Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

αποσπασμα απο το ΑΚΟΥ βαρουφακο( ανωτερο απο το ΑΚΟΥ ΠΑΣΟΚΑΚΟ που εγραψα το 2009)

απόσπασμα απο το ΑΚΟΥ βαρουφακο( ανώτερο απο το ΑΚΟΥ ΠΑΣΟΚΑΚΟ που έγραψα το 2009)
------------------------------
έτσι σιγά σιγά απομείναμε έντρομοι
με μια γεύση απροσδιόριστης πίκρας στο στόμα
δεν ήταν μόνο η διάψευση .. Ήταν που χάσαμε και τα λόγια μας ξαφνικά,
Ότι και να λέγαμε , αντιμετωπίζαμε ''επιχειρηματα ''
''Η κυβέρνηση δίνει μάχη ,σκίζει τα Μνημόνια '' μας λέγανε ''και σεις δεν ντρέπεστε;
περιμένετε λίγο, μην είστε ανυπόμονοι ...'
κάποιες φορές το προχωρούσαν και μας κατηγορούσαν  και για Πέμπτη φάλαγγα ''
Έτσι καταπίναμε όλο και πιο δύσκολα κι ένας κόμπος στον λαιμό ερχόταν να προστεθεί στους παλιούς
καθώς και μνήμες :'' καλά αυτός δεν ήταν αδιάλλακτος; ''μαζί με τις ρυτίδες και την εσωτερικευμένη οργή
Δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά στη ζωή , μπορούμε μόνο να θυμόμαστε κι αυτό Πληγώνει,
δεν θέλω να ξέρεις πως ξυπνώ απότομα τα βράδια με παράπονο για τις ματαιωμένες ελπίδες
Ακόμη μια Χαμένη άνοιξη, ακόμα ένας άχρηστος Χειμώνας ....

Οι ιστορικές μεταμορφώσεις της ισότητας απ’ την νεωτερικότητα στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον P.Rosanvallon «H κοινωνία των ίσων», εκδ. Πόλις, 2014, σ. 345 . Βιβλιοπαρουσίαση απο τον ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΝΖΤΟΥΦΑ *


Αρχή φόρμας
Τέλος φόρμας

 Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΙΣΩΝ

δημοσιεύτηκε στο    Book's Journal,  Τευχ . Φεβρουαριου  2015
- η δημοσίευση  εδώ έγινε με την άδεια  του συγγραφέα   της βιβλιοπαρουσιάσης  -


Οι ιστορικές μεταμορφώσεις της ισότητας απ’ την νεωτερικότητα στο σύγχρονο

παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον

P.Rosanvallon «H κοινωνία των ίσων», εκδ. Πόλις, 2014, σ. 345
Το έργο του P.Rosanvallon(εφεξής P.R.) «Η κοινωνία των ίσων» συνιστά μία συνθετική εργασία μεγάλης εμβέλειας που πετυχαίνει να θέσει το ζήτημα της ισότητας σε μια εδραία θεωρητική και ιστορική βάση, αναδεικνύοντας τόσο το ιστορικό του βάθος, όσο και την διαρκή του επικαιρότητα. Ο συγγραφέας ξεκινάει το έργο του από την διαπίστωση που αποτελεί και την κεντρική του ιδέα του βιβλίου: ενώ η δημοκρατία επιβεβαιώνει τον δυναμισμό της ως καθεστώς που επεκτείνεται σε όλο και περισσότερα κράτη, παράλληλα φθίνει ως μορφή κοινωνικής οργάνωσης διότι οι ανισότητες αυξάνονται συνεχώς. Παρατηρείται παγκόσμια μια εκρηκτική διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των υψηλότερων εισοδημάτων σε σχέση με τα εισοδήματα των ασθενέστερων στρωμάτων1
. Αυτή η έκρηξη των ανισοτήτων διαδέχθηκε μια μακροχρόνια τάση μείωσης των ανισοτήτων τόσο σε Ευρώπη όσο και σε Αμερική που κράτησε μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Επομένως έχουμε μια θεαματική ρήξη με το παρελθόν. Μολονότι, το διάχυτο αίσθημα είναι ότι οι ανισότητες είναι εντυπωσιακά μεγάλες το αίσθημα αυτό δεν μετατρέπεται σε δυσαρέσκεια, αλλά σε μια παθητική αποδοχή συγκεκριμένων μορφών ανισότητας ίσως διότι όταν αξιολογούνται ειδικές καταστάσεις συνδέονται με ατομικές συμπεριφορές παρά με ευρύτερους κοινωνικούς καθορισμούς. Από την άλλη, ενώ η ιδέα της ισότητας διατηρεί τη ρητορική της αίγλη-όλο και ποιο συχνά την επικαλούμαστε στη δημόσια συζήτηση-δεν συνδέεται με ένα θετικό όραμα ενός επιθυμητού κόσμου, δεν δίνει τον τόνο της εποχής, δεν συνεγείρει τους πολίτες. Ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο του σε αυτό το σημαντικό σκοπό, δηλαδή στην προσπάθεια επαναθεμελίωσης της ισότητας μέσα από ένα πρίσμα ιστορικό και θεωρητικό. Ο P.R ξεκινάει την προσπάθεια αυτή πιάνοντας το νήμα από το πνεύμα της ισότητας όπως αναδύθηκε στην Αμερικάνικη και Γαλλική επανάσταση, όπου η ισότητα δεν γίνονταν αντιληπτή ως ένα μέτρο κατανομής του πλούτου αλλά ως μια σχέση που αρθρώθηκε γύρω από τρις βασικές έννοιες : την ομοιότητα, την ανεξαρτησία και την ιδιότητα του πολίτη. 

Με άλλα λόγια η ισότητα εξέφραζε τρία διαρκή αιτήματα, ένα αίτημα ισοδυναμίας όσων παρουσιάζουν όμοια χαρακτηριστικά(ισότητα-ισοδυναμία), ένα αίτημα ανεξαρτησίας, δηλαδή απουσίας υποταγής σε πρόσωπα και ισορροπίας των σχέσεων(ισότητα-αυτονομία) και ένα αίτημα συμπερίληψης σε μια κοινότητα όπου κυρίαρχο είναι το αίσθημα του ανήκειν σε ένα πολιτικό σύνολο(ισότητα- συμμετοχή). Και τα τρία αυτά στοιχεία, στο συνδυασμό τους, αποτύπωναν μορφές του κοινωνικού δεσμού και υποστηρίζονταν από τους νομικούς θεσμούς και τα δικαιώματα του ανθρώπου, από την λειτουργία της αγοράς και από την καθολική ψήφο. Ο P.R θεωρεί ότι τα χαρακτηριστικά αυτά κλονίστηκαν από την περίοδο της βιομηχανικής επανάσταση και μετά, ενώ σήμερα απαιτείται να τα επανανοηματοδοτήσουμε προκειμένου να επεξεργαστούμε ένα σχέδιο εγκαθίδρυση μιας κοινωνίας των ίσων.
I. Η πορεία του επιχειρήματος του P.R, ξεκινάει από αυτό που ονομάζει επινόηση της ισότητας. Στην Γαλλική επανάσταση η ισότητα ως νεωτερική αντίληψη που την εξέφραζαν τα επαναστατημένα μέλη της τρίτης τάξης αντιπαρατίθετο σε ένα πλέγμα προνομίων των ευγενών που θεμελιώνονταν σε μια αντίληψη περί έμφυτων χαρισμάτων που διέθεταν όσοι ανήκαν στην ξεχωριστή φυλή των αριστοκρατών. Σε αυτή την ιεραρχική αντίληψη για τον κόσμο, οι διαφοροποιημένες κοινωνικές συνθήκες δικαιολογούνταν και νομιμοποιούνταν λόγω ανισοτήτων περί την ανθρώπινη αξία καθώς οι ευγενείς αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως ξεχωριστό είδος ανθρώπων. Παρόμοιες αντιλήψεις έπαιζαν καθοριστικό ρόλο και στην προεπαναστατική Αμερική όπου μεταλαμπαδεύτηκε η βρετανική αντίληψη περί «φυσικής αριστοκρατίας». Μέσα σε αυτές τις διανοητικές και κοινωνικές συνθήκες το αίτημα για την ισότητα των ομοίων χρειαζόταν ένα στέρεο ιδεολογικό θεμέλιο και το βρήκε καταρχήν στην χριστιανική θεώρηση της φυσικής ισότητας όλων ενώπιον του θεού. Τη ιδέα αυτή ο P.R την δανείζεται από τον Τοκβίλ, σημειώνει ωστόσο ότι το ευαγγελικό μήνυμα περί φυσικής ισότητας δεν συνδέεται με μια κοινωνική και πολιτική προοπτική δημοκρατικού τύπου, αλλά περισσότερο με μια εσωτερική-πνευματική ελευθερία από την οποία συνάγεται ένα ηθικό καθήκον φιλανθρωπίας και όχι ένα σχέδιο κοινωνικής και πολιτικής ανασυγκρότησης επί τη βάση της ισότητας(σ. 28-30). Στο στόχο της ισότητας συνέβαλαν επίσης τόσο οι θεωρίες του φυσικού δικαίου του 18ου αιώνα, όσο οι βιολογικές έρευνες της ίδιας περιόδου που μιλούσαν για βιολογική ομοιότητα και ανωτερότητα του ανθρώπινου είδους έναντι του υπόλοιπου ζωικού βασιλείου. Η κοινή αξιοπρέπεια και ισότητα που αξίωναν πλέον οι πολίτες βασιζόταν στην αντικειμενική βάση της βιολογικής τους ομοιότητας ως προς τα κύρια χαρακτηριστικά, ενώ φυλετικές και φυσιογνωμικές διαφορές λογίζονταν ως συγκυριακές. Το ότι το ανθρώπινο είδος συλλαμβάνεται επί την βάση της έννοιας της βιολογικής ομοιότητας αποτέλεσε μια διανοητική επανάσταση που κατέστησε δυνατό έναν επαναπροσδιορισμό της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων ως σχέση ισότητας.
Ο P.R., στον επόμενο τίτλο, εμπνεόμενος από το ρουσωικό ιδεώδες, αναδεικνύει τις θεωρητικές βάσεις της ισότητας-αυτονομίας. Ξεκινάει από την βασική θέση ότι η αυτονομία δεν αποτελεί ατομική ιδιότητα, αλλά κοινωνική ικανότητα, καθώς η ικανότητα να επινοούμε την ζωή μας και να είμαστε υπεύθυνοι για τις επιλογές μας προϋποθέτει μια κοινωνία εντός της οποίας έχουν καταργηθεί όλες οι εξαρτήσεις(σ. 34). Ιστορικά, το στοιχείο αυτό συνεπαγόταν την κατάργηση της δουλείας και την μετάβαση στο καθεστώς του ελεύθερα εργαζόμενου, δηλαδή του εργαζομένου που διαθέτει την εργασία του όχι υπό καθεστώς καταναγκαστικής εργασίας ή άλλης μορφής προσωπικής εξάρτησης(σ. 37-39). Εδώ, η ισότητα γινόταν αντιληπτή ως ισότητα ελεύθερης ανταλλαγής προϊόντων και υπηρεσιών, επί τη βάση της αμοιβαιότητας, εντός μιας αγοράς. Η οικονομική συναλλαγή αποτελούσε μια εφαρμογή αυτού που ο P.R. ονομάζει ισότητα-σχέση, διότι, δια της συναλλαγής, επιβεβαιώνονταν τόσο η αλληλεξάρτηση μεταξύ των πολιτών όσο και η ανεξαρτησία τους ως ίσων οικονομικών υποκειμένων. Άρα η αγορά γίνεται τόσο «έκφραση μιας
ελευθερίας όσο και έρεισμα της ισότητας»(σ. 40) καθώς απελευθέρωνε τους πολίτες από τους συντεχνιακούς και ρυθμιστικούς περιορισμούς της προκαπιταλιστικής οικονομίας που παρήγαγαν ανισότητες και αποκλεισμούς.
Η τρίτη μορφή έκφρασης μιας κοινωνίας των ίσων ήταν η ιδιότητα του πολίτη, δηλαδή η ισότητα που εκφράζεται ως συμμετοχή. Κατά τον P.R. η θέσπιση του καθολικού δικαιώματος συνιστά μια βαθιά ποιοτική τομή στην πορεία χειραφέτησης του ατόμου διότι η πολιτική ισότητα αίρει κάθε επιμέρους διάκριση των ατόμων και τους ενοποιεί ως πολιτικό σώμα, εγγράφοντας αμετάκλητα το συλλογικό φαντασιακό στον ορίζοντα της ισοδυναμίας μεταξύ των ανθρώπων. Ο P.R. θεωρεί ότι η δημοκρατική ιδέα ήταν ριζοσπαστικότερη από τη σοσιαλιστική ουτοπία, διότι πριν την πολιτική ισότητα οι άνθρωποι είχαν επεξεργαστεί σχέδια εξάλειψης των διαφορών στην κατοχή αγαθών δεν μπορούσαν όμως να φανταστούν ότι θα είχαν το ίδιο βάρος στην λήψη των πολιτικών αποφάσεων(σ. 48-49). Αυτό συγκροτεί μια διαφορετική αντίληψη περί κοινωνικού δεσμού, διότι δεν αφορά στενά το δικαίωμα της ψήφου, όσο την επιβεβαίωση μιας ταυτότητας και ενός δεσμού ένταξης σε μια κοινότητα(σ. 54).
Ο P.R. θεωρεί ότι γύρω από τις τρις αυτές αρχές(ομοιότητα, ανεξαρτησία-αυτονομία και ιδιότητα του πολίτη) οργανώθηκε το όραμα της ισότητας και εγκαθιδρύθηκε ένα νέος κοινωνικός δεσμός και όχι τόσο ένας κανόνας κατανομής του πλούτου(σ. 60) χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν τέθηκε την ίδια περίοδο, και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση, το ζήτημα των αποδεκτών κοινωνικών διαφορών μέσα σε μια κοινωνία όπου υπήρχαν ισχυροί περιορισμοί και στα τρία αυτά πεδία. Την περίοδο που εξετάζει οσυγγραφέας-περί τη γαλλική επανάσταση-οι οικονομικές ανισότητες δεν βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, καθώς οι διαφορές των καταστάσεων δεν αποδίδονταν στις διαφορές των συνθηκών και ως εκ τούτου το αίτημα περί αναδιανομής του πλούτου ήταν ασθενές(σ. 64). Αναλογικά, αντίστοιχοι περιορισμοί καθόριζαν και το αίτημα της ισότητας–συμμετοχής στο αμερικάνικο παράδειγμα, καθώς αυτό, στην αρχική του πρόσληψη, δεν έχει δημοκρατικά-εξισωτικά χαρακτηριστικά.
 Για τους πατέρες ιδρυτές του αμερικάνικου συντάγματος και του ομόσπονδου κράτους η επίκληση της λαϊκής κυριαρχίας ως πηγή εξουσίας είχε ως αποδέκτη το αγγλικό βασιλικό θεσμό και απέβλεπε να θέσει περιορισμούς στις αρμοδιότητές του. Αντίθετα, κατά την αντίληψη των δημιουργών του Αμερικάνικου Συντάγματος, η δημοκρατία παρέπεμπε σε αναρχία, βία και δημαγωγία. Η περιορισμένη ψήφος που ήταν το κυρίαρχο σύστημα σε όλες της δυτικές δημοκρατίες τον 18ου και 19ου αιώνα βασιζόταν στο δόγμα του πολίτη-ιδιοκτήτη και του πολίτη- φορολογούμενου και ήταν τιμηματική(σ. 83). Μόνο οι κατέχοντες περιουσία λογίζονταν ως θεματοφύλακες της ελευθερίας και όχι το άτομο-πολίτης με το καθολικό δικαίωμα ψήφου. Οι ίδιες οπισθοδρομήσεις παρατηρούνται και στις εξελίξεις της μεταεπαναστατικής Γαλλίας, καθώς εκεί το αίτημα της καθολικής ψήφου, στην επανάσταση του 1848, επενδύθηκε με τις υψηλές προσδοκίες της επίλυσης του κοινωνικού ζητήματος και της επικράτησης της πλήρους ισότητας, δηλαδή ουσιαστικά με μια μορφή εξειδανίκευσης της πολιτικής.
II. Μεταξύ της επικράτησης των διαφόρων μορφών ισότητας και των κοινωνικών αντιστάσεων στην επικράτηση αυτή, κινήθηκε η ιστορική διαλεκτική του 19ου αιώνα, όπου πλέον τις ιστορικές συνθήκες θα σημαδεύσει μια καθοριστική
ρήξη: η βιομηχανική επανάσταση και η άνοδος του καπιταλισμού. Ο ριζικός μετασχηματισμός του τρόπου παραγωγής θα μεταβάλλει τις ανταλλακτικές σχέσεις
και θα αναδείξει νέες μορφές οικονομικών ανισοτήτων, νέους αποκλεισμούς και διαιρέσεις, ουσιαστικά θα μεταβάλλει τους όρους με τους οποίους τίθεται το ζήτημα της ισότητας(σ. 91). Σε αυτούς τους όρους ο P.R. αφιερώνει το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του, αναφερόμενος στις ασθένειες της ισότητας. Πολλά έργα της εποχής, τα οποία επικαλείται ο P.R, αναφέρονται στις καταστρεπτικές συνέπειες του βιομηχανικού συστήματος, στην δυστυχία των εργατών και ουσιαστικά σε μια διηρημένη κοινωνία όπου ο χωρισμός εργατών και καπιταλιστών έχει φτάσει στο απόγειό του, όπως στην Αγγλία του 19ου αιώνα. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο P.R διακρίνει τέσσερις μεγάλες προσπάθειες αναπροσδιορισμού του εξισωτικού ιδεώδους με σκοπό, είτε να εξορκιστεί η δυναμική του, είτε να επαναπροσδιοριστεί το νόημά του. Τις τέσσερις αυτές προσπάθειες τις αντιλαμβάνεται και ως ασθένειες της ισότητας. Από την μια, μια συντηρητική ανάγνωση του φιλελευθερισμού αντιμετωπίζει τα φαινόμενα της φτώχειας και της προλεταριακής κατάστασης μέσα από σχήματα αφενός φυσικοποίησης των ανισοτήτων και αφετέρου μέσω μιας αντίληψης που στιγματίζει την φτώχεια ως ανήθικη. Στον αντίποδα, η κομμουνιστική ιδεολογία επεξεργάζεται το σχέδιο ενός κόσμου όπου η εξάλειψη του ανταγωνισμού θα επιφέρει πλήρη ισότητα και αρμονία. Στις ασθένειες στα τέλη του 19ου αιώνα προστίθεται αρχικά ένα κύμα εθνοπροστατευτισμού που εισάγει την έννοια της ισότητας-ομοιογένειας που αποκλείει τους ξένους και στη συνέχεια μια ρατσιστική ιδεολογία η οποία ριζοσπαστικοποίησε την ιδέα της ισότητας μέσω της απόρριψης των μαύρων(αμερικάνικο παράδειγμα). Όλα αυτά τα φαινόμενα, που ο P.R θα εξετάσει αναλυτικά, διαστρέβλωσαν την ιδέα της δημοκρατικής ισότητας. Ξεκινώντας από την μελέτη της συντηρητικής ιδεολογίας πάνω στην ισότητα ο συγγραφέας τονίζει ότι το στοιχείο της αρετής και το στοιχείο του ταλέντου αποτέλεσαν τα δύο κεντρικά μοτίβα της συντηρητικής ιδεολογίας που υπονόμευσαν την κοινωνία της ισότητας των ομοίων. Από την μια διευρύνθηκε η έννοια της ατομικής ευθύνης που συνδέεται με την αρετή και από την άλλη υπερτονίστηκαν τα κληρονομικά χαρακτηριστικά που αφορούν στο ταλέντο. Με τις δύο αυτές στρατηγικές η συντηρητική ιδεολογία προσπάθησε να εξαλείψει την κοινωνική διάσταση των ανισοτήτων(σ. 104). Στο πλαίσιο αυτό ενώ το μείζων κοινωνικό γεγονός ήταν η έκρηξη των ανισοτήτων και η ακραία φτώχεια που προκάλεσε η άνοδος του καπιταλισμού, στην Γαλλία της δεκαετίας του 1830 οι φτωχοί κάθονται στο εδώλιο του κατηγορουμένου, καθώς η θλιβερή κατάστασή τους αποδίδονταν στην κακή τους διαγωγή. Ο φτωχός στιγματίζεται ως μη ενάρετος και αποκλειστικά υπεύθυνος για την εξαθλίωσή του, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις στερείται και φυσικών χαρισμάτων, δηλαδή ταλέντου. Οι ανισότητες γίνονται απολύτως αποδεκτές ως φυσικά φαινόμενα αφού συνδέονται αυστηρά με άτομα(αρετή) και καταστάσεις(ταλέντα). Σε αυτό συνέβαλαν και οι επιστήμες της ανισότητας όπως τις ονομάζει προσφυώς ο P.R, δηλαδή η φρενολογία του 19ου αιώνα και τα τεστ νοημοσύνης του 20ου αιώνα που επένδυαν με επιστημονικό λόγο τις ανισότητες και τις καθιστούσαν φυσικές και ακαταμάχητες(σ. 118-119). Σε αυτή την λογική υποτάσσεται και μια περιορισμένη αντίληψη περί ισότητας των ευκαιριών, προνομιακός χώρος της οποίας είναι το σχολείο και το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο από την μια δίνει σε «...όλο τον κόσμο μια ευκαιρία(φιλελεύθερη-δημοκρατική αρχή) και ταυτόχρονα τοποθετεί τον καθένα στην θέση του(συντηρητική αρχή)»(σ. 121- 122).
Ο P.R. αντιλαμβάνεται την κομμουνιστική ιδεολογία ως υπονομευτική της αρχής της ισότητας, διότι το πρότυπό της βασιζόταν στην εξάλειψη οποιασδήποτε συνθήκης θα προκαλούσε εκμετάλλευση και διχόνοια μέσα στην κοινωνία, κατάσταση που θεωρεί ανέφικτη, αλλά και επικίνδυνη. Με την εγκαθίδρυση ενός ουτοπικού ιδεώδους μιας κοινωνίας όπου όλοι ομοφωνούν σε συνθήκες υλικής αφθονίας, δίχως φθόνους και εγωισμούς, οι θεωρητικοί του κομμουνισμού διαγράφουν τα πεδία της οικονομίας, της πολιτικής και της ψυχολογίας. Έτσι το αίτημα της ισότητας ικανοποιείται αυτόματα και ξεπερνιέται ως διαρκές κοινωνικό διακύβευμα. Ο P.R θεωρεί, αναλύοντας τη σχετική βιβλιογραφία(μαρξιστική και των ουτοπικών σοσιαλιστών), ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με αυταρχικό τρόπο, κατάργηση των δικαιωμάτων και της ιδιοκτησίας και με την δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου που θα είναι απαλλαγμένος από ατομικά συμφέροντα. Η εξάλειψη των διαφορών που επαγγέλλεται η κομμουνιστική ουτοπία και η πλήρης αφομοίωση του ατόμου σε μια ομοιογενή κοινότητα, ουσιαστικά η ιδέα μιας ισότητας-απουσίας διαφορών, μιας ισότητας-ταυτότητας, άσκησε σημαντική επίδραση στο εργατικό κίνημα. Για τον P.R η αντίληψη που θεωρεί εφικτή μια πλήρη εξάλειψη των ανταγωνισμών και των συμφερόντων μέσα στην κοινωνία απειλεί την έννοια της ελευθερίας, εντός της οποίας και μόνο μπορεί να νοηθεί η ισότητα.
Το επόμενο πεδίο όπου εντοπίζεται μια απειλητική κατάσταση για την ισότητα είναι αυτό της ιδεολογίας του εθνοπροστατευτισμού, που εξάρει το έθνος ως ομοιογενή μορφή και αντιλαμβάνεται την ισότητα με όρους ταυτότητας. Στο παράδειγμα αυτό, που ιστορικά προσέλαβε την μορφή της απόρριψης και του αποκλεισμού των ξένων εργαζομένων κυρίως στις χώρες που είχαν αποικίες, βασίστηκε σε ένα κοινωνικό δεσμό που διαμορφώνεται επί τη βάση της εθνικής αντίληψης του ανήκειν σε μια ομοιογενή κοινότητα. Εδώ η ισότητα νοείται με την αρνητική της έννοια διότι περιλαμβάνει μόνο τα μέλη της εθνικά ομοιογενούς κοινότητας και αποκλείει, απορρίπτει και διαχωρίζει του ξένους. Αναγνωρίζει με άλλα λόγια, μόνο μια διάσταση στην συλλογική ταυτότητα, την εθνική, υπονομεύοντας έτσι το δημοκρατικό αίσθημα του ανήκειν που είχε συνδεθεί ήδη από την Γαλλική επανάσταση με μια θετική αντίληψη του κοινού βίου.
Μια ποιο ακραία εκδοχή αρνητικής αντίληψης περί ισότητας, είναι αυτή που υπερβαίνει τον ταυτοτικό διαχωρισμό εθνικού-μη εθνικού, και με την βοήθεια μιας ψευδοανθρωπολογίας αντιλαμβάνεται την συγκρότηση της συλλογικής ταυτότητας στη βάση ενός αυστηρού φυλετικού διαχωρισμού. Αυτή η οριακή μορφή της ισότητας-ταυτότητας, κατά τον P.R, υιοθετήθηκε στην Αμερική κατά παράδοξο τρόπο είκοσι χρόνια μετά την κατάργηση της δουλείας. Μετά το τέλος του εμφυλίου και την κατάργηση της δουλείας, ιδιαίτερα στις πολιτείες του νότου, ήδη από το 1890, καθιερώθηκαν μέτρα διαχωρισμού των μαύρων από τους λευκούς σε όλα τα πεδία του κοινωνικού βίου. Ο νέος αυτός ρατσισμός θα δώσει νέο νόημα στο εξισωτικό ιδεώδες καθώς ανήκει στην δημοκρατική εποχή και θεμελιωνόταν σε ένα αίσθημα ομοιότητας με βάση το χρώμα του δέρματος. Πρόκειται για μια ισότητα του «κοινωνικού σώματος»(σ. 175) αριστοκρατικού τύπου, ουσιαστικά μια απάντηση στην απειλή που συνιστούσε η κατάργηση της δουλείας για την ισότητα-ταυτότητα. Γι’ αυτό άλλωστε το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων της δεκαετίας του 60 για την χειραφέτηση των μαύρων επιβλήθηκε μέσα από βίαιες συγκρούσεις διότι αμφισβητούσε αυτή την θεμελιώδη εξισωτική αντίληψη της ισότητας-ταυτότητας των λευκών. Εκδοχή αυτής της ισότητας–ομοιογένειας υιοθέτησε και το ναζιστικό καθεστώς ως φυσική ομοιογένεια των Αρίων που έχουν το ιστορικό καθήκον να εξοβελίσουν μια ομάδα ανθρώπων(Εβραίους) από την ανθρωπότητα.
III. Οι όροι μέσα από τους οποίους τίθεται το ζήτημα της ισότητας αλλάζουν ουσιωδώς από τις αρχές του 20ου αιώνα με την εγκαθίδρυση του κράτους πρόνοιας. Στην μεγάλη αυτή εποποιία της μείωσης των ανισοτήτων μέσα από τους θεσμούς του κράτους πρόνοιας αφιερώνει ο P.R. το τρίτο μέλος του βιβλίου του. Ο συγγραφέας εντοπίζει τρείς μεγάλες μεταρρυθμίσεις που προκάλεσαν την ανατροπή στο καθεστώς της ισότητας που υπέφερε από τις ασθένειες που περιγράψαμε ανωτέρω: η θέσπιση συστημάτων προοδευτικής φορολογίας, η πρόβλεψη μορφών καθολικής ασφάλισης έναντι κινδύνων της βιομηχανικής εποχής και η εγκατάσταση μηχανισμών συλλογικής αντιπροσώπευσης των εργαζομένων σε συνδυασμό με θεσμούς προστασίας τους.
Τόσο ο Ναπολέων ο Γ’ στην Γαλλία που θα επιτρέψει την δημιουργία συνδικάτων και ταμείων αλληλασφάλισης, όσο και ο Μπίσμαρκ στην Γερμανία που θα εγκαινιάσει οργανωμένους θεσμούς κοινωνικής ασφάλισης, επηρεάζονταν από το φόβο της επικράτησης των σοσιαλιστικών ιδεών και επιδίωκαν με τα μέσα αυτά να μειώσουν τις κοινωνικές ανισότητες και τους στατιστικά πλέον εντοπίσημους κινδυνογόνους παράγοντες από την λειτουργία των βιομηχανιών. Πίστευαν ότι «..κάθε επανάσταση θα μπορούσε να αποτραπεί με μια κατάλληλη μεταρρύθμιση»(σ. 196) οπτική που απέκτησε θεωρητική συνοχή μέσα από το έργο και την πολιτική δράση του σοσιαλδημοκράτη ηγέτη E.Bernstein. Αντίστοιχα στην Αμερική, ο προοδευτικός και αναδιανεμητικός χαρακτήρας της φορολογίας υπονόμευσε την θεμελιώδη αντίληψη που βρίσκονταν στην βάση των σύγχρονων κρατών περί φορολογίας-ανταλλάγματος και νομιμοποιήθηκε στην συνείδηση της κοινής γνώμης αρχικά ως μέσο συμβολής των πολιτών στις δαπάνες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και ως έκφραση μιας κοινωνικής ηθικής του πατριωτισμού. Ο φόβος των επαναστάσεων και οι ανάγκες του πολέμου συνέβαλαν στην αλλαγή του κλίματος σε Ευρώπη και Αμερική και στην αναγνώριση της φορολογίας ως ενός βασικού εργαλείου αναδιανομής του πλούτου και άρα και περιορισμού των ανισοτήτων, διαμορφώνοντας την συνθήκη που ο P.R. ονομάζει επανάσταση της διανομής.
Στην προοπτική αυτή επανααξιολογείται τόσο η ιδέα της ισότητας όσο και αυτή της αλληλεγγύης. Οι θεσμοί φιλανθρωπίας και η δημόσια αγαθοεργία προς τους φτωχούς και καταφρονεμένους στη βάση αισθημάτων εξατομικευμένης συμπόνιας και συμπαράστασης μεταλλάσσονται σε κρατικά καθήκοντα προστασίας και από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά σε θεσμούς πρόνοιας, ασφάλισης και παροχών που αντιστοιχούν σε αξιώσεις των πολιτών προς το κράτος(κοινωνικά δικαιώματα).
Αντίστοιχα, οι κίνδυνοι από την λειτουργία της οικονομίας(βιομηχανικό ατύχημα ,ανεργία) δεν αποτελούν πλέον τυχαία προσωπικά συμβάντα(ατομική ευθύνη) αλλά στατιστικές πιθανότητες με ευρύτερες κοινωνικές διαστάσεις για τους οποίους το κράτος οφείλει να μεριμνά με οργανωμένους θεσμούς και ειδικές ρυθμίσεις, κοινωνικοποιώντας, κατά κάποιο τρόπο, τις συνέπειες και την ευθύνη. Καθοριστική υπήρξε για αυτή την αλλαγή της στάσης του κράτους, η οικονομική κρίση του 1929 που ανέδειξε τις καταστροφικές συνέπειες από την ανεξέλεγκτη λειτουργία των αγορών και επέβαλλε τις συστηματικές παρεμβάσεις του κράτους στην οικονομία. Όλες αυτές οι εξελίξεις αναδεικνύουν την έννοια της ισότητας-αναδιανομής που είναι κάτι ριζικά διαφορετικό από την ισότητα όπως την ανέδειξε το δημοκρατικό φαντασιακό του 18ου και 19ου αιώνα. Πλέον, όπως εύστοχα επισημαίνει ο P.R., οτρόπος οργάνωσης της κοινωνίας συνιστά τη δομική αιτία των ανισοτήτων και όχι οι ατομικές διαφορές(σ. 217).
I.V. Στο τέταρτο κεφάλαιο ο συγγραφέας αποτιμά την πρόσληψη της ισότητας στις συνθήκες της δεύτερης παγκοσμιοποίησης, όπου παρατηρεί ότι επανέρχονται παθολογικές μορφές της ισότητας-ταυτότητας των αρχών του προηγούμενου αιώνα, αφενός στη σύγχρονη εκδοχή ενός ιδιότυπου εθνικισμού που ενισχύει φαινόμενα ξενοφοβίας και αφετέρου στα προδρομικά συμπτώματα της κρίσης του κράτους πρόνοιας(ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 με την πρώτη πετρελαϊκή κρίση). Στην εξέλιξη αυτή ο P.R. εντοπίζει τρις δομικούς παράγοντες: την κρίση των θεσμών αλληλεγγύης, την ανάδυση ενός νέου καπιταλισμού και τις μεταμορφώσεις του ατομικισμού(σ. 234).
Την εξασθένηση των θεσμών αλληλεγγύης που ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο συγγραφέας την αποδίδει, στο γεγονός ότι «τα φαινόμενα του αποκλεισμού και της μακροχρόνιας ανεργίας μετέτρεψαν ξανά την φτώχεια σε μια πραγματική συνθήκη, η οποία καθορίζεται, εν πολλοίς, κοινωνικά και επηρεάζει με σταθερό τρόπο και διαρκή τρόπο ορισμένους πληθυσμούς...»(σ. 235)κατά τέτοιο τρόπο όμως, ώστε οι πολίτες να θεωρούν ότι οι καταστάσεις αυτές συνδέονται με ατομικές συμπεριφορές και επιλογές. Μια τέτοιου τύπου απονομιμοποίηση του αναδιανεμητικού κράτους πρόνοιας παρατηρείται στο πεδίο της φορολογίας, ιδιαίτερα στην Αμερική την περίοδο της προεδρίας R.Reagan, όπου συντηρητικοί κύκλοι επαναφέρουν την ιδέα της φορολογίας ως κλοπή με συνέπεια να υποχωρήσει το αίσθημα που είχε εδραιωθεί την περίοδο των παγκοσμίων πολέμων που συνέδεε την καταβολή φόρων με ένα κοινωνικό χρέος. Αντιστοίχως το κοινωνικό αίσθημα της αλληλεγγύης αμβλύνεται καθώς η δυστυχία και η φτώχεια αντιμετωπίζονται ως προϊόντα οκνηρίας και όχι κοινωνικών συνθηκών. Αυτές οι παλιές ιδέες του συντηρητικού οπλοστασίου του 18ου αιώνα, όπως είδαμε ανωτέρω, επανέρχονταιστην αμερικάνικη συζήτηση και διαδίδονται πλέον και στον ευρωπαϊκό χώρο.
Ωστόσο, το ενδιαφέρον του P.R συγκεντρώνεται στην μεγάλη εικόνα και στους μετασχηματισμούς που έχουν συντελεστεί στο σύγχρονο καπιταλισμό που οδήγησαν σε μια νέα πρόσληψη της ατομικότητας, δηλαδή σε μια διανοητική διαδικασία που επηρέασε σημαντικά και την σύγχρονη αντίληψη περί ισότητας. Ειδικότερα, στο σύγχρονο καπιταλισμό το πρότυπο του μαζικού εργάτη της φορντικής εποχής έδωσε την θέση του στο δημιουργικό άτομο που μπορεί να καινοτομεί. Με την αξιοποίηση των νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων, της πληροφορίας και της επικοινωνίας μεταβάλλεται η φύση της παραγωγής και η επιστημονική γνώση ενσωματώνεται στα ίδια τα τεχνικά αντικείμενα κατά τρόπο ώστε η δημιουργικότητα να γίνεται ο κύριος παράγοντας της παραγωγής(σ. 244). Πλέον η εργασία αποκτά μια μοναδικότητα καθώς βασίζεται στην επινοητικότητα και την καινοτομική διάθεση του εργαζόμενου.
Ο παραδοσιακός ατομισμός συνδεόταν αναπόσπαστα με την «...ιδέα της ισότητας και την αναγνώριση μιας ομοιότητας ανάμεσα στους ανθρώπους»(σ. 247) και ήταν «...αδιαχώριστος από ένα εξισωτικό και οικουμενικό ήθος»(σ. 247). Τα εμπόδια που έθεταν οι μεσαιωνικοί καταναγκασμοί ήταν εμπόδια στην ανάκτηση της ανθρώπινης ιδιότητας που καθιστούσαν τον καθένα όμοιο με τον άλλο, γι’ αυτό και P.R ονομάζει ως ατομικισμό της καθολικότητας αυτή την έννοια που την θεωρεί ως θεμέλιο της συγκρότησης μιας κοινωνίας των ίσων. Ήταν ένας ατομικισμός που ενίσχυε την ενσωμάτωση του ατόμου στην κοινωνία και όχι την ιδιαιτερότητά του απέναντι στην κοινωνία. Ο συγγραφέας παρακολουθώντας την εξέλιξη του σύγχρονου ατομικισμού θεωρεί ότι τα ανωτέρω γνωρίσματα του ατομικισμού έχουν μεταβληθεί ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα με το κίνημα του ρομαντισμού και την εικόνα του ανεξάρτητου καλλιτέχνη. Με τον ρομαντισμό διαμορφώνεται ένα σχήμα ατομικισμού της διάκρισης που είναι «...πρόδρομος του σύγχρονου ατομικισμού της μοναδικότητας»(σ. 249). Με τον ατομικισμό της μοναδικότητας ανοίγεται ένα πεδίο όπου ο καθένας διαμορφώνει την προσωπική του βιογραφία επί τη βάση όχι της τωρινής του κατάστασης αλλά της ιστορίας του, των φόβων του να μην χάσει ότι ήδη κατέχει και των προσδοκιών του για την μελλοντική του κατάσταση. Δηλαδή, αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του με δυναμικό τρόπο ως ένα άτομο ξεχωριστό που χαράσσει την δική του ανεξάρτητη πορεία και δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με μια ομάδα.(σ. 250-251). Σε αυτό το σχήμα οι ανισότητες προσλαμβάνονται ως ισχυρές ενδείξεις προσωπικής ανικανότητας και ατομικής αποτυχίας και οδηγούν σε μια αναβάθμιση της προσωπικής ευθύνης αφού το άτομο νοείται και ως μοναδικό. Εδώ οι παραδοσιακές ανισότητες των συνθηκών περνάνε σε δεύτερη μοίρα και υποβαθμίζονται.
Ο P.R εισάγει στην συνέχεια στο προβληματισμό του, την έννοια της αγοράς, η οποία στην αρχή της νεωτερικότητας έπαιξε ένα καθοριστικό ρόλο στην επικράτηση του εξισωτικού ιδεώδους καθώς κατά τον A.Smith η αγορά δεν αποτελούσε μια στενά οικονομική θεωρία και πρακτική, αλλά μια γενική μορφή κοινωνικής οργάνωσης που συνδεόταν με την ιδέα της κοινωνίας των πολιτών(σ. 259). Στις κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας τα δομικά χαρακτηριστικά της οικονομίας της αγοράς ριζοσπαστικοποιούνται καθώς ο ανταγωνισμός γενικεύεται και υποκαθιστά κάθε σχέση μεταξύ των ανθρώπων και η ιδιότητα του καταναλωτή συνιστά το μέτρο του γενικού συμφέροντος. Ως επιδίωξη ισότητας νοείται πλέον η αέναη επέκταση των καταναλωτικών επιλογών και η αύξηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Αντιστοίχως, η εξάλειψη των προνομίων και των ανισοτήτων θα προέλθει από την απάλειψη κάθε εμποδίου στο ανταγωνισμό των επιχειρήσεων και των ατόμων. Η τεράστια έκρηξη των ανισοτήτων προς τα πάνω, οι υπέρογκες αμοιβές των υψηλόβαθμων στελεχών σε σχέση με τους απλούς εργαζόμενους στις επιχειρήσεις, εμφανίστηκε ως αποτέλεσμα του ανόθευτου ανταγωνισμού. Ο P.R εκτιμά ότι σε αυτή την θεμελιώδη ανισότητα ούτε το ατομικό ταλέντο, ούτε η αξία είναι καθοριστικά, αλλά περισσότερο «ο δόλος , η χειραγώγηση, οι συσχετισμοί δυνάμεων και η διαπλοκή, ακόμα και η διαφθορά.»(σ. 267)γεγονός που πλέον οδηγεί σε μια μερική απονομιμοποίηση αυτών των ανισοτήτων στην συνείδηση του κόσμου. Στο τελευταίο τίτλο του τέταρτου κεφαλαίου ο συγγραφέας αποτιμά την λειτουργία του σχήματος της ισότητας των ευκαιριών μέσα από την κριτική ανάγνωση του έργου των J.Rawls και R.Dworkin. Θεωρεί ότι η ισότητα των ευκαιριών είναι μια έννοια που αποτυγχάνει να θεμελιώσει μια θεωρία της δικαιοσύνης στο μέτρο που δεν μπορούμε να επιτύχουμε εξίσωση των αρχικών θέσεων καταργώντας τις οικογενειακές καταβολές, την εκπαίδευση και τα κληρονομικά προνόμια.
V. Στο τελευταίο κεφάλαιο ο P.R επεξεργάζεται ένα σχέδιο θεωρητικής αντιμετώπισης των νέων απειλών της ισότητας, όπως τις περιέγραψε στο προηγούμενο κεφάλαιο, εντοπίζοντας τους παράγοντες που δυσχεραίνουν την ολοκλήρωσή της. Θεωρεί καταρχήν ότι η έννοια της ισότητας ευκαιριών συνιστά μια θεωρία των νόμιμων ανισοτήτων, διότι ενώ θεμελιώνει μια αρχική κατανομή των πόρων κατά τρόπο ακριβοδίκαιο(διανεμητική δικαιοσύνη)υποβαθμίζει και απονομιμοποιεί τους θεσμούς του κράτους που έχουν αναδιανεμητικό χαρακτήρα, όπως τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας(προστασίας ανέργων, μειονεκτούντων ατόμων κ.λ.π). Δεν είναι τυχαίο ότι η ισότητα των ευκαιριών αποκτά προτεραιότητα και διαδίδεται την δεκαετία του 1990, όταν εντείνεται η κριτική στα καθολικά κοινωνικά δικαιώματα(θεωρία του τρίτου δρόμου του A.Giddens). Κατά τον P.R, «Το πρόβλημα είναι, έτσι, ότι οι θεωρίες της ισότητας των ευκαιριών κατανοούν το ζήτημα των ανισοτήτων αποκλειστικά υπό το πρίσμα ενός κριτηρίου δικαιοσύνης που αφορά την αξιολόγηση ατομικών καταστάσεων»(σ. 284) παραβλέποντας ότι οι ανισότητες είναι καθοριστικός παράγοντας για το είδος του κοινωνικού δεσμού, δηλαδή για την συνοχή μιας κοινωνίας. Σύμφωνα με έρευνες που επικαλείται, όσο ποιο εξισωτικές είναι οι κοινωνίες τόσο τα άτομα έχουν καλύτερη υγεία και τόσο η εγκληματικότητα είναι μικρότερη. Οι ανισότητες βιώνονται πάντοτε συλλογικά και δεν επηρεάζουν μόνο τους λιγότερο προνομιούχους, αλλά παράγουν επιζήμιες συνέπειες για όλη την κοινωνία, διαβρώνοντας τη συνοχή της.
Ο P.R θεωρεί αναγκαίο να επιστρέψουμε στο επαναστατικό πνεύμα της ισότητας της εποχής των επαναστάσεων που αρθρώθηκε γύρω από τους άξονες: ομοιότητα, ανεξαρτησία, ιδιότητα του πολίτη. Στο σημείο αυτό ο P.R προσπαθεί να συμβιβάσει την νέα αντίληψη περί ατομικισμού της μοναδικότητας με τις αντιλήψεις που αντιμετωπίζουν τις σύγχρονες διακρίσεις(μαύροι, ομοφυλόφιλοι) όχι ως στίγμα αλλά ως παράγοντα διάκρισης μέσω του οποίου συγκροτείται μια ξεχωριστή ταυτότητα που με την ιδιότητα αυτή διεκδικεί την αναγνώρισή της. Η πολιτική των ταυτοτήτων, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, δεν διεκδικεί πλέον την ενσωμάτωση σε μια κοινωνία η οποία, μέχρι πρότινος, απέκλειε ορισμένες κατηγορίες πολιτών(κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων της δεκαετίας του 1960, ριζοσπαστικός φεμινισμός), αλλά την αναγνώριση της ιδιαιτερότητας τους ως νομικής κατηγορίας και πηγής δικαιωμάτων. Οι σύγχρονες δημόσιες πολιτικές και η αλλαγή της στάσης γύρω από τα όρια των κοινωνικών δικαιωμάτων που απορρέουν από μια διεκδίκηση της μοναδικότητας των ατόμων, καθιστούν δύσκολη αλλά και επιβεβλημένη την υιοθέτηση και των δύο διαστάσεων μιας δημόσιας ηθικής γύρω από το πρόβλημα της ισότητας που απαιτεί: «την επεξεργασία δίκαιων κανόνων, από την μια(ο πόλος της γενικότητας), και την διαμόρφωση συμπεριφορών φροντίδας για τον άλλον, από την άλλη(ο πόλος της ιδιαιτερότητας)»(σ. 297)
Στους επόμενους δύο τίτλους ο P.R πραγματεύεται δύο κεντρικές έννοιες: την αμοιβαιότητα και την ιδιότητα του πολίτη εντός της κοινότητα που θα του ανοίξουν προοπτικές για μια σύγχρονη οικονομία της ισότητας όπως την ονομάζει. Ως αμοιβαιότητα αντιλαμβάνεται «την μορφή μιας ισορροπίας των τρόπων συμμετοχής στον κοινωνικό βίο»(σ. 302)που απορρέει από την διαπίστωση ότι οι πολίτες είναι πρόθυμοι να συμβάλλουν σε συλλογικά εγχειρήματα ή δαπάνες, όταν αισθάνονται ότι και οι υπόλοιποι έχουν την ίδια διάθεση. Στο πνεύμα αυτό τα δικαιώματα δεν αντιμετωπίζονται ως νομικές δυνατότητες των ατόμων για αυτοπραγμάτωση αλλά σχεσιακά καθώς επιτελούν μια λειτουργία θέσμισης του κοινωνικού και νοούνται ως δυνατότητες που τα άτομα παρέχουν αμοιβαία το ένα στο άλλο, προκειμένου να συγκροτήσουν μια κοινωνία στη βάση μιας ελευθερίας, δηλαδή ως καταστατική αρχή μιας κοινωνίας των ίσων. Το ίδιο συμβαίνει και με τα καθήκοντα τα οποία μαζί με τα δικαιώματα συγκλίνουν και συμπληρώνουν μια κοινωνία της αμοιβαιότητας, «όπου η συμμετοχή και η ατομικότητα καθενός μπορούν να ενισχυθούν από κοινού»(σ. 303). Το αίσθημα ότι η αμοιβαιότητα διαρρηγνύεται, αγγίζει περισσότερο τα μεσαία στρώματα υπό δύο εκδοχές: από την μια, εγκαλούν τους έχοντες υψηλά εισοδήματα ότι αποφεύγουν να συμβάλλουν αναλογικά στις κοινές δαπάνες φοροδιαφεύγοντας και από την άλλη, κατηγορούν τις κατώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας ότι επωφελούνται από τις παροχές των κοινωνικών επιδομάτων, τις οποίες χρηματοδοτούν κυρίως τα μεσαία στρώματα. Αυτή η κρίση αμοιβαιότητας δημιουργεί κοινωνική δυσπιστία και εμποδίζει την ανάπτυξη αλληλεγγύης. Όπως είδαμε αναλυτικά ανωτέρω, ένα από τα βασικά αιτήματα του εξισωτικού προτάγματος της νεωτερικότητας ήταν η πρόσληψη της ιδιότητας του πολίτη τόσο ως σύνολο δικαιωμάτων που εξασφαλίζουν την συμμετοχή σε μια συλλογικότητα, κυρίως με το δικαίωμα ψήφου, όσο και η κοινωνική ιδιότητα του πολίτη που
συνδιαμορφώνει έναν κοινό κόσμο και ένα κοινωνικό δεσμό με τους άλλους πολίτες,
κυρίως με τα κοινωνικά δικαιώματα. Αυτή η έννοια της κοινότητας που αναγνώριζε
δεσμούς μεταξύ των πολιτών και είχε στον πυρήνα της την ιδέα της ισότητας- σχέσης έχει σήμερα ατονήσει εντυπωσιακά. Δεν είναι μόνο ότι υποχωρεί η αντίληψη για το γενικό συμφέρον χάριν των εγωιστικών επιδιώξεων των ατόμων είναι ότι έχουμε υπεισέλθει σε αυτό που ο P.R ονομάζει αποεθνικοποίηση των δημοκρατιών, δηλαδή μια διαδικασία κλονισμού των θεμελίων της κοινωνικής συνύπαρξης. Έτσι ερμηνεύονται π.χ ορισμένες συμπεριφορές πλουσίων που επιδιώκουν να αποσχισθούν πλήρως από την χώρα στην οποία κατοικούν ιδιωτικοποιώντας κάθε μορφή κοινωνικής εκδήλωσης (επιλέγοντας ως τόπο κατοικίας ειδικές συνοικίες με περιορισμένη πρόσβαση σε ξένους2 , ιδιωτική ασφάλεια, ξεχωριστή εκπαίδευση, διασκέδαση, αθλητικές υποδομές, εμπορικά κέντρα) και συγκροτώντας κλειστές ομοιογενείς ομάδες με σκληρά ταξικά χαρακτηριστικά. Μέσω της οργάνωσης του αστικού χώρου το έδαφος έχει γίνει «...ο εμφανέστατος δείκτης των κοινωνικών ανισοτήτων»(σ. 310), ενώ η ομοιογένεια που συνέχει τα συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα βρίσκεται στον αντίποδα της ιδέας περί κοινωνικού δεσμού στη βάση της δημοκρατικής ιδέας.
Έχοντας διατρέξει τον ιστορικό χρόνο τριών αιώνων και έχοντας αναμετρηθεί με τις μεγάλες ιστορικές διακυμάνσεις της έννοιας της ισότητας, την επικράτηση και την υποχώρησή της, την ακμή και την παρακμή της, την επαναστατική της ορμή και τις ασθένειές της, ο P.R καταλήγει σε ένα αγωνιώδες ερώτημα; «Πώς μπορούμε να είμαστε όμοιοι και μοναδικοί, ίσοι και διαφορετικοί, ίσοι από ορισμένες απόψεις και άνισοι από άλλες;»(σ. 320) Την περίοδο που ετέθησαν τα ιδεώδη της ομοιότητας, της αυτονομίας και της ιδιότητας του πολίτη δηλαδή τα θεμέλια της ισότητας, τα πράγματα ήταν περισσότερο προφανή και οι αντίπαλοι της ισότητας ξεκάθαροι. Τότε, αποσυρόταν ένας κόσμος νομοκαταστημένων τάξεων με θεσμικές ανισότητες και ανύπαρκτα δικαιώματα. Σήμερα, που όλα αυτά έχουν κατακτηθεί, στην εποχή του ατομικισμού της μοναδικότητας, οι διαφορές μεταξύ των ατόμων εξαιτίας των ποικίλων χαρακτηριστικών που τους καθορίζουν, έχουν πολλαπλασιαστεί επικίνδυνα
2 Είναι οι λεγόμενες unincorporated areas, δηλαδή ζώνες κατοικίας, όπου απουσιάζουν οι δημόσιες αρχές και δεν παρέχονται δημόσιες υπηρεσίες και τις οποίες συνδιαχειρίζονται οι ιδιώτες-ιδιοκτήτες τους με δικούς τους πόρους. και έχουν μετατραπεί σε καταστροφικές ανισότητες. Από την άλλη, η αναφορά σε μια γενική-ολική ισότητα -καθώς ο αριθμός των ιδιοτήτων που διακρίνουν τα άτομα είναι πολύ μεγάλος(φυσικά χαρακτηριστικά, οικονομικά δεδομένα, ψυχολογικά και πολιτιστικά στοιχεία, πολιτικά δικαιώματα)- προϋποθέτει την απουσία διακρίσεων, επιδίωξη ανέφικτη σε κοινωνίες με υψηλό βαθμό κοινωνικής διαφοροποίησης. Με τα δεδομένα αυτά, ο P.R προτείνει να σκεφτούμε τα πράγματα με τους όρους μιας επιλεγμένης ισότητας, στρατηγική που συνεπάγεται διάκριση των πεδίων της ισότητας και ιεράρχηση των ιδιοτήτων που είναι κοινωνικά κρίσιμες. Το μείγμα του ίσου προς το άνισο σε ένα επιλεγμένο πεδίο με πολλές κοινωνικές και οικονομικές μεταβλητές δεν μπορεί να αγνοεί τις αξίες και τις ψυχολογικές στάσεις των εμπλεκομένων.
Ουσιαστικά, ο P. R αναφέρεται στο κοινωνικό ιδεώδες μιας ισορροπημένης ανισότητας όπου το καθοριστικό κριτήριο για το πέρασμα « ... από την ισορροπία στην ανισορροπία είναι το σημείο της ανατροπής πέρα από το οποίο οι ανισότητες γίνονται παρά φύσιν, παγιώνονται και συγκροτούν μια αμείλικτη εχθρική φύση»(σ. 325).
Στην λογική αυτή, ο συγγραφέας θεωρεί ότι στο βαθμό που η σχέση ισότητας συγκροτεί ένα κοινωνικό δεσμό μεταξύ των πολιτών θα πρέπει να ενισχύσουμε τις ιδιότητες των ατόμων που τους κάνουν μοναδικούς και παράλληλα να μεριμνήσουμε για την αμοιβαιότητα στις μεταξύ τους σχέσεις εμβαθύνοντας την ιδιότητα του πολίτη(στην νομική και την κοινωνική της διάσταση) μέσω της οποίας συγκροτείται και διαμορφώνεται μια κοινότητα. Τα παραπάνω προϋποθέτουν ότι ισότητα και ελευθερία συλλαμβάνονται όχι αντιθετικά, αλλά μαζί, ως κοινωνικές ιδιότητες που αλληλοσυμπληρώνονται.
Από εκεί και πέρα. ο P.R θεωρεί ότι τόσο η ισότητα-διανομή, όσο και ισότητα-αναδιανομή αγαθών και υπηρεσιών υποτάσσεται σε αυτή την ισότητα-σχέση. Μόνο μέσα από αυτή την αναβάπτιση του κοινωνικού δεσμού τόσο η φορολογία όσο και οι πολιτικές αναδιανομής αποκτούν νόημα ενώ ο δεσμός αυτός δεν θα παύσει να απειλείται από την κοινωνική αναπαραγωγή των ανισοτήτων(κληρονομιές περιουσιών), από τις υπερβολές του αναπτυξιακού προτύπου που παραβλέπει τις οικολογικές επιπτώσεις της οικονομικής μεγέθυνσης και από την τάση του διαχωρισμού και τις απόσχισης τμημάτων του πληθυσμού από την κοινή συμβίωση(γκετοποίηση).
Για το P.R ο στόχος και το διακύβευμα της ισότητας παραμένουν σταθερό κοινωνικό αίτημα που διαρκώς ανανεώνεται και είναι ανοιχτό στις ιστορικές προκλήσεις τόσο μεταξύ των κρατών, όσο και στο εσωτερικό τους. Συνολικά πρόκειται για ένα έργο μεγάλης θεωρητικής σημασίας που έλειπε από την ελληνική βιβλιογραφία. Η συστηματικότητα στην ανάπτυξη των επιχειρημάτων, οι εύστοχες κατηγοριοποιήσεις, η συνολική θεώρηση της ισότητας μέσα από το πρίσμα μιας πολυεπίπεδης και διεπιστημονικής προσέγγισης χαρίζουν στο αναγνώστη στιγμές γνήσιας απόλαυσης. Όλα αυτά περνάνε στην ελληνική γλώσσα με λόγο σαφή και καλοζυγισμένο, χωρίς ασάφειες ως προς τους τεχνικούς όρους και με μεγάλη ακρίβεια στην διατύπωση. Για μια ακόμα φορά, ο έμπειρος μεταφραστής και πανεπιστημιακός δάσκαλος Αλέξανδρος Κιουπκιολής μετέγραψε στα ελληνικά με μεγάλη επιτυχία ένα σπουδαίο έργο που θα συζητηθεί ευρύτερα. 


-----------------------------------------------------
1 Βλ. Z.Bauman, Πλούτος και ανισότητα, μας ωφελεί όλους ο πλούτος των ολίγων;, εκδ. Οκτώ, 2014
Παναγιώτης Μαντζούφας

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

η σαρκοβόρα αγάπη-μνήμη


βαθιά στη θάλασσα, την αφθονία
εγκαταλειπομαι,σε μια σχεδία

Και νά,βυθιζομαι σε μια δίνη
και να μια φάλαινα με καταπίνει


και σαν αράχνη,που δεν μ'αφήνει
η σαρκοβόρα ,αγάπη -μνήμη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...