Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Lewis Mumford, The City in History (1961) ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ danger.few!!!

17 Νοεμβρίου 2013

Τούτη η γη όπου πατούμε...

«Τι είναι λοιπόν οι πατριές, οι οποίες μας παρέχουν τις  στοιχειωδέστερες μορφές πολιτικής οργάνωσης που συναντάμε όταν ανατρέχουμε την οδό η οποία οδηγεί στη συγκεντροποίηση μέσα στις πρωτόγονες κοινωνίες;

 
Αντίθετα απ’ ό,τι θα νόμιζε κανείς, οι πατριές δεν είναι τοπικές οργανώσεις, δεν είναι πρωτόγονες μορφές εδαφικής οργάνωσης. Πράγματι, η κοινότητα του χωριού, ή η εγγύτητα μεταξύ των ανθρώπων μέσα στο χώρο, δεν φαίνεται να είναι ο πρωταρχικός τρόπος σύναξης των ανθρώπων. Αυτό γίνεται ξεκάθαρο εάν πάρουμε υπ’ όψη μας, ότι οι αγροτικοί και μη-νομαδικοί πολιτισμοί δεν είναι οι πρώτοι πολιτισμοί που γνωρίζουμε. Επομένως, είναι αρκετά φυσικό να υποθέσουμε πως, πριν από την εμφάνιση αυτών των πολιτισμών, ο παράγοντας κοινωνικής οργάνωσης δεν ήταν −όπως έγινε στη συνέχεια− η σχέση του ανθρώπου μ’ ένα συγκεκριμένο κομμάτι γης. Ένα πλήθος ενδείξεων τείνουν λοιπόν να μας πείσουν ότι, πριν από τη γεωγραφία, η θρησκεία ήταν εκείνη που αποφάσιζε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι συγκροτούνταν σε ομάδες. Το πρωτόγονο Δίκαιο, άλλωστε, ήταν μυστικιστικής φύσεως: βλέπουμε καθαρά ότι αναγνωρίζει όλους τους τρόπους μετοχής και ανήκειν που χαρακτηρίζουν τη μυστικιστική σκέψη.

 
Επομένως, δεν έχει κανένα νόημα να στηριζόμαστε στις σημερινές κατηγορίες της σκέψης μας και να προσπαθούμε, με βάση αυτές, να ξεχωρίσουμε τις πολιτικές από τις οικογενειακές μορφές κοινωνίας −κάτι που μας οδηγεί να θεωρούμε π.χ. την οικογένεια σαν το πρωτόγονο κοινωνικό κύτταρο και να φανταζόμαστε τις καθαρά πολιτικές διαιρέσεις κατ’ εικόνα τής οικογένειας, θεωρώντας την πόλη σαν μια επαυξημένη οικογένεια, κ.ο.κ. Ασφαλώς ο συνεκτικός παράγοντας, που ενώνει τα μέλη των πρώτων κοινωνικών ομαδοποιήσεων, δεν διαφέρει από την οικογενειακή συγγένεια. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, όπως ο οικογενειακός ιστός, έτσι και ο κοινωνικός ιστός των πρώτων ανθρώπινων ομάδων υφαίνεται πάνω σε μια μυστικιστική μέθεξη, που δεν είναι κατά κανένα τρόπο η φυσική κοινότητα του αίματος, στη οποία έχουμε την τάση να λέμε ότι θεμελιώνονται οι πρωτόγονoι οικογενειακοί δεσμοί.

 
Η πρώτη συνομάδωση που συναντάμε στις αρχικές κοινωνίες, η πατριά, είναι μια ομαδοποίηση που ο ρόλος της είναι ταυτόχρονα –και χωρίς να υπάρχει λόγος ν’ αναζητούμε τι προηγείται τίνος– πολιτικός και οικογενειακός∙ πάντοτε όμως μυστικιστικής φύσεως. Η συνοχή της πατριάς θεμελιώνεται στο γεγονός, ότι τα μέλη της θεωρούν τους εαυτούς τους φορείς του ίδιου τοτέμ και συνεπώς ενός κοινού ονόματος, που είναι καμωμένα από μια κοινή μυστικιστική «ουσία» −την ουσία του τοτέμ τους−, στην οποία συμμετέχουν όλοι χωρίς να την μονοπωλεί κανείς, και τα οποία (τοτέμ και κοινό όνομα) εκπορεύονται από μια κοινή καταβολή, στην οποία μια μυθολογία θα δώσει αργότερα τις όψεις ατομικών χαρακτηριστικών μέσ’ από τη φαντασία ότι το τοτέμ αυτό αποκαλύφθηκε, σε κάποιο ομιχλώδες παρελθόν, από ένα λαμπρό προπάτορα της πατριάς που, γι’ αυτό το λόγο, έγινε ο επώνυμος πρόγονος. […]

 
Αυτοί που ανήκουν σε μια πατριά, είναι συγγενείς όχι επειδή είναι αδελφοί, πατεράδες, ξαδέλφια μεταξύ τους, αλλά επειδή φέρουν όλοι το όνομα του τάδε ζώου ή του δείνα φυτού, δηλαδή επειδή έχουν την ίδια μυστικιστική «ουσία». Βλέπουμε λοιπόν ότι σ’ αυτήν εδώ τη μορφή αλληλεγγύης δεν υπάρχει τίποτε που να αφορά στην εδαφική επικράτεια. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις καταβολές της, η πατριά δεν σχετίζεται ούτε με το χωριό, ούτε με τη φυλή. […]

 
Η πρωτόγονη οικογένεια δεν είναι η περιορισμένη ομάδα που συνήθως φανταζόμαστε και που υποτίθεται ότι κατάγεται από το γάμο και χαρακτηρίζεται από μια πραγματική συγγένεια αίματος. Είναι μια πιο πλατειά οικογενειακή ομάδα που, όπως είπαμε, δεν θεμελιώνεται στο γάμο αλλά, όπως η πατριά, στην τοτεμική συμμετοχή, στο τοτεμικό ανήκειν. Συνεπώς, η πρωτόγονη οικογένεια δεν είναι παρά ένας πιο εξειδικευμένος και πιο ιεραρχημένος σχηματισμός μέσα στην πατριά. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτεται στις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη συμμετοχή στην πατριά, τις οποίες επιτάσσει το έθιμο και οι οποίες δεν είναι άλλες από τις υποχρεώσεις των οικογενειακών δεσμών με τη μυστικιστική έννοια που δώσαμε σ’ αυτό τον όρο. […]

 
 G. Davy, Η τοτεμική οργάνωση,
από το A. Moret και G. Davy, Des Clans aux Empires (1923)



«Η ανάπτυξη των ανθρώπινων συνομαδώσεων ανταποκρίνεται σε ανάγκες παρόμοιου τύπου, με αυτές που βλέπουμε σε άλλα είδη κοινωνικών ζώων. Όμως ευθύς αμέσως ανακαλύπτουμε τάσεις μιας εντελώς τάξης. Στα λείψανα που μας έχουν αφήσει οι νομαδικοί λαοί κυνηγών, εκεί που στρατοπέδευαν κι έφτιαχναν τα πρώτα λίθινα εργαλεία τους, βλέπουμε σημάδια από ενδιαφέροντα και αγωνίες που δεν συναντάμε σε άλλα είδη ζωντανών. Ανιχνεύουμε κυρίως την παρουσία μιας λατρείας των νεκρών, η οποία εκφράζεται μέσα από την πολλή φροντίδα με την οποία τους ενταφιάζουν και από τεκμήρια δέους και ιερού σεβασμού απέναντί τους. […] 


Η πρώτη σταθερή κατοικία που συναντάμε στη διάρκεια του παλαιολιθικού νομαδισμού, είναι η κατοικία των νεκρών: μια σχισμή πάνω στο βράχο, ένα βουναλάκι από πέτρες, ένας κοινοτικός τύμβος. Οι ζωντανοί επέστρεφαν σε αυτά τα σημεία συνάντησης και σύναξης, για να μνημονεύσουν την ψυχή των προγόνων ή για να τους προσφέρουν δώρα ώστε να γαληνέψουν την οργή τους. Η άυλη επίκληση των νεκρών ήταν εκείνη που προσέδιδε όλη τη σημασία του σ’ ένα τόπο, που παρέμενε σταθερός ενόσω οι απαιτήσεις του κυνηγιού και της τροφοσυλλογής έστελναν τους ζωντανούς σε άλλα μέρη. […]



Lewis Mumford, The City in History  (1961)


Κυριακή 27 Μαΐου 2012

Λιούις Μάμφορντ, The City in History (1961)/ αναδημοσιευση απο danger.few!!!

είπατε, ανάπτυξη;


Μπρύγκελ: Ο Πύργος της Βαβέλ  (1563)
«Σε όλους τους τομείς τίθεται ένα και μόνο πρόβλημα: Πρέπει να επιβραδύνουμε και τελικά να σταματήσουμε τη δράση των επικίνδυνων δυνάμεων που μας απειλούν. […]

Το 1800, καμμιά δυτική πόλη δεν είχε πάνω από ένα εκατομμύριο κατοίκους. Η μεγαλύτερη, το Λονδίνο, έφτανε τους 959.310 ενώ το Παρίσι μόλις που ξεπερνούσε το μισό εκατομμύριο […] Όμως το 1900, έντεκα μεγάλες μητροπόλεις είχαν πληθυσμό πάνω από 1 εκατομμύριο κατοίκους. Ανάμεσα σε αυτές, το Βερολίνο, το Σικάγο, η Νέα Υόρκη, η Φιλαδέλφεια, η Μόσχα, η Αγία Πετρούπολη, η Βιέννη, το Τόκυο και η Καλκούτα. Τριάντα χρόνια μετά, ο αριθμός τους έφτασε τις είκοσι επτά. […]
 
Σχεδόν παντού στον κόσμο παρατηρούνται οι τάσεις αυτές. Το 1950, το 13,1% του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσε σε πόλεις άνω των 100.000 κατοίκων, ενώ το 1850 η αναλογία ήταν μόλις 1,7%. Αυτή η αλλαγή στην κλίμακα των αστικών πληθυσμών και γεωγραφικών εκτάσεων επέφερε δομικούς μετασχηματισμούς σε όλα τα μεγάλα κέντρα και διεύρυνε τη σφαίρα επιρροής της πόλης, εισάγοντας στα χωριά τα εμπορεύματα, τις συνήθειες και τους τρόπους σκέψης των αστικών κέντρων. […] Κυρίως όμως, ο πολλαπλασιασμός των πόλεων μετέβαλε ριζικά την αναλογία μεταξύ αστικών και αγροτικών πληθυσμών. Παλιότερα οι πόλεις αποτελούσαν μικρές νησίδες μέσα σε τεράστιες γεωργικές εκτάσεις∙ τώρα πλέον, ολοένα και περισσότερο, οι γεωργικές εκτάσεις μοιάζουν με νησίδες πράσινου περιτριγυρισμένες από μια θάλασσα ασφάλτου, τσιμέντου και τούβλων. […]

Σε όλους τους τομείς η μηχανική και αυτοποιημένη ανάπτυξη πήρε τη θέση των οργανικών μορφών ανάπτυξης, με αποτέλεσμα την απαξίωση των ζωτικών δομών προς όφελος μιας ατέρμονης αύξησης της παραγωγής − όρος αναγκαίος για να ικανοποιηθεί τόσο το πάθος πλουτισμού και η βούληση για ισχύ της αρχικής, τυχοδιωκτικής περιόδου του καπιταλισμού, όσο και η επιδίωξη της άνεσης και της ασφάλειας του μετέπειτα καπιταλισμού της ευημερίας∙ αλλά και η βαθιά επιθυμία για ασφάλεια και για ισχύ συνάμα του κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού των λεγόμενων κομμουνιστικών χωρών.
Παρά τις διαφορές τους, τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών ήταν παρόμοια: Αναζήτηση ολοένα και πιο απομακρυσμένων πηγών ανεφοδιασμού και πρώτων υλών∙ Σχηματισμός μεγάλων κέντρων οικονομικής εξουσίας, από τα οποία οργανώνονται οι αγορές και στα οποία συγκεντρώνονται οι οικονομικά ισχυροί.

Το έμβλημα του “ελεύθερου ανταγωνισμού”, που είχε ενώσει τους ανταγωνιστές και οδήγησε στην κατάλυση των παλιών φεουδαρχικών και τοπικών μονοπωλίων, χρησίμευσε σαν προπέτασμα στις έμμονες προσπάθειες μερικών μεγάλων εταιρειών να ελέγξουν την αγορά και να επιβάλλουν τις δικές τους τιμές. Οι μεγαλουπόλεις έγιναν ο κατεξοχήν τόπος αυτών των συμφωνιών και συνάμα τα σύμβολο αυτής της εξέλιξης. […]
Χάρη στην ακατάπαυστη συνδρομή νέων εφευρέσεων, το εμπόριο και η βιομηχανία αναπτύχθηκαν σε απίστευτες διαστάσεις. Ισχύς, ταχύτητα, ποσότητα και καινοτομία: αυτοί ήταν οι βασικοί στόχοι, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή μέριμνα κάποιας προσαρμογής των αναπτυξιακών επιταγών της παραγωγής και της κατανάλωσης σε ανθρωπιστικούς σκοπούς. […]

Μοναδικά θέματα συζήτησης σε ολόκληρο τον κόσμο κατέληξαν να είναι η οικονομία, οι ασφάλειες και η διαφήμιση. Χάρη σε αυτή την τριλογία, η ισχύς της Μητρόπολης ξεπέρασε τα εθνικά σύνορα και απλώθηκε στις πιο μακρυνές περιοχές, κι όλη η Γη έπρεπε να προσκυνάει τις μητροπόλεις. […]

Κατά παράδοξο όμως τρόπο, αυτό το σύστημα, που θεμελιώνεται στην επέκταση, γίνεται ολοένα και πιο άκαμπτο, ολοένα και λιγότερο ικανό να αντιμετωπίσει τις καινούργιες καταστάσεις, ενώ την ίδια στιγμή είναι υποχρεωμένο να σπεύδει ατέρμονα στο δρόμο της επέκτασης χωρίς να μπορεί καν να διανοηθεί το ενδεχόμενο μιας επιστροφής προς τα πίσω. […] Θυμίζει μάλλον την Κόκκινη Βασίλισσα στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, η οποία πασχίζει και τρέχει ολοένα και πιο γρήγορα παραμένοντας διαρκώς στην ίδια θέση.»

Λιούις Μάμφορντ, The City in History (1961)

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Georg Simmel, Πόλη και Ψυχή, σ.22-25 εκδ.έρασμος, μετ Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος/πηγη dangerfew.blogspot.com/

Πόλη και Ψυχή


Η μεγαλούπολη υπήρξε πάντα η έδρα της χρηματικής οικονομίας. Εδώ, η πολλαπλότητα και η συγκέντρωση της οικονομικής συναλλαγής προσδίδει στα μέσα αυτής της συναλλαγής μια σπουδαιότητα που η πενιχρότητα του αγροτικού εμπορίου δεν επέτρεπε.

Η οικονομία του χρήματος και η κυριαρχία της νόησης συνδέονται εσωτερικά. Έχουν την ίδια ρεαλιστική στάση απέναντι στους ανθρώπους και τα πράγματα· και στην στάση αυτή πολλές φορές μια τυπολατρική δικαιοσύνη συνδιάζεται με μια ψυχρή σκληρότητα.
 Το διανοητικά εκλεπτυσμένο πρόσωπο αδιαφορεί για κάθε αυθεντική ατομικότητα, διότι οι σκέψεις και οι αντιδράσεις προκύπτουν απ' αυτό το οποίο δεν μπορεί να εξαντληθεί σε λογικές λειτουργίες. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο ατομικός χαρακτήρας των φαινομένων δεν είναι ομόλογος προς την χρηματική αρχή. Το χρήμα έχει σχέση μόνο με ό,τι είναι κοινό σε όλους· ερωτά για την ανταλλακτική αξία, ανάγει κάθε ποιότητα και ατομικότητα στο ερώτημα: "Πόσο κάνει;". Όλες οι στενές, συναισθηματικές σχέσεις μεταξύ των προσώπων βασίζονται στην ατομικότητα τους, ενώ στις ορθολογικές σχέσεις ο άνθρωπος υπολογίζεται ως αριθμός. Ενδιαφέρει μόνο το αντικειμενικό, μετρήσιμο επίτευγμα.

Έτσι ο άνθρωπος της μεγαλούπολης υπολογίζει τους εμπόρους του και τους πελάτες του, τους υπηρέτες και πολλές φορές ακόμη και τα πρόσωπα με τα οποία είναι υποχρεωμένος να έχει κοινωνικές σχέσεις. Αυτά τα γνωρίσματα της διανοητικότητας, της νοησιαρχίας,  βρίσκονται σε αντίθεση με την φύση του μικρού κύκλου, μέσα στον οποίο η αναπόφευκτη γνώση της ατομικότητας του άλλου γεννάει ως τέτοια ένα θερμότερο κλίμα συμπεριφοράς, μιας συμπεριφοράς η οποία δεν έχει να κάνει με την απλή αντικειμενική ισοφάριση παροχής υπηρεσιών και ανταμοιβής. Στη σφαίρα της οικονομικής ψυχολογίας της μικρής ομάδας έχει βαρύνουσα σημασία το ότι, κάτω από πρωτογενείς συνθήκες, ο παραγωγός και ο πελάτης γνωρίζονται μεταξύ τους. Η συγχρονη μεγαλούπολη όμως εφοδιάζεται ολοσχερώς σχεδόν από την παραγωγή για την αγορά, δηλαδή, για εντελώς άγνωστους αγοραστές, οι οποίοι πρακτικά δεν εισέρχονται ποτέ ως πρόσωπα στο πεδίο του παραγωγού. Διαμέσου αυτής της ανωνυμίας, τα συμφέροντα της κάθε πλευράς αποκτούν μιαν αμείλικτη ρεαλιστικότητα· και οι υπολογιστικοί οικονομικοί εγωισμοί αμφοτέρων των πλευρών δεν έχουν να φοβηθούν καμμίαν εκτροπή οφειλόμενη στους ασταθμητους παράγοντες των προσωπικών σχέσεων.

Η χρηματική οικονομία κυριαρχεί στην μεγαλούπολη· κι έχει εκτοπίσει τα τελευταία απομεινάρια της οικιακής παραγωγής και της άμεσης ανταλλαγής αγαθών·ελαχιστοποιεί από μέρα σε μέρα το ποσοστό της εργασίας που γίνεται με απευθείας παραγγελία του πελάτη. Η ρεαλιστική στάση συνδέεται, καταφανώς, τόσο στενά με την χρηματική οικονομία, η οποία κυριαρχεί στην μεγαλούπολη, ώστε κανείς δεν μπορεί να πει αν η νοησιαρχική νοοτροπία, πρώτα, προώθησε τη χρηματική οικονομία, ή αν η τελευταία καθόρισε την προηγούμενη. Ο τρόπος ζωής στην μεγαλούπολη αποτελεί, βέβαια, γονιμότατο έδαφος για αυτήν την αμοιβαιότητα, ένα σημείο το οποίο θα τεκμηριώσω απλά παραθέτοντας την ρήση επιφανέστατου Αγγλου ιστορικού: "Σε ολόκληρη την πορεία της αγγλικής ιστορίας , το Λονδίνο δεν λειτούργησε ποτέ ως η καρδιά της Αγγλίας αλλά σε πολλές περιπτώσεις ως ο νους της και σε όλες ως το πουγκί της".

Georg Simmel, Πόλη και Ψυχή, σ.22-25 εκδ.έρασμος, μετ Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος
The Metropolis and Mental Life /eng pdf @ scribd
--

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Ο πόνος ως πόλη Δημήτρης Δημητριάδης/ αναδημοσιευση απο το Angelus Novus

Ο πόνος ως πόλη

Δημήτρης Δημητριάδης

Ο πόνος ως πόλη 

Ο πόνος είναι ιδιωτικό γεγονός δημόσιου διαμετρήματος.
Όταν ο πόνος αποκτήσει διάσταση πρωτεύοντος δημόσιου γεγονότος, με την έννοια της θεσμοθέτησής του ως παράγωγου συλλογικών συμπεριφορών, όταν ο πόνος αντικαταστήσει την πόλη και γίνει πόλη αυτός, όταν η πολιτική γίνει πονετική, όταν όλα θα κρίνονται με αφετηρία τη φύση και την ουσία του πόνου, όταν ο πόνος αποτελέσει το θεμέλιο κάθε ανθρώπινης συναναστροφής, τότε θ' αρχίσει η πραγματική και μόνη αληθινή απογείωση διότι θα έχει προηγηθεί η αληθινή προσγείωση· κι αυτή η απογείωση, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπει τη γείωσή της, θα είναι πολύτροπη, αλλά με προεξάρχουσα την καλλιτεχνική έκφραση. Τότε η τέχνη δεν θα είναι παράλληλη ή δευτερεύουσα ως προς τη θέση της μέσα στην πόλη, αφού η πόλη που θα είναι πόνη, θα έχει αυτά τα δύο ως θεμελιώδεις άξονές της, τον πόνο και την τέχνη.
Κανείς δεν μπορεί να πει πώς θα είναι ένα τέτοιο ανθρώπινο μόρφωμα, πώς και τι θα γίνεται με το χρήμα, τη διατροφή, την εργασία, την παραγωγή, τις συγκοινωνίες, την παιδεία, την υγεία· αρκεί όμως να τοποθετήσει πίσω από όλα αυτά ως προϋπόθεση τη λειτουργία του πόνου ως αφετηριακού τρόπου αξιολόγησης των πάντων, και τότε θα εμφανιστεί εκείνο που έλειπε μέχρι τώρα, και που η έλλειψή του ήταν και είναι η αιτία των περισσότερων δημόσιων και ιδιωτικών δεινών: η υποτίμηση, αλλά και η διαστρέβλωση από την υποτίμηση αυτή, μιας ανθρώπινης συντεταγμένης που συνιστά το ίδιον του ανθρώπου, τον ίδιο τον άνθρωπο και που, μολονότι κανείς δεν μπορεί να το εξαλείψει από την ανθρώπινη κατάσταση, εντούτοις, για λόγους εθελοτυφλίας και δειλίας, κερδοσκοπίας και ψευδολογίας, δεν βρήκε την καθαρή και κυρίαρχη θέση του στη διαμόρφωση της ανθρώπινης ιστορίας.
Το ίδιον του ανθρώπου είναι αυτό που ο άνθρωπος φοβάται στον άνθρωπο, στον άλλον άνθρωπο και στον εαυτό του.
Αυτός ο φόβος καταστρατηγεί το σύνολο της ανθρώπινης συνύπαρξης και στη θέση του συν έχει βάλει ένα πλην.
Ο πόνος επαναφέρει τον άνθρωπο σ' αυτό που φοβάται και τον αναγκάζει να το υποστεί. Αν ο πόνος αυτός είναι διαρκής και πρωταρχικός, τότε εκείνο που φοβάται ο άνθρωπος στον εαυτό του και στον άλλον μετατρέπεται σε ανάγκη του εαυτού του και του άλλου.
Aς υποθέσουμε ότι αυτή η πόλη που είναι ο πόνος ως πόλη, ας υποθέσουμε ότι υπάρχει, ότι έχει ήδη ιδρυθεί και λειτουργεί, και ότι είμαστε μέσα της. Η μοναδική γείωση που είναι αυτός ο πόνος, συνιστά τα θεμέλια αυτής της πόλης, σαν να έχει δημιουργηθεί ειδικά γι’ αυτήν ένα νέο έδαφος πάνω στο οποίο έχει βρει τη θέση της. Αλλά και το ίδιο το ρυμοτομικό της σύστημα είναι δομημένο με τα υλικά του πόνου. Έχουμε δηλαδή μια πλήρη κατασκευή μέσα στην οποία η ανθρώπινη συμβίωση διέπεται από τους κανόνες της συνεχούς προειδοποίησης μιας κεντρικής συνισταμένης: ο άνθρωπος είναι μια ακατάπαυστη ανάγκη η οποία δεν επιτρέπει καμιά παρέκκλιση από την ανεύρεση μιας ικανοποίησης που δεν μπορεί ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτήν τίποτε άλλο παρά μόνον ένας άλλος άνθρωπος, ο οποίος με τη σειρά του είναι στην ίδια θέση με εκείνον που ζητάει απ’ αυτόν να ικανοποιηθεί η ανάγκη του.
Για να συμβεί αυτό, πρέπει η ανάγκη αυτή να είναι μέγιστη και ανεξάντλητη. Ο πόνος είναι ο τροφοδότης αυτής της ανάγκης. Κανένα άλλο κίνητρο δεν λειτουργεί σε διαπροσωπικό επίπεδο απ’ αυτήν την εκ πόνου ανάγκη που ζητά από τον άλλον να ανταποκριθεί. Και επειδή αυτή η εκ πόνου ανάγκη είναι αμοιβαία και συλλογική, κάθε βασική ανθρώπινη σχέση καθορίζεται από αυτό τον αρχικό παράγοντα.[Απόσπασμα από ομιλία του Δημήτρη Δημητριάδη(16.04.2010), δημοσιευμένη ολόκληρη στο  Εντευκτήριο, τ. 92: «Ο πόνος ως πόλη»]

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν για τις συγχρονες πόλεις

Οι σύγχρονες πόλεις γίνονται το θέατρο αυτού του τραύματος. Τα γκέτο των αποκλεισμένων και τα φρουραρχεία των προαστίων.
Δυο ξεχωριστοί βιόκοσμοι που διαμορφώνουν μια νέα, οριακή τοπικότητα, χωρίς καμιά όμως χωρική αναφορά. 
Οι άνθρωποι των γκέτο είναι ξεριζωμένοι και αδιάφοροι και όχι τοπικοί, «ντόπιοι», όπως υποστηρίζει ο Bauman, και η τάξη των προαστίων διαρκώς διασυνδεδεμένη παγκοσμίως. 
Ένα αστικό περιβάλλον που δεν δομείται πάνω στην εγγύτητα, που πάντοτε χαρακτήριζε τον πολιτισμό των πόλεων, αλλά την απομάκρυνση και περιχαράκωση. 
 
Πόλεις εγκλείστων σε «απαγορευτικούς χώρους» που διαρκώς όμως θα επανασχεδιάζονται, θα μετατίθενται, και θα επανασυγκροτούνται σʼ αυτή τη μεγάλη δωρεά της εγγύτητας με τον Άλλον. 
 
Η ρευστή νεωτερικότητα που ανταγωνίζεται τα τοπικά νοήματα και η διασύνδεση τον κοινό βίο, αυτή η ιστορία των πόλεων. 
 
Ο Bauman αγαπά τις πόλεις, αγαπά την αγέρωχη αμφισημία τους, την ποικιλία των ερεθισμάτων τους, είναι από τους πιο μητροπολιτικούς στοχαστές.
 
Γι' αυτό και απέναντι στον φόβο του ξένου προτείνει τη γοητεία της συνάντησης, αυτόν τον «συγκερασμό των οριζόντων». 
 
Οι πόλεις άλλωστε πάντα ήταν οι πόλεις των ξένων, ο τόπος του ανοίκειου.
Άλλες εποχές αυτό εξέπεμπε μια γοητεία και άλλες, όπως η σημερινή, ανασφάλεια και φόβο. «Μια αμφίσημη εμπειρία» η πόλη, όπως λέει ο Bauman, μια αμφισημία που χαρακτηρίζει γενικότερα τον αστικό βίο, το αστικό περιβάλλον, και που το καθιστούσε τον τόπο μιας διαρκούς εγρήγορσης.
 
 
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 
ΑΠΟ ΤΟ 

Ζίγκμουντ Μπάουμαν "Ρευστοί καιροί", βΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΈς

ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΛΑΝ

 - Περί ΟΔΥΣΣΕΙΑΣτου Νολαν  Και   Μνήμης, Νόστου και Λήθη κι εμείς ,οι λαοί της θάλασσας... - Τελικά την είδα — την Οδύσσεια του Νolan — στο...