Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Απριλίου 2024

Για την ιστορία και Συγχρονια

 Το να ψάχνεις στην Ιστορία των αρχών του 20ου αιώνα απαντήσεις για όσα συμβαίνουν  στον σύγχρονο ύστερο καπιταλισμό της επιτάχυνσης και της πολιτικής των ταυτοτήτων ισοδυναμεί με το να ψάχνεις τα χαμένα σου κλειδιά κάτω από τον φανοστατη του δρόμου - ενώ τα έχασες στα σκοτεινά - γιατί εκεί έχει περισσότερο φως .

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2024

Τρένα και κινηματογραφος .

 κινηματογράφος και τρένα 


 TONY JUD


Η ΔΟΞΑ ΤΩΝ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗ


ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ


ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ


ΑΘΗΝΑ 2013

Ο. κινηματογράφος καὶ ὁ σιδηρόδρομος ἄνθησαν χέρι χέρι – ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1920 ὡς τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1950– καὶ εἶναι ἱστορικὰ ἀδιαχώρι- στοι. Ἕνα ἀπὸ τὰ πρωιμότερα κινηματογραφικά ἔργα ἀφοροῦσε ἕνα τρένο: Ἡ ἄφιξη ἑνὸς τρένου στὸ σταθμὸ Λὰ Σιοτὰ τῶν ἀδελφῶν Λυμιέρ (L'arrivée d'un train à la Ciotat, 1895). Τὰ τρένα εἶναι μιὰ ἐμπειρία τῶν αἰσθήσεων: ὀπτικὴ καὶ (ἰδίως τὴν ἐπο- χὴ τοῦ ἀτμοῦ) ἀκουστική. Προσφέρονταν ἔτσι ὡς φυσικό θέμα γιὰ τοὺς κινηματογραφιστές. Οἱ σταθ μοὶ εἶναι ἀνώνυμοι, γεμάτοι σκιές, κίνηση καὶ με- γάλους χώρους, δὲν εἶναι λοιπὸν παράδοξο ποὺ ἄσκη σαν τέτοια γοητεία στοὺς παραγωγούς κινηματο- γραφικῶν ἔργων. Ἐξακολουθεῖ ὡστόσο νὰ ἐντυπω- σιάζει τὸ ἐκπληκτικὰ εὐρὺ φάσμα ταινιῶν ποὺ ἀξιο- ποιοῦν τοὺς σιδηροδρομικούς σταθμούς, τὰ τρένα καὶ τὴν προσδοκία ἢ τὴν ἀνάμνηση ἑνὸς ταξιδιοῦ μὲ τὸ τρένο. Καμιὰ ἄλλη μορφὴ ταξιδιοῦ δὲν κατέχει τέ- τοια ἀκριβῶς θέση στὸν διεθνή κινηματογράφο: τὸ ἄλογο καὶ τὸ αὐτοκίνητο δὲν διαθέτουν τὰ πολυποί- κιλα χαρακτηριστικὰ τοῦ τρένου. Τὰ γουέστερν καὶ οἱ ταινίες δρόμου γρήγορα θεωροῦνται ξεπερασμένα, κι ἐνῶ εἶχαν διεθνὴ ἀπήχηση, γυρίστηκαν μόνο στὶς Ηνωμένες Πολιτεῖες.



Aπο τον Στρατηγό 1927 μέχρι το 


Ἔγκλημα στὸ Ὀριὰν Ἐξπρές (1974). ᾿Αξίζει ὅμως νὰ σταθοῦμε στὸ πιὸ γνωστὸ ἴσως ἀπ᾿ ὅλα, στὴ Σύν τομη συνάντηση (Brief Encounter, 1945) τοῦ Ντέι- βιντ Λήν, ὅπου ὁ σταθμός, τὸ τρένο καὶ οἱ προορι- σμοί του λειτουργοῦν σὰν κάτι παραπάνω ἀπὸ σκη * νικά βοηθήματα καὶ ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἔκφραση συ ναισθημάτων καὶ εὐκαιριῶν. Ἡ ἐμμονή στη λεπτο- μέρεια (ἡ ὑπερβατικὴ ἐξουσία τοῦ πίνακα μὲ τὰ δρο μολόγια, ἡ διαρρύθμιση τοῦ σταθμοῦ καὶ ἡ θέση του ἐντὸς τῆς πόλης καὶ τῆς κοινότητας, ἡ ὑλικὴ ἐμπει- ρία τοῦ ἀτμοῦ καὶ τῆς καπνιᾶς, μαζὶ μὲ τὴ σημασία τους γιὰ τὴν πλοκή) ἀνάγει αὐτὰ τὰ στοιχεῖα σὲ κάτ πολὺ παραπάνω ἀπὸ σκηνικό. Οἱ σκηνὲς στὸ σταθμ τοῦ Κάρνφορθ, ποὺ ἀντιπαρατίθενται στὴν οἰκογε νειακὴ ζωή, ἀπειλώντας τὴ γαλήνη της, συμβολί ζουν τὸ ρίσκο, τὴν εὐκαιρία, τὴν ἀβεβαιότητα, τ καινούριο καὶ τὴν ἀλλαγή – μὲ δυὸ λόγια, τὴν ἴδι τὴ ζωή.


Οἱ σιδηρόδρομος

Θὰ ἦταν ἄσκοπο νὰ ἀπαριθμήσουμε ὅλα τὰ κινη ματογραφικὰ ἔργα ποὺ ἀφοροῦν ἢ ἀξιοποιοῦν τοὺς σιδηρόδρομους, ἀπὸ τὸν Στρατηγό (1927) μέχρι το


32

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

Περί Δημοκρατίας κατά τον 19ο αιώνα.Εντζο Τραβερσο

 

Enzo Traverso


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ


ερμηνεύοντας τις βιαιότητες του 20ού αιώνα


Μετάφραση: Νίκος Κούρκουλος


21ος παράλληλος


ΕΚΔΟΣΕΙΣ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ( 2011)


2016 

Σελ 49. .

Ο φιλελευθερισμός που προέκυψε από αυτή τη σύνθεση ανάμεσα σε παρακμάζουσα αριστοκρατία και ανερχόμενη αστική τάξη φο βόταν, ή για να το πούμε πιο σωστά μισούσε τη δημοκρατία, στην οποία έβλεπε μια μορφή αναρχίας και «οχλοκρατίας».



 Την αντίληψη αυτή τη μοιράζονταν π.χ. ένας θετικιστής και θεωρη τικός της φυλής όπως ο Γκυστάβ Λε Μπον, για τον οποίο η «εποχή του όχλου» –η δημοκρατία- ανάγγελλε την παρακμή του πο λιτισμού, 


κι ένας βρετανός φιλελεύθερος συντηρητικός πολιτικός όπως ο Άλφρεντ Μίλνερ, για τον οποίο, όπως αναφέρεται στην Εποχή των αυτοκρατοριών, το αγγλικό κοινοβούλιο ήταν απλώς «τα καθάρματα του Γουέστμινστερ». 18


 Αντί να αναδυθεί σαν φυσικό συμπλήρωμα του φιλελευθερισμού και της αγοράς, σύμφωνα μ' ένα διαδεδομένο κι εντελώς εσφαλμένο στερεότυπο, η δημοκρατία ήταν το αποτέλεσμα αγώνων που κράτησαν περισσότερο από έναν αιώνα, από τις επαναστάσεις του 18ου ως εκείνες του 20ού αιώνα. 


Οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί του 19ου αιώνα ήταν εκείνο που ο Ντομένικο Λοζούρντο ονόμασε Her renvolk democracy: μια «δημοκρατία του λαού των κυρίων», αυ-στηρά περικλεισμένη από σύνορα τάξης, φύλου και φυλής, που απέκλειε από το δικαίωμα ψήφου τα εργαζόμενα στρώματα, τις γυναίκες και τους «ιθαγενείς» του αποικιακού κόσμου. 19 


Με άλλα λόγια, οι εκλογές ήταν μια υπόθεση για ιδιοκτήτες, άντρες  αι λευκούς.


Στον πρώτο τόμο της τετραλογίας του, ο Χόμπσμπαουμ ανα- έρει μετά βίας τους απελευθερωτικούς πολέμους στη Λατινική μερική της δεκαετίας του 1820, ενώ στους επόμενους περιγρά-


17. Christopher A. Bayly, La naissance du monde moderne, ό.π., σελ. 454. 18. Eric Hobsbawm, The Age of Empire 1875-1914, Vintage, Λονδίνο, 1989, 97.


9. Domenico Losurdo, Le Péché originel du XXe siècle, Aden, Βρυξέλες κεφ. 2.

Από την κοινωνία στην Μνήμη

 ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΕΝΤΖΟ ΤΡΑΒΕΡΣΟ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ 

ΕΚΔΟΣΕΙς ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ 

2016  


21


Το τέλος του 20ού αιώνα πήρε τη μορφή μιας συμπύκνωσης μνημών: οι πληγές του άνοιξαν και πάλι, μνήμη και ιστορία δια-σταυρώθηκαν και, σύμφωνα με την ωραία διατύπωση του Ντα νιέλ Μπενσαΐντ, «τα υδροφόρα στρώματα της συλλογικής μνήμης» συνάντησαν «το συμβολικό σπινθήρισμα του ιστορικού συμβάντος». 13 

Ο παγωμένος χρόνος του ψυχρού πολέμου έδωσε τη θέση του στην εκκόλαψη μιας πληθώρας από μνήμες που στο παρελθόν λογοκρίνονταν, κρύβονταν ή απωθούνταν. 

Έχοντας αναγορευτεί σε νέο υπόδειγμα των προσεγγίσεων του συγκαιρι νού κόσμου, η μνήμη εκτοπίζει σε δεύτερο επίπεδο την έννοια της κοινωνίας που, ανάμεσα στις δεκαετίες του 1960 και 1980, έμοιαζε να κυριαρχεί χωρίς αντίπαλο στο εργαστήρι των ιστορικών. 14

 Κι ενώ στο παρελθόν ασχολούνταν μαζί της μόνο κάποιοι πιστοί της προφορικής ιστορίας, η μνήμη απόχτησε ξαφνικά τη διπλή υπόσταση της πηγής και του αντικειμένου ιστορικής έρευνας, για να γίνει τελικά ένα είδος ετικέτας στη μόδα, μια λέξη του συρμού, που χρησιμοποιείται συχνά σαν συνώνυμο της ιστορίας. 

22

κυρίως όμως μέσα στην επόμενη δεκαετία η μνήμη μεταμορφώθηκε σε ιστοριογραφικό υπόδειγμα. Δεν θα ήταν δύσκολο να επισημάνουμε μιαν αναλογία ανάμεσα στις τροχιές της συλλογικής μνήμης και τις προσανατολιστικές κατευθύνσεις των κοινων νικών επιστημών. Στη Γαλλία, οι έρευνες γύρω από το αποικιακό παρελθόν, το καθεστώς του Βισί, τη Σοά ή την ιστορία της μετα μετανάστευσης ακολούθησαν, λίγο-πολύ, τη «λειτουργία της μνήμης» στην κοινωνία: απομονωμένες στη φάση της «απώθησης» (δεκαετίες 1950 και 1960), αυξήθηκαν στη φάση της «μνημονικής ανάκλησης» (δεκαετίες 1970 και 1980), για να πλημμυρίσουν τα ράφια των βιβλιοπωλείων όταν η μνημονική εμμονή έφτασε στο απόγειο (από τη δεκαετία του 1990).


 Η ίδια διαπίστωση θα μπορούσε να γίνει για την ιστορία του ναζισμού στη Γερμανία, του φρανκισμού στην Ισπανία ή του φασισμού στην Ιταλία. Από αυτή την άποψη, ο Ζακ Ρεβέλ έχει δίκιο όταν υπογραμματεία πως, αν η μνήμη - μια διαδικασία στην οποία συγκλί. νουν οι αναμνηστικές τελετές, η ένταξη των λειψάνων του παι ρελθόντος στην πολιτισμική κληρονομιά και η αναδιατύπωση των ομαδικών ταυτοτήτων- αποτελεί «μια κίνηση βάθους της κοινωνίας μας», τότε οι ιστορικοί την «ανακάλυψαν» και τη με τέτρεψαν σε αντικείμενο έρευνας, όμως «δεν την επινόησαν», Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου ερευνά τις διασυνδέσεις -όχι πάντα γόνιμες- μεταξύ ιστοριογραφίας και μνήμης, τις οποίες γέννησε το γύρισμα του αιώνα.

Τα σημάδια που αναγγέλλανε αυτή τη στροφή εμφανίστη ταν, κι αυτά, μέσα στη δεκαετία του 1980 –η δημοσίευση των τόπων μνήμης στη Γαλλία και του Ζαχόρ στις Ηνωμένες Πολι είες, η «διαμάχη των ιστορικών» (Historikerstreit) στη Γερμανια , η διεθνής επιτυχία ενός συγγραφέα όπως ο Πρίμο Λέβι....


13. Daniel Bensaid, Walter Benjamin. Sentinelle messianique, Les Prairies dinaires, Παρίσι, 2010, σελ. 39. 14


.

 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ

Enzo Traverso


Η ιστορία ως πεδίο μάχη


ερμηνεύοντας τις βιαιότητες του 20ού αιώνα


Μετάφραση Νίκος Κούρκουλος


ΕΚΔΟΣΕΙΣ


του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ 2016 

Ο Ράινχαρτ Κοζέλεκ χαραχτήρισε Sattelzeit (κατά λέξη «χρονιό διάσελο», το διάστημα ανάμεσα σε δυο κορυφαίες χρονολογίες) την περίοδο ανάμεσα στο Παλαιό Καθεστώς καιτηνβ Παλινόρθωση. Στην πορεία της, το ευρωπαϊκό δυναστικό σύστημα αμφισβητήθηκε από μια νέα μορφή νομιμοποίησης και κυριαρχίας, θεμελιωμένη στην ιδέα του λαού και του έθνους, ενώ μια κοινωνία νομικών τάξεων αντικαταστάθηκε από μια κοινωνία ατόμων. Οι λέξεις άλλαξαν σημασία κι αποκρυσταλλωθηκε ένας νέος ορισμός της ιστορίας ως «ενιαίο συλλογικό»,Που περιλαμβάνει ταυτόχρονα ένα «γεγονοτολογικό σύμπλεγμα» και μια νοηματοδοτημένη αφήγηση (μια «ιστορική επιστήμη»). Η έννοια του Sattelzeit μπορεί ασφαλώς να μας βοηθήσει. να κατανοήσουμε τις αλλαγές του συγκαιρινού μας κόσμου. Τη-ρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε οτι το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο τέλος του πολέμου τουι Βετνάμ (1975) και την 11η Σεπτεμβρίου 2001 σημαδεύει μια ανατροπή, μια μετάβαση, στο τέλος της οποίας το διανοητικόκαι πολιτικό τοπίο τροποποιήθηκε ριζικά, το λεξιλόγιό μας άλλαξε και τα παλιά σημεία αναφοράς αντικαταστάθηκαν. Με άλλα  λόγια, η αλλαγή αιώνα που σημαδεύτηκε συμβολικά από την πτωώση του Τείχους του Βερολίνου αποτελεί το κρίσιμο σημείο μιας μεταβατικής εποχής, κατά την οποία το παλιό και το νέο αναμειγνύονται. Στη διάρκεια αυτού του τέταρτου του αιώνα, λεξεις όπως επανάσταση και κομμουνισμός πήραν διαφορετική


σημασία στο χώρο της κουλτούρας, των νοοτροπιών και του




15-99.

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2022

Ο Μεσοπολεμικός Φασισμος ηταν αποτελεσμα συνθετων διεργασιων (σχόλιο)

απο σχολιο που εκανα εδώ:

-Ποιος είναι ξένος σήμερα;(σχ 110)


θα πρεπει να ξεφυγουμε απο την εκ των υστερων εντυπωση οτι ο μεσοπολεμικός φασισμός (με κυριο εκφραστη τον Μουσσολινι και οχι των -πολύ αργοτερα-Χιτλερ) ηρθε στην εξουσια με μια αποκρυσταλλωμένη και σαφή ιδεολογια ..
Ο φασισμός ηταν ενα συνθετο αποτελεσμα διεργασιων που συνεβησαν τόσο στον χωρο της ακρας Δεξιας (την ”επαναστατικής δεξιας οπως τηνν ονομασε ο μελετητης Στέρνχελ ) οσο και της (επαναστατικής) αριστερας του Α’πολεμου (απο τον επαναστατικό συνδικαλισμό και τον ”’μυθο της βίας του Σορέλ ..οσο στον ”φουτουριστη ‘Μαρινετι κ.α)
Αυτό βεβαια δεν σημαινει οτι η επαναστατική αριστερα ειναι το ιδιο με την Ακρα δεξια ..καθε αλλο ..
Αλλά το πως η αποδόμηση της αλυσσιδας των ιδεολογικών σημασιων της αριστεράς λόγω του Α πομελμου και η αποθεωση του Παραλογου και της κουφιας Ρητορικής , εσπρωξε δυναμεις στηνν αγκαλια του Φασισμου..
Παρολα αυτά η επαναστατική αριστερα παρεμεινε ο κυριος Αντιπαλος του Φασισμου και οχι βεβαια οι…Φιελευθεροι..
Τωρα ..Χαρακτηριστικό του Φασισμου ειναι : η παραμορφωση , η μεγαθυνση ,η στρεβώση , το ανακατεμα μισης αλήθειας με ΟΛΟΚΛΗΡΑ ψεμματα…
(απο το η μεταναστευση πιεζει τους μισθους προς τα κατω ..μεχρι το ..Αρα για τους χαμηλους μισθους φταινε οι …μεταναστες )
η αποσταση ειναι μεγαλη..Ομως ο φασισμός εκμεταλευεται την μεθοδο της επαναληψης ,  της μεγεθυνσης , εκμεταλευεται τηνν απουσια σκεψης και τις προκαταλήψεις οσο και την γενικευμενη δυστυχια για να μετατρεψει εναν πυρηνα αλήθειας σε ολοκληρο Ψεμμα
 Ιουλίου 14, 2009

Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

ιο-πολιτική και ιστορική κουλτούρα Μήτσος Μπιλάλης/ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

ιο-πολιτική και ιστορική κουλτούρα



Τρία παραδείγματα «πολέμων για την Ιστορία» που μας καλούν να σκεφτούμε τις διαδικασίες νοηματοδότησης του παρελθόντος ως αναπόσπαστα μέρη ενός μεταλλαγμένου ψηφιακού σκηνικού

Μήτσος Μπιλάλης

Το συμβάν είναι λίγο-πολύ γνωστό: την Τρίτη στις 16 Ιουλίου 2013, η αγόρευση του βουλευτή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Βαγγέλη Διαμαντόπουλου στην ολομέλεια της Βουλής στάθηκε αφορμή για να ξεσπάσει ένας πραγματικός «πόλεμος για την Ιστορία» στην ελληνική δημόσια σφαίρα. Η καταληκτική φράση αυτής της αγόρευσης, το περίφημο «ραντεβού στα γουναράδικα», πυροδότησε ατέλειωτες διαμάχες για την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο. Ακόμα και σήμερα, σχεδόν έναν χρόνο μετά το συμβάν, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, μπλόγκερ και επισκέπτες ιστοσελίδων συνεχίζουν να ανταλλάσσουν απόψεις, ύβρεις κι απειλές, ανάγοντας –για πολλοστή φορά μετά τη λήξη της– την ταραγμένη δεκαετία του 1940 σε υπόθεση του παρόντος.
Ωστόσο, τούτη η φορά η ανάκληση του παρελθόντος φαίνεται πως είχε να κάνει περισσότερο με την απουσία παρά με την παρουσία της μνήμης. Καταρχάς, από την πρώτη κιόλας στιγμή έγινε αισθητή η έλλειψη της άμεσης μνήμης του συμβάντος. Η έλλειψη αυτή ήταν ορατή ακόμα και στον ορίζοντα λόγου της Αριστεράς: ο ίδιος ο βουλευτής από την αγόρευση του οποίου ξεκίνησαν όλα, δεν φαινόταν να γνωρίζει την ακριβή διατύπωση που αποδίδεται στον Άρη Βελουχιώτη. Από την επόμενη, δε, ημέρα μετά την αγόρευση, πολιτικοί, δημοσιογράφοι αλλά και αναγνώστες ενημερωτικών ιστοσελίδων, ακόμα και ειδικοί από τον ακαδημαϊκό χώρο αισθάνθηκαν την ανάγκη να προβούν σε λεξικογραφικές και ιστοριογραφικές διευκρινίσεις, διαισθανόμενοι το γεγονός ότι η «ιστορική» αυτή φράση δεν ενεργοποιούσε πλέον εύκολα το μνημονικό κεφάλαιο του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου. Παρ’ όλα αυτά, οι απόπειρες αποκατάστασης της ιστορικότητας της φράσης έμοιαζαν σισύφειες: κάθε νέα διευκρίνιση γεννούσε εκθετικά καινούριες ιστοσελίδες, στις οποίες το έργο της αποκατάστασης έμοιαζε να ξεκινά πάλι απ’ την αρχή. Είναι χαρακτηριστικό πως αρκετούς μήνες μετά το συμβάν, η αναζήτηση της φράσης «ραντεβού στα γουναράδικα» στη μηχανή της Google συνεχίζει να επιστρέφει εκατοντάδες αλληλοσυγκρουόμενες ιστοσελίδες. Για να το πούμε διαφορετικά, μια ιδιάζουσα αντι-μνημονική συνθήκη φαίνεται να οργανώνει τις συζητήσεις για τα ιστορικά συμβάντα της δεκαετίας του 1940 στα ψηφιακά περιβάλλοντα του πρώιμου εικοστού πρώτου αιώνα: ο λόγος για το παρελθόν εκκινεί και ανατροφοδοτείται από την έλλειψη μάλλον και όχι από την παρουσία συγκροτημένων «κοινοτήτων μνήμης», οι οποίες θα μπορούσαν να στοιχηθούν πίσω από την επίμαχη φράση και να τη διεκδικήσουν ως κομμάτι της πολιτικής τους παράδοσης.
Στην «περίπτωση Διαμαντόπουλου», ωστόσο, δεν απουσίαζαν μονάχα οι άμεσες μνήμες των ιστορικών συμβάντων. Εξέλιπαν επίσης και εκείνες οι συλλογικότητες οι οποίες έχουν περιγραφεί ως «κοινότητες μετα-μνήμης». Πρόκειται για ομάδες, τα μέλη των οποίων μοιράζονται κοινές αντιλήψεις για το παρελθόν, βασισμένες όχι στην άμεση μνήμη των συμβάντων, αλλά σ’ «ένα αίσθημα της “σωστής”, κατά την άποψή τους, “ιστορικής αλήθειας”».1 Στις ατέλειωτες διαδικτυακές συζητήσεις που άνοιξε η εκφορά της επίμαχης φράσης, ελάχιστοι διεκδίκησαν μια «αληθινή» ερμηνεία των ιστορικών συμβάντων της πιο ταραγμένης δεκαετίας της ελληνικής ιστορίας του εικοστού αιώνα. Οι περισσότεροι, άλλωστε, δεν ήταν σε θέση να διακινδυνεύσουν κάτι τέτοιο: η συντριπτική πλειονότητα όλων όσοι έγραψαν ένα κείμενο, έστειλαν κάποιο σχόλιο, ανέβασαν μια φωτογραφία ή ένα βίντεο είτε απλώς έκαναν «like», μοιράστηκαν ή προώθησαν πληροφορίες για το «ραντεβού στα γουναράδικα», δεν είχαν κανένα πρόβλημα να ομολογήσουν άμεσα ή έμμεσα πως δεν είχαν ξανακούσει τη συγκεκριμένη φράση, δεν γνώριζαν το «αληθινό» περιεχόμενό της ούτε ήταν εξοικειωμένοι με τα ιστορικά συμφραζόμενά της. Ακόμα κι όταν έμπειροι πολιτικοί και δημοσιογράφοι κατέβαλαν προσπάθειες για την αποκατάσταση της «ιστορικής αλήθειας» απέναντι στις χονδροειδείς παρερμηνείες της επίμαχης φράσης, ελάχιστα πράγματα φάνηκε να αλλάζουν· οι πάντες μπορούσαν άνετα να συνεχίζουν να μιλούν για την Κατοχή και τον Εμφύλιο ερήμην της «αλήθειας» του «ραντεβού στα γουναράδικα» και πέραν της «αποκατάστασής» του.
Ο κατάλογος, ωστόσο, των απουσιών δεν σταματά εδώ· στη συγκεκριμένη διαμάχη δεν συμμετείχαν πάντοτε άνθρωποι με σάρκα και οστά: μηχανισμοί προώθησης και ανταλλαγής περιεχομένου (rss, data feeding κ.λπ.), εφαρμογές διαμοιρασμού (sharing utilities), καθώς και πρακτικές διαρκούς αποκοπής και επικόλλησης κειμένων δημιουργούσαν διαρκώς νέες ενότητες περιεχομένου σχετικές με την επίμαχη φράση με αυτοματοποιημένο τρόπο, χωρίς δηλαδή την άμεση εμπλοκή συγκεκριμένων ανθρώπινων δραστών. Ακόμα κι όταν, όμως, εκείνος/-η που μιλούσε για παρελθόν ήταν επιβεβαιωμένα άνθρωπος κι όχι κώδικας, αυτό δεν σήμαινε απαραίτητα πως ήταν αναγνωρίσιμος: η διαδικτυακή μάχη για τα «γουναράδικα» διεξήχθη κυρίως σε καθεστώς ψευδωνυμίας, εμπρόθετης ανωνυμίας και trolling.
Χωρίς συγκροτημένες κοινότητες μνήμης, συνεπώς, με μπλοκαρισμένες τις δεξαμενές της άμεσης ανάκλησης του παρελθοντικού ίχνους, ερήμην μετα-μνημονικών διεκδικήσεων της αλήθειας, ακόμα και πέρα από το απροϋπόθετο της ανθρώπινης παρουσίας, το παιχνίδι της ανάκλησης της Κατοχής και της Αντίστασης στο ψηφιακό σκηνικό του εικοστού πρώτου αιώνα φαινόταν να παίζεται διαφορετικά σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη χρονική περίοδο. Οι διαφορές αυτές αποτυπώνονταν εναργέστερα στο πεδίο της υποκειμενικότητας: εάν στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης και κυρίως της δεκαετίας του 1980 το προνομιακό υποκείμενο το οποίο αναλάμβανε να μιλήσει για τη δεκαετία του 1940 υπήρξε ο αφηγητής/κάτοχος πολύτιμου μνημονικού κεφαλαίου, ένα υποκείμενο έτοιμο να ξαναγράψει την Ιστορία της δεκαετίας του 1940 στη βάση ενός αυτοβιογραφικού εγώ, στην Ελλάδα της κρίσης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, το υποκείμενο αυτό αποκτούσε καινούρια χαρακτηριστικά. Μεταμορφωνόταν σε μια κρυπτική παρουσία, η οποία μάθαινε να διεκδικεί το παρελθόν καιροφυλακτώντας πίσω από ψηφιακούς κώδικες αναπαραγωγής της ιστορικής πληροφορίας, πέρα από τη διαλεκτική της μνήμης και της λήθης, πέρα από τη δυνατότητα κατοχής μνημονικού/συμβολικού κεφαλαίου.

Από τη μνήμη στον ιό
Η «περίπτωση Διαμαντόπουλου» δεν είναι μοναδική. Αρκεί να φέρει κανείς στο μυαλό του τους διαδοχικούς «πολέμους για την Ιστορία» που ξέσπασαν μετά το γύρισμα της χιλιετίας (από τις πρώτες αντιπαραθέσεις για τον ορισμό μεταναστών σημαιοφόρων στις σχολικές παρελάσεις στις αρχές της περασμένης δεκαετίας και τη μεγάλη διαμάχη για το εγχειρίδιο Ιστορίας της έκτης Δημοτικού έως την πρόσφατη συζήτηση για τα «ιστορικά πορτρέτα» που διακρίνονταν πίσω από την πλάτη του Χριστόδουλου Ξηρού κατά το ψηφιακό του διάγγελμα) για να διαπιστώσει προφανείς ομοιότητες με τις έριδες περί «γουναράδικων». Οι ομοιότητες αυτές έχουν να κάνουν, μεταξύ άλλων, με τις σκληρές δοκιμασίες στις οποίες υποβάλλεται η ίδια η έννοια της μνήμης: μνημονικές στρατηγικές, δουλεμένες σε ολόκληρη τη διάρκεια του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα γνωρίζουν ισχυρότατους κλυδωνισμούς· οι θέσεις και οι σχέσεις μεταξύ των υποκειμένων του παρόντος και των συμβάντων του παρελθόντος αναδιατάσσονται· το έδαφος των υλικοτεχνικών προϋποθέσεων για τη νοηματοδότηση του παρελθόντος συνταράσσεται από τεκτονικούς σεισμούς.
Οι δοκιμασίες αυτές πολλαπλασιάζουν με τη σειρά τους τα ερωτήματα. Αρκούν, για παράδειγμα, οι ήδη δοκιμασμένες αναλυτικές κατηγορίες (π.χ. άμεση μνήμη, κοινότητες μνήμης, μετα-μνήμη κ.λπ.) για να προσεγγίσει κανείς τις μεταπλάσεις που συντελούνται στις σύγχρονες αρένες, στις οποίες λαμβάνει χώρα η νοηματοδότηση του παρελθόντος; Επιπλέον, εάν δεχτούμε πως στο ψηφιακό μας παρόν δεν μεταπλάθεται μονάχα η μνημονική παραγωγή του παρελθόντος αλλά συνολικότερα η παραγωγή αξίας, αγαθών και νοήματος, τότε πώς θα μπορούσαμε να «συγχρονίσουμε» τα ερμηνευτικά εργαλεία που μας έχουν ήδη προσφέρει οι σπουδές της μνήμης ώστε να παραμείνουν λειτουργικά μέσα στο σκηνικό των ευρύτερων αλλαγών της ψηφιακής ύστερης νεωτερικότητας; Με άλλα λόγια, πώς θα μπορούσαμε να ξανασκεφτούμε δημιουργικά την ίδια την έννοια της συλλογικής μνήμης, μια έννοια βαθιά ανθρωποκεντρική, προκειμένου να συνεχίζει να δίνει απαντήσεις και να μας λυτρώνει –στον βαθμό που μπορεί– από τις αμηχανίες που γεννιούνται μέσα στο μετα-ανθρωποκεντρικό, ψηφιακό περιβάλλον παραγωγής λόγου για το παρελθόν;
Η ιικότητα (virality) είναι μια έννοια που θα μπορούσε να συνδράμει προς την παραπάνω κατεύθυνση. Πρόκειται, ουσιαστικά, για έναν όρο ο οποίος προέρχεται από το λεξιλόγιο των επιστημών της ζωής, των βιο-επιστημών, και στην κυριολεξία σημαίνει τη δυνατότητα ή τον βαθμό εξάπλωσης ενός ιού. Πώς θα μπορούσε, ωστόσο, να φανεί χρήσιμη η μεταφορά του ιού στη μελέτη της παραγωγής λόγου για το παρελθόν στον σύγχρονο ψηφιακό τεχνοπολιτισμό;
Για να απαντήσουμε στο τελευταίο ερώτημα, χρειάζεται να κάνουμε μια μικρή αναδρομή στα μέσα της δεκαετίας του 1990, εποχή κατά την οποία ξεκινούσε η μαζικοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών. Στη συγκεκριμένη, λοιπόν, συγκυρία, η ραγδαία διάδοση του διαδικτύου και του κινητού τηλεφώνου ενεργοποιούσε μια σειρά από ενδιαφέρουσες αναδιατάξεις στο μιντιακό τοπίο. Η πιο σημαντική ίσως από αυτές υπήρξε η διάνοιξη πολλών, μικρών ιδιωτικών κυβερνοχώρων: όσο πλησίαζε το τέλος του εικοστού αιώνα, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι ήταν σε θέση να κατασκευάσουν μια δική τους «προσωπική σελίδα» στο διαδίκτυο· να αναρτήσουν πληροφορίες, να παραγάγουν δικό τους περιεχόμενο και να συνδέσουν τον μικρό χώρο τους με τους αντίστοιχους κυβερνοχώρους άλλων χρηστών μέσα από πρώιμες δομές ψηφιακής δικτύωσης (παρόχους δωρεάν φιλοξενίας ιστοσελίδων, λίστες ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, φόρα συζήτησης, κανάλια σε περιβάλλοντα chat, εφαρμογές εντοπισμού «φίλων» κ.λπ.). Μικροί, συνεπώς, χώροι παραγωγής περιεχομένου και αξίας άρχισαν να ξεφυτρώνουν κατά μυριάδες μέσα στο καινούριο ψηφιακό σκηνικό. Στο εσωτερικό των χώρων αυτών, οι «ιδιοκτήτες» τους δοκίμαζαν πρωτόγνωρες αισθήσεις κυριότητας, αυτονομίας και ελέγχου πάνω στο περιεχόμενο που οι ίδιοι παρήγαγαν ή διακινούσαν.
Η σταδιακή, ωστόσο, εμπέδωση των παραπάνω αισθήσεων κυριότητας και αυτονομίας έκανε δύσκολη τη ζωή όσων ασχολούνταν με την αποστολή περιεχομένου σε μαζικούς αποδέκτες (π.χ. εμπορικό μάνατζμεντ, διαφήμιση, οργάνωση πολιτικής καμπάνιας, θρησκευτικός ή ιδεολογικός προσηλυτισμός). Όλοι αυτοί θα έπρεπε να ξανασκεφτούν τη δουλειά τους από την αρχή, αν ήθελαν να βρουν τρόπους να εισβάλουν στο Ελντοράντο των μικρών ιδιωτικών κυβερνοχώρων. Χωρίς, λοιπόν, να αποτελεί υπερβολή, μέσα σε λιγότερο από δέκα χρόνια πρακτικές προώθησης περιεχομένου, δοκιμασμένες σε ολόκληρη τη μακρά διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα, άρχισαν να αναθεωρούνται εκ βάθρων, προσπαθώντας να συντονιστούν με τις αναδιατάξεις του ψηφιακού περίγυρου.
Στο σημείο αυτό μπήκε δυναμικά στο παιχνίδι ο ιός. Ο ιός είναι μια αξιοπερίεργη οντότητα. Ιδωμένη από τη σκοπιά της Βιολογίας, η οντότητα αυτή διαθέτει δικό της «περιεχόμενο» (RNA ή DNA). Ο ιός δεν μπορεί, ωστόσο, να υπάρξει από μόνος του με αυτό το περιεχόμενο· εάν δεν έρθει σε επαφή με έναν άλλο οργανισμό, είναι καταδικασμένος σε ανυπαρξία. Μονάχα εκεί, παρασιτώντας στην επικράτεια του ξενιστή του, έχει πιθανότητες να υπάρξει και να αναπαραχθεί. Για τον σκοπό αυτό έχει αναπτύξει ένα εξωτερικό κέλυφος (πρωτεϊνικό περίβλημα, καψίδιο), το οποίο προσπαθεί να μιμηθεί τις βιολογικές προδιαγραφές του ξενιστή. Αυτό το άλλο μισό της βιολογικής του ταυτότητας, συνεπώς, επιτρέπει στον ιό να γαντζώνεται, να διεισδύει, να αγκιστρώνεται σε άλλους οργανισμούς και να πολλαπλασιάζεται στο εσωτερικό τους.
Επιστρέφοντας στη σύντομη αναδρομή, ο ιός –το βιολογικό πρότυπο μιας ύπαρξης που αφήνει κατά μέρος το δικό της περιεχόμενο και επικεντρώνεται στους τρόπους διείσδυσης στο περιεχόμενο άλλων οργανισμών– ενέπνευσε τις προσπάθειες πρόσβασης στους μικρούς ιδιωτικούς κυβερνοχώρους της νέας χιλιετίας: καινούριες πρακτικές οι οποίες μιμούνταν τον τρόπο διασποράς των ιών άρχισαν να αναπτύσσονται αρχικά στον χώρο του εμπορικού μάρκετινγκ. Σύντομα απέκτησαν κοινό όνομα (viral marketing). Οι πρακτικές αυτές επεκτάθηκαν πολύ γρήγορα και σε άλλους τομείς. Τούτο είχε ως συνέπεια την εμφάνιση ενός ακόμα ευρύτερου όρου, του ιομορφικού διαμοιρασμού (viral sharing).2
Ας δούμε ένα παράδειγμα ιομορφικού διαμοιρασμού. Ένας χρήστης (ας τον ονομάσουμε Νίκο) με έντονη δραστηριότητα στον ακροδεξιό ελληνικό κυβερνοχώρο, ανεβάζει στο YouTube ένα βίντεο αφιερωμένο στη Μικρασιατική Καταστροφή. Γνωρίζει, ωστόσο, πολύ καλά πως δεν φτάνει μονάχα να το αναρτήσει. Εάν θέλει να γίνει «επιτυχία» (αγγλιστί να γίνει viral), πρέπει να κυκλοφορήσει όσο γίνεται περισσότερο μέσα στα απειράριθμα μικρά δίκτυα άλλων χρηστών του διαδικτύου. Ο Νίκος, όμως, δεν έχει άμεση πρόσβαση σε αυτά. Από την άλλη πλευρά, η εταιρική πλατφόρμα, στην οποία ανέβασε το βίντεο δεν τον έχει αφήσει αβοήθητο. Κάτω ακριβώς από το βίντεο υπάρχουν μικρά εικονίδια, τα οποία λειτουργούν όπως ακριβώς τα καψίδια των ιών: αναλαμβάνουν να εγχύσουν αυτόματα το περιεχόμενο που έφτιαξε ο συγκεκριμένος χρήστης στους μικρούς ιδιωτικούς κυβερνοχώρους των επισκεπτών του. Αρκεί μονάχα να πατήσει κανείς σε κάποιο από τα παραπάνω εικονίδια. Τότε, αυτόματα, το βίντεο του Νίκου θα έχει γίνει «post» στο Facebook ή στο Linkedin ενός άλλου χρήστη με παρόμοιες πιθανόν πολιτικές πεποιθήσεις. Μπορεί ακόμα να γίνει ανάρτηση στο blog ενός τρίτου επισκέπτη, τιτίβισμα στο twitter ενός επόμενου κτλ. Με άλλα λόγια, το αρχικό περιεχόμενο θα έχει καταφέρει να εισβάλει στο δίκτυο ενός άλλου χρήστη μέσα από αυτοματοποιημένους δρόμους, χωρίς φαινομενικά να αλλοιώνει την ταυτότητα του νέου χώρου υποδοχής. Εκεί απλώς καλείται να συμβιώσει με άλλα βίντεο, κείμενα και εικόνες που υπήρχαν πριν το ανέβασμά του. Συμβιώνει με τον ξενιστή του και περιμένει. Περιμένει ωσότου ένας ακόμα χρήστης («φίλος» του προηγούμενου και άγνωστος κατά πάσα πιθανότητα στον Νίκο) να κάνει like ή comment κάτω από το post, επιτρέποντας με τον τρόπο αυτόν στο αρχικό βίντεο να πολλαπλασιάσει τον εαυτό του σε έναν ακόμα κρίσιμο μικρό ιδιωτικό κυβερνοχώρο.
Παραδείγματα σαν το προηγούμενο ανήκουν πλέον στην κυβερνητική καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων. Και τούτο διότι πριν ακόμα φτάσουμε στα μισά της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα, ο ιομορφικός διαμοιρασμός είχε κατορθώσει να καταστεί ο κυρίαρχος τρόπος διακίνησης περιεχομένου στο διαδίκτυο. Η υιοθέτησή του, μάλιστα, υπήρξε τόσο γενικευμένη ώστε δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποστηρίξει κανείς πως η ιικότητα συγκροτεί πλέον μία από τις μείζονες μεταπλάσεις, μια μετάπλαση που αλλάζει δραματικά τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε συνολικά την παραγωγή και την επικοινωνία στην ψηφιακή ύστερη νεωτερικότητα.
Στην πιο μεγάλη κλίμακα, η καταιγιστική παρουσία ιομορφικών πρακτικών επηρεάζει συνολικά τις πολιτικές του νοήματος στον σύγχρονο κόσμο. Μια γενετικά τροποποιημένη «πολιτική οικονομία του νοήματος» φαίνεται να διεκδικεί επιτακτικά την ανάδυσή της. Ας αποκαλέσουμε αυτή τη νέα οικονομία ιο-πολιτική. Με τον όρο αυτό, τα πεδία του πολιτικού, του οικονομικού και του πολιτισμικού εκλαμβάνονται ως αρένες στο εσωτερικό των οποίων το νόημα παράγεται, διαχέεται και προσλαμβάνεται ιομορφικά: εγχέεται διαρκώς στην επικράτεια του Άλλου, συμβιώνει παρασιτικά με άλλα νοήματα και συναρτά την επιβίωσή του με ψηφιακούς αυτοματισμούς, οι οποίοι οργανώνουν την επαναληπτική εκφορά του μέσα σε μικρούς, υβριδικούς κυβερνοχώρους.

Από τον ιό στην Ιστορία: θυμικότητα, επιτελεστικότητα, συνδεσιμότητα
Ας επιστρέψουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε, στον λόγο, δηλαδή, για το παρελθόν, όπως αυτός αρθρώνεται στα συμφραζόμενα της ψηφιακής μας καθημερινότητας. Έχω την αίσθηση ότι η ιο-πολιτική, μια έννοια που αναμετριέται συνολικά με τις μεταμορφώσεις της παραγωγής στον ψηφιακό καπιταλισμό, μπορεί να μας φανεί ιδιαίτερα χρήσιμη στην προσπάθειά μας να εμβαθύνουμε αναφορικά με τις μεταμορφώσεις που συντελούνται στο πεδίο της παραγωγής νοήματος για το παρελθόν. Πιο συγκεκριμένα, μια μετάθεση της συζήτησης από τη μνήμη και τη λήθη ή από τις χρήσεις και τις καταχρήσεις του παρελθόντος στις ιο-πολιτικές του παρελθόντος, θα μπορούσε ενδεχομένως να ανανεώσει την ερμηνευτική προσέγγιση ποικίλων επεισοδίων που σημάδεψαν τη Δημόσια Ιστορία στην Ελλάδα κατά την τελευταία εικοσαετία.
Χωρίς αμφιβολία, το πιο έντονο και το πιο εκτεταμένο χρονικά από τα προαναφερθέντα επεισόδια έχει να κάνει με το σχολικό εγχειρίδιο για τη διδασκαλία της Ιστορίας στην έκτη τάξη του Δημοτικού. Η έκδοσή του την άνοιξη του 2006 προκάλεσε έντονες διαμάχες σε πολλαπλά επίπεδα. Δίχασε την κεντρική πολιτική σκηνή, τροφοδότησε το μιντιακό τοπίο με βαρύτατα θυμικά φορτία, ενεργοποίησε πρωτόγνωρες δυναμικές στον χώρο της εκπαίδευσης, σμίλεψε συλλογικότητες που διεκδίκησαν την παρουσία τους στη δημόσια σφαίρα και εκτίναξε την παραγωγή λόγου για το παρελθόν στον ελληνικό κυβερνοχώρο. Στα τέσσερα περίπου χρόνια που διήρκεσαν οι εχθροπραξίες αυτού του μείζονος «πολέμου για την Ιστορία» συζητήθηκε το σύνολο σχεδόν των βασικών στιγμών της νεότερης ελληνικής Ιστορίας: από την οθωμανική περίοδο και τον ρόλο της Εκκλησίας στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και τον Εμφύλιο.
Πίσω, ωστόσο, από την πολλαπλότητα των ιστορικών παρελθόντων που ανακλήθηκαν, τις ετερόκλητες πολιτικές και τα επιχειρήματα που αρθρώθηκαν και την απίθανη ποικιλία των ταυτοτήτων που προέκυψαν στη διάρκεια της δημόσιας διαμάχης για το σχολικό αυτό βιβλίο, υπήρξε μία λέξη, ο συνωστισμός, η οποία κατόρθωσε να συγκεφαλαιώσει όλα τα προηγούμενα. Ο «συνωστισμός» ήταν η πρώτη λέξη μέσα από την οποία συστήθηκε το εγχειρίδιο στα ευρύτερα ακροατήρια. Ώς τη λήξη, δε, της διαμάχης ήταν πολύ δύσκολο να βρεθεί έστω κι ένα κείμενο, σχόλιο, βίντεο ή γελοιογραφία που να αναφέρεται στην υπόθεση του εγχειριδίου χωρίς να αναπαράγει τη συγκεκριμένη λέξη. Ακόμα και στις μέρες μας, οκτώ χρόνια μετά την έναρξη των δημόσιων αντιπαραθέσεων, εάν πληκτρολογήσει κανείς το όνομα της επικεφαλής της συγγραφικής ομάδας Μαρίας Ρεπούση στην πιο γνωστή μηχανή αναζήτησης στο διαδίκτυο, θα δει να συμπληρώνεται αυτόματα το πεδίο αναζήτησης με τη λέξη συνωστισμός. Όπως και στην περίπτωση του «ραντεβού στα γουναράδικα», η συγκεκριμένη λέξη φαινόταν να βρίσκει διαρκώς έναν τρόπο για να παρεισφρέει στις διαμάχες. Μεταπηδώντας διαρκώς ανάμεσα από σελίδες και οθόνες, ο «συνωστισμός» έμοιαζε με ιό στο απόγειο της επιδημικής του δεινότητας: «κολλούσε» πάνω σε κάθε πιθανή και απίθανη αναφορά στην ελληνική Ιστορία, άσχετα εάν αυτή είχε να κάνει με συμβάντα πολύ διαφορετικά από εκείνο στο οποίο υποτίθεται πως αναφερόταν, τις τελευταίες, δηλαδή, στιγμές της παρουσίας του ελληνικού στοιχείου στην προκυμαία της Σμύρνης το 1922.
Πραγματικά, σε όλη τη διάρκεια της διαμάχης για το βιβλίο της Ιστορίας τίποτε δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τον «συνωστισμό» ως προς τη δυνατότητά του να συνοψίζει το χαοτικό σκηνικό μιας δημόσιας αντιπαράθεσης για το παρελθόν στην Ελλάδα του εικοστού πρώτου αιώνα. Ακολουθώντας τον Jenkins κ.ά. τούτη η λέξη λειτουργούσε ως διαδόσιμο κείμενο (spreadable text). Σύμφωνα με το σκεπτικό τους, «διαδόσιμο» είναι ένα συγκεκριμένο είδος κειμένου, η παρουσία του οποίου είναι απαραίτητη προκειμένου να κυκλοφορήσουν νοήματα μέσα στα χαοτικά δίκτυα της ψηφιακής ύστερης νεωτερικότητας. Πρόκειται για κείμενο, το οποίο παρόλο που
[…] διαθέτει προθετικότητα καθώς και προτεινόμενες σημασιοδοτήσεις, στο τέλος παραμένει αμφίσημο, με αρκετά ανοιχτά σημεία, τα οποία μπορούν προσληφθούν με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με τα συμφραζόμενα προς τα οποία εκτίθεται κάθε φορά το κείμενο αυτό και τους τρόπους με τους οποίους εμπλέκεται […] σε εντοπισμένες κάθε φορά συζητήσεις.3
Τι είναι εκείνο, ωστόσο, που μεταμορφώνει μια μικρή λέξη ή μια σύντομη φράση σε «διαδόσιμο» ή «ιομορφικό», όπως προτιμώ να το αποκαλώ, κείμενο; Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να εκκινεί και να καταλήγει στο θυμικό. Φράσεις σαν το «ραντεβού στα γουναράδικα» ή όροι σαν τον «συνωστισμό» δεν ανήκουν τόσο στο λεξικογραφικό σύμπαν της ιστοριογραφίας, όσο σε εκείνο της συναισθηματικής διέγερσης. Σε κάθε τους επίκληση έχουν την ιδιότητα να απελευθερώνουν υψηλά θυμικά φορτία. Εκφέρονται και απευθύνονται προς «ενεργούς χρήστες» του σύγχρονου ψηφιακού τεχνοπολιτισμού, προς μία εκδοχή, δηλαδή, υποκειμενικότητας, η οποία δομείται περισσότερο στη βάση της θυμικής απόλαυσης παρά σε εκείνην της αναλυτικής εκλογίκευσης.4 Μέσα από την καταστατική τους θυμικότητα, οι παραπάνω φράσεις προσφέρουν το παρελθόν και τον ιστορικό χρόνο ως αντικείμενο απόλαυσης σε παραλήπτες ήδη συγκροτημένους μέσα από ιομορφικές θυμικές στρατηγικές. Η δυνατότητά τους να εκλύουν θυμική ενέργεια αποτελεί τον καταλύτη για τη μεταμόρφωση ενός ιστορικού γεγονότος (εν προκειμένω της εξόδου ελληνορθόδοξων πληθυσμών από την Τουρκία στα 1922) σε ένα α-ιστορικό «πρωτεϊνικό περίβλημα», σε ένα πολιτισμικό «καψίδιο» (συνωστισμός), που διευκολύνει τον περαιτέρω παρασιτικό πολλαπλασιασμό του λόγου για το παρελθόν.
Επιπλέον, ένα ιομορφικό κείμενο βασίζεται, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, στη δυνατότητά του να επαναλαμβάνει διαρκώς τον εαυτό του. Βεβαίως, αυτή η επανάληψη δεν μπορεί να είναι απροϋπόθετη. Εάν ακολουθήσουμε την ανάλυση της Τζούντιθ Μπάτλερ περί επιτελεστικότητας, κάθε νέα εμφάνιση ενός ιομορφικού κειμένου για το παρελθόν οφείλει να παραπέμπει στον «νόμο» αυτού του παρελθόντος, στα κυρίαρχα, δηλαδή, ιστοριογραφικά αφηγήματα, τα οποία διαθέτει η αντίστοιχη κοινωνία προκειμένου να νοηματοδοτεί το παρελθόν της.5 Για να το πούμε διαφορετικά, κάθε αναφορά σε «γουναράδικα» και «συνωστισμούς» έπρεπε να γινόταν αφορμή μιας επιτελεστικής εργασίας, η οποία θα έφερνε διαρκώς στο προσκήνιο βασικές ερμηνευτικές θέσεις για την Κατοχή, την Αντίσταση ή την περιπέτεια του 1922.
Ωστόσο, στην περίπτωση των συγκεκριμένων «πολέμων για την Ιστορία», ο «διάλογος» με τα ερμηνευτικά ιστοριογραφικά αφηγήματα δεν εξελίχτηκε ακριβώς με τον παραπάνω τρόπο. Στο ασταθές έδαφος των ψηφιακών ιο-πολιτικών του παρελθόντος, ο λόγος για το παρελθόν δεν φαινόταν να βασίζεται τόσο σε μια «επιτελεστική επανάληψη που παράγει διαφορές» όσο σε μια «αντιγραφή χωρίς αναπαραγωγή, χωρίς πιστότητα, χωρίς διάρκεια»:6 Στις συζητήσεις που ακολούθησαν την έκδοση του σχολικού εγχειριδίου και την κοινοβουλευτική αγόρευση του βουλευτή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., η επιμονή στον «συνωστισμό» και στα «γουναράδικα» αντίστοιχα δεν σήμαινε απαραίτητα και παραπομπή σε ιστοριογραφικούς κανόνες. Όπως ήδη έχουμε σημειώσει, η παρουσία των κρίσιμων αυτών κλισέ ήταν παρασιτική: αποσκοπούσε πρωτίστως στην εισβολή στα δίκτυα των Άλλων· στόχευε να διεισδύσει παρά να παραπέμψει, να συμβιώσει κι όχι να αναμετρηθεί, να αντιγραφεί παρά να πρωτοτυπήσει. Η διεξαγωγή των σύγχρονων «πολέμων για την Ιστορία» στον ελληνικό κυβερνοχώρο βασίστηκε, αναμφίβολα, σε επιτελεστικές διεργασίες. Μόνο που οι διεργασίες αυτές φαίνονταν να βαδίζουν τον δικό τους δρόμο: προέκριναν μια παρασιτική επιτελεστικότητα, ένα αδιάκοπο, δηλαδή, κυνήγι για την εγκατάσταση θυμικών ιχνών του παρελθόντος μέσα στα απειράριθμα μικρά δίκτυα της ψηφιακής καθημερινότητας.
Ένα ιομορφικό κείμενο, ωστόσο, θα μπορούσε να είναι κι άλλα πράγματα, πέρα από μια απλή λέξη ή φράση, π.χ. μια «εφεύρεση, τεχνολογία, σύστημα σκέψης, μουσική λούπα […] επιστημονική θεωρία, σεξουαλικό σκάνδαλο, ενδυματολογικό στιλ ακόμα και μια pop διασημότητα».7 Πιο πιθανόν, όμως, ήταν να έχει οπτική μορφή.
Έναν περίπου μήνα μετά την «υπόθεση Διαμαντόπουλου» δόθηκε μια νέα αφορμή για διαμάχες σχετικά με τη δεκαετία του 1940. Στις 4 Αυγούστου του 2013 η εφημερίδα Πρώτο Θέμα δημοσίευσε εικόνες από τις διακοπές ενός άλλου βουλευτή. Οι φωτογραφίες έδειχναν, μεταξύ άλλων, τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της Χρυσής Αυγής Ηλία Κασιδιάρη σε καλοκαιρινή περιβολή να απολαμβάνει ιδιωτικές στιγμές με τη σύντροφό του Έλενα Κωνσταντινίδου. Το βλέμμα του φακού εστίαζε στο ναζιστικό τατουάζ που ήταν χτυπημένο στον ώμο του βουλευτή. Όπως ήταν μάλλον αναμενόμενο, οι φωτογραφίες αυτές γνώρισαν μεγάλη διάδοση. Στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε, οι λήψεις του ζευγαριού ανατυπώθηκαν αμέτρητες φορές στις οθόνες του διαδικτύου. Στο τέλος του καλοκαιριού του 2013, ο ελληνικός κυβερνοχώρος είχε κατακλυστεί από επιχειρήματα, κριτικές, άρθρα, σχόλια ακόμα και παρωδιακές αναπαραγωγές των φωτογραφικών στιγμιοτύπων. Αλλά περισσότερο από όλα είχε γεμίσει από σβάστικες. Το οπτικό ίχνος του γερμανικού παρελθόντος έπαιρνε την εκδίκησή του: φαινόταν να βρίσκει τον τρόπο να «καταλάβει» τον κυβερνοχώρο ενός κράτους, στο οποίο η παρουσία οπτικών διαπραγματεύσεων της ναζιστικής περιόδου υπήρξε εξαιρετικά περιορισμένη σε ολόκληρη τη διάρκεια του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα.
Στο σημείο αυτό θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να εκλάβει κανείς την οργιαστική παρέλαση του εθνικοσοσιαλιστικού συμβόλου στις οθόνες των υπολογιστών και των τηλεοράσεων ως ένδειξη μιας στροφής της νεοελληνικής κοινωνίας προς νεοναζιστικές πολιτικές ατραπούς. Αντίθετα, τις περισσότερες φορές το πλαίσιο των αναφορών ήταν εμφανώς καταγγελτικό. Ακόμα, όμως, και σε αυτές τις περιπτώσεις δεν ήταν διόλου σπάνιο να διαβάζει κανείς αντιφασιστικά κείμενα στριμωγμένα ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες εικόνες με τη σβάστικα στον ώμο του Κασιδιάρη. Μία μάλλον απρόσμενη ισορροπία φαινόταν να διαμορφώνεται σταδιακά: οπτικά απομεινάρια του ναζιστικού παρελθόντος και επιχειρήματα που αντλούσαν από τις (σαφώς μη ναζιστικές) δεξαμενές της μεταπολεμικής ελληνικής ιστορικής κουλτούρας συγκατοικούσαν στους ίδιους ψηφιακούς χώρους. Μετά την επιτυχή εισβολή του στους μικρούς ιδιωτικούς κυβερνοχώρους του πρώιμου εικοστού πρώτου αιώνα, το πιο διαφιλονικούμενο οπτικό ίχνος της δεκαετίας του 1940 έδειχνε ικανό να παραμένει σε συμβιωτική σχέση με τους «εχθρούς» του.
Αποκτά ενδιαφέρον, συνεπώς, να μπορέσει να εμβαθύνει κανείς σε αυτή τη συμβίωση με όρους ιο-πολιτικής. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η σβάστικα θα μπορούσε να εκληφθεί ως ιός. Πράγματι, το μόνο που αναζητά ένας ιός είναι ο εχθρικός Άλλος· ο Ξένος ή ο Εχθρός στον οργανισμό του οποίου επιδιώκει να εισβάλει και να παρασιτήσει. Μονάχα μέσα στην επικράτεια αυτού του προνομιακού Άλλου έχει ελπίδες να επιβιώσει και να αναπαραχθεί. Για να το θέσουμε διαφορετικά, θα μπορούσε να διατυπώσει κανείς την υπόθεση πως οι σβάστικες ευδοκίμησαν στον ελληνικό κυβερνοχώρο όχι διότι τους ήταν οικείος, αλλά ακριβώς επειδή αποτελούσε γι’ αυτές τον καταστατικό Άλλο. Στο ιομορφικό πεδίο των ψηφιακών δικτύων, η αναζήτηση της ιστορικής ακρίβειας των ιχνών του παρελθόντος δεν φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα. Εκείνο που σίγουρα προέχει είναι η κυκλοφορία του ίχνους αυτού· η μετατροπή του σε ιομορφικό κείμενο, ανοιχτό σε αντιθετικές προσλήψεις και διαθέσιμο για ενσωμάτωση σε διαρκώς επιταχυνόμενες πληροφοριακές ροές.
Για να το πούμε διαφορετικά, εάν κάτι επείγει στο πλαίσιο των ψηφιακών ιο-πολιτικών του παρελθόντος, αυτό είναι η συνδεσιμότητα των ιχνών του παρελθόντος: με όσες περισσότερες ροές νοήματος (π.χ. ακαδημαϊκός λόγος, δημοσιογραφία, life style, διασκέδαση, νοηματοδοτήσεις του κοινωνικού φύλου και του σώματος, πορνογραφία κ.ά.) μπορεί να συνδέεται το ίχνος, τόσο πιο πολύ δυναμώνει η πιθανότητα να επιβιώνει στον κυβερνοχώρο. Στην «περίπτωση Κασιδιάρη», ένα πολιτικό σύμβολο των μέσων του περασμένου αιώνα ενδημεί στο οπτικό φαντασιακό της ψηφιακής Ελλάδας όχι γιατί ανακαλεί την τραγικότητα της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής σύγκρουσης, αλλά επειδή κατόρθωσε να συνδεθεί με το κουτσομπολιό, να ερωτοτροπήσει με τις πιο στερεοτυπικές εκδοχές μεταπολεμικής ελληνικότητας («λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου»), να χαραχτεί σε ημίγυμνα σώματα, να αναλάβει επάλληλες μορφές (τατουάζ, σχόλιο, κολάζ κ.ά.), να αποκαλυφθεί, να εκτεθεί, να αποδομηθεί, να γελοιοποιηθεί και, παρ’ όλα αυτά –ή μάλλον ακριβέστερα: εξαιτίας όλων αυτών– να διαδοθεί ακόμα πιο εκτατικά σε ακόμα περισσότερες επιφάνειες της ψηφιακής καθημερινότητας.
Στην «περίπτωση Κασιδιάρη» υπήρχε ακόμα ένα στοιχείο που προξενεί το ενδιαφέρον. Εάν η σβάστικα κατόρθωσε τελικά να λειτουργήσει ως ιομορφικό κείμενο, τότε αυτό το οφείλει και στη μορφολογική του αμφισημία. Μεγάλο μέρος των συζητήσεων που ακολούθησαν τη δημοσίευση των επίμαχων φωτογραφιών είχε να κάνει με το εάν αυτό που φαινόταν ήταν όντως σβάστικα. Υποστηρίχτηκε έντονα, πρώτα από όλα από τον ίδιο τον βουλευτή και στη συνέχεια από οπαδούς της Χρυσής Αυγής, ότι το τατουάζ δεν εικόνιζε το γερμανικό μεσοπολεμικό σύμβολο αλλά κάποιο είδος αρχαιοελληνικού μαιάνδρου. Η συζήτηση αυτή φούντωσε κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: άτομα φιλικά προσκείμενα στις ναζιστικές και φασιστικές ιδέες αρνούνταν μετά βδελυγμίας την εθνικοσοσιαλιστική γενεαλογία του τατουάζ, την ίδια στιγμή που οι αντίπαλοί τους τούς μέμφονταν για ιδεολογική ασυνέπεια.
Αναμφίβολα, η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ζήτημα ασυνέπειας· όχι όμως ιδεολογικής όσο ιομορφικής. Ακολουθώντας και πάλι την ανάλυση του Jenkins κ.ά. η «διαδοσιμότητα» ενός κειμένου συναρτάται άμεσα με την αποκήρυξη της γενεαλογίας του. Σύμφωνα με τους συγκεκριμένους συγγραφείς, η εμπρόθετη αμφισημία σε σχέση με την ιστορικότητα ενός ήχου, μιας εικόνας ή μιας φράσης θα μπορούσε να ιδωθεί σαν μία ακόμα παρότρυνση ενεργού διεκδίκησης του νοήματός της.8 Στο ιομορφικό τοπίο της σύγχρονης ελληνικής ιστορικής κουλτούρας, η άρνηση του ίχνους του παρελθόντος αναδεικνύεται σε μια εξαιρετικά επιτυχημένη στρατηγική νοηματοδότησής του: το θάμπωμα των μορφολογικών περιγραμμάτων και η αποκήρυξη κάθε ναζιστικής συνδήλωσης επέτρεψαν στο βασικό οπτικό απομεινάρι του ναζιστικού παρελθόντος να επιπολάζει στα ψηφιακά δίκτυα και να διεκδικεί πιο επιτακτικά τις οθόνες, την αισθητική και την ψήφο στην Ελλάδα του εικοστού πρώτου αιώνα.

Αντί επιλόγου
Τα τρία παραδείγματα «πολέμων για την Ιστορία» που εξετάστηκαν στο παρόν κείμενο ιχνηλατούν όψεις της παραγωγής του παρελθόντος στα ψηφιακά συμφραζόμενα της σύγχρονης Ελλάδας. Σε μια αρκετά γενική προοπτική, μας καλούν να σκεφτούμε τις διαδικασίες νοηματοδότησης του παρελθόντος ως αναπόσπαστα μέρη ενός μεταλλαγμένου ψηφιακού σκηνικού. Εκτεθειμένα πάνω σε αυτό το σκηνικό, τα ίχνη του παρελθόντος δείχνουν να υποβάλλονται σε νέες κατηγορικές προσταγές: να είναι ανοιχτά, με διαπερατά μορφολογικά και σημασιολογικά όρια, διαδόσιμα, επικοινωνήσιμα, με μια λέξη ιομορφικά. Σε μια πιο στοχευμένη θέαση, το παραπάνω σκηνικό φαίνεται να ενθαρρύνει καινοφανείς, υβριδικές συναθρώσεις στο πεδίο της υποκειμενικότητας. Στον κόσμο των ψηφιακών δικτύων το παρελθόν μοιάζει να μην αφορά τόσο παραγωγούς ή καταναλωτές νοημάτων, όσο πολλαπλασιαστές (multipliers), υποκείμενα, δηλαδή, επαρκώς εξοικειωμένα με την οργιαστική επαναληπτικότητα των ιχνών του παρελθόντος στον κυβερνοχώρο. Στoν κόσμο αυτό το par excellence υποκείμενο μοιάζει να είναι εκείνος/-η που ξέρει να παρακολουθεί την επιτελεστική λιτανεία των ιχνών του παρελθόντος από οθόνη σε οθόνη και από δίκτυο σε δίκτυο· όχι πλέον ο «ειδικός» (π.χ. επαγγελματίας ιστορικός, μάρτυρας ή θύμα), αλλά ο αν-ιχνευτής, ένα άτομο που εντοπίζει, «απο-σημειώνει» και αναπαράγει το ίχνος, ο καθ’ έξιν εισβολέας στους προσωπικούς κυβερνοχώρους των αμέτρητων Άλλων, ο συμφιλιωμένος με την ιικότητα του ψηφιακού παρόντος και τις ιο-πολιτικές του παρελθόντος.

Σε εκτενέστερη μορφή, το κείμενο θα δημοσιευτεί προσεχώς στον συλλογικό τόμο Χρήσεις και καταχρήσεις της Ιστορίας: Η Δημόσια Ιστορία στην Ελλάδα.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

Οι κλιματικές αλλαγές από την αρχαιότητα ως σήμερα. Ο Μεγάλος Λιμός.ketivasilakou.blogspot.com|Από Καίτη Βασιλάκου/αναδημοσιευση

Η κλιματική αλλαγή που παρατηρούμε σήμερα μας προκαλεί πολλές ανησυχίες. Έχουμε μάθει να ζούμε σε ένα κλίμα λίγο πολύ σταθερό γν...
ketivasilakou.blogspot.com|Από Καίτη Βασιλάκου


Η κλιματική αλλαγή που παρατηρούμε σήμερα μας προκαλεί πολλές ανησυχίες. Έχουμε μάθει να ζούμε σε ένα κλίμα λίγο πολύ σταθερό γνωρίζοντας από ποιους κινδύνους πρέπει να προφυλαχτούμε και παίρνοντας τα μέτρα μας.
Όταν όμως το κλίμα εμφανίζεται ασταθές, δεν ξέρουμε τι μας περιμένει την άλλη μέρα. Θα έχουμε πλημμύρες; Θα έχουμε τυφώνες; Θα έχουμε εκτεταμένη ξηρασία; Θα έχουμε επέλαση χιονιού; Θα παγώσουμε; Θα λιώσουμε από τη ζέστη; Η προγραμματισμένη ζωή μας ανατρέπεται και όχι μόνο αυτό. Άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους από τα αναπάντεχα ακραία καιρικά φαινόμενα, περιουσίες καταστρέφονται, η οικονομία επιβαρύνεται, η καθημερινή ζωή δεν είναι πια και τόσο ασφαλής.

Ωστόσο, αυτό που βιώνουμε σήμερα εμείς, το βίωσαν οι άνθρωποι και σε παλαιότερες εποχές και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις το βίωσαν εξαιρετικά δραματικά.



Ας κάνουμε μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν ξεκινώντας από την αρχαιότητα. Διακρίνουμε έξι περιόδους με κλιματική αλλαγή που είχαν επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή των κατοίκων της Ευρώπης – και όχι μόνο.
1.
Ρωμαϊκή θερμή περίοδος (250 πΧ - 400 μΧ περίπου)
Είναι μια εποχή ασυνήθιστα ζεστού καιρού σε Ευρώπη και Βόρειο Ατλαντικό.
Ο Θεόφραστος (371- 287 πΧ) αναφέρει ότι οι φοινικιές μπορούν να αναπτυχθούν στην Ελλάδα, αν τις φυτέψουμε, αλλά δεν μπορούν να δώσουν καρπό. Ακριβώς το ίδιο ισχύει και σήμερα στον τόπο μας, πράγμα το οποίο αποδεικνύει ότι οι θερμοκρασίες του 4ου και 5ου αιώνα πΧ  είναι πάνω κάτω ίδιες με τις σημερινές στην περιοχή μας.
Εκτός από τον Θεόφραστο έχουμε και άλλες γραπτές μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν ότι το κλίμα στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου είναι βασικά το ίδιο από το 2000 πΧ.
2.
Η κλιματική αλλαγή του 535-536 μΧ
Το κλίμα γίνεται απότομα ψυχρό και καταστρέφονται οι σοδειές. Ένα εκτεταμένο πέπλο ατμοσφαιρικής σκόνης εξαπλώνεται, πιθανόν στάχτη από μια μεγάλη ηφαιστειακή έκρηξη στους τροπικούς ή ίσως από ένα μετεωρίτη, του οποίου τα συντρίμμια έπεσαν στη Γη.
Οι επιπτώσεις επηρέασαν ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη προκαλώντας καιρικά φαινόμενα εκτός της εποχής τους, καταστροφή της συγκομιδής και λιμό.
Ο βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος  που εξιστορεί τον πόλεμο του Ιουστινιανού κατά των Βανδάλων αναφέρει για το έτος 536 μΧ: «Κατά τη διάρκεια  αυτής της χρονιάς ένας πολύ κακός οιωνός εμφανίστηκε. Γιατί ο Ήλιος απέπνεε το φως του χωρίς λάμψη... και έμοιαζε υπερβολικά σαν να επρόκειτο για έκλειψη Ηλίου, καθώς οι ακτίνες του ήταν θολές».
Από άλλες πηγές της εποχής μαθαίνουμε ότι στην Κίνα επικράτησαν χαμηλές θερμοκρασίες και ότι έπεσε χιόνι τον Αύγουστο. Στη Μέση Ανατολή, την Κίνα και την Ευρώπη απλώθηκε μια πυκνή, ξηρά ομίχλη.
3.
950-1250 μΧ περίπου: Η Μεσαιωνική Θερμή Περίοδος
Είναι η πιο θερμή περίοδος των τελευταίων 2000 χρόνων στο Βόρειο Ημισφαίριο με εξαίρεση την εποχή μας.
Στην Ευρώπη η κλιματική αυτή αλλαγή θεωρείται ότι έφερε ευημερία, καθώς τα καλοκαίρια ήταν εκτεταμένα και οι χειμώνες ήπιοι. Η γεωργική παραγωγή αυξήθηκε και παρουσιάστηκε ποικιλομορφία καλλιεργειών στη Β. Ευρώπη. Οι Σκανδιναβοί αρχίζουν τα μακρινά τους ταξίδια και φτάνουν μέχρι τον Νέο Κόσμο. Νορβηγοί έποικοι εγκαθίστανται  στην Ιρλανδία και τη Γροιλανδία. Ο πληθυσμός της Ευρώπης πολλαπλασιάζεται.
Πιθανές αιτίες: αύξηση της ηλιακής ακτινοβολίας, μείωση της ηφαιστειακής δραστηριότητας, αλλαγή πορείας των ωκεάνιων ρευμάτων.
4.
Η Εποχή του Μικρού Παγετώνα (1300-1850 μΧ περίπου)


Είναι η περίοδος που ακολούθησε τη Μεσαιωνική Θερμή Περίοδο και εκτείνεται από τον 16ο ως τον 19ο αιώνα (1300-1850 περίπου). Δεν πρόκειται για κανονικό παγετώνα, αλλά για μια περίοδο που το κλίμα γίνεται πάλι ψυχρό.
Το Παρατηρητήριο της  NASA σημειώνει τρεις ιδιαίτερα ψυχρές κορυφώσεις: την πρώτη γύρω στα 1650, τη δεύτερη γύρω στα 1770 και την τρίτη το 1850 με ενδιάμεσα ελαφρώς θερμά διαλείμματα.
Προτείνονται διάφορες εξηγήσεις του φαινομένου: περιοδικά χαμηλότερη ηλιακή ακτινοβολία, αύξηση της ηφαιστειακής δραστηριότητας, αλλαγή πορείας των ωκεάνιων ρευμάτων ή η εγγενής μεταβλητότητα του παγκόσμιου κλίματος.
Στην αρχή της Εποχής του Μικρού Παγετώνα έπληξε την Ευρώπη ο Μεγάλος Λιμός. Ας πούμε μερικά πράγματα γι’ αυτή τη θεομηνία.
Ο Μεγάλος Λιμός, 1315-1317 μΧ


Ο Μεγάλος Λιμός ήταν η πρώτη και η χειρότερη κρίση από μια σειρά κρίσεων μεγάλης κλίμακας που ταλάνισαν την Ευρώπη κατά τον 14ο αιώνα. Προκάλεσε εκατομμύρια θανάτων και έθεσε οριστικό τέλος στην περίοδο της ευημερίας που είχε προηγηθεί κατά τη Μεσαιωνική Θερμή Περίοδο.
Ειδικά ανάμεσα στα έτη 1310-1330 η Βόρεια Ευρώπη γνώρισε μερικές από τις χειρότερες και πιο παρατεταμένες περιόδους κακοκαιρίας σε ολόκληρο τον Μεσαίωνα με βαρείς χειμώνες και βροχές και με κρύα καλοκαίρια.
Οι λιμοί δεν ήταν άγνωστοι στη μεσαιωνική Ευρώπη. Πχ στη Γαλλία τοπικοί λιμοί συνέβησαν μέσα στον 14ο αιώνα τα έτη 1304, 1305, 1315-17 (ο Μεγάλος Λιμός), 1330-34, 1349-51, 1358-60, 1371, 1374-75, 1390. Στην Αγγλία επίσης εκτός από τον Μεγάλο Λιμό του 1315-17,  προκλήθηκαν λιμοί τα έτη 1321, 1351, 1369.
Σε περιόδους λιμού δεν υπάρχει αρκετή τροφή για τους περισσότερους. Η ζωή γίνεται ένας σκληρός αγώνας για την επιβίωση που τελειώνει σχετικά σύντομα. Σύμφωνα με επίσημα αρχεία στην Αγγλία ο μέσος όρος ζωής το 1276 ήταν τα 35,28 χρόνια. Ανάμεσα στα έτη 1301- 1325, στη διάρκεια του Μεγάλου Λιμού, ο μέσος όρος κατέβηκε στα 29, 84 χρόνια.
Την άνοιξη του 1315 άρχισε να πέφτει στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης ασυνήθιστα δυνατή βροχή. Όλη την άνοιξη και το καλοκαίρι η βροχή συνεχίστηκε, ενώ η θερμοκρασία παρέμεινε χαμηλή. Τα σιτηρά δεν μπόρεσαν να ωριμάσουν και οι σοδειές καταστράφηκαν στο μεγαλύτερο μέρος της ηπείρου.
Ο κόσμος αναγκάστηκε να μεταφέρει μέσα στα σπίτια όσα σιτηρά μπόρεσε να σώσει και να τα κρύψει σε δοχεία για να τα προφυλάξει από την υγρασία. Το άχυρο και το σανό καταστράφηκαν, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν ζωοτροφές.
Οι τιμές των τροφίμων άρχισαν να ανεβαίνουν. Στην Αγγλία διπλασιάστηκαν ανάμεσα στην άνοιξη και τα μέσα του καλοκαιριού. Το αλάτι, που ήταν ο μόνος τρόπος για να διατηρήσουν το κρέας, ήταν δύσκολο να το προμηθευτούν, μια και λόγω της υγρασίας το νερό δεν εξατμιζόταν αποτελεσματικά. Η τιμή του αυξήθηκε από 30 σελίνια σε 40.
Στη Λωραίνη η τιμή του σιταριού ανέβηκε στα 320% και το ψωμί έγινε σχεδόν απρόσιτο για τους χωρικούς. Το σιτάρι που φύλαγαν για κάποια μελλοντική μεγάλη ανάγκη πέρασε  στους ευγενείς, στους πλούσιους εμπόρους και στην Εκκλησία.


Πριν από τον Μεγάλο Λιμό, στη Μεσαιωνική Θερμή Περίοδο, ο πληθυσμός της Ευρώπης είχε παρουσιάσει έκρηξη σε σύγκριση με προηγούμενες εποχές. Τώρα ο αυξημένος αυτός πληθυσμός προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη πίεση και μεγαλύτερη πείνα.
Απελπισμένοι οι άνθρωποι κατέφευγαν στα δάση για να συλλέξουν άγριες ρίζες, φαγώσιμα φυτά, χορτάρι, άγριους καρπούς και φλούδες.
Η βροχή έπεφτε ασταμάτητη. Η άνοιξη του 1316 βρήκε τους κατοίκους της Β. Ευρώπης καταπονημένους, χωρίς αποθέματα και χωρίς άλλες αντοχές. Όλη η κοινωνία υπέφερε, και οι ευγενείς και χωρικοί, αλλά περισσότερο δοκιμάστηκαν οι χωρικοί που αποτελούσαν το 95% του πληθυσμού.
Η επιβίωση ήταν πλέον καθημερινός αγώνας, το αύριο έπαψε να τους ενδιαφέρει. Για το λόγο αυτό έσφαξαν και έφαγαν όσα ζώα  τούς είχαν απομείνει. Έφαγαν και το σιτάρι που προοριζόταν για τη σπορά. Τα παιδιά τους τα εγκατέλειψαν στην τύχη τους (χαρακτηριστικό είναι το παραμύθι “Hansel and Gretel”). Πολλοί ηλικιωμένοι αρνήθηκαν εθελοντικά τροφή, ώστε να επιβιώσει τουλάχιστον η νεότερη γενιά.
Οι παράπλευρες επιπτώσεις του λιμού ήταν η τρομαχτική αύξηση της εγκληματικότητας, των ασθενειών και των μαζικών θανάτων. Τα χρονικά της εποχής καταγράφουν περιστατικά παιδοκτονιών και ανθρωποφαγίας.


Το 1317 ο Μεγάλος Λιμός κορυφώθηκε, καθώς συνεχιζόταν ο υγρός καιρός.
Τελικά, εκείνο το καλοκαίρι ο καιρός γύρισε σε πιο φυσιολογικές συνθήκες. Ήδη όμως ο κόσμος είχε καταπονηθεί υπερβολικά από τις αρρώστιες (πνευμονία, βρογχίτιδα, φυματίωση), ενώ είχαν φαγωθεί και τα αποθέματα των σπόρων. Μολονότι ο καιρός βελτιώθηκε, η πείνα συνεχίστηκε για αρκετά ακόμα χρόνια, επειδή δεν υπήρχαν αποθέματα τροφής. Μόνο μετά το 1325 τα αποθέματα τροφής επανήλθαν στα προ του λιμού επίπεδα και ο πληθυσμός άρχισε πάλι να αυξάνεται.
Οι ιστορικοί διαφωνούν ως προς τον αριθμό των θανάτων, αλλά υπολογίζεται ότι ένα 10-25%  του πληθυσμού πέθανε στις πόλεις και στα χωριά.
Ο Μεγάλος Λιμός περιορίστηκε στη Βόρεια Ευρώπη. Περιέλαβε τα Βρετανικά Νησιά, τη Βόρεια Γαλλία, τις Κάτω Χώρες, τη Σκανδιναβία, τη Γερμανία και τη δυτική Πολωνία. Επηρέασε επίσης τις χώρες της Βαλτικής εκτός από αυτές που ήταν πολύ ανατολικά. Δεν πέρασε τις Άλπεις και τα Πυρηναία, έτσι η νότια Ευρώπη γλίτωσε.
Ίσως ήταν αποτέλεσμα κάποιας ηφαιστειακής δραστηριότητας, πιθανόν εκείνης του όρους Tarawera, στη Νέα Ζηλανδία, που κράτησε περίπου πέντε χρόνια.
5.
1850 μέχρι σήμερα: υποχώρηση των παγετώνων
6.
Η εποχή μας (μαζί με το πρόσφατο παρελθόν)
Αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας . Μπορούμε να την ονομάσουμε «ανθρωπόκαινο εποχή».
Βιώνουμε και σήμερα μια κλιματική αλλαγή. Είναι παγκόσμια και οφείλεται, όπως λένε οι περισσότεροι, στην ανθρώπινη δραστηριότητα.
Ασφαλώς επηρεάζουμε το φυσικό μας περιβάλλον με αρνητικό τρόπο, γι’ αυτό δεν αμφιβάλλει πλέον κανείς. Ίσως όμως η κλιματική αλλαγή να οφείλεται και σε άλλα αίτια, όπως είναι η εγγενής μεταβλητότητα του παγκόσμιου κλίματος. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Μπορούμε όμως να μειώσουμε την ατμοσφαιρική μόλυνση που προκαλούμε εμείς οι ίδιοι, να επαναφέρουμε τη ζωή σε νεκρά ποτάμια, θάλασσες και λίμνες, να καθαρίσουμε το έδαφος από τα απόβλητα που ρίχνουμε όπου βρούμε. Τουλάχιστον έτσι θα ζούμε πιο υγιεινά στο στενότερο περιβάλλον μας.

Τώρα, αν η φύση αποφάσισε να μας ταλαιπωρήσει με θεομηνίες, για τις οποίες δεν ευθυνόμαστε ολοκληρωτικά, δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Αυτό θα το μάθουν οι επόμενες γενιές.

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Ας μιλήσουμε για τους Αχιγιάβα απο το Μπλογκ της Καίτης Βασιλάκου


26/12/16

Καίτη Βασιλάκου

Ας μιλήσουμε για τους Αχιγιάβα


 Υποθετική αναπαράσταση του στρατού των Αχιγιάβα με αρχηγό τον Tawagalawa και με τον μισθοφόρο του  Piyamaradu σε διαπραγματεύσεις με τον κυβερνήτη του Wilusa (Alaksandu;) και τον πρεσβευτή των Χετταίων στη χώρα του Wilusa.
This plate reconstructed by A. Salimbeti and R. D'Amato and drawn by G. Rava is published by Osprey in the warrior serie n. 153 BRONZE AGE GREEK WARRIOR 1600-1100 BC
Η Ανατολία, γνωστότερη από την Ιστορία ως Μικρά Ασία, είναι το δυτικότερο άκρο της δυτικής Ασίας. Στο έδαφός της κατοίκησαν λαοί και λαοί από την παλαιολιθική ακόμα εποχή, λαοί προϊστορικοί, λαοί ιστορικοί, λαοί ισχυροί με ακτινοβολία αιώνων που μετά έσβησαν, αλλά άφησαν πίσω τα ίχνη τους που μελετούν σήμερα οι αρχαιολόγοι.

Μια από τις ισχυρότερες αυτοκρατορίες της Ανατολίας ήταν αυτή των ινδοευρωπαίων Χετταίων (1700-1200 πΧ). Οι Χετταίοι γνώριζαν τη χρήση του σιδήρου και αυτό τους έκανε ανίκητους, καθώς ακόμα οι άλλοι λαοί γύρω τους είχαν μείνει στη χρήση του χαλκού. Το μυστικό της κατεργασίας του σιδήρου το κρατούσαν καλά κρυμμένο εννοείται, εφόσον τους έδινε την υπεροχή.


Στην Ανατολία υπήρχε και το βασίλειο των Arzawa. Η ακμή τους τοποθετείται τον 15ο και 14ο αιώνα πΧ. Πρωτεύουσά τους ήταν η ApasaAbasa).
Οι Arzawa, όπως μας πληροφορούν τα αρχεία των Χετταίων, κάνουν το 1320 πΧ μια αντιχετταϊκή συμμαχία με τον βασιλέα των Αχιγιάβα (Ahhijawa) που βασιλεύει στην περιοχή Millawanda. Τελικά όμως υποτάσσονται στους Χετταίους γύρω στο 1300 πΧ και ο βασιλιάς τους καταφεύγει στην επικράτεια των Αχιγιάβα.


Γύρω στο 1200 πΧ, μετά από 500 χρόνια κυριαρχίας, η αυτοκρατορία των Χετταίων καταρρέει από τις επιθέσεις των Λαών της Θάλασσας που έφεραν την καταστροφή στην ευρύτερη περιοχή.
Οι Αχιγιάβα όλο αυτό το διάστημα δεν υποτάχθηκαν ποτέ στους Χετταίους. Αλλά ποιοι ακριβώς είναι αυτοί οι Αχιγιάβα;
Έχουμε πολλούς λόγους να πιστεύουμε ότι είναι οι Έλληνες των μυκηναϊκών χρόνων, οι Αχαιοί του Ομήρου.
Ας δούμε λοιπόν τι λένε γι’ αυτούς τα αρχεία των Χετταίων που έχουν διασωθεί.
Πρόκειται για ένα βασίλειο που βρίσκεται δυτικά του κράτους των Χετταίων. Η ακριβής θέση του δεν είναι γνωστή, αλλά πρέπει να βρισκόταν στη δυτική Ανατολία ή σε κάποιο από τα νησιά του Αιγαίου.


Οι Αχιγιάβα ήταν ένας ισχυρός ναυτικός λαός. Φαίνεται ότι ήταν ένα μεγάλο και ισχυρό βασίλειο, με το οποίο οι Χετταίοι είχαν καλές γενικά σχέσεις. Όπως μας πληροφορούν τα χετταϊκά κείμενα, η βασιλική οικογένεια των Αχιγιάβα ταξίδεψε στην πρωτεύουσα των Χετταίων Χαττούσα για να μελετήσει την τέχνη του άρματος, το οποίο ήδη χρησιμοποιούσαν οι Χετταίοι. Μαζί τους έφεραν και ένα άγαλμα κάποιου θεού τους για να θεραπεύσει από την αρρώστια του τον Χετταίο βασιλιά Mursilis II (περ. 1340-1300).
Οι Αχιγιάβα έγιναν απειλή για τους Χετταίους κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Tudhaliyas IV (περ. 1250-1220) . Εκείνη την εποχή κάποιος Αχιγιάβα με το όνομα Attarisiyas έκανε επιθέσεις στα πλοία των Χετταίων και στις πόλεις τους.
Έχουν διασωθεί τρεις επιστολές Χετταίων βασιλέων προς τους Αχιγιάβα, από τις οποίες αντλούμε σημαντικές πληροφορίες.
Στις επιστολές αυτές που απευθύνονται στον βασιλιά των Αχιγιάβα αναφέρονται οι δραστηριότητες ενός αποστάτη ονόματι Piyamaradu, με τον οποίο είχαν συμμαχήσει οι Αχιγιάβα.  Αυτός ο Piyamaradu με τις ενέργειές του έγινε απειλή για τρεις συνεχόμενους Χετταίους βασιλείς επί τουλάχιστον 35 χρόνια. Στις επιθέσεις του αναφέρονται μεταξύ άλλων οι περιοχές Lazpa και Wilusa. Ο Piyamaradu αναφέρεται ότι συμμάχησε με τον μεγάλο βασιλιά των Αχιγιάβα, τον κυβερνήτη του στόλου της Milawanda,  και παντρεύτηκε μάλιστα την κόρη του. Στα αρχεία των Χετταίων ο Piyamaradu χαρακτηρίζεται ταραχοποιός, τυχοδιώκτης, πειρατής ή μισθοφόρος. Αναφέρεται επίσης και ένας Alaksandu, βασιλιάς του Wilusa, που έκανε κάποια συνθήκη με τους Χετταίους.
Σε μια επιστολή γίνεται αναφορά στη Milawanda  και στην Atriya, πόλη εξαρτημένη από τη Milawanda. Επίσης ο Χετταίος βασιλιάς αναφέρεται στις προηγούμενες εχθροπραξίες μεταξύ Χετταίων και Αχιγιάβα σχετικά με το Wilusa που τώρα πλέον έχουν λυθεί φιλικά: «Τώρα, καθώς έχουμε έλθει σε συμφωνία για το Wilusa, εξαιτίας του οποίου μπλεχτήκαμε σε πόλεμο...»
Σε άλλη επιστολή (γύρω στο 1250) ο Χετταίος βασιλιάς (ίσως ο Hattusilis III) απευθύνεται στον βασιλιά των Αχιγιάβα, τον οποίο αποκαλεί αδελφό (δηλαδή ίσο του). Στην επιστολή αυτή γίνεται λόγος και για τον αδελφό του βασιλιά των Αχιγιάβα που λέγεται Tawagalawa.
Δείτε τώρα  πώς συνδυάζουν οι ειδικοί τα περίεργα ονόματα και τοπωνύμια που αναφέρονται στα χετταϊκά κείμενα με τα αντίστοιχα ελληνικά:
Apasa ή Abasa   Έφεσος
Attarisiyas       Ατρεύς
Piyamaradu     Πρίαμος
Lazpa              Λέσβος
Wilusa             Ίλιον
Milawanda      Μίλητος
Alaksandu       Αλέξανδρος (Πάρις, το άλλο του όνομα)
Tawagalawa    Ετεοκλής
Atriya              Τροία
Είναι ασφαλώς δουλειά των ειδικών να συμφωνήσουν, αν πρόκειται για τα γνωστά ελληνικά ονόματα και τοπωνύμια, αλλά παραείναι πολλές οι συμπτώσεις για να πρόκειται για κάτι άλλο.
Και είναι ξανά δουλειά των ειδικών να ξετρυπώσουν την ιστορική αλήθεια από τον μύθο μελετώντας τα χετταϊκά κείμενα.
Αλλά εμείς θα μπούμε στον πειρασμό να υποθέσουμε μερικά πράγματα.
Οι Μυκηναίοι, Αχαιοί, Αχιγιάβα, είναι ένας ισχυρός ναυτικός λαός που έχει σχέσεις με τους Χετταίους, άλλοτε φιλικές, άλλοτε εχθρικές. Γείτονες είναι εξάλλου.
Οι Χετταίοι παρά το ότι έχουν μια ισχυρή αυτοκρατορία που τα έβαλε με πολλούς εχθρούς και τους νίκησε, δεν υπέταξε τους Αχαιούς Μυκηναίους ή αν αυτό συνέβη κατά ένα μέρος, θα ήταν περιστασιακό.

Οι Χετταίοι είναι ο πρώτος λαός της Μέσης Ανατολής που έκανε χρήση του σιδήρου και εντατική χρήση του πολεμικού άρματος.
 Μεταξύ του 1340 και 1300 η βασιλική μυκηναϊκή οικογένεια έρχεται στην πρωτεύουσα των Χετταίων, τη Χαττούσα, σε επίσημη επίσκεψη. Βασικά ενδιαφέρεται να μάθει πώς να χρησιμοποιεί το πολεμικό άρμα, του οποίου οι Χετταίοι είναι άριστοι χειριστές. (Όμως, οι Χετταίοι δεν τους αποκαλύπτουν το μυστικό της χρήσης του σιδήρου προφανώς, το οποίο κράτησαν κρυφό ως το τέλος της αυτοκρατορίας τους). Ο βασιλιάς Mursilis II είναι γνωστό ότι υποφέρει από κάποια αρρώστια και η βασιλική μυκηναϊκή οικογένεια φέρνει μαζί της το άγαλμα ενός θεού της για να βοηθήσει στη θεραπεία του.
Γύρω στα 1300 συνάπτεται ωστόσο μια αντιχετταϊκή συμμαχία μεταξύ των Μυκηναίων και των Arzawa, καθώς οι Χετταίοι έχουν καταστεί πολύ επίφοβοι. Όμως τελικά οι Arzawa υποτάσσονται στους Χετταίους και ο βασιλιάς τους καταφεύγει στην επικράτεια των Μυκηναίων για να σωθεί.
Αρκετά χρόνια αργότερα (1250-1220), ένας Μυκηναίος βασιλιάς (;) ο Ατρέας αλλάζει τακτική και κάνει επιθέσεις στα πλοία των Χετταίων και στις πόλεις τους. Φαίνεται όμως ότι τελικά τα βρίσκουν μεταξύ τους Χετταίοι και Μυκηναίοι, διότι εκείνη πάνω κάτω την εποχή ο Χετταίος βασιλιάς στέλνει στον ομόλογό του Μυκηναίο μια επιστολή.
Κάποιες περιοχές έχουν αποστατήσει φαίνεται από τους Χετταίους, όπως είναι το Ίλιον. Ο αποστάτης βασιλιάς του Ιλίου Πρίαμος, που μάλλον εκδιώχθηκε από την πόλη, έχει γίνει μεγάλος μπελάς για τους Χετταίους. Είναι ένας τυχοδιώκτης και πειρατής που επιτίθεται στο στόλο τους καθώς και σε περιοχές που ελέγχουν, όπως το Ίλιον και η Λέσβος και τους ταλαιπωρεί επί 35 χρόνια.
Σε κάποια φάση της ταραχώδους καριέρας του συμμαχεί με τους Μυκηναίους εναντίον των Χετταίων. Η συμφωνία επισφραγίζεται με το γάμο του με την κόρη του Μυκηναίου βασιλιά.
Το Ίλιον ανακτά την ανεξαρτησία του και έχει βασιλιά τον Αλέξανδρο Πάρι, ο οποίος κλείνει συνθήκη ειρήνης με τους Χετταίους με όρους που αγνοούμε.
Οι Μυκηναίοι κατακτούν την Τροία. Η πόλη υπάγεται στο μυκηναϊκό βασίλειο. Έχει προηγηθεί πόλεμος με τους Χετταίους που διεκδικούν την πόλη ως δική τους, αλλά τελικά οι αντιμαχόμενες πλευρές κλείνουν ειρήνη. Μαθαίνουμε με την ευκαιρία ότι ο αδελφός του Μυκηναίου βασιλιά λέγεται Ετεοκλής.
Έτσι, χάρη στα αρχεία των Χετταίων κάποιες μορφές του θρύλου, χαμένες στην αχλή των ομηρικών επών, αποκτούν μια ιστορική υπόσταση.
Φαίνεται ότι ο Πρίαμος δεν ήταν και τόσο ήσυχος βασιλιάς. Οι Χετταίοι μιλούν για έναν αποστάτη που σήκωσε τη δική του παντιέρα και λυμαίνεται τα πλοία και τις πόλεις τους. Παντρεύεται μάλιστα μια μυκηναία πριγκίπισσα (Ελένη;)
Ο Πάρις κατάφερε να γίνει βασιλιάς μιας ανεξάρτητης Τροίας. Η Τροία είναι το μήλο της έριδος μεταξύ Χετταίων και Μυκηναίων.

Αγγειοπλαστική Χετταίων. Εικονίζεται πολεμιστής της Ανατολίας που αναπαριστά πιθανόν έναν Αχιγιάβα. Περ. 1350 πΧ.
 ------------------------------------------------------------

Μια και βρισκόμαστε στην Ανατολία, ας δούμε τι έγινε μετά την πτώση της αυτοκρατορίας των Χετταίων.
Στα παράλια οι ελληνικές αποικίες αυξάνονται σταδιακά, αποχτούν πλούτο και ευημερούν.
Διάφοροι λαοί της Δυτικής Ανατολίας (Λύκιοι, Κάρες, Μυσοί) έρχονται σε επαφή μαζί τους, ωστόσο κρατούν αποστάσεις από την ελληνική κουλτούρα.
Τον 8ο αιώνα πΧ ιδρύεται στην κεντρική Ανατολία το βασίλειο της Φρυγίας με πρωτεύουσα το Γόρδιον. Αρχικά δέχεται πολιτιστικές επιδράσεις από την ανατολή, αλλά προς τα τέλη του 8ου αιώνα  υφίσταται την ελληνική πολιτιστική επιρροή στις τέχνες και την αρχιτεκτονική. Έχει τόσο πλούτο που οι Έλληνες εντυπωσιασμένοι μιλούν για τον βασιλιά Μίδα που ό,τι έπιανε γινόταν χρυσάφι. Στις αρχές του 7ου αιώνα το φρυγικό βασίλειο έφτασε στο τέλος του από μια καταστρεπτική εισβολή των Κιμμέριων, μιας νομαδικής φυλής από τις στέπες της κεντρικής Ασίας.


Το κενό που δημιουργήθηκε μετά την πτώση του φρυγικού βασιλείου ήρθε να καλύψει το ισχυρό και πλούσιο βασίλειο της Λυδίας με πρωτεύουσα τις Σάρδεις. Οι Λυδοί είναι οι πρώτοι στην ιστορία που έκοψαν νόμισμα. Ανέπτυξαν στενούς δεσμούς με τους Έλληνες που κατοικούσαν στα παράλια και η κουλτούρα τους επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον ελληνικό πολιτισμό. Οι Κιμμέριοι εισέβαλαν στο βασίλειο το 652, το λεηλάτησαν και σκότωσαν τον βασιλιά Γύγη. Η Λυδία όμως κατάφερε να επιβιώσει και να έρθει και πάλι σε ακμή. Από το τέλος του 7ου αιώνα εξάπλωσε την ηγεμονία της και πάνω στις ελληνικές πόλεις των παραλίων.


Ο γνωστός μας πάμπλουτος βασιλιάς Κροίσος υπέταξε όλες τις ελληνικές πόλεις των παραλίων και έκανε σχέδια και για περαιτέρω κατακτήσεις, αλλά δεν πρόλαβε, διότι το βασίλειό του κατακτήθηκε από την ανερχομένη ισχυρή δύναμη της Ασίας, τους Πέρσες. Ο Κροίσος νικήθηκε από τον μέγα Κύρο, το βασίλειο της Λυδίας διαλύθηκε και όλη η Ανατολία έγινε περσική επαρχία. Οι ελληνικές πόλεις των παραλίων πέρασαν στην περσική κυριαρχία.

Αλλά ήδη βρισκόμαστε σε ιστορικούς χρόνους και η συνέχεια μάς είναι λίγο πολύ γνωστή.

Παλια και νέα αποικιοκρατία

**ΠΕΡΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗΣ ΚΑΙ ΝΕΑΣ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑΣ — ΣΧΟΛΙΟ** - Η διαφορά με την αποικιοκρατία: την εποχή, π.χ., του 19ου αιώνα, η τεχνολογική υπερ...