Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου


Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου  

πηγη: http://www.bookpress.gr/stiles/sotiris-bandoros/debt?utm_source=Newsletter&utm_medium=email

E-mail Εκτύπωση
390x260 debt
Του Σωτήρη Βανδώρου
Το χρέος, κρατικό και ιδιωτικό, δεν πρέπει να ιδωθεί ως κάτι το δευτερογενές στο πλαίσιο λειτουργίας του σύγχρονου καπιταλισμού. Δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε το χρηματοπιστωτικό σύστημα, που δίνει τον τόνο στην οικονομία εδώ και μερικές δεκαετίες, πρωτίστως ως μηχανισμό χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, όσο κυρίως ως σύστημα διαχείρισης ιδιωτικών και δημόσιων χρεών. Κατά προέκταση, κρίσιμη εν προκειμένω είναι η σχέση (εξουσίας) μεταξύ οφειλέτη και πιστωτή. Έτσι, το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν είναι παρά το χρέος από τη σκοπιά των οφειλετών και ο τόκος από τη σκοπιά των πιστωτών. Ο Maurizzio Lazzarato, που υποστηρίζει αυτή τη θέση, προτείνει μάλιστα να αντικατασταθεί η έννοια του χρηματοπιστωτικού συστήματος (ως παραπλανητικής) από αυτήν της «οικονομίας του χρέους». Στο δοκίμιό του Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου επεξηγεί αναλυτικά αυτή την προσέγγιση για την οποία επιστρατεύει θεωρήσεις των Μαρξ, Νίτσε, Φουκώ και ιδίως των Ντελέζ και Γκουαταρί.
Το μοντέλο του χρεωμένου ανθρώπου συνιστά το υπόδειγμα του σύγχρονου καπιταλισμού.
Η ηθική της υπόσχεσης και της ενοχής
Αυτό που πρέπει εξ αρχής να τονιστεί είναι πως κατά τον Lazzarato, Ιταλό κοινωνιολόγο, φιλόσοφο και ακτιβιστή, το χρέος συνάπτεται με τη δική του ηθική, αυτή της υπόσχεσης (να τιμά κανείς το χρέος του) και της ενοχής (επειδή το απέκτησε), που είναι διαφορετική αλλά και συμπληρωματική προς την ηθική της εργασίας (προσπάθεια-ανταμοιβή). Το σημαντικό είναι ότι αυτή η ηθική (προσταγή) διαπερνά σε βάθος τα άτομα, καθώς τα εμπλέκει σε μια διαδικασία υποκειμενοποίησης κατά την οποία ενεργοποιούνται η μνήμη, η συνείδηση, μηχανισμοί εσωτερίκευσης: τα εγκαλεί σε μια «εργασία επί του εαυτού», συγκροτώντας τα ως υποκείμενα υπεύθυνα και υπόχρεα απέναντι στους πιστωτές τους. Αυτό το μοντέλο, του χρεωμένου ανθρώπου, συνιστά το υπόδειγμα του σύγχρονου καπιταλισμού κι απέχει παρασάγγας από το πρότυπο του παραγωγού, αλλά κι από το πιο πρόσφατο (δεκαετίες 1980 & 1990) του επιχειρηματία (κατά το οποίο ο καθένας καλείτο να «πουλήσει»/πλασάρει όσο καλύτερα μπορεί τον εαυτό του).
debt-reliefΕίναι ενδιαφέρον ότι η σημερινή επικράτηση του μοντέλου του χρεωμένου ανθρώπου συνάπτεται, κατά τον συγγραφέα, με την άρση ή εν πάση περιπτώσει με τη σχετικοποίηση της υπόσχεσης που ήταν ενεργή κατά τη φάση του μοντέλου του επιχειρηματία (του εαυτού του), ότι δηλαδή ο καθένας μπορεί να «πετύχει» και να πλουτίσει υπό την προϋπόθεση ότι κάνει τις σωστές κινήσεις στην αγορά. Τώρα, πια, το μείζον είναι να αναλάβει ο καθένας το βάρος των χρεών του και να επιδείξει τη σχετική υπευθυνότητα. Εδώ, η γενίκευση της χρήσης της πιστωτικής κάρτας συνιστά ένα τεκμήριο υπέρ της θέσης του συγγραφέα: η πίστωση τίθεται τρόπον τινά ως προεγκαθιδρυμένη σχέση, αυτομάτως και διαρκώς ενεργή άπαξ κι αποκτηθεί η κάρτα. Όμως, αυτή η σχέση επεκτείνεται διαρκώς. Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή των φοιτητικών δανείων, θεσμός που τις τελευταίες δεκαετίες έχει καταστεί ο κανόνας σε ΗΠΑ και Μ. Βρετανία. Και στις δύο περιπτώσεις, από την πλευρά των οφειλετών αποδεικνύονται αποτυχημένα, καθώς η πλειονότητα όσων τα λαμβάνουν αδυνατούν να εξασφαλίσουν θέσεις εργασίας τέτοιες ώστε να μπορούν να τα αποπληρώσουν σε εύλογο διάστημα. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει ότι δεν είναι ωφελημένοι οι πιστωτές. Στη βρετανική περίπτωση μάλιστα το χρέος καθίσταται δημόσιο καθώς το κράτος εγγυάται την αποπληρωμή του εφόσον αντικειμενικά δεν δύναται να το κάνει αυτό ο δανειολήπτης (βεβαίως αυτό δεν αποθαρρύνει Έλληνες πολιτικούς να προτείνουν να υιοθετήσουμε αυτή την ιδέα και να χαρακτηρίζουν τις αντιδράσεις σε αυτήν ως μια ακόμη ένδειξη της αδυναμίας συντονισμού μας με όσα συμβαίνουν στον προοδευμένο κόσμο). Αλλά αυτό που θα πρέπει να προσεχθεί περισσότερο είναι ότι στην περίπτωση του δανειζόμενου φοιτητή, αυτός φορτώνεται με χρέος πριν καν εισέλθει στην αγορά εργασίας κι αποκτήσει δικό του εισόδημα, ενώ επιπλέον η όλη διαδικασία τον ωθεί να σκεφτεί εργαλειακά τις σπουδές του: η επιλογή να επιλέξει αντικείμενο που εμφανίζεται επισφαλές ως προς τις επαγγελματικές προοπτικές και την οικονομική απόδοση φαντάζει (ακόμη πιο) «ανορθολογική»: οι σπουδές καθίστανται επένδυση και κάθε επένδυση κρίνεται από την απόδοσή της. Έτσι, όμως, η λογική του χρεωμένου ανθρώπου εμφιλοχωρεί σε κρίσιμες αποφάσεις του βίου. Επιπλέον, έχουμε εδώ την αλλαγή της σχέσης δημόσιου-ιδιωτικού: η γενίκευση του μοντέλου του φοιτητικού δανείου σηματοδοτεί την προϊούσα απαξίωση της παιδείας ως δημόσιου αγαθού και τη μετασχηματίζει σε μια «υπηρεσία» που οι ιδιώτες-καταναλωτές θα επιλέξουν με δική τους ευθύνη εάν και με ποιους όρους θα τη λάβουν. Αν δεν μπορούν να αποπληρώσουν τα δάνεια, ας πρόσεχαν: ας έκαναν καλύτερη επιλογή.
Αναδιατάσσοντας τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας
Δεν μπορούμε να μη σταθούμε στις «μνημονιακές» πολιτικές οι οποίες περιλαμβάνουν μια σειρά από δραστικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις που από οικονομική άποψη δεν έχουν καμία απόδοση.
Ο Lazzarato ισχυρίζεται, γενικεύοντας, ότι η παραγωγή και η διαχείριση του χρέους είναι ένας μηχανισμός ο οποίος έχει καθοριστικές επιπτώσεις σε όλους τους τομείς της οικονομίας αλλά και της πολιτικής, από την οποία δεν μπορεί να διαχωριστεί. Στην τρέχουσα φάση, έχουμε μια νεοφιλελεύθερη πολιτική η οποία εκτός όλων των άλλων αναδιατάσσει τις σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας. Πράγματι, εδώ δεν μπορούμε να μη σταθούμε στις «μνημονιακές» πολιτικές οι οποίες περιλαμβάνουν μια σειρά από αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις που από οικονομική άποψη δεν έχουν καμία απόδοση και στις οποίες ωστόσο η τρόικα (για να αφήσουμε στην άκρη τις ευθύνες των ελληνικών κυβερνήσεων) επιμένει πεισματικά: οι απολύσεις στο Δημόσιο (που η ίδια  τρόικα έχει δεχθεί ότι δεν έχουν δημοσιονομικό όφελος), η εμμονή στην υπερβολική μείωση του μισθολογικού κόστους (που καμία συνεισφορά στην «ανταγωνιστικότητα» της ελληνικής οικονομίας δεν προσφέρει), η διευκόλυνση των απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα, η μείωση των αποζημιώσεων, η διεύρυνση του καθεστώτος της μερικούς απασχόλησης κ.ο.κ., γενικότερα η ακραία υποτίμηση της αξίας της εργασίας προκύπτει μέσω της διαχείρισης του χρέους.
02589b8
Περιττό είναι επίσης να υπενθυμίσουμε πως αυτές οι ασκούμενες πολιτικές συνδυάζονται με την ενοχοποίηση της κοινωνίας, δηλαδή του οφειλέτη, είτε εκπορεύεται από το εξωτερικό (οι τεμπέληδες Έλληνες) είτε από το ίδιο πάνω-κάτω εγχώριο πολιτικό προσωπικό που μερικά χρόνια νωρίτερα είχε πρωτοστατήσει στον υπερδανεισμό, τη χρηματιστηριακή φούσκα κ.τλ. («μαζί τα φάγαμε»). Ο συγγραφέας προσθέτει ότι στο ίδιο γενικότερο πλαίσιο (που δεν αφορά δηλαδή μόνον χώρες που έχουν «υπερβολικό» χρέος) έχουμε την αποψίλωση του κράτους πρόνοιας στο βαθμό που τα κοινωνικά δικαιώματα μετασχηματίζονται σε κοινωνικά χρέη τα οποία με τη σειρά τους μετατρέπονται σε ιδιωτικά, όπως αντιστοίχως οι δικαιούχοι σε οφειλέτες. Είναι η ροή χρήματος στο κύκλωμα της πίστωσης που μπορεί να εγγυηθεί την εγγενή αντίφαση του συστήματος: ενώ η επιταγή είναι να μειώνονται οι μισθοί και οι κοινωνικές παροχές, δηλαδή ο εργαζόμενος να γίνεται φτωχότερος, ο καταναλωτής οφείλει να ξοδεύει ώστε να λειτουργεί η οικονομία. Και πώς θα το κάνει; Δανειζόμενος! Επομένως, στην ουσία έχουμε μια σημαντική μεταφορά πόρων από τους οφειλέτες στους πιστωτές στην οποία το ίδιο το κράτος έχει ενεργό ρόλο (π.χ. ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών την ίδια στιγμή που υπερφορολογεί και μειώνει τις παροχές).
Κάνοντας την προπαραδοχή ότι ο καπιταλισμός είναι ένα άδικο κι εκμεταλλευτικό σύστημα και κινούμενος σε ένα επίπεδο σχετικά υψηλής αφαίρεσης, καταλήγει σε αδιαφοροποίητα και μάλλον προβλέψιμα συμπεράσματα.
Το δοκίμιο του Lazzarato, που μπορεί να μην είναι τεχνικό, παρόλα αυτά είναι αρκετά απαιτητικό για τον ανεξοικείωτο αναγνώστη, μας δίνει μια πολύ διαφορετική οπτική από την κυρίαρχη και μας κάνει να σκεφτούμε βαθύτερα το πρόβλημα του χρέους στο ευρύτερο πλαίσιο λειτουργίας του καπιταλισμού. Μας θυμίζει ότι τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα επιδέχονται πολλές διαφορετικές ερμηνείες και ήδη αμέσως-αμέσως ως προς τον τρόπο που ορίζει κανείς το πρόβλημα, ενώ και οι ίδιες οι έννοιες (π.χ. χρέος) μπορεί να καταστούν επίμαχες και διαμφισβητούμενες. Το όριο της θεώρησής του βρίσκουμε ότι έγκειται στον ολοκληρωτικό χαρακτήρα της, με την έννοια ότι κάνοντας την προπαραδοχή ότι ο καπιταλισμός είναι ένα άδικο κι εκμεταλλευτικό σύστημα και κινούμενος σε ένα επίπεδο σχετικά υψηλής αφαίρεσης, καταλήγει σε αδιαφοροποίητα και μάλλον προβλέψιμα συμπεράσματα.
Κατά κάποιο τρόπο, είναι σαν να ισχυρίζεται ότι αν είσαι από την πλευρά των οφειλετών δεν έχεις καμία ευθύνη (διότι αυτή που σου αποδίδεται από το ίδιο το σύστημα θα πρέπει να θεωρηθεί εν τέλει παγίδευση) και ταυτόχρονα είναι μάταιη οποιαδήποτε πολιτική αντιμετώπιση που δεν προτάσσει ως στόχο την κατεδάφιση του συστήματος (π.χ. το να θέσει κανείς μεταξύ πολλών άλλων ως πολιτικό αίτημα τον έλεγχο των καθαρά κερδοσκοπικών χρηματοπιστωτικών συναλλαγών ο Lazzarato θα το έβρισκε αφελές κι ατελέσφορο). Όμως, θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει: όλα τα κράτη διαχειρίζονται με τον ίδιο τρόπο τα χρέη τους; Ή, ας πούμε, εκείνος που την εποχή της ψευδοευημερίας έπαιρνε δάνειο για να κάνει διακοπές το Πάσχα είναι εξίσου ανεύθυνος με εκείνον που δεν το έκανε; Γνωρίζω ανθρώπους που ενθουσιάζονται από το ριζοσπαστισμό και την πολεμική διάθεση που εκφράζονται στο βιβλίο. Πείτε με συντηρητικό, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι αυτά και μόνον είναι τα συστατικά που θα χρειαστούμε για να απαλλαγούμε από τα χρέη μας.
exof-xreomenos   Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου
   Maurizio Lazzarato
   Mτφρ. Γιώργος Καράμπελας
   Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2014
   Σελ. 190, τιμή €13,85
   politeia-link

τέσσερα αρθρα για τον Χρόνο




Τρεις τύποι κοινωνιών, τρεις αντιλήψεις του χρόνου tvxs.gr




Η τωρινή, παροντική, αγχωτική αίσθηση του χρόνου δεν υπήρξε “χρονικά” αμετάβλητη. Την προνεωτερική ‘’παραδοσιακή‘’ κοινωνία χαρακτήριζε η κυκλική, αντιστρεπτή αίσθηση του...

Η τωρινή, παροντική, αγχωτική αίσθηση του χρόνου δεν υπήρξε “χρονικά” αμετάβλητη. Την προνεωτερική ‘’παραδοσιακή‘’ κοινωνία χαρακτήριζε η κυκλική, αντιστρεπτή αίσθηση του χρόνου ενώ στη νεωτερικότητα, ο χρόνος συνδέθηκε με τον ωροδείκτη και τον λεπτοδείκτη, μετατράπηκε σε αφαιρετικό, “άδειο” ομοιογενή χρόνο που μετριέται με το ρολόι και το ημερολόγιο.
Παραδοσιακή κοινωνία
Στην παραδοσιακή κοινωνία κυρίαρχη μορφή οργάνωσης υπήρξε η κοινότητα. Χαρακτηριστικό της η εσωστρέφεια. Στην παραδοσιακή κοινωνία η επικοινωνία γινόταν κυρίως προφορικά. Όταν επικοινωνώ προφορικά βλέπω τον συν-ομιλητή μου στον ίδιο χώρο. Βρίσκομαι μαζί του στον ίδιο χρόνο. Στην παραδοσιακή -προφορική κοινωνία χώρος και χρόνος ταυτιζόταν.
Ο τύπος ανθρώπου που κυριαρχεί είναι ο "παραδοσιακά κατευθυνόμενος" άνθρωπος αυτός δηλαδή που θεωρεί σωστό να εξακολουθεί να πράττει ό,τι έπραττε ο πατέρας του και ο παππούς του.
Όσο και αν φαίνεται οξύμωρο, η παραδοσιακή κοινωνία, αγνοούσε την παράδοση ως έννοια, καθώς βρισκόταν ήδη εντός της.
Οι ορίζοντες του κόσμου της, οι ίδιες οι κοινωνικές συνθήκες έπειθαν τον παραδοσιακό άνθρωπο ότι το μέλλον θα είναι όμοιο με το παρόν. Για τον προνεωτερικό άνθρωπο η δοθείσα, προφανής, αναλλοίωτη φύση της θέσης του ανθρώπου, στην αλυσίδα της ύπαρξης, υπέβαλλε την κατανόηση του κόσμου ως εκπλήρωση μιας θεϊκής πρόθεσης
Η περί χρόνου αντίληψη στις παραδοσιακές κοινωνίες ήταν η κυκλική: η ιστορία επαναλαμβάνεται. Στην παραδοσιακή κοινωνία ο χρόνος παρέμενε ’’αντιστρεπτός’’, ώστε να προσιδιάζει στον αγροτικό τρόπο παραγωγής, την επιστροφή του αγρότη στη γη σύμφωνα με τον ρυθμό των εποχών. 
«Ο μεσαιωνικός χρόνος» -σύμφωνα με τον Jacques le Goff- είναι καταρχήν χρόνος της μακράς διάρκειας, χρόνος των αναμονών και της υπομονής, των καθυστερήσεων, της αντίστασης στην αλλαγή».
Ο αγροτικός χρόνος είναι φυσικός χρόνος. Οι μεγάλες διαιρέσεις είναι η μέρα, η νύχτα και οι εποχές.
Διπλά στον αγροτικό χρόνο επιβάλλονται και άλλοι κοινωνικού χρόνοι: ο αρχοντικός και ο κληρικός. Ο αρχοντικός χρόνος είναι κατ’ αρχήν στρατιωτικός: «Ο στρατιωτικός χρόνος συνδέεται άμεσα με τον φυσικό χρόνο. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν αρχίζουν πριν από το καλοκαίρι και τελειώνουν μαζί του. Μόλις περάσουν οι τρεις μήνες της στρατιωτικής υπηρεσίας τα φεουδαρχικά στρατεύματα διαλύονται».
Ο μεσαιωνικός κλήρος κυρίως είναι ο κύριος των δεικτών του χρόνου. Οι καμπάνες σημαίνουν τον μεσαιωνικό χρόνο για «να μπορούν να πληροφορούν για την ώρα αλλά και να θυμίζουν στους ανθρώπους ότι είναι θνητοί και να φέρνουν στο μυαλό τους την ανάσταση νεκρών και την Έσχατη κρίση».
Νεωτερική κοινωνία και αφηρημένος χρόνος: το ρολόι 
Το δεύτερο παράδειγμα είναι οι νεωτερικές κοινωνίες. Στη νεωτερικότητα κυριαρχεί ο έντυπος γραπτός λόγος: το βιβλίο, η εφημερίδα. Γίνεται δυνατή η επικοινωνία με ανθρώπους που βρίσκονται σε άλλο τόπο και σε άλλο χρόνο, διασπάται δηλαδή η προηγούμενη -"παραδοσιακή"- ενότητα χώρου και χρόνου που οφειλόταν στην κατά κύριο λόγο προφορική επικοινωνία.
 Η νεωτερική κοινωνία απαιτεί από τους ανθρώπους να είναι "συμβατοί" και "ομοιογενείς" ώστε να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της έντονης κοινωνικής κινητικότητας.
Η νεωτερικότητα έτσι αποτελούσε (και αποτελεί) και μια επιπεδοχώρα όπου «όλα τα πράγματα, παρουσιάζουν στο βλέμμα μας την ίδια σχεδόν εμφάνιση, δηλαδή μιας ευθείας γραμμής».
Η νεωτερικότητα είναι η εποχή του ρολογιού: και γύρω στα τέλη του 16ου αιώνα, οι περισσότερες αγγλικές ενορίες είχαν από ένα ρολόι που σήμαινε δυνατά τις ώρες. Κατά την δεκαετία του 1790 στη Δυτική Ευρώπη, τα ρολόγια χεριού και τοίχου ήταν πολύ διαδομένα και άρχισαν να τα θεωρούν περισσότερο αντικείμενα πρώτης ανάγκης παρά είδη πολυτελείας. Ένα ρολόι τοίχου ή χεριού δεν ήταν μόνο κάτι χρήσιμο αλλά και κάτι που έδινε κύρος στον κάτοχό του.
Με το ρολόι ο χρόνος μετριέται πλέον μέσω των διαστημάτων που διανύει ο δείκτης. Έτσι ολοκληρώνεται «η αντικατάσταση του "οργανικού" χρόνου της άμεσης εμπειρίας από τον αφηρημένο μαθηματικό χρόνο, που μετριόταν με τις μονάδες μιας βαθμονομημένης κλίμακας».
Προοδευτικά η νεωτερικότητα συνοδεύτηκε από μια νέα αντίληψη του χρόνου ως προόδου. Αν χαρακτηριστική της παραδοσιακής αντίληψης ήταν η αξεδιάλυτη συνύφανση παρελθόντος και μέλλοντος, στη νεώτερη κατανόηση του χρόνου παρελθόν, παρόν και μέλλον σαφώς διαχωρίζονται, ως τμήματα μιας διαδοχικής προοδευτικής ανέλιξης. Επιπλέον ο νέος ομοιογενής, άδειος χρόνος εννοήθηκε ως χρόνος πραγμάτων, εμπορευμάτων πού παράγονται ομοιόμορφα, σε σειρές. Το άδειασμα όμως του χρόνου (και του χώρου) από το νόημα πού είχαν στην παραδοσιακή κοινωνία βιώθηκε(και βιώνεται) ως διαδικασία βίαιη και καταστροφική του κοινωνικού δεσμού
 προκαλεί συναισθήματα ανασφάλειας και άγχους.
Μετανεωτερικός Χρόνος 
Το τρίτο παράδειγμα κοινωνίας αφορά στη σύγχρονη, μετανεωτερική κοινωνία που αποτελεί συνέχεια και εμβάθυνση και επιτάχυνση της νεωτερικότητας, σε βαθμό εξαΰλωσης, όπου κάθε τι το σταθερό -όπως έλεγε κάποτε ο Μαρξ- «εξαχνώνεται». Σήμερα «κάθε επίτευγμα δεν είναι παρά ένα ωχρό αντίτυπο του πρωτοτύπου. Το "σήμερα" δεν είναι παρά ένα ατελέστατο προμήνυμα του αύριο, η υποδεέστερη, παραμορφωμένη αντανάκλαση του. Αυτό που συμβαίνει ακυρώνεται προκαταβολικά από αυτό που θα συμβεί».
Ό,τι χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή -γράφει ο Z. Bauman- είναι η «αδυνατότητα να παραμείνεις στη θέση σου». Δεν επιλέγεις να είσαι σε κίνηση. «Τίθεσαι σε κίνηση[…] Το να είσαι διαρκώς σε κίνηση σημαίνει να μην ανήκεις πουθενά».
Την εποχή μας την χαρακτηρίζει η παροντική αίσθηση του χρόνου και η κοινωνική αμνησία. «Έχουμε πια να κάνουμε με ένα παρελθόν λησμονημένο η υπερβολικά μνημονευόμενο, μ’ ένα μέλλον που είτε έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τον ορίζοντα ή είναι πρώτα και κύρια απειλητικό, μ’ ένα παρόν που είτε αναλώνεται αδιάκοπα στην αμεσότητα της στιγμής ή είναι σχεδόν στατικό κι ατέρμονο, σχεδόν αιώνιο».
H πρόσφατη ταινία «Σε Λάθος Χρόνο»
 (Locke, 2013, σκηνοθεσία–σενάριο Στίβεν Νάιτ) αναδεικνύει την τωρινή αίσθηση του εξατμιζόμενου χρόνου. Κάποιος ξεκινά με μια δουλειά και οικογένεια και στο τέλος του ταξιδιού δεν του έχει μείνει τίποτα -κι όλα αυτά σε «πραγματικό χρόνο». Ένας επιβλέπων μηχανικός οδηγεί το αυτοκίνητο του και ταυτόχρονα απαντά σε τηλεφωνικές κλήσεις και τηλεφωνεί: είναι πατέρας δυο παιδιών, είναι βράδυ, παραμονή ενός σημαντικού ματς, τα παιδιά του τον περιμένουν μαζί με την γυναίκα του για να δουν την αγαπημένη του ομάδα αλλά αυτός δεν μπορεί να είναι μαζί τους. Πηγαίνει σε άλλη πόλη, όπου θα γεννήσει το… παιδί του μια άλλη γυναίκα με την όποια έκανε έρωτα μόνο μια φορά. Ταυτόχρονα θα χάσει την δουλειά του.
Την άλλη μέρα πρόκειται να γίνει μια μεγάλη ροή σκυροδέματος για να μπουν τα θεμέλια ενός ουρανοξύστη και αυτός δεν θα είναι εκεί, θα δίνει τηλεφωνικά οδηγίες στον μισομεθυσμένο βοηθό του, το αφεντικό του θα τον απολύσει κατόπιν οδηγιών των μεγάλων αφεντικών από το Σικάγο ενώ η γυναίκα του -στην όποια θα έχει πει τα ..νέα- ξερνά ακατάπαυστα στην τουαλέτα και του λέει να μην ξαναπατήσει σπίτι, ενώ, η άλλη γυναίκα του λέει να κάνει γρήγορα για να την προλάβει στην γέννα -αλλά δεν μπορεί να υπερβεί το όριο ταχύτητας-, τα παιδιά του λένε για τα γκολ και παραπονούνται που δεν είναι μαζί τους να δει το ματς, ενώ ο ίδιος μιλά με το φάντασμα του πατέρα του. Ο πατέρας του δεν τον είχε αναγνωρίσει όταν είχε γεννηθεί κι αυτός τώρα τρέχει να φτιάξει τα πράγματα και να επανορθώσει: είναι εργοδηγός, μηχανικός σκυροδέματος σε μια ρευστή -εν κινήσει- υπερνεωτερικότητα.
Μοναχικός σα λύκος εν μέσω μιας σολιψιστικής φευγαλέας πραγματικότητας που την βλέπει να τρεμοσβήνει όπως τα φωτά των άλλων αυτοκίνητων ενώ είναι εν κινήσει, ενώ τα φαντάσματα του Υπερεγώ τον καλούν επιτακτικά να φτιάξει τα πράγματα, να θέσει θεμέλια από μπετόν. Μια ταινία για τους εαυτούς μας σήμερα, στην ρευστή υπερνεωτερικότητα. «Όταν ξεκίνησα πριν δυο ώρες –μονολογεί στο τέλος ο μοναδικός ηθοποιός της ταινίας– είχα σπίτι, δουλεία και οικογένεια τώρα έχω μόνο τον εαυτό μου και το αμάξι» και τον ρευστό χρόνο του παρόντος. 
¹ βλ Eric Hobsbawm: Introduction: Inventing Tradition in Eric Hobsbawm and Terence Ranger [ed] The Invention of Tradition, Cambridge University Press London (1983) 1984 p. 2.
2 Για την αντίληψη της αλυσίδας της ύπαρξης που ήταν κυρίαρχη στη μεσαιωνική δύση βλ. το περίφημο Α. Lovejoy, The Great chain of being, Cambridge, Harvard University Press (1936) 1964.
3 Ζygmunt Bauman, Η Μετανωτερικότητα και τα δεινά της, μτφ. Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 1992, σ. 230.
4 Jacques le Goff, Ο πολιτισμός της μεσαιωνικής δύσης, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, Θεσσαλονίκη, Βάνιας 1993, σ. 248.
5 Jacques le Goff, Ο πολιτισμός. ό.π, σ. 248-249.
6 Jacques le Goff, Ο πολιτισμός ό.π σ 253, 254.
7 Ε. Π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μτφ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες, 1994 σ. 16,17.
8 Εrnest Gellner, Nations and Nationalism, Basil Blackwell, Oxford (1983) 1988 p 63, κ.ε.
9 Εντουιν Αμποτ, η Επιπεδοχώρα, Μυθιστορία πολλών διαστάσεων, εκδ. μτφ Τάσος Δαρβέρης, εκδ. Επιλογή, σ. 39.
¹0 Ε.π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός... μτφ. Βασίλης Τομάνας, εκδ. Νησίδες, 1994, σ. 25.
¹1 αναφέρεται στο Θόδωρος Κουτσούμπος, ό.π, σ 139.
12 βλ σχετικά Πέτρου Θεοδωρίδη, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας, έθνος νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, Αντιγόνη 2004, εισαγωγή.
13 Z Bauman, η Μετανεωτερικότητα και τα δεινά της σ 140-141.
14 Z Bauman, η Μετανεωτερικότητα και τα δεινά της σ 141,153.
15 Francois Hartog Καθεστώτα Ιστορικότητας, Παροντισμός και εμπειρίες του χρόνου (2003) μτφ. Δημήτρης Κουσουρής, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2014, σ. 33.
16 βλ Γιώργος Ρούσσος Ο Τομ Χάρντι οδηγεί μόνος και «Σε Λάθος Χρόνο», tvxs.gr, 28/07/2014.
Ο Πέτρος Θεοδωρίδης είναι συγγραφέας-δοκιμιογράφος.
Κατεβάστε ελεύθερα την τελευταία του συλλογή «Ακόμα και η Αριάδνη ήταν ψέμα» ή διαβάστε την online
 

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...