Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλειψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλειψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Ιουλίου 2017

περι Λακανικής αγάπης και περι Θεου . τρια σχόλια για τον Κιρκεργκωρ ,τον Λακαν την αγάπη και την ελλειψη


Søren Kierkegaard - Wikipedia, the free encyclopedia

   σε αυτην εδώ την αναρτηση

ΚΙΡΚΕΓΚΩΡ

--> στον κιρκεργκωρ η αίσθηση της αγωνίας χρησιμεύει ως απόδειξη του θεού. δηλαδή κάτι σαν ''αγωνιώ άρα θεός υπάρχει '' κaτα το σκέπτομαι άρα υπάρχω .
στον λακαν αντίθετα μονό αυτό υπάρχει .



Η έλλειψη - η πηγη της αγωνιας ειναι το μόνο που υπάρχει αν μπορουσαμε να το πουμε ετσι .

Δηλαδή εντελώς αναποδα .

Στον Κιργκεκωρ
αγωνιω αρα Υπάρχεις ( Θεε) και ..μου λειπεις
στον Λακάν

'' Αποδεξου το κενό''

------------------------------
βεβαα καποτε διαβασα πώς η Υπαρξη - κατα Χαιντεγκερ ειναι εν -τω κόσμο
Συνεπώς


η προταση ο Θεος υπάρχει η Δεν υπαρχει ειναι ανευ νοηματος

Ο Θεος η μη Θεος ειναι της ταξης του Ειναι

και οχι της υπαρξης

Υπαρξη ειναι το Ειναι + χρόνος

δηλαδή με τον ανθρωπο το Ειναι χρονουται
ο ανθρωπος ειναι το Ειναι που βιωνει τον χρόνο .
Γι αυτο και αγωνια


Προσπαθει να δώσει νοημα στην αγωνια του ( ο Κιρκεργκωρ)

Ο Λακαν λεει :

αυτή η ελλειψη (τελικου νοηματος ) δηλαδή Ελειψη σκετα . ειναι το νοημα

Νοσταλγουμε .

Αλλά το αντικειμενο της Νοσταλγιας ειναι παντα μια δικής μας επινοηση

Δεν υπάρχει επιστροφή στην μητρα . Δεν

υπαρχει Παραδεισος . Δεν υπηρξε ποτε . Εμεις τον επινοουμε για να αντεχουμε



ας δουμε για παραδειγμα τι πανω κατω λεει ο Λακαν για τη αγάπη
Οταν το παιδι γεννιεται , το μωρο ειναι το πιο αδυνατο πλασμα του κοσμου
ανυπερασπιστο . Μονο . Κρυωνει . Πειναει . Φοβαται . Και κλαιει.
Και η μητερα φροντιζει τις αναγκες τους . Του δινει το Στηθος .
Το παιδι Βυζαινει . χορταινει την πεινα του.
καλυπτει τη ν αναγκη του

Ομως
αυτο δεν του φτανει .
Κλαιει
γιατι μενει πάντα ενα Υπολοιπο .
Κατι του λειπει .


Δεν ειναι πια αναγκη .

Δεν το χρειαζεται . εχει χορτασει
Ομως συνεχιζει η ελλειψη .
και η Μητερα;
Το νανουριζει
. Το παρηγορεί
δηλαδή του δινει Αγάπη
Αγαπη κατα Λακαν ειναι


να Δινεις αυτο που δεν εχεις
σε αυτον που Δεν το χρειαζεται

..
ας το ξαναδουμε

Αγαπη ειναι
να Δινεις αυτο που δεν εχεις

( η μητερα δινει αυτο που δεν εχει

διοτι το βυζι και το γάλα το ειχε
αλλά τωρα του δινει αγαπη .. δεν ειναι κατι υλικο . δεν το εχεις .

Η μητερα ειναι κι αυτή απογοητευμενη θυμωμένη κλπ Ομως του δινει αυτο Που Δεν εχει...

σε αυτον που Δεν το χρειαζεται


το μωρο Δεν χρειαζεται την Αγαπη . Δεν ειναι αναγκη η αγαπη .. Αναγκη ειναι το γαλα , το φαι


ετσι λοιπόν η αγαπη γεννιιεται απο αυτο το διαρκές υπολοιπο που εχει Μόνο το ανθρωπινο πλασμα .

Γιατι μόνο ;
Γιατι ειδικά στον ανθρωπο η ηλικια της απολυτης ανημποριας
-βρεφική και παιδική - ειναι πολύ μακρια
Το ανθρωπινο μωρο ειναι το πιο ανυπερασπιστο πλασμα

Γιαυτο εχει ενα διαρκές υπολοιπο - γιαυτο και αποζητά διαρκώς την αγαπη , γιαυτο
γεννιεται και η επιθυμια - που δεν ειναι Αναγκη
Γιαυτο και η Αγωνια
Γιαυτο και η Αγαπη


Νοσφεράτος είπε...
φυσικά η μητερα ειναι ο πρωτος μεγαλος Αλλος
(μετα γινεται ο Πατερας η μαλλον το ονομα του).
ομως στην αρχή η μητερα
φανταζει για το παιδι -πως αλλιως-
ο παντοδυναμος μεγαλος Αλλος
και θελει να ενωθει μαζι της
για την ακριβεια την θεωρει προεκταση του. νομιζει οτι ειναι ενα,,(σαν τον μυθο του αριστοφανη στο συμποσιο)
νομιζει οτι μετεχει σε μια ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ
Πολυ αργοτερα - αποκτα το παιδι μια αισθηση της δικής του ατομικότητας -παλι μεσω αλλου- της εικονας του στον καθρεφτη ..
Αυτή η αρχική φαντασιωση πληροτητας - με την Μητερα - απο την οποια αργοτερα μας χωρισε το Ονομα του Πατερα - ο Τριτος αναμεσα μας .
μας κυνηγά μια ζωή .
και ειναι η πηγη της αγωνιας
και της Νοσταλγιας
(ομως για κατι που δεν υπήρξε ποτε οπως τουλαχιστον το φαντασιωνουμε
Διοτι και η Μητερα - Το Πραγμα -
ηταν και ειναι κι αυτή ενα ανθρωπινο πλασμα
με την Δική της ελλειψη .
Δεν μπορουμε να αποδεχτουμε (ευκολα ) πως πάντα υπάρχει μια Τρυπα - μια ελλειψη στον Αλλον
Ακομα και ο Θεος να υπάρχει εχει κι αυτος την Τρυπα του . Δεν ειναι παντοδυναμος .
Κανεις δεν ειναι...τελειος
Φανταζομαστε τον Αλλον . η και τον Μεγαλο Αλλο χωρις τρυπα
για να αντεξουμε την δική μας ελλειψη
Ενω θα επρεπε να κανουμε ακριβώς το αντιθετο

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

Μία ξεχασμένη συζήτηση ...(για το φαντασιακό και οχι μόνο....'Raki και αλλοι

Μία ξεχασμένη συζήτηση ...

αποσπασμα απο τον παραπάνω συνδεσμο


''Raki

Προσπαθώ να εντοπίζω τα όρια της λακανικής σκέψης και να τα αμφισβητήσω δημιουργικά έτσι ώστε να μην προσκολληθώ σε αυτή την σκέψη με τρόπο που δηλώνει εμμονή. Ωστόσο δεν κρύβω ότι η λακανική σκέψη με ελκύει ακόμη πάρα πολύ.

«Το φαντασιακό μπορεί να ιδωθεί και «ανάποδα», δηλ. από την πλευρά του αποκλειόμενου ως προς το εξιδανικευμένο φαντασιωτικό πρότυπο. Η ταυτότητα τη στιγμή που περικλείει, αποκλείει . Η οριοθέτηση αφήνει από έξω μιαν επικράτεια, που για την κατάσταση του Εγώ μένει από έξω, δεν «υπάρχει», ή έχει φασματική ύπαρξη. Αυτή η επικράτεια μπορεί να θεωρηθεί συνώνυμη της «υπονοητικότητας»(implicitness)»


Το φαντασιακό δεν δομείται αποκλειστικά ως εξειδανικευμένη εικόνα του εαυτού (ιδεατό εγώ) αλλά διασχίζεται από μια αντίφαση. Η εικόνα του εαυτού είναι ταυτόχρονα εξειδανικευμένη αλλά και μισητή-αρνητική. Υπάρχει μια ταλάντευση, μια αμφιθυμία μεταξύ της εικόνας που σαγηνεύει και ταυτόχρονα απωθεί. Η ναρκισσιστική ταύτιση αποτελεί το στάδιο όπου ο άλλος αναγνωρίζεται ως σαγηνευτικός αλλά και ταυτόχρονα ως απειλητικός. Η φαντασιακή συγκρότηση του εγώ είναι μια ασταθής συγκρότηση όπου η εικόνα είναι θανατηφόρα αλλά και ελκυστική. Το αμφίσημο του φαντασιακού ο Λακάν στην συνέχεια το μεταφέρει στο συμβολικό όπου η εισαγωγή στην τάξη του σημαίνοντος, επιφέρει την ανάδυση του υποκειμένου αλλά ταυτόχρονα το καταδικάζει στην αιώνια έλλειψη (ευνουχισμός).

Η πρόσληψη του φαντασιακού ως διττού (σαγηνευτικού και θανατηφόρου) νομίζω ότι θα μπορούσε να είναι συμβατή κατά ένα μέρος με την δική σου θεώρηση. Νομίζω ότι το φαντασιακό εμπεριέχει και την αρνητική εικόνα του αυτού όπως και την θετική. Η δική σου θεώρηση στηρίζεται σε ένα στάδιο του καθρέφτη όπου η εικόνα δεν είναι αμφίσημη αλλά είναι κατά βάση αρνητική. Αν δεν παρανοώ τα γραφόμενά σου το συνειδητό στην θεώρησή σου ταυτίζεται με το ιδεατό εγώ ενώ ένα αρνητικό ιδεατό εγώ απωθείται και παράγει το ασυνείδητο. Για τον Φρόυντ όσο και για τον Λακάν το ιδεατό εγώ είναι ασυνείδητο. Το σύστημα αξιών κάποιου αφορά κυρίως το πώς κάποιος βλέπει τον ευατό του (φαντασιακό) και πως νομίζει ότι οι άλλοι βλέπουν τον ευατό του (συμβολικό).

«Για το τελευταίο, η σχέση ιδεολογίας και αναγνώρισης του πραγματικού του συμπτώματός μας είναι σχέση ανταγωνιστική. Η θεσμοποίηση της έλλειψης δεν εξαφανίζει τη φαντασίωση αλλά την εξαρθρώνει, δημιουργώντας την πιθανότητα μιας διαφορετικής σχέσης με τον ipse , την εαυτότητά μας, η οποία αποπειράται να συμβολοποιηθεί, αλλά διαρκώς ξεφεύγει.

Παραδειγματικά, χαρακτηριστικό εξάρθρωσης της φαντασίωσης είναι το σύνθημα σε διαδήλωση του «είμαστε όλοι Αλβανοί». Δεν εξαφανίζει το ότι ζούμε ως Έλληνες αλλά η εξάρθρωση της φαντασίωσης μπορεί να καταπολεμήσει τις ιεραρχίες.»

Η διέλευση της φαντασίωσης όντως προϋποθέτει την ταύτιση με το σύμπτωμα, με την ίδια την φαντασίωση ώστε αυτή να εκπέσει. Ωστόσο νομίζω ότι πρέπει να ορισθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια μια μετα-φαντασιωτική κοινωνία. Ο Λακάν δεν το περιέγραψε με καθόλου μεγάλη σαφήνεια στην θεωρία του για το ασυνείδητο. Ο Σταυρακάκης προτείνει μια ποιοτική μεταβολή, την αποκήρυξη του αντικειμένου α που είναι φαλλικό. Προτείνει την αποδοχή μιας άλλης απόλαυσης μη φαλλικής, μη όλης η οποία θα επιτρέπει την ανάδυση μη ιεραρχικά οργανωμένων κοινωνιών. Η διέλευση της φαντασίωσης σημαίνει την απάρνηση της φαντασίωσης, την αποκήρυξή της. Ο Zizek έχει μια αντίθετη άποψη. Πιστεύει ότι η διέλευση της φαντασίωσης είναι δυνατή με την ταύτιση με την ίδια την φαντασίωση. Η ταύτιση με την ίδια την φαντασίωση είναι αυτή που την εξουδετερώνει. Η διαφορά μεταξύ αυτών των δύο προσεγγίσεων είναι ριζική για την τον στρατηγικό σχεδιασμό και τους πολιτικούς στόχους της αριστεράς. Η διέλευση της φαντασίωσης κατά τον Σταυρακάκη οδηγεί (χοντρικά) στον ρεφορμισμό ενώ του Zizek στην πρόκριση κατακλυσμιαίων αλλαγών. Σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι το αντικείμενο α έχει έναν διπλό ρόλο. Από την μια μεριά αποτελεί το αντικείμενο που πληρώνει την έλλειψη του συμβολικού και από την άλλη αποτελεί το αντικείμενο που ως απώλεια δημιουργεί την έλλειψη. Σε συμβολικό επίπεδο μπορεί να πληρωθεί η έλλειψη με κάποιο αντικείμενο α έστω προσωρινά ενώ το αντικείμενο α της ενόρμησης είναι το ίδιο το κενό οπότε και δεν μπορεί να βρεθεί ποτέ.

Ο Σταυρακάκης υποστηρίζει μια πολιτική χωρίς την κατάληψη της ηγεμονίας, χωρίς αντικείμενο α, ενώ ο Zizek μια πολιτική όπου η κατάληψη του αντικειμένου α και της ηγεμονίας είναι βασική. Ο Zizek υποστηρίζει ότι η κατοχή του αντικειμένου α αίτιου της επιθυμίας δεν σημαίνει ταυτόχρονα και κάλυψη της έλλειψης αφού άλλο είναι το αντικείμενο της επιθυμίας και άλλο το αντικείμενο της ενόρμησης. Εσύ προτείνεις την θεσμοθέτηση της έλλειψης αλλά δεν το βρίσκω αρκετά αιτιολογημένο και επεξηγημένο. Τι προτείνεις ότι θα αντικαταστήσει για παράδειγμα την εξάρθρωση μιας φαντασίωσης και πώς θα είναι δυνατή μια τέτοια εξάρθρωση; Μοιάζει να προτιμάς την επιλογή του Σταυρακάκη. Ωστόσο στην πρόταση του Σταυρακάκη είναι η έννοια της διέλευσης της φαντασίωσης νομίζω είναι αρκετά προβληματική.

Επίσης νομίζω έχει ενδιαφέρον η μεταφορά του προβληματισμού στην σχέση ιδεολογίας και επιστήμης. Το πρόβλημα αυτό το προσεγγίζει ο Σταυρακάκης μέσα από μια λακανική επίσης οπτική την οποία παρακάτω αναλύω και θα ήθελα και τον δικό σου σχολιασμό.. Σύμφωνα με την λακανική επιστημολογία που επιδιώκει να συγκροτήσει ο Σταυρακάκης, η σημασία και η εγκυρότητα μιας κατασκευής (παράδειγμα) αποδεικνύεται στο πλαίσιο της αλληλεπίδρασης της με το μέρος της φύσης που της διαφεύγει. Η επιβίωση και η ηγεμονική δύναμη των κατασκευών εξαρτάται από την ικανότητά τους να ανταπεξέλθουν στην επαφή τους με το ασταθές και μη αναπαραστάσιμο Πραγματικό της φύσης.

Ο Σταυρακάκης προτείνοντας το Πραγματικό ως επιστημολογικό κριτήριο ορθολογικότητας της επιστήμης αποδίδει σε αυτό αρνητική επιστημολογική αξία. Έτσι όμως η ρήξη του Πραγματικού δεν υποδηλώνει τίποτα άλλο πέραν της ασυμβατότητας ενός συμβάντος προς την ισχύουσα κανονικότητα από την οπτική της οποίας το συμβάν θεωρείται ανωμαλία. Η διάψευση ενός παραδείγματος από το Πραγματικό της φύσης έχει νόημα μόνον εντός του συγκεκριμένου παραδείγματος το οποίο διαψεύδεται. Η διάψευση του ενός παραδείγματος δεν έχει νόημα για ένα άλλο. Κάθε παράδειγμα διατυπώνει διαφορετικά προβλήματα και εξηγήσεις για την πραγματικότητα όπως επίσης οι εμπειρικές παρατηρήσεις του είναι διαποτισμένες από τις θεωρητικές της παραδοχές με αποτέλεσμα τα παραδείγματα να είναι μη συγκρίσιμα. Η ρήξη του Πραγματικού σηματοδοτεί την αλλαγή παραδείγματος αλλά δεν αρκεί για να επιβεβαιωθεί ο ισχυρισμός ότι η αλλαγή αυτή είναι προοδευτική και βασίζεται στην ορθολογική κρίση της επιστημονικής κοινότητας. Το επιστημολογικό κριτήριο (Πραγματικό) που θέτει ο Σταυρακάκης αποτελεί ουσιαστικά ένα κριτήριο βασισμένο στην μη αποτελεσματικότητα ενός παραδείγματος, στην αρνητική του αποτελεσματικότητα. Η αδυναμία ικανοποιητικών προβλέψεων ή/και η διάψευση των ισχυρισμών που απορρέουν από ένα παράδειγμα αποτελεί ένα ανεστραμμένο κριτήριο ορθολογικότητας της κουνιανής επιστημολογίας στην οποία έμφαση δίνεται στην παραγωγικότητα μιας θεωρίας ταυτίζοντάς την με τον ορθολογισμό. Το Πραγματικό ως επιστημολογικό κριτήριο αποτελεί μια ιδιότυπη παραλλαγή του εργαλειακού ορθολογισμού που αποδίδει έμφαση στο αρνητικό πρόσημο της παραγωγής. Επαναδιατυπώνει τους ισχυρισμούς του Kuhn ανεστραμμένους, όπου τονίζεται όχι η αποδοχή ενός νέου παραδείγματος αλλά η απόρριψη του παλιού.

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Το (α)δυνατόν της αυτονομίας; (rakis)

πηγη 
http://www.filosofia.gr/item.php?id=629

Το (α)δυνατόν της αυτονομίας;


Το (α)δυνατόν της αυτονομίας; Συγγραφέας: ανώνυμος (rakis)

Μέρος 1ο: Η σημασία του «Εγώ συνειδητοποιώ» στην αυτονόμηση του υποκειμένου.Επίδικο αντικείμενο αποτελεί η διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης και ο βαθμός πραγμάτωσης της αυτονομίας. Αρκετά μοντέλα παρουσιάζουν μια εξελικτική μορφή ανάδυσης της συνείδησης στη βάση της αλληλόδρασης του ανθρώπου και του πολιτισμικού - φυσικού περιβάλλοντος. Εντοπίζοντας στη φύση ένα μοντέλο ανάδυσης ενός φαινομένου στη βάση της αλληλεπίδρασης, επιδιώκουν με ανάλογο τρόπο να εξηγήσουν την ανάδυση της ανθρώπινης συνείδησης.
Για παράδειγμα, η φλόγα ενός κεριού υπάρχει και εξασφαλίζει την ύπαρξή της κατά την διαδραστικότητά της με το περιβάλλον,(οι κατάλληλες συνθήκες οξυγόνου, κτλ). Ακριβώς η φλόγα ως φλόγα, μη αναγώγιμη στα συστατικά της στοιχεία μπορεί να εξηγήσει το είναι της, γιατί τα συστατικά της στοιχεία κατακερματισμένα από το σύνολο της οντότητας «φλόγα» δεν εξηγούν το -είναι -στον -κόσμο της οντότητας «φλόγα». Η φλόγα ως φλόγα , σε μία διηνεκή αλληλεπίδραση με την εξωτερικότητα, αυτοκαθορίζεται ως λειτουργική αυτόνομη οντότητα. Και η αλήθεια της είναι ακριβώς αυτή η διάδραση με το περιβάλλον. Κατά κάποιο τρόπο η φλόγα κατασκευάζει το είναι της, κατά συνέπεια και την αλήθεια της διαδραστικά (interactivistic constructivism).
Αυτό το μοντέλο μπορεί να εφαρμοστεί σε ένα βακτήριο, μέχρι και τον άνθρωπο. Έτσι αναδύεται και το καινούργιο.Για πχ :Το μολύβι από μόνο του δεν έχει την ιδιότητα του να είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο, δεν είναι κάτι εγγενές, αλλά αποκτάται σε σχέση με άλλα μολύβια που είναι δίπλα του. Αυτή η ιδιότητα είναι μη-αναγώγιμη , δε χρειάζεται και δεν μπορεί να αναχθεί, στα εγγενή συστατικά του στοιχεία, για να αιτιολογηθεί η ύπαρξή της.
Το παράδειγμα της φλόγας είναι για να δείξει ότι η αλληλεπίδραση υπάρχει γενικά ως φαινόμενο.
Σε ένα άλλο επίπεδο, το παράδειγμα του βακτηρίου δείχνει ότι νομιμοποιούμαστε να μιλούμε για μια μορφή λειτουργισμού.
Πολύ σωστά όμως, ο Λακάν απέναντι στον κίνδυνο που τα παραπάνω θα οδηγούσαν  σε έναν εξελικτισμό ή σε ένα new age βουδισμό, αντιπαραθέτει τη δημιουργία ex nihilo  ως απόλυτο ξεκίνημα. Η προσομοίωση της συνείδησης με μία κάμερα μας δείχνει πως δεν μπορεί να υπάρξει ίχνος εγώ στην περίπτωση της κάμερας.
Η περίπτωση της φλόγας όπως και του βακτηρίου, μοιάζουν με την κάμερα του λακανικού πειράματος στο ότι σε καμία από τις περιπτώσεις δεν υπάρχει ίχνος εγώ.
 Το ανθρώπινο Εγώ
Ο Winnicott έδειξε πως η επένδυση του αντικειμένου για να γίνει αντιληπτό προϋποθέτει το αντικείμενο να είναι ήδη εκεί για να έχει την αυταπάτη ο ψυχισμός ότι το δημιούργησε ο ίδιος. Η αυταπάτη πετυχαίνει να κάνει να φανεί το αντικείμενο ως δημιούργημα των προβολών της επιθυμίας του υποκειμένου, το λεγόμενο "υποκειμενικό αντικείμενο". Παράλληλα, και το βρέφος επενδύεται ως αντικείμενο του αντικειμένου, καθώς επενδύεται από τη μητρική φροντίδα(ο πολιτισμός βέβαια επιβάλλεται από την κοιλιά ακόμα). Το βρέφος έτσι είναι το "αντικείμενο του αντικειμένου". 


Το ζήτημα εδώ έγκειται στο τι είναι αντίληψη από την οπτική του ψυχικού οργάνου.Στη φάση της εξωδεκτικής αντίληψης, το άτομο δεν έχει κάποια ανάγκη να διερωτηθεί για την πραγματικότητα του αντικειμένου και της δικής του επιθυμίας. Όταν οι συνθήκες αυτές δεν είναι πραγματώσιμες, τότε θα φανερωθεί η ανεξάρτητη εξωτερικότητα. Η εμπειρία αυτή της αποτυχίας ικανοποίησης εγκαθιδρύει μια αντιληπτική δραστηριότητα που θεμελιώνει το αντικείμενο ως πραγματικότητα ανεξάρτητη. Εδώ δηλ. αρχή της πραγματικότητας είναι η αναπαράσταση του εαυτού ως αντικειμένου των επιθυμιών του αντικειμένου: η αρχή της πραγματικότητας είναι η αρχή της ηδονής ενός άλλου, ήτοι η επιθυμία του άλλου.
Στο πεδίο της  ιδιοδεκτικής αντίληψης η ενορμητική δράση ή μάλλον διέγερση και η αποτυχία του πλήρους κορεσμού της θα συνδράμει στη συγκρότηση παραστάσεων που ο Freud θα ονομάσει "Εγώ", διαδικασία που εκβάλλει στη ναρκισσιστική επένδυση.
Ο Ντερριντά νομίζω πως στο παρακάτω απόσπασμα περιγράφει τον ανεξάλειπτο χαρακτήρα του ναρκισσιστικού Εγώ υπέροχα:

"Θυμίζω τη σχέση ανάμεσα στο Νάρκισσο και στην Ηχώ, στο εκπληκτικό κείμενο του Οβιδίου, όπου η φωνή του άλλου είναι αυτή που προσποιείτο ότι επέστρεφε στο Νάρκισσο το τέλος των λόγων του. Η Ηχώ είναι καταδικασμένη από τους Θεούς να μην κάνει τίποτε άλλο από το να επαναλαμβάνει το τέλος των φράσεων του Ναρκίσσου, και ο Νάρκισσος αρκείται στο να πιάσει το τέλος μιας φράσης που εκείνη του αναπέμπει και που διαμορφώνει μία άλλη φράση και που καταλήγει στο ότι εκείνη είναι που μιλά, στο ότι είναι οι δικές της λέξεις. Και με αφετηρία ακριβώς τον άλλον, την παραίτηση από τον εαυτό, ο ναρκισσισμός διογκώνεται, διογκώνεται όλο και περισσότερο με την απώλειά του, και αυτή η αντίφαση αποτελεί συγχρόνως το φραγμό και την προϋπόθεσή του. Αυτή επίσης η αναγκαιότητα παιδεύει την πλέον αυτοβιογραφική γραφή, κατά τα φαινόμενα την πιο αυτοβιογραφική, που δίνει την εντύπωση, που προσποιείται ότι δεν μιλά παρά για τον εαυτό της. Και εκεί όπου δεν μπορούμε να ιδιοποιηθούμε τη γλώσσα, εκεί όπου η γλώσσα αποδεικνύεται μη ιδιοποιήσιμη, ακόμη κι όταν πρόκειται για τη μητρική μου γλώσσα, το ιδίωμά μου όπως και η εικόνα μου είναι κάτι που δεν μπορώ να ιδιοποιηθώ."
 Αν δεχτούμε μια τέτοια υπόθεση, τότε μήπως θα πρέπει να ξανασκεφτούμε το τι σημαίνει αυτονομία;
Αρκετές θεωρίες από χριστιανικές έως και καστοριαδικές, εκκινούν από την πράξη της συνειδητοποίησης της θέσης του υποκειμένου ως αρχής της αυτονόμησης.
Ας αποπειραθούμε να ορίσουμε τι σημαίνει συνειδητοποιώ. 

Συνειδητοποιώ: Στρέφομαι στον εαυτό μου και του αναγνωρίζω μία λανθάνουσα ταυτότητα, ή καλύτερα η λανθάνουσα ταυτότητα έρχεται στο φως και γίνεται κυρίαρχη(άρα πάλι ένα μοντέλο εξουσίας-υποταγής). 

Διαμορφώνεται μία υποθετική τοπολογία(χωρίς να είναι απολύτως κακό αυτό) κατά την οποία ένα κομμάτι του εαυτού εναντιώνεται ενός άλλου που θεωρεί ψευδές. Άρα, το 1ο κατέχει την αλήθεια ή είναι το αληθές. Είναι επίσης επικριτικό και επιδιώκει να περάσει το 2ο σε δεύτερη μοίρα , αν όχι να το εξαφανίσει. 

Επίσης, το πρώτο εγώ το αλλοτριωμένο, είχε στόχους , όπως και το 2ο έχουν διαφορετικούς στόχους, άρα και διαφορετικές υποσχέσεις. 

Σε αυτήν τη ψυχική μορφή αναστοχαστικότητας η κριτική βαθμίδα είναι διχαστική. Το εγώ καθίσταται αντικείμενο του εαυτού του, όπου το ένοχο εγώ πρέπει να περιοριστεί ως εκφραστής των εξουσιαστικών δομών της εξωτερικότητας. 
Το "νέο" αναδυθέν εγώ από την άλλη, είναι ο εκφραστής του ορθού και του τιμωρού του άλλου εγώ, του ένοχου. Ο αυτοβασανισμός είναι μια μορφή σαδισμού την ίδια στιγμή που υπάρχει και μια επιθυμία διατήρησης της ταυτότητας. Έχουμε τη σύγκρουση ανάμεσα σε μία κακή και μία καλή συνείδηση. 

Επομένως, η κακή συνείδηση είναι αυτή που δημιουργεί το καλό Εγώ. Ένα Εγώ που τηρεί τον λόγο του, την υπόσχεσή του διαχρονικά, την υπόσχεση της πλήρωσης(Το καλό εγώ υπόσχεται την ολοκλήρωση). 

Πρόκειται δηλ. για ένα "ένστικτο" της ελευθερίας που ήταν λανθάνον διά της βίας(η επιβολή του νόμου που δημιουργεί την κακή συνείδηση). 

Πού έγκειται αυτή η ελευθερία; αυτό το ίχνος της; Στην ευχαρίστηση που προκαλεί πόνο στον εαυτό. Στην αυτοτιμωρία. 

Κριτικάρω μια τέτοια ανάπτυξη της συνειδητοποίησης, γιατί είναι κατά κάποιο τρόπο δυιστική (καλό-κακό εγώ), και ουσιοκρατική, ιεροκρατική(ενοχές,αυτοτιμωρία) παραβλέποντας το ναρκισσισμό, μαζοχισμό(η γνώση της αλήθειας ή του συμφέροντος δε μεταμορφώνει το υποκείμενο σε επαναστατικό, αντίθετα υπάρχουν καταστάσεις όπου η προσκόλληση σε μια φαντασίωση, ένα ιδεώδες, π.χ. έθνος, θεός, εκβάλλουν σε ένα τυφλό μίσος, όπως θα εξηγήσω παρακάτω). 
Μέρος 2o: Πώς μπορεί να νοηθεί το αυτόνομο υποκείμενο.
 Η έλλειψη και το διχασμένο υποκείμενο. 

Συνεπώς, εφόσον το Εγώ οφείλει την ύπαρξή του στην αδυναμία πλήρωσης του υποκειμένου, μπορούμε να ισχυριστούμε πως το Εγώ του υποκειμένου διαμορφώνεται σε μια ριζική έλλειψη, σε έναν διχασμό. 
Και η αποσιώπηση της εγκάρσιας έλλειψης καταπολεμάται με την προσκόλληση στη φαντασίωση για να αναδυθεί ένα εγώ που φαντασιωτικά είναι πλήρες. Πράγμα που σημαίνει ότι το ΕΓΩ διαμορφώνεται από την έλλειψη και είναι η απόκρυψή της και μάλιστα είναι επικριτικό στον εαυτό του γιατί το υποκείμενο δεν μπορεί να γεμίσει αυτή την έλλειψη που δεν μπορεί να πληρωθεί ποτέ. Η αμφιθυμία λοιπόν είναι ότι το υποκείμενο αγαπά το Νόμο γιατί του δίνει ύπαρξη αλλά και το μισεί γιατί υπόρρητα υπάρχει μια διαρκής έλλειψη. Η φαντασίωση δεν εξαφανίζει την έλλειψη , την αποκρύπτει. 
Το επικριτικό Εγώ είναι ο Νόμος, και άρα η αυτονομία είναι επίδικο θέμα. 
ο Άλλος-το εξουσιαστικό κοινωνικό, με διαμορφώνει αλλά όχι πλήρως. 
Η υποκειμενικοποίησή μου,μας,(η διαμόρφωση του Εγώ μας που είναι στη βάση της κυρίαρχης ηθικής) από το κοινωνικό που εισβάλλει μέσα μας δημιουργεί και απουποκειμενικοποιήσεις δηλ. σώματα που δεν έχουν σημασία , που αποκλείονται, που είναι παράνομα.
 Η λύση (;) 

Αυτή η στροφή στην επικράτεια απονομιμοποιημένων σωμάτων, είναι η δυνατότητα που δίνεται στο Εγώ να εκκεντρωθεί. 
Κατά συνέπεια , όταν το Εγώ εκκεντρωθεί, τότε ανοίγονται οι οδοί για ένα πέραν της ηθικής. 
Πρόκειται για μία διαδικασία πένθους που μας ξεκολλά από την αγάπη στο χαμένο αντικείμενο(πχ ένα ιδεατό αντικείμενο όπως η πατρίδα, το έθνος,ο παράδεισος,ήτοι ιδεώδη απόλυτης αρμονίας), και μας στρέφει πάλι εμάς και την επιθετικότητά μας στο εξωτερικό/κοινωνικό. 
Αν η ανάληψη ευθύνης είναι μία (επι)κριτική επιθετικότητα του εγώ μας προς εμάς, ο θάνατος του Εγώ(με την έννοια της εκκέντρωσης, γιατί ο θάνατος του εγώ είναι αδύνατος) είναι ένα άνοιγμα προς το έξω και η συνθήκη για μια ριζική απουσία αυταπάτης.
Η άλλη απόλαυση ή η συνέχεια της λύσης (;) 
 Το '64 ο Λακάν χωρίς να υποπίπτει σε έναν “φαλλοκεντρικό πριαπισμό” επανεισάγει το πραγματικό ως αντικείμενο α , όχι ως φαλλικό όργανο, αλλά ως όργανο της ενόρμησης. Αυτό το άλλο όργανο δεν ενεργοποιείται από τον Φαλλό. Με βάση αυτό, η ενόρμηση δε σημασιοδοτείται από τον Φαλλό αλλά ορίζεται ως αντικειμενότροπο θραύσμα χωρίς έμφυλη σημασιοδότηση. Κατά συνάφεια, το πραγματικό ως αντικείμενο α, είναι το κατάλοιπο που απομένει έκκεντρα από κάθε προβολή που τον εντάσσει φαντασιακά σε ένα ναρκισσιστικό πλαίσιο. 


Το Πραγματικό του Άλλου είναι η ύπαρξή του ως εξωτερικότητα. Υπάρχει αγάπη που αγγίζει την εξωτερικότητα του πραγματικού άλλου. Είναι η αγάπη του Πραγματικού Άλλου πέρα από το σημείο αναγνώρισης. Μόνο υποκειμενικοποιώντας το δικό του θάνατο το υποκείμενο(βλ. παραπάνω εκκέντρωση) , αποκτά τη δυνατότητα να προσεγγίσει το συμβάν της αγάπης. Εδώ όμως είναι που καθίσταται δυνατό και το αληθινό μίσος. Ο Λακάν υποστηρίζει πως “ η αληθινή αγάπη εκβάλλει στο μίσος” . Μην ξεχνούμε ότι το ξένο σώμα είναι το δικό μας σώμα. Στο φίλο ενοικεί ο εχθρός και αντίστροφα. Η εγκαθίδρυση του κοινωνικού δεσμού επέρχεται με την παραίτηση από την απόλαυση και η παραίτηση αυτή συνεπάγεται αναγκαστικά μια σχέση αγάπης-μίσους, που από τη μια, μας εξανθρωπίζει, από την άλλη μας στερεί την απόλαυση. Ε λοιπόν η ψυχανάλυση επιφέρει μια ηθική ανάληψη ευθύνης ακριβώς απέναντι σε αυτήν την αμφιθυμία. Εργάζεται προς την κατεύθυνση μιας δυνατής κατονομασίας της αμφιθυμίας.

Το μίσος ως πάθος του Είναι
Στο Σεμινάριο, Λακάν,1978, το μίσος περιγράφεται ως μια διαδρομή χωρίς όρια. Εδώ το μίσος νοείται ως ανθρώπινο πάθος. Το μίσος εδώ δεν περιορίζεται από την εικόνα του Άλλου. Είναι όντως ένα καθαρό μίσος, ακόρεστο, οριακά χωρίς αντικείμενο. Πρέπει να προσέξουμε ότι σε αυτό το καθαρό μίσος ως πάθος του Είναι δε διακυβεύεται μία φαντασιακή σύλληψη . Είναι ανάμεσα στο φαντασιακό και το πραγματικό αποκλείοντας το συμβολικό. Άρα, χαρακτηρίζεται από μια απελπισμένη διαύγεια που απαιτεί το θάνατο του συμβολικού, του Νόμου. Κατά συνέπεια, το haine solide κατευθύνεται προς το Είναι , στρέφεται κατά της έλλειψης του Θεού, και είναι πέραν του ορίου φίλος/εχθρός. Αλλά αυτό δείχνει και το μίσος του θεού προς τα δημιουργήματά του. 


Παρανοϊκό και καθαρό μίσος δεν αντέχουν τη διαίρεση του Είναι του υποκειμένου. Αυτή η αμφιθυμία είναι δομική στη συναισθηματική διάσταση του ανθρώπου. Εδώ είναι που αγάπη και μίσος συγχέονται και που συνδέει ο Λακάν την ανάγκη της αγάπης με εκείνη του ακρωτηριασμού του αντικειμένου της αγάπης: 

«Σε αγαπώ, αλλά αφού ανεξήγητα αγαπώ κάτι σε σένα περισσότερο από σένα-το αντικείμενο α- σε ακρωτηριάζω.» 

Στο παρανοϊκό μίσος το υποκείμενο δεν υποκειμενικοποιεί το ξένο ως δικό του κακό, αλλά το προβάλλει προς τα έξω , δηλ. προς το αντικείμενο που μισεί. 

Στο καθαρό μίσος η απόλαυση είναι η καταστροφή της ζωής ως τέτοιας. 

Στο σημείο αυτό είναι που προτείνω την πολιτική της ψυχανάλυσης ενάντια σε μια πολιτική της παράνοιας. 

Η ψυχανάλυση έτσι γίνεται εμπειρία υποκειμενικοποίησης του οικείου κακού. 
Καλείται να κατονομάσει την αμφιθυμία, και όχι να την ακυρώσει όπως κάνει η παρανοϊκή άμυνα. Στην παρανοϊκή άμυνα δεν υπάρχει αγάπη αλλά ερωτομανία ή καταδίωξη. 

Όταν λοιπόν λέω πως η αγάπη αγγίζει την εξωτερικότητα του Άλλου , εννοώ «αυτή που μένει ως κατάλοιπο σε σχέση με αυτό που ο Άλλος παροντοποιεί από τη δική μου εξωτερικότητα(το ενορμητικό μου Είναι)»(θέση του Massimo Recalcati ) σε μένα τον ίδιο. : 

«Μόνο υποκειμενικοποιώντας το δικό του θάνατο, δηλ. το ριζικότερο δικό του κακόν , έχει το υποκείμενο τη δυνατότητα να προσεγγίσει το συμβάν της αγάπης». 

Το παραπάνω είναι πέραν της φαντασίωσης της πληρότητας, γιατί η πράξη αυτή της υποκειμενικοποίησης είναι πέραν του σημείου αναγνώρισης.
Η εκκέντρωση που αναφέρω ως κατάδειξη της αμφιθυμίας σημαίνει αποδιάρθρωση του Εγώ, ήτοι αμφισβήτηση της τελμάτωσης και του αμυντικού καθεστώτος του Εγώ.
Αυτή εν τέλει η συμφιλίωση ή αποτελμάτωση υπερασπίζεται ένα δικαίωμα στη ζωή που ανοίγεται πέραν μιας οικονομίας του δυνατού, που αγκαλιάζει μια ανοικονομία του αδυνάτου, ένα απροϋπόθετον χωρίς κυριαρχία. 

Πρόκειται για μια περιοχή όπου πάντοτε φυλλάσσεται μια θέση για την απρόβλεπτη - απρογραμμάτιστη έλευση του άλλου, δηλ. την απροϋπόθετη φιλοξενία.
Αυτό που προτείνω ότι δηλ. μια ζωή που αξίζει να ζει κανείς βρίσκεται σε μία ανοικονομία του αδυνάτου και στο πόση φιλοξενία μπορεί να παρέχει το Εγώ στο απροϋπόθετο α-δύνατο.


Τι συνέπειες έχει μια τέτοια πρόταση; 

Μας απομακρύνει από μία υποκειμενική βούληση και τη βία της. 

Μας απαλλάσσει από την νοσταλγία ενός χαμένου παραδείσου, ενός προτύπου, μιας υπαρχής. 

Μας εξωθεί στο να εκφραστούμε ανεπιφύλαχτα υπέρ της συγκυρίας. Εδώ είναι που η εγγενής έλλειψη δύναται να ιδωθεί ως amor fati. 

Πού εκβάλλουν τα παραπάνω;

Μέρος 3o: Η Σαγήνη του Ομοιώματος
Είπαμε στο προηγούμενο μέρος ότι ο συγκροτητικός διχασμός του υποκειμένου δύναται να εκληφθεί ως amor fati. Μια τέτοια στροφή θα μας εισήγαγε στην έννοια του ομοιώματος. Το ομοίωμα είναι πέραν διακρίσεων τύπου αλήθειας-ψεύδους, προτύπου-αντιγράφου. Είναι ένα ολόγραμμα που είναι κενό αλλά και που είναι «ήδη εκεί» περιμένοντας να το ανακαλύψουμε. Δε δικαιολογεί καμία αυταπάτη, όμως περιμένει να δοκιμαστεί και να εκτιμηθεί για αυτό που δείχνει. Μέσα σε αυτό αποπραγμοποιείται κάθε δεδομένο. Τα νέα καθήκοντα που αναδεικνύει δεν είναι προαποφασισμένα ή προγραμματισμένα. Το εν λόγω μοντέλο δεν είναι ένα ταυτοφωνικό μοντέλο συναίνεσης, αλλά ένα πολυφωνικό. Πρόκειται για μία χορωδία πολλών φωνών. Είναι σαν ένα πικ-νικ όπου ενώνονται οι διαφορές.  Ένα πετυχημένο πικ - νικ δεν είναι όταν όλοι φέρνουν ντομάτες. Ένα πετυχημένο πικ - νικ είναι εκείνο που έχει ντομάτες , κρέας, αυγά κτλ.


Το ομοίωμα είναι απροσδιόριστο, κενό και μπορεί να φέρει σε σύμπτωση την έλλειψη του Άλλου και του υποκειμένου με τη λακανική έννοια της εκ-σωτερικότητας. 

Ποιος θα το ανακαλύψει; Ο δυνάμενος να σαγηνευτεί από αυτό. 
Η απροσδιοριστία του γεννά μια λογική της σαγήνης που σαγηνεύει τους σαγηνευτές. 
Η σαγήνη είναι για τον θεολόγο κακό αλλά και από την πλευρά του ορθολογισμού είναι  η απόλυτη μορφή εξαπάτησης. Και οι δύο οπτικές το σαγηνεύειν το βλέπουν ως επιβολή με δόλο. 

Αντίθετα στη σοφιστική ιδέα της σαγήνης απαλλάσσεται το θύμα από κάθε μομφή ή φταίξιμο. Ο Γοργίας θεωρεί τη σαγήνη είσοδο σε μια λογική που επιβάλλεται πρώτα από τον σαγηνευτή και διαλύει τη διάσταση της αποπλάνησης και του δόλου. 

Στο Ελένης εγκώμιον ο Γοργίας απαλλάσσει το θύμα του Πάρη από την κακή φήμη και την αποδοκιμασία: Όποιος αφήνεται να τον σαγηνεύσει ο λόγος δεν είναι ένοχος, αντίθετα πιο σοφός, από κείνον που δεν αφήνεται να σαγηνευτεί. 

Μόνο ο ευαίσθητος σαγηνεύεται από την ηδονή του λόγου. Άρα, το σαγηνεύεσθαι προϋποθέτει μιαν ιδιαίτερη σοφία. 

Η λογική της σαγήνης έχει μια διάσταση ανεξάρτητη από τον σαγηνευτή και τον σαγηνευόμενο, συσχετίζεται με τον «καιρό», την ευκαιρία. Είναι αποτέλεσμα , μόνο στο βαθμό που υπακούει στην ευκαιρία. Ο καιρός δεν είναι κάτι καθολικό και απόλυτο αλλά είναι αυτό που είναι αρμόζον στη στιγμή. Η σαγήνη δεν είναι ικανοποίηση του εγώ μας, αλλά ζητά μιαν άσκηση που επιτρέπει τον καθένα να λέει και να σωπαίνει , να κάνει , να αφήνει κατά μέρος αυτό που πρέπει, την κατάλληλη στιγμή. 

Η σαγήνη είναι ένας συνδυασμός γνώμης και ρώμης έτσι ώστε να λαμβάνονται αποφάσεις και να πετυχαίνεται ένα πρακτικό αποτέλεσμα. 

Ο καιρός, η ευκαιρία είναι η σύμπτωση λόγου και πραγματικότητας. 
Παρόμοια τα λόγια του Πυθαγόρα: Πρέπει να είναι κανείς υπεροπτικός με τους υπεροπτικούς, σεμνός με τους σεμνούς, τολμηρός με τους τολμηρούς, τρομερός σε τρομερές καταστάσεις. 

Ο σαγηνευτής δεν είναι ένας νιτσεϊκός ή καντιανός πολεμιστής. Ο σαγηνευτής στερείται ταυτότητας. Εκκεντρώνεται ώστε οι όροι του παιχνιδιού να καθορίζονται από τον σαγηνευόμενο. Η αλήθεια των δεδομένων δεν καθίσταται διόλου καθαρή και ολοφάνερη από τα επιχειρήματα. Το κλειδί της πειθούς δεν εντοπίζεται σε αυτόν που μιλάει, αλλά σε αυτόν που ακούει. 

Τα παραπάνω απορρίπτουν μανιχαϊστικές αντιθέσεις αλήθειας και απάτης, πραγματικότητας και φαινομενικότητας. Αυτές οι μεταφυσικές διακρίσεις δεν έχουν νόημα στην προοπτική που διανοίγεται από τον Γοργία.

Αντίθετα, η πολιτική ιδεολογία δε σαγηνεύει. Με τη φενάκη της, δεν μπορεί να συλλάβει τη συγκυρία, γιατί τη σφετερίζεται προκαταβολικά υπερκαλύπτοντάς την με σημασίες. Αγνοεί τις προϋποθέσεις της σαγήνης, δηλ. τη σιωπή και την αναμονή, την επιτυχία της που εξαρτάται από την υπακοή στα δεδομένα της ευκαιρίας και από τη διάλυση του προτύπου, και την έλευση του ομοιώματος. 

Η γοητεία του σαγηνευτή έγκειται στην απροσδιοριστία του , στο ότι είναι κενός ανοιχτός, ελεύθερος , αφήνει περιθώριο στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ευκαιρίας, στους καθορισμούς του σαγηνευόμενου. 

Ο σαγηνευτής ανοίγει ένα κενό πεδίο που καθένας μπορεί να το γεμίσει , ένα κενό πεδίο που προσμένει ένα περιεχόμενο από την ευκαιρία, και όμως δε συγχέεται με αυτήν, διότι η ευκαιρία καθαυτή μετράει λιγότερο από την ικανότητα κάποιου να την αρπάξει.

Η σαγήνη συνεπάγεται μιαν αυτοκατάργηση της ταυτότητας της εξουσίας και μια προσομοιωτική επανάληψη της ταυτότητας των σαγηνευομένων. 

Έτσι, μία αισθητική  με τα παραπάνω χαρακτηριστικά αντικαθιστά την ιδεολογική πολιτική, η λογική της ευκαιρίας προσκολλάται και εμπλουτίζει τη διαλεκτική, απορρίπτοντας τη διαλεκτική ορθοδοξία,  η ορθολογικότητα αντικαθιστά τον ορθολογισμό και την εκλογίκευση.

Η επιτυχία του ομοιώματος να σαγηνεύσει έγκειται εν τέλει σε ένα despejo , δηλ. σε ένα «δεν ξέρω τι» που ενδυναμώνει τη αποτελμάτωση ενός αμυντικού-παρανοϊκού Εγώ. Το Εγώ καλείται να αφεθεί στα χαρακτηριστικά της ευκαιρίας και στους καθορισμούς του σαγηνευόμενου. Το ομοίωμα αναδείχνει έναν άλλον άνθρωπο. Αντί για τον Homo sapiens διαμορφώνεται ο Homo sapiens demens (άνθρωπος έμφρων έκφρων). 

Η γλώσσα στο ομοίωμα παίρνει το πάνω χέρι από το αντικείμενο, η γλώσσα γίνεται υποκινητής αντικειμένων. Είναι η στιγμή όπου κοινοί τόποι ανοίγονται. Είναι η στιγμή της δημιουργίας και μάλιστα της δημιουργίας αξιών. 

"Ο λόγος είναι ένας μεγάλος δυνάστης, που ενώ έχει το πιο μικρό και αφανές σώμα, επιτελεί τα έργα τα πιο θεϊκά. Γιατί μπορεί και το φόβο να σταματήσει και τη λύπη να αφανίσει και χαρά να προκαλέσει και τον οίκτο να αυξήσει" λέει ο Ισοκράτης στο εγκώμιο της Ελένης. Ο λόγος σαν επαναστάτης θεός μπορεί να αποδυναμώνει αξίες και να τις γκρεμίζει και να τις αναγεννά με διαφορετικό περιεχόμενο. Επιδίωξη αποτελεί μια αντισυναινετική συναίνεση όπου το αποκορύφωμά της "θα ήταν το αποκορύφωμα της ηδονής της ανάγνωσης για έναν μεταφυσικό. Και η μαγείρισσα με τον τρόπο της θα μπορούσε να τη βρει ευχάριστη. Ή να την καταλάβει" (Πονζ). Μεταφυσικός και μαγείρισσα. Να το βρει ευχάριστο ή να το καταλάβει. Ο Πλάτων δεν τόλμησε να βάλει τους σοφιστές να μιλούν με τόση ελευθεριότητα. Με τον Πονζ η ρητορική αντίληψη της συναίνεσης είναι εξίσου δραστική όσο και συναινετική: η συναίνεση είναι η τέχνη της ομωνυμίας. 

Ο εγγυητής της αυτονομίας προσδιορίζεται όχι από την εγγύηση μιας υποκειμενικής βούλησης αλλά μιας ηρωικής αποδέσμευσης. Είναι ένας ασκητής εν δράσει. Είναι αδιάφορος και σε ετοιμότητα να επιλέξει. Με λακανικούς όρους, αποχωρίζεται από την επιθυμία του Άλλου και γίνεται εγγυητής νέων συμβολικών σημάνσεων. Παράλληλα, το ομοίωμα με μία λογική της σαγήνης είναι αυτό που θα αποτελματώσει το Εγώ και την επιβεβαίωση του εαυτού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια προτείνω σαν κατακλείδα τα λόγια του Διονύσιου του Αλικαρνασσέα:

" Η τέχνη του πολιτικού λόγου είναι μια μουσική. Ξεχωρίζει από τη φωνητική ή την οργανική μουσική λόγω διαφοράς βαθμού, όχι φύσης"

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

Μια μικρη βουτια στο Απειρο: Το καλυτερο φαρμακο για λογής λογής Εθνοκεντρισμους και εγωκεντρισμους ... Δειτε το



το βρηκα στο

Μη μαδάς τη μαργαρίτα

Περί διαλόγου Ι (Το τραύμα του πραγματικού) ενας διαλογος για τον Διαλογο και ενα τουλαχιστον εξαιρετικό σχόλιο απο τον Αναρμοδιο για το εγω και την ελλειψη ...

Περί διαλόγου Ι (Το τραύμα του πραγματικού)

το  σχόλιο 

anarmodios






''Συνεπώς, εφόσον το Εγώ οφείλει την ύπαρξή του στην αδυναμία πλήρωσης του υποκειμένου, μπορούμε να ισχυριστούμε πως το Εγώ του υποκειμένου διαμορφώνεται σε μια ριζική έλλειψη, σε έναν διχασμό.
Και η αποσιώπηση της εγκάρσιας έλλειψης καταπολεμάται με την προσκόλληση στη φαντασίωση για να αναδυθεί ένα εγώ που φαντασιωτικά είναι πλήρες. Πράγμα που σημαίνει ότι το ΕΓΩ διαμορφώνεται από την έλλειψη και είναι η απόκρυψή της και μάλιστα είναι επικριτικό στον εαυτό του γιατί το υποκείμενο δεν μπορεί να γεμίσει αυτή την έλλειψη που δεν μπορεί να πληρωθεί ποτέ. Η αμφιθυμία λοιπόν είναι ότι το υποκείμενο αγαπά το Νόμο γιατί του δίνει ύπαρξη αλλά και το μισεί γιατί υπόρρητα υπάρχει μια διαρκής έλλειψη. Η φαντασίωση δεν εξαφανίζει την έλλειψη , την αποκρύπτει.
'  

σχετικές συζητησεις 

http://www.filosofia.gr/forum/viewtopic.php?t=2784&sid=061e1fa87d1a04c9f6a01b4f726cf9f1

http://politikokafeneio-com.anatolikos.net/Forum/viewtopic.php?p=164477&highlight=&sid=766afb4cee19f4cf3c353b776ba7420d



Σημειωσεις για την ΕΛΛΕΙΨΗ. Ενας Μονολογος ΧΩΡΙΣ βιβλιογραφια .

-παντου στον κοσμο συνανταμε τη ελλειψη. Γεννιομαστε μεσα στην Ελλειψη. Πεθαινουμε και αυτο ειναι ελλειψη .
- Ερωτευομαστε  την Ελλειψη . Δεν μπορεις να ερτευτεις την τελεια Γυναικα . Ερωτευομαστε εκεινο το μικρο σημαδικι , το τικ , το στραβο , την ελλειψη της .. Εκεινο το σημαδακι η ατελεια που εκεινη εχει δεν ειναι κατι  που Παρα το οποιο την ερωτευομαστε αλλά εκεινο ΕΞΑΙΤΙΑΣ  του οποιου ερωτευομαστε...
- Φανταστειτε ενα τελειο παιδακι. Μπορεις να το αγαπήσεις; ..
 Δενα αγαπαμε το παιδι μας , τους φιλους μας ΠΑΡΑ τα λάθη τους. Αλλά εξαιτίας των λαθών .. Αγαπάμε την ελλειψη .. Η ελλειψη προκαλει την αγάπη ..

- Το ασυνειδητο δεν γνωριζει την  Ελλειψη . Το ασυνειδητο μας μιλά μεσω των Ονειρων . Τα ονειιρα χαρακτηριζονται απο συμπυκνωση και Εικονογραφηση ..  Στα Ονειρα  το ασυνειδητο μας Μιλά με εικονες . Μπορεις  να φανταστεις την εικονα ενος Δεντρου. Ομως Μπορεις να φανταστεις την εικονα  ενος ΜΗ - δεντρου. Γιαυτο το ασυνειδητο Δεν μπορει να συλλαβει την  εικονα της Ελλειψης .
-Ομως η ελλειψη υπάρχει παντου . Γεννιομαστε ως ελλειπτικά οντα .. Δεν νιωθουμε στην αρχή οτι Ξεχωρισαμε . Αποκαταμε την ιδεα  της  φαινομενικής ολοτητας  του σωματος μας ..και του Εγώ μεσω ενός Αλλου .. Μεσω του καθρεφτη . Το παιδί ελεγχει το φαινμενικα αλλο παιδι στον Καθρεφτη και ετσι - απο ενααλλο απο μια εικονα αποκτα την  αισθηση του εγώ ..
Και την ιδεα τους ολοτητας . Της τελειοτητας ..
- Οσοι εχουν δει την ταινια Αγορά θα θυμουνται τι εμποδιζε την Υπατια να συλλαβει την ιδεα του τροπου με τον οποιο η Γη κινειται γ΄ρω απο τον Ηλιο . Δεν μπορουσε να συλλαβει την ιδεα της Ελλειψης (ως σχημα ) . Γιατί;
Μα γατί η ιδεα του Κυκλου..  η εμμονη ιδεα της τελειοτητας , του τελειου  Σχηματος γα το Αρχαιο κοσμο  -σαν παρωπιδες την εμποδιζε ...
- ενα  παιδι βρισκεται σε ενα Λαβυρινθο: Φτανει σε δυο Πόρτες .. Η Μια ειναι ολοχρυση και γραφει '' ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ''
 Η αλλη ειναι ασημαντη και ταπεινή . Και γραφει : Ελλειψη
 το παιδί διαλεγει την πρωτη... Την ανοιχει .. Και πέφτει πάνω σε ενα Τοιχο..
μετα ανοιγει την δευτερη. Και πέφτει πάνω σε εναν υπεροχο ΚΗΠΟ.
και τα λουλουδια αντι για λάθη εχουνε  ποθους  και επιθυμιες .
 και λάθη.
 Γιατι τα λάθη κανουν το εδαφος της ελλειψης  Γονιμο

 Συνεχιζεται

Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

Ιστοριες του κ Κοινερ


Τι έχετε να πείτε για την παγκόσμια πιστωτική Κρίση; ..Ρώτησαν μόλις προχτές τον κ Κοινερ


..Είναι λίγο αργά για να πούμε οτιδήποτε παιδι μου , απάντησε (ενώ από μέσα του σκέφτηκε: Παγκόσμια οικονομική κρίση ; Μα δεν είναι παρά σύμπτωμα ενός ευρύτερου συμπλέγματος που επιμελώς καλύπτει ένα Παγκόσμιο κενό)

Παλια και νέα αποικιοκρατία

**ΠΕΡΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗΣ ΚΑΙ ΝΕΑΣ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑΣ — ΣΧΟΛΙΟ** - Η διαφορά με την αποικιοκρατία: την εποχή, π.χ., του 19ου αιώνα, η τεχνολογική υπερ...