Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΧΑΜΕΝΟΥ ΡΟΔΙΟΥ





ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΧΑΜΕΝΟΥ ΡΟΔΙΟΥ

του Πέτρου Θεοδωρίδη

Κάθε μέρα μόλις ξυπνώ, θυμάμαι την ιστορία του χαμένου ροδιού.
. Ηταν ένα ρόδι περίεργο,μισανοιχτο ,έχασκε σαν στόμα παιδιού και μέσα φαίνονταν πρόσωπα χρυσά και κόκκινα σαν αίμα,ανασαινε θαρρείς, μικρό και χρυσοκκόκινο ,όμορφο και πάντα ολόδροσο σαν μα κόπηκε τώρα από τον κήπο της Εδέμ. Και το ρόδι μιλούσε κιόλας ,γλώσσα παράξενη ,γαργαριστή. Όλο ρο και λάβδα. Και κάθε τόσο επαναλάμβανε λέξεις και φράσεις που μοιάζανε σαν σπασμένες ή σαν να τις τράβηξε κανείς από το ουράνιο στερέωμα κι αυτές - αστέρια Που πέφτουν ή κομήτες- μοναχικές σπίθες σε ένα μαύρο δίχως νόημα κενό λαμπύριζαν, ή μοιάζανε με δάκρυα χελώνας τεράστιας αναποδογυρισμένης στην αμμουδιά το βράδυ Οταν δεν έχεις τι να πρωτοθυμηθείς ,όταν το παρελθόν σου μοιάζει με κομμάτια που περιφέρονται στο πουθενά , σαν ένας άλλος άνθρωπος –ολοζώντανος –ένα φάντασμα του εαυτού σου ,ένα υπόκωφο αντίγραφο ,μια ανεμώνη ,όταν ο εαυτό σου περιφέρεται στους ολοσκοτεινους διαδρόμους ενός λαβυρίνθου που δεν τελειώνει πουθενά ,όταν ο εαυτός σου από το σώμα βγαίνει και σου μιλά ,οι λέξεις τότε μοιάζουν να βγαίνουν από αυτό το ροδι . μικρά πετράδια ,γευστικά που η αξία τους βρίσκεται στη ψύχα ,στο μέσον, καταμεσής της λέξης .
Αυτό το ρόδι κατρακυλούσε, χοροπηδούσε ,έπαιζε στο δωμάτιό μου.
Το νιωθα σαν παιδί μου κι όταν κάποτε έλεγε …μπα..μπα …και άλλα ασυνάρτητα , , λες και ήτανε ποτέ δυνατό να έχουνε τα ρόδια μπαμπά έναν άνθρωπο. Η όταν κάποτε έλεγε τραγουδιστά π.χ. ‘’Ρωφίλη’’, εγώ θυμόμουν τα ‘’ρω’’ του ‘ερωτα, και αναρωτιόμουνα πως γίνεται τα ρόδια να γράφουν ποίηση .
Ένα πρωί το ρόδι χάθηκε. Πιθανό να κατρακύλησε στη σκάλα από την μισάνοιχτη εξώπορτα .Πιθανό να ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο.
Τώρα μάλλον θα κείτεται σάπιο στην άκρη ενός βρώμικου δρόμου.
Όμως το ρόδι άφησε τη ζωντανή σκιά του στο τραπέζι της κουζίνας μου κι αυτό κάθε πρωί μου τραγουδάει , με σπασμένες λέξεις που δεν οδηγούν πουθενά.
Αυτή η σκιά του ροδιού ,χαμένο ρόδι, μια τρύπα στη μέση του τίποτε μου λέει: "σ' αγαπώ" κάθε βράδυ . Την αγαπώ τη σκιά . Αυτή μου ψιθυρίζει λόγια μυστικά κάθε βράδυ, τονίζοντας αντί τα ‘’ρω’’ τα ‘’σι’’. Λέει Σσσσι….σιιι….. Κι αυτά τα λόγια κι άλλα πολλά που δεν τα γράφω.
. Για σας μπορεί να μη σημαίνουν τίποτε, για μένα όμως σημαίνουνε πολλά .

 Σημαίνουνε το μυστικό του σύμπαντος ,που δεν μπορεί κανείς να το προφέρει ,γιατί ο κόσμος όλος θα χαθεί.
Μονάχα ένα ρόδι που χάθηκε μπορεί να αφήσει τη σκιά του να κάνει σιιιι……..σσι…. Κι αυτό το σσς .. είναι ένα βάλσαμο , το βράδυ ,και με οδηγεί σ΄ύπνο γλυκό σα να πετώ στ΄ουράνια…..

Θα έχω υπάρξει


Θα έχω υπάρξει
Αντικρίζοντας το παρόν εκ των υστέρων
Σε έναν αναδρομικό τόπο
Σε μια αιωνιότητα του Τίποτε
Ένα Άστρο όπως χιλιάδες άλλα
Ατενίζοντας
Θεώμενος
Το παρελθόν του παρόντος μου
Δίνοντας νόημα
Σ’αυτόν τον λαβύρινθο διαδρομών
Στην επανάληψη λαθών
Στη λήθη και την αλήθεια μου
Στις αναμνήσεις
Στην ανοιξιάτικη βροχή
Στα ανεξήγητα πράγματα που μου συμβαίνουν
Στον άνεμο
Στα λόγια που μου έρχονται στο στόμα
  Θα έχω υπάρξει
Ανάποδα στον χρόνο
Ξαναβλέποντας τον εαυτό μου
Να πολλαπλασιάζεται
Ποτε μικρός ποτε μεγάλος ποτε μωρό
πότε
Στη στιγμή του θανάτου μου
Στο νεκρικό κιβούρι μου
Μέσα στη σάρκα σου
ενσαρκωμένος
Θα έχω υπάρξει
Ίσως τη στιγμή του θανάτου μου
Ίσως αργότερα….
Π. Θ 

άχρηστοι πήγαν όλοι εκείνοι οι λεκέδες....



άφηναν πάνω μου οι λέξεις στίγματα
νόμιζα πως ήμουνα λεπρός, σημαδεμένος
παρόλα αυτά συνέχιζα , με τη μελάνι
να λεκιάζω το άσπρο χαρτί



αλήθεια τι απέγιναν εκείνα τα τετράδια;
κάποια τα φύλαγε ,θυμάμαι ,η μαμά μου
όμως  πετάχτηκαν, αργότερα, σε μετακομίσεις,
χάθηκαν,
πέσανε σαν τα φύλλα το φθινόπωρο ,
 απ’ τα κλαδιά μου ,

τώρα Γαζώνω λέξεις στον Υπολογιστή
όμως δεν είναι στίγματα αυτά άξια λόγου '
τζάμπα έφαγα τα παιδικά μου χρόνια
σε τετράδια καλλιγραφίας
με κοντυλοφόρο και στυπόχαρτο..
άχρηστοι πήγαν όλοι εκείνοι οι λεκέδες....
Π.Θ

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου