Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Christopher Lasch. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Christopher Lasch. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Οικογενεια, σεξουαλικοτητα, γυναικες: απο ενα βιβλιο του Κριστοφερ Λας. ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Πέτρος Θεοδωριδης


Κρίστοφερ Λας, Λιμάνι σ΄έναν άκαρδο κόσμο, Η οικογένεια υπό πολιορκίαν, Μτφ Βασίλης Τομανάς ,Εκδοσεις Νησιδες ,(1979), 2007
βιβλιοπαρουσιαση 
στο ΕΝΕΚΕΝ



Περί τα τέλη του 18ου αιώνα τα κυρία χαρακτηριστικά του αστικού οικογενειακού συστήματος είχαν στέρεα εδραιωθεί στην Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ : Ο γάμος γινόταν σε σχετικά μεγάλη ηλικία και πολλοί άνθρωποι έμεναν άγαμοι. Ο γάμος έτεινε να κανονίζ εται από τους μέλλοντες συζύγους και όχι από τους γονείς και τους πρεσβυτερους..Οι πρεσβύτεροι επέτρεπαν στα νεαρά ζευγάρια να φλερτάρουν καταλαβαίνοντας ότι η αυτοσυγκράτηση των νέων θα έπαιρνε τη θέση της επιτήρησης από τους ενηλίκους.



Συγχρόνως άνδρες και γυναίκες δεν εγκατέλειπαν εύκολα στο γάμο τις συνήθειες της επιφυλακτικότητας που είχαν αποκτήσει κατά τη περίοδο του φλερτ . Εν τελει το Δυτικό σύστημα γάμου γέννησε μεγάλη σεξουαλική ένταση και κακή προσαρμογή,που έγινε πιο έντονα αισθητή από όσο θα γινόταν αλλού επειδή ο γάμος , ιδεατά , βασιζόταν στην οικειότητα και στην αγάπη. Η ανατροπή του γάμου του προσχεδιασμένου από άλλους επηλθε στο όνομα της ρομαντικής αγάπης και μιας νέας σύλληψης της οικογένειας ως καταφύγιου από τον πολύ ανταγωνιστικό κόσμο της αγοράς . : Οι δυο σύζυγοι έμελλε να βρουν παρηγοριά και πνευματική ανανέωση ο ένας στη συντροφιά του άλλου. Ειδικότερα η γυναίκα έμελλε να χρησιμεύσει, σύμφωνα με μία διάσημη ρήση του 19ου αιώνα ως ‘’Άγγελος της παρηγοριάς’’



· Το παιδί ,που δεν το έβλεπαν πια απλώς ως μικρό ενήλικο έφτασε να θεωρείται πρόσωπο με δικα του χαρακτηριστικά –ευάλωτα αθωότητα- που απαιτούσε μια θερμή , προστατευμένη και παρατεταμένη περίοδο ανατροφής . Ενώ παλαιοτέρα τα παιδιά μπλέκονταν ελεύθερα με τις συντροφιές των ενηλίκων οι γονείς τώρα επιδίωκαν να τα κρατήσουν μακριά από την πρόωρη επαφή με διαφθειρουσες επιρροές . Εκπαιδευτικοί και ηθικολόγοι άρχισαν να τονίζουν την ανάγκη του παιδιού για παιχνίδι, για αγάπη για κατανόηση και για το σταδιακό , άπιαστο ξεδίπλωμα της φύσης του. Αποτέλεσμα είναι ότι η ανατροφή των παιδιών έγινε πιο απαιτητική και οι συναισθηματικοί δεσμοί μεταξύ γονέων και παιδιών έγιναν πιο έντονοι, ενώ συγχρόνως οι δεσμοί με συγγενείς έξω από την στενή οικογένεια ασθένησαν . . Εδώ ήταν μια άλλη πηγή μόνιμης έντασης στην οικογένεια της μεσαίας τάξης , η συναισθηματική υπερφόρτιση της σχέσης γονέα και παιδιού



· Μια άλλη πηγή έντασης ήταν η αλλαγή της καταστατικής θέσης των γυναικών : Η αστική οικογένεια συγχρόνως υποτίμησε και εξύψωσε τις γυναίκες . Από τη μια τους αναίρεσε πολλές παραδοσιακές τους ασχολίες καθώς το σπίτι έπαψε να είναι κέντρο παραγωγής και αφιερώθηκε στην ανατροφή των παιδιών . . Από την άλλη , οι νέες απαιτήσεις της ανατροφής των παιδιών κατέστησαν αναγκαίο το να εκπαιδευτούν οι γυναίκες για τα νέα τους οικιακά καθήκοντα .: Έτσι οι γυναίκες έπρεπε να γίνουν πιο πολύ Χρήσιμες παρά διακοσμητικές . Στις κοινωνικές κατηγορίες που αποθανάτισε η Τζεην Ωστιν οι γυναίκες έπρεπε να παραιτηθούν από την ευαισθησία προς όφελος της Λογικής .




· Το σύστημα της αστικής οικογένειας έφτασε στην πλήρη άνθιση του τον 19ο αιώνα: Βασίστηκε στον συντροφικό γάμο, στο σπιτικό που έχει ως επίκεντρο το παιδί, στην χειραφέτηση η στην οιωνει χειραφέτηση των γυναικών και στη δομική απομόνωση της πυρηνικής οικογένειας από το σύστημα των συγγενών και από την κοινωνία εν γένει . Η οικογένεια βρήκε ιδεολογική στήριξη και δικαιολόγηση στη σύλληψη της οικιακής ζωής ως συναισθηματικού καταφύγιου σε μια ψυχρή και ανταγωνιστική κοινωνία . Η έννοια της οικογένειας ως λιμανιού σε έναν άκαρπο κόσμο θεώρησε δεδομένο τον ριζικό διαχωρισμό ανάμεσα σε εργασία και σε ελεύθερο χρόνο και ανάμεσα σε δημόσια και ιδιωτική ζωή . Η ανάδυση της πυρηνικής οικογένειας αντανακλούσε τη μεγάλη αξία που έδινε η νεωτερική κοινωνία στην ιδιωτικοτητα και με τη σειρά της η εξύμνηση της ιδιωτικότητας αντανακλούσε την απαξίωση της εργασίας ( σ 26)Γιατί όσο η παραγωγή γινόταν πιο περίπλοκη και αποδοτική η εργασία γινόταν ολοένα πιο εξειδικευμένη , κατακερματισμένη και ρουτινιέρικη. Έτσι η εργασία που πια δεν θεωρείται ικανοποιητική ασχολία από μόνη της , έπρεπε να ανα-οριστεί ως τρόπος επίτευξης ικανοποιήσεων και παρηγοριάς εξ από την εργασία .



Ετσι και κατά βάθος , η εξύμνηση της ιδιωτικής ζωής και της οικογένειας αντιπροσώπευε την άλλη πλευρά της αστικής αντίληψης της κοινωνίας ως ξένου πράγματος, απρόσωπου, απόμακρου και αφηγημένου- ενός κόσμου από όπου είχαν φύγει περίτρομα ο οίκτος και η τρυφερότητα . Οι στερήσεις που βίωναν οι άνθρωποι στο δημόσιο κόσμο έπρεπε να αντισταθμίζονται στη σφαίρα της ιδιωτικότητας


· Όμως περί τα τέλη του 19ου αιώνα οι αμερικανικές εφημερίδες γέμισαν με σκέψεις για τη κρίση του γάμου και της οικογένειας . Τέσσερις εξελίξεις προκάλεσαν μια σταθερά αυξανομένη αίσθηση συναγερμού: Η αύξηση του ποσοστού των διαζυγίων , η πτώση του ρυθμού των γεννήσεων στους κόλπους των ‘’καλύτερων ανθρώπων ‘(δηλαδή της ανώτερης τάξης) , η μεταβληθείσα θέση των γυναικών και η λεγομένη επανάσταση στα ήθη : Μεταξύ 1870 και 1920 τα διαζύγια δεκαπενταπλασσιαστηκαν . Στο μεταξύ ‘’η μείωση του ρυθμού των γεννήσεων στις ανώτερες φυλές ‘’ όπως το διατύπωσε ο Τεοντορ Ρουσβελτ το 1897 γέννησε το φόβο μήπως σύντομα οι ανώτερες φυλές ξεπεραστούν αριθμητικά από τους κατωτέρους , πουλεγοταν ότι πολλαπλασιαζονταν αδιαφορώντας τελείως για το αν είχαν την δυνατότητα να μεγαλώσουν τα παιδιά τους .Κατά τους συντηρητικούς επίσης η μεσαία τάξη είχε γίνει μαλθακή και εγωιστική ιδίως οι γυναίκες της που προτιμούσαν την κοινωνική τύρβη από τις πιο σοβαρές απολαύσεις της μητρότητας



Η μεταβαλλόμενη καταστατική θέση των γυναικών ήταν ένα από τα πιο έκδηλα σημεία της εποχής : Όλο και περισσότερες γυναίκες φοιτούσαν σε κολεγιά και εισέρχονταν στην εργασιακή δύναμη .Οι συντηρητικοί επιτίθενται στον φεμινισμό με τον ισχυρισμό ότι η εργασία της γυναικάς είναι αυτοεκπλρωτική ακριβώς χάρη στα ιερά της καθήκοντα ως συζύγου και μητέρας . ( σ 29)Όμως σιγά η συντηρητική ρητορεία για αυτά τα ιερά καθήκοντα άρχισε να φαίνεται παρωχημένη : Οι επικριτές του φεμινισμού άρχισαν να υποστηρίζουν ότι η μητρότητα και η δουλειά της νοικοκυράς αποτελούσαν ικανοποιητικές καριέρες που απαιτούσαν ειδική εκπαίδευση στη ‘’δημιουργία σπιτικού’’, την οικιακή επιστήμη’’ και στην οικονομία του σπιτιού’’ ως μια απόπειρα να υψώσουν την δουλειά του νοικοκυριού στο επίπεδο ενός επαγγέλματος .
· Παράλληλα η κίνηση για απελευθέρωση της ‘’σεξουαλικότητας ενόχλησε πολύ περισσότερο τους συντηρητικούς . Η ‘’νέα ηθική ‘’ κήρυξε τις απολαύσεις του σώματος , υποστήριξε το διαζύγιο και τον έλεγχο των γεννήσεων αμφισβήτησε τη μονογαμία και καταδίκασε την παρέμβαση του κράτους στη σεξουαλική ζωή.



· Όμως οι υποστηρικτές της οικογένειας αντί να προσπαθήσουν να εκμηδενίσουν την νέα ηθική αρκεστηκαν στο να την εξημερώσουν : αφαιρεσαν από την ιδεολογία της σεξουαλικής χειραφέτησης ο, τι απειλούσε την μονογαμία , ενώ εξύμνησαν μια πιο ελεύθερη και πεφωτισμένη σεξουαλικότητα μέσα στο γάμο . Υποστήριξαν ότι οι Αμερικανοί είχαν απορρίψει όχι τον γάμο αλλά απλώς το ιδεώδες του σεξουαλικού μονοπωλίου’ με το οποίο ο γάμος είχε μάλλον περιττά συνδεθεί . Αφού η έμφαση την αποκλειστική σεξουαλική κατοχή’’ είχε γίνει επικίνδυνη , μπορούσε να εγκαταλειφθεί . Κάθε συζυγικό ζεύγος επέτρεπε να αποφασίζει μόνο του αν θα θεωρούσε την συζυγική απιστία ένδειξη μη πίστης … Παράλληλα οι υποστηρικτές της οικογένειας προπασπθουν να απαλλάξουν από την άποψη ότι γάμος δεν έπρεπε να έχει συγκρούσεις και εντάσεις : Οι συζυγικοί καβγάδες έπρεπε να θεωρούνται φυσιολογικά σύμβαντα που αντιμετωπίζονται με άνεση και να χρησιμοποιούνται για παραγωγικούς σκοπούς . Οι καβγάδες θα μπορούσαν μάλιστα να έχουν και ευεργετικό αντίκτυπο αν ‘’σκηνοθετουνταν ‘’ σωστά και ολοκληρώνονταν ‘’καλλιτεχνικά’’



Την ιδία εποχή έχουμε και μια άγρια επίθεση στην ρομαντική αγάπη Θεωρήθηκε ότι η ρομαντική αγάπη έθετε ανέφικτα υψηλούς γνώμονες αφοσίωσης και συζυγικής πίστης που ο γάμος αδυνατούσε πια να καλύψει.Στο μυαλό των ριζοσπαστών αλλά και των συντηρητικών η ρομαντική αγάπη συνδεόταν με ψευδαισθήσεις , επικίνδυνες φαντασιώσεις και αρρώστια , απειλούσε την ψυχική ηρεμία . Οι ειδικοί σε θέματα γάμου είπαν ότι ο γάμος αντιπροσώπευε την τέχνη της προσωπικής ‘’αλληλεπίδρασης : ο γάμος όπως και όλα τα άλλα εδραζόταν σε καθαρή τεχνική : στη τεχνική της σκηνοθετησης των καβγάδων , της αμοιβαίας συμφωνίας για το πόση μοιχεία μπορούσαν να ανεχτούν , στη τεχνική του τι να κάνουμε στο κρεβάτι και πώς να το κάνουμε . Οι ειδικοί θεωρούσαν ότι η ‘’ψευδαίσθηση ‘’ η φαντασίωση , η εσωτερική ζωή αποτελούσαν απειλές για τη σταθερότητα και ισορροπία . Το πρόγραμμα τους διάβρωσε τη διάκριση ανάμεσα στην ιδιωτική ζωή και στην εργασία μετατρέποντας όλες τις μορφές παιχνιδιού , ακόμα και το σεξ σε εργασία . Έτσι η επίτευξη ‘’ του οργασμού, συμφωνά με τους γιατρούς και ψυχιάτρους , απαιτούσε όχι μόνο σωστή τεχνική αλλά και προσπάθεια , αποφασιστικότητα και συναισθηματικό έλεγχο

Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον- Μετάφραση κειμένου του Christopher Lasch

Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον- Μετάφραση κειμένου του Christopher Lasch(Μέρος 1ο)

αναδημοσιευση (κατοπιν αδειας ) απο το Blog

Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον

(ανταπάντηση στην φεμινίστρια Λίλιαν Ρούμπιν)

Αυτή η μπαγιάτικη πολεμική, γεμάτη από ηθική αγανάκτηση και θεωρητικό πυρωμένο αέρα, ανεπίγνωστα μας δείχνει γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον. Ανίκανη να εξηγήσει την επιμονή της θρησκευτικής, υπερ- της- οικογένειας συμπεριφοράς, και μία ηθική προσωπικής ευσυνειδησίας εκτός ως μία έκφραση ψευδούς συνείδησης- ως το προϊόν της πλύσης εγκεφάλου  ή μίας ανορθολογιστικής προσκόλλησης σε “απλές και εύκολες λύσεις” μετά από “δυο δεκαετίες κοινωνικής αναταραχής” -η Αριστερά βρίσκει τον εαυτό της χωρίς έναν ακόλουθο. Εφ’όσον αρνείται να πάρει τις λαϊκές συμπεριφορές σοβαρά, να “υποθάλψει την υπάρχουσα λαϊκή συνείδηση”, κατά την περίεργη και αποκαλυπτική έκφραση της Λίλιαν Ρούμπιν, μπορεί να ελπίζει μόνο να μετασχηματίσει την κοινωνία μόνο μπροστά σε μία λαϊκή αντίσταση ή αδιαφορία. Ο ισχυρισμός ότι η Αριστερά μιλάει για τους απλούς-κοινωνικούς ανθρώπους πλέον δεν εμπεριέχει την παραμικρή πεποίθηση. Αλλά η προσπάθεια να διατηρηθεί χωρίς πεποίθηση είναι αποηθικοποιητική, ενώ η προσπάθεια να προχωρήσει χωρίς αυτήν -να εγκαταλείψει τον μύθο της δημοκρατίας και να οδηγήσει τους ανθρώπους στην γη της επαγγελίας ενάντια στην δική τους κρίση και τάσεις- είναι ακόμη λίγο αλλόκοτη για ριζοσπάστες που ανατράφηκαν μέσα σε μία δημοκρατική πολιτική παράδοση. Συνέπεια η νότα της [σ.ph.υπαρξιακής] αγωνίας που διατρέχει αυτά τα μηνύματα, τόσο αποκαλυπτικά της Αριστερίστικης νοοτροπίας.
Αντιμέτωπη με το πρόξενο αμηχανίας κενό μεταξύ της Αριστερίστικης ιδεολογίας και της “υπάρχουσας λαϊκής συνείδησης”- ένα κενό που αυτοαποκαλύπτεται ήδη τόσο νωρίς όσο η δεκαετία του 1940- η Αμερικανική Αριστερά είχε να διαλέξει, κατά συνέπεια, μεταξύ δύο εξ ίσου στερούμενων νοήματος και αυτοαναιρετικών στρατηγικών: είτε να περιμένει απελπισμένη για την επανάσταση καθώς κατακεραυνώνει τον “καπιταλισμό” είτε να προσπαθήσει να προσκτήσει τους αντικειμενικούς της στόχους υπερφαλαγγίζοντας την γνώμη του κοινού, εγκαταλείποντας την ελπίδα της δημιουργίας ενός λαϊκού συνεχούς/κοινότητας για κοινωνικό μετασχηματισμό, και βασιζόμενη αντ’αυτού στα δικαστήρια, στα ΜΜΕ, και στην διοικητική γραφειοκρατία. Ως πολεμικοί από εκτός ή γραφειοκράτες από εντός, οι ριζοσπάστες έχουν κατορθώσει μόνο στο να θέσουν τις βάσεις για ένα συντηρητικό κίνημα που έχει καταφέρει να παρουσιάσει τον εαυτό του, παροργιστικά, ως μία μορφή λαϊκότητας στην κουλτούρα, παρά το ότι το δικό του πρόγραμμα, ιδιαίτερα το οικονομικό του πρόγραμμα, ζητά μονάχα να διαιωνίσει την υπάρχουσα κατανομή του πλούτου και της [σ.ph.:πολιτικής] ισχύος- όντως, να ανατρέψει τα δημοκρατικά αποκτήματα που όντως επιτεύχθηκαν τις τελευταίες πέντε δεκαετίες.
Ως ανάλυση της καπιταλιστικής οικονομίας, ακόμη και μία φρέσκια και αιχμηρή ανάλυση(σε αντίθεση με την χωρίς ζωή θεωρητικολογία του Λίχτμαν), αφ’εαυτής της θα συνεισέφερε πολύ λίγο σε μία κατανόηση της πολιτικής κατάστασης αυτής της χώρας. Γιατί μία οικονομική περιστολή [σ.ph.:πρβλ. αποανάπτυξη, στασιμότητα ΑΕΠ] θα στερούσε τον λιμπεραλισμό από το “κατασταστικό” του, όπως εκδέχεται ο Λίχτμαν; Κάποιος θα μπορούσε να αναμένει ότι αυτό θα είχε το αντίθετο αποτέλεσμα, όπως έκανε κατά την δεκαετία του 1930. Κατά την Μεγάλη Ύφεση, οι φιλελεύθεροι δημοκράτες [σ.ph.: liberals, "λιμπεραλιστές"] επιχειρηματολόγησαν ότι οι ερωτήσεις για την ανακατανομή του πλούτου, σκοτασμένες στο παρελθόν από μία μακρά ιστορία οικονομικής επέκτασης, δεν θα μπορούσαν πια να αναβληθούν. Η απροθυμία των λιμπεραλιστών να εμβάλουν ένα τέτοιο ζήτημα σήμερα, όταν θα ήταν εξ ίσου επιβλητικό σε ένα κλίμα ελαττούμενων προσδοκιών, δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς αναφορά στην κατάρρευση της πολιτικής ανάφλεξης που διατήρησε τον λιμπεραλισμό στο παρελθόν· και αυτή η εξέλιξη, πάλι, δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς αναφορά στα πολιτισμικά θέματα που έχουν διαχωρίσει τους λιμπεραλιστές(liberals) από το κοινωνικό τους συνεχές [σ.ph.:κοινό] . Οι διαιρετικές πολιτικές συνέπειες σε αυτόν τον πολιτιστικό εμφύλιο πόλεμο τεκμηριώνονται σε πολλές ιστορικές μελέτες- παραδείγματος χάριν, στην χρήσιμη έρευνα του Φρέντερικ Σήγκελ της αμερικανικής ιστορίας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, “Περιπετειώδες Ταξίδι”. Συνιστώ αυτό το βιβλίο σε καθένα που θέλει να καταλάβει γιατί η Αριστερά έχει πέσει σε σκληρούς καιρούς, ως ένα υποκατάστατο για το είδος της θεωρητικοποίησης που υποθέτει ότι η επίκληση των μαγικών λέξεων, καπιταλισμός και σοσιαλισμός, θα εξηγήσει τα πάντα από αυτά που χρειάζονται να εξηγηθούν.

 

Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον- Μετάφραση κειμένου του Christopher Lasch(Μέρος 2ο)

 

Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον- Μετάφραση κειμένου του Christopher Lasch(Μέρος 2ο)

Από philalethe00
Σε αναγνώστες που είναι κουρασμένοι από συνταγές, μπορώ ακόμη να συστήσω μία μακρά σειρά εργασιών πάνω στον καταναλωτισμό, την μαζική κουλτούρα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης- μεταξύ άλλων, αυτά του Τζάκσον Λίαρς, Ρίτσαρντ Φοξ, Στιούαρτ Ιούεν, Γουίλιαμ Λητς, και Τοντ Γκίτλιν. Διαβάστε τον Γκίτλιν πάνω στην υπερβολή των ΜΜΕ [επί] του φοιτητικού κινήματος της δεκαετίας του ’60 και μετά προσπαθήστε να πείσετε τον εαυτό σας ότι μία αντιδραστική πολιτική μεροληψία είναι υπεύθυνη για όλα. Αλλά μην φοβηθείτε να βασιστείτε στις δικές σας παρατηρήσεις, που θα έπρεπε να είναι αρκετές, αφ’ εαυτών τους, για να αυξήσουν την αμφιβολία για το δόγμα ότι  τα ΜΜΕ προμοτάρουν μια δεξιόστροφη ιδεολογία της “αφοσίωσης, …πατριωτισμού, και αντιδιανοουμενισμού, ελιτισμού και αντικομμουνισμού”, και  μη-κριτική συναίνεση. Ρωτήστε τον εαυτό σας πώς είναι δυνατόν να πιστεύουν τόσο πολλοί άνθρωποι ότι τα Μέσα, ελεγχόμενα από το “ανατολικό λιμπεραλιστικό [σ.ph: των Αμερικανών "liberals"] κατεστημένο”, προωθούν μία διαμετρικά αντίθετη ιδεολογία, μία μιας ανόθευτης λιμπεραλιστικής [σ.ph: φιλελεύθερης] ορθοδοξίας.
Αυτή η δοξασία δεν είναι λιγότερο πεπλανημένη από όσο το αριστερόστροφο δόγμα ότι τα μήντια είναι ολοκληρωτικά κυριαρχημένα από τα “συμφέροντα”. Αλλά καμιά δοξασία δεν μπορεί να απορριφθεί εξ αρχής. Αντί να απαντούμε σε ένα δόγμα με ένα άλλο, πρέπει να τα πάρουμε σοβαρά αρκετά ώστε να καταλάβουμε πώς συνέβη να υιοθετηθούν και τι τα κάνει να μοιάζουν σαν ενδεχόμενες περιγραφές της πραγματικότητας. Η άρνηση να δώσουμε προσοχή σε δημοφιλείς αντιλήψεις ή να ακούσουμε οποιαδήποτε γνώμη που δεν συμφωνούμε είναι μία συνταγή, δεν χρειάζεται να το πούμε, για την άγνοια.
Όσον αφορά για την ερώτηση αν οι Αμερικανοί πιστεύουν ό,τι βλεπουν στην τηλοψία, δεκαπέντε λεπτά σε ένα μπαρ θα όφειλαν να τακτοποιήσουν το ζήτημα. Μόνο η πολιτική αγωνία, μία αμείλικτα αφηρημένη διανοητική ποιότητα, ή η απουσία οποιασδήποτε έκθεσης στη καθημερινή ζωή -ή ένας συνδυασμός αυτών των αναπηριών- θα είχε οδηγήσει τον Λίχτμαν να πει ότι “η μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικανών απορροφούν, οιονεί από ώσμωση, την αχανή πλειοψηφία των απατών, ψευδών και παραμορφώσεων της Κυβέρνησης…” Θα ήταν δύσκολο να βρεθεί μία απλή δήλωση που καλύτερα να αποσαφηνίζει την κατάσταση της Αριστεράς- την ελαττωμένη της δυναμική όχι μόνο για ανάλυση σφριγώδη των κοινωνικών συνθηκών αλλά για απλή παρατήρηση, την ασφυκτιώσα της αυτοδικαίωση, την ανικανότητα να επικαλεστεί όλο τον στοιχειώδη πολιτικό ρεαλισμό που θα ξεκινούσε προσπαθώντας να καταλάβει την βάση της πολιτικής αίγλης του αντιπάλου, πάνω από όλα την απουσία οποιασδήποτε πολιτικής προοπτικής της ίδιας. Αν η “τεράστια πλειοψηφία των Αμερικανών” καθίστανται τόσο εύκολα κοροϊδευμένοι όσο ο Λίχτμαν νομίζει, τότε δεν θα δεχτούν ποτέ τον σοσιαλισμό, παρά στην θέα ενός όπλου. Είναι δύσκολο να αποδράσουμε από το συμπέρασμα ότι ο σοσιαλισμός -”προσεκτικά τώρα!”- έχει απήχηση στον Λίχτμαν, όπως και σε τόσους από εκείνους τους “ριζοσπάστες” που περιπαθώς επιθυμούν την φήμη του ρηξικέλευθου χωρίς την συνοδευτική ριψοκινδύνευση, μόνον επειδή είναι ηπίως μη-δημοφιλής(παρ’ ότι προορισμένος, φυσικά, για απόλυτη επιτυχία) και συνεπώς διατηρεί ένα ωχρό ουράνιο τόξο του επικίνδυνου και απαγορευμένου, ενώ ταυτόχρονα παρέχει όλη την διανοητική άνεση ενός ασφαλούς, προβλέψιμου, παγιωμένου, ανάλλακτου σώματος δογμάτων.

 

 

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Κρίστοφερ Λας










Κρίστοφερ Λας
Η κουλτούρα του ναρκισσισμού
O αμερικανός ιστορικός και κοινωνιολόγος Kρίστοφερ Λας (1932-1994) έγραψε το βιβλίο αυτό, που διαβάστηκε πολύ στη χώρα του και στο εξωτερικό, το 1979. Θεωρεί χαρακτηριστικό της ζωής στην Aμερική της δεκαετίας του 1970 τον "ναρκισσισμό". O συγγραφέας αναφέρεται στην υποδοχή και την επίδραση του βιβλίου του σε ένα Eπίμετρο που έγραψε το 1990 και περιλαμβάνεται στην παρούσα έκδοση. "Eκπληκτική κατανόηση της σύγχρονης ζωής, με μία ηθική πεποίθηση που σπάνια συναντάται στη σημερινή ιστορία και κοινωνιολογία οι οποίες έχουν ξεκοπεί από τις ηθικές αξίες. O Λας συνέλαβε πράγματι κάτι καινούργιο".
περιοδικό Time


Τα δέκα κεφάλαια του βιβλίου:
1. Το κίνημα αυτογνωσίας και η εισβολή της κοινωνίας στον εαυτό
2. Η ναρκισσιστική προσωπικότητα του καιρού μας
3. Αλλαγή των τρόπων επιτυχίας
4. Η κοινοτοπία της αυτογνωσίας: θεατρικότητα της πολιτικής
5. Η υποβάθμιση του αθλητισμού
6. Το σχολικό σύστημα και η νέα αγραμματοσύνη
7. Ο εκσυγχρονισμός της αναπαραγωγής και η κατάρρευση της εξουσίας
8. Η φυγή από το συναίσθημα. Κοινωνιοψυχολογία του πολέμου των δύο φύλων
9. Η κλονισμένη πίστη στην αναγέννηση της ζωής
10. Πατερναλισμός χωρίς πατέρα.

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ: ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΛΑΣ

Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ: ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΛΑΣ



''Περί τα τέλη του 18ου αιώνα τα κυρία χαρακτηριστικά του αστικού οικογενειακού συστήματος είχαν στέρεα εδραιωθεί στην Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ : Ο γάμος γινόταν σε σχετικά μεγάλη ηλικία και πολλοί άνθρωποι έμεναν άγαμοι. Ο γάμος έτεινε να κανονίζ εται από τους μέλλοντες συζύγους και όχι από τους γονείς και τους πρεσβυτερους..Οι πρεσβύτεροι επέτρεπαν στα νεαρά ζευγάρια να φλερτάρουν καταλαβαίνοντας ότι η αυτοσυγκράτηση των νέων θα έπαιρνε τη θέση της επιτήρησης από τους ενηλίκους. (σ 24)Συγχρόνως άνδρες και γυναίκες δεν εγκατέλειπαν εύκολα στο γάμο τις συνήθειες της επιφυλακτικότητας που είχαν αποκτήσει κατά τη περίοδο του φλερτ . Εν τελει το Δυτικό σύστημα γάμου γέννησε μεγάλη σεξουαλική ένταση και κακή προσαρμογή,που έγινε πιο έντονα αισθητή από όσο θα γινόταν αλλού επειδή ο γάμος , ιδεατά , βασιζόταν στην οικειότητα και στην αγάπη. Η ανατροπή του γάμου του προσχεδιασμένου από άλλους επηλθε στο όνομα της ρομαντικής αγάπης και μιας νέας σύλληψης της οικογένειας ως καταφύγιου από τον πολύ ανταγωνιστικό κόσμο της αγοράς . : Οι δυο σύζυγοι έμελλε να βρουν παρηγοριά και πνευματική ανανέωση ο ένας στη συντροφιά του άλλου. Ειδικότερα η γυναίκα έμελλε να χρησιμεύσει, σύμφωνα με μία διάσημη ρήση του 19ου αιώνα ως ‘’Άγγελος της παρηγοριάς’’....''''
αποσπασμα απο το Λιμανι σ'εναν ακαρδο κοσμο....(Νοσφεράτος)
o ιστορικός και κοινωνιολόγος Κρίστοφερ Λας αποτελεί ιδιόμορφη περίπτωση στον χώρο της αμερικάνικης διανόησης. Αρκετά νωρίς διαφοροποιήθηκε από τους συναδέλφους του, επιχειρώντας να απευθυνθεί στο ευρύ κοινό. Η γραφή του είναι παθιασμένη και μαχητική, τα κείμενά του πολεμικά, το ύφος του καταγγελτικό. Ελάχιστα είναι τα ζητήματα για τα οποία δεν έχει γράψει. Στα κείμενά του στηλιτεύει την αντικουλτούρα της δεκαετίας του 1960, την πολυπολιτισμικότητα και τον μεταμοντέρνο σκεπτικισμό, τις αναζητήσεις της Νέας Αριστεράς, την εξάπλωση της ψυχοθεραπείας και της «κουλτούρας του ναρκισσισμού», την απώλεια της αυτονομίας του πανεπιστημίου, την απαξίωση της θρησκείας, της πατρίδας και της οικογένειας στον σύγχρονο κόσμο, τις αλλαγές στην κοινωνική διαστρωμάτωση των Η.Π.Α. και τις πολιτικές τους συνέπειες
Απο τις Εκδοσεις Νησιδες


Κρίστοφερ Λας
Λιμάνι σ΄έναν άκαρδο κόσμο
Η οικογένεια υπό πολιορκίαν

Γιατί έχει γίνει η οικογενειακή ζωή τόσο οδυνηρή, ο γάμος τόσο εύθραυστος, οι σχέσεις γονέων και παιδιών τόσο δύσκολες; "Έξοχο βιβλίο - το καλύτερο που διαθέτουμε για την ιστορία της σημερινής οικογένειας".The New Republic "Λαμπρή έκθεση της συλλογικής αυταπάτης μίας "θεραπευτικής" κοινωνίας που αναζητά την ψυχική ασφάλεια. Η ανυπέρβλητη συνεισφορά του είναι πως δείχνει ότι η δημόσια ανησυχία για την κακή κατάσταση της οικογένειας έχει χρησιμεύσει για να μεταμφιέσει προσπάθειες να υποταχθεί η οικογένεια σε νέες μορφές έξωθεν επιρροών, συνήθως προς όφελος της προώθησης νέων υπηρεσιών και προϊόντων".The New York Review of Books "Λαμπρή επιχειρηματολογία, που μας κεντρίζει τη σκέψη".The New York Times"Η ανάλυση και τα συμπεράσματά του διαφοροποιούνται ρητά από ορισμένα ριζοσπαστικά ρεύματα (φεμινισμός, ψυχαναλυτικός αναθεωρητισμός, πολιτισμική ανθρωπολογία, νεομαρξισμός και "αντικουλτούρα"), τα οποία επικρίνουν τον καταπιεστικό θεσμό της οικογένειας και συνδέουν την κοινωνική και πολιτισμική πρόοδο με τη χειραφέτηση του ατόμου από τα οικογενειακά δεσμά. Ο Λας υπογραμμίζει, αντιθέτως, τη σπουδαιότητα των οικογενειακών δεσμών και επισημαίνει τους κινδύνους που συνεπάγεται η διάβρωση της οικογενειακής ζωής στη σύγχρονη κοινωνία. Από πρώτη άποψη φαίνεται παράλογο ένας ριζοσπάστης στοχαστής, σφοδρός επικριτής του αμερικάνικου καπιταλισμού όπως ο Λας, να υπερασπίζεται παραδοσιακές αξίες. Τα επιχειρήματα και οι συλλογισμοί του, όμως, κατορθώνουν να κλονίσουν πολλές "προοδευτικές" μας βεβαιότητες. Παρατηρεί ότι η σταδιακή διάβρωση της εξουσιαστικής οικογένειας, που επήλθε καθ' όλη τη διάρκεια της φιλελεύθερης φάσης της αστικής κοινωνίας, όχι μόνο δεν απελευθέρωσε το άτομο από εξωτερικούς καταναγκασμούς, αλλά το υποδούλωσε σε νέες μορφές κυριαρχίας, ενώ ταυτόχρονα εξασθένησε την ικανότητά του για αντίσταση και αυτονομία. Η φιλελεύθερη επιτρεπτικότητα μπορεί να οδηγήσει σ' ένα νέο και πιο αποτελεσματικό σύστημα κοινωνικού ελέγχου. Και αντίστιχα, η διάλυση της εξουσίας/ αυθεντίας της οικογένειας και ο μαρασμός της οικογενειακής ζωής μπορεί να θέσουν τις ψυχικές βάσεις για την άνοδο ενός νέου τύπου δεσποτισμού. Στο όνομα της κριτικής στην "εξουσιαστική προσωπικότητα" που γεννάει η καταπιεστική οικογένεια, υποστηρίχθηκε η ανατικατάσταση της εξουσίας/ αυθεντίας των γονέων από την εξουσία/ αυθεντία των "ειδικών" της ανατροφής των παιδιών (γιατρών, ψυχολόγων κτλ.). Ο Λας εξετάζει κριτικά αυτό το φαινόμενο της εισβολής στην αμερικάνικη οικογένεια των ειδικών της κοινωνικής και ψυχικής παθολογίας. Επικαλείται μάλιστα τον Φρόυντ, ο οποίος υποστήριζε ότι η αυτονομία εδράζεται στην έντονη συναισθηματική ταύτιση με τους γονείς και έρχεται έπειτα από τρομερούς αγώνες για να ξεπεράσουμε την κατωτερότητα και την εξάρτηση. Η εξασθένηση της πατρικής φροντίδας, συμπεραίνει ο Λας, ακριβώς επειδή έχει αμβλύνει τη σύγκρουση πατέρων και γιων, καθιστά πολύ πιο δύσκολο για το παιδί να γίνει αυτόνομος ενήλικος". (Θανάσης Γιαλκέτσης, Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 464, 3 Αυγούστου 2007)

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον- Μετάφραση κειμένου του Christopher Lasch(Μέρος 6o και τελευταίο) αναδημοσιευση απο το Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον- Μετάφραση κειμένου του Christopher Lasch(Μέρος 6o και τελευταίο)

Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον- Μετάφραση κειμένου του Christopher Lasch(Μέρος 6o και τελευταίο)

Από philalethe00
Αν και ο θεσμός της οικογένειας ανάγκασε τους άνδρες, για να γίνουν μονογαμικοί, ένα διπλό μέτρο σεξουαλικής συμπεριφοράς πάντοτε έκλεινε το μάτι στις συχνές τους διαλλείψεις από αυτό το ιδανικό, ενώ τιμωρούσε τις γυναίκες για τις ίδιες διακοπές, συνήθως με αγριωπή σοβαρότητα. Το διπλό μέτρο ήταν ίσως η πιο σημαντική μόνη επιρροή που εν τέλει έφερε την οικογένεια σε δυσφημία.  Ο εικοστός αιώνας, δυστυχώς, έχει προσπαθήσει να επανορθώσει αυτή την οφθαλμοφανή αδικία θεσμίζοντας ένα μονό μέτρο σεξουαλικής  αδειοδότησης, ενόσω το σωστό γιατρικό είναι ένα πιο απαιτητικό μέτρο σεξουαλικής πιστότητας και ένας πιο απαιτητικός ορισμός της υπευθυνότητας των γονιών στα παιδιά τους. Μία “οικογενειακή πολιτική” σχεδιασμένη να στρέψει αυτή την υπευθυνότητα στο κράτος δεν είναι καθόλου μια λύση. Ούτε είναι μία “ριζοσπαστική” λύση. Απλώς θα ενέκρινε το σχήμα του γραφειοκρατικού ατομικισμού που ήδη υφίσταται, στο οποίο το κράτος αναλαμβάνει τις λειτουργίες ανατροφής που πρότερα ήταν συσχετισμένες με την γονικότητα και αφήνει τους ανθρώπους ελεύθερους να απολαύσουν τους εαυτούς τους ως καταναλωτές. Μία τέτοια λύση μας καθιστά όλους παιδιά. Ο κόσμος μπορεί να κάνει χωρίς ένα “ριζοσπαστισμό” που προτείνει μόνο να φέρει τους υπάρχοντες διακανονισμούς στη λογική τους συνέπεια: η απορρόφηση της δημόσιας ζωής από το κράτος και η καταστροφή των ενδιάμεσων θεσμών με τον επανορισμό τους ως ομάδων πίεσης ή “[εδαφικά] παραρτήματα τρόπων ζωής” (κατά την έκφραση του Ρόμπερτ Μπέλα) στα οποία τα άτομα αφήνονται ελεύθερα να κυνηγήσουν αμιγώς ατομικά συμφέροντα και απολαύσεις.
Εφ’όσον η Ρούμπιν αναμιμνήσκεται την δεκαετία των 60, ώστε να υποστηρίξει τον αμφίβολό της ισχυρισμό ότι τα ριζοσπαστικά κινήματα αυτής της δεκαετίας βρήκαν την έσχατή τους τελειότητα στον φεμινισμό, θα ήταν μια καλή ιδέα να υπενθυμίσουμε στους εαυτούς μας ότι η δεκαετία του 60 είδε μια αναβίωση της κοινοτιστικής παράδοσης που έχει ανέκαθεν συνυπάρξει με την κυρίαρχη φιλελεύθερη παράδοση. Η διαφωνία μεταξύ των κοινοτιστών και των φιλελεύθερων αγγιστρώνεται σε αντιφατικές συλλήψεις του εαυτού. Εκεί που οι φιλελεύθεροι συλλαμβάνουν τον εαυτό ως ουσιαστικά κατάφορτο και ελεύθερο να επιλέξει μέσα από ενα ευρύ φάσμα εναλλακτικών, οι κοινοτιστές επιμένουν ότι ο εαυτός είναι συντεταγμένος μέσα και αποτελούμενος από την παράδοση, την πολιτογράφηση σε μια ιστορικά ριζωμένη κοινότητα. Οι φιλελεύθεροι θεωρούν την παράδοση ως μία συλλογή προκαταλήψεων που προσκόπτει το άτομο, προκειμένου να καταλάβει τις δικές του ανάγκες.  Εκθειάζουν τον κοσμοπολιτισμό απέναντι στον επαρχιωτισμό [σ.ph.: είδος τοπικότητας/τοπικισμού] που στα μάτια τους ενθαρρύνει την συμμόρφωση και την δυσανεξία. Οι κοινοτιστές, από την άλλη, απαντούν ότι “η δυσανεξία φυτρώνει το πιο πολύ”, καταπώς το λέει ο Μάικλ Σάντελ, “εκεί που οι μορφές της ζωής είναι εξαρθρωμένες, οι ρίζες εκτοπισμένες, οι παραδόσεις αναιρεμένες.” Οι κοινοτιστές μοιράζονται με την Δεξιά μία αντίθεση στην γραφειοκρατία, αλλά δεν σταματούν με μία πίεση στην κυβερνητική γραφειοκρατία· είναι εξ ίσου ευαίσθητοι στην εξάπλωση της εταιρικής γραφειοκρατίας στον παρονομασμένο ιδιωτικό τομέα. Πράγματι τείνουν να απορρίπτουν την συμβατική διάκριση μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, που τόσο προβεβλημένα φιγουράρει σε αμφότερες την φιλελεύθερη παράδοση και στην παράδοση του οικονομικού ατομικισμού που αποκαλεί τώρα τον εαυτό της συντηρητισμό (με μικρή πιστοποίηση). Αμφότεροι φιλελεύθεροι και συντηρητικοί υπακούουν στο ίδιο κενό ιδανικό της ελευθερίας ως ιδιωτικότητας· διαφωνούν μόνο για το τι είναι αληθινά ιδιωτικό. Για τους φιλελεύθερους και τους “ριζοσπάστες”, είναι η ελευθερία της θρησκείας, η ελευθερία του λόγου, η ελευθερία της σεξουαλικής προτίμησης που πρέπει να προστατευθούν, ενόσω εκείνοι που αποκαλούν τους εαυτούς τους συντηρητικούς καταξιώνουν την οικονομική ελευθερία υψηλότερα. Η Αριστερά κατανοεί την ιδιωτική ζωή ως πρωταρχικά πολιτισμική, η Δεξιά ως πρωταρχικά οικονομική. Ο κοινοτισμός απορρίπτει αμφότερες την αριστερά και την δεξιά εκδοχή της λατρείας της ιδιωτικότητας· και η υπόσχεση της κοινοτιστικής σκέψης έχει ήδη υπονοηθεί από την δυσκολία της καταχώρησής της στο συμβατικό πολιτικό φάσμα. Διαρρηγνύει την διελκυστίνδα μεταξύ του προνοιακού φιλελευθερισμού και του οικονομικού ατομικισμού, η αντίθεση των οποίων έχει προσδιορίσει τόσο πολύ από τα πολιτικά μας πράγματα στο παρελθόν. Αντί να ανασυστήσει την προστασία της ιδιωτικής κρίσης ως την κορυφή της πολιτικής αρετής, η κοινοτιστική άποψη των πραγμάτων δείχνει ήδη πόσο το άτομο οφείλει, όχι μόνο η “κοινωνία” ως αφαίρεση που καθ’ έξιν επικαλείται η Αριστερά – παρά μόνο στους συμπαγείς οργανισμούς (με αμφότερες τις έννοιες της λέξης) χωρίς τους οποίους θα ήμασταν ανίκανοι να αναπτύξουμε κατά πάντα μία οποιαδήποτε έννοια προσωπικής ταυτότητας.
Ο Λίχτμαν και η Ρούμπιν έχουν δίκηο για ένα πράγμα: αυτή η τοποθέτηση είναι “επικίνδυνη”, μία λέξη που έρχεται εύκολα στις δυο αυτές δείλαιες [σ.ph.: δειλές] ψυχές. Είναι δύσκολο, φυσικά, όχι επειδή αυτό αναπαύει την Δεξιά προς ζημίαν της Αριστεράς, αλλά επειδή δεν δίνει άνεση σε κανένα από τους δύο. Ξεσκεπάζει τον πυρήνα των υποθέσεων που είναι κοινές στην Αριστερά και την Δεξιά και έτσι ρευστοποιεί την συμβατική και διαιωνιζόμενη διαπάλη ανάμεσά τους. Ρευστοποιεί τις αποθηκευμένες [σ.ph.: στοκαρισμένες, πρβλ. "τσιτάτα"] απαντήσεις, ανοίγει διάπλατα τις πόρτες και τα παράθυρα, και αναγκάζει την πολιτική συζήτηση να διεξαχθεί στον ανοιχτό αέρα- πάντα ένας κίνδυνος για τρυφερά φυτά θρεμμένα στο θερμοκήπιο.

Το τρίτο μέρος είναι εδώ:
http://wp.me/ptYN5-pe
Το τέταρτο:
http://wp.me/ptYN5-pL
Το πέμπτο:
http://wp.me/ptYN5-pY

ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΛΑΝ

 - Περί ΟΔΥΣΣΕΙΑΣτου Νολαν  Και   Μνήμης, Νόστου και Λήθη κι εμείς ,οι λαοί της θάλασσας... - Τελικά την είδα — την Οδύσσεια του Νolan — στο...