Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

κατάθλιψη και Μελαγχολια



η Μελαγχολία ήταν η υπαρξιακή ασθένεια του Φαουστικού(ιδιοφυούς)  ανθρώπου:  Πλεονάζει ,δεν μπορεί να χωρέσει στην κοινοτοπία, στην μετριοτητα,,πνιγεται,θελει να πετάξει αλλά έχει τα φτερά σπασμένα ..
Η Μελαγχολική κατήφεια ενέχει απόλαυση όσο και Οδύνη . Ηδονή - Οδύνη.
Όμως η κατάθλιψη είναι ο ''εκδημοκρατισμός '' της Μελαγχολίας ..
 Δεν αφορά πια στις ιδιοφυίες και καλλιτεχνικές φύσεις αλλά στον κοινό μέσο ανθρωπάκο.  δεν έχει να κάνει με πλεόνασμα αλλά με το έλλειμμα, την έλλειψη που νιώθουμε σε σχέση με τις υψηλές και αντιφατικές προσδοκίες του καιρού μας .
 Η κατάθλιψη έχει να κάνει με την Ντροπή που δεν καταφέρνουμε να γίνουμε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε.
Η κατάθλιψη είναι η αρρώστια του καιρού μας.
 Π.Θ ο Οιδιπους κρυφοβλεπει  

Πέτρος Θεοδωρίδης .Ιστορίες για τον Χρόνο 4. Μνήμη και αναμνήσεις I.



Ιστορίες για τον Χρόνο   4.  Μνήμη και αναμνήσεις  I
  Πέτρος Θεοδωρίδης
Υπάρχει η Μνήμη: σαν το ατελείωτο πάντα παζλ, θαμπή και απροσδιόριστη, άλλοτε φωτεινή και ολόασπρη, άλλοτε μισοσκότεινη, άλλοτε διάτρητη από μαύρες τρύπες, από τις δίνες τραυμάτων και  απωθήσεων. Και υπάρχουν και οι Μνήμες -ή μάλλον οι ενθυμήσεις- πάντα στον πληθυντικό: Μνήμες αφής, ερωτικών αγγιγμάτων, μνήμες συνάντησης με άλλα σώματα, όπως το δείχνει το ποίημα Επέστρεφε του Καβάφη : «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, / αγαπημένη αίσθησις/ επέστρεφε και παίρνε με — όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,/ κι επιθυμία παλιά ξαναπερνά στο αίμα· / όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται, κι αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι./ Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,/ όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται».
Μνήμες έντασης, μνήμες  χαλάρωσης: ενθυμήσεις  γεύσεων -άλλοτε πικρών,  άλλοτε στιφών,  άλλοτε γλυκύτατων- μνήμες που αναδύονται  αίφνης σαν μέσα από Ρωσικές  κούκλες, ή σύμφωνα με την μεταφορά του Προυστ (στο Αναζητώντας   τον χαμένο χρόνο):  «σαν το παιχνίδι που διασκεδάζει τους Ιάπωνες, όταν μουσκεύουν σε μια κούπα πορσελάνης γεμάτη νερά μικρά κομμάτια  χαρτί, αξεχώριστα ως τότε, μα που μόλις βραχούν τεντώνονται, στρίβουν, χρωματίζονται, διαφοροποιούνται, γίνονται  λουλούδια , σπίτια, πρόσωπα  στέρεα  και που αναγνωρίζεις». Μνήμες συνοδευόμενες από  ανεξιχνίαστα  αισθήματα  ευδαιμονίας, πλήρωσης  σαν κι αυτή που ο Προυστ περιγράφει να  αναδύεται μέσα από τη γεύση της Μαντλέν, ενός  μπισκότου  με γεύση  λεμονιού και σχήμα αχιβάδας :«Αλλά  τη στιγμή που η γουλιά, ανακατεμένη με τα ψίχουλα του γλυκού άγγιξε τον ουρανίσκο μου, σκίρτησα, προσέχοντας κάτι καταπληκτικό που συνέβαινε μέσα μου. Μια γλυκιά απόλαυση με είχε κυριεύσει, απομονωμένη, χωρίς να ξέρω την  αιτία της. Μου είχε κάνει  ξαφνικά τις περιπέτειες της ζωής αδιάφορες,  ακίνδυνες τις καταστροφές της,  ανύπαρκτη τη συντομία της,[….]: ή μάλλον η ουσία αυτή   δεν ήταν μέσα μου, ήμουν  εγώ». Μνήμες  όσφρησης, μνήμες γεύσης : «Όταν όμως από ένα μακρινό παρελθόν τίποτα  δεν επιζεί, αφού πεθάνουν οι άνθρωποι,  αφού καταστραφούν τα άψυχα, μόνες, πιο φθαρτές , αλλά πιο μακρόβιες , πιο άυλες, πιο επίμονες, πιο πιστές , η όσφρηση και η γεύση ζουν για καιρό ακόμα  σαν τις ψυχές , για να θυμούνται, να περιμένουν, να ελπίζουν, πάνω σ’ όλα αυτά  τα ερείπια, να βαστούν  χωρίς να λυγίζουν, πάνω στην μικρή  σχεδόν άυλη σταγόνα τους , το τεράστιο οικοδόμημα της ανάμνησης» (Προυστ).
Ενθυμήσεις σκέψεων που τις θυμόμαστε πλέον αμυδρά, που όταν τις κάναμε, φάνταζαν ακλόνητες, ορθολογικές  και  στέρεες. Αναμνήσεις  πραγματικές  ή αναμνήσεις-προκάλυμμα, δηλαδή παιδικές αναμνήσεις  που χαρακτηρίζονται ταυτόχρονα από την ιδιαίτερη  καθαρότητα τους και από την φαινομενική ασημαντότητα του περιεχομένου τους – και που  ο Φρόυντ ονομάζει προκαλύμματα με την έννοια ότι επικαλούνται απωθημένες  σεξουαλικές  εμπειρίες ή φαντασιώσεις – ασήμαντες λεπτομέρειες που θυμόμαστε  για να κρύψουμε κάτι  άλλο, κάτι τραυματικό που απωθήσαμε, κάτι που ίσως ποθήσαμε και δεν αποκτήσαμε.
Αναμνήσεις ονείρων. Αναμνήσεις  πραγματικές  και αναμνήσεις φανταστικές, μνήμες πραγμάτων που ζήσαμε και πραγμάτων που επινοήσαμε, αναμνήσεις τραυμάτων επίσης, ουλών που μόλις που τολμάμε να αγγίζουμε  κι όμως και πάλι ψαχουλεύουμε· ο νους μας γυρνά  και γέρνει εκεί, όπως η γλώσσα  στη ουλή  ενός βγαλμένου  δοντιού– μνήμες απώλειας· αυτές, ίσως,   είναι οι πιο οδυνηρά ηδονικές μνήμες. Και τι άλλο είναι οι μνήμες (ως αναμνήσεις/ ξανα-κοιτάγματα) παρά προσπάθεια να δώσουμε μορφή και σχήμα στα  εκάστοτε σπαράγματα  του χρόνου, στα ίχνη από το πέρασμα του πραγματικού, στο αδιάκοπο  διάβα του παρόντος  που γίνεται παρελθόν και παρέρχεται μόλις το ακουμπάμε και που μπορεί να γίνει υποφερτό μόνο μέσα από επεξεργασίες νοήματος; Όπως τα όνειρα υφίστανται πάντα μια πρωτογενή και δευτερογενή επεξεργασία -τις στιγμές που ξυπνάμε -έτσι και τα αδιάκοπα παρόντα αποκτούν  νόημα   μέσα  από την  ακατάπαυστη, αξεδιάλυτη συγχώνευση τους με τις δικές μας προβολές και εκλογικεύσεις.
Μνήμη  και αναμνήσεις: Είναι διαφορετική η μνήμη από την ανάμνηση, μας λέει ο Αριστοτέλης: «όχι μόνο σχετικά με το χρόνο αλλά και γιατί, ενώ μνήμη έχουν πολλά  κι από τα αλλά ζώα, ανάμνηση δεν έχουν κανένα ας πούμε  από τα γνωστά ζώα, εκτός από τον άνθρωπο. Αιτία δε είναι ότι η ανάμνηση είναι σαν συλλογισμός· γιατί αυτός που αναθυμάται, συλλογίζεται  ό,τι  προηγουμένως  είδε   ή  άκουσε ή  έπαθε  κάτι  τέτοιο και είναι σαν κάποια αναζήτηση. Και αυτό  είναι  φυσικό να συμβαίνει μόνο στα όντα  που σκέπτονται για ν’ αποφασίσουν · γιατί η διάσκεψη  αυτή  είναι ένα είδος συλλογισμού».
Και είναι οι Μνήμες μας πάντα  επιλεκτικές και πάντα συνυφαίνονται  με την λησμονιά ,την Λήθη , όπως η Μέρα με την νύχτα ή, όπως ο θάνατος υποβαστάζει και (περι)ορίζει τη ζωή μας, αλλιώς θα χανόμασταν στην απειρία των πραγμάτων, καταστάσεων και συναισθημάτων που νιώσαμε, αντιληφθήκαμε, είδαμε, πονέσαμε, φανταστήκαμε, σαν τον  Ιρενέο Φούνες (ήρωα ιστορίας του Χ. Λ. Μπόρχες) που όταν ήταν παιδί, έπεσε από το άλογο και έμεινε ανάπηρος και «σχεδόν ανίκανος να συλλάβει καθολικές, πλατωνικές ιδέες», δηλαδή τη διαδικασία της αφαίρεσης: να εστιάζει σε συγκεκριμένες όψεις των όσων έβλεπε με το να παραβλέπει τα υπόλοιπα. Αντίθετα μπορούσε να βλέπει «το κάθε σταφύλι που είχε πατηθεί για να γίνει το κρασί και όλους τους μίσχους και τα ακροβλάσταρα του αμπελιού», εκεί που εσείς κι εγώ «με μια γρήγορη ματιά θα βλέπαμε τρία ποτήρια  με κρασί πάνω στο τραπέζι». Δυο – τρεις φορές ο Φούνες, «ανασυγκρότησε στη μνήμη του μια μέρα ολόκληρη» χωρίς κανένα δισταγμό και κανένα λάθος, «αλλά η ίδια η ανασυγκρότηση του είχε πάρει μια ολόκληρη μέρα». Στην πραγματικότητα, ο Φούνες όχι μόνο θυμόταν κάθε φύλλο κάθε δέντρου, κάθε δάσους αλλά και καθεμιά από τις φορές που το είχε δει ή το είχε φανταστεί. Έχοντας ανακαλύψει πως όχι μόνο το έργο που είχε αναθέσει στον εαυτό του δεν είχε τελειωμό, αλλά και πως η όλη ιδέα ενός τέτοιου έργου ήταν άσκοπη, ο Φουνες παραπονιόταν :«η μνήμη μου κύριε είναι ένας σωρός από σκουπίδια».
Έτσι οι μνήμες δεν μπορούν αν επιβιώσουν χωρίς την εναλλαγή τους με την λήθη: η Λήθη είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Μνήμης. Έτσι οι αναμνήσεις είναι πάντα επιλεκτικές: άλλοτε σκόπιμα επιλεκτικές  αλλά τις περισσότερες  φορές αθέλητα. Φανερώνουμε πράγματα  σκεπάζοντας, αλλά και σε κάθε ηλικία,  ξεσκεπάζουμε καλά φυλαγμένα ακόμη κι από μας  μυστικά  που κρύβει η κουβέρτα της Λήθης. Γιατί δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το παρόν  χωρίς το προστατευτικό κέλυφος του παρελθόντος μας: χωρίς το παρελθόν μας που να ερμηνεύει το παρόν, το τελευταίο θα έμοιαζε  με βύθισμα στη κόλαση  που το μαρτύριο της  θα στάλαζε μέσα μας σαν ένα  επαναλαμβανόμενο αγωνιώδες ερώτημα : Τι έγινε πριν;
 ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ . 3 Η στιγμή ως αιωνιότητα του Πέτρου Θεοδωρίδη
Ιστορίες για τον Χρόνο 2. Παρελθόν και Παρόν . του Πέτρου Θεοδωρίδη

Ιστοριες για τον Χρονο. #1 η Στιγμη, η Διαρκεια, η Βαρεμαρα.

είμαστε τα δάκρυα του Χρόνου.

Είμαστε
κάτι παμπάλαιες κορνίζες
θαμπές φωτογραφίες
φθηνά κουρελάκια
που γίνονται έρμαια του άνεμου
ποτέ εδώ , ποτέ εκεί , πετώντας
παρά τη θέληση τους
και στο τέλος
αργά
προσγειώνονται
στους σκουπιδότοπους του παρόντος

στα αποξηραμένα πηγάδια
στις στοές των ορυχείων '
στα σπλάχνα του κόσμου

είμαστε κάτι ανήμπορα αποκαΐδια
από φωτιές του πόθου , από δάση που κάηκαν
που μας παρέσυρε ο άνεμος χιλιάδες χιλιόμετρα
και τώρα πάλι πέφτουμε στη Γη
σα στάχτη
είμαστε τα δάκρυα του Χρόνου.

Π.Θ

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Πως ν’ αγγίξω Παπαρούνα Κόκκινη;

  η ωραια  λουομένη( Π. Θεοδ,)
Πως ν’ αγγίξω Παπαρούνα Κόκκινη;
————————————-

Πως να σ’ αγγίξω Παπαρούνα κόκκινη;
Ο χρόνος π’ απομένει είναι λίγος
Σε καταβρέχει η Βροχή η Όξινη
Και να που νιώθω -μες τη Μοναξιά -το ρίγος..

Πως να σ’ αγγίξω Παπαρούνα κόκκινη;
Ο χρόνος με κοιτάει μ’ ειρωνεία
Κι εσύ ,ανοίγεις, τόσο αθώα και αστεία
κι η προσμονή σε κάνει τόσο ροδοκόκκινη
Πως να σ’ αγγίξω Παπαρούνα κόκκινη;

πόσο γρήγορα περνάει -πια - η κάθε Άνοιξη …

  Πέτρος Θεοδωριδης .Απρίλιος 10, 2008

(και σούρνεται στα γρήγορα η αγάπη σαν μια σαύρα κι αφήνει ως ίχνος πίσω της , Μικρής Ζωής μας Αύρα…)

Ειν ‘ η αγάπη θάλασσα ,τα χέρια δεν μπορούν
να την βαστάξουν μια στιγμή, τα κύματα γλιστρούν
Κι ‘είναι η αγάπη απέραντη , κι είναι βαθιά πολύ
και στον βυθό της φτάνουνε μονάχα οι πιο τρελοί

Κι είναι η αγάπη αστραπή που λάμπει μες στο βράδυ
Κρατάει μόνο μια στιγμή , σα λάμψη στο σκοτάδι ,
Και είναι σαν αναπνοή , σαν του Θεού λυγμός
Γλιστρά η αγάπη , χάνεται σαν ένας Στεναγμός

(και σούρνεται στα γρήγορα η αγάπη σαν μια σαύρα
κι αφήνει ως ίχνος πίσω της , Μικρής Ζωής μας Αύρα…)


(απο την Χαμενη Χελιδωνα)

Σχόλιο από Νοσφεράτος | Απρίλιος 24, 2008

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Καμια φορά στα Ονειρα νιωθω παγιδευμένος....


καμιά φορά στα Όνειρα μου έρχεται να κλάψω
μα είναι το Κλάμα άηχο,και ανήμπορος βουλιάζω
μες το όνειρο που γίνεται σιγά σιγά Εφιάλτης..

Γιατί τα όνειρα
είναι συμπυκνωμένη αμαρτία
είναι του Ασυνείδητου η Αρτηρία

είναι οι σκέψεις μας που γίνονται κουβάρι
είναι του Είναι μας το 'Αυλο κουφάρι
είναι οι τρόμοι μας και είναι η αγάπη
είναι η πιο βαθιά, κατάδικη μας αυταπάτη

ετσι
καμμια φορά
στα όνειρα νιώθω παγιδευμενος
στου Ασυνειδήτου τη ροή και σενα δίχτυ
απ' όπου δεν υπάρχει σωτηρία,
κι είναι μαζί το τέλος κι η αφετηρία...

Κιοταν βουλιάζω στο όνειρο και νιώθω σαν να πέφτω
σ'ενα αόριστο κενό,
ή να πετώ στον ουρανό, να διασχίζω σύννεφα ,ή
να γυρνώ
στο παρελθόν να γίνομαι μικρός , και μες τα χόρτα της πατρικής αυλής να κρύβομαι και πάλι,
-κοκκινισμενα κάρβουνα απ' το μαγκάλι, η μυρωδιά του ποταμού ,το σπίτι πουχαμε πάνω στο δέντρο , οι παιδικοί μου φίλοι ,και οι εικόνες αιχμηρές ,που καταλήγουν των ζωών μας οι ροές;,ποιο συντριβάνι θα μας πεταξει σαν νερό;
θυμάμαι το ποτάμι καθαρό,κι η ευτυχία με τραβάει απ' το μανίκι ,νιώθω μαχαίρι μέσα στ 'όνειρου τη θήκη,

και ξυπνώ
λουσμένος στον ιδρώτα
όπως και πρώτα
οπως και πρωτα. 

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

ψηλάφισε


ψηλάφισε το μέρος της καρδιάς
βουλιάζοντας στον εαυτό σαν νυχτοπούλι
που κουρνιάζει .

όταν νυχτώνει ,
μένω μόνος μεσ' τα σπλάχνα μου.


ένιωσε
πως ήταν εκεί ,παρολαυτά..

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Αγαπά την κοινότητα σου ως εαυτόν. Δυο μύθοι







Αγαπά την κοινότητα σου ως εαυτόν:
Πέτρος Θεοδωριδης 




Μια συγγραφέας η Catherine Clement μας δίνει ένα γλαφυρό παράδειγμα:
«Συχνά ινδιάνικες ομάδες εξαιτίας των τυχαίων νομαδικών περιπλανήσεων ή των καταστροφών συναντιόντουσαν χωρίς να το θέλουν. Κάτι τέτοιο συνέβη στους Ινδιάνους Μαντάνος της Βόρειας Αμερικής. Μια ομάδα Ινδιάνων με γειτονικό πολιτισμό, τους συνάντησε κι έμαθε κοντά τους την καλλιέργεια του καλαμποκιού. Αλλά, σύντομα οι Μαντανος τους ζήτησαν να ξαναφύγουν, και οι γέροντες ακόμα επαναλαμβάνουν αυτό πού ειπώθηκε τα παλιά εκείνα χρόνια:Θα ήταν καλύτερα να φύγετε πέρα απ τον ποταμό, και να φτιάξετε εκεί το χωριό σας, γιατί τα δικά μας έθιμα είναι πολύ διαφορετικά από τα δικά σας. Καθώς οι νέοι δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, θα μπορούσαν να έρθουν σε διαφωνίες και να αρχίσουν τον πόλεμο. Μην πάτε πολύ μακριά, γιατί οι λαοί πού ζουν μακριά είναι σαν ξένοι μεταξύ τους και ο πόλεμος μπορεί να ξεσπάσει ανάμεσα τους. Ταξιδέψτε προς βορρά μέχρις ότου να μη μπορείτε πια να δείτε τον καπνό από τα σπίτια μας ,και χτίστε εκεί το χωριό σας. Ετσι θα είμαστε αρκετά κοντά για να μείνουμε φίλοι και όχι τόσο μακριά ώστε να γίνουμε εχθροί»*

Ένας άλλος μύθος ο μύθος του σκαντζόχοιρου ,είναι ένα απο τα γνωστότερα κομμάτια απ ολόκληρο το έργο του Σοπεναουερ «Μια παγωμένη χειμωνιάτικη μέρα , μερικοί σκαντζόχοιροι στριμώχτηκαν κοντά κοντά μεταξύ τους, για να προφυλαχτούν ζεσταίνοντας ο ένας τον άλλον και για να γλιτώσουν από την παγωνιά . Γρήγορα όμως ένιωσαν τα αγκάθια των άλλων σκαντζόχοιρων πάνω τους και αυτό τους έκανε να ξαναχωρίσουν. Όποτε η ανάγκη για ζεστασιά τους ξανάφερνε κοντά, το πρόβλημα με τα΄ αγκάθια τους επαναλαμβανόταν. Παράπαιαν λοιπόν ανάμεσα σε δυο κακά, ώσπου ανακάλυψαν την σωστή απόσταση απ ¨την οποία μπορούσαν να ανεχτούν ο ένας τον άλλον .» Ετσι κατά την άποψη του Σοπεναουερ η ανάγκη της συνύπαρξης που πηγάζει απ την κενότητα και την μονοτονία της ζωής των ανθρώπων τους κάνει να πλησιάζουν ο ένας τον άλλο, αλλά οι πολλές δυσάρεστες και απωθητικές τους ιδιότητες τους απομακρύνουν ξανά και ξανά.'' **
Φαινομενικά οι δυο μύθοι μιλούν για το ίδιο πράγμαΤο εκκρεμές της απόστασης ανάμεσα στο εμείς και στο άλλο .

Όμως η διάφορα έγκειται στο ότι στον πρώτο μύθο υπάρχει ο Σαμάνος, ο άλλος, που βρίσκει την σωστή λύση δηλαδή την σωστή απόσταση.

Ο Πρώτος μύθος ενέχει μια αισιοδοξία :την πίστη στην ανθρώπινη παρέμβαση στην αξία της μάθησης .

Ο δεύτερος μύθος αντανακλά την απαισιοδοξία του ίδιου του Σοπεναουερ , την έλλειψη εμπιστοσύνης του για τις ανθρώπινες ικανότητες μάθησης .
Ας μην ξεχνάμε ότι ονόμαζε τους ανθρωπους «ανθρώπινα δίποδα»

* Catherine Clement , Ζακ Λακάν , Βιος και Πολιτεία, Ο Σαμάνος Ψυχαναλυτής

** Irvin ,Yalom, H Θεραπεία του Σοπεναουερ ,

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου