Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

όνειρο μικρής χώρας/MHNYMAL


όνειρο μικρής χώρας



Κάθε πρωί ξυπνούσε, σηκωνόταν, νιβόταν, έψηνε καφέ, έτρωγε κάτι κι έβγαινε στο περιβόλι έξω απ' το σπίτι. Όταν σουρούπωνε γυρνούσε κι έπιανε το βιβλίο. Το άνοιγε στην ίδια σελίδα, στην 106. Διάβαζε:


Η μικρή χώρα έχει λίγους κατοίκους. Δεν χρειάζονται εργαλεία και όπλα. Δεν ταξιδεύουν μακριά. Ζουν και πεθαίνουν στα όριά της. Ίσως υπάρχουν καράβια και άμαξες, θώρακες κι άρματα, όμως εκεί δεν τα έχουν ανάγκη. Οι κάτοικοι ξέρουν να δένουν κόμπους τα σχοινιά, έχουν αγνή τροφή, ρούχα απλά και όμορφα, σπίτια ειρηνικά, ευτυχισμένες σχέσεις. Είναι τόσο κοντά οι χώρες οι γειτονικές, ακούγονται οι σκύλοι και τα πετεινά. Όμως δε νοιάζεται κανείς. Οι άνθρωποι εδώ ζουν και πεθαίνουν ήσυχα, δίχως να έχουνε δοσοληψίες...

Έπεφτε στο κρεβάτι, κοιμόταν, ξυπνούσε και ζούσε πια στη χώρα τη μικρή, του Λάο - Τσε. Στο περιβόλι δεν ήταν μόνος, βοηθούσε ο ένας τον άλλο, είχαν κοινά εργαλεία, όσα μάζευε του περιβολιού τα μοίραζε τα πιο πολλά γιατί του περισσεύανε αφού όλοι μοίραζαν ό,τι βγάζανε κι έτσι δεν του έλειπε τίποτα, είχε κρασί κι ας μην είχε αμπέλι, είχε και μπόλικα κούτσουρα για το χειμώνα. Τα βράδια πλάγιαζε νωρίς, ξυπνούσε κι ήταν πάλι αλλιώς. Όσο κι αν ήθελε ν' απαλλαγεί, ο τεχνικός πολιτισμός είχε οριστικά νικήσει. Εκτός αν κοιμόταν, αν ήταν όνειρο κι ήταν αλήθεια αυτό που νόμιζε ότι ονειρευόταν. Το έζησε άραγε ποτέ κανείς αυτό; αναρρωτιόταν. Μα, μήπως αυτό είναι το λάθος; Να έχεις την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να το ζήσεις; Μπορεί να είναι μετέωρη η ουτοπία; Να είναι η ελευθερία χαρισμένη, όπως στον κήπο των πρωτόπλαστων; Ελευθερία, σκεφτόταν, είναι να επιλέγεις απ' όσα μπορείς να επιλέξεις. Ή να μπορείς να μην επιλέγεις. Ελευθερία είναι να διαλέγεις τον δρόμο. Μα και να τον διαλέγουν κι άλλοι. Να αρνιέσαι και να γελάς. Να παίζεις τις χορδές και να μην σκέφτεσαι. 


Ξυπνώντας διαρκώς μέσα σε όνειρο, ήταν αδύνατο να καταλάβει αν κοιμόταν ή αν ήταν ξύπνιος, αφού κάθε φορά ξυπνούσε και το πριν ήταν όνειρο, αλλά, τι στο διάβολο, αν αυτό δεν τελειώσει ποτέ, θα ζει για πάντα στην αβεβαιότητα, σκεφτόταν χωρίς να ξέρει αν σκεφτόταν στον ύπνο ή στον ξύπνο, ώσπου άρχισε να πιστεύει πως ή είχε πεθάνει ή είχε τρελαθεί, ένα από τα δύο, πάντως ούτε κοιμόταν ούτε δεν κοιμόταν, αφού κάθε φορά ξυπνούσε μέσα σε όνειρο, όπως καταλάβαινε την επόμενη φορά που ξυπνούσε. Απλώς δεν ήξερε ποτέ αν το όνειρο συνεχιζόταν ή είχε τελειώσει, γι' αυτό και αντικατέστησε τελικά τις δύο εκδοχές με τις άλλες δύο, της τρέλας και του θανάτου. Τρελός ήταν, αναμφίβολα, πεθαμένος όμως δεν ήξερε αν ήταν, αφού δεν ήξερε πώς ήταν να είσαι πεθαμένος. Εκτός αν ήξερε πια. 


1 σχόλιο:

Μεταφέρω από το άρθρο του Πέτρου Θεοδωρίδη Από την Ουτοπία στη Μετανεωτερική Νοσταλγία:
Η μάταιη επιθυμία της εναρμόνισης του κόσμου και η Νοσταλγία μιας υποτιθεμένης παραδείσιας κατάστασης πλήρους ενότητας είναι και μια από τις αίτιες για τα περισσότερα δεινά του σύγχρονου κόσμου.

Νεωτερικότητα και χρόνος

Η νεωτερική κοινωνία ήταν (και είναι ακόμα σε μεγάλο βαθμό) μια ‘’έντυπη’’ κοινωνία, μια κοινωνία όπου εμφανίζεται και κυριαρχεί η τυπογραφία, η εφημερίδα’’ (αυτή η «νεώτερη καθημερινή προσευχή» με τα
tvxs.gr

Για την απώθηση του θανάτου στην εποχή μας του Πετρου Θεοδωρίδη / απο το TVXS




10:07 | 13 Σεπ. 2014
Πέτρος Θεοδωρίδης

Για την απώθηση του θανάτου στην εποχή μας[1]
του Πέτρου Θεοδωρίδη
Σήμερα ζούμε τη απαξίωση του θανάτου. Η μεγαλοπρεπής τελετουργική δημόσια αναπαράσταση του θανάτου  (μέσα από την Δημόσια  εκτέλεση της θανατικής ποινής)-έγραφε ο Michel Foucault- σταδιακά απαλείφθηκε από τα τέλη του 18ου αιώνα και ως τις μέρες μας.Σήμερα ο θάνατος έχει πάψει να αποτελεί μια περίλαμπρη ιεροτελεστία στην οποία συμμετείχαν οι άνθρωποι, η οικογένεια, η κοινωνία ολόκληρη σχεδόν. Έχει γίνει αντιθέτως κάτι το απόκρυφο το πιο ιδιωτικό και το επαίσχυντο (θα λέγαμε μάλιστα ότι το ταμπού σήμερα είναι ο θάνατος και όχι η γενετήσια πράξη).Το γεγονός αυτό οφείλεται -κατά Foucault- σε μια μεταβολή των τεχνολογιών εξουσίας. Παλιά (και ως τα τέλη του 18ου αιώνα) ο θάνατος αποτελούσε την μετάβαση από την μια εξουσία στην άλλη, όπου η μία ήταν η εξουσία του ηγεμόνα επί της γης και η άλλη του ηγεμόνα εν τοις ουρανοίς , εξ ου και η αίγλη του και η επιβεβλημένη και μεγαλοπρεπής τελετουργική αναπαράστασή του.Οι άνθρωποι περνούσαν από την δικαιοδοσία του ενός κριτή στη δικαιοδοσία του άλλου, από το αστικό ή δημόσιο δίκαιο, της ζωής και του θανάτου, στο δίκαιο της αιώνιας ζωής ή της αιώνιας καταδίκης στην κόλαση. Ο θάνατος αποτελούσε επίσης τη μεταβίβαση της εξουσίας του θνήσκοντας, η οποία μεταβιβαζόταν στους επιζώντες:τα τελευταία λόγια, οι τελευταίες συστάσεις, οι τελευταίες επιθυμίες, οι διαθήκες.
 Τώρα όμως, ο θάνατος, ως πέρας του βίου γίνεται ξαφνικά το πέρας, το όριο, το τέλος της εξουσίας. Σε σχέση με την εξουσία είναι ένα στοιχείο εξωτερικό: βρίσκεται εκτός του πεδίου της και η εξουσία μπορεί να τον ελέγξει μόνο γενικά, σφαιρικά, στατιστικά. Η εξουσία δεν έχει επιρροή στο θάνατο αλλά στη θνησιμότητα. Επομένως, ο θάνατος εμπίπτει πλέον, στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής, της απολύτως προσωπικής ιδιωτικής ζωής. Σήμερα «ο θάνατος είναι η στιγμή όπου το άτομο ξεφεύγει από κάθε εξουσία, στρέφεται προς τον εαυτό του και αναδιπλώνεται, κατά κάποιο τρόπο στην πιο ιδιωτική πτυχή»[2].
Ο Enzo Traverso θυμίζει πως η εν ψυχρώ βιομηχανική εξόντωση των Εβραίων στους θαλάμους αερίων στηριζόταν περισσότερο στην έννοια του καθήκοντος που έχει ο εκτελεστής, ο οποίος κάνει τη δουλειά του αποτελεσματικά και απρόσωπα. Τις ρίζες αυτής της αποπροσωποποίησης του τρόμου ο  Traverso τις ανακαλύπτει στην γκιλοτίνα, τη συσκευή που -σύμφωνα με τον Λαμαρτίνο- “Καταργούσε τον πόνο και τον χρόνο στην αίσθηση του θανάτου". Η γκιλοτίνα εγκαινιάζει -σύμφωνα με τον Traverso - μια ιστορική καμπή: η βιομηχανική επανάσταση μπαίνει στον χώρο της θανατικής ποινής. Η μηχανοποιημένη, σειριοποιημένη εκτέλεση θα πάψει σύντομα να αποτελεί μια τελετουργία της οδύνης, για να γίνει τεχνολογική μέθοδος θανάτωσης σε αλυσίδα, απρόσωπη, αποτελεσματική, σιωπηλή και γρήγορη: το τελικό αποτέλεσμα θα είναι η απανθρωποποίηση του θανάτου. Η έναρξη της λειτουργίας της γκιλοτίνας σημάδεψε επίσης την ''χειραφέτηση'' του δημίου που πολύ γρήγορα  μετατρέπεται σε απλό υπάλληλο που «δεν θεωρεί τον εαυτό του ως κάτι διαφορετικό από έναν κλητήρα που εκτελεί μια δικαστική απόφαση».
Τέσσερις μορφές συντροφεύουν την ανάπτυξη αυτού του νέου μηχανισμού θανάτωσης που εγκαινιάζει η γκιλοτίνα: ο γιατρός που φροντίζει να εξαλείψει τον πόνο, ο μηχανικός που αγρυπνά για την τεχνική αποτελεσματικότητα, ο δικαστής που αποφαίνεται για το δικαίωμα στη ζωή των καταδικασμένων και τέλος ο δήμιος που στέργει να εγκαταλείψει τα βασιλικά του γνωρίσματα για να φορέσει τη στολή ενός κοινού ''επαγγελματία''. Οι τέσσερις αυτές μορφές πρόκειται να διανύσουν μαζί ένα μακρύ δρόμο και θα παίξουν αναντικατάστατο ρόλο, επί Γ' Ράιχ: «ευθανασία των διανοητικά ασθενών» και των «ζωών ανάξιων να βιωθούν» προετοιμάζοντας τις δομές της, αποφασίζοντάς την, εφαρμόζοντάς την. Πραγματική ανθρωπολογική καμπή, η γκιλοτίνα αποκαλύπτει θα μπορούσε να πει κανείς μαζί με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, την άβυσσο μιας ψυχής χωρίς αύρα. Τέλος του θανάτου-θεάματος, της παράστασης που πραγματοποιείται από τον καλλιτέχνη-δήμιο. Οι θάλαμοι αερίων θα είναι η εφαρμογή αυτής της αρχής στην εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού. Η μεταμόρφωση του δήμιου σε επιτηρητή μιας φονικής μηχανής συνεπάγεται μια ανατροπή των ρόλων, την προτεραιότητα των μηχανών απέναντι στους ανθρώπους. Σύντομα πιο άγρια και ξέφρενη ανθρώπινη βία δεν θα είναι σε θέση να ανταγωνιστεί την τεχνολογία. Με την τεχνολογική απανθρωποποίηση του θανάτου τα πιο απάνθρωπα εγκλήματα θα γίνουν εγκλήματα ''χωρίς ανθρώπους''[3].
Σήμερα ο θάνατος έγινε αόρατος και διαλύθηκε από τον φόβο. «Μέσα σε ένα απωθητικό πολιτισμό, ο ίδιος ο θάνατος γίνεται ένα όργανο απώθησης»[4]. Η παλιά στάση, σύμφωνα με την οποία ο θάνατος είναι ταυτόχρονα οικείος, κοντινός κι όχι τόσο σημαντικός, έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τη δική μας. «Η ανθρωπότητα» -έλεγε ο Φερνάντο Πεσόα- «φοβάται το θάνατο μα χωρίς να τον γνωρίζει: ο μέσος άνθρωπος μάχεται γενναία για να εξασκηθεί και σπανιότατα αντικρίζει με φρίκη, είτε νέος είναι είτε γέρος, την άβυσσο του μη είναι, όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει την άβυσσο αυτή»[5].
 Στις σύγχρονες κοινωνίες, ο ετοιμοθάνατος δεν νιώθει πια το θάνατο, δεν αποκρυπτογραφεί πλέον αυτός πρώτος τα σημάδια τα οποία του κρύβουν. Οι γιατροί και οι νοσοκόμες, οι μόνοι που ξέρουν, δεν τον ειδοποιούν, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις. «Ο ετοιμοθάνατος είναι πια αυτός που δεν πρέπει να γνωρίζει»[6].
Εμείς φοβόμαστε τόσο τον θάνατο, που δεν τολμάμε να αναφέρουμε τα όνομα του. «Ο θάνατος έχει -σήμερα- εγκαταλείψει το σπίτι για το νοσοκομείο: απουσιάζει από τον γνώριμο κόσμο της καθημερινής ζωής. Ο σημερινός άνθρωπος, επειδή δεν τον βλέπει αρκετά συχνά κι από αρκετά κοντά, τον έχει ξεχάσει. Ο θάνατος έχει γίνει άγριος: ταιριάζει περισσότερο στο νοσοκομείο, που είναι τόπος λογικής και τεχνικής, παρά το δωμάτιο του σπιτιού, που είναι ο τόπος των συνηθειών της καθημερινής ζωής»[7].
«Για μένα, -γράφει ο Φερναντο Πεσόα- όταν βλέπω ένα νεκρό, ο θάνατος είναι μια αναχώρηση. Το πτώμα μου δίνει την εντύπωση ενός παλιού κοστουμιού που πετάχτηκε. Κάποιος έφυγε χωρίς να χρειάζεται να πάρει μαζί του τη μοναδική του φορεσιά»[8].
 Όμως, σήμερα, πεθαίνουμε όπως ερωτευόμαστε: βουτηγμένοι στον κομφορμισμό και το φόβο. Ο θάνατος γίνεται αντικείμενο φόβου, ως διαρκής απειλή. Πώς αντιμετωπίζει το θάνατο ο σύγχρονος άνθρωπος; «Ζει, κυριολεκτικά -λέει πριν από ένα περίπου αιώνα ο Μαξ Σέλερ- «από μέρα σε μέρα», έως τη στιγμή που -παράδοξο- δεν του μένει πλέον άλλη μέρα να ζήσει "λογαριάζει" τα σχετικά με το θάνατο όπως κάνει με τον κίνδυνο πυρκαγιάς ή πλημμύρας, σάμπως ο θάνατος να μοιάζει με τον κίνδυνο της φωτιάς ή του νερού τον λογαριάζει σαν άξια ή απαξία ενός κεφαλαίου»[9]. Αλλά ακόμα και αν γνώριζε, ο σύγχρονος άνθρωπος, ότι θα πεθάνει, -προσθέτει ο Φιλίπ Αριές- ούτε ο ίδιος και μερικές φορές, ούτε οι γιατροί δεν ξέρουν πότε, ούτε σε πόσο καιρό. Η στιγμή μπορεί να έχει σχεδόν φτάσει -κώμα μετά από τροχαίο (mors improvisa)- ή να προβλέπεται σε μερικές μέρες ή σε πολλές εβδομάδες. Η στάση απέναντι στο θάνατο άλλαξε και από το γεγονός ότι η διάρκεια του θανάτου ποικίλει. Δεν είναι πια τόσο συγκεκριμένη όσο άλλοτε. Τότε μερικές ώρες μεσολαβούσαν από τις πρώτες προειδοποιήσεις μέχρι τους τελευταίους αποχαιρετισμούς[10]. Σήμερα ο θάνατος όταν εμφανίζεται «παίρνει το νόημα καταστροφής». Δεν "πεθαίνουμε" πια τον θάνατο τίμια και συνειδητά. Και «ουδείς πλέον αισθάνεται και γνωρίζει ότι οφείλει να πεθάνει τον θάνατο του»[11].
Όταν απωθούμε τον έρωτα, απωθούμε το θάνατο. Και μαζί του τη ζωή. Και τότε οδηγούμαστε, όχι στο πένθος αλλά στη μελαγχολία (ο Φρόυντ ισχυρίζεται ότι «ενώ στο πένθος ο κόσμος έχει γίνει φτωχός και άδειος, στην μελαγχολία αυτό συμβαίνει με το ίδιο το εγώ»[12]) -την ακηδία, τη πλήξη, δηλαδή μια ελαφριά πρόγευση του θανάτου, καθώς, με την πλήξη[13] «η βίωση του χρόνου αλλάζει, με το παρελθόν και το μέλλον να εξαφανίζονται και όλα να γίνονται ένα ανελέητο τώρα». Σα «να υποφέρεις χωρίς να υποφέρεις, να θέλεις χωρίς να επιθυμείς να σκέφτεσαι χωρίς λόγο»[14] και «μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ο βίαιος πραγματικός θάνατος είναι προτιμότερος, ότι κάποιος μπορεί να προτιμήσει να τελειώσει ο κόσμος με μια έκρηξη παρά με ένα άθλιο μικρό λυγμό[15].

Στην εποχή μας  ο θάνατος εξακολουθεί να θάβεται  και να απωθείται , στους πολέμους που  -δήθεν- «δεν έγιναν ποτέ» (όπως ο Πόλεμος στο Ιράκ  -του  Cnn-  στις αρχές της δεκαετίας του ’90), και οι παίχτες  των realities  συνεχίζουν να υποκρίνονται μια κυνική αμεριμνησία  ενώ    γύρω τους ο Θάνατος θερίζει (όπως οι παίχτες του ισραηλινού reality εν μέσω της φρίκης του βομβαρδισμού της Γάζα). Όμως  οι δημόσιοι -στο YouTube- αποκεφαλισμοί, οι τελετουργικές σφαγές των λεγόμενων "τζιχαντιστών" δεν  δείχνουν και μια επιστροφή του απωθημένου, μια  επιστροφή του Θανάτου στην έρημο του Πραγματικού ;

Ο Πέτρος Θεοδωρίδης είναι συγγραφέας-δοκιμιογράφος.
Κατεβάστε ελεύθερα την τελευταία του συλλογή «Ακόμα και η Αριάδνη ήταν ψέμα» ή διαβάστε την online





[1] βλ. και το δοκίμιο Έρωτας θνητός απωθημένος θάνατος στο Πέτρου Θεοδωρίδη, Η Απατηλή υπόσχεση της αγάπης,, εκδ. Ένεκεν, 2012, σελ. 55 -71.
[2] Michel Foucault, Για την υπεράσπιση της κοινωνίας, μτφ Τιτίκα Δημητρούλια, πρόλ. Στέφανος Ροζάνης, εκδ. Ψυχογιός (Παραδόσεις 1976) (1997), Αθήνα 2002, σελ. 303, 304, 305.
[3] Enzo Traverso, Οι ρίζες της Ναζιστικής βίας, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, μτφ. Νίκος Κούρκουλος, Αθήνα 2013.
[4] H. Marcuse, μτφ Ιωάννης Αρζόγλου, εκδ. Κάλβος Αθήνα, (1955) 1977, σελ. 239.
[5] Φερνάντο Πεσόα, Το βιβλίο της Ανησυχίας,, πρόλ-μτφ. Άννυ Σπυράκου, τέταρτη έκδοση, εκδ. Αλεξάνδρεια 1997, σελ.  178.
[6] Φιλίπ Αριές, Δοκίμια για τον Θάνατο στη Δύση, μτφ. Καρίνα Λάμψα, εκδ. Γλάρος, Αθήνα (1975) 1988, σελ. 186.
[7] Φιλίπ Αριες, ό.π., σελ. 187.   
[8] Φερνάντο Πεσόα, ό.π., σελ. 179.
[9] Μαξ Σέλερ, Θάνατος και μετά Θάνατον Ζωή, μτφ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2003, σελ. 63.
[10] Μαξ Σέλερ, ό.π. σελ 62.
[11] Φιλίπ Αριες, ό.π. σελ. 186.
[12] lars Svendsen, Η φιλοσοφία της βαρεμάρας, μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς, εκδ. Σαββάλας (1999) 2006, σελ. 62.
[13] lars Svendsen, ό.π., σελ. 56-57.
[14] Fernando Pessoa, Το βιβλίο της ανησυχίας, μτφ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2005, § 263.
[15] Τ. S. Eliot,”The Hollow Men“ (1925).

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...