Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ-ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΕΝΑΣ ΚΑΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ





ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ Του κόσμου (1978)



Θα σας πω πώς έγινε

Έτσι είναι η σειρά



Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο

δρόμο του έναν χτυπημένο

Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε

Τόσο πολύ λυπήθηκε

που ύστερα φοβήθηκε



Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να

τον πιάσει,σκέφτηκε καλύτερα

Τι τα θες τι τα γυρεύεις

Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,

να ψυχοπονέσει τον καημένο

Και καλύτερα να πούμε

Ούτε πως τον έχω δει



Και επειδή φοβήθηκε

Έτσι συλλογίστηκε



Τάχα δεν θα είναι φταίχτης,ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;

Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες

Άρχισε λοιπόν και κείνος

Από πάνω να χτυπά



Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας



Ιστοριες για τον Χρονο. #1 η Στιγμη, η Διαρκεια, η Βαρεμαρα.



Ιστοη Βαρεμαρα.

ριες για τον Χρονο. #1 η Στιγμη, η Διαρκεια, η Βαρεμαρα.


«Τι είναι αλήθεια ο χρόνος. Ποιος θα μπορούσε να μας το εξηγήσει εύκολα και σύντομα; Αν με ρωτούσε κανείς ξέρω ότι αν θα έπρεπε να του εξηγήσω δεν θα μπορούσα». 1
Άγιος Αυγουστίνος
Τα ίδια περίπου λόγια ακούγονται και από μια παράξενη φωνή στην δεκάλεπτη ταινία του Volker Schlondorff, The Enlightenment, που υπάρχει στη συλλογή «Δέκα Λεπτά Αργότερα, το Τσέλο». Στο τελευταίο λεπτό αποκαλύπτεται ότι ο αφηγητής είναι ένα κουνούπι, το οποίο ολοκληρώνει τον προβληματισμό του ως εξής: «Ομολογώ, Κύριέ μου, ότι δε γνωρίζω ακόμη τι είναι χρόνος. Εσύ, Θεέ μου, θα με φωτίσεις. Εσύ θα είσαι το φανάρι μου. Θα έρθω προς το δικό Σου φως. Εσύ, Θεέ μου, θα φωτίσεις το σκοτάδι μου. Θα το κάνεις πιο φωτεινό…» (σε αυτό το σημείο το κουνούπι χτυπάει πάνω στη λαμπερή εντομοπαγίδα – και πέφτει στη γη νεκρό). 2
Στο σύντομο αυτό άρθρο αυτό, θα αναφερθώ στη Στιγμή ως μια διάσταση του Χρόνου. Τι είναι στιγμή; «Οι  χρονικές στιγμές είναι χωρικά σημεία» έγραφε ο Κωστής Παπαγιώργης. «Πως αλλιώς να εξηγήσουμε άλλωστε το γεγονός ότι η λέξη στιγμή, που αρχικά δήλωνε ένα σημείο στον χώρο (“στίζω”, “στίγμα”, “στιγματοφόρος”), κατέληξε να  σημαίνει την αδιαίρετη χρονική ενότητα; Και τι άλλο από περιφανής επιβεβαίωση του “χρόνος ήλιου κίνησις”  είναι το δρομολόγιο που κάνει ο  λεπτοδείχτης στα ρολόγια μας»; 3
Ποιος έχει την πρωτοκαθεδρία; Η στιγμή ή η διάρκεια του χρόνου; Θα μπορούσαμε να σκιαγραφήσουμε – σύμφωνα  και με το δοκίμιο Η Εποπτεία  της Στιγμής του Γκαστόν  Μπασελάρ 4 – δυο  σχετικές  θεωρήσεις.
Στην πρώτη (Μπερξον), η αληθινή πραγματικότητα του χρόνου είναι η Διάρκεια του, η στιγμή είναι αφαίρεση χωρίς πραγματικότητα. Επιβάλλεται έξωθεν, από τη νόηση, που κατανοεί  το γίγνεσθαι μόνο αν αντιμετωπίζει  αμετακίνητες  καταστάσεις. «Άρα, θα παριστούσαμε επαρκώς τον μπερξονικό χρόνο με μια  ευθεία  μαύρη γραμμή, όπου θα  είχαμε τοποθετήσει, για να συμβολίσουμε  τη στιγμή, ως  μηδέν, ένα πλασματικό κενό, ένα λευκό σημείο»
Στη δεύτερη (Ρουπνέλ – Μπασελάρ) η αληθινή πραγματικότητα του χρόνου είναι η Στιγμή. Η διάρκεια  είναι κατασκευή, χωρίς απόλυτη, πραγματικότητα. Πλάθεται έξωθεν δια της μνήμης, όντας κατ’ εξοχήν ικανότητα της φαντασίας που θέλει να ονειρευτεί και να ξαναζήσει αλλά όχι να καταλάβει. Θα εξεικονίζαμε αυτή την αντίληψη του χρόνου «με μια λευκή γραμμή, δυνητική και πλασματική, όπου αίφνης, σαν απρόοπτο  συμβεβηκός, θα ερχόταν  να εγγραφεί  ένα μαύρο στίγμα, σύμβολο μιας  πυκνής πραγματικότητας».5
Για τον  Μπερξόν, η αληθινή πραγματικότητα του χρόνου είναι η διάρκεια του. Η στιγμή δεν είναι «τίποτε  άλλο από μια τεχνητή  ρήξη  που βοηθά την σχηματική σκέψη του γεωμέτρη. Μέσα στην  ανικανότητα της να ακολουθήσει τη ζωτική κίνηση, η διάνοια  ακινητοποιεί  τον χρόνο μέσα σε ένα  μονίμως  πλαστό παρόν. Αυτό το παρόν  είναι ένα καθαρό μηδέν που δεν καταφέρνει να χωρίσει πραγματικά το παρελθόν από το μέλλον».6 Είναι αφαίρεση χωρίς πραγματικότητα. Επιβάλλεται από τη νόηση, που κατανοεί  το γίγνεσθαι μόνο αν αντιμετωπίζει αμετακίνητες  καταστάσεις.
Όμως ο Γκαστόν  Μπασελάρ, υποστηρίζει την θέση πως:
«η Στιγμή  είναι η μοναδική πραγματικότητα του χρόνου, ο χρόνος είναι μια πραγματικότητα συμπυκνωμένη στη στιγμή και μετέωρη ανάμεσα σε δυο μηδενικά. Αναμφίβολα ο χρόνος μπορεί να  αναγεννηθεί αλλά πρέπει αρχικά να πεθάνει. Δεν μπορεί να μεταφέρει το είναι του από τη μια στιγμή στην άλλη για να σχηματίσει διάρκεια»
 .7 «Ας  αντιληφτούμε  λοιπόν», συνεχίζει ο Μπασελάρ, ότι «η άμεση  εμπειρία του χρόνου  δεν ταυτίζεται με την τόσο φευγαλέα, δύσκολη και σοφή εμπειρία της διάρκειας αλλά με την νωχελική εμπειρία της στιγμής, η οποία  συλλαμβάνεται πάντα ως ακίνητη. Ό,τι είναι  απλό, ό,τι είναι ισχυρό μέσα μας, ό,τι ακόμα είναι διαρκές, αποτελεί δώρο μιας  στιγμής. Φρουρός του χρόνου, η μνήμη διατηρεί μόνο τη στιγμή· δεν διατηρεί τίποτα, απόλυτα τίποτα από την περιπλοκή και τεχνητή αίσθηση που είναι η διάρκεια». 8
«Συνεπώς» – καταλήγει  ο Μπασελάρ – «ο Μπερξόν αντιμετωπίζει τον πλήρη γεγονότων χρόνο στο  επίπεδο της συνείδησης των γεγονότων, κατόπιν εξαλείφει σιγά τα γεγονότα η τη συνείδηση των γεγονότων. Έτσι πιστεύει πως θα άγγιζε τον χρόνο χωρίς γεγονότα η τη συνείδηση της καθαρής  διάρκειας. Αντίθετα  εμείς δεν ξέρουμε  να αισθανόμαστε  τον χρόνο πάρα μόνο πολλαπλασιάζοντας  τις συνειδητές στιγμές. Η συνείδηση του χρόνου  είναι πάντα για μας μια συνείδηση της χρήσης των στιγμών, είναι πάντα   ενεργή, ποτέ παθητική». 9
Η ζωή  -κατά τον Μπασελάρ –«δεν κυλάει  στην κατωφέρεια μιας πλάγιας, μέσα στον άξονα  ενός αντικειμενικού χρόνου που θα την δεχόταν  σαν κοίτη. Είναι μια  μορφή που έχει επιβληθεί στον μίτο των στιγμών του χρόνου, αλλά την πρώτη της  οντότητα τη βρίσκει πάντα σε μια στιγμή». 10
Μια   ανάλογη    με του  Μπασελάρ θεώρηση  της   Στιγμής συναντάμε  και στον Χάιντεγκερ κατά την οποία  το αποφασιστικό Dasein  – η Ύπαρξη, το «εδώ να – Είναι» –    εκτιμά τις έμμεσες δυνατότητες μιας κατάστασης και κάνει μια αποφασιστική επιλογή.11 Για τον Χάιντεγκερ η στιγμή (ως έκ-σταση) προκαλεί μια αντιστροφή στον τρόπο ύπαρξης του ατόμου, σηματοδοτεί έναν άλλο χρόνο που υποτίθεται  ότι αποκαλύπτει το πλήρες νόημα και τη σημασία της ανθρώπινης ύπαρξης και έτσι  ενθαρρύνει μια στροφή στην αυθεντικότητα. «Το  διατηρούμενο  στην αυθεντική χρονικότητα,  συνεπώς αυθεντικό  παρόν – έγραφε ο Χάιντεγγερ – θα το ονομάσουμε στιγμή. Αυτός ο Όρος πρέπει να εννοηθεί με ενεργητικό νόημα, ως έκσταση. Σήμαινε την  αποφασιστική, αλλά μες την  αποφασιστικότητα διατηρούμενη  απόδραση του εδώ να –Είναι (Dasein) σε όσες  βιομεριμνήσιμες  δυνατότητες  και περιστάσεις συναντά μες στην κατάσταση».12
Όμως, όπως έχει δείξει ο Μπέκετ (στο «Περιμένοντας τον Γκοντό»), και όπως υποστηρίζει ο Svendsen, συγγραφέας της «φιλοσοφίας  της βαρεμάρας», η αποφασιστική αυτή  Χαιντεγγεριανή στιγμή αναβάλλεται διαρκώς. «Η Στιγμή»   γράφει  ο Svendsen «ως το πραγματικό Νόημα της ζωής, εμφανίζεται μόνο με αρνητική μορφή, αυτή της απουσίας και οι μικρές στιγμές (ο έρωτας, η τέχνη, η μέθη), ποτέ δεν κρατούν πολύ. Το πρόβλημα, πρώτα και κύρια, έγκειται στην αποδοχή πως όλα όσα υπάρχουν είναι μικρές στιγμές, και ότι η ζωή προσφέρει μεγάλες δόσεις βαρεμάρας  ανάμεσα σ’ αυτές τις στιγμές. Όμως η απουσία ενός μεγάλου Νοήματος, δεν σημαίνει την εξαφάνιση κάθε νοήματος από τη ζωή. Μια μονόπλευρη έμφαση στην απουσία Νοήματος μπορεί να επισκιάζει όλα τα άλλα νοήματα» για να καταλήξει: «Ακόμα και αν δεν υφίσταται Νόημα, υπάρχει νόημα (με ν  μικρό) – και βαρεμάρα».13



  1. Αγίου Αυγουστίνου Εξομολογήσεις Μτφ Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Δεύτερος Τόμος Βιβλίο ΧΙ, εκδ Πατάκη Αθήνα (1999) 2003, σ 173 στ 19.25 και 20.26
  2. «Ten Minutes After» 2004. Οφείλω την υπενθύμιση της συγκεκριμένης ταινίας στο Blog ‘’Η καλύβα ψηλά στο βουνό: http://panosz.wordpress.com/2007/04/24/astimegoesby/
  3. Κωστής Παπαγιώργης Η οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγκερ, Νεφέλη 1983 σ 96
  4. που πρωτοεκδόθηκε το 1932   και  αναφερόταν  στο έργο του «Σιλωάμ»  (1927)  του  Γκαστόν Ρουπνέλ, Γκαστόν  Μπασελάρ  Η Εποπτεία  της Στιγμής Μτφ  Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις  Καστανιώτη  Αθήνα
  5. Γκαστόν Μπασελάρ  Η Εποπτεία  της Στιγμής Μτφ  Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις  Καστανιώτη  Αθήνα  1997, σ36-37
  6. Γκαστόν Μπασελάρ  ό.π. σ 23,24
  7. Γκαστόν Μπασελάρ  ό.π.  σ 17
  8. Γκαστόν Μπασελάρ ό.π., σ. 50,52
  9. Γκαστον Μπασελαρ ό.π., σ  131
  10. Γκαστόν Μπασελάρ  ό.π, σ  32
  11. Michael Inwood , Χαιντεγκερ μτφ Αλέξανδρος Σταμάτιος Αντωνίου, Oxford University press, Ελληνικά Γραμματα,2006 σ. 101
  12. Μαρτιν Χαιντεγγερ, Είναι και Χρόνος 1927, μτφ – σχόλια  Γιάννη Τζαβάρα, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα   1985  σ. 572
  13. Lars Svendsen Η φιλοσοφία της βαρεμάρας, μτφ Παναγιώτης Καλαμαράς εκδ Σαββάλας,(1999)2006 σ. 232-233

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Πέτρου Π. Θεοδωρίδη , Όνειρο και φαντασίωση ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ απο το αρθρο ΟΝΕΙΡΑ ,ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ που δημοσιευτηκε στο τευχος 35-ανοιξη 2015- του περιοδικου ΕΝΕΚΕΝ



Όνειρο και φαντασίωση

......Οι φαντασιώσεις συγκαλύπτουν την αλήθεια μας ενώ τα όνειρα την ξεσκεπάζουν. Η Φαντασίωση μοιάζει με το όνειρο αλλά  και  διαφέρει: Η κυριότερη έγκειται στο ότι το όνειρο  ενέχει έναν  «ψευδαισθησιακό» χαρακτήρα ,που το κάνει να προσλαμβάνεται  από το υποκείμενο ως πραγματικότητα, ενώ η συνειδητή  φαντασίωση  εμφανίζεται στο υποκείμενο ως σαφώς διακριτή  από την πραγματικότητα. Κατά συνέπεια η  συνειδητή φαντασίωση υποτάσσεται  πολύ περισσότερο από το Όνειρο στην «αρχή της πραγματικότητας» και αυτό περιορίζει κατά πολύ την επενέργεια  της «πρωτογενούς διαδικασίας» η οποία παράγει μέσα στο  Ονειρο τις αναλήθειες  τις παραδοξότητες  και τις χρονικές ασυναρτησίες που γνωρίζουμε. Επιπλέον η συνειδητή φαντασίωση υποτάσσεται  ευθέως στις άμυνες του Εγώ όπως και στις επικρίσεις του Υπερεγώ .
Έξαλλου η φαντασίωση βρίσκεται σε πολύ στενή σχέση με την  επιθυμία. Είναι γνωστό-γράφουν οι Laplanche  και  Pontalis- ότι η επιθυμία, κατά τον Φρουντ, είχε ως πρότυπο και καταγωγή την εμπειρία  ικανοποίησης» ότι  «πρώτη εκδήλωση επιθυμίας  είναι μια ψευδαισθητική  επένδυση αναμνήσεων ικανοποίησης» .Όμως η φαντασίωση ,ακόμα και  αν διατυπώνεται με μια μόνο φράση σκηνοθετείται  ως εκτύλιξη γεγονότων, ως οργανωμένες  δηλαδή σκηνές,ικανές να  εκδραματισθούν, με την μορφή εικόνων. «Στις σκηνές αυτές το υποκείμενο είναι  πάντα παρόν. Απεικονίζεται ,ακόμη και στην «πρωταρχική σκηνή», όχι μόνο ως παρατηρητής  ,αλλά  και ως συμμέτοχος , ο  οποίος έρχεται να διαταράξει την  γονεική συνουσία. Εκείνο που απεικονίζεται  δεν είναι το αντικείμενο στο όποιο προσβλέπει το άτομο, αλλά μια αλληλουχία στοιχείων, στην όποια συμπεριλαμβάνεται το ίδιο το άτομο ,και στο εσωτερικό της οποίας οι ρόλοι εναλλάσσονται»
Πριν αναφερθώ στην Λακανική θεώρηση της Φαντασίωσης  θα θυμίσω ότι για τον Lacan η πραγματικότητα των ανθρώπων συγκροτείται μέσα από τρία αλληλένδετα επίπεδα :το Συμβολικό, το Φαντασιακό και το Πραγματικό που η σχέση τους  -μέσω του λεγόμενου Βορρόμειου κόμβου - θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή ως αλυσίδα: απαρτίζεται από ομάδα τριών δαχτυλιδιών που διασυνδέονται με τέτοιο τρόπο, ώστε στην περίπτωση που το ένα από αυτά κοπεί να αποσυνδεθούν και τα τρία. 
Για τον Λακαν, αυτό που εμπειρικά αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικότητα “δεν είναι το πραγματικό καθ’ εαυτό», είναι πάντα –ήδη- δομημένο μέσα από συμβολικούς μηχανισμούς και το πρόβλημα έγκειται στο ότι , στην πράξη, αυτή η συμβολοποίηση εν τέλει πάντα αποτυγχάνει. Το πραγματικό (δηλαδή το μέρος της πραγματικότητας που παραμένει –ως υπόλοιπο– μη συμβολοποιημένο) επιστρέφει με τη μεταμφίεση των φασματικών οραμάτων –ψευδαισθήσεων. Η πραγματικότητα ποτέ δεν είναι «καθ’ εαυτή ,παρουσιάζεται μόνο δια μέσω της ατελούς της, αποτυχημένης συμβολοποίησης, και ψευδαισθήσεις αναδύονται στο ανάμεσα χάσμα που πάντα διαχωρίζει την πραγματικότητα από το πραγματικό: το φάσμα (specrtre) υλοποιεί αυτό το οποίο διαφεύγει από τη συμβολικά διαμεσολαβημένη πραγματικότητα».
Ο Λακάν  υποστήριζε  ότι υπάρχει πάντοτε μια «θεμελιώδης  φαντασίωση: «Στην πορεία  της ψυχαναλυτικής θεραπείας,ο αναλυτής ανασυγκροτεί την φαντασίωση του αναλυόμενου του σε κάθε λεπτομέρεια .Ο αναλυόμενος επίσης πρέπει να προχωρήσει  στη «διάνυση της φαντασίωσης»..Η θεραπεία οφείλει να παραγάγει κάποια μετατροπή  στον θεμελιακό τρόπο άμυνας του υποκειμένου, κάποια αλλαγή στον τρόπο της  jouissance  του. 
 Θυμίζω  πως για  τον Λακάν η jouissance είναι μια απόλαυση που έχει πάντα μια θανάσιμη αναφορά, μια παράδοξη ευχαρίστηση, που φθάνει σε ένα σχεδόν ανυπόφορο επίπεδο διέγερσης.
Για τον  Λακάν η φαντασίωση προσφέρει μια απάντηση στο αίνιγμα της επιθυμίας του Άλλο: Η επιθυμία  που σκηνοθετείται στην φαντασίωση, δεν είναι η επιθυμία  του ιδίου του  υποκειμένου αλλά η επιθυμία  του άλλου η   αυτών που με περιβάλλουν και με τους οποίους έρχομαι σε επαφή. Η φαντασίωση ,είναι μια απάντηση στο ερώτημα « Λες κάτι, αλλά τι είναι αυτό που πραγματικά  θέλεις όταν το λες αυτό; »Το πρωταρχικό ερώτημα της επιθυμίας  δεν είναι ευθέως το :«Τι θέλω ;» αλλά « Τι θέλουν οι άλλοι από μένα ; τι βλέπουν σε μένα ;Τι είμαι  εγώ γι αυτούς τους άλλους;».Το παιδί  εντάσσεται σε ένα περίπολο δίκτυο σχέσεων, λειτούργει ως καταλύτης, αλλά και ως πεδίο μάχης για τις επιθυμίες των ατόμων που το περιβάλλουν. Ο πατέρας του , η μητέρα του , οι αδελφοί και οι αδελφές του, οι θειοι και οι θειες του ,στήνουν τις μάχες τους στο όνομα του. .η μητέρα στέλνει ένα μήνυμα στον πατέρα μέσα από τον τρόπο που φροντίζει τον γιο της.
 Αν και έχει πλήρη  συνείδηση του ρόλου του , το παιδί δεν μπορεί να σταθμίσει ακριβώς τι είδους αντικείμενο είναι για τους  άλλους, τι είδους  παιχνίδια παίζουν μαζί του. Η φαντασίωση  προσφέρει μια απάντηση σ’ αυτό το αίνιγμα :η φαντασίωση μου, λέει κατ’ αρχάς τι είμαι για τους γύρω μου.«Αυτός ο διυποκειμενικός χαρακτήρας  της φαντασίωσης – γραφεί ο Ζιζεκ - διαφαίνεται ακόμα και στις πιο άπλες  περιπτώσεις , όπως  αυτή που αναφέρει ο Φρόυντ, της μικρής του κόρης  που φαντασιώνεί ότι τρώει ένα κέικ φράουλα. Δεν πρόκειται  διόλου για απλή περίπτωση άμεσης ψευδαισθητικής  ικανοποίησης μιας επιθυμίας (του τύπου : ήθελε να κέικ , δεν το είχε  όποτε το φαντασιώθηκε ).Το κρίσιμο στοιχείο  είναι ότι , ενώ έπεφτε  με τα μούτρα  στο κέικ φράουλα ,το κοριτσάκι πρόσεξε  ότι οι γονείς  της έλαβαν βαθειά ικανοποίηση βλέποντας την να το απολαμβάνει. "Η φαντασίωση  σχετικά με το κέικ φράουλα , είχε να κάνει  με την προσπάθεια της να διαμορφώσει μια ταυτότητα κάποιου που απολαμβάνει πλήρως ένα κέικ που του δίνουν οι γονείς του ,που  θα ικανοποιούσε  τους γονείς της  και θα την καθιστούσε αντικείμενο της επιθυμίας τους» .




εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...