Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσφυγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσφυγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Z. Bauman, Ο μεταναστευτικός «ηθικός πανικός» και οι (κατα)χρήσεις του πηγή: ΕΝΘΕΜΑΤΑ μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου/αναδημοσίευση απο το Μπλογκ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ




Z. Bauman, Ο μεταναστευτικός «ηθικός πανικός» και οι (κατα)χρήσεις του


πηγή: ΕΝΘΕΜΑΤΑ
μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου


Zygmunt-Bauman-006
photo: Simon and Simon/ The Guardian

Οι τηλεοπτικές ειδήσεις, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, οι ομιλίες των πολιτικών, τα «τιτιβίσματα», όλα τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να εστιάσουν ή να εκτονώσουν τα άγχη και τις φοβίες του κοινού, ξεχειλίζουν πλέον από αναφορές στη «μεταναστευτική κρίση» –η οποία υποτίθεται πως πλημμυρίζει την Ευρώπη και προμηνύει την κατάρρευση και τον χαμό του τρόπου ζωής που αυτή γνωρίζει, εξασκεί και λατρεύει. Αυτή η κρίση χρησιμεύει προς το παρόν ως ένα είδος πολιτικώς ορθού κωδικού ονόματος για την τρέχουσα φάση του αέναου αγώνα που διεξάγουν οι καθοδηγητές της κοινής γνώμης για την κατάκτηση και την υποταγή των σκέψεων και των συναισθημάτων των ανθρώπων. Ο αντίκτυπος των ειδήσεων που μεταδίδονται από το εν λόγω πεδίο μάχης κοντεύει πια να προκαλέσει έναν πραγματικό «ηθικό πανικό» (φαινόμενο το οποίο, σύμφωνα με τον πιο κοινά αποδεκτό ορισμό που καταγράφει η Wikipedia, είναι «ένα αίσθημα φόβου που εξαπλώνεται σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων ότι κάτι κακό απειλεί την κοινωνική ευημερία»).[1]

Καθώς γράφω αυτές τις λέξεις, μια ακόμα τραγωδία –συνοδευόμενη από σκληρή αδιαφορία και ηθική τύφλωση- είναι έτοιμη να ξεσπάσει. Ολοένα και πυκνώνουν τα σημάδια ότι η κοινή γνώμη, σε αγαστή σύμπνοια με τα εντυπωσιοθηρικά ΜΜΕ, σταδιακά αλλά αναπόδραστα πλησιάζουν το σημείο της «κούρασης με την προσφυγική τραγωδία». Τα πνιγμένα παιδιά, τα βιαστικά υψωμένα τείχη, τα αγκαθωτά συρματοπλέγματα, τα υπερπλήρη στρατόπεδα συγκέντρωσης («κέντρα υποδοχής») και οι κυβερνήσεις που διαγωνίζονται στη ρίψη αλατιού στις πληγές της εξορίας, του παρά τρίχα γλυτωμού και των εξουθενωτικών κινδύνων του ταξιδιού προς την ασφάλεια αντιμετωπίζοντας τους πρόσφυγες σαν καυτές πατάτες – όλα αυτά τα ηθικά αίσχη αποτελούν ολοένα και λιγότερο «ειδήσεις» και πετιούνται ολοένα και συχνότερα κάπου «μέσα στις ειδήσεις». Αλίμονο, η μοίρα όλων των συγκλονισμών είναι η μετατροπή τους σε μια βαρετή ρουτίνα κανονικότητας –κι η μοίρα των ηθικών πανικών είναι η περιτύλιξή τους σ’ ένα πέπλο λησμοσύνης, η κατανάλωση και η εξαφάνισή τους από τα μάτια και τις συνειδήσεις μας. Ποιος θυμάται πια τους Αφγανούς πρόσφυγες που ζητούσαν άσυλο στην Αυστραλία κι έριχναν τα κορμιά τους πάνω στα συρματοπλέγματα της Woomera ή έλιωναν κλεισμένοι στα μεγάλα κέντρα κράτησης που η Αυστραλιανή κυβέρνηση έχτισε στο Nauru και το Νησί των Χριστουγέννων «για να εμποδίσει την είσοδό τους στα χωρικά της ύδατα»; Ή τους δεκάδες Σουδανούς εξόριστους που σφαγιάστηκαν από την αστυνομία στο κέντρο του Καΐρου «αφού απεκδύθηκαν των δικαιωμάτων τους από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ»;[2]
Η μαζική μετανάστευση δεν είναι φυσικά νέο φαινόμενο˙ συνόδευσε τη νεωτερική εποχή από την απαρχή της (αν και σε μεταβαλλόμενες, και κάποιες φορές αντιστρεφόμενες, κατευθύνσεις) –καθώς ο «σύγχρονος τρόπος ζωής μας» περιλαμβάνει εγγενώς την παραγωγή «περιττών ανθρώπων» (τοπικά «άχρηστων» –πλεοναζόντων και μη απασχολήσιμων- ελέω οικονομικής προόδου, ή τοπικά ανυπόφορων –απόβλητων ως αποτέλεσμα αναταραχών, συγκρούσεων και αλληλοσπαραγμών που οφείλονται σε κοινωνικούς/πολιτικούς μετασχηματισμούς και στους αγώνες ισχύος που ακολουθούν). Ωστόσο, τώρα υφιστάμεθα τις πρόσθετες συνέπειες της βαθιάς, και φαινομενικά αδιέξοδης, αποσταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής, στον απόηχο των απερίσκεπτων, ανόητα μυωπικών και πασίδηλα αποτυχημένων πολιτικών και στρατιωτικών επεμβάσεων των Δυτικών δυνάμεων στην περιοχή.
Οι παράγοντες που πυροδοτούν τις τωρινές μαζικές ροές στα σημεία εκκίνησής τους είναι λοιπόν διττοί· αντίστοιχα διττός είναι και ο αντίκτυπος των ροών αυτών στα σημεία προορισμού και οι αντιδράσεις των χωρών υποδοχής. Στα «ανεπτυγμένα» μέρη του κόσμου, στα οποία τόσο οι οικονομικοί μετανάστες όσο και οι πρόσφυγες αναζητούν καταφύγιο, τα επιχειρηματικά συμφέροντα επιβουλεύονται και καλωσορίζουν την εισροή του φτηνού εργατικού δυναμικού που υπόσχεται γι’ αυτούς μεγάλα κέρδη (όπως εύστοχα το συνόψισε ο Ντόμινικ Κασιάνι: «οι βρετανοί εργοδότες έχουν γίνει εξπέρ στο να βρίσκουν φτηνούς ξένους εργάτες –χρησιμοποιούν γραφεία απασχόλησης που εργάζονται πυρετωδώς στην ηπειρωτική Ευρώπη ακριβώς για το σκοπό αυτόν»)·[3] για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, από την άλλη, που ήδη κατατρύχεται από την υπαρξιακή και εργασιακή ανασφάλεια της κοινωνικής του θέσης και προοπτικής, αυτή η εισροή σηματοδοτεί ακόμα μεγαλύτερο ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας, βαθύτερη αβεβαιότητα και μειούμενες πιθανότητες βελτίωσης της ζωής τους: πρόκειται για μια πολιτικά και κοινωνικά εκρηκτική κατάσταση, και οι πολιτικοί προσπαθούν πολύ άγαρμπα να ισορροπήσουν τις ασύμβατες επιθυμίες να εξυπηρετήσουν τους κεφαλαιοκράτες αφέντες τους και ταυτόχρονα να καθησυχάσουν τους φόβους των ψηφοφόρων τους.
Εν γένει, όπως έχουν τα πράγματα προς το παρόν και όπως φαίνονται ότι θα είναι για πολύ καιρό στο μέλλον, η μαζική μετανάστευση είναι απίθανο να σταματήσει· παρά τις προσπάθειες να αποθαρρυνθεί ή και την αυξανόμενη εφευρετικότητα των προσπαθειών να σταματήσει. Όπως έξυπνα παρατήρησε ο Ρόμπερτ Ουάιντερ στον πρόλογο της β΄ έκδοσης του βιβλίου του Bloody Foreigners,[4] «Μπορούμε να καθόμαστε στην παραλία όσο θέλουμε και να φωνάζουμε στα κύματα, αλλά η παλίρροια δεν θα μας ακούσει, ούτε η θάλασσα θα υποχωρήσει». Η ανέγερση τειχών για να σταματήσουν οι μετανάστες πριν «μπουν στις δικές μας αυλές» μοιάζει σε γελοίο βαθμό με την ιστορία του αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου Διογένη, ο οποίος μια μέρα έπιασε το πιθάρι στο οποίο έμενε και άρχισε να το κυλά άσκοπα πάνω κάτω στους δρόμους της Σινώπης. Όταν τον ρώτησαν για την παράξενη συμπεριφορά του, αυτός απάντησε ότι, μια κι έβλεπε τους γείτονές του να αμπαρώνουν τις πόρτες τους και να ακονίζουν τα σπαθιά τους εν όψει της πολιορκίας της πόλης από τα στρατεύματα του Αλέξανδρου του Μακεδόνα, ντρεπόταν να αδρανεί κι είπε να συνεισφέρει κι εκείνος κάπως στην άμυνα της πόλης.
Αυτό όμως που έγινε τα τελευταία χρόνια, είναι ότι στους μετανάστες που χτυπούν τις πόρτες της Ευρώπης προστίθενται ένας εκρηκτικά αυξημένος αριθμός προσφύγων και αιτούντων άσυλο. Αυτή η έκρηξη προκλήθηκε από το αυξανόμενο πλήθος των κρατών που «αποτυγχάνουν» ή είναι ήδη «αποτυχημένα», των περιοχών όπου δεν υπάρχει καν κράτος και άρα αποτελούν θέατρα ανομίας, ατελείωτων φυλετικών και θρησκευτικών πολέμων, μαζικών σφαγών και ασταμάτητης λεηλασίας. Σε μεγάλο βαθμό, αυτή είναι η παράπλευρη ζημιά που προκάλεσαν οι θανατηφόρα λανθασμένες, ατυχείς και καταστροφικές στρατιωτικές αποστολές στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, οι οποίες τελείωσαν με την αντικατάσταση των δικτατορικών τους καθεστώτων από ένα 24-ωρο θέατρο αναρχίας και φρενιτιώδους βίας, που υποβοηθείται και υποκινείται από ένα παγκόσμιο εμπόριο όπλων που έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο και ενισχύεται από την άπληστη εξοπλιστική βιομηχανία και τη σιωπηρή (αν και συχνά υπερήφανα επιδεικνυόμενη σε διεθνή εμπορικά φόρα) υποστήριξη κυβερνήσεων διψασμένων για μεγέθυνση του ΑΕΠ. Η πλημμύρα των προσφύγων που, κάτω από την κυριαρχία της αυθαιρεσίας και της βίας, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους, και να αναζητήσουν καταφύγιο από τα πεδία των μαχών, ήρθε να προστεθεί στη σταθερή ροή των αποκαλούμενων «οικονομικών μεταναστών», οι οποίοι έλκονται στη Δύση από την ανθρώπινη επιθυμία τους να αφήσουν τα άγονα εδάφη τους (τις πτωχευμένες χώρες τους που δεν προσφέρουν καμιά προοπτική) για πιο πράσινα βοσκοτόπια (τους ονειρικούς παραδείσους των άπλετων ευκαιριών). Γι’ αυτό το πλατύ ποτάμι των ανθρώπων που αναζητούν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης (ένα ποτάμι με ροή σταθερή από τις απαρχές της ανθρωπότητας, που όμως φούσκωσε από τη σύγχρονη βιομηχανία περιττών ανθρώπων και «σπαταλημένων ζωών»[5]), ο Πολ Κόλιερ γράφει τα ακόλουθα[6]:
«Το πρώτο γεγονός είναι πως το εισοδηματικό χάσμα ανάμεσα στις φτωχές και τις πλούσιες χώρες είναι τερατώδες και η παγκόσμια διαδικασία οικονομικής μεγέθυνσης θα το διατηρήσει έτσι για πολλές δεκαετίες. Το δεύτερο είναι πως η μετανάστευση δεν θα μειώσει δραστικά αυτό το χάσμα διότι οι μηχανισμοί ανάδρασης είναι πολύ αδύναμοι. Το τρίτο είναι πως, καθώς η μετανάστευση θα συνεχίζεται, οι μεταναστευτικές κοινότητες θα συνεχίσουν για δεκαετίες να πληθαίνουν. Οπότε, το εισοδηματικό χάσμα θα παραμένει, και οι παράγοντες διευκόλυνσης της μετανάστευσης θα πολλαπλασιάζονται. Το βέβαιο συμπέρασμα είναι πως η μετανάστευση από τις φτωχές στις πλούσιες χώρες θα επιταχυνθεί. Για το προβλέψιμο μέλλον, η διεθνής μετανάστευση δεν θα φτάσει σε ισορροπία: αντίθετα, είμαστε μάρτυρες των απαρχών μιας ανισορροπίας επικών διαστάσεων».
Ο Κόλιερ υπολογίζει πως, μεταξύ του 1960 και του 2000 (οπότε τελείωναν και τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία), «η μετανάστευση από τις φτωχές στις πλούσιες χώρες απογειώθηκε από τα 20 εκατομμύρια (και λιγότερο) στα 60 εκατομμύρια (και περισσότερο). Επιπλέον, οι αυξητικές τάσεις επιταχύνονταν με το πέρασμα των δεκαετιών. […] Είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι μετά το 2000 η επιτάχυνση συνεχίστηκε». Θα λέγαμε πως, αφημένοι στη δική τους λογική και δυναμική, οι πληθυσμοί των φτωχών και πλούσιων χωρών συμπεριφέρονται όπως ένα υγρό σε συγκοινωνούντα δοχεία. Ο αριθμός των μεταναστών είναι βέβαιο ότι θα αυξάνει έως ότου επιτευχθεί ισορροπία, μεταξύ των επιπέδων ευημερίας των «ανεπτυγμένων» και των «αναπτυσσόμενων» (;) τομέων του παγκοσμιοποιημένου πλανήτη μας. Ωστόσο, ένα τέτοιο αποτέλεσμα πιθανότατα θα χρειαστεί πολλές δεκαετίες μέχρι να επιτευχθεί – ακόμα κι αν αποκλείσουμε τις απρόβλεπτες καμπές της ιστορικής μοίρας.
Μια ιστορία που δεν τελειώνει

Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτά αποτελούν γενικά και υπεριστορικά προβλήματα της ύπαρξης «ξένων ανάμεσά μας», που εμφανίζονται σε όλες τις εποχές και κατατρύχουν όλα τα τμήματα του πληθυσμού, με λίγο-πολύ παρόμοια ένταση και σε λίγο-πολύ παρόμοιο βαθμό. Οι πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές προκαλούν αναπόφευκτα τις αντιφατικές παρορμήσεις της «μεικτοφιλίας» (της έλξης προς τα πολύχρωμα, ετερόκλητα περιβάλλοντα που προμηνύουν άγνωστες και ανεξερεύνητες εμπειρίες και άρα την ευχαρίστηση της περιπέτειας και της ανακάλυψης) και της «μεικτοφοβίας» (του φόβου του μη διαχειρίσιμου όγκου των άγνωστων, ανεξημέρωτων, άβολων και ανεξέλεγκτων ερεθισμάτων). Η πρώτη παρόρμηση είναι το βασικότερο θέλγητρο της αστικής ζωής. Η δεύτερη, αντίθετα, είναι το πιο τρομακτικό της τραύμα, ιδίως στα μάτια των λιγότερο τυχερών και εύπορων, οι οποίοι (σε αντίθεση με τους πλούσιους και τους προνομιούχους, που έχουν τη δυνατότητα να απομονωθούν σε «περιφραγμένες κοινότητες» προστατευόμενοι από την ενοχλητική, μπερδεμένη και συχνά τρομακτική αναταραχή και φασαρία των πολύβουων δρόμων της πόλης) δεν μπορούν εύκολα να απομακρυνθούν από τις αμέτρητες παγίδες και ενέδρες που είναι διάσπαρτες στο ετερογενές και συχνά δύσπιστο και εχθρικό αστικό περιβάλλον, στους κρυφούς του οποίου κινδύνους είναι καταδικασμένοι να μείνουν εκτεθειμένοι για όλη τους τη ζωή. Όπως μας πληροφορεί ο Αλμπέρτο Ναρντέλι, «σχεδόν το 40% των Ευρωπαίων αναφέρουν το μεταναστευτικό ως το πιο σοβαρό ζήτημα που έχει να επιλύσει η ΕΕ
[7] – αναδεικνύοντάς το πρώτο. Μόλις ένα χρόνο πριν, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μικρότερο από 25%. Αντίστοιχα, ένας στους δύο Βρετανούς αναφέρουν πλέον το μεταναστευτικό ως ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα που απασχολούν τη χώρα».Οι πρόσφυγες που ξεφεύγουν από την κτηνωδία του πολέμου και του ολοκληρωτισμού ή την αγριότητα μιας πεινασμένης και αδιέξοδης ύπαρξης χτυπούν τις πόρτες κάποιων άλλων, κι αυτό συμβαίνει από τις αρχές της σύγχρονης εποχής. Για τους ανθρώπους που αφουγκράζονται τα χτυπήματα πίσω από τις πόρτες τους, οι πρόσφυγες ήταν πάντα, όπως και τώρα, ξένοι. Οι ξένοι τείνουν να προκαλούν άγχος ακριβώς γιατί δεν τους ξέρουμε — είναι απρόβλεπτοι κι αυτό έχει κάτι το τρομακτικό, σε αντίθεση με τους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε καθημερινά, από τους οποίους νομίζουμε ότι ξέρουμε τι να περιμένουμε· ποιος μπορεί να πει με σιγουριά ότι όλοι αυτοί οι ξένοι δεν θα καταστρέψουν τα πράγματα που αγαπάμε, δεν θα σακατέψουν ή θα διαλύσουν τον συνηθισμένο τρόπο ζωής μας, που τόσο μας παρηγορεί; Τους ανθρώπους με τους οποίους έχουμε συνηθίσει να συμβιώνουμε, στις γειτονιές, τους δρόμους και τα γραφεία μας τους χωρίζουμε κοινότοπα σε φίλους και «εχθρούς», τους συναναστρεφόμαστε με ευχαρίστηση ή απλώς τους ανεχόμαστε· πάντως, σε όποια κατηγορία κι αν τους βάλουμε, γνωρίζουμε καλά πώς να τους φερθούμε και πώς να οργανώσουμε τη συνύπαρξή μας μαζί τους. Για τους ξένους, ωστόσο, γνωρίζουμε τόσο ελάχιστα πράγματα, που δεν μπορούμε να διαβάσουμε κατάλληλα τις κινήσεις τους ώστε να προετοιμάσουμε τις αντιδράσεις μας, ούτε να μαντέψουμε τις προθέσεις τους και τι ετοιμάζουν. Η άγνοια πώς να κινηθούμε, πώς να αντιμετωπίσουμε μια κατάσταση που δεν οφείλεται σε μας και δεν την ελέγχουμε, είναι ένα μείζον αίτιο του άγχους και του φόβου.
Στον ολοένα και πιο απορυθμισμένο, πολυκεντρικό, εξαρθρωμένο κόσμο μας, η μόνιμη αμφισημία της αστικής ζωής δεν είναι ο μόνος λόγος για να αισθάνεται κανείς αμήχανος ή φοβισμένος στη θέα άστεγων νεοφερμένων, ή για να εξάπτει την εχθρότητα εναντίον τους και να προκαλεί σε βία – και, επίσης, για να χρησιμοποιεί ή να καταχράται τα ολοφάνερα δεινά της φτώχειας, της δυστυχίας και της αδυναμίας τους. Μπορεί κανείς να αναφέρει δύο ακόμα παρορμήσεις, που προστίθενται από τα αλλόκοτα χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής και συγκατοίκησής μας μετά-την-απορρύθμιση· πρόκειται για δύο παράγοντες σαφώς διακριτούς μεταξύ τους, που επηρεάζουν μάλλον διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων. Καθένας από αυτούς εντείνει την πικρία και την επιθετικότητα που εκδηλώνεται προς τους μετανάστες – αλλά σε διαφορετικά τμήματα του πληθυσμού υποδοχής.
Λαγοί και βατράχια
Η πρώτη παρόρμηση ακολουθεί, έστω και σε σύγχρονη μορφή, το σχήμα που περιέγραφε ο Αίσωπος στον μύθο με τους λαγούς και τα βατράχια. Οι λαγοί του μύθου δεν ήξεραν πλέον πού να καταφύγουν για να γλιτώσουν από το κυνηγητό των άλλων ζώων. Με το που έβλεπαν έστω κι ένα ζώο να τους πλησιάζει, το έβαζαν στα πόδια. Μια μέρα συνάντησαν μια αγέλη αφηνιασμένων αλόγων, και πανικόβλητοι έτρεξαν για μια κοντινή λίμνη, αποφασισμένοι να πνιγούν παρά να συνεχίσουν να ζουν μέσα στο φόβο. Αλλά καθώς πλησίαζαν στην όχθη, κάποιοι βάτραχοι, τρομαγμένοι με τη σειρά τους απ’ τους επερχόμενους λαγούς, πήδηξαν βιαστικά μες στο νερό. «Τελικά», είπε ένας λαγός, «τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα». Δεν υπάρχει πια λόγος να διαλέξουν τον θάνατο από μια ζωή στο φόβο. Το ηθικό δίδαγμα του μύθου είναι ξεκάθαρο: η ικανοποίηση που ένιωσε ο λαγός –ένα ευπρόσδεκτο διάλειμμα από την καθημερινή απόγνωση του θηράματος– προήλθε από τη συνειδητοποίηση ότι υπάρχει πάντα κάποιος που κουβαλάει βαρύτερο σταυρό από τον ίδιο.
Στην κοινωνία μας, την κοινωνία των ανθρώπινων ζώων, υπάρχουν άφθονοι «λαγοί που κυνηγιούνται απ’ τα άλλα ζώα» και βρίσκονται σε μια θέση παρομοίως δεινή με αυτή του μύθου: στις τελευταίες δεκαετίες, ο αριθμός τους όλο και αυξάνεται, κι απ’ ό,τι φαίνεται χωρίς σταματημό. Ζουν μέσα στη δυστυχία, τον εξευτελισμό και την ταπείνωση, εντός μιας κοινωνίας που τους έχει κάνει παρίες την ίδια στιγμή που επαίρεται για την πρωτοφανή άνεση και πολυτέλειά της. Οι λαγοί μας λοιδορούνται και καταδικάζονται από τα «άλλα ανθρώπινα ζώα», και προσβάλλονται που οι άλλοι τους εξευτελίζουν και τους απαξιώνουν — ενώ ταυτόχρονα λογοκρίνονται, χλευάζονται και ταπεινώνονται από το δικαστήριο της ίδιας της συνείδησής τους για την καταφανή ανικανότητά τους να αρθούν στο ύψος αυτών των άλλων. Σε έναν κόσμο όπου όλοι θεωρείται δεδομένο ότι θα «ζουν για τον εαυτό τους», και μάλιστα αναμένεται και προτρέπονται να το κάνουν, τέτοιοι ανθρώπινοι λαγοί που αποστερούνται τον σεβασμό, τη φροντίδα και την αναγνώριση από τους άλλους, είναι ακριβώς σαν αυτούς του Αισώπου που «κυνηγιούνται απ’ τα άλλα ζώα», πεταμένοι στην εσχατιά που προορίζεται για τα δίκαια λάφυρα του διαβόλου· και αφημένοι εκεί για πάντα χωρίς ελπίδα, πόσο μάλλον υπόσχεση, για λύτρωση ή για απόδραση.
Για τους απόκληρους που νομίζουν ότι έχουν φτάσει στον πάτο, η ανακάλυψη ότι υπάρχει κι άλλο ένα επίπεδο πιο κάτω από αυτό στο οποίο τους έχουν σπρώξει είναι ένα συμβάν λυτρωτικό που διασώζει την αξιοπρέπεια και ό,τι έχει απομείνει από την αυτοεκτίμησή τους. Η άφιξη ενός πλήθους άστεγων προσφύγων που έχουν απωλέσει τα ανθρώπινα δικαιώματά τους, όχι μόνο στην πράξη αλλά και με το γράμμα του νόμου, προσφέρει τη (σπάνια) ευκαιρία για ένα τέτοιο συμβάν. Και μας βοηθά να εξηγήσουμε τη σύμπτωση του πρόσφατου μεταναστευτικού κύματος με την άνοδο της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, του σοβινισμού — και τις εκπληκτικές όσο και πρωτοφανείς εκλογικές επιτυχίες των ξενοφοβικών, ρατσιστικών, σοβινιστικών κομμάτων και κινημάτων και των υπερ-εθνικιστών ηγετών τους.
Les Bas profonds[8]
Το «Εθνικό Μέτωπο» της Μαρίν Λεπέν συγκεντρώνει ψήφους κυρίως από τα πολύ χαμηλά στρώματα της γαλλικής κοινωνίας (τους απόκληρους, τους περιθωριοποιημένους, τους φτωχούς και αποκλεισμένους) και εξασφαλίζει την υποστήριξή τους άλλοτε διακηρύσσοντας ανοιχτά κι άλλοτε υπονοώντας σιωπηρά το σύνθημα «η Γαλλία για τους Γάλλους». Είναι πολύ δύσκολο να αντισταθούν σ’ ένα τέτοιο σύνθημα αυτοί που απειλούνται με αποκλεισμό από την ίδια τους την κοινωνία στην πράξη, αν και όχι (ακόμα) τυπικά: εν τέλει, ο εθνικισμός τούς παρέχει το όνειρο μιας σωσίβιας λέμβου (ή ενός μηχανισμού αναβίωσης;) για την ξεθωριασμένη ή ήδη τσακισμένη αυτοεκτίμησή τους. Το να είναι Γάλλοι (ή Γαλλίδες) είναι το (ίσως μοναδικό εφικτό) χαρακτηριστικό που τους τοποθετεί στην ίδια κατηγορία με τους «καλούς καγαθούς», υψηλόφρονες και ισχυρούς ανθρώπους στην κορυφή, και ταυτόχρονα τους θέτει ψηλότερα από τους παρομοίως δυστυχείς αλλοδαπούς, τους ανέστιους νεοφερμένους. Οι μετανάστες είναι ακριβώς ο σωτήριος πάτος που βρίσκεται ακόμα πιο κάτω – χαμηλότερα από το σημείο που κρατούνται οι εγχώριοι Άθλιοι· ένας πάτος που καθιστά τη θέση των τελευταίων λίγο λιγότερο ταπεινωτική, και συνεπώς λίγο λιγότερο πικρή, αβάσταχτη και ανυπόφορη.
Υπάρχει κι άλλος ένας εξαιρετικός (με την έννοια ότι βρίσκεται πέραν της «κανονικής», υπεριστορικής δυσπιστίας για τους ξένους) λόγος ανησυχίας και αγανάκτησης με τη μαζική εισροή μεταναστών και προσφύγων. Και αυτός αφορά περισσότερο ένα κάπως διαφορετικό τμήμα της κοινωνίας: το αναδυόμενο «πρεκαριάτο», ανθρώπους που φοβούνται μη χάσουν τα αγαπημένα και ζηλευτά τους αποκτήματα και την κοινωνική τους θέση περισσότερο απ’ όσο το φοβούνται οι ανθρώπινοι «αισώπειοι λαγοί», που είναι απεγνωσμένοι από το γεγονός ότι τα έχουν ήδη χάσει ή δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να τα αποκτήσουν.
Ξένοι στην ακτή – και στον δρόμο 
Δεν μπορεί κανείς παρά να παρατηρήσει ότι η μαζική και ξαφνική εμφάνιση των ξένων στους δρόμους μας, ούτε οφείλεται σε εμάς, ούτε βρίσκεται υπό τον έλεγχόμας. Κανείς δεν μας συμβουλεύτηκε, κανείς δεν μας ρώτησε αν συμφωνούμε. Και δεν είναι να απορεί κανείς που τα διαδοχικά κύματα μεταναστών αντιμετωπίζονται εχθρικά ως (για να θυμηθούμε τον Μπρεχτ) «προάγγελοι κακών ειδήσεων». Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες ενσωματώνουν την κατάρρευση της τάξης (ό,τι κι αν εννοούμε με τον όρο αυτό: μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία οι σχέσεις μεταξύ αιτίων και αιτιατών είναι σταθερές, κατανοητές και προβλέψιμες, επιτρέποντας στους κοινωνούς της να σχεδιάζουν πώς θα κινηθούν εντός της), που παύει πλέον να είναι δεσμευτική: θυμίζουν τους ανθρώπους με τα ολόσωμα πλακάτ που γράφουν «το τέλος του κόσμου είναι κοντά». Όπως λέει σε μια οδυνηρά εύστοχη φράση ο Τζόναθαν Ράδερφορντ, «μεταφέρουν τα άσχημα νέα από την άλλη άκρη του κόσμου μέχρι την πόρτα μας». Μας κάνουν να συνειδητοποιούμε κι επιμένουν να μας θυμίζουν αυτά που μας αρέσει να ξεχνάμε ή καλύτερα να ξορκίζουμε: ότι υπάρχουν κάποιες παγκόσμιες, μακρινές, καμιά φορά ακουστές αλλά πάντα αόρατες, ασαφείς, σκοτεινές και μυστηριώδεις δυνάμεις αρκετά ισχυρές ώστε να επεμβαίνουν και στις δικές μας τις ζωές και να αγνοούν τις προτιμήσεις μας.
Αυτοί οι νομάδες –όχι κατ’ επιλογήν αλλά καταδικασμένοι από μια άκαρδη μοίρα– μας θυμίζουν, με ενοχλητικό και εξοργιστικό τρόπο, την (αθεράπευτη;) ευαλωτότητα της δικής μας θέσης και την ευθραυστότητα της δικής μας κερδισμένης ευημερίας. Και είναι μια ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη συνήθεια να κατηγορούμε και να τιμωρούμε τους αγγελιαφόρους για το μισητό περιεχόμενο του μηνύματος που μεταφέρουν εκ μέρους των περίπλοκων, ανεξιχνίαστων, τρομακτικών και δικαίως μισητών παγκόσμιων δυνάμεων που υποπτευόμαστε ως υπαίτιων για το αγωνιώδες και ταπεινωτικό συναίσθημα υπαρξιακής αβεβαιότητας που διαλύει την αυτοπεποίθησή μας και καταστρέφει τα σχέδια που κάνουμε για τις ζωές μας. Και ενώ δεν μπορούμε να κάνουμε σχεδόν τίποτα για να χαλιναγωγήσουμε τις διαφεύγουσες και μακρινές δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, μπορούμε τουλάχιστον να διοχετεύσουμε τον θυμό που μας προκάλεσαν και εξακολουθούν να μας προκαλούν, και να ξεφορτώσουμε αυτόν το θυμό, εμμέσως, προς τα κοντινά και ευπρόσιτα προϊόντα τους. Φυσικά, δεν θα φτάσει πουθενά κοντά στη ρίζα των προβλημάτων, αλλά μπορεί να μας ανακουφίσει έστω και για λίγο από τον εξευτελισμό της κακοτυχίας μας και της ανικανότητάς μας να αντισταθούμε στην παραλυτική επισφάλεια της δικής μας θέσης στον κόσμο.
Η στρεβλή αυτή λογική και η νοοτροπία που γεννά προσφέρουν ένα καλά προετοιμασμένο, γόνιμο έδαφος, που προκαλεί πολλούς ψηφοθήρες να το βοσκήσουν — μια ευκαιρία που δεν θα ήθελαν επ’ ουδενί να χάσουν ολοένα και περισσότεροι πολιτικοί. Η εκμετάλλευση της αγωνίας που προκαλεί η εισροή των ξένων, η οποία αναμένεται να σπρώξει κι άλλο προς τα κάτω μισθούς και επιδόματα που καιρό τώρα αρνούνται να μεγαλώσουν, να μακρύνει κι άλλο τις ουρές των ανθρώπων που στήνονται εις μάτην για δουλειές που μένουν πεισματικά σπάνιες, είναι ένας πειρασμός στον οποίο ελάχιστοι πολιτικοί που ήδη έχουν ή εποφθαλμιούν κάποιο αξίωμα θα μπορούσαν να αντισταθούν.
Οι στρατηγικές που επιστρατεύουν οι πολιτικοί για να αρπάξουν αυτή την ευκαιρία μπορεί να είναι –και είναι– πολλές και ποικίλες, αλλά ένα πράγμα πρέπει να είναι ξεκάθαρο: η πολιτική του αμοιβαίου διαχωρισμού και της τήρησης αποστάσεων, η οικοδόμηση τειχών αντί για γέφυρες και η καταφυγή σε ηχομονωμένους «ηχοθαλάμους» αντί για ανοιχτές γραμμές απαραμόρφωτης επικοινωνίας (ακόμα και η νίψη των χειρών ή η διακήρυξη της αδιαφορίας, μεταμφιεσμένης έστω σε ανεκτικότητα) δεν οδηγούν πουθενά, παρά μόνο στην έρημο της αμοιβαίας δυσπιστίας, αποξένωσης και επιδείνωσης. Παρότι μοιάζει βραχυπρόθεσμα καθησυχαστική (γιατί διώχνει την πρόκληση εκτός πεδίου), αυτή η απατηλή, αυτοκτονική πολιτική συσσωρεύει εκρηκτικές ύλες που είναι έτοιμες να εκραγούν στην πρώτη φυτιλιά. Κι έτσι, ένα συμπέρασμα πρέπει να είναι εξίσου ξεκάθαρο: ο μόνος δρόμος που μας απομακρύνει από την τωρινή δυσφορία και τη μελλοντική συμφορά περνά μέσα από την απόρριψη του ύπουλου πειρασμού του διαχωρισμού. Ακόμα καλύτερα, μέσα από την ακύρωσή του, την αποσυναρμολόγηση των φραχτών των «κέντρων υποδοχής και φιλοξενίας» και το πλησίασμα των ενοχλητικών διαφορών, ανομοιοτήτων και των αυτοεπιβαλλόμενων χασμάτων σε στενή, καθημερινή και όλο και πιο άμεση επαφή –η οποία ελπίζω ότι θα έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας γόνιμης σχέσης των δύο μερών αντί για την τωρινή, αυτοτροφοδοτούμενη σχάση ανάμεσά τους.
Ένας μακρύς και φιδωτός δρόμος
Ξέρω, ξέρω: ένα τέτοιο σχέδιο δράσης προμηνύει μια μακρά, ταραχώδη και ακανθώδη περίοδο· δεν είναι πιθανό να επιφέρει άμεση ανακούφιση, και μάλιστα μπορεί να πυροδοτήσει περισσότερο φόβο και να παροξύνει την καχυποψία και την εχθρότητα. Ωστόσο, δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποια εναλλακτική, πιο άνετη και λιγότερο επικίνδυνη, σύντομη λύση στο πρόβλημα. Η ανθρωπότητα βρίσκεται σε κρίση – και δεν υπάρχει άλλη έξοδος από αυτή την κρίση εκτός από την αλληλεγγύη ανάμεσα στους ανθρώπους. Το πρώτο εμπόδιο στην οδό διαφυγής από την αμοιβαία αποξένωση είναι η άρνηση του διαλόγου, η σιωπή – της αυτοαποξένωσης, της ψυχρότητας, της απροσεξίας, της περιφρόνησης, της αδιαφορίας. Αντί για το δίπολο της αγάπης και του μίσους, η διαλεκτική της περιχαράκωσης πρέπει συνεπώς να γίνει αντιληπτή με όρους τριάδας: αγάπη, μίσος και αδιαφορία ή παραμέληση.
Για την αμαρτία της αδιαφορίας, ο Πάπας Φραγκίσκος είχε τα ακόλουθα να πει στις 8 Ιουλίου 2013, κατά την επίσκεψή του στη Λαμπεντούζα – εκεί και τότε που ξεκίνησαν ο τωρινός «ηθικός πανικός» και η επακόλουθη ηθική πανωλεθρία μας:
«Πόσοι εξ ημών, εμού περιλαμβανομένου, έχουμε χάσει τον προσανατολισμό μας… Δεν προσέχουμε πια τον κόσμο που ζούμε, δεν μας νοιάζει· δεν προστατεύουμε αυτό που ο Θεός δημιούργησε για όλους, και καταλήγουμε να μη νοιαζόμαστε ούτε ο ένας για τον άλλο! Και όταν η ανθρωπότητα συνολικά χάνει τον προσανατολισμό της, καταλήγει σε τραγωδίες όπως αυτή που εκτυλίχθηκε εδώ… Πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: ποιος είναι υπεύθυνος για το αίμα αυτών εδώ των αδελφών μας, αντρών και γυναικών; Κανείς! Αυτή είναι η απάντησή μας: δεν είμαι εγώ· εγώ δεν έχω καμία ευθύνη γι’ αυτό που συνέβη˙ πρέπει να είναι κάποιος άλλος, αλλά σίγουρα δεν είμαι εγώ… Σήμερα κανείς στον κόσμο δεν αισθάνεται υπεύθυνος· έχουμε χάσει κάθε αίσθημα ευθύνης για τους αδελφούς και τις αδελφές μας… Η κουλτούρα της άνεσης, που μας κάνει να σκεφτόμαστε μόνο τον εαυτό μας, μας κάνει αναίσθητους στις οιμωγές των άλλων ανθρώπων, μας κάνει να ζούμε σε σαπουνόφουσκες που, αν και όμορφες, είναι ανούσιες· μας προσφέρουν μια φευγαλέα και άδεια ψευδαίσθηση που έχει ως αποτέλεσμα την αδιαφορία μας για τους άλλους· στην πραγματικότητα, οδηγούν στην παγκοσμιοποίηση της αδιαφορίας. Στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο μας, καταπέσαμε στην παγκοσμιοποιημένη αδιαφορία. Συνηθίσαμε τις συμφορές των άλλων: δεν με επηρεάζει, δεν με αφορά, δεν είναι δική μου δουλειά!».
Ο Πάπας Φραγκίσκος μας καλεί «να αφαιρέσουμε τον Ηρώδη που ελλοχεύει στις καρδιές μας· να ζητήσουμε από τον Κύριο τη χάρη Του για να μπορέσουμε να θρηνήσουμε για την αδιαφορία μας, να θρηνήσουμε για τη σκληρότητα του κόσμου μας, της ίδιας της καρδιάς μας, και όλων αυτών που προστατευμένοι στην ανωνυμία παίρνουν αποφάσεις για την κοινωνία και την οικονομία μας που ανοίγουν τις πόρτες σε τραγωδίες όπως αυτή». Και, έχοντας πει αυτά, ρωτά: «Έχει θρηνήσει κανείς; Σήμερα, έχει θρηνήσει κανείς στον κόσμο μας;».
Το κείμενο με τίτλο «The Migration Panic And Its (Mis)uses» δημοσιεύθηκε στοwww.socialeurope.eu, στις 17.12.2015)
[2] Βλ. Agier, M. (2010) Managing the Undesirables,  Polity Press,http://www.polity.co.uk/book.asp?ref=9780745649016
[3] Casciani, D. (2015) “Why migration is changing almost everything”,http://www.bbc.com/news/uk-31748423.
[4] Winder, R. (2013) Bloody Foreigners: The Story of Immigration to Britain, Abacus.
[5] Bauman, Z. (2005) Σπαταλημένες Ζωές: Οι απόβλητοι της νεωτερικότητας, Κατάρτι.
[6] Collier, P. (2014) Exodus: Immigration and Multiculturalism in the 21st Century, Penguin.
[8] Τα απύθμενα βάθη (γαλλικά στο πρωτότυπο)
https://enthemata.wordpress.com/2016/03/06/bauman-2/

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

αυτο το παιδι ειναι το Παιδί μας....

metapodia

Βόλφγκανγκ Στρέεκ: Προσφυγική κρίση, ασυνεννοησία στην ΕΕ. Μπορεί να ειρηνεύσει η Ευρώπη; απο το aftercrisisblog.blogspot.gr

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Βόλφγκανγκ Στρέεκ: Προσφυγική κρίση, ασυνεννοησία στην ΕΕ. Μπορεί να ειρηνεύσει η Ευρώπη;

Συνέντευξη στην πολωνική Kultura Liberalna
© Kultura Liberalna - ο Wolfgang Streeck μιλά στον Łukasz Pawłowski: Can there be peace in Europe? - 12.1.2016
      
Łukasz Pawłowski: Έκανε λάθος η καγκελάριος Μέρκελ όταν άνοιξε την πόρτα στους μετανάστες χωρίς πρώτα να προβεί σε διαβούλευση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες; 
Μπορεί αυτή η απόφαση να της κοστίσει το ρόλο της ως ηγέτιδας στην Ευρώπη; 
Wolfgang Streeck: Όπως όλοι οι άλλοι ευρωπαίοι ηγέτες, η Μέρκελ σκέφτεται πρώτα απ' όλα για τη δική της εσωτερική πολιτική. Οι περισσότεροι από τους μετανάστες που είχαν εγκλωβιστεί στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Βουδαπέστης ήθελαν να πάνε στη Γερμανία. Το γερμανικό κοινό ήταν εξοργισμένο με τη γαλλική και βρετανική ηγεσία που αφήνει χιλιάδες μετανάστες εγκλωβισμένους στο Καλαί, στην είσοδο της σήραγγας της Μάγχης. Αφότου η Μέρκελ κάλεσε τους μετανάστες που εγκλωβίστηκαν στη Βουδαπέστη να έλθουν στη Γερμανία, προετοιμαζόμενη ίσως και να ανοίξει το δρόμο για έναν κυβερνητικό συνασπισμό των Χριστιανοδημοκρατών με το κόμμα των Πρασίνων σε δύο χρόνια, αποδείχθηκε ότι υπήρχαν περισσότεροι, εκατομμύρια, που ήθελαν να έρθουν. Στο σημείο αυτό η γερμανική κυβέρνηση άρχισε να ψάχνει για μια «ευρωπαϊκή λύση». Καμία ευρωπαϊκή κυβέρνηση δεν διαβουλεύεται με τις άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, όταν βλέπει να διακυβεύονται τα δικά ζωτικά πολιτικά συμφέροντα. 

Πώς αξιολογείτε την ιδέα να δημιουργηθεί μια «μίνι περιοχή-Schengen»; Μερικοί ισχυρίζονται ότι αυτό είναι αδύνατο, γιατί δεν το επιτρέπουν οι ευρωπαϊκές Συνθήκες. Μήπως όμως, με την εισαγωγή προσωρινών συνοριακών ελέγχων και την επέκτασή τους για δύο χρόνια, αυτό μπορεί να γίνει πράξη de facto;
Η Σένγκεν είναι μια ξεχωριστή συνθήκη έξω από τις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρα από τεχνική άποψη μπορεί να είναι δυνατό για χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μείνουν έξω από το χώρο Σένγκεν. Οι Βρετανοί εξ αρχής δεν έχουν ενταχθεί στην ζώνη Σένγκεν. Αλλά η Μέρκελ φοβάται ότι η επιστροφή στους συνοριακούς ελέγχους με άλλες χώρες θα υπονόμευε τον έλεγχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως όλου από τη Γερμανία. Θα μπορούσε επίσης να αποξενώσει τους Γερμανούς ψηφοφόρους, οι οποίοι συγχέουν την «Ευρώπη» με το δικαίωμά τους να ταξιδεύουν στις γειτονικές χώρες, χωρίς να χρειάζεται να σταματούν στα σύνορα. Αλλά άν δεν γίνει κάποια ανακατανομή των μεταναστών μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών - και δεν μπορώ να δω πώς αυτό θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί - η ίδια η Γερμανία θα υποχρεωθεί τελικά να επιστρέψει στους συνοριακούς ελέγχους. Υπάρχουν αναφορές εφημερίδων σύμφωνα με τις οποίες η γερμανική ομοσπονδιακή αστυνομία ήδη προετοιμάζεται για ένα νέο, πολύ πιο περιοριστικό καθεστώς στα σύνορα. 
  
Πιστεύετε ότι η μομφή εναντίον του Σένγκεν, ότι αυτό φταίει για την μεταναστευτική κρίση και για την απειλή της τρομοκρατίας, είναι δικαιολογημένη; 
Όχι. Η ευθύνη ανήκει πάνω απ' όλα σ΄ εκείνες τις χώρες, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και στη Βρετανία και τη Γαλλία, οι οποίες, επικαλούμενες τους πιο παράδοξους λόγους, έστειλαν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις να καταστρέψουν τις κρατικές δομές στη Μέσης Ανατολής. Να σημειωθεί ότι καμμιά από αυτές τις χώρες δεν είναι διατεθειμένη να αναλάβει οποιοδήποτε μέρος από τους πρόσφυγες που εγκαταλείπουν τις εστίες τους, επειδή δεν βλέπουν κανένα μέλλον εκεί. 
Τι μπορεί να επανενώσει τις χώρες της Ευρώπης, σε μια εποχή οι που αποσχιστικές τάσεις φαίνεται να πολλαπλασιάζονται - Βρετανία, Γαλλία, Ουγγαρία, Σλοβακία, και, πρόσφατα, η Πολωνία; 
Χρειαζόμαστε μια ανοιχτή συζήτηση για τον λεγόμενο «τελικό στόχο» (“finalite”) της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Οδεύουμε προς ένα υπερ-κράτος; Τι ρόλο πρέπει να παίξει το ευρώ; Μπορεί το νόμισμα να μεταρρυθμιστεί, έτσι ώστε οι χώρες της Μεσογείου να αποκτήσουν χώρο για να αναπνεύσουν; Πώς να προστατεύσουμε τη δημοκρατία σε εθνικό επίπεδο από το να προκαταλαμβάνεται από τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο; Και άλλα. Το βασικό θέμα προς αντιμετώπιση, από το οποίο ανακύπτουν όλα αυτά τα ερωτήματα, είναι η σχέση μεταξύ των εθνών και των εθνικών κρατών αφενός, και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων αφετέρου. Σε αυτή τη συζήτηση οι Γερμανοί πρέπει επιτέλους να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε ότι είμαστε οι μόνοι στην Ευρώπη που είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε την εθνική μας ταυτότητα στο βωμό της ευρωπαϊκής ενότητας.
Η ειρωνεία είναι, ότι αυτό είναι στην πραγματικότητα ένα πρόγραμμα για τη γερμανική ηγεμονία, για μια γερμανική Ευρώπη. Όσο πιο πολύ πιέζει τις άλλες χώρες η Γερμανία να συμβαδίζουν με την δική της εμμονή εναντίον του εθνικού κράτους, τόσο περισσότερες ψήφους θα κερδίζουν [τα αντιευρωπαϊκά] κόμματα, όπως το Εθνικό Μέτωπο της Γαλλίας, οι Αληθινοί Φινλανδοί, το UKIP στη Βρετανία και τα λοιπά. Το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης πρέπει επειγόντως να ανακατασκευαστεί αρχίζοντας εκ των κάτω, λαμβάνοντας υπόψη τον κρίσιμο ρόλο των εθνών και των εθνικών κρατών ως κύριων τόπων της δημοκρατικής αυτοκυβέρνησης. 
Ορισμένοι ειδήμονες υποστηρίζουν ότι οι ένθερμοι οπαδοί της ευρωπαϊκής ενοποίησης κακώς προσπάθησαν να περιθωριοποιήσουν τα εθνικά κράτη, ελπίζοντας έτσι να δημιουργήσουν της Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης και ότι αυτή είναι η αιτία της σημερινής κρίσης. Άλλοι υποστηρίζουν ότι είναι ακριβώς τα εθνικά κράτη, με τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους, αυτά που εμποδίζουν τη διαδικασία της ολοκλήρωσης. Ποιά είναι η γνώμη σας? 
Βλέπε παραπάνω. Τα έθνη είναι κοινότητες συνεννόησης μεταξύ των ατόμων, των κοινών βαθιών πεποιθήσεων ως προς το τι είναι «φυσικό», «λογικό», «ηθικό», «αυτονόητο» και τα παρόμοια. Στην Ευρώπη, αυτό περιλαμβάνει και τις απόψεις των ανθρώπων για το τι είναι η «Ευρώπη», για το τι είναι καλό για την Ευρώπη, για το τι πρέπει να είναι η Ευρώπη και τι δεν πρέπει να είναι. Κάθε χώρα τα βλέπει αυτά με διαφορετικό τρόπο. Εάν αυτό δεν αναγνωρισθεί, δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη στην Ευρώπη και το εννοώ αυτό πολύ σοβαρά. Θα πρέπει να μάθουμε να συμβιώνουμε με διαφορετικές απόψεις, αν μη τι άλλο με διαφορετικές απόψεις για την Ευρώπη ως πολιτικό εγχείρημα, και να σεβόμαστε ο ένας τον άλλο.
Μερικά δυτικά μέσα ενημέρωσης - CNN, The Economist, Washington Post, Die Zeit - έχουν επικρίνει έντονα την Πολωνία μετά την αλλαγή της κυβέρνησής της. Πιστεύετε ότι η κριτική τους είναι δικαιολογημένη; 
Ανησυχώ για την τάση αυτή, να ηθικολογούν δημοσίως για άλλες χώρες, για τους ψηφοφόρους τους και για τις κυβερνήσεις τους. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν επαρκείς γνώσεις για να έχουν μια ώριμη άποψη γι' αυτά τα πράγματα. Μπορώ να κατανοήσω μια πολωνική κυβέρνηση που ανησυχεί για την γερμανική κυριαρχία στην Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά, όταν οι χώρες προσχωρούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεσμεύονται σε ορισμένες θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Νομίζω ότι θα πρέπει να μπορούμε να υπενθυμίζουμε ο ένας τον άλλο αυτές τις δεσμεύσεις. Αλλά θεωρώ ότι η ηθικολογία και η εχθρική γλώσσα, που χρησιμοποιούν μερικές φορές και ορισμένοι πολιτικοί, είναι πολύ δυσάρεστη. 
Είναι κοινά αποδεκτό ότι η μεταναστευτική κρίση για μια ακόμη φορά αποκάλυψε έντονες διαφορές μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης. Πιστεύετε ότι αυτό είναι αλήθεια; Ή αυτές οι διαφορές είναι περισσότερο φαντασιακές παρά πραγματικές; Και στη Δυτική Ευρώπη επίσης, η στάση απέναντι στους μετανάστες γίνεται όλο και πιο εχθρική.
Πράγματι. Ρίξτε μια ματιά στη Γαλλία, στη Βρετανία, στην Ολλανδία, ακόμη και στη Σουηδία. Οι μομφές εναντίον της Ουγγαρίας και της Πολωνίας χρησιμεύουν για να αποσπάσουν την προσοχή από την αυξανόμενη αντίσταση στην πολιτική ορισμένων κυβερνήσεων υπέρ της χωρίς όρια και ανεξέλεγκτης μετανάστευσης. Είναι, επίσης, πολιτικός ελιγμός που αποσκοπεί στο να γίνουν οι ψηφοφόροι στη Δυτική Ευρώπη πιο ανεκτικοί στις πολιτικές ανοικτών συνόρων των κυβερνήσεών τους, προσφέροντάς τους ως ανταμοιβή μια αίσθηση ηθικής ανωτερότητας.
Ο Wolfgang Streeck (1946) είναι κοινωνιολόγος, ομότιμος Διευθυντής του Ινστιτούτου Max Planck για τη Μελέτη των Κοινωνικών Επιστημών στην Κολωνία.
   
http://www.versobooks.com/books/1698-buying-timeΤο 2013 εκδόθηκε το βιβλίο τουWolfgang Streeck, Buying Time, The Delayed Crisis of Democratic Capitalism.
  
Στον ιστότοπο Μετά την Κρίση: 

δειτε το:when you do not exist


Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Giorgio Agamben, Εμείς οι πρόσφυγες http://bestimmung.blogspot.gr/2015/10/ https://nomadicuniversality.wordpress.com/2011/







Πηγή: https://nomadicuniversality.wordpress.com/2011/06/02/%CE%B5%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CF%82-%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%B5%CF%82/


του Τζόρτζιο Αγκάμπεν[1]
1. Το 1943, σε ένα μικρό εβραϊκό περιοδικό, το The Menorah Journal, η Χάννα Άρεντ δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Εμείς oι πρόσφυγες». Σε αυτό το σύντομο αλλά σημαντικό δοκίμιο, η Άρεντ, αφού σκιαγραφήσει κατά πολεμικό τρόπο ένα πορτρέτο του κ. Cohn, του αφομοιωμένου Εβραίου που είχε γίνει 150 τοις εκατό Γερμανός, 150 τοις εκατό Βιεννέζος και 150 τοις εκατό Γάλλος, αλλά τελικά διαπιστώνει με πίκρα ότι «on ne parvient pas deux fois»*, αντιστρέφει τη κατάσταση του πρόσφυγα και του προσώπου χωρίς χώρα –στην οποία η ίδια ζούσε- και προτείνει την κατάσταση αυτή ως υπόδειγμα [paradigm] μιας νέας ιστορικής συνείδησης. Ο πρόσφυγας που έχει χάσει όλα τα δικαιώματα, κι ωστόσο παύει να θέλει να αφομοιωθεί πάση θυσία σε μια νέα εθνική ταυτότητα προκειμένου να στοχαστεί με διαύγεια την κατάστασή του, γίνεται λιγότερο δημοφιλής, αλλά ως αντάλλαγμα λαμβάνει ένα ανεκτίμητο πλεονέκτημα: «Γι’ αυτόν, η ιστορία δεν είναι πλέον ένα κλειστό βιβλίο, και η πολιτική παύει να είναι το προνόμιο των εθνικών. Ξέρει ότι, αμέσως μετά την εξορία του εβραϊκού λαού στην Ευρώπη, ακολούθησε η εξορία των περισσότερων ευρωπαϊκών λαών. Οι πρόσφυγες που απελαύνονται από τη μια χώρα στην επόμενη εκπροσωπούν την πρωτοπορία του λαού τους».
Αξίζει να στοχαστούμε πάνω στο νόημα αυτής της ανάλυσης, η οποία σήμερα, πενήντα ακριβώς χρόνια αργότερα, δεν έχει χάσει καθόλου την επικαιρότητά της. Όχι μόνο το πρόβλημα προκύπτει εξίσου επιτακτικά, τόσο στην Ευρώπη όσο και αλλού, αλλά και, στα πλαίσια της αδυσώπητης παρακμής του έθνους-κράτους και της γενικής διάβρωσης των παραδοσιακών νομικο-πολιτικών κατηγοριών, ο πρόσφυγας είναι ίσως η μόνη φιγούρα του λαού που μπορούμε να φανταστούμε στις μέρες μας. Τουλάχιστο μέχρι να τερματιστεί η διαδικασία διάλυσης του έθνους-κράτους και της κυριαρχίας του, ο πρόσφυγας είναι η μόνη κατηγορία στην οποία είναι δυνατό σήμερα να διαβλέψουμε τις μορφές και τα όρια μιας πολιτικής κοινότητας που θα έρθει. Μάλιστα, αν θέλουμε να σταθούμε στο ύψος των απολύτως νέων καθηκόντων που τίθενται μπροστά μας, ίσως να πρέπει να εγκαταλείψουμε χωρίς δισταγμούς τις βασικές έννοιες με τις οποίες έχουμε αναπαραστήσει τα πολιτικά υποκείμενα μέχρι τώρα (ο άνθρωπος και ο πολίτης με τα δικαιώματά τους, αλλά και ο κυρίαρχος λαός, οι εργαζόμενοι κ.λπ.) και να ανακατασκευάσουμε την πολιτική μας φιλοσοφία αρχίζοντας από αυτή τη μοναδική φιγούρα.
2. Η πρώτη εμφάνιση προσφύγων ως μαζικό φαινόμενο προέκυψε κατά το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, όταν η κατάρρευση της ρωσικής, της αυστροουγγρικής και της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και η νέα τάξη που δημιούργησαν οι συνθήκες ειρήνης, αναστάτωσε βαθιά τη δημογραφική και εδαφική δομή της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ενάμισι εκατομμύριο Λευκορώσοι, επτακόσιες χιλιάδες Αρμένιοι, πεντακόσιες χιλιάδες Βούλγαροι, ένα εκατομμύριο Έλληνες και εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί, Ούγγροι και Ρουμάνοι άφησαν τις χώρες τους και μετακινήθηκαν αλλού. Σε αυτές τις μάζες εν κινήσει πρέπει να προσθέσουμε την εκρηκτική κατάσταση που προέκυψε από το γεγονός ότι, στα νέα κράτη που δημιουργήθηκαν με τις συνθήκες ειρήνης πάνω στο μοντέλο του έθνους-κράτους (για παράδειγμα, στη Γιουγκοσλαβία και την Τσεχοσλοβακία), περίπου 30 τοις εκατό των πληθυσμών περιλάμβαναν μειονότητες που έπρεπε να προστατευθούν μέσω μιας σειράς διεθνών συνθηκών (τις λεγόμενες συνθήκες περί μειονοτήτων), οι οποίες πολύ συχνά παρέμειναν νεκρό γράμμα. Μερικά χρόνια αργότερα, οι φυλετικοί νόμοι στη Γερμανία και ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία διέσπειραν ένα νέο και ογκώδες κύμα προσφύγων σε όλη την Ευρώπη.
Συνηθίζουμε να διακρίνουμε μεταξύ απάτριδων και προσφύγων, αλλά η διάκριση αυτή, τώρα όπως και τότε, δεν είναι τόσο απλή όσο μπορεί να φαίνεται με την πρώτη ματιά. Από την αρχή, πολλοί πρόσφυγες που από τεχνική άποψη δεν ήταν απάτριδες, προτίμησαν να γίνουν παρά να επιστρέψουν στην πατρίδα τους (αυτό συνέβη με τους Πολωνούς και Ρουμάνους Εβραίους που βρέθηκαν στη Γαλλία ή τη Γερμανία στο τέλος του πολέμου, ή σήμερα με τα θύματα πολιτικών διώξεων, καθώς και με εκείνους για τους οποίους η επιστροφή στην πατρίδα θα σήμαινε αδυναμία επιβίωσης). Από την άλλη, οι Ρώσοι, Αρμένιοι και Ούγγροι πρόσφυγες αμέσως στερήθηκαν την υπηκοότητα από τις νέες κυβερνήσεις της Σοβιετικής Ένωσης ή της Τουρκίας, κ.λπ. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, αρχίζοντας από την περίοδο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, πολλά ευρωπαϊκά κράτη άρχισαν να ψηφίζουν νόμους που επέτρεπαν την απο-πολιτογράφηση και τη στέρηση ιθαγένειας από τους πολίτες τους. Το πρώτο ήταν η Γαλλία, το 1915, όσον αφορά τους πολιτογραφημένους πολίτες «εχθρικής» καταγωγής· το 1922 το παράδειγμα αυτό το ακολούθησε το Βέλγιο, το οποίο ανακάλεσε την πολιτογράφηση ανθρώπων που είχαν προβεί σε «αντεθνικές» ενέργειες κατά τη διάρκεια του πολέμου· το 1926 το φασιστικό καθεστώς στην Ιταλία πέρασε έναν παρόμοιο νόμο σχετικά με τους πολίτες που είχαν αποδειχθεί «ανάξιοι της ιταλικής υπηκοότητας»· το 1933 ήταν σειρά της Αυστρίας, και ούτω καθεξής, μέχρι το 1935 που οι νόμοι της Νυρεμβέργης διαίρεσαν τους Γερμανούς πολίτες σε πλήρεις πολίτες και σε πολίτες χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Οι νόμοι αυτοί –και οι μάζες απάτριδων που δημιούργησαν- συνιστούν μια αποφασιστική καμπή στη ζωή του νεωτερικού έθνους-κράτους και την οριστική του χειραφέτηση από τις αφελείς έννοιες του «λαού» και του «πολίτη».
Δεν είναι εδώ η κατάλληλη θέση για μια επισκόπηση τη ιστορίας των διάφορων διεθνών επιτροπών μέσω των οποίων τα κράτη, η Kοινωνία των Εθνών και, πιο πρόσφατα, τα Ηνωμένα Έθνη προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα των προσφύγων –από το γραφείο Nansen για τους Ρώσους και τους Αρμένιους πρόσφυγες (1921) μέχρι την Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες από τη Γερμανία (1936), τη Διακυβερνητική Επιτροπή για τους Πρόσφυγες (1938) και το Διεθνή Οργανισμό Προσφύγων των Ηνωμένων Εθνών (1946), μέχρι την τωρινή Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες (1951)- των οποίων η δραστηριότητα, σύμφωνα με το καταστατικό τους, έχει μόνο «ανθρωπιστικό και κοινωνικό», όχι πολιτικό, χαρακτήρα. Το βασικό σημείο είναι ότι κάθε φορά που οι πρόσφυγες δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά μαζικό φαινόμενο (όπως συνέβη το μεσοπόλεμο, και όπως συμβαίνει πάλι τώρα), τόσο αυτές οι οργανώσεις όσο και τα μεμονωμένα κράτη, παρά τις επίσημες επικλήσεις των αναφαίρετων δικαιωμάτων του ανθρώπου, έχουν αποδειχθεί απολύτως ανίκανες όχι μόνο να επιλύσουν το πρόβλημα αλλά έστω και να το αντιμετωπίσουν στοιχειωδώς. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το σύνολο του ζητήματος μεταφέρθηκε στα χέρια της αστυνομίας και των ανθρωπιστικών οργανώσεων.
3. Οι λόγοι αυτής της ανικανότητας δεν έγκεινται απλώς στον εγωισμό και την τύφλωση των γραφειοκρατικών μηχανισμών, αλλά στις ίδιες τις βασικές έννοιες που ρυθμίζουν την εγγραφή τού ιθαγενούς στοιχείου (δηλαδή της ζωής) στην έννομη τάξη του έθνους-κράτους. Η Χάννα Άρεντ τιτλοφόρησε το κεφάλαιο 5 του βιβλίου της Ιμπεριαλισμός, που είναι αφιερωμένο στο πρόβλημα των προσφύγων, «Η παρακμή του έθνους-κράτους και το τέλος των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Τη διατύπωση αυτή –που συνδέει αναπόσπαστα τη μοίρα των δικαιωμάτων του ανθρώπου με εκείνη του σύγχρονου εθνικού κράτους, έτσι ώστε το τέλος του τελευταίου να συνεπάγεται απαραίτητα την έκπτωση των πρώτων- πρέπει να την πάρουμε σοβαρά. Το παράδοξο εδώ είναι ότι ακριβώς η φιγούρα που θα έπρεπε κατ’ εξοχήν να ενσαρκώνει τα δικαιώματα του ανθρώπου, ο πρόσφυγας, συνιστά αντίθετα τη ριζική κρίση αυτής της έννοιας. «Η έννοια των δικαιωμάτων του ανθρώπου», γράφει η Άρεντ, «βασισμένη στην υποτιθέμενη ύπαρξη κάποιου ανθρώπινου όντος καθαυτού, κατέρρευσε σε κομμάτια μόλις εκείνοι που την διακήρυσσαν βρέθηκαν για πρώτη φορά αντιμέτωποι με ανθρώπους που είχαν πραγματικά χάσει κάθε άλλη συγκεκριμένη ιδιότητα και δεσμό εκτός από το απλό γεγονός ότι ήταν άνθρωποι». Στο σύστημα των εθνών-κρατών, τα λεγόμενα ιερά και αναφαίρετα δικαιώματα του ανθρώπου αποδεικνύονται τελείως απροστάτευτα ακριβώς τη στιγμή που δεν είναι πλέον δυνατό να χαρακτηριστούν ως δικαιώματα των πολιτών κάποιου κράτους. Αν το καλοσκεφτούμε, αυτό το υπονοεί ήδη η αμφισημία του ίδιου του τίτλου της Διακήρυξης του 1789, Declaration des droits deI‘homme et du citoyen, στον οποίο είναι ασαφές εάν οι δύο όροι ονομάζουν δύο πραγματικότητες, ή εάν αντιθέτως αποτελούν ένα σχήμα «εν δια δυοίν», όπου ο δεύτερος όρος στην πραγματικότητα περιέχεται ήδη στον πρώτο.
Το ότι δεν υπάρχει κανένας αυτόνομος χώρος μέσα στην πολιτική τάξη του έθνους-κράτους για κάτι σαν τον καθαρό άνθρωπο καθαυτόν είναι εμφανές τουλάχιστον από το γεγονός ότι, ακόμη και στην καλύτερη των περιπτώσεων, η θέση του πρόσφυγα θεωρείται πάντα μια προσωρινή κατάσταση που πρέπει να οδηγήσει είτε στην πολιτογράφηση είτε στον επαναπατρισμό. Ένα μόνιμο καθεστώς «ανθρώπου καθαυτόν» είναι αδιανόητο για το δίκαιο του έθνους-κράτους.
4. Είναι καιρός να πάψουμε να βλέπουμε τις Διακηρύξεις Δικαιωμάτων από το 1789 μέχρι σήμερα σαν να ήταν εξαγγελίες αιώνιων, μεταδικαιικών αξιών που δεσμεύουν τους νομοθέτες να τις τηρούν, και να τις αντιμετωπίσουμε ανάλογα με την πραγματική λειτουργία τους στο σύγχρονο κράτος. Στην ουσία, τα δικαιώματα του ανθρώπου εκπροσωπούν πάνω απ’ όλα την πρωταρχική μορφή εγγραφής της γυμνής φυσικής ζωής στη νομικο-πολιτική τάξη του έθνους-κράτους. Αυτή η γυμνή ζωή (το ανθρώπινο πλάσμα) η οποία στο ancien regime ανήκε στο Θεό, στον δε κλασικό κόσμο ήταν σαφώς διακριτή (ως ζωή*από την πολιτική ζωή (βίος*), καταλαμβάνει τώρα την κεντρική σκηνή στις μέριμνες του κράτους και γίνεται, ούτως ειπείν, το επίγειο θεμέλιό του. Το έθνος-κράτος σημαίνει ένα κράτος που καθιστά τη γέννηση, τον τοκετό (δηλαδή τη γυμνή ανθρώπινη ζωή) θεμέλιο της κυριαρχίας του. Αυτό είναι το (αρκετά σαφές εξάλλου) νόημα των πρώτων τριών άρθρων της Δήλωσης του 1789: μόνο επειδή ενέγραψε το στοιχείο της ιθαγένειας στον πυρήνα οποιασδήποτε πολιτικής ένωσης (άρθρα 1 και 2) ήταν σε θέση η Δήλωση αυτή να προσδέσει σταθερά (στο άρθρο 3) την αρχή της κυριαρχίας στο έθνος (κατά το έτυμόν της, αρχικά η natio σήμαινε απλώς «γέννηση»). Το πλάσμα [fiction] που υπονοείται εδώ είναι ότι η γέννηση γίνεται αμέσως έθνος, έτσι ώστε δεν μπορεί να υπάρξει διάκριση μεταξύ των δύο στιγμών. Τα δικαιώματα, δηλαδή, αποδίδονται στον άνθρωπο μόνο στο βαθμό που είναι η αμέσως εξαφανιζόμενη προϋπόθεση του πολίτη (ο οποίος μάλιστα δεν πρέπει ποτέ να εμφανιστεί απλώς ως άνθρωπος).
5. Εάν στο σύστημα του έθνους-κράτους ο πρόσφυγας συνιστά ένα τόσο ανησυχητικό στοιχείο, αυτό συμβαίνει πάνω απ’ όλα επειδή, σπάζοντας την ταυτότητα μεταξύ ανθρώπου και πολίτη, μεταξύ γέννησης και εθνικότητας, ο πρόσφυγας βυθίζει σε κρίση την πρωταρχική μυθοπλασία της κυριαρχίας. Φυσικά, μεμονωμένες εξαιρέσεις στην αρχή αυτή πάντοτε υπήρξαν· η καινοτομία της εποχής μας, που απειλεί τα ίδια τα θεμέλια του έθνους-κράτους, είναι ότι όλο και περισσότερα τμήματα της ανθρωπότητας δεν μπορούν πλέον να εκπροσωπηθούν μέσα σε αυτή. Γι’ αυτό –επειδή δηλαδή ο πρόσφυγας αποδιαρθρώνει την παλαιά τριάδα κράτος/έθνος/έδαφος- αυτή η φαινομενικά οριακή φιγούρα αξίζει να θεωρηθεί μάλλον ως κεντρική φιγούρα της πολιτικής μας ιστορίας. Θα ήταν καλό να μην ξεχνάμε ότι τα πρώτα στρατόπεδα στην Ευρώπη χτίστηκαν ως χώροι για τον έλεγχο των προσφύγων, και ότι η χρονική διαδοχή –στρατόπεδα εγκλεισμού, στρατόπεδα συγκέντρωσης, στρατόπεδα εξόντωσης- εκπροσωπεί μια απολύτως πραγματική σχέση καταγωγής. Ένας από τους λίγους κανόνες που οι Ναζί τήρησαν πιστά κατά τη διάρκεια της «τελικής λύσης» ήταν ότι μόνο αφού οι Εβραίοι και οι τσιγγάνοι είχαν χάσει κάθε ιθαγένεια (ακόμη και εκείνη την δεύτερης κατηγορίας ιθαγένεια που διέθεταν μετά τους νόμους της Νυρεμβέργης) μπορούσαν να σταλούν στα στρατόπεδα εξόντωσης. Όταν τα δικαιώματα του ανθρώπου δεν είναι πλέον δικαιώματα του πολίτη, τότε αυτός είναι στ’ αλήθεια ιερός, με την έννοια που είχε ο όρος αυτός στο αρχαϊκό ρωμαϊκό δίκαιο: προορισμένος να πεθάνει.
6. Είναι ανάγκη να διαχωρίσουμε αποφασιστικά την έννοια του πρόσφυγα από αυτή των «δικαιωμάτων του ανθρώπου», και να πάψουμε να θεωρούμε το δικαίωμα του ασύλου (που ούτως ή άλλως περιορίζεται δραστικά στη νομοθεσία των ευρωπαϊκών κρατών) ως την εννοιολογική κατηγορία πάνω στην οποία θα πρέπει να εντυπωθεί το φαινόμενο (μια ματιά στο πρόσφατο Test sul diritto d‘asilo της Α. Heller δείχνει ότι σήμερα αυτό μπορεί μόνο να οδηγήσει σε μια αποκρουστική σύγχυση). Ο πρόσφυγας πρέπει να θεωρηθεί ως αυτό που είναι, δηλαδή τίποτα λιγότερο από μια οριακή έννοια που θέτει υπό ριζική διερώτηση τις αρχές του έθνους-κράτους και, ταυτόχρονα, μας βοηθά να καθαρίσουμε το έδαφος για μια ανανέωση των κατηγοριών μας, την οποία δεν μπορούμε να αναβάλλουμε άλλο. Στο μεταξύ, το φαινόμενο της λεγόμενης παράνομης μετανάστευσης στις χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχει προσλάβει (και θα προσλαμβάνει όλο και περισσότερο τα επόμενα χρόνια, αφού αναμένονται 20 εκατομμύρια μετανάστες από τις χώρες της κεντρικής Ευρώπης) χαρακτηριστικά και διαστάσεις που να δικαιολογούν πλήρως αυτή την επανάσταση στην οπτική. Αυτό με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωπα σήμερα τα βιομηχανοποιημένα κράτη είναι μια μάζα μη πολιτών που διαμένουν μόνιμα, και που ούτε μπορούν, ούτε θέλουν να πολιτογραφηθούν ή να επαναπατριστούν. Συχνά αυτοί οι μη πολίτες έχουν μια υπηκοότητα προέλευσης, αλλά, αφού προτιμούν να μην χρησιμοποιήσουν την προστασία του κράτους τους, είναι, όπως και οι πρόσφυγες, «απάτριδες de facto». Για αυτούς τους μη πολίτες και μόνιμους κατοίκους, ο Τ. Hammar δημιούργησε το νεολογισμό denizens, ο οποίος έχει το προσόν να δείχνει ότι η έννοια του πολίτη δεν είναι πλέον επαρκής για να περιγράψει την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα των σύγχρονων κρατών. Από την άλλη, οι πολίτες των προηγμένων βιομηχανικά κρατών (τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην Ευρώπη), με την αυξανόμενη λιποταξία τους από τις κωδικοποιημένες στιγμές πολιτικής συμμετοχής, εκδηλώνουν μια εμφανή τάση να μετασχηματιστούν σε denizens. Με βάση τη γνωστή αρχή ότι ουσιαστική αφομοίωση με την ταυτόχρονη παρουσία τυπικών διαφορών εντείνει την έχθρα και την έλλειψη ανοχής, οι ξενόφοβες αντιδράσεις και οι αμυντικές κινητοποιήσεις θα αυξηθούν.
7. Προτού ανοίξουν πάλι τα στρατόπεδα εξόντωσης στην Ευρώπη (κάτι που αρχίζει ήδη να συμβαίνει), τα έθνη-κράτη πρέπει να βρουν το θάρρος να θέσουν υπό διερώτηση την ίδια την αρχή της εγγραφής της γέννησης –και την τριάδα κράτος/έθνος/έδαφος που βασίζεται σε αυτήν. Είναι αρκετό εδώ να προτείνουμε μία δυνατή κατεύθυνση. Όπως είναι γνωστό, μια από τις επιλογές που εξετάζονται για το πρόβλημα της Ιερουσαλήμ είναι να γίνει η πρωτεύουσα, ταυτόχρονα και χωρίς εδαφικές διαιρέσεις, δύο διαφορετικών κρατών. Η παράδοξη κατάσταση της αμοιβαίας εξωεδαφικότητας* (ή, καλύτερα, α-εδαφικότητας) που αυτό θα συνεπαγόταν, θα μπορούσε να γενικευτεί ως πρότυπο νέων διεθνών σχέσεων. Αντί για δύο εθνικά κράτη που τα χωρίζουν αβέβαια και απειλητικά σύνορα, θα μπορούσαμε να φανταστούμε δύο πολιτικές κοινότητες που κατοικούν στην ίδια περιοχή και βρίσκονται σε κατάσταση εξόδου η μια προς την άλλη, που χωρίζονται η μια από την άλλη με μια σειρά αμοιβαίων ετεροδικιών, στην οποία η καθοδηγητική έννοια δεν θα ήταν πλέον το ius του πολίτη, αλλά μάλλον το refugium του ανθρώπου. Υπό παρόμοια έννοια, θα μπορούσαμε να δούμε την Ευρώπη όχι ως μια αδύνατη «Ευρώπη των εθνών», τα καταστροφικά αποτελέσματα της οποίας μπορούν ήδη να γίνουν αντιληπτά βραχυπρόθεσμα, αλλά ως έναν α-εδαφικό ή εξωεδαφικό χώρο στον οποίο όλοι οι κάτοικοι των ευρωπαϊκών κρατών (πολίτες και μη πολίτες) θα ήταν σε μια θέση εξόδου ή καταφυγίου, και το καθεστώς του Ευρωπαίου θα σήμαινε ότι οι πολίτες τελούν εν εξόδω (ακόμη και αν μένουν ακίνητοι, προφανώς). Ο ευρωπαϊκός χώρος θα αναπαριστούσε έτσι ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ της γέννησης και του έθνους, στο οποίο η παλαιά έννοια του λαού (που, όπως καλά ξέρουμε, είναι πάντα μια μειονότητα) θα μπορούσε να αποκτήσει ξανά ένα πολιτικό νόημα ερχόμενη σε αποφασιστική αντίθεση προς την έννοια του έθνους (η οποία μέχρι τώρα την έχει αθέμιτα σφετεριστεί).
Αυτός ο χώρος δεν θα συνέπιπτε με κάποιο ομοιογενές εθνικό έδαφος, ούτε με το τοπογραφικό άθροισμα κάποιων εδαφών, αλλά θα επενεργούσε σε αυτά τα εδάφη, ανοίγοντας τρύπες σε αυτά και διαιρώντας τα τοπολογικά όπως σε ένα βάζο του Λέιντεν ή σε μια λωρίδα του Mαίμπιους, όπου το εξωτερικό και το εσωτερικό είναι απροσδιόριστα. Σε αυτόν το νέο χώρο, οι ευρωπαϊκές πόλεις, εισερχόμενες σε μια σχέση αμοιβαίας εξωεδαφικότητας, θα ανακάλυπταν πάλι την αρχαία κλίση τους ως πόλεις του κόσμου. Σήμερα, σε μία «γη του κανενός» μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ, υπάρχουν τετρακόσιοι είκοσι πέντε Παλαιστίνιοι που απελάθηκαν από το κράτος του Ισραήλ. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Χάννα Άρεντ, αυτά τα άτομα αποτελούν «την πρωτοπορία του λαού τους». Αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως –ή δεν σημαίνει μόνο- ότι μπορεί να αποτελούν τον αρχικό πυρήνα ενός μελλοντικού εθνικού κράτους, το οποίο πιθανώς θα έλυνε το παλαιστινιακό πρόβλημα τόσο ανεπαρκώς όσο και το Ισραήλ επέλυσε το εβραϊκό ζήτημα. Αντίθετα, η «γη του κανενός» όπου αυτοί έχουν βρει καταφύγιο έχει αντεπιδράσει στο έδαφος του κράτους του Ισραήλ, ανοίγοντας τρύπες σε αυτό και αλλάζοντάς το κατά τέτοιο τρόπο ώστε η εικόνα αυτού του χιονοσκεπούς λόφου να έχει γίνει ένα πιο εσωτερικό τμήμα του εδάφους αυτού από οποιαδήποτε άλλη περιοχή του Ερέτζ Ισραήλ. Μόνο σε ένα έδαφος όπου οι χώροι των κρατών θα έχουν διαπεραστεί και θα έχουν παραμορφωθεί τοπολογικά, και που ο πολίτης θα έχει μάθει να αναγνωρίζει τον εαυτό του ως τον πρόσφυγα που είναι, είναι σήμερα νοητή η πολιτική επιβίωση του ανθρώπου.
 Μετάφραση – σημειώσεις: Άκης Γαβριηλίδης

ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΛΑΝ

 - Περί ΟΔΥΣΣΕΙΑΣτου Νολαν  Και   Μνήμης, Νόστου και Λήθη κι εμείς ,οι λαοί της θάλασσας... - Τελικά την είδα — την Οδύσσεια του Νolan — στο...