Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

ο εθνικολαϊκισμός και η ιδεολογία του ακραίου Κέντρου Χρήστος Νάτσης/ΧΡΟΝΟΣ

ο εθνικολαϊκισμός και η ιδεολογία του ακραίου Κέντρου


Πώς αυτή η πολεμική αντι-έννοια απέκτησε τόση δημοφιλία ενώ προσβλέπει σε ένα πολιτικό παιχνίδι για λίγους

Χρήστος Νάτσης
Όταν το 2005 ο Πέτρος Θεοδωρίδης χρησιμοποιούσε σε ομιλία του τον όρο εθνολαϊκισμός1 γνώριζε πως αυτός «είναι αδόκιμος».2 Τον χρησιμοποιούσε ωστόσο για να περιγράψει μια κατάσταση πραγμάτων, αυτήν της ιδιότυπης σύγκλισης εθνικιστικού και λαϊκιστικού λόγου που εκφραζόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση της πόλης της Θεσσαλονίκης ως έμπρακτη πολιτική κυριαρχία της Δεξιάς, η οποία απαιτούσε τη διάκριση από αυτό που ο συγγραφέας αισθανόταν ίσως ότι έπρεπε να προστατευτεί: έναν λαϊκισμό παραγωγό θετικών κοινωνικών σημασιών και έναν εθνικισμό συγκροτητικό κατά τη νεωτερικότητα απελευθερωτικών ταυτοτήτων. Η θεωρητική έγνοια, λοιπόν, βρισκόταν στην προάσπιση της διάκρισης των αποχρώσεων και όχι των εύκολων συμψηφισμών. Ο νεολογισμός δηλαδή κατέχει μια θέση «διαμοιραστή», ευνοώντας την υποδοχή μιας εμπειρίας που ξαφνιάζει την εννοιακή συγκρότηση· δεν προσπαθεί να περιορίσει την εμπειρία στα προαποφασισμένα σχήματα του νου.
Η εξέλιξη του όρου θα ακολουθήσει διαφορετική πορεία. Όταν πέρυσι κυκλοφόρησαν σχεδόν ταυτόχρονα από τις εκδόσεις Επίκεντρο οι συλλογές δοκιμίων Ο νέος εθνικολαϊκισμός3 και Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός,4 των Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ και Ανδρέα Πανταζόπουλου αντίστοιχα, αποτέλεσαν τη θεωρητική επικύρωση μιας χρήσης του όρου που μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδεολογικά αντι-εννοιακή. Στο σύντομο δοκίμιό του ο Ταγκιέφ επικαλείται την αναγκαιότητα της επιστροφής στην κατηγορία του εθνικολαϊκισμού, που «κατασκευασμένη ως κατανοητικό υπόδειγμα ενός ορισμένου τύπου κινημάτων [...] επιβλήθηκε στις επιστημονικές εργασίες για τις μεταμορφώσεις των ακροδεξιών στην Ευρώπη στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980» (σ. 85-86), ώστε να συγκεκριμενοποιήσει τη «ρευστή έννοια» (σ. 33) του λαϊκισμού. Διακρίνει έτσι ανάμεσα σε λαϊκισμό διαμαρτυρίας –όπου η βασική διάκριση είναι μεταξύ λαού και διεφθαρμένης ελίτ– και σε ταυτοτικό λαϊκισμό – όπου ο εχθρός που προκαλεί τα δεινά προέρχεται από έξω. Παρόλο που και οι δύο λαϊκισμοί είναι επικίνδυνοι ως πρωτίστως «ανεύθυνοι» και «απολιτικοί», καθίσταται προφανές πως η κατάδειξη της μετατόπισης στους ταυτοτικούς λαϊκισμούς απονομιμοποιεί ακόμη περισσότερο τα υποκείμενά τους. Η επιφυλλιδογραφική οπτική του Ταγκιέφ, μια ήπια, σε σχέση με τα ελληνικά δεδομένα, θεωρία των δύο άκρων, που επιβουλεύονται την αστική δημοκρατία των δικαιωμάτων, απολήγει εξάλλου στον διπλό στόχο Λεπέν-Μελανσόν (κρίσιμη είναι εδώ η συγκυρία γραφής του κειμένου, λίγο πριν τις γαλλικές εκλογές του 2012, την οποία η «αξιολογικά ουδέτερη» πρόσληψη του Πανταζόπουλου στην εισαγωγή δείχνει να ξεχνά). Αυτό που αυτοκατανοείται ως ουδέτερη ανάλυση δείχνει να ξεχνά τη δική του τοποθέτηση στο πεδίο της ιδεολογικής διαπάλης, υιοθετεί την οπτική ενός φύσει στην επικράτεια του θέσει. Ο Πανταζόπουλος, από την άλλη, χρησιμοποιεί το σχήμα του Ταγκιέφ για να αναγνώσει τις πολιτικές εξελίξεις από την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 (ο ίδιος διόλου τυχαία τοποθετεί τη λέξη εντός εισαγωγικών, αποκαλύπτοντας τη θεωρητική του προκανανόηση) μέχρι το νέο κυπριακό ζήτημα – με μια σημαντική διαφοροποίηση: ενώ στον Ταγκιέφ ο λαϊκισμός είναι έννοια γένους και ο εθνικολαϊκισμός μία μορφή του, για τον Πανταζόπουλο, σε μια κίνηση απλοποίησης, «ο λαϊκισμός υπάρχει μόνο ως εθνικολαϊκισμός ή και εθνοτικολαϊκισμός». Η έγνοια εδώ είναι να τοποθετηθούν υπό την ίδια σκέπη όσοι ασκούν κριτική στο προσλαμβανόμενο ως αχρονικό μοντέλο της αστικής φιλελεύθερης δημοκρατίας.5

Το αποκείμενο του ακραίου Κέντρου
Είναι σ’ αυτό ακριβώς το σημείο που προβάλλει η ιδεολογική χρήση και κατάχρηση του όρου στο πλαίσιο της ιδεολογίας του ακραίου Κέντρου. Μιλώντας εδώ για «ακραίο Κέντρο» εννοώ το κομμάτι εκείνο του πολιτικού φάσματος που αυτοκατανοείται ως μετριοπαθές, μεταρρυθμιστικό Κέντρο, όπως έχει διαμορφωθεί ως υπεράνω του πολιτικού ανταγωνισμού. Εννοώ δηλαδή εκείνο το Κέντρο που συγκροτούμενο ως «εκσυγχρονιστικό» έχει θέσει τον εαυτό του πέραν της διαλογικής συγκρότησης του Πολιτικού ως ανταγωνιστικού, χάρη μιας μεταπολιτικής ιδεολογίας της «κοινής λογικής» και του «αυτονόητου». Διεκδικώντας τη μονοπώληση ηχηρών σημαινόντων του Διαφωτισμού (ελευθερία, ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατία) αυτό το Κέντρο δρα με ριζοσπαστισμό ανατρέποντας κοινωνικές σχέσεις βασισμένες σε μια μεταπολεμική συναίνεση του κράτους δικαίου, διαμορφώνοντας μία βιοπολιτική μετα-κοινωνία. Μια ατζέντα οικονομικής απορρύθμισης που συναρμόζεται με μια ταυτόχρονη αυταρχικοποίηση του Πολιτικού.
Η χρήση του εθνικολαϊκισμού σ’ αυτό το πλαίσιο είναι αρνητική, με τη φορμαλιστική έννοια του όρου. Χρησιμοποιείται δηλαδή για να συγκροτήσει αντιθετικά τη μορφή του αποκείμενου της ιδεολογίας του ακραίου Κέντρου. Σε αντίθεση με τον «φιλελεύθερο», «μετριοπαθή», «δημοκράτη» πολίτη –αυτόν που προτείνω να ονομάσουμε «λευκό πολίτη»–6 ο φορέας του εθνικολαϊκισμού αποτελεί τον αντίποδα, έναν αντίποδα που ο καταγγελτικός του εθνικολαϊκισμού λόγος αντιμετωπίζει λίγο-πολύ ως βδέλυγμα.
Έτσι, ο Νίκος Μαραντζίδης θα αποδώσει στο εθνολαϊκιστικό υποκείμενο όλα τα δεινά της Μεταπολίτευσης, δίνοντας στον όρο αναδρομική ισχύ: 
Θεμελιώδες στον εθνολαϊκισμό υπήρξε το πρόταγμα του εξισωτισμού, στοιχείο απαραίτητο της κοινωνίας της επαγγελίας των απανταχού λαϊκιστών. Όλοι, λοιπόν, έπρεπε να είναι ίσοι· όχι όμως απέναντι στο νόμο αλλά απέναντι στις επιδιώξεις τους. Όλοι, για παράδειγμα, θα έπρεπε να χτίζουν όπου θέλουν, να παρκάρουν όπου βρουν, να μπουν στο πανεπιστήμιο και βέβαια όλοι να το τελειώσουν.
Επειδή όμως, ο εθνολαϊκισμός είχε ως πρότυπό του την κοινωνία της αφθονίας και όχι αυτήν της αυτάρκειας (έτσι όπως εμφανιζόταν για παράδειγμα στις κομμουνιστικές χώρες) ο εξισωτισμός απόκτησε χυδαία χαρακτηριστικά. Ο νεοπλουτισμός έγινε όχι απλώς τρόπος αλλά στόχος ζωής. Κατά συνέπεια, αυτό που έγινε αντιληπτό ως κοινωνικό κράτος ήταν ένας συνδυασμός κορπορατιστικού κρατισμού και ξεχειλωμένου κεϋνσιανισμού. Με απλά λόγια, κοινωνικό κράτος για τον εθνολαϊκισμό σήμαινε, «Τσοβόλα δώσ’ τα όλα», ή «όλα τα λεφτά, όλα τα κιλά».7
Μπροστά σ’ αυτό το «παρηκμασμένο» υποκείμενο το φιλελεύθερο πρόταγμα θα προβάλει ως ελευθερωτής:
«Ο φιλελευθερισμός με την έννοια της προτεραιότητας του ατόμου, της ευημερίας και της ασφάλειάς του μπορεί να αποτελέσει τη μοναδική διακομματική απάντηση στις ιδεολογίες του εθνολαϊκίστικου ολοκληρωτισμού, που τρέφονται από την απαξίωση κάθε είδους ατομικότητας και μισούν την καντιανή προτροπή sapere aude».8

Η αδιαφοροποίητη δημοσιότητα
Πώς όμως αυτή η πολεμική αντι-έννοια απέκτησε τόση δημοφιλία; Πώς κατέστη νόμιμη η χρήση και η κατάχρησή της; Σε πρόσφατο κείμενό μας,9 παραθέταμε με τον Αυγουστίνο Ζενάκο την εκτίμηση του Αριστείδη Μπαλτά, διατυπωμένη ήδη από το 1985, για το αδιαφοροποίητο της ελληνικής δημοσιότητας. Γράφει ο Μπαλτάς:
Τα πολλαπλά αλληλοδιασταυρούμενα νήματα που συνδέουν αυτούς τους θεσμούς και ιδρύματα υφαίνονται από τη δράση ενός ειδικού κοινωνικού μηχανισμού με πολύ βαθιές ιστορικές ρίζες [...] με τέτοιο τρόπο ώστε αυτή η δράση να αναιρεί στην πράξη την ονομαστική αυτοτέλεια των θεσμών και ιδρυμάτων αυτών, να εξομαλύνει τις ιδιαιτερότητες του καθενός, να εξισώνει τους ρόλους τους, να ομογενοποιεί τις λειτουργίες τους και να καθιστά τα προϊόντα αυτών των λειτουργιών ομοιόμορφα και γι’ αυτό ανταλλάξιμα: οι ανακοινώσεις σε ένα συνέδριο φιλοσοφίας μπορούν αυτούσιες και αυτονόητα να αποτελέσουν επιφυλλίδες κάποιας εφημερίδας, όπως αντίστροφα, και εξίσου αυτονόητα, οι επιφυλλίδες μπορούν να λογίζονται για επιστημονικές ανακοινώσεις και να υπολογίζονται σαν τέτοιες [...]. Οι έλληνες διανοούμενοι δεν κατανέμονται δηλαδή απλώς στους επιμέρους θεσμούς και ιδρύματα ενός δικτύου οσοδήποτε σφιχτοπλεγμένου. Ο ειδικός κοινωνικός μηχανισμός που ρυθμίζει, αδιόρατα ίσως αλλ’ αναπόδραστα τη λειτουργία των θεσμών και ιδρυμάτων αυτών δημιουργεί τελικά στην πράξη έναν μοναδικό θεσμό ο οποίος ορίζει κατά ενιαίο τρόπο μια μοναδική και ενιαία κοινότητα, την άκρως συνεκτική και ουσιαστικά αδιαφοροποίητη κοινότητα των ελλήνων διανοουμένων. 10
Σε αυτή την αδιαφοροποίητη ελληνική δημοσιότητα η οριζόντια κίνηση των ιδεών από την ακαδημία στα περιοδικά και από εκεί στον πολιτικό Τύπο δεν συναντά τις αντιστάσεις του «τελωνειακού ελέγχου». Έτσι, στην περίπτωσή μας, την ίδια στιγμή που ο εθνικολαϊσμός διεκδικούσε αξιώσεις επιστημονικότητας μέσα από τα δοκίμια και της μεταφράσεις δοκιμίων που ο Πανταζόπουλος επιμελούνταν στη Νέα Εστία (έντυπο με υψηλό στάτους στην ελληνική δημοσιότητα), οι επιφυλλίδες του στο Βήμα διέχεαν προς τα έξω τη χρήση της, κοινωνώντας τη σε ένα κοινό δημοσιολογούντων που δεν μπορούν να ελέγξουν τη διαδικασία της παραγωγής της, αλλά είναι πρόθυμοι να τη χρησιμοποιήσουν, διευκολύνοντας την παραγωγή λόγου χωρίς το άχθος της αναλυτικής τεκμηρίωσης. Κατόπιν, τα βιβλία, και οι συνεχείς πρόλογοι στα βιβλία άλλων, εν είδει πατριαρχικής ευλογίας του εισηγητή του όρου, ενέτειναν την εντύπωση πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια καινοφανούς αναλυτικής χρησιμότητας έννοια. Στην πραγματικότητα, βλέπουμε σε πλήρη λειτουργία μια μηχανή ανατροφοδότησης ενός εννοιακού φαύλου κύκλου: την ψευδαίσθηση ανισόπεδων κόμβων επικύρωσης σε ένα φλατ συνεχές. Η δημοσιότητα του λόγιου περιοδικού, του κοινού της εφημερίδας, το εκδοτικό συμφραζόμενο, όλα αποτελούν πρωτεϊκές μεταμορφώσεις μιας και της αυτής διαδικασίας, ενός και του αυτού τόπου.
  
Επιστημονισμός και κουλτουραλισμός
Για να λειτουργήσει ωστόσο αυτή η μηχανή χρειάζεται και ένα συμπλήρωμα. Η αρνητική επίκληση ενός υποκειμένου του εθνικολαϊκισμού υπονοεί την ύπαρξη ενός αντίποδα, με χαρακτηριστικά γνωρίσματα που προστατεύουν από αυτόν. Οι δύο σημαντικότεροι κόμβοι γύρω από τους οποίους συναρθρώνεται η αντίπαλη στην εθνικολαϊκιστική υποκειμενικότητα είναι μία ειδική μορφή επιστημονισμού και μια ειδική μορφή «κουλτουραλισμού».
Στην ιδεολογική αφήγηση του ακραίου Κέντρου, το υποκείμενο του εθνικολαϊκισμού πάσχει από μία πίστη σε ανορθολογικές θεωρίες συνωμοσίας, απέχει της κοινής λογικής, χρησιμοποιεί απλουστευτικές των πραγμάτων προσεγγίσεις της πραγματικότητας. Στον αντίποδα βρίσκεται ένα ιδεολογικοποιημένο υποκείμενο του Διαφωτισμού. Πράγματι, η επίκληση του Διαφωτισμού και της ανάγκης να περάσει ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός έναν αποτελεί ένα από τα συνηθισμένα μάντρα του κεντρώου, ήπιου, μεταρρυθμιστικού λόγου. Ενώ όμως στις ιστορικές του απαρχές η ορθολογική διαφωτιστική στάση αποτελεί τη συνισταμένη τόσο μιας ηθικής όσο και μιας γνωστικής στάσης έναντι της πραγματικότητας, που μεταφράζεται σε ενεργή στάση τόσο στο πολιτικό όσο και στο θεωρητικό επίπεδο, στην ιδεολογική επίκλησή της στην Ελλάδα της κρίσης, η πρώτη στιγμή εξαφανίζεται. Η υποτιθέμενη πολυπλοκότητα των πραγμάτων καλεί το αντι-εθνολαϊκιστικό υποκείμενο σε αποχή από την πολιτική πράξη. Είναι η πίστη στον λόγο των ειδικών αυτή που οφείλει να κατευθύνει την πολιτική επιλογή, η οποία έτσι αποκαθαίρεται από κάθε στοιχείο απρόβλεπτου, από κάθε άνοιγμα δηλαδή προς το στοιχείο του νέου και της έκπληξης, από κάθε προοπτική ελευθερίας. Αν έτσι το εθνικολαϊκιστικό υποκείμενο είναι δύσπιστο έναντι της επιστήμης, το αντι-εθνικολαϊκιστικό την ανάγει σε μια νέα πίστη.
Ενώ όμως ο επιστημονισμός διαλαλεί την πολυπλοκότητα των διαδικασιών για να αναδείξει σε φυσικές τις πολιτικές αποφάσεις που πρέπει να παρθούν –μια καθαρή περίπτωση φετιχοποίησης και μυστικοποίησης– συνοδεύεται ταυτόχρονα από μια επίκληση της προφάνειας αυτών ακριβώς των αποφάσεων. Πρόκειται για περίφημη «κοινή λογική». Το δόγμα της κοινής λογικής πρεσβεύει πως υπάρχουν ζητήματα της πολιτικής συγκρότησης που υπερβαίνουν την παραδοσιακή διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ανοίγεται στη σφαίρα του πολιτικού ένα μεταπολιτικό ρήγμα, που περιλαμβάνει ζητήματα πέραν του πολιτικού ανταγωνισμού, ζητήματα που προβάλλονται από τους ιδεολόγους του ακραίου Κέντρου ως οφθαλμοφανή και αυταπόδεικτα. Μόνο η διευθέτησή τους μπορεί να αποτελέσει προϋπόθεση μιας πολιτικής με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν μία περίπτωση αυτών των ζητημάτων. Ας πάρουμε το παράδειγμα της αξιολόγησης. Πάνω στην προφάνεια του ελέγχου της αποτελεσματικότητας της απόδοσης των δημόσιων υπαλλήλων, η ιδεολογία του ακραίου Κέντρου αρθρώνει έναν λόγο που θεωρεί το ζήτημα ως επιλύσιμο με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Η προφάνεια του αιτήματος (που πέραν της εφαρμογής του παραμένει τόσο αφηρημένο που στερείται όντως οποιουδήποτε προσδιορισμού) συνδυάζεται εδώ με την πολυπλοκότητα της εφαρμογής για να το αποσυνδέσει από κάθε πολιτική διαβούλευση. Το αποτέλεσμα όμως είναι βαθύτατα πολιτικό, στον βαθμό που η ρητορική αυτή οδηγεί στην εκτέλεση μιας λεπτομερώς προσδιορισμένης νεοφιλελεύθερης ατζέντας με συγκεκριμένη αντίληψη για το κράτος και τη λειτουργία του. Ο ίδιος συνδυασμός προφάνειας και πολυπλοκότητας χρησιμοποιείται σχεδόν αναλλοίωτος σε όλα τα μείζονα ζητήματα της πολιτικής επικαιρότητας – αρκεί να δει κανείς τα νομοσχέδια των θερινών τμημάτων της Βουλής.
Η ίδια δυαδικότητα παρατηρείται και στη διάσταση του κουλτουραλισμού. Από τη μια, το φιλελεύθερο, αντι-εθνολαϊκιστικό υποκείμενο επικαλείται, καταναλώνει, ζει με σταθερή αναφορά στην τέχνη. Είτε πρόκειται για λογοτεχνία είτε για μουσική ή για κινηματογράφο, η επίκληση στην καλλιέργεια και η συνακόλουθη πρόταξη της παιδείας ως της πανάκειας που θα λύσει όλα τα προβλήματα (ένας διαφωτιστικός μύθος που επιζεί και στην Αριστερά υπό τη μορφή του κλασικού τύπου αντίληψης της ιδεολογίας ως άγνοιας, ως παραμόρφωσης μιας πραγματικότητας της οποίας αρκεί η γνώση και μόνο) αποτελεί το μοτίβο. Το ηθικό πλεονέκτημα που η επίκληση και μόνο της κουλτούρας προσδίδει σ’ αυτόν που προβαίνει στην επίκληση, μετατρέπει το αντίθετο στην κουλτούρα εθνικολαϊκιστικό υποκείμενο σε ακόμη μεγαλύτερο βδέλυγμα.
Μια πιο κοντινή ματιά, ωστόσο, στην ουσία αυτού του κουλτουραλισμού, στις ιδιαίτερες στρατηγικές εφαρμογής του, δείχνει και την περιορισμένη και εντέλει πολεμική του εμβέλεια. Η τέχνη στα συμφραζόμενα της ιδεολογίας του ακραίου Κέντρου λειτουργεί ως «αξεσουάρ»: η αυτονομία που της αποδίδεται δεν είναι αυτή του αντορνικού έργου τέχνης, αυτονομία που επιστρέφει στην κοινωνία ως κριτική, αλλά η αυτονομία της επ’ άπειρον χρήσης, σε απόσταση από τους αναστοχαστικούς όρους πρόσληψης που το ίδιο το έργο τέχνης θέτει. Πρόκειται για μια μορφή ανεστραμμένου σοσιαλιστικού ρεαλισμού: αν εκεί επρόκειτο για την προβολή και ταύτιση του έργου με μια συγκεκριμένη πολιτική πραγματικότητα, εδώ πρόκειται για την απαγκίστρωση από κάθε συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό προσδιορισμό. Αυτό επιτρέπει στο αντι-εθνικολαϊκιστικό υποκείμενο να απολαμβάνει τη μουσική, π.χ., του Τσάρλι Χέηντεν ή του Τσαρλς Μίνγκους την ίδια στιγμή που επιχειρηματολογεί υπέρ της διατήρησης στην εξουσία μιας κυβέρνησης που αποδεδειγμένα συντηρεί στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών.
Επίσης, φροντίζοντας να επανεγγράψει όλη τη μεταπολίτευση ως εθνικολαϊκιστική, η ιδεολογία του ακραίου Κέντρου μέσω του άσφαιρου κουλτουραλισμού της επιδιώκει και την εμβάθυνση της ρελάνς απέναντι στην περιώνυμη «ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς». Η διεκδίκηση της τέχνης ως του χώρου του μετριασμού όχι μόνο της πολιτικής αντίθεσης, αλλά και της πολιτικής συνθήκης εν γένει, επαναφέρει το μεταπολιτικό, εκσυγχρονιστικό της αίτημα ως οιονεί εγκατάσταση σύγχρονης τέχνης. Ως μεταμοντέρνο ready made προς χρήση παραδοσιακότατων κυριαρχικών προγραμμάτων.
Ο εθνικολαϊκισμός ήρθε για να μείνει. Μαζί με τον επιστημονισμό και τον κουλτουρισμό συγκροτούν έναν αστερισμό ιδεολογημάτων που επιτελούν τη διαβολή και την υποβάθμιση του λαού, επερωτώντας εντέλει την ίδια την πολιτική συμμετοχή και αφήνοντας την πολιτική ένα παιχνίδι για λίγους.
files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png
ΧΡΟΝΟΣ 17 (09.2014)
 ΔΕΙΤΕ  ΚΑΙ
http://luciferidis.wordpress.com/2008/09/22/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B8%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%B7/

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Ένας δικός μας άνθρωπος: Ο Κρίστοφερ Λάς και η εντολή για πολιτική της λαϊκότητας του Άντριου Τζ. Μπάσεβιτς... ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΛΟΓΚ Μετά την κρίση

Ένας δικός μας άνθρωπος: Ο Κρίστοφερ Λάς και η εντολή για πολιτική της λαϊκότητας

Μια παρουσίαση της βιογραφίας του Κρίστοφερ Λάς: 
Eric Miller - Hope in a Scattering Time: A Life of Christopher Lasch (Grand Rapids: Eerdmans, 2010). 
στο περιοδικό World Affairs  (τεύχος Μαΐου - Ιουνίου 2010),
επίσημη έκδοση από το 1837 της American Peace Society


Ένας οξύς παρατηρητής που έβρισκε ανυπόφορο το status quo ήταν ο αείμνηστος Christopher Lasch (1932-1994): Ιστορικός, πολιτισμικός κριτικός, πρόσωπο που πορευόταν αντίθετα στο ρεύμα, ανθεκτικός οδοιπόρος. Παιδί του Middle Border [Μεσοδυτικού Συνόρου των ΗΠΑ με τον Καναδά], γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νεμπράσκα, πριν οι γονείς του μετακομίσουν στο Σικάγο, ο Lasch, γράφει ο Eric Miller, "ήταν ένας γεωμέτρης που μετρούσε και εξερευνούσε τον άγριο και έρημο τόπο". Η ερημιά αυτή ήταν η σύγχρονη Αμερική. Αυτό που ο Lasch ανακάλυψε, είναι ότι υπάρχουν παθολογικές καταστάσεις που διαφημίζονται και προωθούνται από τις ελίτ ως «πρόοδος», για δικό τους όφελος, με ελάχιστη μέριμνα για το κοινό καλό.
Ο Miller, ο οποίος διδάσκει ιστορία στο Κολλέγιο της Γενεύης, έγραψε μια βιογραφία του Λάς με τον υποβλητικό τίτλο "Ελπίδα σε μιαν Εποχή Διασκορπισμού". Ωραίο, στοχαστικό και εμψυχωτικό βιβλίο, δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιό επίκαιρη στιγμή για την κυκλοφορία του.   
Στην εποχή μας, η πολιτική της προόδου έχει περάσει πέρα από το σημείο εξάντλησης. Άν υπήρχαν κάποιες αμφιβολίες γι' αυτή τη διαπίστωση, η μεγάλη ασυμφωνία ανάμεσα στις προσδοκίες που δημιούργησε η εκλογή του Προέδρου Ομπάμα και την αποκαρδιωτική πραγματικότητα της εποχής Ομπάμα, τις έχει διαλύσει μια για πάντα. Μόνον απατεώνες και ηλίθιοι περιμένουν από την Ουάσιγκτον να βρει λύσεις στα προβλήματα που ταλανίζουν την αμερικανική κοινωνία σήμερα. Πράγματι, ο περαιτέρω σεβασμός στα κατεστημένα κέντρα εξουσίας, για θέματα εσωτερικά ή εξωτερικά, ασφαλώς θα διαιωνίσει ή και θα επιδεινώσει τα προβλήματα αυτά. 
Οι καιροί απαιτούν λοιπόν μια ερευνητική επανεκτίμηση της Αμερικανικής πραγματικότητας. Ούτε η αριστερά, ούτε η δεξιά - ειδικά στην αλλοιωμένη μορφή που βρίσκονται τα υπαρκτά κόμματα των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών - έχουν την ικανότητα να φέρουν σε πέρας μια τέτοια επανεκτίμηση. Για να επανεξετασθούν οι πρώτες αρχές, απαιτείται ένα σημείο με πλεονεκτική θέα, μια εντελώς διαφορετική σκοπιά, στηριγμένη σταθερά στην Αμερικανική εμπειρία, που θα προσφέρει κάτι διαφορετικό από απαγγελία διάφορων στερεότυπων και από πόζες μπροστά στις κάμερες.
Ο Lasch καταλαμβάνει ένα τέτοιο σημείο και μιλά απ' αυτή τη θέση. Με μια σειρά από βιβλία, μεταξύ των οποίων το Λιμάνι σ' έναν άκαρδο κόσμο - Η οικογένεια υπό πολιορκίαν (Haven in a Heartless World, 1977), Η κουλτούρα του ναρκισσισμού (The Culture of Narcissism, 1979) και Ο Αληθινός και Μοναδικός Παράδεισος (The True and Only Heaven, 1991), προσπάθησε, σύμφωνα με τα λόγια του Miller, "να επιχειρηματολογήσει και να πείσει τους Αμερικανούς για την αληθινή φύση της κατάστασής τους". Σαν προφήτης της Εβραϊκής Βίβλου, μεταφερμένος στην Αμερική ενώ βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής του, ο  Lasch "κινήθηκε με πνεύμα αναμέτρησης, ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, ασκώντας ελεύθερα κριτική προς όλους". Οι συμπατριώτες του μπορούσαν να επιλέξουν: Να ακούσουν ή να κωφεύσουν. Δεν ήταν δική του δουλειά ν' αποφασίσει. Δουλειά του ήταν απλά να λέει την αλήθεια και να την προσφέρει για την λάβουν υπόψη τους. Αυτό ήταν αποφασισμένος να κάνει, ακόμη και άν άλλοι έβρισκαν σκληρές ή ανεπιθύμητες τις ετυμηγορίες που εξέδιδε.
Ν' αρχίσουμε με το ίδιο το θέμα της προόδου. Συντηρητικοί και Φιλελεύθεροι ισχυρίζονται ότι διαφέρουν ως προς τον τρόπο που την ορίζουν και ως προς τον καλύτερο τρόπο να την επιτύχουν. Ωστόσο, τα δύο στρατόπεδα συμφωνούν σ' αυτό το κοινό σημείο αναφοράς: Η πρόοδος που προωθούν είναι ποσοτική. Γίνεται πραγματικότητα όταν συγκεντρώνονται όλο και περισσότερα: Επιλογή, αφθονία, πρόσβαση, αυτονομία και επιρροή.
Ορισμένη με αυτόν τον τρόπο, η πρόοδος εμπλουτίζει σταδιακά την Αμερικανική ζωή, καθιστώντας την πιο δημοκρατική και επιτρέποντας τους Αμερικανούς σε όλο και μεγαλύτερους αριθμούς να ασκήσουν την ελευθερία. Ο Lasch απέρριψε αυτή την πρόταση. Η πρόοδος, πίστευε, μετατρέπει την Αμερική σε μια πνευματική έρημο. «Το ερώτημα για σοβαρούς ιστορικούς», έγραψε το 1975, «δεν είναι κατά πόσον η πρόοδος απαιτεί ένα τίμημα, αλλά αν η ιστορία της σύγχρονης κοινωνίας μπορεί να θεωρηθεί πρόοδος κατά κύριο λόγο». Η δική του απάντηση στο ερώτημα αυτό ήταν ένα ηχηρό «Όχι».
Όπου οι άλλοι είδαν πρόοδο, ο Lasch είδε καταστροφή. Η δική του ερμηνεία για το παρελθόν του έθνους, σύμφωνα με τον Miller, "είχε ως επίκεντρο όχι τη μεγάλη, ηρωική κίνηση από το αυταρχικό έλεγχο προς την ελευθερία, όπως υποθέτουν οι περισσότεροι Αμερικανοί, αλλά μάλλον τη μετάβαση από μία μορφή άμετρου κοινωνικού ελέγχου σε μια άλλη".  Μια φαύλη συνεργασία μεταξύ αγοράς και κράτους μετέτρεπε τους πολίτες σε καταναλωτές, ενώ διείσδυε στις πιο ενδόμυχες σφαίρες της ανθρώπινης ύπαρξης. Ξεριζωμός και χρόνιο άγχος καθορίζουν όλο και πιό πολύ την καθημερινή Αμερικανική ζωή, και τα άτομα προσπαθούν να καλύψουν το κενό που προκύπτει, με ψυχαναγκαστικές προσπάθειες να ικανοποιήσουν ακατεύναστες ορέξεις. Η αγορά προσφέρει μια σειρά από λύσεις, συνήθως χημικές ή τεχνολογικές, για "παλιές δυσαρέσκειες", όπως η "μοναξιά, η ασθένεια, η κούραση, [και] η έλλειψη σεξουαλικής ικανοποίησης". Άλλοι ακολούθησαν μια διαφορετική διαδρομή διαφυγής, συνδέοντας ωστόσο τον εαυτό τους διακριτικά ή και ως αντιπρόσωποι, "με αυτούς που ακτινοβολούν διασημότητα, εξουσία και χάρισμα".  
Καθώς αναζητούσαν ανακούφιση, οι απλοί Αμερικανοί αντί γι αυτήν αγόρασαν εξάρτηση. Η «σύγχρονη εμμονή με την προσωπική απελευθέρωση» ήταν κατά την άποψη του Lasch, «από μόνη της ένα σύμπτωμα διάχυτης πνευματικής διαταραχής».  
Να πάμε λίγο πιό πέρα; Παρακολουθήστε κάποιο τηλεοπτικό πρόγραμμα απόψε, και μην φύγετε από το δωμάτιο όταν αρχίζουν οι διαφημίσεις. Σταθήτε για λίγο έξω από το τοπικό σας σουπερμάρκετ Wal-Mart ("Εξοικονομήστε χρήματα. Ζήστε καλύτερα"). Ξεφυλλίστε ένα από αυτά τα γυαλιστερά περιοδικά με λάιφ στάιλ και διασημότητες την επόμενη φορά που θα είστε σε αναμονή για να πάρετε το αεροπλάνο. Σκεφτείτε πώς οι έφηβοι χαϊδεύουν μανιωδώς τα κινητά τους τηλέφωνα και τα iPods σαν να κρατούν στα χέρια τους κάποια ιερά φυλαχτά. Αναρωτηθείτε γιατί έχουν απήχηση ταινίες όπως η πρόσφατη Up in the Αir με τον George Clooney - όπου ένας άνθρωπος ορίζει την ολοκλήρωσή του ως την εισαγωγή στη "Λέσχη των Δέκα εκατομμυρίων Μιλίων" της American Airlines.  
Αυτή η διαδικασία πολιτισμικού εξευτελισμού δεν ήταν προϊόν αυτόματης ανάφλεξης. Συνέβη επειδή εξυπηρετούσε τα συμφέροντα μεγάλων οργανισμών και των ατόμων που διευθύνουν τις τύχες τους. Γράφοντας το 1958, ενώ ακόμη ήταν μεταπτυχιακός φοιτητής, ο Lasch διέκρινε με ακρίβεια τις συνέπειες: «Οι μεγαλύτερες ανταμοιβές θα πάνε σ' εκείνους, των οποίων η δουλειά είναι να κάνουν  τους καταναλωτές να καταναλώνουν διαρκώς». Οι ανταμοιβές αυτές περιλάμβαναν χρήματα, status και δύναμη και με κανένα τρόπο δεν περιοριζόταν στον ιδιωτικό τομέα. Όταν τα μέλη του Κογκρέσου κατάλαβαν ότι η κατανομή της γενναιοδωρίας κατέχει το κλειδί για την αέναη κοινοβουλευτική θητεία, κάνοντας τους καταναλωτές να καταναλώνουν διαρκώς - μετρητά για απόσυρση παλιών αυτοκινήτων! - αυτό έγινε και κομβικό στοιχείο των ασχολιών τους. 
Καθώς συσσώρευαν αυτοκίνητα, gadgets και επώνυμα ρούχα, γέμιζαν τα ντουλάπια των  λουτρών τους με φίλτρα που υπόσχονταν να τους κάνουν να φαίνονται και να αισθάνονται καλά, και περιέφεραν τα παιδιά τους σε μακρινά θεματικά πάρκα, οι Αμερικανοί πείσθηκαν ότι η ίδια η ζωή γινόταν όλο και καλύτερη. Πράγματι, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου (όπως και πάλι μετά την 11η Σεπτεμβρίου), οι κυβερνητικοί οργανισμοί προώθησαν την Αμερικανικού τύπου ελευθερία, ως το πρότυπο στο οποίο το υπόλοιπο του κόσμου έμελλε να συμμορφωθεί. Όπως ερμηνεύεται από την Ουάσιγκτον, αυτή ήταν η θέληση της Θείας Πρόνοιας.  
Ωστόσο, κατά τον Lasch, όλα αυτά ήταν ψεύτικα. Τους Αμερικανούς τους εξαπάτησαν. Ορίζοντας την πρόοδο ως απόκτηση περισσότερων υλικών πραγμάτων, σε συνδυασμό με την κατεδάφιση της αυτοσυγκράτησης και εγκράτειας, δεν επρόκειτο ν' αποκτήσουν μεγαλύτερη ελευθερία. Αντ 'αυτού, είχαν φορέσει έναν στενό κορσέ. «Κάτω από την εμφάνιση της συμβατικής ελευθερίας, της αυτονομίας και του rule of reason [νομικός όρος που αφορά θέματα οικονομικού περιεχομένου]», τόνισε επίμονα ο Lasch, «η κυριαρχία εξακολούθησε να αποτελεί τον κινητήρα της ιστορίας, η ταξική εξουσία την βάση του πλούτου και της οικονομικής ισχύος, και η δύναμη τη βάση της δικαιοσύνης»
Οι Αμερικανοί ως άτομα, έχαναν τον έλεγχο πάνω στις τύχες τους. Ο Lasch καταφέρθηκε εναντίον της "παθολογίας της κυριαρχίας, της αυξανόμενης επιρροής των οργανισμών (τόσο των οικονομικών όσο και των στρατιωτικών), που λειτουργούν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη οποιουσδήποτε ορθολογικούς αντικειμενικούς στόχους, εκτός από την δική τους μεγιστοποίηση". Επέκρινε "την αδυναμία των ατόμων για την αντιμετώπιση αυτών των γιγαντιαίων συσσωματώσεων και την αλαζονεία εκείνων που δήθεν έχουν την ευθύνη να τις επιβλέπουν και να τις ελέγχουν". 
Η αναταραχή της δεκαετίας του 1960 έπεισε για λίγο καιρό τον Lasch ότι μια Νέα Αριστερά θα μπορούσε να αποτελέσει το αντίβαρο που χρειάζεται για την αντιστροφή αυτών των τάσεων. Ωστόσο, oι γελοιότητες της αντικουλτούρας διέλυσαν σύντομα αυτή την απατηλή προσδοκία του. «Ο ηδονισμός, η έκφραση του εαυτού, το να κάνεις το δικό σου, το να χορεύεις στους δρόμους, τα ναρκωτικά και το σεξ είναι μια συνταγή για πολιτική ανικανότητα και για ένα νέο δεσποτισμό», έγραψε με χαρακτηριστική σοβαρότητα. Η Νέα Αριστερά περιείχε μέσα της τις δικές της ελιτίστικες και αυταρχικές τάσεις. «Η κυριαρχία επί των τεχνολογικών μυστικών σε μια σύγχρονη κοινωνία», πίστευε ο Lasch, θα επέτρεπε στους λίγους που κατείχαν την επιδεξιότητα και τεχνογνωσία να «εξουσιάζουν έναν νωχελικό πληθυσμό, που έχει ανταλλάξει την αυτο-κυβέρνηση με την αυτο-έκφραση» - μια πρόβλεψη που τελικά εκπληρώθηκε (με έναν τρόπο) μέσα στην μονοτονία και αδιαφορία της κοινωνικής δικτύωσης και στην βιομηχανικά κατασκευασμένη διασημότητα. 
Έτσι, οι δυνάμεις της επανάστασης, τέτοιες που ήταν, αποδείχθηκε ότι ήταν απατηλές και δόλιες. Ο Lasch σύντομα απαρνήθηκε την περαιτέρω πολιτική δραστηριότητα και στη συνέχεια παρέμεινε στην άκρη, εξαπολύοντας τους κεραυνούς του, σύμφωνα με τα λόγια του Miller, "από μια θέση που βρίσκεται πολύ ψηλότερα, ή πολύ χαμηλότερα, τη συνήθη θέση όπου κουρνιάζουν οι ιδεολόγοι". Ο Lasch αψήφησε και αντιστάθηκε στην κατάταξή του σε κάποια κατηγορία. Κατά συνέπεια, παρόλο που τα βιβλία του και τα άλλα γραπτά τράβηξαν την προσοχή και προσέλκυσαν θαυμαστές, είχε λίγους πραγματικούς συμμάχους. Ο Lasch επέμενε να προβάλλει τη γνώμη του χωρίς να περιμένει τη συμφωνία των άλλων. Ήταν ένα μοναχικό κίνημα του ενός ατόμου.
Ο Μiller περιγράφει την αναζήτηση του Lasch ως έρευνα για να βρεθεί "ένας άλλος τρόπος για την επιτυχία της Αμερικής".  Με τις αποδείξεις πνευματικής αταξίας να συσσωρεύονται, η αναζήτηση αυτή είχε ως στόχο να διασώσει και να διατηρήσει, αλλά και να δημιουργήσει κάτι νέο. «Η ανάπτυξη της πολιτικής ελευθερίας», έγραψε ο Lasch το 1973, είχε προχωρήσει «χέρι-χέρι με την ανάπτυξη ενός συστήματος ιδιωτικής επιχειρηματικότητας που ρήμαξε τη γη, εξάλειψε το παρελθόν, κατέστρεψε παλαιότερες παραδόσεις της οικονομικής ζωής και όξυνε την ταξική σύγκρουση». Πώς να ανακοπεί αυτή η κακοήθης παλίρροια, αυτό αποτελεί το κεντρικό πρόβλημα της εποχής. Έτσι ο Lasch, σύμφωνα με τα λόγια του Μiller, άρχισε να αρθρώνει έναν εντελώς διαφορετικό όραμα της προόδου ή της ελευθερίας, "θεμελιωμένο όχι στην προσωπική απελευθέρωση, αλλά και στην αξιοπρέπεια της ιδιωτικής ζωής, στους δεσμούς συγγένειας, ηθικής τάξης και δημοκρατικού καθήκοντος του πολίτη". Ερεύνησε πως μπορεί να αποκατασταθεί η "χαρά στην εργασία, οι σταθεροί δεσμοί, η οικογενειακή ζωή, μια αίσθηση του τόπου, και μια αίσθηση της ιστορικής συνέχειας"
Φυσικά, στα πλαίσια της Αμερικανικής πολιτικής, λέξεις όπως συγγένεια, καθήκον, οικογένεια και τόπος φέρουν βαθιά συντηρητική χροιά. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της πνευματικής διαδρομής του, ο Lasch μετακινήθηκε προς ένα πολιτισμικό συντηρητισμό, ο οποίος βασίστηκε σε παλαιότερες παραδόσεις, Τζεφερσονιανές, αγροτικές, και - πάνω από όλα - λαϊκές [λαϊκιστικές, αλλά με την αμερικανική σημασία της λέξης]. Συντηρητισμός μ' αυτή την έννοια, ήταν λιγότερο ιδεολογία και πιό πολύ ένας προσανατολισμός, που αναγνωρίζει, αξιολογεί, και προσπαθεί να υπερασπισθεί μια κληρονομιά που δέχεται επίθεση από τους υποστηρικτές της προόδου. Άν αυτή η κληρονομιά σπαταληθεί και ερημωθεί, ο Lasch πίστευε ότι αυτή η απώλεια ίσως αποδειχθεί ανεπανόρθωτη. 
(Μια σημείωση, για εκείνους, στους οποίους η λέξη «συντηρητικός» φέρνει στο νου εικόνες του Karl Rove ή του Newt Gingrich: Μη συγχέουμε το συντηρητισμό κατ' επίφαση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, με τον αυθεντικό όρο. Ο Lasch εξέφρασε την απόλυτη περιφρόνησή του προς όσους προσαγορεύουν τους εαυτούς τους ως συντηρητικούς, ενώ προσφέρουν θυσίες λατρείας στον βωμό του καπιταλισμού, και μεταχειρίζονται ρητορικές αλληγορίες που ηχούν συντηρητικές για να νομιμοποιήσουν μια κοσμοθεωρία βαθιά ανταγωνιστική πρός τις συντηρητικές αξίες. Για να κατανοήσουμε αυτό το σημείο, αν μη τι άλλο, αναρωτηθείτε λόγου χάρη, τι κατάφερε να «διατηρήσει» κατά τη διάρκεια των οχτώ χρόνων στο Λευκό Οίκο ο George W. Bush, ένας προσχηματικός συντηρητικός).  
Για τον Lasch, μόνον ένας αυθεντικός συντηρητικός προσανατολισμός θα ήταν εντελώς συνεπής με τo ριζοσπαστικό αυτο-προσδιορισμό της ταυτότητάς του. Πράγματι, στα τέλη της Αμερικής του 20ού αιώνα, μόνον μια αντι-προοδευτική ευαισθησία θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση ενός σοβαρού  ριζοσπαστισμού.  
Πίστευε ότι εδώ υπάρχει η βάση για την κατασκευή μιας πραγματικής αντικουλτούρας. Αυτής που αντιτίθεται στην υπερβολική συγκέντρωση του πλούτου και της εξουσίας, που απορρίπτει την ιδέα ότι η απεριόριστη οικονομική ανάπτυξη αποτελεί το κλειδί για την ανθρώπινη ευτυχία. Που είναι υπέρμαχος της πολιτικής αποκέντρωσης, της αυτάρκειας, της εργασίας με νόημα, μάχεται για να κλείσει το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, σέβεται έντιμα την κληρονομημένη σοφία, με σεμνότητα και μετριοφροσύνη αρκετή ώστε να μη διεκδικεί να ερμηνεύει το θέλημα του Θεού ή το σκοπό της Ιστορίας. 
Αυτός ο ριζοσπαστισμός τύπου Tory, όπως ο Μίλερ τον αποκαλεί, έφερε τον Lasch σε αντίθεση με άλλους επίδοξους ριζοσπάστες της εποχής του. Πουθενά δεν ήταν αυτό πιο εμφανές, από ό,τι σε θέματα σχετικά με το φύλο. Στα μάτια του Lasch, το κορυφαίο επίτευγμα του σύγχρονου φεμινισμού, με την έμφαση στην αυτο-πραγμάτωση και ενδυνάμωση, ήταν να παραδώσει τις γυναίκες στο στομάχι της αγοράς. Κατά κύριο λόγο, το κίνημα των γυναικών υπηρέτησε ως συμπλήρωμα στην «κυρίαρχη κουλτούρα του άπληστου ατομικισμού», αντί να προσφέρει μια ουσιαστική εναλλακτική λύση. Ως αποτέλεσμα, μόνον ένα μικρό ποσοστό των γυναικών ωφελήθηκε. Η συντριπτική πλειοψηφία τους όχι.  
Αν και ο Lasch αφιέρωσε το σημαντικότερο μέρος της προσοχής του σε εσωτερικά θέματα των ΗΠΑ, η κριτική του έχει σημαντικές συνέπειες για την εξωτερική πολιτική. Η προοδευτική ώθηση για να κατασκευασθεί μια κοσμική παραδείσια ουτοπία μέσα στη χώρα, βρίσκει το αντίστοιχό της σε όνειρα να κάνει το ίδιο και στον μεγάλο, ευρύ κόσμο του εξωτερικού: Αυτό έχει γίνει ένα διαρκές θέμα της Αμερικανικής τέχνης του πολιτεύεσθαι. Μην το παρερμηνεύετε αυτό, ως σπουδή να προστρέχουν οι Αμερικανοί σε βοήθεια των άλλων - των Κουβανών το 1898 [το 1895 η Κουβανική επανάσταση του José Martí εναντίον των Ισπανών αποίκων κατέληξε στον πόλεμο Ισπανίας - ΗΠΑ και μετά την ήττα της, η Ισπανία υποχρεώθηκε να πουλήσει στις ΗΠΑ το Πουέρτο Ρίκο, τις Φιλιππίνες και το νησί του Ειρηνικού Γκουάμ, ενώ η Κούβα έγινε τυπικά ανεξάρτητο κράτος], των Αφγανών το 2010 - εξαιτίας αλτρουισμού, πάντως. Η ώθηση να κάνουμε το καλό παραμένει συνδεδεμένη άρρηκτα με την αποφασιστικότητα να το κάνουμε καλά. Είτε αναγνωρίζεται είτε όχι, η άσκηση αυτή έχει ως στόχο να διατηρήσει τον υφιστάμενο Αμερικανικό τρόπο ζωής, ή, όπως ο Lasch το έθεσε, «να διατηρήσει το άκρως σπάταλο, προκλητικό  βιοτικό μας επίπεδο, όπως έχει διατηρηθεί κατά το παρελθόν, σε βάρος του υπόλοιπου  κόσμου». 
Ο Lasch δήλωσε ότι ο προοδευτισμός, ειδικά στην νοσογόνο εκδοχή του [28ου προέδρου των ΗΠΑ] Woodrow Wilson, είναι «μια μεσσιανική πίστη». Στη διεθνή πολιτική, οι μεσσιανικές τάσεις τροφοδοτούν αυταπάτες παντογνωσίας και παντοδυναμίας. Επίσης, τείνουν αναπόφευκτα προς μεγάλες σταυροφορίες, δεδομένου ότι αυτοί που στέκονται ως εμπόδια στο δρόμο της δικαιοσύνης, υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις δυνάμεις του σκότους και τοποθετούν τον εαυτό τους πέρα ​​από τα όρια. 
Ο συνδυασμός της πεποίθησης και της δύναμης συνεπάγεται πομπώδη μεγαλοπρέπεια ενισχυμένη από μεγάλη αυτοπεποίθηση, εμφανείς στον «πόλεμο που θα τελειώσει όλους τους πολέμους» του Woodrow Wilson και στη νεότερη επιμονή του Bush ότι είχε έρθει η ώρα για τους απανταχού μουσουλμάνους να αγκαλιάσουν την δημοκρατία αμερικανικού τύπου και τον Αμερικανικό ορισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για όσους συμμερίζονται μια μεσσιανική κλίση, αδράνεια σημαίνει συνενοχή με το κακό. Με δεδομένη μια τέτοια νοοτροπία, το να ξανασκέφτεσαι με σύνεση δεν είναι αναγκαίο: Αυτό που θα έπρεπε να γίνει, πρέπει να γίνει. 
«Η δίψα για δράση, ο πόθος για ανάμειξη, η λαχτάρα να αφιερωθούν στην πορεία των γεγονότων προς τα εμπρός, αυτά τα πράγματα υπαγόρευσαν πόλεμο». Ο Lasch αναφέρεται εδώ στους προοδευτικούς που έδωσαν την υποστήριξή τους και ακολούθησαν την εκστρατεία του Wilson να κάνει τον κόσμο ασφαλή για τη δημοκρατία. Ωστόσο, το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για τους νεοσυντηρητικούς [neocons της εποχής Μπούς], τους συντηρητικoύς "μαϊμού" και τους μαχητικούς φιλελεύθερους, που σχημάτισαν την χωρωδία και επευφημούσαν τον παράλογo «παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» του Μπους. Το πιο σημαντικό πράγμα ήταν να μη μείνουν απέξω ή να μη μείνουν πίσω. «Συνεπώς, πήγαν στον πόλεμο και εφηύραν τους λόγους γι' αυτόν αργότερα». Γραμμένη σε σχέση με την πολεμική ανάμειξη των ΗΠΑ το 1917 στην Ευρώπη, η κρίση του Lasch ισχύει εξίσου καλά για την περίοδο μετά την 11η Σεπτεμβρίου. 
Η προοδευτική νοοτροπία που διεισδύει και στα δύο μεγάλα Αμερικανικά πολιτικά κόμματα, αρνείται ν' αναγνωρίσει την ύπαρξη ορίων. Η αναγνώριση και εκτίμηση των ορίων - όχι μόνο της εξουσίας, αλλά και της κατανόησης των πραγμάτων - εμποτίζει και καθιστά διακριτή την αυθεντική συντηρητική ευαισθησία. 
Γράφοντας το 1983, ο Lasch εντόπισε «την πραγματική υπόσχεση της αμερικανικής ζωής» στην «ελπίδα ότι μια αυτοδιοικούμενη δημοκρατία μπορεί να χρησιμεύσει ως πηγή ηθικής και πολιτικής έμπνευσης για τον υπόλοιπο κόσμο, όχι ως το κέντρο μιας νέας παγκόσμιας αυτοκρατορίας». Η παρατήρηση δείχνει ότι αντί να οικοδομήσουν μια αυτοκρατορία - ή να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που είναι συναφείς με την παγκόσμια ηγεσία, όπως ορισμένοι θα την ήθελαν - οι Ηνωμένες Πολιτείες θα χρησιμεύσουν ως ηθικό και πολιτικό υπόδειγμα μόνον άν διατηρήσουν την πίστη στις προσδοκίες που εκφράσθηκαν στα ντοκουμέντα της ίδρυσης του Αμερικανικού έθνους και κράτους. Σ' αυτό το θέμα, έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε.
Τουλάχιστον ίσης σημασίας: Ενώ οι υποστηρικτές της προόδου πιστεύουν ότι το κλειδί της επιτυχίας είναι να ανατεθεί εξουσία σ' ένα σώμα εμπειρογνωμόνων - μια ελίτ της εξουσίας, για να χρησιμοποιήσουμε την κλασική διατύπωση που επινοήθηκε από τον C. Wright Mills - κάθε σοβαρός συντηρητικός, με το δίκιο του, το βλέπει αυτό κυρίως ως ανοησία. Οι στρατηγοί τεσσάρων αστέρων, οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης, οι δημοσιογράφοι με πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες, τα στελέχη επιχειρήσεων και οι χρηματοπιστωτικοί παράγοντες της Wall Street, διαθέτουν πράγματι μιαν αποδεδειγμένα ανώτερη κατανόηση του τρόπου που λειτουργεί ο κόσμος; Είναι κάποιοι ή κάποιες απο αυτούς πιο έξυπνοι, πιο εξελιγμένοι, ή με καλύτερες προθέσεις, σε σύγκριση με την θεία σας την Μπέττυ Λού ή τον θείο σας τον Φρέντ; Ερευνήστε για τις διάφορες και ποικίλες πανωλεθρίες της τελευταίας δεκαετίας μόνον - οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, η εισβολή στο Ιράκ, η κατάρρευση της εταιρείας Enron, ο τυφώνας Κατρίνα, το σκάνδαλο Madoff, η χρεωκοπία της Lehman Brothers (και ο κατάλογος συνεχίζεται), και η ερώτηση απαντά μόνη της στον εαυτό της. 
«Η Αμερική που απωθεί και αρνείται την πραγματικότητα», γράφει ο Eric Miller, ήταν η «πολύχρονη αφήγηση του Lasch». Στις δικές μας ημέρες - ακόμη είμαστε σε εποχή πολύ μεγάλου διασκορπισμού - η απώθηση επιμένει, πάρα πολλή, ενισχυμένη από μια κυβερνώσα τάξη που ρίχνει χρήματα πάνω στα προβλήματα με την ελπίδα να τα αποκρύψει και από έναν μηχανισμό εθνικής ασφαλείας που προωθεί μια ατμόσφαιρα διαρκούς κρίσης προκειμένου να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Η Ουάσιγκτον επιχειρεί με το ένα χέρι για να εξαγοράζει τους ανθρώπους και με το άλλο να τους φοβίζει, προκειμένου να αποσπά τη συναίνεση. 
Το 1962 ο νεαρός Lasch παρατήρησε ότι «η πρόοδος δεν αρκεί». Μερικές φορές η πρόοδος δεν είναι καθόλου πρόοδος, και ιδιαίτερα στις πολιτισμικές και πνευματικές σφαίρες. Αντ' αυτής, υπάρχει πισωγύρισμα. 
H παρατήρηση αυτή υπονοεί το εξής: Το να υπολογίζουμε ότι μεγάλοι, απομακρυσμένοι, απρόσωποι και ως επί το πλείστον απρόσιτοι οργανισμοί θα κάνουν καλό στην υπόσχεση της Αμερικής, είναι λανθασμένo. Αυτή είναι η ιδέα, στην οποία οι [Αμερικανικής εκδοχής δημοκρατικοί] λαϊκιστές, από την εποχή του William Jennings Bryan μέχρι την τωρινή, επιστρέφουν ξανά και ξανά. Η αποδείξιμη αλήθεια αυτής της ιδέας, εξηγεί γιατί η πολιτική της λαϊκότητας δεν θα χαθεί σύντομα. Εξηγεί επίσης, γιατί ο Christopher Lasch, ο μεγάλος εκφραστής της δημοκρατικής λαϊκότητας, αξίζει τον σεβασμό και την προσοχή μας σήμερα. 
 
O Andrew J. Bacevich είναι καθηγητής της ιστορίας και διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Το 2008 υποστήριξε την εκλογή του προέδρου Ομπάμα ως "την καλύτερη, ακόμη και για τους συντηρητικούς πολίτες στις ΗΠΑ". Αλλά τον Οκτώβριο του 2009 επέκρινε την απόφαση του Ομπάμα να στείλει περισσότερους στρατιώτες στο Αφγανιστάν ως "μοιραία όπως η εμπλοκή στο Βιετνάμ για τον Τζόνσον και στην Κορέα για τον Τρούμαν".
Ανάμεσα στα βιβλία του περιλαμβάνονται: "Washington Rules: America's Path to Permanent War" (Στο Μονοπάτι της Αμερικής για Διαρκή Πόλεμο, 2010) και "Breach of Trust: How Americans Failed Their Soldiers and Their Country" (Πώς οι Αμερικανοί έχασαν τους στρατιώτες τους και τη χώρα τους, 2012).

Ten years after the invasion, did we win the Iraq war? - του Andrew J. Bacevich, στην εφημερίδα Washington Post , 8 Μαρτίου 2013.


* Σημείωση: Απέφυγα να μεταφράσω τον όρο populist / populism με το συνηθισμένο λαϊκιστής / λαϊκισμός, και προτίμησα τον πολιτικό / πολιτική της λαϊκότητας. Στην πολιτική συζήτηση των ΗΠΑ, ο όρος λαϊκισμός συνήθως δεν χρησιμοποιείται με την αρνητική χροιά που έχει στην Ευρώπη, όταν αποδίδεται σε ρεύματα πολιτικά της δεξιάς συνήθως, και σπανιότερα σε ρευματα "αριστερής - αντισυστημικής" διαμαρτυρίας. Στις ΗΠΑ, λαϊκισμός συχνά σημαίνει το αντίθετο στην ολιγαρχία ρεύμα σκέψης και πολιτικής, την πολιτική που αντιτίθεται στην παντοδυναμία των ελίτ της οικονομίας και της εξουσίας. Ασκεί κριτική στην επιρροή του εταιρικού κόσμου και των μεγάλων κεντρικών οργανισμών της ιδιωτικής οικονομίας ή του κράτους (π.χ. στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα), πάντοτε από τη σκοπιά του "μικρού και αδύνατου" πολίτη. Αντιμάχεται επίσης την πελατειακή πολιτική που ασκούν τα δύο μεγάλα κόμματα των ΗΠΑ (ακόμη και η πιό "φιλελεύθερη - αριστερή" πτέρυγα του Δημοκρατικού κόμματος), προκειμένου να προελκύσουν επι μέρους κοινωνικές ομάδες, οικονομικές, πολιτισμικές κτλ. Σ' αυτή την εκδοχή, είναι ένα ρεύμα δημοκρατικό, ειλικρινά αντιολιγαρχικό και εξισωτικό. 
Ο συντηρητισμός του είναι συντηρητισμός ως προς τις αξίες, όχι πολιτικός συντηρητισμός. Μ' αυτή την έννοια είναι μάλλον συγγενικός με πολιτικά ρεύματα όπως οι Πράσινοι της Κεντρικής Ευρώπης, και δεν έχει καμμιά σχέση με τους δεξιούς λαϊκιστές - Ευρωσκεπτικιστές στην Ευρωπαική ήπειρο και στην Βρετανία, ούτε με τον Λατινοαμερικανικό λαϊκισμό Περονικής ή "αριστερής" (τύπου Τσάβες) απόχρωσης. Ιδιαίτερα, στέκεται στον αντίποδα των σκληρών ταξικών και ολιγαρχικών Αμερικανικών πολιτικών ρευμάτων τύπου Tea Party, που μεταμφιέζονται σε υποστηρικτή του απλού πολίτη ενώ υπερασπίζονται τα συμφέροντα μιας υπερπλούσιας ολιγαρχίας. 

The Gift of Christopher Lasch, του James Seaton (First Things) 
  
Βιβλία του Κρίστοφερ Λάς σε Ελληνική μετάφραση
 

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...