τα γράμματα - η γραφή - είναι σημαίνοντα που αντιπροσωπεύουν άλλα σημαίνοντα -τις λέξεις.. Υποτίθεται με αυτές πασχίζουμε να μεταδώσουμε σημαινόμενα
, νοήματα , το νόημα της ζωής , την αλήθεια μας.. όμως τα νοήματα δεν προϋπάρχουν
των λέξεων , παράγονται μέσα από την δίνη των λέξεων και τα γράμματα είναι τα σμήνη
των πουλιών που σηκώνονται αίφνης από τον αέρα των σημαινόντων..(καλά αυτό ήταν
..σχήμα λόγου) Θέλω να πω πως το νόημα αναδύεται από μόνο του καθώς μιλάμε και καθώς
γραφούμε , και δεν είναι ένα υποκειμενικό νόημα , είναι ένα
Υποκειμενικάντικειμενικό νόημα , ένα Τρίτο. Ανάμεσα σε μένα και τον κόσμο
υπάρχει το νόημα των λέξεων και των γραμμάτων με τα όποια βρίσκομαι μπλεγμένος.
Αναγνώστες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γραφη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γραφη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 2 Μαρτίου 2018
Σάββατο 11 Ιουνίου 2016
η Πορνογραφία στον πυρήνα της σημερινής κοινωνίας του Θεάματος;
η Πορνογραφία στον πυρήνα της σημερινής κοινωνίας του Θεάματος;
--------------------------------------
σε αντίθεση με τον ερωτισμό-που αντιστοιχούσε στον αργό ρυθμό της εποχής του Γράμματος(βλ π.χ τις Επικίνδυνες σχέσεις του Λακλό) η Πορνογραφία αντιστοιχεί στην εποχή της ταυτοχρονιας , της στιγμιαίας επικοινωνίας του Ιντερνέτ
Το γράμμα προϋποθέτει χρόνο , απόκρυψη μυστικότητα, επιτήδευση .. Κλείνεται σε φάκελο αργεί να φτάσει , δεν βλέπεις τις εκφράσεις του αγαπημένου/ης απευθύνεται σε συναισθήματα - το γράμμα βασίζεται στην τέχνη της συγκάλυψης και αργής ,πολύ αργής, αποκάλυψης.
η Σύγχρονη Πορνογραφία ξεπερνά τα προκαταρκτικά : κάθε αργοπορία είναι χάσιμο χρόνου-κατευθείαν στο ψητό. Απευθύνεται σε ερεθισμούς της σάρκας , σου γραπώνει το βλέμμα σ'αρπαζει ολοκληρωτικά ' η πορνογραφία είναι η δικτατορία της Όρασης .
Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016
Το γράψιμο συνδέεται με την επιθυμία και η επιθυμία - ως γνωστόν - είναι ακόρεστη.
υπάρχει πολλές φορές η αυταπάτη σε ανθρώπους που γράφουν ,ότι , αν βγάλουν αυτό που έχουν από μέσα τους ,-τάχα-θα λυτρωθούν...
όμως η λύτρωση αυτή δεν έρχεται ποτέ.
Το γράψιμο είναι σαν το τσιγάρο' ανάβεις ένα ,ανακουφίζεσαι προσωρινά και μετά από λίγο θέλεις ν'αναψεις κιαλλο.
Το γράψιμο συνδέεται με την επιθυμία και η επιθυμία - ως γνωστόν - είναι ακόρεστη.
η γραφή.... μια ματαιοπονία
Σάββατο 11 Απριλίου 2015
Το βουητό της γραφομανίας
Το βουητό της γραφομανίας
------------------------------------
Όταν είμαστε απαιτητικοί από αυτά που γράφουμε η γραφή είναι δύσκολη.. Έτσι γράφουμε λιγότερο ,, όμως γύρω μας συνεχίζουν να γράφουν .κι εμείς οι ίδιοι , εθισμένοι στη γραφή δεν παύουμε να γράφουμε .Και ο θόρυβος, το Βουητό της γραφομανίας εξοντώνει τη σκέψη......
------------------------------------
Όταν είμαστε απαιτητικοί από αυτά που γράφουμε η γραφή είναι δύσκολη.. Έτσι γράφουμε λιγότερο ,, όμως γύρω μας συνεχίζουν να γράφουν .κι εμείς οι ίδιοι , εθισμένοι στη γραφή δεν παύουμε να γράφουμε .Και ο θόρυβος, το Βουητό της γραφομανίας εξοντώνει τη σκέψη......
Σάββατο 21 Ιουνίου 2014
Τότε που οι άνθρωποι έγραφαν με το χέρι sarantakos.wordpress.com
Τότε που οι άνθρωποι έγραφαν με το χέρι
sarantakos.wordpress.com
Τότε που οι άνθρωποι έγραφαν με το χέρι
Δημοσιεύθηκε από sarant στο 20 Ιουνίου, 2014
6 Votes
Έτσι
που το γράφω, είναι σαν να αφηγούμαι πανάρχαια περιστατικά, σαν να λέμε
τότε που έγραφαν σε παπύρους ή που κυνηγούσαν με το τόξο και τα βέλη,
και ομολογώ ότι επίτηδες έδωσα αυτόν τον τίτλο -αλλά το βέβαιο είναι πως
οι περισσότεροι που γράφουν στο πλαίσιο του επαγγέλματός τους δεν
γράφουν πια με το χέρι.
Αν κρίνω από τον εαυτό μου, η τέχνη της χειρογραφής ξεμαθαίνεται
εύκολα. Τα τελευταία χρόνια, αμέσως μόλις χαράξω δυο-τρεις χειρόγραφες
αράδες κουράζομαι, ενώ ο γραφικός μου χαρακτήρας καταντάει ιατροπρεπώς
δυσανάγνωστος. Θυμάμαι μια φορά, σχετικά πρόσφατα, σε μια βιβλιοθήκη
(δεν θα προσδιορίσω περισσότερο), που δεν μου επιτρέπαν να φωτογραφίσω
κάτι επιστολές, αλλά με άφηναν, αν θέλω, να τις αντιγράψω με το χέρι:
έκατσα λοιπόν και τις αντέγραψα, με το χεράκι μου, έξι σελίδες σχετικά
αραιές, κι ήταν η πιο μαρτυρική ώρα που έχω περάσει εδώ και καιρό -εκτός
οδοντιάτρου.
Κι όμως, στα νιάτα μου, όταν δούλευα φριλάνς μεταφραστής, έγραφα
σελίδες επί σελίδων με το χέρι, ολόκληρο το Γεράκι της Μάλτας χειρόγραφο
το έχω μεταφράσει, και δεκάδες άλλα βιβλία, σε κόλες Α4 που τις δίπλωνα
κατά τη μεγάλη τους διάσταση έτσι που μια λωρίδα περίπου το ένα τέταρτο
του πλάτους της σελίδας να μένει άδεια για διορθώσεις, και κάθε δέκα
κόλες τις συνέραπτα με το συρραπτικό και τις έφτιαχνα τετραδιάκι -αυτά
μου τάχε μάθει ένας παλιός και τα εφάρμοζα ευλαβικά. Και το δικό μου
άλλωστε πρώτο βιβλίο χειρόγραφο το έδωσα στον εκδότη -αλλά αυτό, πες,
ήταν λιγοσέλιδο. Θέλω να πω, κάποτε δεν με τρόμαζε το γράψιμο με το
χέρι.
Μπορεί βέβαια να είναι δικό μου κουσούρι, που ξέμαθα να γράφω με το
χέρι -στα σχόλια θα μου πείτε αν αυτό συμβαίνει μόνο σε μένα. Πάντως,
όλα δείχνουν πως οδεύουμε προς μια κοινωνία που θα γράφει με το χέρι όλο
και λιγότερο, παρόλο που, απ’ όσο ξέρω, τα παιδιά στο σχολείο, στην
Ελλάδα τουλάχιστον, εξακολουθούν να αφιερώνουν πολλές ώρες, σε πολλές
τάξεις, στο γράψιμο με το χέρι.
Φαίνεται πως σε άλλες χώρες τα πράγματα έχουν αλλάξει περισσότερο,
και πως ήδη από το δημοτικό σχολείο δίνεται έμφαση στην πληκτρολόγηση
και όχι στη χειρογραφή. Πρόσατα δημοσιεύτηκε στη Νιου Γιορκ Τάιμς ένα
άρθρο για αυτό το θέμα, που μου φάνηκε αξιόλογο. Ο τίτλος του ήταν What’s lost as handwriting fades,
Τι χάνεται καθώς ξεχνιέται το γράψιμο με το χέρι, θα μπορούσαμε να
πούμε. Το άρθρο δημοσιεύτηκε διασκευασμένο στο tvxs, με τον τίτλο Τι χάνεται μαζί με την γραφή, που βέβαια δεν είναι σωστός τίτλος, αφού δεν χάνεται η γραφή καθαυτή αλλά η γραφή με το χέρι. Έστω, τι χάνεται μαζί με το χειρόγραφο. Αλλά το βασικό δεν είναι ο τίτλος, είναι ότι το άρθρο του tvxs είναι συρραφή-διασκευή.
Ο φίλος xray είχε την πρωτοβουλία να μεταφράσει ολόκληρο το πρωτότυπο
άρθρο της ΝΥΤ, και θα σας το παρουσιάσω στα επόμενα. Έκανα πρόχειρα
μερικές αλλαγές στη μετάφρασή του, ίσως πολύ πρόχειρα. Κάθε πρόταση για
βελτίωση, δεκτή. Δυο θέματα ορολογίας. Το cursive writing το αποδίδουμε
“συνεχή γραφή”, είναι το χειρόγραφο του ενήλικα εγγράμματου, που κάποια
γράμματα (αλλά όχι όλα) είναι ενωμένα με τα άλλα, αυτό παλιά το λέγαν
και “επισεσυρμένη γραφή”, όποιος ξέρει πώς το λέμε τώρα ας μας πει.
Έπειτα, το printing, δεν είναι βέβαια, σε αυτά τα συμφραζόμενα, η
εκτύπωση, είναι όταν γράφεις μεμονωμένα, ασύνδετα γράμματα -όπως το
παιδί που μαθαίνει τώρα να γράφει. Πολύ θα ήθελα να ξέρω αν υπάρχει
ειδικός ελληνικός όρος.
Τι χάνουμε καθώς ξεχνάμε να γράφουμε με το χέρι
Έχει σημασία το γράψιμο με το χέρι;
Όχι πολλή, σύμφωνα με πολλούς εκπαιδευτικούς. Τα Common Core standards, ένας γενικός οδηγός για την εκπαίδευση στην Αμερική, (http://www.corestandards.org),
ο οποίος έχει υιοθετηθεί από τις περισσότερες πολιτείες, προτείνουν να
διδάσκεται το παιδί να γράφει ευανάγνωστα, αλλά μόνο στο νηπιαγωγείο και
την πρώτη τάξη του δημοτικού. Μετά από αυτό το στάδιο, η έμφαση δίνεται
στην ευχέρεια στην πληκτρολόγηση.
Ψυχολόγοι όμως και νευροφυσιολόγοι λένε ότι είναι πάρα πολύ νωρίς για
να ανακηρύξουμε τη γραφή με το χέρι απομεινάρι του παρελθόντος. Νέα
στοιχεία καταδεικνύουν ότι η σχέση της χειρόγραφης γραφής και της
γενικότερης μαθησιακής εξέλιξης είναι πολύ βαθύτερη.
Τα παιδιά όχι μόνο μαθαίνουν να διαβάζουν γρηγορότερα όταν
πρωτομαθαίνουν να γράφουν με το χέρι, αλλά βελτιώνουν επίσης και την
ικανότητά τους να γεννούν ιδέες και να συγκρατούν πληροφορίες. Με άλλα
λόγια, δεν έχει σημασία μόνο το τι γράφουμε, αλλά και το πώς.
“Όταν γράφουμε, ένα μοναδικό νευρικό κύκλωμα ενεργοποιείται
αυτόματα,” λέει ο Στανισλάς Ντεέν (Stanislas Dehaene), ψυχολόγος στο
Κολλέγιο της Γαλλίας στο Παρίσι, “Υπάρχει μια θεμελιώδης εσωτερική
αναγνώριση της κίνησης του χεριού που γράφει μια λέξη, ένα είδος
διανοητικής αναγνώρισης μέσα από μια προσομοίωση στο μυαλό μας. Και
φαίνεται ότι αυτό το κύκλωμα συμβάλλει στη διαδικασία με τρόπους που δεν
είχαμε συνειδητοποιήσει,” συνεχίζει. “Η μάθηση γίνεται ευκολότερη”.
Μια μελέτη του 2012 της Κάριν Τζέημς, ψυχολόγου στο Πανεπιστήμιο της
Ιντιάνας, πρόσφερε νέα επιχειρήματα σε αυτή την προσέγγιση. Σε παιδιά
που δεν είχαν μέχρι τότε μάθει να διαβάζουν και να γράφουν δόθηκαν ένα
γράμμα, ή ένα σχήμα σε μια κάρτα και τους ζητήθηκε να το αναπαράξουν με
έναν από τους εξής τρεις τρόπους: να το ζωγραφίσουν σε λευκό χαρτί, να
το σχηματίσουν ενώνοντας αντίστοιχες τελείες, ή να το πληκτρολογήσουν
απλώς σε υπολογιστή. Στη συνέχεια μπήκαν σε ένα εγκεφαλογράφο (brain
scanner) και τους επιδείχθηκε για άλλη μια φορά η εικόνα.
Οι ερευνητές βρήκαν ότι η αρχική διαδικασία της αντιγραφής ήταν πολύ
σημαντική. Όταν τα παιδιά σχεδίαζαν ένα γράμμα με το χέρι, έδειχναν
αυξημένη δραστηριότητα σε τρεις περιοχές του εγκεφάλου που
ενεργοποιούνται στους ενήλικες όταν διαβάζουν ή γράφουν: στην αριστερή
ατρακτοειδή έλικα, στην κάτω μετωπιαία έλικα και στον οπίσθιο βρεγματικό
φλοιό.
Αντίθετα, παιδιά που πληκτρολογούσαν ή που σχημάτιζαν το γράμμα ή το σχήμα ενώνοντας τελείες, δεν έδειχναν τέτοια δραστηριότητα.
Η Δρ. Τζέημς αποδίδει τις διαφορές στην εγγενή ατέλεια του γραψίματος
με το χέρι. Όχι μόνο πρέπει να προσχεδιάσουμε και να εκτελέσουμε το
έργο με ένα τρόπο που δεν απαιτείται όταν έχουμε να ακολουθήσουμε
σταθερά περιγράμματα, αλλά και είναι πιθανό να παράξουμε αποτέλεσμα κάθε
φορά διαφορετικό.
Αυτή η ίδια η διαφορετικότητα, μπορεί να αποτελέσει από μόνη της ένα
εκπαιδευτικό εργαλείο. “Όταν ένα παιδί γράφει ένα κακογραμμένο γράμμα,”
λέει η Δρ. Τζέημς, “αυτό καθαυτό το γεγονός μπορεί να το βοηθήσει να το
μάθει.”
Το μυαλό μας πρέπει να καταλάβει ότι κάθε επανάληψη του “α” για
παράδειγμα, αποτελεί το ίδιο γράμμα, ανεξάρτητα από το πώς είναι
γραμμένο. Η δυνατότητα της αποκωδικοποίησης της κακογραφίας του κάθε “α”
μπορεί να αποδειχθεί χρησιμότερη στην εδραίωση της κατανόησης αυτού που
αναπαριστά, από το να βλέπει κανείς το ίδιο απαράλλαχτο γράμμα
επανειλημμένα.
“Αυτή είναι μια από τις πρώτες ενδείξεις της αλλαγής του εγκεφάλου λόγω αυτής της πρακτικής,” είπε η Δρ. Τζέημς.
Σε μια άλλη μελέτη, η Δρ. Τζέημς συγκρίνει παιδιά που σχηματίζουν
λέξεις, με άλλα που απλώς παρακολουθούν τη διαδικασία. Από τις
παρατηρήσεις της προκύπτει ότι μόνο η πραγματική προσπάθεια εμπλέκει το
μυαλό και χαρίζει τα μαθησιακά πλεονεκτήματα της χειρογραφής.
Το αποτέλεσμα όμως εκτείνεται πέρα από την απλή αναγνώριση γραμμάτων.
Σε μια μελέτη που ακολούθησε σε παιδιά τρίτης έως και πέμπτης
δημοτικού, η Βιρτζίνια Μπέρνιγκερ, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο της
Ουάσιγκτον, έδειξε ότι το γράψιμο μεμονωμένων γραμμάτων (printing), η
συνεχής γραφή και η πληκτρολόγηση, είναι δραστηριότητες που συνδέονται
με διακριτά και ξεχωριστά εγκεφαλικά μοτίβα – και καθεμιά τους έχει και
διαφορετικό αποτέλεσμα. Όταν τα παιδιά έγραφαν κείμενο με το χέρι, δεν
κατάφερναν απλώς να γράφουν συστηματικά περισσότερες λέξεις απ’ ό,τι τα
παιδιά που πληκτρολογούσαν, αλλά εξέφραζαν και περισσότερες ιδέες.
Φαίνεται μάλιστα ότι μπορεί να υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο
γράψιμο μεμονωμένων γραμμάτων (printing) και στη συνεχή γραφή – μια
σημαντική διαφορά, καθώς η διδασκαλία του συνεχούς γραψίματος σταδιακά
εξαφανίζεται από τα εκπαιδευτικά προγράμματα. Στη δυσγραφία, μια
κατάσταση μειωμένης ικανότητας γραφής, συνήθως μετά από τραυματισμό του
εγκεφάλου, αυτή η διαφορά μπορεί εκδηλωθεί με απροσδόκητα αποτελέσματα:
σε μερικούς ανθρώπους η ικανότητα για συνεχής γραφή παραμένει σχετικά
ανεπηρέαστη, ενώ σε άλλους φαίνεται να μην επηρεάζεται η γραφή
μεμονωμένων γραμμάτων.
Στην αλεξία, την κατάσταση μειωμένης ικανότητας διαβάσματος, μερικοί
άνθρωποι που δεν μπορούν να κατανοήσουν τυπωμένο κείμενο (print),
μπορούν να διαβάσουν χειρόγραφο κείμενο, ενώ συμβαίνει και το αντίθετο –
πράγμα που υποδηλώνει ότι οι δύο τρόποι γραφής ενεργοποιούν διαφορετικά
δίκτυα του εγκεφάλου και εμπλέκουν περισσότερους γνωστικούς πόρους απ’
ό,τι θα συνέβαινε αν η προσέγγιση ήταν ενιαία.
Η Δρ. Μπέρνιγκερ φτάνει στο σημείο να θεωρεί ότι η συνεχής γραφή
μπορεί να συμβάλλει στην εκπαίδευση στον αυτοέλεγχο με ένα τρόπο που δεν
είναι δυνατός για άλλους τρόπους γραφής, ενώ μερικοί ερευνητές της
αποδίδουν μέχρι και συμβολή στη θεραπεία της δυσλεξίας. Μια μελέτη του
2012 δείχνει ότι το συνεχές γράψιμο μπορεί να είναι ιδιαίτερα
αποτελεσματική για άτομα με προχωρημένη δυσγραφία – δυσκολίες κινητικού
ελέγχου στη διαδικασία σχηματισμού γραμμάτων – και ότι μπορεί να
βοηθήσει στο να αποφεύγεται το γράψιμο των γραμμάτων ανάποδα ή
αντίστροφα.
Συνεχές ή όχι, τα οφέλη του γραψίματος με το χέρι φαίνεται ότι
εκτείνονται πέρα από την παιδική ηλικία. Για τους ενηλίκους, η
πληκτρολόγηση μπορεί να είναι μια γρήγορη και αποτελεσματική εναλλακτική
της χειρογραφής, αλλά αυτή η ίδια η αποτελεσματικότητά της, μπορεί να
μειώνει την ικανότητά μας να επεξεργαζόμαστε καινούριες πληροφορίες. Όχι
μόνο μαθαίνουμε καλύτερα τα γράμματα όταν τα καταχωρούμε στη μνήμη μας
μέσω της χειρογραφής, αλλά και η μνήμη και η ικανότητα μάθησης μπορεί να
ωφελούνται παράλληλα.
Δύο ψυχολόγοι, η Παμ Α. Μίλερ από το Πρίνστον και ο Ντάνιελ Μ.
Οπενχάιμερ από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες ανέφεραν
ότι τόσο σε συνθήκες εργαστηρίου, όσο και σε πραγματικές τάξεις
σχολείων, οι μαθητές αφομοιώνουν την ύλη καλύτερα όταν κρατούν
σημειώσεις με το χέρι, παρά πληκτρολογώντας σε κάποιο ψηφιακό μέσο.
Αντίθετα με προηγούμενες μελέτες που απέδιδαν τη διαφορά στους
περισπασμούς των υπολογιστών, η νέα έρευνα ενισχύει την άποψη ότι το
γράψιμο με το χέρι δίνει στον μαθητή τη δυνατότητα να επεξεργαστεί τα
περιεχόμενα της παράδοσης του καθηγητή και να τα επανατοποθετήσει – μια
διαδικασία στοχασμού και χειρισμού που μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη
κατανόηση και κωδικοποίηση της μνήμης.
Δεν είναι όλοι οι ερευνητές πεπεισμένοι ότι τα μακροπρόθεσμα οφέλη
του γραψίματος με το χέρι είναι τόσο σημαντικά. Ένας από τους
σκεπτικιστές πάντως, ο Πολ Μπλούμ, ψυχολόγος στο Γέιλ, λέει ότι η νέα
έρευνα αν μη τι άλλο δίνει έναυσμα για σκέψεις.
“Όταν γράφεις με το χέρι, και μόνο το γεγονός ότι καταγράφεις κάτι,
σε αναγκάζει να εστιάσεις στο τι είναι πραγματικά σημαντικό,” λέει. Και
προσθέτει, ύστερα από λίγη σκέψη, “Ίσως να βοηθάει να σκέφτεσαι
καλύτερα.”
Η Μαρία Κονίκοβα είναι αρθρογράφος του διαδικτυακού Νιου Γιόρκερ
και συγγραφέας του “Mastermind: How to Think Like Sherlock Holmes.”
Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014
P.Bourdieu-Γλώσσα και συμβολική εξουσία Η έγκυρη γλώσσα Οι κοινωνικές συνθήκες της αποτελεσματικότητας του τελετουργικού λόγου (σελ.155-169,Ινστιτούτο του βιβλίου Καρδαμίτσα,μετάφραση Κική Καψαμπέλη)ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ :Ταξικές Μηχανές bestimmung.blogspot.com

P.Bourdieu-Γλώσσα και συμβολική εξουσία | Ταξικές Μηχανές
bestimmung.blogspot.com
P.Bourdieu-Γλώσσα και συμβολική εξουσία
Η έγκυρη γλώσσα
Οι κοινωνικές συνθήκες της αποτελεσματικότητας του τελετουργικού λόγου
(σελ.155-169,Ινστιτούτο του βιβλίου Καρδαμίτσα,μετάφραση Κική Καψαμπέλη)
Η αφελής ερώτηση σχετικά με την εξουσία των λέξεων εμπεριέχεται λογικά
στην αρχική καταστολή της ερώτησης σχετικά με τις χρήσεις της
γλώσσας,άρα με τις κοινωνικές συνθήκες χρησιμοποίησης των λέξεων.Από τη
στιγμή που μεταχειρίζεται κανείς τη γλώσσα ως αυτόνομο αντικείμενο,αποδεχόμενος
το ριζικό διαχωρισμό που διενεργούσε ο Σωσσύρ ανάμεσα στην εσωτερική
γλωσσολογία και την εξωτερική γλωσσολογία,ανάμεσα στην επιστήμη της
γλώσσας(langue)και την επιστήμη των κοινωνικών χρήσεων της γλώσσας,καταδικάζεται να αναζητά την εξουσία των λέξεων μέσα στις λέξεις ,δηλαδή κάπου που δεν είναι.
[...].Η εξουσία που διαθέτουν τα λόγια(paroles)δεν είναι τίποτε άλλο από την εξουσία που έχει εκχωρηθεί στον εκπρόσωπο λόγου,και
τα λόγια του,το περιεχόμενο του λόγου του(discours),και ο τρόπος με τον
οποίο μιλάει-δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μαρτυρία,και μία
μαρτυρία ανάμεσα στις άλλες,για το γεγονός ότι περιβάλλεται με την
εγγύηση της κατ'εντολήν εξουσίας.
Από εδώ ξεκινάει το λάθος,που το έχει εκφράσει στην πιο ολοκληρωμένη του μορφή ο Ώστιν(ή,ύστερα από αυτόν,ο Χάμπερμας),όταν νομίζει
ότι ανακαλύπτει μέσα στον ίδιο το λόγο,δηλαδή μέσα στην καθαρά γλωσσική
υπόσταση της ομιλίας ,την αρχή της αποτελεσματικότητας της ομιλίας.Όταν
προσπαθεί κανείς να κατανοήσει γλωσσικά τη δύναμη των γλωσσικών
εκδηλώσεων,όταν αναζητά στη γλώσσα την αρχή που διέπει τη λογική και την
αποτελεσματικότητα της γλώσσας του θεσμού,σημαίνει πως ξεχνά πως η εξουσία(αυθεντία)έρχεται στη γλώσσα από τα έξω,όπως μας υπενθυμίζει συγκεκριμένα το σκήπτρον το οποίο,στον Όμηρο,τείνουν στον ρήτορα που πρόκειται να πάρει το λόγο.Την αυθεντία αυτή,η γλώσσα δεν κάνει τίποτα περισσότερο από να την παριστά,να την εκδηλώνει,να τη συμβολίζει.Υπάρχει
μια χαρακτηριστική ρητορική όλων των λόγων του θεσμού,δηλαδή της
επίσημης ομιλίας του εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου λόγου...:τα υφολογικά
χαρακτηριστικά της γλώσσας των ιερέων,των καθηγητών και γενικότερα των
θεσμών,όπως η έλλειψη πρωτοτυπίας,η χρήση στερεοτύπων και η
ουδετεροποίηση,απορρέουν από την θέση που καταλαμβάνουν σε κάποιο πεδίο
ανταγωνισμού αυτοί οι θεματοφύλακες μιας κατ'εντολήν εξουσίας.
[...].Στην πραγματικότητα η χρήση της γλώσσας,δηλαδή τόσο ο τρόπος όσο και το περιεχόμενο του λόγου,εξαρτάται από την κοινωνική θέση του ομιλητή,η οποία και του υπαγορεύει ποια πρόσβαση μπορεί να έχει στη γλώσσα του θεσμού-την επίσημη,ορθόδοξη,νόμιμη ομιλία.Ακριβώς η πρόσβαση στα νόμιμα εργαλεία έκφρασης,και
άρα η συμμετοχή στην εξουσία του θεσμού,συνοψίζει όλη τη διαφορά-μη
αναγώγιμη σε αυτόν καθ'αυτόν τον λόγο-ανάμεσα στην απλή αγυρτεία των
''μασκαράδων'',που μεταμφιέζουν την επιτελεστική καταδήλωση σε
περιγραφική ή διαπιστωτική καταδήλωση,και την έγκυρη αγυρτεία εκείνων
που κάνουν το ίδιο με την εξουσιοδότηση και το κύρος ενός θεσμού,Ο
εκπρόσωπος λόγου είναι ένας αγύρτης εφοδιασμένος με το σκήπτρον.
Αν,όπως παρατηρεί ο Ώστιν,υπάρχουν εκφωνήματα που ρόλος τους δεν είναι
μόνο να ''περιγράψουν μια κατάσταση πραγμάτων ή να καταδηλώσουν ένα
οποιοδήποτε γεγονός'',αλλά και να ''εκτελέσουν μια πράξη'',τούτο
συμβαίνει επειδή η εξουσία των λέξεων έγκειται στο γεγονός ότι εκείνο που τις προφέρει δεν το κάνει για προσωπικό του λογαριασμό,παρά είναι απλώς ο ''φορέας'' τους:αν
ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος λόγου μπορεί μέσω των λέξεων να
επενεργήσει σε άλλους δρώντες και,με τη διαμεσολάβηση του έργου τους,στα
ίδια τα πράγματα,τούτο συμβαίνει μόνο επειδή η ομιλία του
συγκεντρώνει το συμβολικό κεφάλαιο που έχει συσσωρεύσει η ομάδα η οποία
του έχει αναθέσει εντολή και πληρεξούσιος της οποίας είναι.Οι
νόμοι της κοινωνικής φυσικής δεν ξεφεύγουν από τους νόμους της φυσικής
παρά μόνο φαινομενικά,και η δύναμη που διαθέτουν ορισμένα συνθήματα να
επιτυγχάνουν έργο χωρίς δαπάνη έργου-εδράζεται στο κεφάλαιο που η ομάδα
έχει συσσωρεύσει με την εργασία της,ενώ η αποτελεσματική χρήση αυτού
του κεφαλαίου εξαρτάται από ένα ολόκληρο σύνολο προυποθέσεων,εκείνων οι
οποίες προσδιορίζουν τα τελετουργικά της κοινωνικής μαγείας.Οι
περισσότερες από τις προυποθέσεις που πρέπει να πληρωθούν προκειμένου
ένα επιτελεστικό εκφώνημα να έχει επιτυχία ανάγονται στην καταλληλότητα
του ομιλητή-ή,καλύτερα της κοινωνικής του λειτουργίας-και του λόγου που
εκφωνεί:ένα επιτελεστικό εκφώνημα είναι καταδικασμένο σε αποτυχία
οσάκις δεν προφέρεται από ένα πρόσωπο που έχει την εξουσία να το
προφέρει ή γενικότερα,οσάκις ''τα επιμέρους πρόσωπα ή οι ιδιαίτερες
περιστάσεις'' δεν είναι ''τα ενδεδειγμένα ώστε να μπορέσει κανείς να
επικαλεστεί τη συγκεκριμένη διαδικασία'',με δύο λόγια,οσάκις ο ομιλητής δεν είναι εξουσιοδοτημένος να εκπέμψει τις λέξεις που αναφωνεί
[...].Βλέπουμε ότι όλες οι προσπάθειες για να βρούμε μέσα στην καθαρά γλωσσική λογική των διαφορετικών μορφών επιχειρηματολογίας,ρητορικής και υφολογίας την πηγή της συμβολικής αποτελεσματικότητας τους είναι καταδικασμένες σε αποτυχία,όσο
δεν αποκαθιστούν τη σχέση ανάμεσα στις ιδιότητες του λόγου,τις
ιδιότητες του ανθρώπου που εκφωνεί το λόγο και τις ιδιότητες του θεσμού
που εξουσιοδοτεί τον άνθρωπο να εκφωνήσει το λόγο.[...]Και ο λόγος
αυθεντίας δεν είναι τίποτε άλλο από την παραδειγματική μορφή των
εκδηλώσεων αυτών,που οφείλουν την ειδική αποτελεσματικότητά τους στο
γεγονός ότι φαίνεται να περικλείουν μέσα τους την πηγή μιας
εξουσίας,η οποία στην πραγματικότητα έγκειται στις θεσμικές συνθήκες της
παραγωγής και της δεξίωσής τους.Ο ειδικός χαρακτήρας του λόγου αυθεντίας(καθηγητική παράδοση,κήρυγμα κλπ)έγκειται στο γεγονός ότι δεν
αρκεί να είναι κατανοητός(μπορεί μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις να
μην είναι,χωρίς να χάνει τη δύναμή του),και ότι ασκεί την προσίδια
ενέργειά του μόνο υπό τον όρο να αναγνωρίζεται ως τέτοιος.H
αναγνώριση αυτή-που συνοδεύεται ή όχι από την κατανόηση-απονέμεται,ως
αυτονόητη,μόνο υπό ορισμένες προυποθέσεις,εκείνες που προσδιορίζουν τη
νόμιμη χρήση:ο λόγος αυθεντίας πρέπει να εκφωνείται από το πρόσωπο που νομιμοποιείται να τον εκφωνεί,τον κάτοχο του σκήπτρου,τον
οποίο όλοι αναγνωρίζουν και αναγνωρίζουν ως νομικά ικανό και επιδέξιο
να παραγάγει αυτή την ιδιαίτερη τάξη λόγου-ιερέα,καθηγητή,ποιητή κ.ά,Πρέπει να εκφωνείται στο πλαίσιο μιας νόμιμης κατάστασης,δηλαδή μπροστά στους νόμιμους αποδέκτες(δεν μπορούμε να διαβάσουμε ντανταιστική ποίηση στο υπουργικό συμβούλιο),πρέπει τέλος να εκφωνείται κατά τους νόμιμους τύπους(συντακτικούς,φωνητικούς κλπ).Oι
προυποθέσεις τις οποίες μπορούμε να αποκαλέσουμε
ιερολειτουργικές,δηλαδή το σύνολο των προδιαγραφών που διέπουν τον τύπο
της δημόσιας εκδήλωσης αυθεντίας,όπως η εθιμοτυπία των ιερετελεστιών,ο
κώδικας των χειρονομιών και η επίσημη διάταξη των τελετουργιών,δεν
είναι,καθώς διαπιστώνουμε,παρά ένα και μόνο στοιχείο,το πλέον ορατό,ενός
συστήματος προυποθέσεων από τις οποίες οι πλέον σημαντικές,οι πλέον
αναντικατάστατες είναι εκείνες που δημιουργούν τη διάθεση για την
αναγνώριση ως παραγνώριση και πίστη,δηλαδή την εκχώρηση αυθεντίας,την
εξουσιοδότηση,που χορηγεί στον έγκυρο λόγο την αυθεντία του.
Όταν κανείς εστιάζει αποκλειστικά στις τυπικές προυποθέσεις της αποτελεσματικότητας του τελετουργικού,ξεχνάει ότι οι τελετουργικές προυποθέσεις που πρέπει να πληρωθούν προκειμένου το τελετουργικό να λειτουργήσει και το θρησκευτικό μυστήριο να έχει ισχύ και ταυτόχρονα αποτελεσματικότητα δεν αρκούν ποτέ,όσο δεν έχουν συγκεντρωθεί οι προυποθέσεις που παράγουν την αναγνώριση του τελετουργικού αυτού:η γλώσσα αυθεντίας διαφεντεύει πάντα με τη συνεργασία εκείνων τους οποίους διαφεντεύει,δηλαδή χάρη στη συνδρομή των κοινωνικών μηχανισμών που έχουν την ικανότητα να παραγάγουν αυτή τη βασισμένη στην παραγνώριση συνενοχή,από την οποία απορρέει κάθε είδους αυθεντία.Και για να μετρήσουμε την έκταση του λάθους του Ώστιν και κάθε αυστηρά τυποκρατικής(φορμαλιστικής)ανάλυσης των συμβολικών συστημάτων,αρκεί να δείξουμε ότι η γλώσσα αυθεντίας δεν είναι τίποτε άλλο από το όριο της νόμιμης γλώσσας,η αυθεντία της οποίας δεν έγκειται,όπως θέλει ο ταξικός ρατσισμός,στο σύνολο των προσωδιακών και αρθρωσιακών παραλλαγών που προσδιορίζουν τη ''διακεκριμένη'' προφορά,ούτε στην πολυπλοκότητα της σύνταξης ή του πλούτου του λεξιλογίου,δηλαδή στις ενδογενείς ιδιότητες του ίδιου του λόγου,αλλά στις κοινωνικές συνθήκες παραγωγής και αναπαραγωγής του τρόπου με τον οποίο κατανέμεται μεταξύ των τάξεων η γνώση και αναγνώριση της νόμιμης γλώσσας.
[...].Προκειμένου το τυπικό να λειτουργήσει και να φέρει αποτέλεσμα,πρέπει πρώτα απ'όλα να παρουσιαστεί και να γίνει αντιληπτό ως νόμιμο,ενώ ο ρόλος της στερεότυπης συμβολικής είναι ακριβώς να καταστήσει φανερό ότι ο δρων δεν ενεργεί εξ ονόματός του και αυτεξούσια αλλά ως εντεταμένος θεματοφύλακας.
''Πριν από δύο χρόνια,μια γριά ετοιμοθάνατη γειτόνισσά μου ζήτησε να πάω να φέρω τον παπά.Έρχεται ο παπάς,αλλά χωρίς τη μετάληψη,και μετά το ευχέλαιο τη φιλάει.΄΄Αν ζήτησα παπά τις τελευταίες μου στιγμές,δεν το ζήτησα για να με φιλήσει,αλλά για να μου φέρει τα εφόδια για την αιωνιότητα.Το φιλί αυτό είναι πατερναλισμός,δεν είναι το ιερό Λειτούργημα΄΄''.
Ο τελετουργικός συμβολισμός δεν έχει ενεργό δύναμη από μόνος του,αλλά μόνο καθόσον παριστά-με τη θεατρική έννοια του όρου-την κατ'εντολήν εκπροσώπηση:η αυστηρή τήρηση του κώδικα της ομοιόμορφης θείας λειτουργίας,ο οποίος διέπει τις χειρονομίες και τα λόγια των μυστηρίων,συνιστά την εκδήλωση και παράλληλα το αντίτιμο του πληρεξούσιου με το οποίο ο ιερέας γίνεται εκείνος που κατέχει το ''μονοπώλιο όσον αφορά το χειρισμό των αγαθών της σωτηρίας'',αντίθετα η παραίτηση από όλα τα συμβολικά κατηγορήματα της εκκλησιαστικής αυθεντίας-το ράσο,τη Λατινική,τους καθιερωμένους τόπους και αντικείμενα-εκδηλώνει τη διάρρηξη του παλαιού πληρεξούσιου το οποίο,με τη διαμεσολάβηση της Εκκλησίας ένωνε τον ιερέα με τους πιστούς:η αγανάκτηση των πιστών υπενθυμίζει ότι οι προυποθέσεις που προσδίδουν στο τελετουργικό την αποτελεσματικότητά του μπορούν να συγκεντρωθούν μόνο από ένα θεσμό ο οποίος περιβάλλεται,μέσω αυτού ακριβώς,με την εξουσία να ελέγχει το χειρισμό του τελετουργικού.Το διακύβευμα,στην κρίση της θείας λειτουργίας,είναι ολόκληρο το σύστημα των συνθηκών που πρέπει να πληρωθούν προκειμένου να λειτουργήσει ο θεσμός ο οποίος επιτρέπει και ελέγχει τη χρήση της και επίσης διασφαλίζει την ομοιομορφία της διαμέσου του χρόνου και του χώρου,διασφαλίζοντας τη συμμορφία όσων εντέλλονται να την επιτελέσουν:η κρίση της γλώσσας παραπέμπει έτσι στην κρίση των μηχανισμών που εξασφάλιζαν την παραγωγή των νόμιμων πομπών και δεκτών.Οι σκανδαλισμένοι πιστοί δεν απατώνται,όταν συνδέουν την αναρχική ποίκιλση του τελετουργικού με την κρίση του θρησκευτικού θεσμού:''Κάθε εφημέριος έχει γίνει ένας μικρός πάπας ή ένας μικρός επίσκοπος,και οι πιστοί βρίσκονται σε σύγχυση.Ορισμένοι,μπροστά σ'αυτόν το χείμαρρο αλλαγών,δεν πιστεύουν πια ότι η Εκκλησία είναι ο βράχος και ότι κατέχει την αλήθεια''.
[...].Η κρίση της θείας λειτουργίας παραπέμπει στην κρίση της ιεροσύνης(και ολόκληρου του πεδίου των κληρικών),η οποία παραπέμπει με τη σειρά της σε μια γενική κρίση της πίστης:αποκαλύπτει,μέσω ενός είδους αποσυναρμολόγησης σχεδόν πειραματικής φύσης,''τις συνθήκες επιτυχίας'' που επιτρέπουν στο σύνολο των εμπλεκόμενων δρώντων να διεκπεραιώσουν την τελετουργία με επιτυχία,και φανερώνει αναδρομικά ότι αυτή η αντικειμενική και υποκειμενική επιτυχία βασίζεται στην απόλυτη άγνοια των συνθηκών ,άγνοια η οποία,καθόσον προσδιορίζει τη δοξική σχέση με τα κοινωνικά τελετουργικά,αποτελεί την επιτακτικότερη συνθήκη της αποτελεσματικής διεκπεραίωσής τους..Προκειμένου η επιτελεστική μαγεία του τελετουργικού να λειτουργήσει πλήρως,πρέπει ο θρησκευτικός πληρεξούσιος,που είναι επιφορτισμένος με τη διεκπεραίωσή του στο όνομα της ομάδας,να ενεργεί ως ενός είδους διάμεσος ανάμεσα στην ομάδα και τον εαυτό της:η ομάδα είναι εκείνη η οποία,με το μεσολαβητή της,ασκεί στον εαυτό της τη μαγική δραστικότητα που εμπερικλείεται στο επιτελεστικό εκφώνημα.
Η συμβολική αποτελεσματικότητα των λέξεων δεν ασκείται ποτέ παρά μόνο στο μέτρο που όποιος την υφίσταται αναγνωρίζει ότι εκείνος που την ασκεί είναι δικαιοδοτημένος να την ασκεί ή,πράγμα που καταλήγει στο ίδιο,στο μέτρο που ξεχνάει και αγνοεί,υπείκοντας σ'αυτήν,ότι με την αναγνώριση που της χορηγεί έχει συντελέσει στη θεμελίωσή της.Και στηρίζεται εξ'ολοκλήρου στην πίστη που θεμελιώνει το υπούργημα,αυτό το κοινωνικό πλάσμα,και που είναι πολύ βαθύτερη από τα πιστεύω και τα μυστήρια τα οποία ο λειτουργός επαγγέλεται και εγγυάται:(η καθαρά θρησκευτική τελετουργία είναι απλώς μια ιδιαίτερη περίπτωση όλων των κοινωνικών τελετουργικών,η μαγεία των οποίων δεν έγκειται στους λόγους και στα περιεχόμενα συνείδησης που τους συνοδεύουν αλλά στο σύστημα των κοινωνικών σχέσεων που συγκροτούν το ίδιο το τελετουργικό,και οι οποίες το καθιστούν δυνατό και κοινωνικά τελεσιουργό,μεταξύ άλλων στις παραστάσεις και πεποιθήσεις που αυτό συνεπάγεται):γι'άυτό η κρίση της θρησκευτικής γλώσσας και της επιτελεστικής δραστικότητάς της δεν περιορίζεται στην κατάρρευση ενός σύμπαντος παραστάσεων,όπως πιστεύεται συχνά.Συνοδεύει τον καταποντισμό ενός ολόκληρου κόσμου κοινωνικών σχέσεων,συστατικός παράγοντας του οποίου ήταν ακριβώς αυτή η γλώσσα.
Όταν κανείς εστιάζει αποκλειστικά στις τυπικές προυποθέσεις της αποτελεσματικότητας του τελετουργικού,ξεχνάει ότι οι τελετουργικές προυποθέσεις που πρέπει να πληρωθούν προκειμένου το τελετουργικό να λειτουργήσει και το θρησκευτικό μυστήριο να έχει ισχύ και ταυτόχρονα αποτελεσματικότητα δεν αρκούν ποτέ,όσο δεν έχουν συγκεντρωθεί οι προυποθέσεις που παράγουν την αναγνώριση του τελετουργικού αυτού:η γλώσσα αυθεντίας διαφεντεύει πάντα με τη συνεργασία εκείνων τους οποίους διαφεντεύει,δηλαδή χάρη στη συνδρομή των κοινωνικών μηχανισμών που έχουν την ικανότητα να παραγάγουν αυτή τη βασισμένη στην παραγνώριση συνενοχή,από την οποία απορρέει κάθε είδους αυθεντία.Και για να μετρήσουμε την έκταση του λάθους του Ώστιν και κάθε αυστηρά τυποκρατικής(φορμαλιστικής)ανάλυσης των συμβολικών συστημάτων,αρκεί να δείξουμε ότι η γλώσσα αυθεντίας δεν είναι τίποτε άλλο από το όριο της νόμιμης γλώσσας,η αυθεντία της οποίας δεν έγκειται,όπως θέλει ο ταξικός ρατσισμός,στο σύνολο των προσωδιακών και αρθρωσιακών παραλλαγών που προσδιορίζουν τη ''διακεκριμένη'' προφορά,ούτε στην πολυπλοκότητα της σύνταξης ή του πλούτου του λεξιλογίου,δηλαδή στις ενδογενείς ιδιότητες του ίδιου του λόγου,αλλά στις κοινωνικές συνθήκες παραγωγής και αναπαραγωγής του τρόπου με τον οποίο κατανέμεται μεταξύ των τάξεων η γνώση και αναγνώριση της νόμιμης γλώσσας.
[...].Προκειμένου το τυπικό να λειτουργήσει και να φέρει αποτέλεσμα,πρέπει πρώτα απ'όλα να παρουσιαστεί και να γίνει αντιληπτό ως νόμιμο,ενώ ο ρόλος της στερεότυπης συμβολικής είναι ακριβώς να καταστήσει φανερό ότι ο δρων δεν ενεργεί εξ ονόματός του και αυτεξούσια αλλά ως εντεταμένος θεματοφύλακας.
''Πριν από δύο χρόνια,μια γριά ετοιμοθάνατη γειτόνισσά μου ζήτησε να πάω να φέρω τον παπά.Έρχεται ο παπάς,αλλά χωρίς τη μετάληψη,και μετά το ευχέλαιο τη φιλάει.΄΄Αν ζήτησα παπά τις τελευταίες μου στιγμές,δεν το ζήτησα για να με φιλήσει,αλλά για να μου φέρει τα εφόδια για την αιωνιότητα.Το φιλί αυτό είναι πατερναλισμός,δεν είναι το ιερό Λειτούργημα΄΄''.
Ο τελετουργικός συμβολισμός δεν έχει ενεργό δύναμη από μόνος του,αλλά μόνο καθόσον παριστά-με τη θεατρική έννοια του όρου-την κατ'εντολήν εκπροσώπηση:η αυστηρή τήρηση του κώδικα της ομοιόμορφης θείας λειτουργίας,ο οποίος διέπει τις χειρονομίες και τα λόγια των μυστηρίων,συνιστά την εκδήλωση και παράλληλα το αντίτιμο του πληρεξούσιου με το οποίο ο ιερέας γίνεται εκείνος που κατέχει το ''μονοπώλιο όσον αφορά το χειρισμό των αγαθών της σωτηρίας'',αντίθετα η παραίτηση από όλα τα συμβολικά κατηγορήματα της εκκλησιαστικής αυθεντίας-το ράσο,τη Λατινική,τους καθιερωμένους τόπους και αντικείμενα-εκδηλώνει τη διάρρηξη του παλαιού πληρεξούσιου το οποίο,με τη διαμεσολάβηση της Εκκλησίας ένωνε τον ιερέα με τους πιστούς:η αγανάκτηση των πιστών υπενθυμίζει ότι οι προυποθέσεις που προσδίδουν στο τελετουργικό την αποτελεσματικότητά του μπορούν να συγκεντρωθούν μόνο από ένα θεσμό ο οποίος περιβάλλεται,μέσω αυτού ακριβώς,με την εξουσία να ελέγχει το χειρισμό του τελετουργικού.Το διακύβευμα,στην κρίση της θείας λειτουργίας,είναι ολόκληρο το σύστημα των συνθηκών που πρέπει να πληρωθούν προκειμένου να λειτουργήσει ο θεσμός ο οποίος επιτρέπει και ελέγχει τη χρήση της και επίσης διασφαλίζει την ομοιομορφία της διαμέσου του χρόνου και του χώρου,διασφαλίζοντας τη συμμορφία όσων εντέλλονται να την επιτελέσουν:η κρίση της γλώσσας παραπέμπει έτσι στην κρίση των μηχανισμών που εξασφάλιζαν την παραγωγή των νόμιμων πομπών και δεκτών.Οι σκανδαλισμένοι πιστοί δεν απατώνται,όταν συνδέουν την αναρχική ποίκιλση του τελετουργικού με την κρίση του θρησκευτικού θεσμού:''Κάθε εφημέριος έχει γίνει ένας μικρός πάπας ή ένας μικρός επίσκοπος,και οι πιστοί βρίσκονται σε σύγχυση.Ορισμένοι,μπροστά σ'αυτόν το χείμαρρο αλλαγών,δεν πιστεύουν πια ότι η Εκκλησία είναι ο βράχος και ότι κατέχει την αλήθεια''.
[...].Η κρίση της θείας λειτουργίας παραπέμπει στην κρίση της ιεροσύνης(και ολόκληρου του πεδίου των κληρικών),η οποία παραπέμπει με τη σειρά της σε μια γενική κρίση της πίστης:αποκαλύπτει,μέσω ενός είδους αποσυναρμολόγησης σχεδόν πειραματικής φύσης,''τις συνθήκες επιτυχίας'' που επιτρέπουν στο σύνολο των εμπλεκόμενων δρώντων να διεκπεραιώσουν την τελετουργία με επιτυχία,και φανερώνει αναδρομικά ότι αυτή η αντικειμενική και υποκειμενική επιτυχία βασίζεται στην απόλυτη άγνοια των συνθηκών ,άγνοια η οποία,καθόσον προσδιορίζει τη δοξική σχέση με τα κοινωνικά τελετουργικά,αποτελεί την επιτακτικότερη συνθήκη της αποτελεσματικής διεκπεραίωσής τους..Προκειμένου η επιτελεστική μαγεία του τελετουργικού να λειτουργήσει πλήρως,πρέπει ο θρησκευτικός πληρεξούσιος,που είναι επιφορτισμένος με τη διεκπεραίωσή του στο όνομα της ομάδας,να ενεργεί ως ενός είδους διάμεσος ανάμεσα στην ομάδα και τον εαυτό της:η ομάδα είναι εκείνη η οποία,με το μεσολαβητή της,ασκεί στον εαυτό της τη μαγική δραστικότητα που εμπερικλείεται στο επιτελεστικό εκφώνημα.
Η συμβολική αποτελεσματικότητα των λέξεων δεν ασκείται ποτέ παρά μόνο στο μέτρο που όποιος την υφίσταται αναγνωρίζει ότι εκείνος που την ασκεί είναι δικαιοδοτημένος να την ασκεί ή,πράγμα που καταλήγει στο ίδιο,στο μέτρο που ξεχνάει και αγνοεί,υπείκοντας σ'αυτήν,ότι με την αναγνώριση που της χορηγεί έχει συντελέσει στη θεμελίωσή της.Και στηρίζεται εξ'ολοκλήρου στην πίστη που θεμελιώνει το υπούργημα,αυτό το κοινωνικό πλάσμα,και που είναι πολύ βαθύτερη από τα πιστεύω και τα μυστήρια τα οποία ο λειτουργός επαγγέλεται και εγγυάται:(η καθαρά θρησκευτική τελετουργία είναι απλώς μια ιδιαίτερη περίπτωση όλων των κοινωνικών τελετουργικών,η μαγεία των οποίων δεν έγκειται στους λόγους και στα περιεχόμενα συνείδησης που τους συνοδεύουν αλλά στο σύστημα των κοινωνικών σχέσεων που συγκροτούν το ίδιο το τελετουργικό,και οι οποίες το καθιστούν δυνατό και κοινωνικά τελεσιουργό,μεταξύ άλλων στις παραστάσεις και πεποιθήσεις που αυτό συνεπάγεται):γι'άυτό η κρίση της θρησκευτικής γλώσσας και της επιτελεστικής δραστικότητάς της δεν περιορίζεται στην κατάρρευση ενός σύμπαντος παραστάσεων,όπως πιστεύεται συχνά.Συνοδεύει τον καταποντισμό ενός ολόκληρου κόσμου κοινωνικών σχέσεων,συστατικός παράγοντας του οποίου ήταν ακριβώς αυτή η γλώσσα.
Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013
Η μαθηματική δομή της ελληνικής γλώσσας και άλλες τέτοιες βλακείες αναδ. απο : Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία
Ένα καινούργιο παραμύθι κυκλοφορεί τις τελευταίες μέρες στο ελληνικό
Διαδίκτυο, ένα κείμενο που διατείνεται ότι “Μιλώντας ελληνικά
διατυπώνουμε μαθηματικές εξισώσεις” και έχει ήδη διαγράψει εντυπωσιακή
πορεία, αφού έφτασε να δημοσιευτεί σε προβεβλημένους ιστότοπους σαν το “σκανδαλοθηρικό” παράρτημα του yahoo.gr (το οποίο βέβαια έχει και στο παρελθόν δημοσιεύσει απίστευτες μπαρούφες περί γλώσσας), ή τον γνωστό κυπριακό ιστότοπο CyToday. Κάποιοι φίλοι, και όχι ένας ή δύο, μου ζήτησαν να το σχολιάσω, κι έτσι προέκυψε το σημερινό άρθρο.
Δεν αξίζει να αναδημοσιεύσω ολόκληρη την ηλεμπαρούφα, θα σχολιάσω μερικά σημεία της. Στην αρχή, ο συντάκτης της διατείνεται ότι Η
ελληνική γλώσσα δεν είναι τυχαία γλώσσα. Χτίστηκε πάνω στα μαθηματικά,
και αυτό που ελάχιστοι ακόμα ξέρουν είναι ότι κάθε λέξη στην ελληνική
έχει μαθηματικό υπόβαθρο. Συνεχίζει: Η πιο σημαντική τους
ιδιότητα είναι ότι το κάθε γράμμα έχει μια αριθμητική τιμή/αξία, κάθε
γράμμα είναι ένας αριθμός, οπότε κατ επέκταση και κάθε λέξη είναι ένας
αριθμός.
Θα τα έχετε ξανακούσει αυτά, όταν είπαμε για τους λεξάριθμους, αλλά
βέβαια εδώ έχουμε μια θεμελιώδη παρεξήγηση. Το γεγονός ότι στην αρχαία
Ελλάδα χρησιμοποιήθηκαν τα γράμματα του αλφαβήτου ως σύμβολα
αναπαράστασης των αριθμών, σε ένα όχι και πολύ βολικό αριθμητικό σύστημα
(δοκιμάστε να κάνετε πράξεις και θα δείτε πόσο δύσκολο, αν και όχι
αδύνατο, είναι), δεν σημαίνει ότι τα γράμματα είχαν εγγενώς αυτή την
ιδιότητα, εννοώ την αριθμητική αξία. Αυτό είναι αντιστροφή της
πραγματικότητας. Την αριθμητική αξία την προσλάβανε τα γράμματα μόνο
αφού έγινε η αντιστοίχιση, δεν την είχαν ανέκαθεν.
Ποια είναι η αριθμητική αξία κάθε γράμματος, θα το θυμάστε. Αν το έχετε ξεχάσει, ιδού ο πίνακας:
Α Β Γ Δ Ε F Ζ Η Θ
1 2 3 4 5 6 7 8 9
Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Q
10 20 30 40 50 60 70 80 90
Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω ϡ
100 200 300 400 500 600 700 800 900
(κόππα για το 90, σαμπί για το 900).
Ο συντάκτης της ηλεμπαρούφας υποστηρίζει όμως ότι “Μια τεράστια γνώση κλειδωμένη-κωδικοποιημένη μέσα [σε] λέξεις λόγω της μαθηματικών τιμών που έχουν“. Και για να το αποδείξει, φέρνει, μεταξύ άλλων, το εξής παράδειγμα:
ΑΛΦΑ = 1+30+500+1= 532 =>5+3+2= 10 => 1+0= 1
Αν όμως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το άλφα, ως πρώτο γράμμα,
έχει λεξάριθμο που οδηγεί τελικά στο 1, κάτι ανάλογο θα έπρεπε να
συμβαίνει και με τα επόμενα γράμματα, έτσι δεν είναι; Γιά να δούμε….
ΒΗΤΑ 2+8+300+1 = 311, 3+1+1 = 5. Θα περιμέναμε 2 και όμως βγήκε 5
ΓΑΜΜΑ, 3+1+40+40+1 = 85 = 13 = 4. Θα περιμέναμε 3, αλλά βγήκε 4
ΔΕΛΤΑ, 4+5+30+300+1 = 340 = 7 Εδώ έπρεπε να βγει 4, αλλά βγήκε 7. Και ούτω καθεξής στα επόμενα:
ΕΨΙΛΟΝ, 5+700+10+30+70 + 50 = 865 = 19 = 1
ΖΗΤΑ, 7+8+300+1 = 316 = 10 = 1
ΗΤΑ, 8+300+1 = 309 = 12 = 3
ΘΗΤΑ, 9+8+300+1 = 318 = 12 = 3
ΙΩΤΑ, 10+800+300+1 = 1111 = 4
Από τα εννιά πρώτα γράμματα, έναν μόνο έχει λεξάριθμο που να
συνδέεται με τη σειρά του στο αλφάβητο, 1/9 δεν είναι και πολύ σπουδαίο
σκορ, ακριβώς ίδιο με τη μαθηματική ελπίδα όταν διαλέγουμε τυχαία έναν
αριθμό από τους εννιά μονοψήφιους (το μηδέν εδώ εξαιρείται, αφού δεν
μπορεί να είναι άθροισμα ακεραίων). Συμπέρασμα; Καμιά “νομοτέλεια” δεν
υπάρχει στο παράδειγμα ΑΛΦΑ = 532 = 1, πρόκειται για απλή σύμπτωση.
Συνεχίζει η ηλεμπαρούφα.
Η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι η μοναδική η οποία δεν είναι
βασισμένη στο ότι κάποιοι απλά καθίσαν και συμφώνησαν να ονομάζουν ένα
αντικείμενο «χ» ή «ψ» όπως όλες οι υπόλοιπες στείρες γλώσσες του κόσμου.
Η Ελληνική γλώσσα είναι ένα μαθηματικό αριστούργημα το οποίο θα
προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε.
Εδώ έχουμε την απίθανη θεωρία ότι σε όλες τις άλλες γλώσσες υπάρχει η
αυθαιρεσία του γλωσσικού σημείου, όπως δέχεται η επιστήμη της
γλωσσολογίας μετά τον Σοσίρ, αλλά τα ελληνικά, επειδή προφανώς μας τα
έδωσε ο Θεός, εξαιρούνται! Είναι αυτό που λέει το Λερναίο κείμενο
“πρωτογένεια” της ελληνικής γλώσσας και το οποίο κανείς γλωσσολόγος δεν
το δέχεται αλλά και κανείς οπαδός του Λερναίου δεν έχει επιχειρήσει να
το αποδείξει. Για τις “στείρες” γλώσσες, που φαίνεται να είναι πρωτότυπη
συμβολή του συντάκτη τούτου του κειμένου, θα πούμε παρακάτω.
Στη συνέχεια έχουμε απλή και άδολη σαχλαμάρα:
η αρχή των πάντων είναι το ίδιο το Ελληνικό Αλφάβητο (το οποίο
φυσικά δεν το πήραμε από κάποιον άλλον όπως θα δούμε παρακάτω διότι εκ
των πραγμάτων δεν γίνεται). Τα γράμματα του Ελληνικού αλφαβήτου στο
σύνολο τους ήταν 33 όσοι και οι σπόνδυλοι, οι 5 τελευταίοι σπόνδυλοι
(που παίζουν τον ρόλο της κεραίας) έχουν άμεση σχέση με τον εγκέφαλο και
αντιστοιχούν στα 5 τελευταία άρρητα γράμματα τα οποία γνώριζαν μόνο οι
ιερείς* ένα από αυτά ήταν η Σώστικα (ή Γαμμάδιον) η οποία στα λατινικά
έγινε swstika και οι Ναζί το έκλεψαν και την ονομάσανε Σβάστικα.
Να παρατηρήσω μόνο ότι η λέξη “σώστικα” δεν υπάρχει στα αρχαία, ότι στα λατινικά δεν
έγινε swstika (λαθροχειρία, ξεχνάμε το a έτσι που να μοιάζει οπτικά με
την ανύπαρκτη ελληνική λέξη), ότι το w δεν υπήρχε στο παλιό λατινικό
αλφάβητο, και ότι σύμφωνα με τους πάντες η λέξη σβάστικα (Swastika στα
γερμανικά) είναι λέξη σανσκριτική, με τη σημασία “καλότυχος”, από το
svasti- “ευεξία, καλή τύχη”, που προέρχεται από το su “καλά”, συγγενικό
με το ελλ. ευ, και το asti (“είναι”, συγγενικό με το ελλ. εστί). Θα
συμφωνήσω όμως με τον ανώνυμο συντάκτη στο σημείο που βρίζει τους
Ναζήδες.
Στη συνέχεια, ο συντάκτης υιοθετεί έναν ακόμα αγαπημένο λερναίο μύθο,
ότι τάχα η ελληνική γλώσσα είναι η μόνη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί
από Η/Υ. Είναι περίεργο πώς το διαβάζουν αυτό άνθρωποι που περνάνε όλη
τους τη μέρα με κομπιούτερ, και δεν εξεγείρονται, ενώ ξέρουν πολύ καλά
ότι οι υπολογιστές μόνο τον κώδικα μηχανής δέχονται, σειρές ατέλειωτες
από 0 και 1. Κι έπειτα, που βρίσκονται τάχα αυτοί οι υπολογιστές που
δέχονται μόνο ελληνικά; Σε ποια υπόγεια ραββινικά εργαστήρια κρύβονται;
Δεν τους φανέρωσε ούτε ο Σνόουντεν; Αλλά ας ακούσουμε τον συντάκτη, που
δίνει μια νέα σημασία στον όρο μαθηματικότητα:
Η Ελληνική γλώσσα είναι η μοναδική η οποία μπορεί να
χρησιμοποιηθεί για Η/Υ λόγω της μαθηματικότητας και μουσικότητας όχι
μόνο του Αλφαβήτου-λέξεων, αλλά και των μαθηματικών εννοιών που
γεννώνται π.χ. η λέξη ΘΕΣΙΣ γίνεται: συνΘεσις, επίΘεσις, κατάΘεσις,
υπόΘεσις, εκΘεσις, πρόσΘεσις, πρόΘεσις, ανάΘεσις, διάΘεσις, αντίΘεσις
κτλ κτλ αν τώρα αυτές τις λέξεις τις μεταφράσουμε στα Αγγλικά είναι
εντελώς άσχετες μεταξύ τους.
Δεν είναι εντελώς άσχετες. Σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει αντιστοιχία,
π.χ. comPosition – σύνθεση, exPosition – έκθεση, prePosition – πρόθεση,
disPosition – διάθεση, η οποία αντιστοιχία υπάρχει ήδη στα λατινικά.
Bέβαια, η ιδέα ότι τέτοιες αφηρημένες λέξεις μπορούν να μεταφραστούν σε
άλλη γλώσσα και να έχουν μία μόνο απόδοση είναι κωμική διότι,
για παράδειγμα, πώς θα μεταφράσει κανείς στα αγγλικά την επίθεση; Αν την
πεις attack η αντιστοιχία χάνεται, αν όμως την πεις apposition (π.χ.
επίθεση σφραγίδας, appositiion of a seal) τότε διατηρείται. Αλλά φυσικά
οι σημασίες των λέξεων εξελίσσονται και αλλάζουν και δεν είναι δυνατόν
να υπάρχει 100% αντιστοιχία. Όμως ας κάνουμε το αντιπείραμα. Ξεκινάμε
από το γερμανικό ρήμα geben (δίνω) και το συνθέτουμε με διάφορες
προθέσεις και μετά μεταφράζουμε στα ελληνικά.
nachgeben – ενδίδω
zugeben – παραδέχομαι
vorgeben – προφασίζομαι
eingeben – υποβάλλω
umgeben – περικυκλώνω
untergeben – υποτάσσω
zugeben – παραδέχομαι
vorgeben – προφασίζομαι
eingeben – υποβάλλω
umgeben – περικυκλώνω
untergeben – υποτάσσω
Λοιπόν; Να πούμε κι εμείς ότι επειδή “πήραμε εντελώς άσχετες μεταξύ
τους” λέξεις αυτό αποδεικνύει ότι τα ελληνικά είναι γλώσσα παρακατιανή
και τα γερμανικά γλώσσα μαθηματική και μουσική; Όχι βέβαια. Το μόνο που
αποδεικνύεται είναι πως οι βάσεις του πειράματος ήταν σαθρές και ότι το
πείραμα δεν μπορεί να αποδείξει τίποτα.
Και συνεχίζουμε με το αλφάβητο, που μεγάλος καημός των εθνικιστών είναι να αποδείξουν ότι δεν το πήραμε από αλλού:
Το ότι δεν γίνεται το Αλφάβητο να είναι αντιγραμμένο από κάπου
αλλού φαίνεται από το ότι εν έτη 2300 π.Χ. (με μελέτες της Τζιροπούλου
και άλλων και όχι το 800 π.Χ.) ο Όμηρος ήδη έχει στην διάθεση του
6.500.000 πρωτογενής λέξεις (πρώτο πρόσωπο ενεστώτα & ενικού
αριθμού) τις οποίες αν τις πολλαπλασιάσουμε Χ72 που είναι οι κλήσεις, θα
βγάλουμε ένα τεράστιο αριθμό ο οποίος δεν είναι ο τελικός, διότι μην
ξεχνάμε ότι η Ελληνική γλώσσα δεν είναι στείρα, ΓΕΝΝΑ.
Διατηρώ την ορθογραφία του συντάκτη, ο οποίος και πάλι μπερδεύει κατά
θανατηφόρο τρόπο αλφάβητο με γλώσσα. Σου λέει, αφού η ελληνική ήταν
πλούσια γλώσσα, πώς είναι δυνατόν να δανείστηκε από αλλού το αλφάβητό
της; Μα, είναι πάρα πολλές οι γλώσσες που μιλιούνται και δεν γράφονται,
και υπάρχουν λαοί που δημιούργησαν επιβλητικούς πολιτισμούς χωρίς να
έχουν γραφή.
Ότι το ελληνικό αλφάβητο είναι προσαρμογή ενός φοινικικού
συλλαβαρίου, αυτό κανείς σοβαρός επιστήμονας δεν το αμφισβητεί. Και μόνο
τα ονόματα των γραμμάτων αρκούν σαν επιχείρημα. Διότι, θα το προσέξατε
ίσως, τα ονόματα των 15 από τα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου και
άκλιτα είναι και δεν σημαίνουν τίποτα στην ελληνική γλώσσα, ενώ τα
ονόματα των αντίστοιχων γραμμάτων στο φοινικικό αλφάβητο και σημασία
έχουν στη φοινικική γλώσσα και στους γραμματικούς της κανόνες υπακούουν,
Το άλεφ (αντίστοιχο του άλφα) είναι η αγελάδα, και το αρχικό άλεφ
θύμιζε την εικόνα του κεφαλιού μιας αγελάδας, το μπεθ (βήτα) είναι το
σπίτι, το γκίμελ (γάμμα) η καμήλα, το ντάλεθ (δέλτα) το τρίγωνο κ.ο.κ.
Να κάνω μια παρένθεση, από ένα βιβλίο που άφησε μισοτελειωμένο ο πατέρας μου όταν πέθανε ξεσηκώνω έναν πίνακα αντιστοιχιών:
Ονομασία των γραμμάτων και ερμηνεία της
| Φοινικικό αλφάβητο | Ελληνικό αλφάβητο | ||||
| Γράμμα | Ονομασία | Σημασία | Γράμμα | Ονομασία | Σημασία |
| 𐤀 | αλεφ | Αγελάδα | Α | άλφα | ; |
| 𐤁 | μπετ | Σπίτι | Β | βήτα | ; |
| 𐤂 | γκίμελ | Καμήλα | Γ | γάμμα | ; |
| 𐤃 | ντάλεθ | Τρίγωνο | Δ | δέλτα | ; |
| 𐤆 | ζάγιν | Όπλα | Ζ | ζήτα | ; |
| 𐤇 | hετ | Πόρτα | Η | ήτα | ; |
| 𐤈 | θεθ | Τροχός | Θ | θήτα | ; |
| 𐤉 | γιοδ | Χέρι | Ι | γιώτα | ; |
| 𐤊 | καφ | Παλάμη | Κ | κάππα | ; |
| 𐤋 | λάμεδ | Άγκιστρο | Λ | λάμδα | ; |
| 𐤌 | μεμ | Νερό | Μ | μυ | ; |
| 𐤍 | νουν | Ψάρι | Ν | νυ | ; |
| 𐤎 | σάμεχ | Πάσσαλος | Ξ | ξι | ; |
| 𐤐 | πε | Στόμα | Π | πι | ; |
| 𐤓 | ρες | Κεφάλι | Ρ | ρω | ; |
| 𐤔 | σιν | Δόντια | Σ | σίγμα | ; |
| 𐤕 | ταου | Σταυρός | Τ | ταυ | ; |
Κι έπειτα, η ελληνική γλώσσα ποτέ δεν είχε τόσες λέξεις (πρωτογενείς,
όπως τις λέει). Τα έχουμε ξαναπεί αυτά, η αρχαία και μεταγενέστερη
ελληνική γλώσσα, από τον Όμηρο ίσαμε την Άλωση του 1453, όπως έχει
καταγραφεί στο TLG και στο PHI (επιγραφές) έχει περίπου 215.000 λήμματα (δείτε εδώ τους λογαριασμούς του αρμοδιότερου ανθρώπου,
του Νίκου Νικολάου, που έχει φτιάξει τον λημματοποιητή του TLG). Κι αν
περιοριστούμε στην αυστηρώς αρχαία, δηλαδή από τον Όμηρο ίσαμε τον 4ο
αιώνα π.Χ. ο αριθμός των λημμάτων μειώνεται τραγικά, στις 66.000
λήμματα. Ο Όμηρος λίγες χιλιάδες λέξεις χρησιμοποίησε.
(Παρένθεση: Εδώ θα πει κάποιος: Ναι, αλλά έχει σωθεί μόνο το 5% των
κειμένων της αρχαίας γραμματείας. Πράγματι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο
αριθμός των (χαμένων) λέξεων είναι 20πλάσιος. Εδώ λειτουργεί ο νόμος
του 80/20 ή κάποιος ανάλογος, που σημαίνει ότι οι χαμένες λέξεις θα
είναι πολύ λιγότερες).
Και αφού αναγάγει την αρχή της ελληνικης γλώσσας στο… 100.000 π.Χ.
τουλάχιστον, ο συντάκτης της ηλεμπαρούφας μάς δίνει τη χαριστική βολή,
αφού βγάζει όλες τις γλώσσες στείρες, εκτός βέβαια από την ελληνική.
Είπανε νωρίτερα ότι οι ξένες διάλεκτοι ορίστηκαν κατόπιν
συμφωνίας, δηλαδή κάποιοι συμφώνησαν ότι το τάδε αντικείμενο θα το
ονομάσουν «Χ», κάτι που κάνει τις γλώσσες στείρες, άρα δεν μπορούν να
γεννήσουν νέες λέξεις, άρα δεν υπάρχει μαθηματικότητα, άρα δεν δύναται
να περιγράψουν νέες έννοιες που υπάρχουν στην φύση, με αποτέλεσμα ο
εγκέφαλος εφόσον δεν μπορεί να περιγράψει μέσω των νέων λέξεων
καινούριες έννοιες μένει στο σκοτάδι, έτσι οι νευρώνες του εγκεφάλου δεν
γεννούν νέους εν αντιθέσει με όσους χρησιμοποιούν την Ελληνική.
Επειδή, λέει, οι άλλες γλώσσες είναι συμβατικές (και η ελληνική
είναι, αλλά μην του το πείτε), τούτο σημαίνει ότι δεν μπορούν να
γεννήσουν νέες λέξεις. Τι λες ρε παιδί μου; Και τόσους αιώνες πώς
γεννάνε χωρίς την άδειά σου; Πώς, ας πούμε, το γερμανικό eisen, σίδερο
και bahn, δρόμος, τροχιά, γέννησαν τον Eisenbahn, σιδηρόδρομο -και
παρόμοια το γαλλικό chemin de fer (απ’ όπου, βέβαια, το δανειστήκαμε κι
εμείς, διοτι το σιδηρόδρομος, που το βλέπει ο αδαής ελληναράς και
χορταίνει η καρδιά του πρωτογένεια της τρισχιλιετούς, μεταφραστικό
δάνειο είναι). Μπλέκουν εδώ και οι… νευρώνες του εγκεφάλου, που δήθεν
γεννιούνται όταν φτιάχνουμε νέες λέξεις (παραλλαγή της άποψης του
γυμνασιάρχη Μητροπέτρου, ο οποίος θέλει να γεννιούνται νευρώνες όταν
κλίνουμε τις λέξεις, οπότε βέβαια μας έχουν πάρει φαλάγγι οι Λιθουανοί που
έχουν περισσότερες πτώσεις από εμάς, αλλά έχοντας φτάσει μέχρι εδώ έχω
πια εξαντληθεί, οπότε μιμούμαι τον Γιώργο Χελάκη και αναφωνώ: Δεν
περιγράφω άλλο! κι έτσι θα χάσετε την ανάλυση για το κάρυον και το
(αρχαίο, προφανώς) ρήμα τρα.κάρ.ω, διότι ο συντάκτης θεωρεί πως όποια
λέξη έχει μέσα καρ- πρέπει να δηλώνει, ξερωγώ, κάτι σκληρό ή να δηλώνει
σύγκρουση (παράδειγμα το καρκατσουλιό, η καρακαηδόνα και ο Καραμανλής).
Τελικά ίσως δεν έκανα καλά που σπατάλησα ένα άρθρο και τόσο ηλεμελάνι
για μια τόσο απερίγραπτη βλακεία, τη στιγμή που το άρθρο δεν προσθέτει
και πολλά στους παλιούς μύθους του Λερναίου κειμένου:
Πρωτογένεια της ελληνικης γλώσσας, εκατομμύρια λέξεις, μαθηματική δομή,
κατάλληλη για υπολογιστές, δηλαδή εθνικιστικές βλακείες και βιάγκρα για
το φρόνημα. Ίσως αξίζει να επαναλάβω, με κοπυπάστη, την κατακλείδα από
ένα παλιό μου άρθρο, που είναι βέβαια γραμμένο για το Λερναίο κείμενο,
αλλά νομίζω πως ταιριάζει και για εδώ:
Με άλλα λόγια, το κείμενο για το Hellenic Quest είναι μια αρμαθιά
από χοντρά ψέματα και ανακρίβειες: κανένα πρόγραμμα δεν υπάρχει με το
όνομα αυτό, καμιά σχέση δεν έχει η εταιρεία Apple ή το CNN με την
εκμάθηση των ελληνικών, κανείς Άγγλος επιχειρηματίας δεν προτρέπει τα
στελέχη της εταιρείας του να μάθουν αρχαία, η καταγραμμένη αρχαία
ελληνική γλώσσα δεν έχει 90 εκατομμύρια λεκτικούς τύπους αλλά σκάρτο
ενάμισι εκατομμύριο, δεν έχει 6 εκατομμύρια λέξεις αλλά κάπου 200
χιλιάδες, η ελληνική γλώσσα δεν έχει πρωτογένεια και δεν είναι νοηματική
ούτε μοναδική, ούτε έχει κάτι το ιδιαίτερο που την κάνει κατάλληλη για
γλώσσα των υπολογιστών νέας γενεάς, οι Ισπανοί ευρωβουλευτές δεν ζήτησαν
να καθιερωθεί η αρχαία ελληνική ως η επίσημη γλώσσα της ΕΕ και κανείς
κουτόφραγκος δεν πρόκειται να μας κόψει ισόβια σύνταξη μόνο και μόνο
επειδή έτυχε να γεννηθούμε στη χώρα του Σοφοκλή και του Αριστοτέλη. Να
μάθουμε αρχαία, ναι· αλλά να μη βαυκαλιζόμαστε ότι θα μας διορίσουν σε
επιτελικές θέσεις στο Αμέρικα επειδή ξέρουμε αρχαία!
Ωστόσο, η ελληνική γλώσσα είναι πράγματι μια πολύ όμορφη και πολύ
ενδιαφέρουσα γλώσσα με μακρότατη ιστορία, και η μεγαλύτερη τιμή που θα
μπορούσαμε να της κάνουμε θα ήταν να τη χρησιμοποιούμε με καλαισθησία,
ακρίβεια και φαντασία, χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητας, νεοαττικισμούς
και αμερικανιές, χωρίς εκζήτηση και διάθεση να ξεχωρίσουμε από την
πλέμπα. Αυτό άλλωστε προσπαθεί να κάνει και ο υπογράφων μέσα από τα
γραφτά του.
Υστερόγραφο:
Ωστόσο, δεν θα πάψει να με εντυπωσιάζει η ευκολία με την οποία
άνθρωποι μορφωμένοι, με τα πτυχία τους και με τα ντοκτορά τους,
αναπαράγουν τέτοιες μπαρούφες και τις προωθούν στους γνωστούς τους. Μια
απάντηση είναι ότι το κάνουν χωρίς να σκεφτούν, αλλά δεν εξηγεί όλες τις
περιπτώσεις. Μια άλλη είναι ότι με τις απανωτές σφαλιάρες που τρώμε τα
τελευταία χρόνια θέλουν από κάπου να αντλήσουν περηφάνια, αλλά τα ίδια
και χειρότερα γίνονταν και πριν από την κρίση, εξίσου δεκτικοί ήμασταν
στους εθνικιστικούς γλωσσικούς μύθους, και μάλλον περισσότερο (το
Λερναίο κυκλοφορεί τουλάχιστον από το 1997). Ίσως η θεοποίηση των
αρχαίων ελληνικών (που βέβαια συνοδεύεται από την υπόρρητη υποτίμηση των
νέων ελληνικών και κάνει μεγάλη ζημιά) να παίζει ένα ρόλο, αλλά θα
ήθελα να ακούσω και τις δικές σας απόψεις.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Η ΕΠΙΠΕΔΟΧΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΡΜΑΙΚΟΥ
Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ: Η Θεσσαλονίκη σήμερα του Πετρου Θεοδωριδη( ΕΝΕΚΕΝ τ. 14) αποσπασμα Η Θεσσαλονίκη σήμερα θυμίζει τη Πενθεσί...
