Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Max Horkheimer “Λυκόφως (αποσπάσματα)”/αναδημοσιευση απο την Κριτική Θεωρία

Max Horkheimer “Λυκόφως (αποσπάσματα)”

Ο ανθρωπάκος και η φιλοσοφία της ελευθερίας
Η ελευθερία πρέπει να πραγματωθεί στον σοσιαλισμό. Όσο το παρόν σύστημα φέρει το όνομα «ελευθερία» και εκλαμβάνεται ως φιλελεύθερο, τόσο περισσότερο ασαφείς είναι συνήθως οι παραστάσεις σχετικά με την ελευθερία.
Κατά συνέπεια, ο καθένας που έχει τα μάτια του ανοικτά και λιγοστά χρήματα στο πορτοφόλι του εξοικειώνεται συχνά με αυτήν τη φιλοσοφική έννοια. Π.χ. ζητά από κάποιον γνωστό του να προσληφθεί στην επιχείρησή του. Αυτό δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τη φιλοσοφία. Όμως, ο γνωστός συνοφρυώνεται και παραπέμπει στην αντικειμενική αδυνατότητα· η επιχείρηση πηγαίνει χάλια, πρέπει μάλιστα να απολύσει πολλούς εργαζόμενους. Ο αιτών δεν πρέπει να του κρατάει κακία, διότι δεν είναι στο χέρι του, η ελευθερία του δεν φθάνει τόσο μακριά.
Ο επιχειρηματίας εξαρτάται από νόμους, οι οποίοι δεν έχουν σχεδιασθεί με γνώση και βούληση ούτε από τον ίδιο ούτε από κάποιον άλλο, ούτε από μια δύναμη στην οποία οι άνθρωποι έχουν αναθέσει αυτή την εντολή· αφενός, οι μεγάλοι καπιταλιστές και πιθανώς αυτός ο ίδιος χρησιμοποιούν με επιδεξιότητα αυτούς τους νόμους, αφετέρου, η ύπαρξή τους γίνεται δεκτή ως γεγονός. Η οικονομική άνθηση ή ύφεση, ο πληθωρισμός, οι πόλεμοι, όπως
επίσης οι απαραίτητες για τη δεδομένη κοινωνική κατάσταση ιδιότητες των ανθρώπων και των πραγμάτων, καθορίζονται διαμέσου τέτοιων νόμων, διαμέσου της ανώνυμης κοινωνικής πραγματικότητας, όπως η περιστροφή της γης [καθορίζεται] διαμέσου των νόμων της νεκρής φύσης. Κανένα μεμονωμένο άτομο δεν μπορεί να προκαλέσει κάποια αλλαγή.
Ο αστικός τρόπος σκέψης δέχεται αυτή την πραγματικότητα ως υπεράνθρωπη· φετιχοποιεί την κοινωνική διαδικασία. Μιλά για τη μοίρα και είτε την ονομάζει τυφλή είτε προσπαθεί να την ερμηνεύσει μυστικιστικά· παραπονιέται για την απουσία νοήματος του όλου ή παραδίδεται στις άγνωστες βουλές του Κυρίου. Στην πραγματικότητα, όμως, όλα τα φαινόμενα που γίνονται αντιληπτά ως τυχαία ή ερμηνεύονται μυστικιστικά εξαρτώνται από
τους ανθρώπους και τη ρύθμιση της κοινωνικής τους ζωής. Ως εκ τούτου, αυτά μπορούν να αλλάξουν. Αν οι άνθρωποι συνειδητά έπαιρναν την κοινωνική διαδικασία της ζωής τους στα χέρια τους και αντικαθιστούσαν τον αγώνα των καπιταλιστικών επιχειρηματικών ομίλων με μια αταξική οικονομία που λειτουργεί βάσει σχεδίου, τότε, επίσης, οι επιδράσεις της παραγωγικής διαδικασίας πάνω στους ανθρώπους και τις σχέσεις τους θα μπορούσαν να
εποπτευθούν και να ρυθμισθούν. Ό,τι σήμερα στις ιδιωτικές και επιχειρηματικές συναλλαγές των ατόμων φαίνεται ως φυσικό γεγονός αφορά τις αδιαφανείς επιπτώσεις της κοινωνικής συμβίωσης συνολικά, συνεπώς τα ανθρώπινα και όχι τα θεϊκά προϊόντα.
Καθόσον αυτές οι επιδράσεις της κοινωνικής ζωής υπάρχουν ανεξέλεγκτα, άβουλα, ασυνείδητα, ως συνισταμένη πολλών ατομικών βουλήσεων που έχουν ασαφή εξάρτηση και δύναμη, ακόμα και η ελευθερία του ατόμου ελαττώνεται σε εξωφρενικά μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με ό,τι θα ήταν αναγκαίο σύμφωνα με την κατάσταση των διαθέσιμων δυνάμεων. Όταν ο επιχειρηματίας που δέχθηκε την αίτηση για την πρόσληψη του γνωστού του απορρίπτει αυτή την επιθυμία, παραπέμποντας στις περιστάσεις που καθιστούν αδύνατη την εκπλήρωσή της, με αυτό τον τρόπο νομίζει ότι παραπέμπει σε κάτι εντελώς αντικειμενικό, τελείως ανεξάρτητο από αυτόν, στην πραγματικότητα όπως αυτή είναι καθ’ εαυτήν. Αφού όλοι οι άλλοι, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου που ζητά να προσληφθεί, βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, αφού όλοι αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα, που οι ίδιοι δημιούργησαν στην κοινωνική τους δραστηριότητα, ως ξένη, σύμφωνα προς την οποία πρέπει να ευθυγραμμισθούν, υπάρχουν μεν πολλοί αυτουργοί αλλά κανένα συνειδητό και, επομένως, ελεύθερο υποκείμενο των κοινωνικών σχέσεων· οι άνθρωποι πρέπει να υποταχθούν στις καταστάσεις, τις οποίες οι ίδιοι διαρκώς δημιουργούν ως ένα ξένο, πανίσχυρο πράγμα.
Βεβαίως, οι γνωστικές ενέργειες δεν επαρκούν προκειμένου να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Το λάθος δεν συνίσταται σε καμία περίπτωση στο γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν το υποκείμενο, αλλά στο γεγονός ότι αυτό δεν υπάρχει. Είναι σημαντικό να συνδράμουμε ώστε να δημιουργηθεί αυτό το υποκείμενο που διαμορφώνει συνειδητά την κοινωνική ζωή· αυτό το ίδιο δεν είναι τίποτα άλλο παρά η σοσιαλιστική κοινωνία που ρυθμίζει το Είναι της και οργανώνεται ορθολογικά. Στην παρούσα κοινωνία υπάρχουν μεν μεμονωμένα υποκείμενα, των οποίων η ελευθερία περικόπτεται κατά πολύ διαμέσου του ασύνειδου χαρακτήρα της δράσης τους, αλλά δεν υπάρχει καμία ουσία που δημιουργεί την πραγματικότητα, καμία συνεκτική αιτία. Καθώς η θρησκεία και η μεταφυσική υποστηρίζουν ότι υπάρχει μία τέτοια αιτία, προσπαθούν να εμποδίσουν τους ανθρώπους να τον δημιουργήσουν με τις δικές τους δυνάμεις.
Όπως είναι αυτονόητο, η παρούσα έλλειψη ελευθερίας δεν ισχύει για όλους με τον ίδιο τρόπο. Η συμφωνία του παραγόμενου [προϊόντος] με το συμφέρον του παραγωγού είναι μια στιγμή ελευθερίας. Όλοι οι εργαζόμενοι άνθρωποι, ακόμα και οι μη εργαζόμενοι, συμμετέχουν μεν στην παραγωγή της υπάρχουσας πραγματικότητας, αλλά ο βαθμός της προαναφερθείσας συμφωνίας είναι πάρα πολύ διαφορετικός. Εκείνοι στους οποίους υπάρχει η συμφωνία σε υψηλό βαθμό εμφανίζονται με ορισμένο τρόπο υπεύθυνοι για αυτήν· έχουν δίκιο, όταν μιλούν για τη «δική μας» πραγματικότητα σε πληθυντικό μεγαλοπρέπειας. Μολονότι δεν έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι τον κόσμο, εντούτοις, δεν αποτινάσσεται η υποψία ότι θα είχαν διαμορφώσει τον κόσμο έτσι ακριβώς. Γι’ αυτούς, είναι απολύτως ορθό ότι η δημιουργία και η διατήρηση της πραγματικότητας στην παρούσα κοινωνική μορφή συντελείται τυφλά· έχουν κάθε λόγο να καταφάσκουν το προϊόν αυτής της τυφλής διαδικασίας. Συνεπώς, ενισχύουν τους μύθους γύρω από την καταγωγή της. Όμως, για εκείνον τον ανθρωπάκο, ο οποίος ζητούσε να προσληφθεί και απορρίφθηκε διαμέσου της παραπομπής στις αντικειμενικές συνθήκες, είναι, αντιθέτως, εξαιρετικά σημαντικό να έρθει στο φως η καταγωγή αυτών των αντικειμενικών συνθηκών, έτσι ώστε να μην παραμείνουν
τόσο δυσμενείς για τον ίδιο. Όχι μόνον η δική του ανελευθερία αλλά και η ανελευθερία των άλλων μετατρέπεται στη συμφορά του. Το δικό του συμφέρον ωθεί τον ανθρωπάκο στη μαρξιστική διασάφηση της έννοιας της ελευθερίας.
Συζήτηση για την επανάσταση
Ο γνήσιος αστός έχει την ικανότητα να παρατηρεί τα πάντα αντικειμενικά, στη μεταπολεμική Γερμανία μάλιστα, ακόμη και την επανάσταση. Μόλις ο αστός εισάγει αντικειμενικά την επανάσταση ή την πολιτική της προετοιμασία στη σφαίρα των σκέψεών του, η επανάσταση εμφανίζεται όπως οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα εντός της δεδομένης κοινωνικής πραγματικότητας και αξιολογείται αντιστοίχως. Καθόσον ο επιχειρηματίας στην καπιταλιστική παραγωγή δεν αναλογίζεται τόσο τη χρηστική αξία των προϊόντων του όσο τις αποτελεσματικές μεθόδους παραγωγής και πώλησης, κατά την αντικειμενική αξιολόγηση μιας κοινωνικής δραστηριότητας δεν ενδιαφέρεται τόσο για το περιεχόμενο όσο για την εκτέλεση. Ως εκ τούτου, στη Γερμανία το επαναστατικό κόμμα κατηγορείται περισσότερο για την κακή διεκπεραίωση παρά για τον στόχο, ο οποίος μετά το τέλος του πολέμου συγκεντρώνει αρκετές πιθανότητες επιτυχίας· στιγματίζεται η ανικανότητα της ηγετών.
Βέβαια, αυτή η κατάσταση δεν καθορίζεται μόνον από τα προαναφερθέντα τυπικά στοιχεία της αστικής σκέψης αλλά επίσης από πολύ περισσότερο χειροπιαστές αιτίες. Όχι μόνο στον αριστερό αστικό χώρο αλλά στην ψυχή ευρύτερων αντεπαναστατικών στρωμάτων, τα οποία μετά την αποτυχημένη προλεταριακή δράση αποδοκιμάζουν την ηγεσία, ο ψυχολόγος θα διακρίνει το κρυφό αίσθημα της ενοχής, [δηλαδή] ότι κάποιος δεν συμμετείχε αυτός ο ίδιος, και τον ασυνείδητο θυμό, [δηλαδή] ότι δεν έγινε τίποτα. Επίσης, παίζει ρόλο η ανίερη, βαθιά ριζωμένη στην ευρωπαϊκή ζωή πίστη στην επιτυχία ως θεϊκή κρίση. Η επανάσταση είναι κακή, για όσο χρόνο δεν έχει νικήσει.
Τα ελαττώματα της επαναστατικής ηγεσίας μπορεί στην πραγματικότητα να είναι μια ατυχία. Μολονότι ο πολιτικός αγώνας ενάντια στην απανθρωπιά της παρούσας κατάστασης διεξάγεται με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, [εντούτοις] αυτός είναι η μορφή που λαμβάνει η βούληση για μια καλύτερη τάξη πραγμάτων στην παρούσα ιστορική στιγμή, ενώ με αυτό τον τρόπο τον συλλαμβάνουν πολλές χιλιάδες καταπιεσμένων και βασανισμένων σε ολόκληρη τη
γη. Οποιαδήποτε ανεπάρκεια των ηγετών δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτοί αποτελούν την κεφαλή αυτού του αγώνα. Όποιος συνδέεται άμεσα με ένα μαχητικό κόμμα μπορεί ενδεχομένως να επηρεάσει την πορεία του· επίσης, αυτός που αναμφισβήτητα έχει θεωρητική και αγωνιστική συγγένεια με αυτό το κόμμα μπορεί ενδεχομένως για κάποιο χρονικό διάστημα να ασκήσει γόνιμη κριτική στην ηγεσία από τα έξω.
Όμως, ένα προλεταριακό κόμμα δεν μπορεί να μετατραπεί σε αντικείμενο θεωρητικής κριτικής, διότι κάθε λάθος του είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το κόμμα δεν αποτράπηκε από τη διάπραξη λαθών διαμέσου της αποτελεσματικής συμμετοχής καλύτερων δυνάμεων. Αν ο θεωρητικός κριτικός μπορούσε να έχει ενισχύσει αυτές τις δυνάμεις διαμέσου της δικής του δραστηριότητας στο κόμμα, αυτό δεν μπορεί να κριθεί από τις εκ των υστέρων δηλώσεις του σχετικά με τις ενέργειες του κόμματος, διότι μένει αιωνίως αβέβαιο, αν η άποψη του πάνω στη δεδομένη κατάσταση θα είχε διαφωτίσει τις μάζες, αν οι
αναγκαίες οργανωτικές ικανότητες είχαν συνδεθεί με τη θεωρητική υπεροχή του, εν συντομία, αν η πολιτική του εν γένει ήταν ή δεν ήταν δυνατή. Η πρόχειρη αντίρρηση είναι ότι οι ηγέτες έχουν στην κατοχή τους τα εξουσιαστικά μέσα του κόμματος, ότι ο μηχανισμός του κόμματος καταπνίγει τα μεμονωμένα άτομα και, κατά συνέπεια, κάθε απόπειρα των συνετών στερείται εκ των προτέρων προοπτικής. Μήπως η πολιτική βούληση σε κάθε στιγμή της ιστορίας δεν συνάντησε αντίστοιχα εμπόδια προκειμένου να επικρατήσει! Σήμερα τα εμπόδια μπορεί να στοιβάζονται ακριβώς μπροστά στον διανοούμενο όμως, ποιος θα μπορούσε να αποδείξει με διαφορετικό τρόπο, συγκριτικά με αυτούς που ξεπερνούν πρακτικά τις υπάρχουσες ελλείψεις, ότι αυτά τα εμπόδια, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συσχετίσεις τους, δεν είναι αμελητέα; Η αστική κριτική στον προλεταριακό αγώνα είναι μια λογική αδυνατότητα.
Ο αστικός τρόπος σκέψης αρμόζει στο οικονομικό σύστημα, από το οποίο έχει γεννηθεί. Η ισχύς των κυρίαρχων μοτίβων σκέψης ακυρώνεται στο πολιτικό κίνημα, το οποίο πασχίζει να αντικαταστήσει την παρούσα κοινωνική μορφή με μια καλύτερη, διότι αυτή [η ισχύς] δεν υπόκειται στην εξουσία των οικονομικών νόμων του καπιταλισμού παρά μόνο με πολλαπλώς μεσολαβημένο και συγκεχυμένο τρόπο. Στον καπιταλισμό κάθε πρωτοβουλία που διεκπεραιώνεται ανεπαρκώς ρυθμίζεται αυτόματα. Η διαπίστωση ότι η [οικονομική] διεύθυνση είναι ανίκανη επαληθεύεται, καθώς η επιχείρηση χρεοκοπεί και η οικονομική λειτουργία της εκτελείται στο μέλλον από κάποια καλύτερη διεύθυνση. Συνεπώς, υπάρχει ένα αντικειμενικό μέτρο για την εκτέλεση των κοινωνικών δραστηριοτήτων, το οποίο δεν εξαρτάται από την κριτική. Το μέτρο στηρίζεται στην ακόλουθη διαπίστωση: όπου χρησιμοποιείται εργασία στο καπιταλιστικό σύστημα, βρίσκονται άνθρωποι που η εργασία τους ανταποκρίνεται στον βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Όπου παρατηρείται μια δυσλειτουργία, αποκαθίσταται αμέσως. Αυτή η αποκατάσταση, όμως, δεν ισχύει σε καμία περίπτωση για την προλεταριακή ηγεσία. Όσοι σκοτώνονται ή σακατεύονται αναπληρώνονται κακήν κακώς από τις σειρές των αγωνιζόμενων, διότι ο εχθρός ξέρει να
πετυχαίνει όσους είναι επικίνδυνοι για αυτόν. Ο κόσμος στον οποίο μεγαλώνει η προλεταριακή ελίτ δεν είναι ακαδημίες αλλά αγώνες στις φάμπρικες και τα συνδικάτα, πειθαρχικές ποινές, βρώμικες αντιπαραθέσεις εντός και εκτός κομμάτων, φυλακίσεις και παρανομία. Γι’ αυτό δεν συνωστίζονται οι φοιτητές όπως στις αίθουσες παραδόσεων και τα εργαστήρια της αστικής τάξης. Η επαναστατική καριέρα δεν διέρχεται μέσα από συμπόσια και τίτλους τιμής, ενδιαφέρουσες έρευνες και μισθούς καθηγητών αλλά μέσα από την αθλιότητα, τη ντροπή, την αχαριστία, τη φυλακή· οδηγείται στο άγνωστο που φωτίζεται μόνον από μια σχεδόν υπεράνθρωπη πίστη. Ως εκ τούτου, όσοι άνθρωποι είναι απλώς ταλαντούχοι ακολουθούν σπάνια την επαναστατική καριέρα.
Σημείωση:
Είναι πιθανόν ότι σε στιγμές όπως οι παρούσες η επαναστατική πίστη συνδυάζεται δύσκολα με τη μεγαλύτερη διορατικότητα για την πραγματικότητα· βέβαια, οι αναγκαίες ιδιότητες μιας ηγεσίας του προλεταριακού κόμματος θα μπορούσαν να βρεθούν τώρα ακριβώς σε ανθρώπους, οι οποίοι ακριβώς σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους δεν είναι οι βέλτιστοι. Το «υψηλότερο επίπεδο» της αστικής κριτικής, το λεπτότερο ηθικό της συναίσθημα δεν κατάγονται από την απομάκρυνσή της από τον ενεργό πολιτικό αγώνα; Ειλημμένη ως γενικό αξίωμα, αυτή η απομάκρυνση δεν θα ήταν η θανατική καταδίκη της ελευθερίας; Δικαιολογούνται οι άνθρωποι με «υψηλότερο επίπεδο» να καταδικάζουν τους ανθρώπους που αγωνίζονται ενεργά;
Ενδείξεις
Ο ηθικός χαρακτήρας των ανθρώπων μπορεί να γίνει γνωστός με βεβαιότητα διαμέσου απαντήσεων σε καθορισμένα ερωτήματα. Αυτά τα ερωτήματα είναι διαφορετικά για κάθε εποχή και κυρίως, επίσης, για κάθε κοινωνικό στρώμα. Σε καμία περίπτωση δεν αναφέρονται πάντα σε αντικείμενα της ίδιας τάξης μεγέθους. Στις πρώτες εκατονταετίες του δικού μας ημερολογίου το ερώτημα για τον χριστιανισμό μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων σε ορισμένα τμήματα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν σαφώς ένα τέτοιο κλειδί, ενώ στη Γερμανία του 1917 το ερώτημα για την ποιότητα του ψωμιού από πατάτα. Εν έτει 1930 η στάση απέναντι στη Ρωσία ρίχνει φως στη νοοτροπία των ανθρώπων. Η κατάσταση που επικρατεί εκεί είναι εξόχως προβληματική. Δεν έχω την πεποίθηση ότι γνωρίζω προς τα πού κατευθύνεται η χώρα· αναμφίβολα υπάρχει πολλή αθλιότητα. Όμως, όποιος μεταξύ των μορφωμένων δεν αντιλαμβάνεται τίποτα από την προσπάθεια [που γίνεται] στη Ρωσία και κομπάζει με ελαφριά καρδιά, όποιος σε αυτό το σημείο αποφεύγει να σκεφθεί την
αναγκαιότητα, είναι ένας μίζερος σύντροφος, του οποίου η συναναστροφή δεν αποφέρει κανένα κέρδος. Όποιος έχει μάτια να βλέπει τη μάταιη αδικία του ιμπεριαλιστικού κόσμου, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξηγηθεί διαμέσου της τεχνικής αδυναμίας, θα αντιληφθεί τα γεγονότα στη Ρωσία ως τη συνεχιζόμενη επώδυνη προσπάθεια να ξεπερασθεί αυτή η φοβερή κοινωνική αδικία ή, τουλάχιστον, θα ρωτήσει καρδιοχτυπώντας αν διαρκεί ακόμη αυτή η προσπάθεια. Αν τα φαινόμενα διέψευδαν την προσπάθεια, θα γαντζωνόταν στην ελπίδα, όπως ένας καρκινοπαθής στην αμφίβολη είδηση ότι τα μέσα για την καταπολέμηση της ασθένειάς του έχουν βρεθεί.
Όταν ο Καντ έλαβε τις πρώτες ειδήσεις για τη Γαλλική Επανάσταση, έπρεπε να αλλάξει εφεξής τον συνηθισμένο του περίπατο. Επίσης, οι φιλόσοφοι του παρόντος διαισθάνονται την έλευση μιας καινούργιας εποχής, όχι όμως για την ανθρωπότητα αλλά για το απαίσιο βασίλειο φαντασμάτων της μεταφυσικής τους.
Σοσιαλισμός και μνησικακία
Η αποδοκιμασία των κινήτρων που ωθούν στην πραγμάτωση της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, όπως η σύγχυση και η αποθάρρυνση των ανθρώπων που καθορίζονται από αυτά τα κίνητρα, έχει τρομερή επιτυχία!
Στις συζητήσεις για τη δυνατότητα του σοσιαλισμού μπορεί κάποιος να ακούσει συχνά τον ενημερωμένο αντίπαλο να λέει ότι ο ενθουσιασμένος με τον σοσιαλισμό συνομιλητής του πρέπει πρώτα να μελετήσει την πραγματικότητα. Θα αντιληφθεί τότε ότι στον σοσιαλισμό ακόμη και για τον εργάτη τα πράγματα δεν θα ήταν καλύτερα από σήμερα. Προφανώς, για τον πολιτισμένο εργάτη – τουλάχιστον αυτής της γενιάς – τα πράγματα θα γίνουν κατά πολύ
χειρότερα από σήμερα, μπορεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του να τρώει φασόλια. Ο υπεροπτικός αντίπαλος ίσως διασαφηνίσει τη γνώμη του διαμέσου του αισχρού αστείου του βαρόνου Rothschild, ο οποίος χάρισε σε έναν σοσιαλιστή ένα τάλαρο και εξήγησε: «Να είστε ικανοποιημένος τώρα, αυτό είναι πολύ περισσότερο από ό,τι σας αναλογεί κατά κεφαλήν στη συνολική ανακατανομή».
Αν ο νεαρός συνομιλητής έχει μαθητεύσει στον μαρξισμό, θα εξηγήσει ότι οι σοσιαλιστές δεν πασχίζουν για την ανακατανομή αλλά για την κοινωνικοποίηση και την αναδιάρθρωση της οικονομίας. Ενδεχομένως, θα δώσει μια θεωρητική διάλεξη. Όμως, μπορεί να ισχυρισθεί ότι με την ανακατανομή κυριαρχεί τουλάχιστον δικαιοσύνη. Σε αυτή την περίπτωση είναι χαμένος· διότι τώρα έχει αποκαλύψει το χυδαίο του φρόνημα, τη γεμάτη με μνησικακία σκέψη του. Σύμφωνα με αυτόν, στην πρώτη γραμμή δεν βρίσκεται καθόλου η υλική βελτίωση· όσοι σήμερα ζουν υποφερτά πρέπει απλώς να μην έχουν περισσότερα από τον ίδιο. Πίσω από τα επιχειρήματά του κρύβεται απλώς το μίσος. Κάποιος μπορεί να τρώει ευχαρίστως φασόλια σε όλη του τη ζωή, αρκεί μόνον ο άλλος να μην τρώει μπριζόλα! Ο νεαρός σοσιαλιστής θα σιωπήσει αμήχανα μπροστά σε αυτήν τη μομφή και ίσως υπερασπίσει τον εαυτό του απέναντι σε αυτήν. Βρίσκεται σε σύγχυση. Δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την καθολική αποδοκιμασία της βούλησης για ελευθερία και δικαιοσύνη, στην οποία αποδίδεται ο τίτλος της μνησικακίας.
Όμως, η ακίνδυνη μπριζόλα, την οποία φθονεί αυτό το απαγορευμένο φρόνημα, είναι το σύμβολο της εξουσίας πάνω στους ανθρώπους, της αυτοτέλειας που στηρίζεται στην πλάτη της αθλιότητας. Ο κίνδυνος, τα βάσανα, ο καταναγκασμός, οι ελλείψεις, η αβεβαιότητα, η συγκέντρωση αυτών των αρνητικών στιγμών της ζωής στην εκμεταλλευόμενη τάξη καθορίζονται σήμερα διαμέσου της συγκέντρωσης των θετικών στιγμών στον εξωφρενικά μικρό αριθμό των ελεύθερων. Στα σχολικά βιβλία η αστική τάξη διηγείται τον ιδεαλισμό των ηρώων, οι οποίοι προτιμούν να πεθάνουν παρά να υποδουλωθούν· απέναντι στον σοσιαλισμό, όμως, η αστική τάξη είναι αρκούντως υλιστική ώστε να αντικρούσει την ορμή για την αποτίναξη του ζυγού, για την κατάλυση της ανισότητας, παραπέμποντας στη φαινομενική αναλήθεια των υλικών βελτιώσεων. Η αγάπη για την ελευθερία καλλιεργείται μόνο στην ψευδή μορφή του εθνικιστικού σωβινισμού. Η συνθήκη των Βερσαλλιών προκαλεί πραγματικά περιττή αθλιότητα· όμως, στη Γερμανία κατηγορείται με σφοδρότητα από αυτούς που διατηρούν αμείλικτα την καπιταλιστική ιδιοκτησιακή τάξη πραγμάτων, η οποία καθιστά δυνατή τη συνθήκη των Βερσαλλιών. Αυτή η τάξη πραγμάτων, στην οποία καταδικάζονται τα παιδιά του προλεταριάτου σε λιμό και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου των ανώνυμων εταιρειών σε λουκούλλεια γεύματα, γεννά στην πράξη τη μνησικακία.
Πρόοδος
Ο κατασκευαστής πυρομαχικών, ο πολιτικός του και ο στρατηγός του εξηγούν: «Όσο υφίσταται ο κόσμος, θα υπάρχουν πάντα πόλεμοι· δεν υπάρχει καμία πρόοδος». Ως εκ τούτου, κατά πρώτον, η ευχή είναι ο πατέρας της σκέψης· κατά τα άλλα, αυτή η πεποίθηση πρέπει επίσης να αφομοιωθεί από τις μάζες. Αυτό είναι πολύ κατανοητό – τρόπον τινά, φανερή, ειλικρινής αποβλάκωση. Οι λογοτεχνικοί υπηρέτες των κυρίαρχων έχουν επιπρόσθετα την ξεδιαντροπιά να θέτουν – με ύφος αμερόληπτων ανθρώπων που γνωρίζουν όλες τις θεωρητικές δυσκολίες – το ερώτημα: «Τι σημαίνει πρόοδος; Το μέγεθος της προόδου μπορεί μόνον να προσεγγίζει την πραγμάτωση κάποιας μεμονωμένης και σχετικά τυχαίας αξίας. Εφόσον εξετάζουμε τη συνολική ιστορία υπό μια τέτοια οπτική γωνία, απολυτοποιούμε κάτι σχετικό, υποστασιοποιούμε κάτι υποκειμενικό, εν συντομία, εισάγουμε τον περιορισμό και τη μονομέρεια στην επιστήμη». Εξαιτίας της οργής τους απέναντι στον σοσιαλιστικό αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο, ο οποίος αντλεί την ελπίδα του από τα
αποτελέσματα των προηγούμενων αγώνων, πρωτίστως από τις επαναστάσεις των τελευταίων αιώνων, δημιουργούν την αποκαλούμενη φιλοσοφία της ιστορίας τους. Σάμπως δεν θα ήταν σαφές ποια πρόοδος εννοείται από τους σοσιαλιστές και καταπολεμείται θεωρητικά και πρακτικά από την αντίδραση: η βελτίωση της υλικής ύπαρξης διαμέσου μιας περισσότερο σκόπιμης διαμόρφωσης των ανθρώπινων σχέσεων! Για την πλειονότητα των ανθρώπων, είτε
γνωρίζουν είτε δεν γνωρίζουν τα παραπάνω, αυτή η βελτίωση σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει απλώς την πραγμάτωση μιας σχετικά τυχαίας αξίας αλλά το σπουδαιότερο στον κόσμο. Μπορεί η ιστορία υπό αυτή την άποψη να ακινητοποιείται ή να οπισθοδρομεί για μεγάλα διαστήματα, μπορεί η συγκάλυψη αυτού του γεγονότος τα τελευταία εκατό χρόνια να χρησιμοποιήθηκε συχνά ως μέσο εξαπάτησης των μαζών, εντούτοις ο λόγος περί της προόδου είναι ξεκάθαρος και δικαιολογημένος. Η πεποίθηση ότι η πρόοδος ολοκληρώνεται υπό την κυριαρχία των κυρίαρχων ήταν για πολύ καιρό ένα ψέμα στο στόμα των τελευταίων, από το οποίο απομακρύνονται σήμερα οι ίδιοι οι λογοτέχνες τους· ως εκ τούτου, είναι φανερό ότι αυτοί θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν την έννοια της προόδου προκειμένου να διατηρήσουν την κυριαρχία, διότι όπως ακριβώς οι άλλες αστικές ψευδαισθήσεις, όπως η ελευθερία και η ισότητα, αυτή δεν ενεργεί σήμερα, δυνάμει της ιστορικής διαλεκτικής, ως ιδεολογική υπεράσπιση αλλά ως κριτική στις υπάρχουσες καταστάσεις και ως προτροπή για την αλλαγή τους.
Εξάλλου, αυτή η πρόοδος υπό υλιστική έννοια, συνεπώς μια σοσιαλιστική αναδιοργάνωση της κοινωνίας, δεν καθορίζει στην παρούσα στιγμή μόνον τον επόμενο και άμεσα επιδιωκόμενο σκοπό μιας καλύτερης τροφοδοσίας της ανθρωπότητας με τα αναγκαία, αλλά επίσης την πραγμάτωση όλων των αποκαλούμενων πολιτιστικών ή ιδεατών αξιών. Στην πραγματικότητα είναι ορθό ότι η κοινωνική πρόοδος δεν πρέπει [είναι αναγκαίο] να λάβει χώρα· ότι αυτή δεν μπορεί να λάβει χώρα είναι ένα χοντροκομμένο ψέμα· όμως, ότι θα ήταν μονόπλευρο να μετρήσουμε την ιστορία της ανθρωπότητας με την ακόλουθη κλίμακα, σε ποιο βαθμό η ανθρωπότητα εξασφαλίζει μια υποφερτή ύπαρξη στα μέλη της, είναι πραγματικά απλώς φιλοσοφική κενολογία.
Σημείωση:
Η κοινωνική πρόοδος είναι κάθε φορά ένα ιστορικό καθήκον, αλλά δεν είναι μια μυστική αναγκαιότητα. Ότι ο μαρξισμός εξηγεί τη θεωρία της κοινωνίας ως τη θεωρία της πραγματικότητας είναι πολύ κατανοητό. Οι μάζες, οι οποίες υποφέρουν κάτω από την απαρχαιωμένη μορφή της κοινωνίας και περιμένουν τα πάντα από την ορθολογική τους οργάνωση, δεν αντιλαμβάνονται πλήρως ότι η εξαχρείωσή τους, από την οπτική γωνία της αιωνιότητας, είναι ένα γεγονός μεταξύ πολλών άλλων και ότι η θεώρηση του κόσμου από αυτή την οπτική γωνία είναι ακριβώς μόνον μία οπτική γωνία. Όπως ο μεμονωμένος άνθρωπος θεωρεί ότι ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από αυτόν, ότι ο θάνατός του συμπίπτει με την κατάρρευση του κόσμου, έτσι οι μάζες θεωρούν ότι η εκμετάλλευση και η εξαχρείωσή τους είναι η κατ’ εξοχήν εξαχρείωση και ότι η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη βελτίωση της ύπαρξής τους. Όμως, η ιστορία δεν πρέπει [είναι αναγκαίο] να πάρει αυτή την κατεύθυνση, εκτός αν εξαναγκασθεί.
Ο ιδεαλισμός του επαναστάτη
Η άποψη ότι ο μαρξισμός προπαγανδίζει απλώς την ικανοποίηση της πείνας, της δίψας και των σεξουαλικών ορμών του ατόμου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αντικρουστεί διαμέσου του ισχυρισμού ότι ο μαρξισμός είναι πολύ περισσότερο λεπτός, ευγενής, βαθύς και εσωτερικός. Διότι η εξέγερση, η αλληλεγγύη, η αυταπάρνηση είναι εξίσου «υλιστικές» όπως η πείνα· ο αγώνας για τη βελτίωση της μοίρας της ανθρωπότητας εμπεριέχει εγωισμό και αλτρουισμό, πείνα και αγάπη ως φυσικά μέλη αιτιακών αλυσίδων. Φυσικά, η υλιστική θεωρία δεν έχει κανέναν λογικό αποδεικτικό λόγο για την αυταπάρνηση της ζωής. Δεν επιβάλλει τον ηρωισμό ούτε με τη Βίβλο ούτε με τον βούρδουλα, δεν αντικαθιστά την αλληλεγγύη και τη γνώση της αναγκαιότητας της επανάστασης με καμία «πρακτική φιλοσοφία», με καμία θεμελίωση της θυσίας. Πολύ περισσότερο, αυτή είναι το αντίθετο κάθε
τέτοιας «ιδεαλιστικής» ηθικότητας. Απελευθερώνει από ψευδαισθήσεις, αποκαλύπτει την πραγματικότητα και εξηγεί τα συμβάντα. Δεν διαθέτει λογικούς αποδεικτικούς λόγους για «υψηλότερες» αξίες· επίσης, όμως, δεν διαθέτει σίγουρα κανέναν αντίλογο απέναντι στην παραδοχή ότι κάποιος συνδράμει με κίνδυνο της ζωής του ώστε να πραγματωθούν οι «κατώτερες» αξίες, τουτέστιν μια υλικά υποφερτή ύπαρξη για όλους. Ο «ιδεαλισμός» εκκινεί από το σημείο στο οποίο αυτή η συμπεριφορά δεν ικανοποιείται με μια φυσιολογική εξήγηση του εαυτού της, αλλά αρπάζεται από το δεκανίκι «αντικειμενικών» αξιών, «απόλυτων» καθηκόντων ή οποιασδήποτε ιδεατής εξασφάλισης και «καθαγιασμού»· συνεπώς, εκκινεί από το σημείο στο οποίο η ανατροπή της κοινωνίας εξαρτάται από τη μεταφυσική – αντί από τους ανθρώπους.
Μεταστροφή της σκέψης
Μεταξύ των μαρξιστών θεωρητικών, η ομολογία των ηθικών κινήτρων – προπαντός του συμπάσχειν, το οποίο μάλιστα ενεργεί ως μυστικό ελατήριο της σκέψης και της δράσης τους – αποδοκιμάζεται, όχι μόνον εξαιτίας της ντροπής [που προκαλεί], αλλά επίσης διότι έχουν αποκομίσει την εμπειρία ότι αυτή η διακήρυξη αντικαθιστά συνήθως την πράξη. Συνειδητά ή μη υποθέτουν ότι η ηθική παρόρμηση επιδρά είτε στην πραγματική δράση είτε στα λόγια. Γι’ αυτό είναι τόσο δύσπιστοι απέναντι στα τελευταία.
Έτσι, όμως, οδηγούνται σε έναν παρόμοιο κίνδυνο όπως κατά τη διαπίστωσή τους ότι η πραγματικότητα περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από τα υλικά αγαθά. Απέναντι στην εμφατική παρατήρηση ότι υπάρχουν επίσης άλλες ανάγκες και άλλες ποιότητες πέρα από την πείνα και την εξουσία, στρέφουν την προσοχή στην πεζή πραγματικότητα, στην οποία όλα περιστρέφονται γύρω από την ικανοποίηση των πιο πρωτόγονων αναγκών· τείνουν να μετατρέψουν την πικρία αυτής της διαπίστωσης σε μια απολογία. Ο ισχυρισμός ότι στην παρούσα πραγματικότητα το ιδεατό είναι μόνο μια ιδεολογική συγκάλυψη μιας κακής υλικής πράξης μεταστρέφεται εύκολα στη σύμφωνη με την πραγματικότητα ορθοφροσύνη ορισμένων δημοσιογράφων και ρεπόρτερ: «Αφήστε μας ήσυχους με την κουλτούρα, ξέρουμε ότι είναι μια απάτη». Είναι πλήρως ικανοποιημένοι και συμφιλιωμένοι με αυτή την κατάσταση.
Σκεπτικισμός και ηθική
Από τους οικονομικούς νόμους που αποκάλυψε ο Μαρξ δεν «ακολουθεί» ο σοσιαλισμός. Βέβαια, υπάρχουν αρκετές επιστημονικές προβλέψεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από ύψιστη αληθοφάνεια, π.χ. ότι αύριο θα ανατείλει ο ήλιος. Αυτές είναι το αποτέλεσμα ενός τεράστιου εμπειρικού υλικού. Όμως, ποιος θα πιστέψει ότι έτσι έχουν τα πράγματα αναφορικά με την πρόβλεψη του σοσιαλισμού;
Ο σοσιαλισμός είναι μια καλύτερη, περισσότερο σκόπιμη κοινωνική μορφή, της οποίας τα στοιχεία υπάρχουν με ορισμένο τρόπο στον καπιταλισμό. Στον καπιταλισμό υπάρχουν «τάσεις», οι οποίες συντελούν στην αλλαγή του συστήματος. Το εμπειρικό υλικό, πάνω στο οποίο στηριζόμαστε για να υποθέσουμε ότι οι τάσεις θα επικρατήσουν πραγματικά, είναι πολύ πενιχρό. Διατρέχουμε ύψιστο κίνδυνο, καθώς ριψοκινδυνεύουμε να διασχίσουμε την άβυσσο πάνω σε γέφυρες, των οποίων οι αρχές κατασκευής δεν θα μπορούσαν να θεμελιωθούν σε ακριβέστερες εμπειρίες παρά στην [ίδια την] έλευση του σοσιαλισμού. –
Παρά την ορθότητά της, αυτή η συνολική εξέταση προσβλέπει ασφαλώς τόσο στην επιδοκιμασία όλων των ευμενών αστών φίλων του σοσιαλισμού όσο και στην ανοχή των εχθρών του. Κάποιος μπορεί να πρεσβεύει τον Μαρξ, όταν διακρίνεται από τον αναγκαίο βαθμό σκεπτικισμού. Όμως, η ευμένεια και η ανοχή εξαφανίζονται αμέσως, όταν συμπληρώσουμε την εικόνα της γέφυρας. Αν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της αδικίας, της ατροφίας των ανθρώπινων ταλέντων, της ψευδολογίας, της άσκοπης ταπείνωσης, εν συντομία, των περιττών υλικών και πνευματικών οδυνών πρόκειται να εξαφανισθούν ή όχι· με άλλα λόγια, αν κάποιος πρέπει να παλέψει για τον σοσιαλισμό· όλα εξαρτώνται από την παράτολμη ενέργεια να φθάσουμε στο άλλο άκρο της γέφυρας. Η σκεπτικιστικά περιοριστική αναγνώριση της μαρξικής θεωρίας, η ευσεβής κατάταξή της στην ιστορία της φιλοσοφίας αντιμετωπίζεται με ευχαρίστηση από την αστική τάξη· το συμπλήρωμα αυτής της θεωρητικής πραγμάτευσης είναι ο πρακτικός προσανατολισμός μέσα στο υπάρχον. Η διαπίστωση ότι από την μαρξιστική θεωρία του σοσιαλισμού δεν «ακολουθεί» τίποτα, μολονότι αυτός καθ’ εαυτόν θα έπρεπε να είναι επιθυμητός, παράγει, χωρίς περαιτέρω προσθήκη, την επιστημονική και ηθική θεμελίωση του καπιταλισμού. Αυτή [η διαπίστωση] εμφανίζεται ως έκφραση του κοινωνικού σκεπτικισμού.
Στην πραγματικότητα, όμως, από τη διασάφηση ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν έχουν «αποδείξει» τον σοσιαλισμό δεν ακολουθεί καμία απαισιοδοξία αλλά η ομολογία της πράξης, την οποία χρειάζεται η θεωρία. Ο Μαρξ έχει αποκαλύψει τον νόμο της κυρίαρχης απάνθρωπης τάξης πραγμάτων και έχει δείξει τον μοχλό, τον οποίο πρέπει να θέσουμε σε κίνηση προκειμένου να δημιουργηθεί μια περισσότερο ανθρώπινη τάξη πραγμάτων.
Ό,τι για τον αστό διανοούμενο είναι μια μετάβαση από το ένα μέρος του συστήματος σε κάποιο άλλο, ένα «πρόβλημα» ανάμεσα στα άλλα, ένα θέμα αναφορικά προς το οποίο αυτά τα προβλήματα στην καλύτερη περίπτωση «διορθώνονται» διαμέσου μερικών επεξηγηματικών σελίδων σε ένα διδακτικό εγχειρίδιο – ήτοι η απάντηση στην ερώτηση, αν η ταξική κοινωνία διαιωνίζεται ή αν καταλήγει να αντικατασταθεί από τον σοσιαλισμό, έχει
αποφασιστική σημασία για την πρόοδο της ανθρωπότητας ή την πτώση της στη βαρβαρότητα. Ο τρόπος που διάκειται κάποιος απέναντι στην προηγούμενη ερώτηση δεν προσδιορίζει απλώς τη σχέση της ζωής του προς τη ζωή της ανθρωπότητας αλλά επίσης τον βαθμό της ηθικότητάς του. Ένα φιλοσοφικό σύστημα, μια ηθική, μια διδασκαλία περί ηθικότητας, η οποία [απλώς και μόνο] «τακτοποιεί» τις απαρχαιωμένες σχέσεις ιδιοκτησίας που εμποδίζουν την πρόοδο, την ύπαρξη της ταξικής κοινωνίας και το καθήκον της υπέρβασής της, αντί η ίδια να ταυτίζεται με αυτό το καθήκον είναι το αντίθετο της ηθικότητας, διότι η μορφή που [η ηθικότητα] έχει προσλάβει στο παρόν είναι η πραγμάτωση του σοσιαλισμού. Διαμέσου της σκεπτικιστικής πραγμάτευσης του σοσιαλισμού οι διανοούμενοι χρησιμοποιούν την κυρίαρχη κοινωνική τάξη πραγμάτων. Οι καθηγητές και οι συγγραφείς, οι οποίοι στον κατεστημένο κόσμο απολαμβάνουν υποστήριξη, αναγνώριση και τιμές, συμφωνούν σίγουρα με την «ηθική» αποδοκιμασία μιας εγκληματικής κλοπής. Παρατηρούν ατάραχοι τη νόμιμη κλοπή που υφίστανται αναρίθμητα παιδιά, γυναίκες και άνδρες στα καπιταλιστικά κράτη και ακόμη περισσότερο στις αποικίες, ενώ καρπώνονται το μερίδιό τους από τη λεία. Υποστηρίζουν το σύστημα, καθώς πραγματεύονται με «επιστημονική» γλώσσα τη διδασκαλία της σοσιαλιστικής κοινωνίας δίπλα στα διάφορα προβλήματα των πολιτισμένων βιβλίων και περιοδικών και, αφού χρησιμοποιήσουν μια σκεπτικιστική φράση, επανέρχονται στην ημερήσια διάταξη.
Είναι γνωστό ότι η αστική τάξη μπορεί να «συζητήσει» για τα πάντα. Αυτή η δυνατότητα ανήκει στη δύναμή της. Γενικά, [η αστική τάξη] παρέχει ελευθερία της σκέψης. Μόνον όπου η σκέψη λαμβάνει μια μορφή που ωθεί άμεσα στην πράξη, όπου η σκέψη γίνεται «μη επιστημονική» στην ακαδημαϊκή σφαίρα, εκεί σταματά η βολή. Ο καθαρός σκεπτικισμός είναι ουσιαστικά μια έκφραση του γεγονότος ότι διατηρούνται τα όρια της θεωρίας. Το αντίθετο αυτού του σκεπτικισμού δεν είναι ούτε η αισιοδοξία ούτε το δόγμα αλλά η προλεταριακή πράξη. Αν ο σοσιαλισμός φαίνεται να στερείται αλήθειας, χρειάζεται μια περισσότερο απεγνωσμένη αποφασιστικότητα για να επαληθευθεί. Ό,τι αντιπαρατίθεται στον σοσιαλισμό δεν είναι oι τεχνικές δυσκολίες της διεκπεραίωσης αλλά ο εξουσιαστικός μηχανισμός των κυρίαρχων.
Όμως, αν ο σκεπτικισμός είναι φαύλος, η βεβαιότητα δεν είναι καλύτερη. Η ψευδαίσθηση της φυσικής αναγκαίας έλευσης της σοσιαλιστικής τάξης πραγμάτων δεν θέτει την ορθή δράση σε μικρότερο κίνδυνο από τη σκεπτικιστική δυσπιστία. Αν ο Μαρξ δεν έχει αποδείξει τον σοσιαλισμό, [εντούτοις] έχει καταδείξει ότι στον καπιταλισμό υπάρχουν εξελικτικές τάσεις, οι οποίες καθιστούν τον σοσιαλισμό δυνατό. Όσοι ενδιαφέρονται για τον σοσιαλισμό ξέρουν πού πρέπει να επιτεθούν. Η σοσιαλιστική κοινωνική τάξη πραγμάτων δεν παρεμποδίζεται από την παγκόσμια ιστορία, είναι ιστορικά δυνατή· όμως, δεν πραγματώνεται από μια εμμενή στην ιστορία λογική αλλά από ανθρώπους που είναι εκπαιδευμένοι στη θεωρία και αποφασισμένοι να βελτιώσουν τα πράγματα· διαφορετικά, δεν θα πραγματωθεί καθόλου.

Μετάφραση από τα γερμανικά: Γιώργος Στεφανίδης

Ο Martin Jay για την Κριτική Θεωρία: Παράδοση ως διαρκής δημιουργία, χωρίς ιδεολογικές ορθοδοξίες, φετίχ και περιχαρακώσεις /αναδημοσιευση απο το http://aftercrisisblog.blogspot.gr

Ο Martin Jay για την Κριτική Θεωρία: Παράδοση ως διαρκής δημιουργία, χωρίς ιδεολογικές ορθοδοξίες, φετίχ και περιχαρακώσεις 

 

Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

Ο Martin Jay για την Κριτική Θεωρία: Παράδοση ως διαρκής δημιουργία, χωρίς ιδεολογικές ορθοδοξίες, φετίχ και περιχαρακώσεις

συνέντευξη με τον Μάρτιν Τζέι
© Platypus Review #83 | Φεβρουάριος 2016 - Critical Theory, Marxism, social evolution: An interview with Martin Jay. Τον Οκτώβριο του 2015 ο Αμερικανός ιστορικός Martin Jay συζήτησε για την Κριτική Θεωρία και τη Σχολή της Φρανκφούρτης με τους Jamie Keesling και Spencer A. Leonard της Platypus Affiliated Society.
 
Amie Keesling: Το βιβλίο σας Dialectical Imagination (1973 ελλ. Η Διαλεκτική Φαντασία) είχε τεράστια επιρροή για την υποδοχή της θεωρίας Σχολής της Φραγκφούρτης [στις ΗΠΑ]. Ποιό ήταν το πνευματικό περιβάλλον στο οποίο απευθυνόσασταν στις δεκαετίες του 1960 και του 1970; Τι σας παρακίνησε να το γράψετε;
Martin Jay: Απευθυνόμουν σε δύο κυρίως πεδία ενδιαφέροντος. Το ένα πρωτοεμφανίστηκε στη δεκαετία του 1960 αλλά έγινε έντονο στη δεκαετία του 1970 και ήταν η εκδήλωση ενός νέου ενδιαφέροντος για τους διανοούμενους που είχαν έλθει στις ΗΠΑ ως μετανάστες από την Ευρώπη [...] Το δεύτερο πεδίο ενδιαφέροντος ήταν η ανερχόμενη μορφή του Μαρκούζε (Marcuse), το έργο του οποίου αποτελούσε σε μεγάλο βαθμό αίνιγμα για τους Αμερικανούς, συμπεριλαμβανομένου και εμού. Το μίγμα Μαρξ και Φρόιντ του Μαρκούζε, το ενδιαφέρον του για την εγελιανή διάσταση του μαρξισμού και η προσπάθειά του να τα επικαιροποιήσει και να τα συνδέσει με το πολιτισμικό κλίμα της δεκαετίας του 1960, καθώς και ο αγέρωχος ουτοπισμός του, όλα αυτά ήταν πολύ νέα και άγνωστα πράγματα για τους Αμερικανούς στη δεκαετία του 1960. Συμμετείχα σε μια συλλογική έκδοση υπό την επιμέλεια των Karl Klare και Dick Howard, με τίτλο The Unknown Dimension, ο ίδιος ο τίτλος της οποίας αποτυπώνει πόσο λίγη γνώση του Δυτικού Μαρξισμού είχαμε τότε εμείς οι αγγλόφωνοι Αμερικανοί. Έγραψα το κεφάλαιο για τον Χορκχάιμερ, υπήρχαν όμως και κεφάλαια για τον Κορς, τον Λούκατς, τον Γκράμσι, τον Σαρτρ, ακόμη και για τον Αλτουσέρ. Ήταν ένα συλλογικό έργο ανάκτησης, στο οποίο προσπαθήσαμε να ανακαλέσουμε στη μνήμη ό,τι είχε ξεχαστεί [...] Υπήρχαν εκείνη την εποχή και άλλοι άνθρωποι οι οποίοι επίσης προσπαθούσαν να αξιολογήσουν την παράδοση της Κριτικής Θεωρίας, ειδικότερα οι συγκεντρωμένοι περί το περιοδικό Telos [...]
Ο Martin Jay με τους Herbert Marcuse και Leo Lowenthal (1978, από Platypus)
JK: Την εποχή που δουλεύατε την Διαλεκτική Φαντασία, θεωρούσατε τη Σχολή της Φρανκφούρτης ως ένα διανοητικό εγχείρημα που συνεχιζόταν;
MJ: Εκείνη την εποχή, ο Αντόρνο, Χορκχάιμερ, ο Μαρκούζε και ο Λέβενταλ (Leo Löwenthal) ήταν ακόμη εν ζωή, ενώ ο Χάμπερμας μόλις τότε είχε αρχίσει να γίνεται γνωστό όνομα στο αγγλόφωνο κοινό. Στη Γερμανία ήταν ήδη αρκετά γνωστός [...] Στις Ηνωμένες Πολιτείες εκείνης της εποχής, η πολύπλευρη και συχνά μεικτής φύσης κληρονομιά της Κριτικής Θεωρίας ήταν ελάχιστα γνωστή. Ο Μαρκούζε ήταν η μόνη μείζων προσωπικότητα που αντιπροσώπευε τη Σχολή εδώ, πράγμα που σήμαινε ότι οι διαφορές του με τα άλλα μέλη της δεν είχαν ακόμη γίνει πλήρως γνωστές. Εξάλλου, δεν ήταν σαφές άν τον είχαν μελετήσει σοβαρά όσοι άνθρωποι επικαλούνταν το όνομά του. Όμως στην Ευρώπη, στη Γερμανία ειδικότερα, ο Αντόρνο, ο Χορκχάιμερ και ο Χάμπερμας ήταν σημαντικοί «παίκτες» στη δεκαετία του 1960. Άν και συχνά κατηγορήθηκαν από ανυπόμονους φοιτητές ότι δεν στέκονταν στο ύψος του πιο αδιάλλακτου ριζοσπαστισμού των πρώιμων ετών της Σχολής της Φρανκφούρτης, τουλάχιστον αυτοί παρέμειναν σε έναν διαρκή, έντονο διάλογο με πολλούς από τους πιο προικισμένους φοιτητές. Μερικές φορές, βέβαια, η συζήτηση κατέληγε σε έκρηξη, προς μεγάλη χαρά της τάσης που επικρατεί στην κοινή γνώμη να απολαμβάνει κάθε τέτοιο θέαμα: ορίστε τα παιδιά της επανάστασης καταβροχθίζουν τους πατεράδες τους.
 
[Η Κριτική Θεωρία είναι μια εξελισσόμενη παράδοση που ωφελείται από τη σύγκρουση των αντίπαλων επιχειρημάτων]
JK: Περιβόητες αυτές οι διαμάχες, όπως π.χ. η περίπτωση του Αντόρνο! Σήμερα υπάρχουν φυσικά πολλοί μελετητές που γράφουν με θέμα τον Αντόρνο, τον Χορκχάιμερ, τον Μαρκούζε, τον Χάμπερμας, κ.λπ. Όμως, το εγχείρημα της Κριτικής Θεωρίας που ξεκίνησε με τη Σχολή της Φρανκφούρτης, παραμένει ζωντανό; Συνεχίζει το δρόμο του; Αν ναι, πώς έχει αλλάξει; Αν όχι, τι προκάλεσε αυτό το γεγονός, δεδομένου μάλιστα ότι δύσκολα μπορεί να λεχθεί πως η ίδια η κοινωνία εξελίχτηκε ;
MJ: Πάντα είναι απαραίτητο, κατά τη γνώμη μου, να επανεξετάζεται το εγχείρημα καθώς οι καιροί αλλάζουν [...] Χθες ήμουν στη συνάντηση μιας διεθνούς κοινοπραξίας προγραμμάτων της Κριτικής Θεωρίας, η οποία είναι υπό ίδρυσηΜεταξύ άλλων, ήταν εκεί η Τζούντιθ Μπάτλερ (Judith Butler), ο Άξελ Χόνετ (Axel Honneth), ο Τζέι Μπέρνστάιν (Jay Bernstein), ο Hent de Vries και η Ann Stoler [...]  
Με δεδομένο ότι άρχισα τη διατριβή μου πριν από 50 σχεδόν χρόνια, αυτό που με εκπλήσσει είναι το εξής: η Κριτική Θεωρία με την ευρύτερη έννοια παραμένει βιώσιμο και ενδιαφέρον επιστημονικό πρόγραμμα. Ήδη έχουν περάσει πολλές γενιές: Ο Χάμπερμας, ο Άλμπρεχτ Βέλλμερ (Albrecht Wellmer), ο Άξελ Χόνετ, ο Christoph Menke, ο Κλάους Όφφε (Claus Offe), ο Χάουκε Μπρούνκχορστ (Hauke ​​Brunkhorst), ο Rainer Forst και ο Martin Seel, για να αναφέρουμε μόνον τους πιό εξέχοντες Γερμανούς κληρονόμους της παράδοσης, και στη συνέχεια, φυσικά, πολλοί άνθρωποι στον Αγγλο-Αμερικανικό κόσμο, τόσοι που είναι πάρα πολλοί για να τους αναφέρω, καθώς και άλλοι, διάσπαρτοι σε όλο τον κόσμο. Μερικά χρόνια πριν, μίλησα στο East China Normal University της Σαγκάης και ανακάλυψα ότι ο οικοδεσπότης μου, ο οποίος ήταν ο ανώτερος αξιωματούχος του πανεπιστημίου και μέλος του ΚΚΚ, ήταν ειδήμων στο έργο του Χάμπερμας. Η Κριτική Θεωρία είναι λοιπόν μια εξελισσόμενη παράδοση που συνεχίζει να διακλαδώνεται. Φυσικά, υπάρχουν έντονες συζητήσεις εντός της και ανταγωνισμοί μεταξύ εκείνων που υποστηρίζουν ότι μεταφέρουν τη δάδα. Αλλά αυτό που κάνει την Κριτική Θεωρία ενδιαφέρουσα, είναι ακριβώς η ικανότητά της να αναπτύσσεται δημιουργικά προς διαφορετικές κατευθύνσεις και όχι απλά να ακολουθεί μιμητικά ένα πρωτότυπο ή να στηρίζεται στην επανάληψη των πρώιμων κειμένων, λές και αυτά είναι ένα είδος ιερών γραφών [...] 
  
JK: Από τη μια πλευρά, η Σχολή δεν είναι ένας χώρος για συντηρητικές πολιτικές απόψεις στο πανεπιστήμιο. Όμως από την άλλη, επιθυμείτε να μένει πάντα ανοιχτό το εγχείρημα της Κριτικής Θεωρίας σε όλους όσοι θεωρούν ότι εργάζονται με βάση την κληρονομιά της. Είναι άτοπο να εντοπίζετε τις συντηρητικές ή αντιδραστικές τάσεις και να τις αποκλείετε;
MJ: Ο αμετανόητος ελευθεριακός πολίτης μέσα μου, σκέφτεται ότι είναι παράλογο και αναποτελεσματικό να αποκλείονται οι διαφορετικές πολιτικές θέσεις από ένα πανεπιστημιακό περιβάλλον, στο οποίο θα πρέπει να επικρατεί προθυμία να εξετάζονται τα ζητήματα από όλες τις πλευρές. Αυτές οι ιδέες που θεωρούμε απαράδεκτες, μπορεί να περιέχουν και σπέρματα αλήθειας που θα χαθούν αν τις απορρίψουμε. Θέλω να επιχειρηματολογώ εναντίον ανθρώπων με τους οποίους διαφωνώ. Θέλω να παρουσιάζω στην άλλη πλευρά αυτά που πιστεύω ότι είναι τα καλύτερα επιχειρήματά μου και να ακούω τα δικά της αντεπιχειρήματα. Αλλά δεν είμαι διατεθειμένος a priori να πω ότι υπάρχουν ιδέες που είναι ακατάλληλες για το πανεπιστήμιο. Με ενοχλούσε πάντα πολύ η θέση του Μαρκούζε περί καταπιεστικής ανοχής, και όχι μόνον επειδή μου φαινόταν αυτονόητο ότι θα στραφεί κάποτε εναντίον της Αριστεράς [...] Οι μόνοι περιορισμοί που θα έβαζα στην απόλυτη άσκηση της ελευθερίας του λόγου, είναι όταν γίνεται κήρυγμα μίσους ή όταν είναι επιτελεστικά προβληματική. Παραδείγματα: ομιλητές που, ας πούμε, αρνούνται το Ολοκαύτωμα ή δαιμονοποιούν τους μουσουλμάνους, ή εκτοξεύουν κατά συρροή ρατσιστικά επίθετα, αυτοί δεν αξίζουν να τους παραχωρείται βήμα. Αυτά δεν είναι απλώς εκφράσεις γνώμης, αλλά μάλλον πράξεις που έχουν συνέπειες. Ταπεινώνουν, εξευτελίζουν και τραυματίζουν, με την πιο βαθιά και ουσιαστική έννοια του όρου. Ωστόσο, άν εξαιρέσουμε τις ρητορικές μίσους αυτού του είδους, θα πρέπει να είμαστε σταθερά πρόθυμοι να αφήνουμε τις αντιπαθητικές ιδέες να ακούγονται. Εξακολουθώ να είμαι ένας παλιομοδίτης φιλελεύθερος, που πιστεύει ότι πάντα κάτι μπορείς να μάθεις από έναν έξυπνο συντηρητικό ή από έναν έξυπνο ριζοσπάστη της κάθε απόχρωσης, ακόμη και αν ο διάλογος αποδειχθεί τελικά μάταιος και δεν καταλήξει σε συναίνεση.   
  
[Το λάθος και η αποτυχία των αριστερών κινημάτων στις δεκαετίες 1960 και 1970] 
Spencer Leonard: Μιλήσατε ήδη για το βιβλίο των Dick Howard και Καρλ Klare και για την ομάδα Telos στη δεκαετία του 1970. Όλα σχεδόν τα συμαντικά έργα του Λούκατς, του Κορς (Korsch), του Αντόρνο και του Χορκχάιμερ μεταφράστηκαν στα αγγλικά εκείνη την περίοδο. Ακόμη και το Κεφάλαιο του Μαρξ ξαναμεταφράστηκε τότε. Φαίνεται λοιπόν ότι η απήχηση αυτών των έργων στην αγγλική γλώσσα είχε τότε ως κινητήρια δύναμη την υποκείμενη επιθυμία να βρεθεί ένας τρόπος για να ανασυσταθεί ο μαρξισμόςαυτό που ήταν ο αυθεντικός κληρονόμος του), ως κορυφαία πράξη της Νέας Αριστεράς, κατά κάποιο τρόπο. Αντίθετα, η υποδοχή τους μετά το 1980 δεν φαίνεται να έχει τόσο ευρείς στόχους ή είναι απλώς ακαδημαϊκή. Το έργο του Μαρκούζε παραμένει «εκτός των φώτων της σκηνής», πράγμα που είναι θετικό, όμως ο Αντόρνο και Χορκχάιμερ [στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού] έχουν σχεδόν μετατραπεί σε τυπικούς μανδαρίνους, σε συντηρητικούς επικριτές του πολιτισμού. Πως χάθηκε η ευκαιρία; Ποια διδάγματα πρέπει να αντλήσουμε από την «αποτυχημένη» υποδοχή τους στη δεκαετία του 1970; 
MJ: Είμαι διστακτικός να κάνω μεγάλες γενικεύσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους οι ελπίδες της δεκαετίας του 1960 τελικά δεν έγιναν πραγματικότητα. Όλες εκείνες οι βιαστικές προσδοκίες για μια τελειωτική κρίση των «όψιμου καπιταλισμού» αποδείχθηκαν λανθασμένες· αποδείχτηκε ότι ο καπιταλισμός είναι πολύ πιο ανθεκτικός από όσο υπέθεταν πολλοί στην Αριστερά. Ο καταστροφικός πόλεμος του Βιετνάμ σήμαινε ότι η κίνηση της εσωτερικής πολιτικής προς τα αριστερά, κατά τα έτη αμέσως μετά τη δολοφονία του Τζων Κένεντι είχε σταματήσει, ειδικά μετά τους φόνους του Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ και του Μπόμπι Κένεντι το 1968. Και φυσικά, πολλά μέλη της εργατικής τάξης, με δεδομένη την κατάστασή της, ακολούθησαν τις εκκλήσεις στον πατριωτισμό τους, τις πολιτισμικές τους ανησυχίες και δυσανεξίες, δυστυχώς και τον συχνά λανθάνοντα ρατσισμό τους, και συνακόλουθα, εύκολα απομακρύνθηκαν από οποιαδήποτε προοδευτικό πολιτικό πρόγραμμα. Σε μερικές περιπτώσεις η ίδια η Αριστερά αυτο-εξαπατήθηκε, για παράδειγμα όσοι θεώρησαν τότε την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα ως γνήσια έκφραση επαναστατικού αναβρασμου ή έδωσαν υπερβολική πίστη στις σοσιαλιστικές χώρες όπως η Κούβα ή το Βιετνάμ, οι οποίες αποδείχθηκε ότι ήταν μάλλον απολυταρχικές παρά δημοκρατικές. Πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι ήταν μια «χαμένη ευκαιρία» σε παγκόσμια κλίμακα [και όχι μόνον στις ΗΠΑ]: ανάλογα κινήματα στην Ευρώπη και αλλού, επίσης ξεθύμαναν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συχνά παράγοντας ως αποτέλεσμα συντηρητικές αντίρροπες κινήσεις και ηγέτες όπως η Θάτσερ και ο Κολ. Δεν είναι σωστό να πούμε ότι τίποτε προοδευτικό δεν επιτεύχθηκε, όμως οι ελπίδες του μαρξισμού για αλλαγή του κοινωνικού συστήματος ακυρώθηκαν για άλλη μια φορά.  

[Κριτική Θεωρία και μαρξισμός. Καλοήθεις και κακοήθεις εκδοχές αρνητικότητας]
JK: Ποιά η γνώμη σας για τον μαρξισμό της Σχολής της Φρανκφούρτης και ειδικά του Αντόρνο; Πώς «φωτίστηκε» ή «σκιάστηκε» εξαιτίας της απήχησής του στον ακαδημαϊκό χώρο; 
MJ: Αυτό εξαρτάται από το πώς ορίζουμε τον μαρξισμό, πράγμα που είναι πάντα το βασικό ζήτημα. Αυτοί ήταν οι άνθρωποι που πήραν σαφώς πάρα πολλά πράγματα από τη μαρξιστική παράδοση. Κατανοούσαν πόσο μεγάλη σημασία είχε η ταξική ανάλυση και η μορφή του εμπορεύματος. Κατανοούσαν το κεφάλαιο ως ενοποιητική και ολοποιητική δύναμη μέσα στο σύγχρονο πολιτισμό. Κατανοούσαν ότι για να γίνουν ριζικές αλλαγές, πρέπει κανείς να σκέφτεται πέρα ​​από τα όρια του καπιταλισμού. Τούτων λεχθέντων, είχαν επίσης επίγνωση του γεγονότος ότι ο μαρξισμός είχε ορισμένους θεωρητικούς και ιστορικούς περιορισμούς. Όπως κάθε θεωρία, ήταν ένα προϊόν της εποχής του. Το έργο του Μαρξ, σαφώς και με πολλούς τρόπους, κινούνταν μέσα στα όρια των εμπειριών του 19ου αιώνα στις «προηγμένες» χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Φυσικά, ο καπιταλισμός της εποχής του, δεν ήταν ο καπιταλισμός της εποχής της Σχολής της Φρανκφούρτης, πόσο μάλλον της δικής μας εποχής. μεσοπολεμική Σχολή της Φρανκφούρτης] προσπαθούσε να επανεπεξεργαστεί έναν μαρξισμό, ο οποίος είχε ως καθήκον να αντιμετωπίσει την πρόκληση του φασισμού, δηλαδή κάτι που δεν είχε προβλέψει ο Μαρξ και βίωσε τότε την αποτυχία ή αδυναμία της εργατικής τάξης να γίνει το «υποκείμενο της ιστορίας». Άρχισαν μάλιστα να ξανασκέφτονται την όλη ιδέα περί ιστορίας που έχει ένα υποκείμενο, μια ιδέα που προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από τον εγελιανό μαρξισμό, και άρχισαν να κινούνται προς την κατεύθυνση που οδηγεί στην ρητή αποσύνδεση της εργασίας από τις άλλες μορφές αλληλεπίδρασης, αυτές που διαμεσολαβούνται με συμβολικό τρόπο, πράγμα που διατυπώθηκε αργότερα ολοκληρωμένα από τον Χάμπερμας. Σε μερικές από τις εργασίες των «παλαιών» της Σχολής της Φρανκφούρτης προεικονιζεται ήδη η κριτική του Χάμπερμας στη φιλοσοφία της συνείδησης ου μεμονωμένου υποκειμένου] και η σημασία της διυποκειμενικότητας, αν και εκείνοι ήταν λιγότερο αισιόδοξοι ότι η επικοινωνιακή ορθολογικότητα είναι εφικτή μέσα σε μια ολότητα ανορθολογική σε μεγάλο βαθμό.
Από τη στιγμή που επέστρεψαν στη Γερμανία μετά την εξορία τους, άρχισαν να αποτιμούν τη ριζοσπαστική δημοκρατία, ακόμη και τον πλουραλισμό, αντί να διατηρούν την ελπίδα για έναν ενιαίο, καθολικό δημιουργό της ιστορίας. Στην πραγματικότητα, πολύ πριν από την επιστροφή τους, είχαν κατανοήσει την ανάγκη να συνδυάσουν τις ιδέες του μαρξισμού με εκείνες που προέρχονται από άλλους στοχαστές, όπως ο Φρόιντ, ο Νίτσε, ακόμα και ο Μαξ Βέμπερ, παρόλο που απέκρουαν ορισμένες πτυχές της σκέψης όλων αυτών. Από την αρχή, ο δικός τους μαρξισμός ήταν «πειραματικός» και όχι ορθόδοξος. Πάντως, όσο και άν απέρριπταν τον φιλελευθερισμό, ποτέ δεν τους προσέλκυσαν τα οργανωμένα κόμματα της Αριστεράς, είτε κομμουνιστικά, είτε τροτσκιστικά ή σοσιαλδημοκρατικά. Δεν εντάχθηκαν ούτε καν στο Νέο Ξεκίνημα, το οποίο ήταν μια εναλλακτική προσπάθεια για να ανανεωθεί ο μαρξισμός, βρίσκοντας μια μέση λύση μεταξύ του κομμουνισμού και της σοσιαλδημοκρατίας. Πάντα κρατούσαν αποστάσεις από κινήματα που είχαν πρακτική δραστηριότητα, μια επιφυλακτικότητα η οποία, φυσικά, συνεχίστηκε όταν ο Χορκχάιμερ και ο Αντόρνο απέρριψαν τον «εναγκαλισμό» της Νέας Αριστεράς απο τον Μαρκούζε. Εάν αυτή η απόσταση ήταν σφάλμα τους, όπως πάντα υποστήριζε ο Λούκατς, ο οποίος τους χλεύασε ότι «ζουν στο Μεγάλο Ξενοδοχείο η Άβυσσος», ή μια πηγή της δημιουργικότητάς τους, αυτό εξακολουθεί να είναι ένα σημείο διαφωνίαςΗ δική μου αίσθηση είναι ότι, σε τελευταία ανάλυση, ήταν κάτι που τους ωφέλησε, αν και τους ταλαιπωρούσε το κόστος του χάσματος μεταξύ θεωρίας και πράξης που γινόταν ολοένα και μεγαλύτερο.
   
JK: Η επικρατούσα κριτική του μαρξισμού της Σχολής της Φρανκφούρτης λέει περίπου το εξής: «Ο μαρξισμός είναι ένα κλειστό φιλοσοφικό σύστημα, μια ορθοδοξία». Αναρωτιέμαι πώς αντιμετωπίζετε με αυτό το είδος της κριτικής. Μήπως πρέπει να αντιστρέψουμε αυτή την κριτική και να επιμένουμε ότι το έργο της Σχολής της Φρανκφούρτης προκύπτει από τον μαρξισμό, ο οποίος είναι η ρίζα της αρνητικής κριτικής;
MJ: Η αρνητικότητα με την ευρύτερη έννοια υπάρχει από τότε που η φιλοσοφία είδε τον εαυτό της ως μια ορθολογική εναλλακτική λύση απέναντι σε μια υπάρχουσα πραγματικότητα που δεν ήταν και πολύ ορθολογική. Το αν αυτή η αρνητικότητα έπαιρνε μορφές κυρίως ιδεαλιστικές - πλατωνικές, καντιανές ή εγελιανές - ή μεταφράζονταν σε ένα πιο υλιστικό ιδίωμα, αυτό εξαρτάται από τις περιστάσεις. Νομίζω ότι η αρνητικότητα ως τέτοια υπάρχει σε πολλά διαφορετικά φιλοσοφικά συστήματα· ασφαλώς, η Σχολή της Φρανκφούρτης έλαβε πολύ σοβαρά τους τρόπους με τους οποίους ο Μαρξ και η παράδοση που προέκυψε από το έργο του ενσάρκωνε και κάτι περισσότερο από την απλή φιλοσοφική αρνητικότητα. Εμφανής ήταν η επιθυμία του Μαρξ, ότι η φιλοσοφία πρέπει να γίνει ενεργή στον κόσμο με την πρακτική της υλοποίηση, πράγμα που σήμαινε και το να εντοπισθούν οι πιο ισχυρές πηγές υλοποιημένης αρνητικότητας, αυτές που υπάρχουν έξω από τη θεωρητική σφαίρα. Όταν το προλεταριάτο απέτυχε ή δεν ήταν σε θέση να παίξει το ρόλο που εκείνος ήλπιζε ότι θα παίξει, φάνηκε απαραίτητο να ψάξουμε για άλλες, εναλλακτικές υλοποιημένες μορφές αρνητικότητας. Η Σχολή της Φρανκφούρτης ξεκίνησε με τη συγκρατημένη αισιοδοξία ότι θα μπορούσαν να βρεθούν άλλοι υποψήφιοι. Ο Μαρκούζε, όπως ανέφερα προηγουμένως, συνέχισε να ενδιαφέρεται κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 για τα φοιτητικά κινήματα ή άλλες περιθωριοποιημένες ομάδες ως πιθανές συγκεκριμένες ενσαρκώσεις της «δύναμης της αρνητικής σκέψης». Αλλά, σε γενικές γραμμές, ο πυρήνας της Σχολής της Φρανκφούρτης γινόταν όλο και περισσότερο επιφυλακτικός και προσεκτικός ως προς την ύπαρξη συνεκτικών κινημάτων με αυτο-συνείδηση, νοητών υπό όρους κοινωνικής τάξης ή με άλλο τρόπο, που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως εμπροσθοφυλακή της χειραφέτησης. Κατανοούσαν ότι η διάχυτη και απροσδιόριστη αρνητικότητα εξακολουθεί να υπάρχει στον κόσμο, με την έννοια ότι πολλές ομάδες επιμένουν στη ριζική αλλαγή και επικρίνουν το status quo, αλλά, δυστυχώς, όχι κατ' ανάγκην με προοδευτική κατεύθυνση. Όσα και να καταλογίζει κανείς στον φασισμό, αυτός ήταν ένα κίνημα που τρέφονταν από μια «αρνητική κριτική» εναντίον της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της αστικής κοινωνίας. Και θα μπορούσαμε να πούμε ότι το σημερινό Tea Party στις ΗΠΑ και οι Ρεπουμπλικάνοι στο Κογκρέσο έχουν τόσο πολύ αρνητισμό όσο δεν πάει άλλο: πολύ περισσότερο ενδιαφέρονται για να σταματήσουν πράγματα παρά για να συμβούν, να μορφοποιήσουν κάτι νέο. Έτσι, μπορούμε κατά κάποιο τρόπο να πούμε ότι αυτοί εκφράζουν μια κακόβουλη αρνητικότητα και όχι μια καλοήθη. Με άλλα λόγια, η αρνητικότητα από μόνη της, χωρίς ορθολογική κριτική, χωρίς εύλογους στόχους και χωρίς αξιέπαινες αξίες, είναι ανεπαρκής.
Η Κριτική Θεωρία είχε πάντα επίγνωση του γεγονότος ότι υπήρχαν τόσο οι προβληματικές όσο και οι δυνητικά απελευθερωτικές ενσαρκώσεις της απροσδιόριστης αρνητικότητας και ήξερε από πικρές εμπειρίες πώς η πρώτη μορφή της μπορούσε να πάρει το πάνω χέρι.
Ο Horkheimer, λίγο πριν το θάνατό του, διαβάζει το βιβλίο του Μ. Jay
The Dialectical Imagination, που μόλις είχε κυκλοφορήσει (από Platypus)
[Ο Αντόρνο και ο Χάμπερμας έκαναν λάθος: Παρά τις δυσλειτουργίες του, το 1970 ο καπιταλισμός δεν ήταν «όψιμος» και σήμερα, έχει ακόμη δρόμο μπροστά του]
SL: Από πολλές απόψεις, ίσως γενικά, το ίδιο το εγχείρημα «Κριτική Θεωρία» στα γραπτά των δεκαετιών του 1930 και του 1940 φαίνεται συνώνυμο με τον μαρξισμό, άν και κριτικό, μη-παραδοσιακό, ή απλά «σε αγωνία». Και, βεβαίως, μπορεί ο Χορκχάιμερ να υπέκυψε τελικά στην αποπολιτικοποίηση και ο Χάμπερμας να αισθάνθηκε την ανάγκη, κατά κάποιο τρόπο, να ανοίξει ένα ρήγμα για να διαφοροποιηθεί από την παλιά Κριτική θεωρία, ωστόσο φαίνεται ότι ο Αντόρνο έμεινε ακλόνητα πιστός στον Μαρξ και στον μαρξισμό διαχρονικά, αφού ολόκληρο το έργο του, που θα μπορούσε να επιγράφεται είτε «Όψιμος καπιταλισμός», είτε «Βιομηχανική Κοινωνία», φαίνεται απλά να στηρίζει και να ενισχύει τον Μαρξ. Αυτό είναι δεδομένο, όμως τι έχετε να πείτε για την διαβόητη δήλωση του Αντόρνο στις συνεντεύξεις που του πήρατε, σύμφωνα με την οποία ο Μαρξ ήθελε να μετατρέψει τον κόσμο σε ίδρυμα υποχρεωτικής εργασίας για φτωχούς [workhouse, «πτωχοκομείο» βρετανικού τύπου του 19ου αιώνα];  
MJ: Για να είμαι ειλικρινής, έχω μεγάλο πρόβλημα να δεχτώ ότι αυτή η ερώτηση έχει κάποιο νόημα. Η έννοια της «ακλόνητης πίστης» είναι κατάλληλη για τον πιστό ενός θρησκεύματος, όχι για έναν κριτικό θεωρητικό. Υπονοεί ότι υπάρχει το σώμα ενός δόγματος, μιας κατήχησης, το οποίο υποστηρίζεται από κάθε αληθινό πιστό, χωρίς καμία απόκλιση. Αυτό σημαίνει ότι σε όσους αποτυγχάνουν σ' αυτή τη δοκιμασία, αξίζει η αποβολή ως αιρετικών ή αποστατών. Στο βαθμό που η μαρξιστική παράδοση μπορεί και να προσφέρεται ή και να αποδέχεται αυτό το είδος ορθόδοξου ορισμού, έπεσε και η ίδια θύμα της ίδιας πραγμοποίησης, στην οποία, υποτίθεται, προσπάθησε να ασκήσει κριτική. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Aντόρνο, σε γενικές γραμμές, διδάχτηκε πάρα πολλά από τον Μαρξ. Κατανοούσε τον κεντρικό ρόλο της ανταλλαγής και της εμπορευματοποίησης. Αναγνώριζε την επίμονη παρουσία των ταξικών διαφορών, ακόμη και όταν οι ταξικοί αγώνες είναι υποτονικοί. Ο ίδιος απεχθανόταν τις αδικίες του καπιταλισμού και ποτέ δεν έχασε μια ορισμένη ουτοπική ελπίδα ότι μπορεί μια μέρα να αντικατασταθεί από μια καλύτερη εναλλακτική λύση.
Ωστόσο, σε θέματα που είναι πάρα πολλά για να τα αναφέρουμε λεπτομερώς τώρα, δεν ένιωθε καμμιά ανάγκη για προσκόλληση στο γράμμα των κειμένων του Μαρξ ή στις ερμηνείες εκείνων που ισχυρίστηκαν ότι είναι πιστοί ερμηνευτές του. Όπως είπα ενωρίτερα, αναζήτησε πηγές έμπνευσης και σε εναλλακτικούς θεωρητικούς, όπως ο Φρόιντ και ο Νίτσε, ή και σε καλλιτέχνες όπως ο Μπέκετ (Beckett) και ο Σένμπεργκ (Schoenberg)· όμως, πέρα από αυτό, ο Αντόρνο ένιωθε πολύ λίγη έλξη για τις εναλλακτικές λύσεις που ανταγωνίζονταν για την πρωτοκαθεδρία στις ενδο-μαρξιστικές συζητήσεις του 20ου αιώνα, είτε εκ του επιστημονισμού είτε εκ του ανθρωπισμού προερχόμενες.  
Ο Αντόρνο ενέτασσε την καπιταλιστική εκμετάλλευση στην πιο μακροχρόνια ιστορία της κυριαρχίας του ανθρώπου επί της φύσης και της ανόδου του εργαλειακού ορθολογισμού· με αυτόν τον τρόπο, αναγνώριζε ότι το σημερινό δίλημμά μας προέρχεται από μια πιο θεμελιώδη πηγή. Αν και ασφαλώς μπορείτε να βρείτε κείμενά του, όπως αυτό που αναφέρατε, που δείχνουν ότι προτιμούσε να αποκαλεί το σημερινό «όλον» «όψιμο καπιταλισμό» αντί να το ορίζει ως «βιομηχανική κοινωνία», είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ο πρώτος όρος χρησιμοποιείται επίσης και από τον Χάμπερμας στο έργο του υπό τον γερμανικό τίτλο Legitimationsprobleme im Spätkapitalismus, που κυκλοφόρησε σε αγγλική μετάφραση ως Κρίση Νομιμοποίησης (Legitimation Crisis). Θα λέγατε λοιπόν ότι και ο Χάμπερμας είναι «αταλάντευτα πιστός» στον Μαρξ; Η ειρωνεία, βέβαια, είναι ότι και οι δύο έκαναν λάθος, στο βαθμό που ο καπιταλισμός κάθε άλλο παρά αρκετά «όψιμος» [ή «ύστερος» ή «προς τα τελευταία του»] ήταν, όταν γράφτηκαν αυτά τα κείμενα. Και στην πραγματικότητα, παρόλες τις αστάθειες και δυσλειτουργίες του, δεν φαίνονται σημάδια ότι πρόκειται να αντικατασταθεί από κάτι ουσιαστικά καλύτερο στο ορατό μέλλον
  
[Η Κριτική Θεωρία εναντίον της ιερότητας των «γραφών» και των θεωρητικών περιχαρακώσεων]
Όσο για την παρατήρηση του Αντόρνο, ότι ο Μαρξ ήθελε να μετατρέψει τον κόσμο σε workhouse, η οποία είναι διαβόητη μόνο για εκείνους που πιστεύουν ότι είναι ασυμβίβαστη με την «ακλόνητη πίστη» του, αυτή ταιριάζει τέλεια με την κριτική του Αντόρνο στο φετίχ του παραγωγισμού και στην απλή αναγωγή της ανθρώπινης χειραφέτησης στη μη αλλοτριωμένη εργασία. Ο Horkheimer είχε ήδη πει κάτι παρόμοιο στους πρώιμους αφορισμούς του, ενώ ο Μαρκούζε, στο βιβλίο Έρως και Πολιτισμός (Eros and Civilization), επιχειρηματολόγησε ενάντια στην καταπιεστική «αρχή της απόδοσης» η οποία συμμαχεί με τον τεχνολογικό ορθολογισμό. Και φυσικά, ο Μπένγιαμιν (Walter Benjamin), ο οποίος ασκούσε τόσο μεγάλη επιρροή στο Αντόρνο, είχε να πει πολλά θετικά πράγματα για τον Φουριέ [«τον ουτοπιστή σοσιαλιστή» Fourier], όσα και για τον Μαρξ.
Φυσικά, κάποιος θα μπορούσε να ανοίξει συζήτηση για το αν ή όχι η κατηγορία αυτή του Αντόρνο έδειχνε καλή κατανόηση εκ μέρους του της πραγματικής θέσης του Μαρξ, παραπέμποντας στα διάφορα κείμενα (στην πραγματικότητα, δεν είναι πολλά), στα οποία ο Μαρξ άφηνε να εννοηθεί πως θα ήθελε να γίνει ο κόσμος μετά την επανάσταση. Δεν χρειάζεται να σας υπενθυμίσω τις εργασίες του Μόις Πόστόουν (Moishe Postone), ο οποίος αμφισβητεί την ιδέα ότι ο Μαρξ υιοθέτησε μια υπερ-ιστορική εργασιακή θεωρία της αξίας[*]. Ειλικρινά, το ζήτημα του τι «πραγματικά είπε» ο Μαρξ, μου φαίνεται εντελώς ασήμαντο, παρεκτός και άν κανείς θέλει να είναι αληθινά πιστός στην ιερότητα των κειμένων του ή δαιμόνιος ιστορικός που αναζητά το Άγιο Δισκοπότηρο της υποκειμενικής πρόθεσης, το οποίο υποτίθεται ότι είναι κρυμμένο πίσω από κείμενα. Αυτό που είναι σημαντικό είναι το εξής: ο Αντόρνο δίκαια αμφισβητεί το φετίχ της παραγωγής και της εργασίας και επιμένει ότι η ουσιαστική απελευθέρωση υπό οποιαδήποτε έννοια πρέπει να πάει πέρα ​​από αυτό.
Ο Αντόρνο νέος, με τις «δύο μητέρες του»

JK: Για ένα διάστημα, το πανεπιστήμιο έδειχνε να υπόσχεται καταφύγιο σε μια γενιά απογοητευμένων ριζοσπαστών των δεκαετιών του 1960 και 1970. Βλέπουμε τώρα την επιστροφή στο είδος εκείνο του συντηρητισμού που συνδέεται ιστορικά με τα πανεπιστήμια; Πώς φαντάζεστε το μέλλον του πανεπιστημίου ως τόπου της αριστερής σκέψης;
MJ: Επιτρέψτε μου να μιλήσω για την εμπειρία μου στο Μπέρκλεϊ, καθώς είναι πολύ δύσκολο να γενικεύουμε [...] Σπάνια συναντάς άτομα με αδιάλλακτα ουτοπικές επιθυμίες, αλλά είναι σύνηθες να βλέπεις πολιτικά ενεργά άτομα με ελικρινείς ιδέες για την αλλαγή. Ανησυχούν για πολλά πραγματικά ζητήματα του κόσμου και θέλουν περισσότερο να κάνουν πράγματα παρά απλά να μιλούν γι' αυτά. Δύο ή τρία χρόνια πριν, όταν εμφανίστηκε το κίνημα #Occupy, πολλοί φοιτητές του Μπέρκλευ έλαβαν μέρος. Αν και το #Occupy ήταν εφήμερο, έθεσε επί τάπητος το θέμα της ανισότητας, που επιτέλους έγινε ζήτημα εθνικής κλίμακας [...] Αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι φοιτητές σήμερα αισθάνονται πολύ λιγότερο οικονομικά ασφαλείς σε σχέση με τη δεκαετία του 1960 και προφανώς λιγότερο πρόθυμοι να θυσιάσουν τη σταδιοδρομία τους και να επιδιώξουν αντι-πολιτιστικά ή πολιτικά εξτρεμιστικά βιώματα, όπως εκείνης της «Μεγάλης Άρνησης» που χαιρέτισε τότε ο Μαρκούζε.
Όσο για το ποιά η στάση των πανεπιστημιουπόλεων απέναντι στην πολιτική, η Δεξιά θα σας πεί ότι τα περισσότερα πανεπιστήμια και κολέγια είναι εντελώς δυσανεκτικά στη συντηρητική σκέψη, και υπάρχει μια στήλη για το θέμα αυτό στο σημερινό φύλλο της New York Times. Υποστηρίζουν ότι οι σχολές είναι σε συντριπτικό βαθμό φιλελεύθερες [με την αμερικανική έννοια της λέξης] ή ριζοσπαστικές και ότι μεταξύ των φοιτητών επικρατεί μια ήπια αλλά επίμονα ενοχλητική αριστερή νοοτροπία, η οποία εκδηλώνεται στις εμμονές με τις πολιτικές της ταυτότητας [χρώματος, φύλου, γλώσσας κτλ], με τη ρητορική του μίσους και με τα δικαιώματα των Παλαιστινίων. Ο όρος «πολιτική ορθότητα» είναι ένας τρόπος για να στιγματίζουν ό,τι δεν μπορούν να επικρίνουν χρησιμοποιώντας πειστικά επιχειρήματα. Βεβαίως, η επικρατούσα συναίνεση στις πανεπιστημιουπόλεις κλίνει λίγο ή πολύ προς την Αριστερά, τουλάχιστον άν λάβουμε υπόψη το φάσμα της αμερικανικής πολιτικής σε γενικές γραμμές  [...] Στο Μπέρκλεϊ έχουμε πάντα μια ποικιλία από διαφορετικές απόψεις. Μερικοί μαχητικοί φοιτητές αμφισβητούν τους συμβατικούς κανόνες ευγένειας για να εκφράσουν έναν πιο αδιάλλακτο ριζοσπαστισμό που επιδιώκει την αλλαγή «με κάθε μέσο». Αλλά η πλειοψηφία μου φαίνεται λιγότερο δογματική και αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα, για τα οποία κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί σοβαρά ότι έχουν απαντηθεί οριστικά από οποιαδήποτε παράδοση της σκέψης. Με αυτή την έννοια, πολλοί είναι πιο κοντά στο πραγματικό πνεύμα της Κριτικής Θεωρίας, παρά σε εκείνους που θα ήθελαν να αστυνομεύουν τα σύνορά της για να διασφαλίσουν ότι αυτή παραμένει πιστή σε μια υποτιθέμενη μαρξιστική ορθοδοξία.
  
[*] Οι κλασικοί της Πολιτικής Οικονομίας (κυρίως οι Adam Smith, David Ricardo, John Stuart Mill) είναι εκείνοι που ανακάλυψαν πρώτοι ότι πηγή της αξίας είναι η εργασία, πράγμα που υποστήριξε βεβαίως και ο Μαρξ. Κατά τους κλασικούς, αυτή η σχέση (η λεγόμενη εργασιακή θεωρία της αξίας) ισχύει παντού και πάντοτε, υπερ-ιστορικά και ανεξαρτήτως κοινωνικού συστήματος. Ωστόσο, ο Καναδός οικονομολόγος και ιστορικός Moishe Postone, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του  Chicago, υποστηρίζει το εξής: από το ίδιο το έργο του Μαρξ προκύπτει ότι αυτός, σε αντίθεση με τους κλασικούς της Πολιτικής Οικονομίας, έβλεπε την εργασιακή θεωρία της αξίας ως ειδικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, δηλαδή ως σχέση που ισχύει μόνον μέσα στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.
Γ. Ρ.
[Από την μετάφραση παραλείφθηκαν μερικά μέρη που αφορούν ειδικά τις ΗΠΑ και το στενό πανεπιστημιακό περιβάλλον. Οι μεσότιτλοι προστέθηκαν στον ιστότοπο Μετά την Κρίση]
O Martin Jay (1944), συγγραφέας του βιβλίου για την Σχολή της Φρανκφούρτης και την Κριτική θεωρία Η Διαλεκτική Φαντασία (The Dialectical Imagination: A History of the Frankfurt School and the Institute of Social Research, 1923-50, 1973), είναι καθηγητής της Ιστορίας στην έδρα Sidney Hellman Ehrman, Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϋ. Ερευνά την ιστορία της φιλοσοφικής και θεωρητικής σκέψης, ιδιαίτερα των κοινωνικών θεωριών στην Ευρώπη του 20ού αιώνα, όπως της Σχολής της Φρανκφούρτης, καθώς και τον «πολιτισμό της εικόνας». Βραβεύτηκε από την Αμερικανική Ακαδημία στο Βερολίνο (2010).
Έγραψε επίσης, μεταξύ των άλλων: Marxism and Totality: The Adventures of a Concept from Lukács to Habermas (1984, μέρος του μεταφράστηκε στα Ελληνικά), Adorno (1984), Permanent Exiles: Essays on the Intellectual Migration from Germany to America (1985), Fin-de-Siècle Socialism and Other Essays (1988), Force Fields: Between Intellectual History and Cultural Criticism (1993), Downcast Eyes: The Denigration of Vision in Twentieth-Century French Thought (1993), Refractions of Violence (2003), Songs of Experience: Modern American and European Variations on a Universal Theme (2004), Essays from the Edge: Parerga & Paralipomena (2011), Reason after Its Eclipse: On Late Critical Theory (2016). 

Στον ιστότοπο Μετά την Κρίση:
Άντριου Φίνμπεργκ: Χειρόγραφα 1844 - Ιστορία & Ταξική Συνείδηση: Τα πρώιμα έργα των Μαρξ και Λούκατς. Αλλοτρίωση, πραγμοποίηση και η Σχολή της Φρανκφούρτης
  
Χάμπερμας, ο τελευταίος φιλόσοφος: Κριτική και επικοινωνιακή πράξη· από τον Ψυχρό Πόλεμο στα αδιέξοδα του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού - «Με τον Αντόρνο και τη Σχολή της Φρανκφούρτης μου δόθηκε μια εύνοια της τύχης» - Συνέντευξη του Jürgen Habermas στον Michaël Fœssel (Esprit, Παρίσι)
   
Το φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του 1960 αντιμέτωπο με τη Σχολή της Φρανκφούρτης: Ριζοσπαστικές πολιτικές μορφές και κοινωνική οπισθοδρόμηση (επιστολογραφία Αντόρνο - Μαρκούζε - Χάμπερμας το 1969 με θέμα τη δημοκρατία, τα κινήματα, τις βίαιες συμπεριφορές και τα Πανεπιστήμια - New Left Review).
  
Νίκος Κ. Αλιβιζάτος: Η γενιά του 1968 και οι κληρονόμοι της
   
Όσκαρ Νεγκτ: Το έλλειμμα κοινωνικού κράτους απειλεί τη δημοκρατία
 
http://www.biblionet.gr/book/149550/Jay,_Martin/%CE%97_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1http://www.biblionet.gr/book/44384/Jay,_Martin/%CE%9F_%CE%95%CF%81%CE%BD%CF%83%CF%84_%CE%9C%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%87_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B7_%CE%B5%CF%80%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D_%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CF%86%CF%8D%CF%83%CE%B7http://www.biblionet.gr/book/180606/Jay,_Martin/%CE%97_%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD_%CE%9B%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD_%CE%91%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%BD%CE%BF

 

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...