείνο που δεν τρωγόταν, ήταν κάποτε ιερό, κάτι σαν πεμπτουσία ή σύμβολο της πυκνότητας της ύπαρξης: αν οι θεοί το έδιναν ως ένα μη καταναλώσιμο αντικείμενο, ήταν επειδή το προόριζαν να ταφεί και να καρποφορήσει. Σήμερα, το φρούτο, όπως και η γνώση, παρουσιάζεται, ολόκληρο, σαν ένα συμπαγές φύραμα του καταναλωτικού κύκλου, μια στερεοποιημένη ιδέα της παλαιάς γεωργικής αφθονίας χωρίς γεύση ή αξία ανταλλαγής, μόνον με τα έντονα χρώματα που ευνοούν την άσκηση οπτικής γοητείας και συνάμα επέχουν θέση σήματος κινδύνου για την ανακύκλωση της συσκευασίας, διατροφική και οικολογική. Αν μια φορά κι έναν καιρό η γνώση οργανωνόταν π.χ. γύρω απ’ τον άξονα μιας ιστορικής χρονολογίας (αυτό ήταν το σημαντικό, διότι αντιστεκόταν στην απομνημόνευση), τώρα η χρονολογία, ο γυμνός αριθμός, έγινε το βασικό στοιχείο εστίασης, η καθαρή πληροφορία, το φετίχ μας: κρατάμε πλέον αυτό που είναι κατ’ εξοχήν για πέταμα.
Ω ς εκ τούτου, τα δέντρα, μεταφορικά μιλώντας, δεν ριζώνουν πουθενά. Και ιδού πώς εξηγείται η απάθεια της πλειονότητας των Αθηναίων όταν τα συνεργεία του δημάρχου επιτίθενται για να τα εξαφανίσουν. Οι Αθηναίοι είναι εκείνοι που πρώτοι εγκατέλειψαν τις καλλιέργειες για να συμβάλουν στον υδροκεφαλισμό της πρωτεύουσας, στρατολογημένοι στην κανιβαλική υπερανάπτυξη μιας πόλης προσφύγων, όπου, στο εξής, θα ζουν με την ενοχή για το ότι άφησαν τα πνεύματα των δέντρων να πεθάνουν από μαρασμό.
Η ίδια ανθρωπολογική μετάλλαξη παράγει συμπτώματα σαν την αδιάφορη ανοχή των δημοτών προς την παλινόρθωση του καμένου τηλεοπτικού δέντρου των Χριστουγέννων, πάνω στο οποίο τα παιδιά κρέμασαν τελικώς «αληθινά» σκουπίδια, γελοιοποιώντας, στη νιοστή, το σύμβολο μιας νεκρής χλωρίδας που έγινε σκουπίδι η ίδια. Εξαντλώντας την αλληγορική σημασία της έννοιας του φυτικού, το δέντρο μετατράπηκε σε έμβλημα της ηθικής και πνευματικής λοβοτομής ενός λαού που καταναλώνει τελετουργικά, απλώς και μόνον διότι αυτό απαιτεί η ημερολογιακή σύμβαση. Κάτι σαν τις εξετάσεις του λυκείου, για τις οποίες κάποιος χέστηκε. Ή σαν τις άοσμες και ρηχές, τις μονοκόμματες, τις μονομερώς απομνημονεύσιμες και δίχως αντίλαλο απαντήσεις που ζητούν οι εξεταστές των Πανελληνίων για να εφαρμόσουν επάνω τους σταθερά και στεγνά προδιαγεγραμμένες τιμολογήσεις, σαν κωφάλαλοι ή τυφλοί. Αυτό που τίθεται στη ριζική υποδοχή του γνωστικού δέντρου είναι το ίδιο το σκουπίδι μιας καρποφορίας που λιπαίνει τον εαυτό της ματαίως.
Εν ολίγοις, σκουπίδι είναι το κάθε τι για το οποίο επιτρέπεται να πούμε πως έχασε το περιεχόμενό του ή, πιο σωστά, το νόημα που μετέφερε μέχρι προ τινος, εφόσον το νόημα ισοδυναμεί με το συναισθηματικό και λογικό περιεχόμενο κάθε πράγματος που γίνεται αντιληπτό. Αυτό δεν αφορά αποκλειστικά τις χρονολογίες στο μάθημα της ιστορίας, ούτε τα ντεσού της «ενημέρωσης» για όσους πεθαίνουν τάχα από επιθυμία να μάθουν αν αυτή τη στιγμή χιονίζει στο Οσλο ή αν το τσιγάρο Silk Cut της κατηγορίας μοβ, περιέχει όντως 7 δέκατα του μιλιγκράμ νικοτίνη. Ο καθένας μας ξέρει, φέρ’ ειπείν, πως ο χαρακτηρισμός σκουπίδι αρμόζει στο 90% των όσων μας περιβάλλουν ως κτίσματα ή των όσων τρώμε· τέλος, το 90% των όσων προβάλλει η τηλεόραση, πιθανόν το 95%, αν συμπεριλάβουμε τα δήθεν έγκυρα επιστημονικά ντοκιμαντέρ που δεν μεταφέρουν άλλο μήνυμα απ’ το ότι ο Homo sapiens συγγενεύει στενά με τον πίθηκο. Όσο στενότερη η συγγένεια -θα το παρατηρήσατε!- τόσο πιο χαρούμενοι οι επιστήμονες. Οπως η παιδεία και η αγροτική ζωή, η τηλεόραση είναι η χωματερή του ίδιου του προϊόντος της, ακαριαία μετατροπή μιας τρελής καρποφορίας, που δεν μπορεί να χωνευτεί, σε πρώτη ύλη, που δεν μπορεί να καρποφορήσει.
Το ανάλογο ισχύει προφανώς για τις μόδες, την πολιτική, τον αθλητισμό, τη διασκέδαση και τη θρησκευτικότητα.
Δεν είναι άρα συμπτωματικό, εκτός κι αν οφείλεται ίσως σε κάποια σκηνοθετική ειρωνεία της τύχης, το ότι η μαζική διαμαρτυρία της αγροτικής τάξης με την κατάληψη των μεγάλων οδικών αρτηριών ακολούθησε τις ταραχές της εξέγερσης των παιδιών, σαν η άλλη της όψη. Οι αγρότες, όπως και τα παιδιά στο επίπεδο της εκπαίδευσης, αρνούνται να εξακολουθήσουν να επενδύουν σε σκουπίδια. Το αν ο χαρακτηρισμός δικαιολογείται από την κατακόρυφη πτώση της τιμής των οπωροκηπευτικών ή απ’ το γεγονός ότι τα τελευταία έχουν γεύση μηδέν, λίγο μετράει, αφού πρόκειται για δύο εκδηλώσεις της ίδιας νομοτελειακής απαξίωσης.
Ετσι, υποχρεωτικά, στο κείμενο που ακολουθεί και προκειμένου να γίνει σαφές το σκεπτικό του, θα μιλήσω για τα κάθε είδους σκουπίδια αυτών των δύο κόσμων ανάμεσα στους οποίους ενηλικιωνόμαστε και γερνάμε: το μυθιστόρημα μιας υπαίθρου που σαπίζει και το αφήγημα μιας παιδείας που δεν καρπίζει· θα μιλήσω επομένως για τα σχολικά βιβλία και τους γεωργικούς συνεταιρισμούς, για τα δεκαπενταμελή και για τους εμπρησμούς στις δασικές εκτάσεις, τέλος για την πολιτική των επιδοτήσεων και για την πυρπόληση των κάδων στα οδοφράγματα, η οποία, κατά τη γνώμη μου, σίγουρα διαφορετική από εκείνη της πλειονότητας των αρθρογράφων και αναλυτών, δεν οφείλεται μόνον σε οργή, σε μίσος, στο πάθος του εντυπωσιασμού ή στην πρόνοια για μιαν αυτοσχέδια χημική άμυνα απέναντι στα δακρυγόνα αλλά, κυρίως, σ’ ένα μισοσυνειδητοποιημένο ξέσπασμα αγανάκτησης κατά του εμπορεύματος (αστικού, αγροτικού, εκπαιδευτικού, ψυχαγωγικού κ.λπ.) που κατάντησε ρύπος.
Θα αποδειχτεί, ελπίζω, ότι ο στόχος του παραλληλισμού συνεισφέρει σε κάτι βαθύτερο και πιο ανησυχητικό από μια χιλιοστή επαλήθευση του νόμου δράσης/αντίδρασης. Ναι μεν σπέρνουμε ό,τι θερίζουμε, για να το διατυπώσουμε στη γλώσσα των παροιμιών, αλλά εδώ ισχύει επίσης ότι δεν σπείραμε εξαρχής δηλητήριο -όχι, η τέχνη δεν ήταν πάντοτε σκουπίδι, η πνευματικότητα δεν ήταν ανέκαθεν εμπόρευμα, η γλώσσα δεν ήταν εξαρχής χωρίς σημασιακές αντηχήσεις. Μέχρι προχτές, η μουσική πρόσφερε ερμηνείες της ίδιας της της απόλαυσης, η λογική επέφερε πρακτικές συνέπειες, το σινεμά εξυφαινόταν σαν το όνειρο μιας πόλης τη νύχτα και η σχολική περιπέτεια, παρά τις βλακώδεις επαρχιώτικες και εθνικοπατριωτικές της προκαταλήψεις, έμοιαζε να συνδέεται με κάποιο εμπειρικό αντίκρισμα, εντοπίσιμο μέσα στην καθημερινή ιστορία των κοινοτήτων.
Το σεξ αναφερόταν σ’ ένα μυστήριο.
Και οι γεύσεις ήταν γεύσεις. Και, ώρες ώρες, τα αστέρια του καλοκαιριού έσκαγαν σαν ένα πυροτέχνημα σ’ έναν απρόσιτο χάρτη οιωνών και ερωτικών ελπίδων, ενώ οι διάσημοι δεν γίνονταν τέτοιοι απλώς επί τη εμφανίσει· ακόμη και τα φαντάσματα, στις εγκαταλελειμμένες αγροικίες, αποκτούσαν τη φήμη τους μετά από επισκέψεις αιώνων. Ξεχώριζες, εύκολα την καλοσύνη απ’ την κακία, την ευφυΐα απ’ την ανοησία, την αγωνία των διακοπών απ’ το άγχος της εργασίας, ξεχώριζες το ιδιωτικό απ’ το δημόσιο, το αρσενικό απ’ το θηλυκό, τις νέες γυναίκες απ’ τις γερασμένες. Ξεχώριζες τη ζωή απ’ την επιβίωση, τη μίμηση απ’ την απομίμηση, το πρωτότυπο απ’ το αντίγραφο, την τεχνολογία απ’ την επιστήμη, τη ζωγραφική απ’ τη διαφήμιση, τη γνώση απ’ την πληροφορία και τη χρήση απ’ τη διαχείριση. Ξεχώριζες τη σκέψη απ’ την υπολογιστική ικανότητα των μηχανών.
Και ξεχώριζες το χρήσιμο απ’ το εύχρηστο. Και ήταν άλλο η γεωργία και άλλο η εκμετάλλευση της γης.
Και πανεύκολα μπορούσες να διακρίνεις την αντίθεση μεταξύ παιδείας και εκπαίδευσης.
Αν η παιδεία ισοδυναμούσε με τη μύηση του ατόμου στην ικανότητα να ανήκει σ’ ένα σκεπτόμενο σύνολο και αν η εκπαίδευση αντιστοιχούσε στην επαγγελματική ενασχόληση με τα ζώα του τσίρκου, το πασιφανές γεγονός ότι σήμερα αυτά τα δύο συγκλίνουν, για να μην πούμε ταυτίζονται, εγκαινιάζει τη σκηνή όχι ενός πολέμου, όπως πιστεύουν οι «αγανακτισμένοι πολίτες», αλλά μιας γιγάντιας κοινωνικής και ηθικής χωματερής όπου και οι ίδιοι τρέφονται με αυτό που παράγουν, δηλαδή με απόβλητα. Θυμίζω τη σχέση κατανόησης και χώνεψης όπως καταγράφεται στο αγγλικό ρήμα digest -αφομοιώνω, μαθαίνω σε βάθος. Τώρα χωνεύουμε το ίδιο μας το έντερο. Μήπως η νόσος των τρελών αγελάδων δεν αναπτύχθηκε πάνω στην κατάχρηση της διατροφής των ζώων με τα ίδια τους τα αλευροποιημένα πτώματα; Παρομοίως, αγροτική ζωή και παιδεία εμφανίζονται αντεστραμμένες: η πέψη εκκινεί όχι απ’ την εισαγωγή της τροφής αλλά απ’ την επαναπαροχέτευση της αφόδευσης.
Αραγε, ολόκληρη η σφαίρα της συσκευασμένης γνώσης των multiple choices, όπου η σκέψη αποσυντίθεται και κρυσταλλοποιείται, δεν είναι ένας χώρος υγειονομικής ταφής; Θα υπερέβαλλε μήπως κανείς υποστηρίζοντας ότι η πληροφορία είναι η γνώση μείον τη σκέψη; Οταν ο Γιώργος Παπανδρέου εμφανίζεται στη Βουλή κραδαίνοντας το προτεινόμενο μαγικό του e-book, τι άλλο κραδαίνει αν όχι το κλειδί ή το κάτοπτρο ενός μέλλοντος όπου οι ψηφοφόροι θα σκέφτονται με όρους εξυπηρέτησης πολυκαταστήματος ετοιμοπαράδοτων γνωστικών ανακλαστικών; Εξαρτημένων ή όχι, δεν χρειάζεται να το διευκρινίσω. Χαράς ευαγγέλια για τη σοσιαλδημοκρατία· είχε από γεννησιμιού της πολλά προτερήματα, αλλά η λατρεία του σκέπτεσθαι ουδέποτε υπήρξε ένα απ’ αυτά.
Οντως, η κοινωνική πραγματικότητα δεν ήταν πάντοτε διαβρωμένη από το φαντασιακό των ΜΜΕ· μάλιστα, η δική μου γενιά είχε το κακό προνόμιο, πάντως προνόμιο, της γνωριμίας και με τους δύο κόσμους, τον πριν απ’ την «επικοινωνιακή» έκρηξη κι εκείνον που την ακολούθησε -μια καμπή που μπορεί να σκιαγραφηθεί, χοντρικά, σαν ο μεγάλος αλλά ηθικά ανεπαίσθητος κραδασμός της δεκαετίας του ’70. Ομολογουμένως, αυτό το πλεονέκτημα, αυτή η δυνατότητα εκτίμησης του μεγέθους της παρακμής επί τη βάσει ενός ιστορικού μέτρου σύγκρισης είναι κάτι που η γενιά των εφήβων, σήμερα, στερείται. Γαλουχημένη από μηδενική αφετηρία με τον αμερικάνικο τρόπο ζωής, μπροστά στις οθόνες, μακριά απ’ τους διαρκείς συγκινησιακούς αυτοσχεδιασμούς της γειτονιάς, δίχως Θεό και ηρωικές ψευδαισθήσεις, περιορίζεται σε διαισθαντικές υποψίες εκείνου που οι μεγαλύτεροι αφήνουν να εννοηθεί.
Ετσι, κάτι που ανήκει στο φάσμα των μύχιων στεναγμών της ζωτικής ανάγκης για αλήθεια, την ωθεί να συλλάβει, ας πούμε, το ρίγος της διαφοράς ανάμεσα στο σινεμά και στην τηλεόραση· νιώθει ότι το εμπειρικό ανάγλυφο μιας ταινίας δεν είναι διόλου ανεξάρτητο απ’ το πού και πώς η τελευταία προβάλλεται. Αισθάνεται επίσης ότι τα σπορ είχαν κάποτε μιαν αίγλη ανεξάρτητη της ακροαματικότητας, μιαν εσωτερικευμένη ένδοξη διάσταση που σχετιζόταν με την παρθενική αφέλεια της τιμής των όπλων. Ολ’ αυτά συνυπάρχουν σαν συνειδησιακά ίχνη του ψυχισμού των παιδιών και γεννούν απορίες μέσα στα κύματα μιας αβεβαιότητας για την οποία οι ενήλικοι τα μέμφονται, κρυμμένοι πίσω από πολυσέλιδα διαφημιστικά φουσκωτών ή 4Χ4 και μεταμφιέζοντας αδέξια τη δική τους απελπισία σε αναίτια κινητικότητα, της οποίας τα ζοφερά ψυχοσωματικά επακόλουθα απωθούν και μετατρέπουν σε νοσήματα του καρδιαγγειακού συστήματος ή σε ξένα σώματα στο συκώτι.
Εντούτοις, η λεγόμενη νέα γενιά είναι ακόμη εξαιρετικά ανθρώπινη για να της κρύψουν ότι την ταΐζουν σκουπίδια -το αντιλαμβάνεται και επαναστατεί. Εξακολουθεί να διατηρεί μιαν αόριστη αίσθηση του ότι η σβέση, μέσα στη νεωτερικότητα, της σημασίας των πραγμάτων ήταν σταδιακή· επιπλέον, καταλαβαίνει ότι αυτή η σβέση επιταχύνεται κι ότι τα περιθώρια συμμετοχής στην αυθεντική εμπειρία ελαχιστοποιούνται. Καταλαβαίνει ότι το μήλο δεν μπορεί να ήταν συμπιεσμένο αλεύρι ήδη από την εποχή της Εύας κι ότι πρέπει να μεσολάβησε μια περίοδος λυκόφωτος, η εξάχνωση εκείνου που τα βιβλία αναγνωρίζουν σαν Ιστορία.
7 – 15/02/2009
Ελευθεροτυπία

-

Οι βαθύτερες αιτίες της εξέγερσης των παιδιών (3)

Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

Αυτό είναι το σημείο καμπής, όπου η μετανεωτερική κοινωνία, έχοντας φτάσει στο τέλος της, παραδόθηκε αμαχητί στον πειρασμό του ναρκισσισμού, ο οποίος, είναι γνωστό, αναπτύσσεται σε κάθε ιστορικό επίλογο. Καθρεφτίστηκε μελαγχολικά στον εαυτό της και, αυτό κάνοντας, αναγνώρισε την εποποιία των σκουπιδιών -το είναι της. Εκδήλωσε κάποιες τύψεις για τους τόνους των πυρηνικών και χημικών αποβλήτων που άδειαζαν οι εταιρείες στα ποτάμια της Αφρικής και επέβαλε στους ηθοποιούς του Χόλιγουντ την υποχρέωση να υιοθετούν παιδάκια από τις σπαρασσόμενες χώρες της διακεκαυμένης ζώνης· ο Μπραντ Πιτ και η Αντζελίνα Τζολί θέλουν ή έχουν 14 -να τους ζήσουν! Φαγητό, κακά, νάνι, φημισμένα ιδιωτικά σχολεία, τι άλλο να προλάβουν οι δύο στοργικοί γονείς; Ας ελπίσουμε ότι υπάρχουν αρκετοί οικιακοί βοηθοί για να κατεβάζουν τα σκουπίδια.
Ολόκληρη η Δύση ψεκάζει με αποσμητικά. Τα σκουπίδια είναι τώρα γι’ αυτήν το μείζον αντικείμενο αγάπης/μίσους, είναι ο αφρός της, ποθητός και συνάμα πανταχού παρών, διαφιλονικούμενος κι εντούτοις δωρεάν. Η καταναλωτική κοινωνία λειτουργεί λες και η σταθερή ημερήσια παραγωγή σκουπιδιών συνιστά το βασικό της κίνητρο και συνάμα τον μηχανισμό της εθιμοτυπίας της. Παγκοσμιοποίηση ήταν η μετατροπή του πλανήτη σε απορριμματοφόρο, για να μην πούμε και για τα διαστημικά σκουπίδια στη στρατόσφαιρα. Οι Αμερικάνοι πετούν, καθημερινά, στα σκουπίδια δέκα εκατομμύρια αναπτήρες· όμως, στον κόσμο της ολικής αντιστροφής, δηλαδή στον κόσμο μας, αυτό είναι απλός αναχρονισμός: απεναντίας, κακόγουστα σκουπίδια από τιτάνιο και πλατίνα αξίας διακοσίων χιλιάδων δολαρίων φιγουράρουν στις μεταμοντέρνες γκαλερί του Μπέβερλι Χιλς, όπου τη θέση των σκουπιδιών έχουν καταλάβει τα χρήματα, τα τσεκ. Μέχρι και οι βομβαρδισμοί χωρών του Τρίτου Κόσμου, και ακριβώς σε πείσμα του ότι τα υπερόπλα αποτελούν το άνθος της τεχνολογικής ανάπτυξης, σχεδιάζονται σαν γιγάντιας κλίμακας εκκενώσεις απεμπλουτισμένου ουρανίου στις ερήμους και στους βυθούς, ύστατη ανακούφιση της υπερπαραγωγής απ’ το άγχος του πλεονάσματος.
Σ’ αυτή την αντίφαση υπακούει η διφορούμενη στάση μας, καθώς ζούμε παγιδευμένοι στην προϊούσα σύγκλιση περιττού και περιζήτητου, είτε πρόκειται για γνώση, είτε για εμπόρευμα, είτε για τον ίδιο τον χρόνο. Εξάλλου, το ότι αναδύονται αντιφάσεις αναγγέλλει την πιο ευχάριστη απόδειξη του ότι δεν είμαστε θεοί. Αρα, λίγη ταπεινοφροσύνη δεν θα έβλαπτε.
Φέρ’ ειπείν, εν ονόματι εκείνου που ονομάζουν «ανάπτυξη», δρόμοι όλο και πιο άνετοι, όλο και πιο φαρδείς, όλο και πιο σωστά σηματοδοτημένοι, μας οδηγούν σε κάποιον επαρχιακό προορισμό όλο και πιο γρήγορα, και ακόμη πιο γρήγορα, και πιο γρήγορα, και το ζήτημα είναι να πηγαίνεις απ’ την Αθήνα στην Θεσσαλονίκη σε δέκα λεπτά, μολονότι κανένας δεν μπορεί να αιτιολογήσει την τυφλή, τη μανιακή αφοσίωση στο δόλωμα μιας τέτοιας πανικόβλητης μετακίνησης που τείνει να γίνει ακαριαία. Σκανδαλωδώς αναπάντητο μένει το ελατήριο, το γιατί (νιώθουμε ότι πρέπει) να ταξιδεύουμε όλο και γρηγορότερα, ειδικά τη στιγμή που η ηθική (και οικονομική εδώ που τα λέμε) αξιοπιστία όλων ανεξαιρέτως των εκκρεμουσών υποθέσεων φθίνει. Μπορούμε τουλάχιστον να παρατηρήσουμε ότι η μύχια αντίληψη του τοπίου εκμηδενίζεται: η κάποτε υπέροχη χρωματική ύφανση της υπαίθρου είναι τώρα το απορριμματικό κατάλοιπο της επιτάχυνσης. Με τον ίδιο τρόπο, το στοχαστικό και αισθαντικό τοπίο της γνώσης είναι το κατάλοιπο της υπερταχείας απόκτησης πτυχίων.
Ετσι, ένα σύνθημα όπως το ΖΗΣΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ παύει να παραπέμπει, έστω νοσταλγικά, σε περιόδους ευφορίας σαν τον παρισινό Μάη και γίνεται κεντρικό, επιθετικό σλόγκαν της Vodafone. Σε αντίθεση με τους πολιτικούς και τους διανοούμενους, οι διαφημιστές καταλαβαίνουν εγκαίρως τι είναι εκείνο που λείπει: η παλιά, πηγαία ζωή της αυθεντικής επικαιρότητας. Ούτε στην παιδεία, ούτε στο ταξίδι, ούτε στην καλλιέργεια της γης αφομοιώνουμε πλέον τη στιγμή, αλλά η στιγμή είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να πεταχτεί στη χοάνη της αχρηστίας το ταχύτερο, να σβηστεί και να ξεχαστεί. Το πένθος της κάθε στιγμής, της κάθε ώρας, της κάθε μέρας, της κάθε χρονιάς, το μετείκασμά της στην επόμενη και στη μεθεπόμενη, αντιμετωπίζεται σαν κάτι το αδιανόητο. Η επερχόμενη στιγμή πρέπει να είναι πάντοτε καινούρια, σαν προϊόν που θα πουληθεί.
Οσο για την Αριστερά, και αναφέρομαι στην Αριστερά που δείχνει επιτέλους να ξέρει από πού έρχονται τα χελιδόνια την άνοιξη, εκείνο που πρωτίστως και με ανυποχώρητο φανατισμό αποφεύγει να θίξει είναι ο φιλοσοφικά συζητήσιμος χαρακτήρας της αμήχανης συναίνεσής της σ’ αυτή την εξέλιξη, διότι η απάντηση δεν θα μπορούσε παρά να είναι ενοχοποιητική: φτάσαμε ώς εδώ ειδικά προσπερνώντας τη στιγμή, σαν ψυχικό αγκυροβόλιο του ανθρώπου και διαγράφοντάς την· τα καταφέραμε πιστεύοντας ότι η ζωή όχι μόνον δεν πρέπει να επιδιώκει την απεριόριστη διαπλάτυνση του αθρόου συμβάντος, τόσο σημαντικού άλλωστε για τη βαθμιαία συνειδησιακή αναπροσαρμογή των παιδιών και των εφήβων, αλλά οφείλει να εξαντλείται στη στρατηγική και στο «ορθολογικό» ξετύλιγμα πενταετών πλάνων, χώρια τα ανδραγαθήματα στην παπαγαλία, που ευφραίνουν τους καθοδηγητές. Η στιγμή της τωρινότητας κρίθηκε άχρηστη, διότι η απόλαυσή της ήταν ψυχικής τάξης. Ηδη το ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ! είχε γίνει πριν από λίγα χρόνια διαφημιστικό σλόγκαν ενός διάσημου αναψυκτικού, όταν έφηβοι-πρότυπα, εκτελώντας δύσκολες φιγούρες πάνω στο σκέιτ, απολάμβαναν τη στιγμή συμμετέχοντας μέσω φαντασιακών εκφορτίσεων αδρεναλίνης στην εκσπερμάτιση των φυσαλίδων του ανθρακικού. Οι διανοούμενοι θεώρησαν αυτή την πλαγίως διοχετευόμενη ενέργεια σπατάλη, την υποτίμησαν: κανείς δεν βρέθηκε να τη συσχετίσει με το αίτημα μιας εξέγερσης ενάντια στη δικτατορία μιας τεχνολογίας που είχε καταστήσει το παρόν ανυπόφορο· σερφάροντας, τα παιδιά κυνηγούσαν τον φωτοστέφανο της στιγμής που αιωνίως διαφεύγει.
Απέναντι σ’ αυτή την υφαρπαγή της αυθεντικότητας της εμπειρίας, η Αριστερά είχε μείνει εξαρχής απαθής, απορροφημένη από τον γρίφο των εσωκομματικών ισορροπιών. Ακόμη σήμερα, συμφωνεί με τους υπόλοιπους, είτε πρόκειται για τα ακαδημαϊκά στελέχη, είτε για τον Μπαράκ Ομπάμα, είτε για τις πολυεθνικές που διαφημίζουν τα προϊόντα τους μ’ έναν υπερθεματισμό της αξίας τού «αύριο», στο ότι επιβάλλεται να στραφούμε αποκλειστικά προς το μέλλον, δίχως αλληλεπίδραση με το εκκρεμές πένθος των βιωμάτων του παρελθόντος, τα οποία ματαίως περιμένουν να τα μετατρέψουμε σε διδάγματα. Και για την Αριστερά, λοιπόν, η θέση του αιτήματος ΖΗΣΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ είναι ήδη κατειλημμένη απ’ το απατηλό πνεύμα της «επικοινωνίας» αλά Vodafone, με αντιπαροχή το πολυθρύλητο ΚΟΙΤΑΖΩ ΜΠΡΟΣΤΑ και τις συναφείς μετωνυμίες του σημείου φυγής, όπου μετακυλίονται όλες οι υπεσχημένες ανταμοιβές της μελλοντολαγνίας. Αντί να ζήσουμε τη στιγμή, παρατείνοντάς την, αντιληφθήκαμε το ζην ως κάτι το στιγμιαίο.
Κοντολογίς, η εποχή, η γενική τάση, πίεζε να συλλάβουμε το ζην ως την αέναη διαδοχή εκείνου που έπαψε να υφίσταται (παρελθόν) κι εκείνου που δεν έφτασε ακόμη (μέλλον), σαν σε παρωδία του αριστοτελικού ορισμού του παρόντος. Καταλήξαμε, συνεπώς, στο ζωή= μηδέν, όπως ας πούμε στην εκπαίδευση, όπου η ζωή, η πραγματική ζωή που έπρεπε να ρέει ανάμεσα στις ψυχικές μαρμαρυγές των προσώπων μεγεθύνοντάς τες, συγχέεται σκόπιμα με τη ζωή ως συνεσταλμένο λειτουργικό μέγεθος που μελετάται απ’ τη βιολογία: «Η ζωή», γράφει ο Ζακ Τεστάρ, και με το δίκιο του, «είναι ένα θανάσιμο νόσημα που μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή». Μπείτε στο κύτταρο, σύντροφοι. Αυτό θα είναι, στο μέλλον, το στρατηγείο μας. Ηδη οι διασπάσεις των ομάδων θυμίζουν φράκταλ.
Οταν αναφερόμαστε στην αίσθηση του τέλους της Ιστορίας (και όχι βέβαια με την αφελή έννοια που δίνει ο Φουκουγιάμα), εννοούμε αυτή την άμβλυνση της μνήμης των αλληλοδιαδοχικών παρόντων, που έχασαν την τρισδιάστατη υφή τους. Μια παρόμοια άμβλυνση είναι, για τον ψυχισμό των παιδιών, εξουθενωτική. Φωτογραφίζοντας με τα κινητά τους τηλέφωνα το κάθε τετριμμένο στιγμιότυπο, τα παιδιά παύουν να θεωρούν τη στιγμή του παρόντος σαν τον τόπο όπου αίρεται η άρθρωση παρωχημένου/επικείμενου ώστε να επιτραπεί η εμβάθυνση των διαπροσωπικών σχέσεων, και υποχρεώνονται να μεταθέσουν τα συναισθήματά τους είτε στο παρελθόν (στο αρχείο) είτε στο μέλλον (στο ψυγείο), ενώ οι υπαινιγμοί των ταινιών του σινεμά γύρω απ’ την παλιά ρομαντική πίστη ότι «το παρόν διαρκεί όσο ένα ερωτικό φιλί» τους φαίνονται αδιάφοροι ή ευτράπελοι.
Ετσι, απ’ την πλευρά της, με ελάχιστες παραφωνίες, η Αριστερά δυσκολεύεται να καταλάβει ότι, αν τα παιδιά δυσανασχετούν και εξεγείρονται, δεν είναι διότι τους κλέβουν το μέλλον, όπως το θέτει λ.χ. ο Αλέξης Τσίπρας, αλλά διότι τους κλέβουν το παρόν, τους κατάσχουν την εφηβεία, απομακρύνοντάς τα απ’ το σημείο βρασμού των συμβάντων και αφαιρώντας τους τη δυνατότητα μιας ζωηρής συμμετοχής στον ενεστώτα των συγκινήσεων. Μέχρι και τα σπασικλάκια γκρινιάζουν για την έλλειψη χρόνου. Σχολείο, φροντιστήρια, βίντεο, SMS, Ιντερνετ, ερωτικές σχέσεις, συναισθηματικές διευθετήσεις, αλληλεγγύη, οικογένεια, σπορ, τα πάντα διεκπεραιώνονται μάλλον παρά συμβαίνουν, τα πάντα συνιστούν παράλληλα, ασύνδετα αθροίσματα και όχι διαλεκτικές αλληλουχίες γεγονότων -και μάλιστα διεκπεραιώνονται όλο και ταχύτερα, όλο και πιο ανώδυνα, όλο και πιο άψυχα, δίχως αντήχηση και δίχως σαφή, εντυπωμένα, επιβλητικά αναμνησιακά ίχνη. Περί αυτού πρόκειται: καθώς η ζωή τους γίνεται το βασικό απόβλητο, τα παιδιά πεθαίνουν από πλήξη1.
Ευτυχώς ή δυστυχώς, ξέρουν, ενστικτωδώς, ότι μια τέτοια πλήξη δεν αποτελούσε συστατικό της δυστυχίας των πατεράδων· οι τελευταίοι μπορεί να πείνασαν ή να στερήθηκαν κοινές απολαύσεις, όμως μετείχαν σ’ ένα φάσμα πραγματικότητας απείρως λιγότερο περιορισμένο. Ωστόσο οι πολυάσχολοι πατεράδες δεν είναι διαθέσιμοι σε αναπολήσεις και αναδρομές· είναι υπερβολικά (αλλά και βολικά) αφοσιωμένοι στο κυνήγι του επιούσιου, ανεξαρτήτως του αν ο επιούσιος συμπίπτει με το νέο μοντέλο της BMW. Το πολύ πολύ να μιλήσουν για το ματς της Κυριακής, όμως είναι ηλίου φαεινότερο ότι το παιδί δεν χρειάζεται τη συντροφιά ενός επιπλέον φίλου αλλά μάλλον έναν πατέρα, δηλαδή κάποιον εν ονόματι της λογικής και ηθικής υπευθυνότητας του οποίου θα μπορέσει να διακρίνει ανάμεσα στα εφήμερα κέρδη ενός δοκιμαζόμενου εγωισμού και στις γλυκύτητες της συμπόνιας, για τις οποίες τόσοι και τόσοι ειρωνεύτηκαν τόσους και τόσους κατά καιρούς -και ο πατέρας αυτός απουσιάζει. Λυπάται κανείς, όμως δεν εκπλήσσεται, στη σκέψη ότι μια τέτοια θεωρία των βαθύτερων αναγκών δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να ‘χε απασχολήσει τον μαρξισμό. Μαρξιστές και θεωρητικοί του φιλελεύθερου καπιταλισμού συμφωνούσαν ανέκαθεν ότι το ζήτημα είναι αποκλειστικά οικονομικής τάξης κι ότι ο άνθρωπος ήταν απλώς ένα πρόσχημα, ένα μέσο, για να κινείται το κεφάλαιο εδώ κι εκεί διαβρώνοντας τον χωροχρόνο των αριθμών και των δανείων. Η ζωή εξοφλείται με δόσεις.
Κτηνοτρόφοι και γονείς που εκτρέφουν παιδιά πρέπει να μοιραστούν τις επιδοτήσεις από το Πλαίσιο Στήριξης.
Οι αγρότες μισούν τις υποσχέσεις και τα παιδιά δεν αντέχουν να ζουν στον μέλλοντα, πόσω μάλλον τον τετελεσμένο, όπως στις δημοσκοπήσεις. Καλλιεργώντας τα σκουπίδια, περιμένοντας τη συγκομιδή, αναρωτούνται, όπως κι εμείς εξάλλου, αν το μέλλον θα χωρέσει τα φορτία του ανακυκλούμενου παρελθόντος· η ανακύκλωση δεν αφήνει πίσω της τίποτα. Το παρόν είναι η χωματερή του μέλλοντος.
Καταργείται άρα και το δικαίωμα στην τεμπελιά και στον ρεμβασμό, που αντιπροσωπεύει την ουσία της παιδικότητας. Το μέλλον είναι το παρόν εν ώρα εργασίας. Απεναντίας, το παρόν εν ώρα αναπαύσεως είναι αληθώς ο εαυτός του, αλλά τέτοιου είδους χαρές έχουν χαθεί απ’ το προσκήνιο. Μιλάω για το παρόν που στοιχειοθετείται ανάμεσα στο «θέλω» και το «δεν έχω», το παρόν της επιθυμίας ως υποκειμενικότητας που καίει. Οι έφηβοι, φέρ’ ειπείν, συνειδητοποιούν τη φρικίαση του παρόντος λίγο πριν απ’ τις εξετάσεις, όταν οι προσταγές τούς επιβάλλουν εμφατικά «να σκεφτούν το μέλλον τους». Ομως δεν έχει σημασία το να χάσεις το λεωφορείο, παίρνεις το επόμενο· δεν έχει σημασία το αν θα σε παρατήσει το κορίτσι σου, βρίσκεις το επόμενο, δεν έχει σημασία το να αποτύχεις σε ένα τεστ, θα περάσεις το επόμενο, όλα παραπέμπουν στην αμέσως επόμενη εκδοχή του εαυτού τους μέσα σε κλίμα επιταχυνόμενης ανταπόκρισης και συνάμα αδιαφορίας. Δεν έχει σημασία κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα στο κινητό, θα λάβεις το επόμενο. Αυτή η απάθεια είναι, ενδεχομένως, κατά ένα μέρος υποκριτική, σαν εξωτερίκευση της αμηχανίας που παράγεται ως ψυχικό κατάλοιπο απ’ την αυτόματη προσαρμογή στο στιλ της εποχής· ίσως πάλι δηλώνει προϊούσα, γνήσια παραίτηση από το ενδιαφέρον των σημασιών, αφού αυτές οι τελευταίες μόνον ενδιαφέρουσες δεν είναι. Οποιος λοιπόν υπερασπίζεται με ειλικρίνεια τα παιδιά, οφείλει να παραδεχθεί πως αυτή η παραίτηση είναι δικαιολογημένη. Δεν μας μιλάνε όχι διότι δεν τους ακούμε αλλά επειδή δεν τους απευθύνουμε καν τον λόγο. «Διάβασες;» «Εφαγες;» Κι εκεί τελειώνει.
(Συνεχίζεται.)
1. Θυμάμαι τη ζωή στον Ναυτικό Ομιλο της Κέρκυρας στη δεκαετία του ’60, όπου 10 έως 15 παιδιά, σε όλες τις βαθμίδες της εφηβείας, ζούσαμε μια πλήρη, περιπετειώδη ζωή, στις παραλίες, από το πρωί μέχρι το βράδυ. Με πρόσχημα την ιστιοπλοΐα είχαμε αφήσει τους εαυτούς μας να υιοθετηθούν απ’ την ίδια τη θάλασσα – πρώτοι έρωτες, φιλίες, τσακωμοί, σκασιαρχείο, όλων των ειδών τα παιχνίδια, μάθημα αγγλικών με τους τουρίστες, ακόμη και προσωρινή εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας, όλα περνούσαν από κει, ήταν το θέατρο των συμβάντων. Σε μια επίσκεψη που έκαναν 35 χρόνια αργότερα είδα παιδιά που δεν γνωρίζονταν καν μεταξύ τους, να κατεβαίνουν στον όμιλο με το αυτοκίνητο, συνοδευόμενα απ’ τους γονείς τους και κρατώντας ένα σακ βουαγιάζ με την επώνυμη φόρμα, άλλαζαν σιωπηλά ή βαριεστημένα και έκαναν προπόνηση για δύο ώρες, μέχρι να ξανάρθει το αυτοκίνητο και να αποχωρήσουν, με τρόπο εξίσου μοναχικό, για την επόμενη προγραμματισμένη ενασχόληση. Ρώτησα τον Κώστα Πρίφτη, έναν παλαίμαχο φίλο μου, αν υπήρχε εκεί πέρα έρωτας, εννοώντας έρωτας για τη θάλασσα, για τις παρέες, για το καλοκαίρι κ.λπ. Μου απάντησε, το θυμάμαι ακόμη: «Αυτό ξέχνα το!».

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Σ' αυτές τις μέρες πουρχονται κρατειστε λίγη αγάπη ...(το πρωτοεγραψα εκεινον τον ΔΕΚΕΜΒΡΗ 15/12/2008


Σε τούτα τα Χριστούγεννα σκεφτείτε και τα νιάτα

που Σφύζουν μες τη Νιότη τους κι είναι ορμή Γεμάτα



Σ' αυτές τις μέρες των Γιορτών σκεφτείτε τα Παιδιά σας

ακόμα κιαν Λιθοβολούν, κρατείστε τα Αγκαλιά σας







Σ' αυτές τις μέρες που' ρχονται κρατειστε Λίγη Αγάπη

και των Παιδιών που Μάχονται Μη βγάζετε το Μάτι




Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Δύο χρόνια από την εξέγερση του Δεκέμβρη


Δύο χρόνια από την εξέγερση του Δεκέμβρη
Αφιέρωμα του Red Notebook: «1000 λέξεις για τον Δεκέμβρη»
 
Από την Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου και μέχρι τις 21 του μήνα, το Red Νotebook θα φιλοξενεί κείμενα φοιτητών, εκπαιδευτικών, αγωνιστών της ριζοσπαστικής αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου, καθώς και διανοουμένων που πήραν μέρος (ή θέση υπέρ) στα γεγονότα μετά τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου.

Στο αφιέρωμα συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, οι: 

Μάνια Σωτηροπούλου
 (μέλος του Συντονιστικού Μαθητών Αλέξης Γρηγορόπουλος) [κείμενο]
Παναγιώτης Σωτήρης (πανεπιστημιακός, περιοδικό Εκτός Γραμμής,Συντονιστικό  ΑΝΤΑΡΣΥΑ) [κείμενο]
Σταυρούλα Πουλημένη (μεταπτυχιακή φοιτήτρια, alterthess.gr, συμπαραγωγός του ντοκυμανταίρ «Οργισμένος Δεκέμβρης») [κείμενο]
Θανάσης Τσακίρης 
(πολιτικός επιστήμονας) [κείμενο]
Σίσσυ Βελισσαρίου (πανεπιστημιακός) [κείμενο]
Θανάσης Σκαμνάκης (εφημερίδα Πριν[κείμενο]
Αλίκη Κοσυφολόγου (μέλος ΚΣ Νεολαίας Συνασπισμού) [κείμενο]
Ηρώ Διώτη (βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ) [κείμενο]
Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος (υπ. διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης) [κείμενο]
Δημήτρης Παπανικολόπουλος (πολιτικός επιστήμονας) [κείμενο]
Άρης Χατζηστεφάνου (συγγραφέας του βιβλίου-λευκώματοςΔεκέμβρης ΄08: Ιστορία Ερχόμαστε, δημοσιογράφος, Τhe Press Project)[κείμενο]
Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης (ιστορικός) [κείμενο]

Ο Δεκέμβρης και οι προβολές του στο σήμερα Νικόλας Σεβαστάκης αναδημοσιευση απο το rednotebook.gr


Ο Δεκέμβρης και οι προβολές του στο σήμερα
πηγη
http://rednotebook.gr/index.php
Πολλοί φαντάζονται μια επερχόμενη κοινωνική θύελλα ως ένα είδος μυθικής επανάληψης ενός Δεκέμβρη. Ο Δεκέμβρης τροφοδοτεί τις μεσσιανικές προσδοκίες ενός ολόκληρου χώρου και όχι μόνο εκείνων που διαβάζουν την Ιστορία ως μια σειρά εφόδων της αγνής βούλησης εναντίον της ρουτίνας και των «δομών». Αλλά μια τέτοια κατάχρηση του παρελθόντος είναι μάταιη
 
Κρίνοντας εν θερμώ ένα τόσο σημαντικό συμβάν της ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας όπως η παρισινή Κομμούνα, η Γεωργία Σάνδη, συγγραφέας με προέλευση από τη μετριοπαθή Αριστερά της εποχής της, σημείωνε ότι αυτά που συμβαίνουν τώρα στο Παρίσι είναι απλώς ένα ‘γεγονός’ (fait) που δεν έχει καμιά πολιτική και ιστορική σημασία. Η Κομμούνα, έλεγε, δεν θα αφήσει τίποτα πίσω της αφού συνιστά ένα επεισόδιο συλλογικής μέθης δίχως καμιά αξία για τους φιλοσόφους[1].

Αν ένας τέτοιος παρατηρητής μπορούσε να κάνει μια τέτοια εξωφρενικά άστοχη υπόθεση για ένα από τα ιδρυτικά γεγονότα της δημοκρατικής και επαναστατικής νεωτερικότητας, τι θα μπορούσε άραγε να πει για τον ελληνικό Δεκέμβρη του 2008; Μάλλον θα συνυπόγραφε την γνώριμη σε πολλούς Έλληνες διανοουμένους απαξιωτική τοποθέτηση που συμπυκνώνεται στη φράση: πολύ κακό για το τίποτα. Ο Δεκέμβρης εξαρχής και ιδίως στη συνέχεια θεωρήθηκε από πολλούς ως μια κραυγή δίχως νόημα, ένα θερμό αστυνομικο-δημοσιογραφικό χρονικό, ένα «φεστιβάλ» βίας και μιμητικών σκιρτημάτων αντίδρασης. Οπότε, εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς, ότι δεν αξίζει τον κόπο να ασχολείται κανείς, πολιτικά, μαζί του.

Το πρόβλημα ωστόσο με πολλές από τις ερμηνείες αλλά και τις «οικειοποιήσεις» του Δεκέμβρη βρίσκεται νομίζω στην μια ή άλλη αυταπάτη καθαρότητας. Οι προβολές της ιδεολογίας διαμεσολαβούν προφανώς τις πρακτικές, τους λόγους, τις πολλαπλές χειρονομίες για να φτιάξουν την πρότυπη και αρεστή εικόνα του Δεκέμβρη. Έτσι για παράδειγμα ο κοινωνικός αναρχισμός προβάλλει κυρίως το αμεσοδημοκρατικό μήνυμα της εξόδου από την πλάνη της αντιπροσώπευσης, η ριζοσπαστική αριστερά επιμένει στον λανθάνοντα αντικαπιταλισμό μιας αυθόρμητης κινητοποίησης, οι λογής «εξεγερσιακοί ατομικιστές» θαμπώνονται πάντοτε από τις φλόγες της εξέγερσης εναντίον της «τάξης». Αντίστοιχα, οι παιδαγωγοί βλέπουν την κρίση ταυτότητας μεσοαστών εφήβων και μετα-εφήβων ενώ ποικίλοι τιμητές καταδικάζουν τον Δεκέμβρη ως το ίδιο το νεοελληνικό μικροαστικό χάος που ενίοτε παρέχει στην «ανομία» ιδεολογικά διαπιστευτήρια ανατρεπτικότητας.

Για όλα αυτά έχω μιλήσει και δεν θέλω να επαναλάβω πράγματα ειπωμένα. Αυτό που αξίζει να σκεφτούμε σήμερα, δυο χρόνια μετά, είναι κάτι διαφορετικό προς τις μυθικές ή απομυθευτικές, φετιχιστικές ή «περιφρονητικές» πιρουέτες γύρω από τον Δεκέμβρη. Να αναγνωρίσουμε σε αυτό το σύνθετο συμβάν την αντίφαση και τις εντάσεις που διαπερνούν κάθε κοινωνική έκρηξη σε εποχές μεγάλης ρευστοποίησης των παραδοσιακών κοινωνικών και πολιτικών συμβολαίων. Εκ των υστέρων και με βάση τις πυκνές εμπειρίες του τελευταίου χρόνου μπορούμε να πούμε ότι ο Δεκέμβρης και «έδειξε» και «σήμανε» πολλά. Ότι δηλαδή δεν υπήρξε μια μαύρη τρύπα του νοήματος, αλλά μια βίαιη πύκνωση των αφανών διεργασιών μιας ολόκληρης περιόδου. Θα αναφέρω χαρακτηριστικά τρία σημεία:

-  Την αδυναμία των πολιτικών μηχανισμών, ακόμα και αυτών που θέλουν να εκφράζουν την πιο «αμιγή» αντιπαλότητα στην παραδοσιακή πολιτική, να εκπροσωπήσουν υπαρκτά τμήματα της κοινωνίας τα οποία δυσφορούν ή συμπιέζονται ασφυκτικά από τις διαδικασίες της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.
-   Την απότομη πτώση προσδοκιών και την κρίση ταυτότητας και προσανατολισμού της περίφημης μεσαίας τάξης, κρίση η οποία αντανακλά με ξεχωριστή ένταση στις νεότερες ηλικίες της.
-   Το τέλος του μεταπολιτευτικού συμβολαίου της ευημερίας και το πέρασμα σε μια φάση διαρκούς λιτότητας με τους όρους ενός νεοφιλελευθερισμού της δομικής αναμόρφωσης.

Η αντιφατικότητα του Δεκέμβρη δεν οφείλεται, όπως λένε πολλοί στην ανανεωτική αριστερά, στο γεγονός ότι οι αντιεξουσιαστικοί κώδικες «καθόρισαν» το πεδίο εις βάρος της «πολιτικής», εις βάρος της παραγωγικότητας των πολιτικών αιτημάτων, της θετικότητας που πρέπει να διαθέτει ένα κοινωνικό κίνημα κλπ. Η αντίφαση ή αλλιώς οι «ακάθαρτες» πλευρές του Δεκέμβρη, οι πλευρές εκείνες που ενδεχομένως ενόχλησαν, σόκαραν και δημιούργησαν ανάμικτα αισθήματα, είναι η ίδια η αλήθεια της στιγμής που ζούμε και σήμερα. Αυτή η αλήθεια περιέχει μια διαρκή ταλάντωση μεταξύ δυσφορίας και αισθημάτων συλλογικής αδυναμίας, μεταξύ θυμού και κυνισμού, μεταξύ της επιθυμίας για έξοδο από το άγος της κρίσης και μιας κοινωνικής κόπωσης που εμποδίζει την πολιτική φαντασία να προχωρήσει πέρα από τη στιγμή της άρνησης και της αυτοανάλυσης.

Το ότι ο Δεκέμβρης δεν περιέκλειε μόνο ενέργεια και διαθεσιμότητα (σύγκρουσης), αλλά και βουβή κόπωση και βάθος αμηχανίας, φάνηκε στη συνέχεια. Και μπορεί να πει κανείς ότι αυτή του η «διπλότητα» (ύψωση της έντασης/ κόπωση, εξέγερση/ βύθιση στις σιωπές του κοινωνικού) είναι ο μυστικός κώδικας που ρυθμίζει τη συγκυρία ολόκληρη.

Το βλέπουμε σήμερα: πολλοί φαντάζονται μια επερχόμενη κοινωνική θύελλα ως ένα είδος μυθικής επανάληψης ενός Δεκέμβρη. Ο Δεκέμβρης τροφοδοτεί τις μεσσιανικές προσδοκίες ενός ολόκληρου χώρου και όχι μόνο εκείνων που διαβάζουν την Ιστορία ως μια σειρά εφόδων της αγνής βούλησης εναντίον της ρουτίνας και των «δομών». Αλλά μια τέτοια κατάχρηση του παρελθόντος είναι μάταιη και παραπλανητική. Πρέπει να πάμε παρακάτω, να αρνηθούμε τους κακέκτυπους μεσσιανισμούς, τους ευσεβείς πόθους και τα παιχνίδια της «οικειοποίησης», την ιδεολογική μυστικοποίηση.

Το ζητούμενο σήμερα είναι πιστεύω η υπέρβαση των περιφρονητικών και των αποθεωτικών προβολών αυτού του γεγονότος. Και μια τέτοια υπέρβαση προϋποθέτει ότι σκύβουμε σοβαρά πάνω από τις νέες θεσμικές και υλικές αρχιτεκτονικές που δημιουργεί η κρίση. Μια τέτοια υπέρβαση απαιτεί συλλογικές απαντήσεις στην ολιγαρχική εκτροπή της κυρίαρχης πολιτικής τάξης αλλά και στην βίαιη αναδιάρθρωση υπέρ ενός «καθαρού» και επιθετικού καπιταλισμού.

Μέσα στον Δεκέμβρη αναδύθηκαν διάχυτες επιθυμίες ισότητας, αρνήσεις ενός αντικοινωνικού μοντέλου «ανάπτυξης», αναζητήσεις νέων πηγών κοινωνικής αλληλεγγύης πέρα από τις ιεραρχίες του πλούτου και του status. Αυτές οι απαιτήσεις έχουν μια ηθικοπολιτική βαρύτητα που πρέπει να ενδιαφέρει κάθε ριζοσπαστική δύναμη πέρα από ιδεολογικές και κοσμοθεωρητικές «καθαρότητες». Ωστόσο ο ίδιος ο Δεκέμβρης δεν προσφέρει απαντήσεις στα διλήμματα και στις σύνθετες απορίες της περιόδου που ζούμε. Ζητώντας από εκείνες τις μέρες να φωταγωγήσουν τις αμηχανίες και τις ανεπάρκειες του σήμερα δεν αποδίδουμε δικαιοσύνη στο γεγονός. Επενδύουμε απλώς στη φαντασμαγορία του. Και αυτό ενίοτε είναι χειρότερο και από την ξεκάθαρη περιφρόνηση του τιμητή…


Ο Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

[1] George Sand, Επιστολή στον Αλέξανδρο Δουμά Υιό, 22 Απριλίου 1871, Στο Correspondance, τ.6, σ. 115.

Πηγή: Alterthess

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Η εξέγερση του Δεκέμβρη και η κομμουναλιστική προοπτική(αναδημοσιευση μιας παλιας αναλυσης απο την Κίνηση για τον Ελευθεριακό Δημοτισμό )


Η εξέγερση του Δεκέμβρη και η κομμουναλιστική προοπτική

04/04/2009 at 3:33 μμ (Αναλύσεις)
«Οι δημοτικές αρχές φυσικά είναι εξ ορισμού ευάλωτες, αφού η

πολιτική τους επιτυχία εξαρτάται από την πεποίθηση ότι αντιπροσωπεύουν
τους πολίτες και όχι κάποια έξωθεν κυβέρνηση ή τους εντολοδόχους της.
Εξ ου ίσως και η κλασσική γαλλική παράδοση, οι εξεγερμένοι να κινούν για
το δημαρχείο και όχι για τα βασιλικά ή τα αυτοκρατορικά ανάκτορα, και να
ανακηρύσσουν εκεί την προσωρινή κυβέρνηση, όπως στα 1848 ή στα 1870».


Eric Hobsbaum, «Πόλεις και εξεγέρσεις»
Τη νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου του 2008, η φονική αστυνομική σφαίρα που καρφώθηκε στο στήθος του μαθητή Αλέξη Γρηγορόπουλου, έσπασε τον απατηλό καθρέφτη της κοινωνικής ειρήνης και ανέδειξε τις δυνάμεις της άρνησης που εργάζονται ακατάπαυστα στην καρδιά της κοινωνίας. Μια αμείλικτη αλήθεια εξαπλώθηκε δυναμικά: το υπάρχον κοινωνικο-οικονομικό σύστημα βρίσκεται σε ριζική σύγκρουση με τη ζωή και τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών.
Τα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας ήταν ακόμα οξυμένα από τον πρόσφατο αγώνα των φυλακισμένων για τα δικαιώματά τους, με μαζικές απεργίες πείνας. Ένα μεγάλο κύμα αλληλεγγύης είχε βοηθήσει αυτόν τον αγώνα να εκπληρώσει ένα μέρος των στόχων του. Το προηγούμενο διάστημα, τα περιστατικά αστυνομικής κτηνωδίας διαδέχονταν το ένα το άλλο. Η δολοφονία του Γρηγορόπουλου επέκτεινε την αλληλεγγύη σ’ όλα τα θύματα της κρατικής βίας και ανέπτυξε την οργή σ’ έναν άνευ προηγουμένου βαθμό. Όλες οι γελοίες αναφορές περί «μεμονωμένου περιστατικού» κατέρρευσαν. Και δικαίως, όπως κατέδειξαν τόσο οι μέρες που ακολούθησαν, με τους εκφοβιστικούς πυροβολισμούς και τη χρήση όπλων εκ μέρους της αστυνομίας εναντίον των διαδηλωτών, όσο και τα χρόνια που προηγήθηκαν.
Η αντίδραση ήταν άμεση και δυναμική. Την ίδια τη νύχτα της δολοφονίας, ενώ τα ΜΜΕ είτε «αγνοούσαν» το γεγονός της δολοφονίας είτε απλώς ανέφεραν αόριστα κάποια συμπλοκή με πυροβολισμούς, η αλήθεια διαδίδονταν αστραπιαία, στόμα με στόμα, με μηνύματα και τηλεφωνήματα, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξε το ίντερντετ και κυρίως το ελληνικό indymedia. Δυναμικές διαδηλώσεις σχηματίστηκαν σ’ όλη την Ελλάδα οι οποίες στράφηκαν ενάντια στα όργανα του συστήματος που ευθυνόταν γι’ αυτή τη δολοφονία, δηλαδή ενάντια στους αστυνομικούς και τα αστυνομικά τμήματα. Οι στόχοι της λαϊκής οργής δεν άργησαν να συμπεριλάβουν σταδιακά κι άλλα υποστυλώματα της ιεραρχικής και εκμεταλλευτικής κοινωνίας που όπλισε τον φονιά, όπως τις τράπεζες ή τα πολυτελή καταστήματα του καταναλωτισμού.
Μια μεγαλειώδης κοινωνική εξέγερση ακολούθησε η οποία άντλησε τη δύναμή της, όχι μονάχα από την αφορμή της κρατικής καταστολής, αλλά και από τις τεράστιες ταξικές αντιθέσεις που οξύνονται τα τελευταία χρόνια γεννώντας εξαθλίωση και μαζική ανεργία, και από τις ιεραρχικές σχέσεις που αλλοτριώνουν και εκμηδενίζουν τη ζωή των πολιτών. Η εξέγερση αυτή αποτέλεσε κυρίως έκφραση οργής και αγανάκτησης. Οι τελευταίες, δεν μετουσιώθηκαν ρητά σε επαναστατικές διεκδικήσεις και δεν υποστηρίχθηκαν με σταθερότητα και οργάνωση κάποια συγκεκριμένα αιτήματα. Αυτό παραμένει ένα μειονέκτημα παρότι πολλά αιτήματα προβλήθηκαν, αν και ρεφορμιστικού βασικά χαρακτήρα, τα οποία ωστόσο συνεχώς ριζοσπαστικοποιούνταν, από την απαίτηση να τιμωρηθεί ο δολοφόνος, να αφοπλιστεί η αστυνομία, να παραιτηθεί η κυβέρνηση κ.α. Η παρατήρηση αυτή δεν μειώνει φυσικά το μέγεθος και τη σημασία της εξέγερσης.[1]
Ο βίαιος χαρακτήρας της εξέγερσης
Ομολογουμένως, η βίαιη αντίδραση ήταν ισχυρή και μαζική σε τέτοιο βαθμό που καθιστά αδύνατη την υπόθεση ότι διεκπεραιώθηκε από αναρχικούς. Η τροπή των γεγονότων τις επόμενες μέρες έδειξε ότι στις άγριες συγκρούσεις συμμετείχαν μαθητές και φοιτητές, μετανάστες, και εργαζόμενοι όλων των ηλικιών, αλλά κυρίως οικονομικά εξασθενημένοι. Δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στις υστερικές απαιτήσεις του συστήματος και να καταδικάσουμε τη βία στην οποία επιδόθηκαν όλες αυτές οι ομάδες. Παρά την προπαγάνδα των ΜΜΕ, είναι εξακριβωμένο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των στόχων είχαν αντικρατικό και αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα. Επίσης, η βία των διαδηλωτών δεν συγκρίνεται με τη βία του ίδιου του συστήματος. Για παράδειγμα, μερικές σπασμένες βιτρίνες αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στην επίθεση που δέχονται οι μικρομεσαίοι μαγαζάτορες από τους καπιταλιστές και τις ανοιχτές αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δυστυχώς σε σημαντικό βαθμό αυτοί οι μικροϊδιοκτήτες, χωρίς να αντιλαμβάνονται το πραγματικό συμφέρον τους ενάντια στο σύστημα, στράφηκαν ενάντια στην εξέγερση). Πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι οι δυναμικές συγκρούσεις έφεραν δημοσιότητα στη δολοφονία και την εξέγερση, καθώς και μία αυξανόμενη, τις πρώτες ημέρες, μέριμνα γι’ αυτήν.
Μια μικρή παρένθεση που αφορά τα ΜΜΕ είναι εδώ απαραίτητη. Τα ΜΜΕ ούρλιαζαν ενάντια στην εξέγερση, παρουσιάζοντας εξαρχής τη δολοφονία ως «μεμονωμένο περιστατικό» και συνιστώντας «πολιτισμένη» αντίδραση. Αυτό είναι σαφές και πρέπει να κλείσει το στόμα κάποιων ηλίθιων που ισχυρίζονται ότι τα ΜΜΕ δημιούργησαν την εξέγερση. Την ίδια στιγμή όμως που τα ΜΜΕ επιδίδονταν σε διαγωνισμό κοσμιότητας, συνέχιζαν να προβάλλουν μετά μανίας τις βίαιες συγκρούσεις, προς άγραν τηλεθέασης, αγνοώντας συγχρόνως τις καθημερινές μαζικές πορείες χιλιάδων ατόμων όταν ήταν ειρηνικές.
Ωστόσο, από την πλευρά μας, η βία δεν μπορεί να αποτελεί τη βασική πολιτική πρόταση για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν την απορρίπτουμε για λόγους αρχής και θεωρούμε ότι μπορεί σε συγκεκριμένες συνθήκες να είναι απόλυτα νομιμοποιημένη. Ένα εύλογο παράδειγμα αποτελεί η καθόλα δίκαιη εξέγερση των νέων στα παρισινά προάστια, πριν από λίγα χρόνια, η οποία εν τέλει ενδυνάμωσε τον Σαρκοζύ και την αντιδραστική πολιτική του. Μία εξέγερση γεννά πλειάδα πολιτικών δυνατοτήτων ωστόσο κρίσιμη είναι η πολιτικοποίηση και ριζοσπαστικοποίησή της. Η αυθορμησία οφείλει να είναι διαπαιδαγωγημένη (για να θυμηθούμε τον Μπούκτσιν) και ο αγώνας πρέπει να είναι συλλογικά και υπεύθυνα οργανωμένος.
Οι εκκλήσεις για «ατομική εξέγερση» και «αυτόνομη έκφραση» στις συγκρούσεις με την αστυνομία και τις υπόλοιπες βίαιες ενέργειες, αποτελούν αντίδραση που επιβεβαιώνει και νομιμοποιεί την κατεστημένη τάξη όταν αυτή εξολοθρεύει τα αληθινά υποκείμενα μέσω του καθημερινού ψευτο-ατομικισμού. Η επιτιθέμενη «ορδή» (δηλαδή ένα σώμα από εξεγερμένες «ατομικότητες» που δεν έχουν συνείδηση των κοινών συμφερόντων τους και κατά συνέπεια μένουν ανοργάνωτες), όσο παραμένει εγκλωβισμένη στην ατομική εκτόνωση έναντι ενός ακαθόριστου εχθρού, υποκύπτει στη διάλυση εντός μίας μάζας που δεν θίγει εν τέλει τους κυρίαρχους. Κάτι που αποτελεί μικρογραφία της σύγχρονης κατάστασης στην οποία οι άνθρωποι αδυνατούν να διακρίνουν έστω αμυδρά τον πραγματικό εχθρό, μέσα στις καταιγιστικές διαδικασίες ταύτισης της μαζικής και καταναλωτικής κοινωνίας. Μπορεί βέβαια να δοθεί μία εξήγηση για την παραπάνω στάση καθώς, όπως γράφει ο Τζάκομπυ, «η λατρεία της υποκειμενικότητας αποτελεί άμεση αντίδραση στην έκλειψή της». Δυστυχώς, μία τέτοια αντίδραση ενισχύει αυτή την έκλειψη αντί να την καταπολεμήσει.
Η αντίδραση του Κράτους και της κυβέρνησης
Φυσικά, το Κράτος και η αστυνομία δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια παρακολουθώντας παθητικά την εξέγερση να αναπτύσσεται. Μέχρι τις 13 Δεκεμβρίου (μία εβδομάδα μετά τη δολοφονία) έγιναν 258 προσαγωγές, 176 συλλήψεις (οι 100 εκ των οποίων αφορούσαν μετανάστες), 24 προφυλακίσεις και 32 καταδίκες (πολλές απ’ αυτές με χρήση του τρομονόμου). Εκπληκτικό παραμένει το γεγονός ότι αυτή η γιγάντια καταστολή δεν σταμάτησε τις διαδηλώσεις και η εξέγερση συνεχίστηκε με πολλούς τρόπους. Το σύστημα χρησιμοποίησε μεγάλο μέρος του επίσημου και ανεπίσημου οπλοστασίου του για να καταπνίξει άμεσα την εξέγερση (απειλές, αστυνομική κτηνωδία βίας και χημικών, φασίστες που αυτοπαρουσιάζονταν ως «αγανακτισμένοι πολίτες» και πολλά άλλα μέσα).
Αλλά η εξέγερση επέμενε. Αυτό βεβαίως καταδεικνύει τη δύναμη του λαού απέναντι στους κρατικούς μηχανισμούς καταστολής. Η κυβέρνηση και η αστυνομία, ιδιαίτερα τις πρώτες ημέρες, ήταν σε μεγάλο βαθμό απονομιμοποιημένες και καταδικασμένες στη συνείδηση των πολιτών, και γι’ αυτό αντέδρασαν σπασμωδικά και μη συστηματικά. Αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν μία μετριοπαθή στάση και τακτική τις πρώτες μέρες που ένα κύμα οργής σάρωνε τη χώρα. Έπρεπε να περιμένουν να πιάσουν τόπο τα υστερικά ουρλιαχτά των ΜΜΕ εναντίον της υποτιθέμενης «τυφλής βίας» των διαδηλωτών και οι απεγνωσμένες φωνές: «που είναι το Κράτος;», για να κερδίσουν λίγη υποστήριξη από την κοινή γνώμη και να επιδοθούν στη συστηματική βία.
Η κυβέρνηση ένιωσε το έδαφος κάτω από τα πόδια της να τρέμει και επιδόθηκε σε κάποιες αμήχανες και πανικόβλητες κινήσεις. Ο πρωθυπουργός, επί παραδείγματι, ζήτησε από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες να ακυρώσουν την προαποφασισμένη (πριν από τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου) διαδήλωσή τους για τις 10/12/2008. Φυσικά γνώριζε πως το πιθανότερο ήταν ότι τα συνδικάτα, τα οποία πρόσκεινται στην αντιπολίτευση, θα διαφωνούσαν. Όμως βρισκόταν σε τέτοια θέση που αναγκάστηκε να δοκιμάσει οτιδήποτε για την αποκλιμάκωση της κρίσης (τα συνδικάτα αυτά, παρότι αρνήθηκαν την πρόταση του πρωθυπουργού δείξανε βέβαια πως αποτελούν φυσικούς συμμάχους του συστήματος, επιδιδόμενα σε διαδηλώσεις απολύτως ρεφορμιστικών αιτημάτων, εν καιρώ εξέγερσης). Τον πανικό της έδειξε η κυβέρνηση και με άλλους χαρακτηριστικούς τρόπους: τι άλλο προδίδει η χρήση των ειδικών αντιτρομοκρατικών κατασταλτικών μονάδων (ΕΚΑΜ), ο «κίτρινος συναγερμός» εντός του στρατεύματος και η σπορά των φημών περί επέμβασης του στρατού[2], τα παρακάλια και οι φοβέρες των ευρωβουλευτών της για συμπαράσταση από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και πολλά άλλα;
Ο ρόλος των κομμάτων
Εξόφθαλμη ήταν η απουσία μίας επαναστατικής οργάνωσης με αντικαπιταλιστικό και αντι-ιεραρχικό προσανατολισμό που θα μπορούσε οργανωμένα να συμμετέχει και να προτείνει με συνέπεια διεξόδους για την κλιμάκωση του αγώνα. Από τις υπάρχουσες μαζικές οργανώσεις με συγκεκριμένη ιδεολογική ταυτότητα δεν είδαμε τίποτα. Το ΚΚΕ ήταν για άλλη μια φορά πλήρως απομονωμένο από έναν αγώνα που δεν υπόκειται στον απόλυτο έλεγχό του. Την ώρα που η κοινωνία, ιδεολογικά αλλά και πρακτικά, στρεφόταν δυναμικά ενάντια σε κάποιους αστικούς θεσμούς, το ΚΚΕ αποφάσισε πως για τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου ευθύνονται εξίσου το σύστημα και όσοι χρησιμοποιούν βίαιες στρατηγικές εναντίον του. Συμπορεύτηκε έτσι με τους ιδεολόγους του συστήματος που έλεγαν πως για τη δολοφονία υπεύθυνη είναι η ανοχή της κυβέρνησης απέναντι στη βία των αναρχικών και στο «άσυλο» των Εξαρχείων (ένα ιδιαίτερο άσυλο ομολογούμε, με διμοιρίες και ενόπλους σε κάθε γωνία!). Έτσι, η κριτική του ΚΚΕ εξαπολύθηκε κυρίως εναντίον των αναρχικών και των κοινοβουλευτικών του ανταγωνιστών, ενώ η πρακτική του εξαντλήθηκε σε πορείες αποκομμένες από τα γεγονότα. Δεν υπήρχαν εκ μέρους του προτάσεις για την κλιμάκωση του αγώνα, αντιθέτως υπήρχαν ακόμα και ακραίες θεωρίες συνωμοσίας για την αποκλιμάκωσή του. Την κορύφωση αυτής της προσπάθειας αποτέλεσε ο ισχυρισμός της Αλέκας Παπαρήγα ότι την εξέγερση οργάνωσαν ελληνικές και ξένες μυστικές υπηρεσίες! Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Οικολόγοι-Πράσινοι περίμεναν το τέλος της εξέγερσης για να μετρήσουν σε ψήφους το κέρδος τους (που εν τέλει ήταν μάλλον ζημία). Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδόθηκε σε ατελείωτα ρεσιτάλ υποκρισίας και καιροσκοπισμού, μιλώντας για δίκαιη εξέγερση και ταυτοχρόνως καταδικάζοντας τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται, δικαιώνοντας έτσι την μπότα του συστήματος στο πρόσωπο των θυμάτων του. Οι Οικολόγοι-Πράσινοι αναλώθηκαν σε σειρά εκδηλώσεων τύπου Γκάντι (μόνο πολύ πιο περιθωριοποιημένες) και η συμβολή τους περιορίστηκε στο να ζητήσουν τον υπηρεσιακό φάκελο του δολοφόνου (ανέλαβαν άραγε ρόλο εισαγγελέα;) και να προτείνουν ψήφο από τα 16 (φαίνεται ο πιο ολοκληρωμένος άνθρωπος που φαντάζονται είναι ο ψηφοφόρος). Οι λοιπές οργανώσεις είχαν πολύ μικρή επιρροή και κάποιες πρόβαλλαν το, ρεφορμιστικό από μόνο του, αίτημα «να πέσει η κυβέρνηση».
Οι συνελεύσεις γειτονιάς
Φυσικά, η ίδια η εξέγερση βρήκε δημιουργικές διεξόδους αυτοέκφρασης. Πέρα από τις πορείες και τις συγκρούσεις, έλαβαν χώρα καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων, δημαρχείων και γραφείων συνδικαλιστικών ηγεσιών, μέσων μαζικής ενημέρωσης (ραδιοφώνων και τηλεόρασης), παρεμβάσεις σε θέατρα, κινηματογράφους κ.λπ..[3] Αλλά η σημαντικότερη εξέλιξη από την κομμουναλιστική σκοπιά ήταν η δημιουργία λαϊκών συνελεύσεων (οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις συνοδεύονταν από κατάληψη δημαρχείων). Στην Αθήνα (Αγ. Δημήτριος, Χαλάνδρι κ.α.), τη Θεσσαλονίκη (Συκιές, Άνω Πόλη κ.α.) και την υπόλοιπη Ελλάδα (π.χ. Ιωάννινα), οι συνελεύσεις αυτές, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένες και μαζικές, αποτέλεσαν την κορύφωση της εξέγερσης. Η δολοφονία του Γρηγορόπουλου κατέδειξε ότι η αστυνομία και άλλοι θεσμοί είναι διαχωρισμένοι από την κοινωνία και δεν ελέγχονται από τους πολίτες. Αυτές οι συνελεύσεις διαμόρφωσαν έναν δυνητικό δημόσιο χώρο όπου η ολότητα της κοινωνικής ζωής μπορεί να ανακτηθεί από τον λαϊκό έλεγχο.
Πολλούς πιθανώς να ξενίσει η τοποθέτηση των μειοψηφικών συνελεύσεων αυτών στο επίκεντρο των γεγονότων εκ μέρους μας. Γι’ αυτό οφείλουμε μία εξήγηση. Ο Ερνστ Μπλοχ είχε κάποτε παρατηρήσει το παράδοξο ότι το πνεύμα μίας εποχής δεν το εκφράζει αναγκαστικά η πλειοψηφία και ο λεγόμενος «μέσος άνθρωπος». Κάλλιστα, τις δυνατότητες μίας εποχής μπορεί να τις έχει συλλάβει μία μειοψηφία προτού αυτές γίνουνε λαϊκό κτήμα και πιθανώς πραγματωθούνε. Παρομοίως, το πνεύμα αυτής της εξέγερσης δεν αντανακλάται αναγκαστικά στα χαρακτηριστικά που «πλειοψηφούν». Οι βίαιες συγκρούσεις σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό επαναλαμβάνονται χωρίς να απειλούν από μόνες τους το σύστημα. Τις τάσεις ανατροπής του συστήματος τις ανέδειξαν, σπερματικά έστω, αυτές οι συνελεύσεις.
Μέσα σ’ αυτές τις συνελεύσεις παρατηρήθηκαν, χονδρικά, δύο κύριες τάσεις. Η πρώτη ήθελε αυτές οι συνελεύσεις να αποτελέσουν απλώς μέρος της εξέγερσης, όργανα διαμαρτυρίας και εναλλακτικής πληροφόρησης σχετικά με κρίσιμα θέματα, όπως το ζήτημα των συλληφθέντων και των προφυλακισμένων. Η δεύτερη τάση, πέρα από τις παραπάνω λειτουργίες, έβλεπε τις συνελεύσεις αυτές ως δυνητικά μόνιμους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς λαϊκής εξουσίας οι οποίοι θα επιδιώξουν την κατάληψη της τοπικής εξουσίας σε κάθε δήμο, και θα παλέψουν για τοπικά και γενικότερα ζητήματα στην προοπτική της συνένωσής τους και της αμφισβήτησης της εξουσίας του Κράτους και του καπιταλισμού. Αυτές οι συνελεύσεις μπορούν να αποτελέσουν (και αποτελούν ήδη σ’ ένα βαθμό[4]) στίβους εκδίπλωσης ταξικών και αντι-ιεραρχικών αγώνων. Οι κομμουναλιστές μαζί με ελευθεριακούς κομμουνιστές και πολιτικοποιημένους πολίτες πρέπει να παλέψουν για την επικράτηση της δεύτερης τάσης.
Θα συζητήσουμε τώρα κάποια θέματα που αφορούν αυτές τις συνελεύσεις εδώ στη Θεσσαλονίκη. Μία ομάδα ελευθεριακών, αναρχικών και πολιτικοποιημένων ανθρώπων κατέλαβε συμβολικά το δημαρχείο Συκεών και κάλεσε το απόγευμα σε ανοιχτή λαϊκή συνέλευση. Παράδειγμα γι’ αυτή την πράξη είχε αποτελέσει η αντίστοιχη δράση στον Αγ. Δημήτριο Αθήνας, κι αυτή με τη σειρά της ενέπνευσε παρόμοιες κινήσεις στην Άνω Πόλη και σε άλλες συνοικίες. Υπήρχαν πολλές ηττοπαθείς φωνές που απέτρεπαν τη διεκπεραίωση της ενέργειας αυτής στις Συκιές επειδή δεν θα συμμετείχαν πολλοί κάτοικοι από τις Συκιές στην κατάληψη. Αν κάτι ωστόσο μάθαμε απ’ αυτή την εξέγερση είναι ότι σε παρόμοιες συνθήκες, πολλά πράγματα που φαντάζουν δύσκολα και προβληματικά τελικά επιτυγχάνουν ακριβώς επειδή στην κοινωνία, ιδεολογικά και πρακτικά, πολλές κατεστημένες απόψεις και συμπεριφορές τίθενται υπό αμφισβήτηση και οι άνθρωποι είναι πιο ανοιχτοί σε ριζοσπαστκές προτάσεις. Γι’ αυτό εξάλλου δεν πρέπει να χάνεται και καθόλου χρόνος, και οι σημαντικότερες ενέργειες πρέπει να γίνονται τη στιγμή που κορυφώνεται η εξέγερση.
Στις Συκιές παρουσιάστηκε και μία ευκαιρία που πέρασε αναξιοποίητη. Στην πρώτη συνέλευση, εμφανίστηκε και ο Δήμαρχος μπροστά σε 200 άτομα (50 εκ των οποίων περίπου κάτοικοι Συκεών). Παρουσίασε τον εαυτό του ως πολιτικά προοδευτικό, ισχυρίστηκε ότι και ο ίδιος αντιμάχεται την αστυνομική βαρβαρότητα και δήλωσε πως θα προσφέρει σ’ αυτή τη συνέλευση την αίθουσα του δημαρχείου για τακτικές συναντήσεις. Πρότεινε ακόμα και την πιθανή συνεργασία της συνέλευσης με τον ίδιο και το δημοτικό συμβούλιο. Δεν γνωρίζουμε αν όλα αυτά αποτελούσαν ψηφοθηρική και λαϊκιστική τακτική εκ μέρους του. Πιθανότατα, αλλά αυτό δεν θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Έπρεπε να του ζητήσουμε άμεσα, εφόσον παρουσιαζόταν ως τέτοιος δημοκράτης, να θεσμοποιήσει τη συνέλευση και να της δώσει την εξουσία για κάποια τοπικά ζητήματα, με τέτοιο τρόπο ώστε αυτός να αποτελεί απλώς τον εντολοδόχο που θα υλοποιεί τις αποφάσεις της. Εάν αρνούνταν, το δημοκρατικό προσωπείο θα είχε καταρρεύσει μπροστά σε πολλούς δημότες και ήδη ένας εναλλακτικός τρόπος λαϊκού ελέγχου της τοπικής εξουσίας θα είχε αναδειχθεί. Εάν δεχόταν, η επόμενη συνέλευση πιθανότατα θα ήταν πολύ πιο επιτυχημένη δεδομένου ότι θα υπήρχε ένα ισχυρό κίνητρο συμμετοχής.
Η συνέλευση Άνω Πόλης, ως ένα βαθμό, είναι ένα παράδειγμα για την πρώτη από τις δύο τάσεις που αναφέραμε. Οι διοργανωτές της έκαναν ότι μπορούσαν για να την κρατήσουν στο επίπεδο της διαμαρτυρίας σχετικά με τα γεγονότα. Παρότι υπήρξε θετική ανταπόκριση από πολλούς συμμετέχοντες σε παρεμβάσεις που πρότειναν η συνέλευση να έχει μόνιμο χαρακτήρα και να αποτελεί θεσμό που ασκεί την τοπική εξουσία και αντιμάχεται κάθε είδος ιεραρχίας, οι παρεμβάσεις αυτές δεν κέρδισαν ευρεία αποδοχή. Αυτό κυρίως επειδή δεν συνοδεύονταν από άμεσες συγκεκριμένες οργανωτικές προτάσεις. Κάθε συνεκτική ανάλυση πρέπει να συνοδεύεται από παρόμοιες προτάσεις εάν πρόκειται να υποστηριχθεί από την πλειοψηφία σε μία συνέλευση. Για παράδειγμα, μία τέτοια πρόταση ως πρώτο βήμα θα μπορούσε να αφορά την οργάνωση πορείας προς τα γραφεία του δημοτικού διαμερίσματος Άνω Πόλης και τη δυναμική διεκδίκηση ενός δημοτικού χώρου για τη διεξαγωγή των δημοτικών συνελεύσεων. [Η σύντομη παρουσίαση που προηγήθηκε αφορά τις μέρες της εξέγερσης. Σήμερα, οι συνελεύσεις Συκεών και Άνω Πόλης συνεχίζονται, όπως και άλλες, π.χ. στην Καλαμαριά. Την εξέλιξή τους θα τη συζητήσουμε σε επόμενα κείμενα].
Οι αναρχικοί
Οι αναρχικοί συνέβαλαν με πολλούς τρόπους στην ανάπτυξη της εξέγερσης. Ωστόσο, η συνεισφορά τους άγγιξε ένα όριο πέρα απ’ το οποίο δεν ήξεραν πώς να κινηθούν. Θα σχολιάσουμε εδώ κάποιες κύριες τάσεις στις γραμμές των αναρχικών (για τους «εξεγερτικούς» αναρχικούς, τα σχόλια στην αρχή του κειμένου νομίζουμε αρκούν). Κάποιες τάσεις φοβούνται πολλές φορές να προτείνουν συγκεκριμένες μορφές κλιμάκωσης του αγώνα επειδή πιστεύουν πως κάτι τέτοιο είναι εξουσιαστικό. Επαφίενται σε διάφορα κοινωνικά κομμάτια καταπιεσμένων, μ’ έναν αόριστο τρόπο, και είναι πρόθυμοι να τα ακολουθήσουν στους αγώνες τους. Ακόμα και το κάλεσμα για λαϊκές συνελεύσεις μπορεί να τους φαίνεται εξουσιαστικό γιατί δεν προέκυψε από την πλειοψηφία όσων συγκρούονταν με την αστυνομία στους δρόμους. Έτσι παραλύουν και αφήνονται στη μυστικιστική αντίληψη του κοινωνικού αυθορμητισμού. Κάποιες άλλες τάσεις, είναι πρόθυμες να συμμετέχουν (σε) και να οργανώσουν μία λαϊκή συνέλευση, αρκεί να είναι αμιγώς επαναστατική κατά τα μέτρα τους και ταξικά καθαρή. Συγχέουν τις λαϊκές συνελεύσεις με επαναστατικές οργανώσεις που θέτουν όρους για να γίνει κανείς μέλος. Όμως θα ήταν φρικτό λάθος να περιμένουμε να γίνουν όλοι επαναστάτες προτού αποφασίσουμε να συμμετέχουμε σε λαϊκές μορφές οργάνωσης. Αυτό θα ήταν σα να δεχόμασταν ότι θα περιμένουμε πρώτα την επανάσταση και μετά θα αγωνιστούμε γι’ αυτή! Και μεταφράζεται σε απομόνωση από τους κοινωνικούς αγώνες. Εξάλλου, στο μέτρο που πιστεύουμε ότι αποτελεί συμφέρον της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού η κατάργηση του καπιταλισμού, του Κράτους και κάθε θεσμοποιημένης ιεραρχίας, δεν πρέπει να φοβόμαστε τις ανοιχτές λαϊκές συνελεύσεις. Καθήκον μας θα ήταν η κινητοποίηση της μεγάλης πλειοψηφίας και η συμμετοχή της σ’ αυτές.  Γενικότερα, σημαντικές τάσεις των αναρχικών αποστρέφονται τα συγκεκριμένα προτάγματα και τις συνεκτικές θεωρήσεις που θα βοηθούσαν μία εξέγερση να αναπτυχθεί. Φοβούνται κάθε είδος εξουσίας, ακόμα και στην πιο τοπική και λαϊκή της μορφή, κι έτσι οι προτάσεις τους είναι μονίμως αόριστες. Απομονώνονται, καθώς αρνούνται να συμμετάσχουν συστηματικά σε κάθε θεσμική μορφή εξουσίας, από τις δημοτικές συνελεύσεις μέχρι τις συνελεύσεις των συνδικάτων, ακόμα και τις φοιτητικές συνελεύσεις. Ενώ αναζητούν συνεχώς την «κοινωνία», τελικά αποσύρονται την ίδια τη στιγμή που πρόκειται να τη συναντήσουν σε λαϊκούς θεσμούς βάσης.
Ενάντια στην ιεραρχία: η κομμουναλιστική προοπτική!
Η εξέγερση αυτή δεν χωράει στα στενά όρια κάποιας απλοϊκής ταξικής ανάλυσης. Φυσικά συμμετείχαν σ’ αυτή εργαζόμενοι που υφίστανται άγρια εκμετάλλευση και εξαθλίωση. Αλλά κάθε εργαζόμενος με οικονομικά προβλήματα δεν αποτελεί προλετάριο, εάν θέλουμε να πάρουμε στα σοβαρά τον Μαρξ, τον Λένιν ή τον εαυτό μας. Οι συμμετέχοντες στη συγκεκριμένη αυτή εξέγερση, και αυτό φάνηκε τόσο από την αφορμή (όχι αιτία) που τους κινητοποίησε όσο και απ’ ό,τι ακολούθησε, εκτός από την ταξική εκμετάλλευση υποφέρουν από την κρατική τρομοκρατία, τον ρατσισμό, την αλλοτρίωση από κάθε σημαντικό κοινωνικό θεσμό, την αποβλάκωση στην εκπαιδευτική διαδικασία και από την ιεραρχική οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων. Η εξέγερση έπαιξε τον ρόλο του καταλύτη που αποπειράθηκε να κινητοποιήσει την πλειοψηφία της κοινωνίας σε μία ταξική και αντι-ιεραρχική πάλη. Τελικά αυτό που επιτεύχθηκε ήταν κυρίως μία ιδεολογική αμφισβήτηση κυρίαρχων θεσμών η οποία καθιστά καίρια την έννοια του πολίτη με τη βαθύτερη έννοια. Του πολίτη που ελέγχει συλλογικά και άμεσα την ολότητα της κοινωνικής ζωής, από την πολιτική μέχρι την παραγωγή. Σ’ αυτήν την κοινωνική ζωή, οι κάθε λογής αντιπρόσωποι αντικαθίστανται από τις λαϊκές συνελεύσεις και τους ανακλητούς εντολοδόχους τους, τα Κράτη από συνομοσπονδίες δήμων, και ο καπιταλισμός από μία οικονομία βασισμένη στο αξίωμα «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του».
Το σύστημα, πέρα από τις ταξικές αντιθέσεις που το καταδιώκουν σα φαντάσματα, υποτάσσεται σε αμείλικτες αντιφάσεις προκειμένου να διατηρήσει την κυριαρχία του. Από τη μία, επιδιώκει τον απόλυτο έλεγχο επί των υπηκόων του αλλά, από την άλλη, χρησιμοποιεί, για να πετύχει αποτελεσματικότερα αυτόν τον έλεγχο, τοπικά παραρτήματα της εξουσίας του. Λόγω των ιστορικών αγώνων του λαού, αλλά και λόγω της ανάγκης του συστήματος για «δημοκρατική» νομιμοποίηση στα μάτια των πολιτών, αυτά τα παραρτήματα αποτελούν ακόμα σε μεγάλο βαθμό θεσμούς δημοτικής εξουσίας με σημαντικές αρμοδιότητες που ελέγχονται από τους κατά τόπους πολίτες. Υπάρχει μία συνεχής ένταση μεταξύ αυτών των δημοτικών θεσμών και του Κράτους. Το τελευταίο, προσπαθεί με ποικίλες παρεμβάσεις να καταστήσει τυπική και ανούσια την εξουσία των πρώτων. Αυτή η εξουσία, ασκούμενη από θεσμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, δεμένη με τις τοπικές κοινωνίες και τις ανάγκες τους, είναι δυνητικά επαναστατική και μπορεί να στραφεί ενάντια στο σύστημα που της επιτρέπει να υπάρχει. Τα δημοτικά συμβούλια, σε ριζική αντίθεση με το Κράτος, είναι δυνητικά δημοκρατικά και επαναστατικά επειδή την εξουσία τους μπορούν να την αναλάβουν λαϊκές συνελεύσεις.
Σε μία περίοδο στην οποία ο παραδοσιακός συνδικαλισμός και το παραδοσιακό εργατικό κίνημα φθίνουν στην Ελλάδα μαζί με τον μεταποιητικό τομέα της βιομηχανίας, όλα τα λαϊκά κινήματα βάσης έρχονται αντιμέτωπα με μία πρόκληση. Θα χρησιμοποιήσουν τα υπάρχοντα δημοτικά συμβούλια και την εξουσία τους προκειμένου να ενώσουν και να επιταχύνουν τους αγώνες τους ορθώνοντας νέες επαναστατικές Κομμούνες; Ο δημοτικός στίβος και οι λαϊκές συνελεύσεις αποτελούν μία δημοκρατική μορφή όχι μόνο για να ξεδιπλώσουν αυτά τα κινήματα το επαναστατικό τους περιεχόμενο (ταξικό και αντι-ιεραρχικό) αλλά και για να επιδιώξουν μία καθολική ρήξη με το σύστημα, στην προοπτική της ένωσης των δήμων σε μία συνομοσπονδία (μία «Κομμούνα από Κομμούνες») με κεντρικό συντονιστικό ρόλο. Κάθε κίνημα στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, εργατικό, δικαιωμάτων, οικολογικό, εκπαιδευτικό κ.λπ., αναζητούσε απεγνωσμένα τρόπους να συνενωθεί με την υπόλοιπη κοινωνία. Οι δήμοι σήμερα προσφέρουν μία τέτοια ευκαιρία, όπως έδειξαν τα πρόσφατα γεγονότα. Θα πρέπει να τους δούμε ως πρωτοβάθμιους θεσμούς κατάλληλους για λαϊκό έλεγχο.
Ο καπιταλισμός, εκτός από τα «εσωτερικά» του όρια (ως σύστημα εγγενώς προσανατολισμένο σε κρίσεις), και από τα «εξωτερικά» του όρια (της απεριόριστης ανάπτυξης εις βάρος της Φύσης), είναι απολύτως συναρτημένος με τη λειτουργία του Κράτους (όπως δείχνει η τρέχουσα οικονομική κρίση). Το Κράτος βρισκόταν πάντα και βρίσκεται σε ριζική αντίθεση με την ουσιαστική εξουσία των δήμων. Αυτή η ιστορική διαλεκτική μεταξύ δήμων και Κράτους πρέπει να επιδιωχθεί να ξεδιπλωθεί σε όλες τις διαστάσεις της.
Όλοι όσοι απορρίπτουμε, όχι μόνο τους παραδοσιακούς ιεραρχικούς κομματικούς μηχανισμούς, αλλά και την «τυραννία» της έλλειψης δομών, πρέπει να οργανωθούμε εάν θέλουμε να αγωνιστούμε αποτελεσματικά για μία έλλογη ελεύθερη κοινωνία. Μία επαναστατική οργάνωση μπορεί να βοηθήσει στην κλιμάκωση του αγώνα αλλά και να αποτελέσει μέσο συσσώρευσης εμπειρίας. Αυτή η οργάνωση θα παλεύει σε κάθε συνθήκη, είτε αυτή είναι κατά τα φαινόμενα «ειρηνική» είτε είναι συνθήκη ανοιχτής πάλης. Θα στοχεύει με συνέπεια στην αντικατάσταση του καπιταλισμού και του Κράτους από αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και θα μάχεται για τη διάλυση κάθε είδους θεσμοποιημένης ιεραρχίας.
—————————————
[1] Μίας εξέγερσης που ο αντίχτυπός της έφτασε σ’ όλες τις άκρες της γης και τρόμαξε ακόμα και αρχηγούς άλλων κρατών, όπως τον Σαρκοζύ που απέφυγε να καταθέσει το νομοσχέδιο για την Παιδεία φοβούμενος μία παρόμοια εξέγερση, κατά ομολογία στελεχών του κόμματός του. Μίας εξέγερσης που δίνει ακόμα ισχυρή ώθηση σε κοινωνικά κινήματα όπως αυτό της αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα, τη μετανάστρια και συνδικαλίστρια που δέχθηκε δολοφονική επίθεση για την πολιτική δράση της και κινδυνεύει η ζωή της. Την ισχύ της εξέγερσης φανερώνουν ακόμα, τρεις μήνες μετά, τα άγρια κατασταλτικά μέτρα που προωθεί τώρα το Κράτος ποινικοποιώντας τις διαδηλώσεις (βλ. τη δρακόντεια νομοθεσία περί «κουκούλας» και περιύβρισης αρχής).
[2] Αυτή η εξέλιξη πρέπει να προβληματίσει πολλούς αναρχικούς και αριστεριστές και να τους πείσει ότι το αίτημα της κατάργησης της υποχρεωτικής στράτευσης είναι αντιδραστικό. Ένας πλήρως επαγγελματοποιημένος στρατός μισθοφόρων είναι πολύ πιο επικίνδυνος για τα επαναστατικά κινήματα.
[3] Η δημιουργία της «Κίνησης για τον Ελευθεριακό Δημοτισμό» έλαβε επίσης χώρα εντός των ημερών της εξέγερσης και προσπάθησε να παρέμβει σ’ αυτή.

Η ΕΠΙΠΕΔΟΧΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΡΜΑΙΚΟΥ

Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ: Η Θεσσαλονίκη σήμερα του Πετρου Θεοδωριδη( ΕΝΕΚΕΝ τ. 14) αποσπασμα Η Θεσσαλονίκη σήμερα θυμίζει τη Πενθεσί...