Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017

σ' αυτη την κριση ειμαστε σαν τα Παιδια του Κάιν που ο Θεος ο Γερμανος ,ξαφνου τους λέει ”Νάιν ”

σ' αυτη την κριση ειμαστε σαν τα Παιδια του Κάιν
που ο Θεος ο Γερμανος ,ξαφνου τους λέει ”Νάιν ”
 


ειμαστε σαν Πρωτοπλαστοι, σαν τον Αδαμ και Ευα
η σαν μια πετρα Σισυφου που ολοι της λέν ”Ανεβα ”


σ'αυτή την Κριση ειμαστε Μωρα γυμνα και Μόνα
που τα αφησαν εκθετα στο Κρύο του Χειμώνα
 

ειμαστε σαν Ανήμπορα γυμνα μωρα που κλαινε
και λογια ασυναρτητα , μωρουδιακά , μας Λένε




Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Μελαγχολία και Οικονομία/αναδημοσιευση απο το danger.few!!! Το επίσημο blog των happyfew


Μελαγχολία και Οικονομία


… Παρουσιάζουμε λοιπόν μια δική μας περίληψη από το άρθρο «Lhomo oeconomicus peut-il être mélancolique ?», της Céline Spector, στο εξαιρετικό φιλοσοφικό περιοδικό Klesis (2012). Οι επιμέρους τίτλοι είναι δικοί μας. - Σημ. HS
Από το 19ο αιώνα, η ιστοριογραφία καταπιάστηκε με το λεγόμενο «πρόβλημα Άνταμ Σμιθ». Είναι το εξής: ενώ στον Πλούτο των Εθνών (στο εξής ΠτΕ), που κυκλοφόρησε το 1776, ο Σμιθ ορίζει το ιδιοτελές συμφέρον ως θεμελιακό κίνητρο της κοινωνικής τάξης πραγμάτων, η κατά 20 χρόνια νεώτερη Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων (ΘΗΣ) στηρίζεται στην έννοια της συμπόνιας και της ενσυναίσθησης, της ικανότητας «να μπαίνεις στη θέση του άλλου», η οποία απαγορεύει να σκεφτόμαστε τον άνθρωπο σαν ένα υπολογιστικό κι εγωϊστικό πλάσμα, οχυρωμένο μέσα στην υποκειμενικότητά του. Η φράση με την οποία ξεκινάει η ΘΗΣ είναι σαφέστατη:
«Όσο εγωϊστή κι αν θεωρήσουμε τον άνθρωπο, υπάρχουν χωρίς αμφιβολία μέσα στη φύση του ορισμένα στοιχεία, που τον οδηγούν να νοιάζεται για τη μοίρα των άλλων και κάνουν αναγκαία γι’ αυτόν την ευτυχία των άλλων, έστω κι αν δεν αποκομίζει από αυτό τίποτε άλλο πέρα από το να τους βλέπει ευτυχισμένους. Τέτοιου είδους στοιχεία είναι το έλεος και η συμπόνια» (μέρος Α’, κεφ. 1) .
Με δυο λόγια, ο Σμιθ φαίνεται να πλάθει δυο διαφορετικούς τύπους ανθρώπου: ο ένας τύπος ανάγει όλα τα πάθη στην επιθυμία βελτίωσης της ατομικής μοίρας, βεβαιώνοντας ότι η κοινωνία μπορεί να επιβιώσει χωρίς να υπάρχει καθόλου καλοσύνη και αρετή∙ ο άλλος θεωρεί αποφασιστικής σημασίας τα ηθικά συναισθήματα.
Είναι όμως έτσι;
Είναι γνωστό ότι ο ΠτΕ δεν είναι εγχειρίδιο ηθικής φιλοσοφίας. Θέματά του είναι το ύψος των μισθών, η συσσώρευση του κεφαλαίου και το ποσοστό κέρδους. Εδώ, ο Σμιθ υποστηρίζει πως οι άνθρωποι, στην τεράστια πλειοψηφία τους, αγωνίζονται να βελτιώσουν τη μοίρα τους «μέσα από την αύξηση της ατομικής περιουσίας τους»∙ και πως «από εδώ προκύπτει τόσο ο δημόσιος κι ο εθνικός όσο και ο ιδιωτικός πλούτος» (ΠτΕ, μέρος Β’, κεφ. 3).
Ωστόσο, ούτε η ΘΗΣ αποκλείει τα ιδιοτελή κίνητρα. Υποστηρίζει μάλιστα ότι, παρ’ όλο που μια κοινωνία ευημερεί περισσότερο και είναι πιο ευτυχισμένη όταν ανθίζουν εντός της «οι αρετές», αυτές δεν είναι αναγκαίες για να επιβιώσει ως κοινωνία.
Στην πραγματικότητα, ο Σμιθ τηρεί στη ΘΗΣ αποστάσεις τόσο από τον επικούρειο ή χομπσιανό αναγωγισμό (που ανάγουν όλες τις αρετές στην φιλαυτία και την ιδιοτέλεια), όσο και από τον ηθικισμό του Φράνσις Χάτσεσον (που υποστήριζε την πανανθρώπινη και παντελώς ανιδιοτελή καλοσύνη)∙ και μάλιστα καταγγέλλει την άποψη ότι «η ιδιοτέλεια δεν μπορεί να είναι ενάρετη ποτέ, σε κανένα βαθμό και σ’ οποιαδήποτε κατεύθυνση κι αν στραφεί» (μέρος Β', κεφ. 3). Ίσα-ίσα, λέει, δεν πρέπει να υπερτιμάται η καλοσύνη και να υποτιμάται η ιδιοτέλεια: «Σε πολλές περιπτώσεις, το να νοιάζεται κανείς για το συμφέρον του και την ατομική του ευτυχία μπορεί να είναι ένα αξιοσέβαστο κίνητρο δράσης» (στο ίδιο).
Επομένως, αν κάτι αξίζει να μας προβληματίσει στο πέρασμα από το συμπονετικό κόσμο της ΘΗΣ στον ανελέητο κόσμο της ΠτΕ, δεν είναι τόσο η εξαφάνιση της έννοιας της συμπόνιας, όσο η εμφάνιση ενός στοχασμού πάνω στις ανορθολογικές συνέπειες της απληστίας, ειδικά στην πιο στενή ή πρωτογενή μορφή της. Και είναι χαρακτηριστικό ότι, εδώ, πολύ περισσότερο απ’ τους έμπορους –οι οποίοι νοιάζονται μόνο για το πώς θα επικρατήσουν στον ανταγωνισμό, ακόμα και σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος–, ο Σμιθ δείχνει με το δάχτυλο τους Κονκισταδόρες, που τυφλωμένοι από την απληστία, έτρεχαν ν’ ανακαλύψουν το μυθικό Ελντοράντο χωρίς να σκέφτονται ότι, όσο περισσότερο χρυσάφι ανακάλυπταν, τόσο περισσότερο θα υποτιμούνταν και θα έπεφτε η τιμή του χρυσού (ΘΗΣ, μέρος Α’, κεφ. 11)! Οι άνθρωποι λοιπόν, συμπεραίνει, αφήνονται συχνά να παρασυρθούν από «παράξενες ψευδαισθήσεις».
Η μελαγχολία ως αποκάλυψη 

Προκύπτει έτσι το ερώτημα: μήπως θα ήταν σωστότερο να πούμε ότι ο Άνταμ Σμιθ δεν έβλεπε καμιά αντίθεση μεταξύ συμφέροντος και συμπόνιας, ή μεταξύ οικονομίας και ηθικής, αλλά μάλλον μια αντίθεση μεταξύ δυο διαφορετικών τύπων ­συμφέροντος; Από τη μια, δηλαδή, ένα συμφέρον ενσυνείδητο και διαυγές, έστω κι αντίθετο καμιά φορά προς το δημόσιο συμφέρον, και από την άλλη ένα συμφέρον τυφλό και επιρρεπές σε ψευδαισθήσεις;

Τα ερωτήματα αυτά μας επιβάλλουν να ξαναγυρίσουμε τη ΘΗΣ για να δούμε μήπως μπορούμε να διακρίνουμε σε αυτήν μια συγκεκριμένη άποψη πάνω στην κοινωνία και τη λειτουργία της εμπορευματικής τάξης πραγμάτων στο εσωτερικό της. Αν η οικονομία είναι απλώς ένας τομέας της κοινωνίας στον οποίο δεν βασιλεύει η συμπόνια, τότε μήπως θα πρέπει να εξετάσουμε και να κρίνουμε τις οικονομικές συμπεριφορές μέσα από τη σκοπιά του κοινωνικού; Τι ρόλο παίζει εδώ το ιδιοτελές συμφέρον;
Στο τέταρτο μέρος της ΘΗΣ, με τίτλο «Η επίδραση της χρησιμότητας στο αίσθημα της επιδοκιμασίας», ο Σμιθ εξηγεί ότι η απόλαυση που νιώθει ένας φτωχός όταν βλέπει αντικείμενα τέχνης και χλιδής, μπορεί να εξηγηθεί αν τη δούμε σαν μια έκφραση της ικανότητας «να μπαίνεις στη θέση του άλλου» –εν προκειμένω, του πλούσιου. Έτσι ο φτωχός νιώθει, προς στιγμήν, πλούσιος. Όμως την ίδια στιγμή, ο Σμιθ τονίζει πόσο ανορθολογική είναι η ματαιοδοξία που συνδέεται με την κατοχή αυτών των συμβόλων πλούτου: η απόκτηση ενός σωρού επιπόλαιων μπιχλιμπιδιών δεν μπορεί ποτέ να φέρει την ποθούμενη ευδαιμονία.
Γράφει πάνω σ’ αυτό:
«(…) με την κατάπτωση που φέρνουν η αρρώστια και τα γερατειά, χάνεται και η κενοδοξία του μεγαλείου. Δεν λέει πια τίποτα στον άρρωστο και το γέρο. Ο γιός του φτωχού που μεγαλοπιάστηκε, κακολογεί μες στην καρδιά του τη φιλοδοξία και μετανιώνει για τη ραθυμία της νιότης του, για τις οποίες μάταια θυσιάστηκε κυνηγώντας αυτά που τώρα πια, που τα ‘χει αποκτήσει, δεν του δίνουν καμιά αληθινή ικανοποίηση. Όποιος χτυπιέται απ’ τη μελαγχολία ή την αρρώστεια, παύει να μεγαλοπιάνεται και προσέχει τώρα να εξετάσει προσεκτικά την κατάσταση στην οποία έχει βρεθεί, ώστε να δει τι είναι αυτό που πραγματικά του λείπει για να είναι ευτυχισμένος. Τότε, ο πλούτος και η ισχύς φανερώνουν το αληθινό τους πρόσωπο: δεν είναι τίποτε άλλο παρά τεράστιες πολύπλοκες μηχανές, καμωμένες από τα πιο λεπτά κι ευαίσθητα κίνητρα, για να παράγουν μάταια υλικά μπιχλιμπίδια κυρίως για την ικανοποίηση του σώματος.»
Αυτή είναι η μεγάλη ψευδαίσθηση, λέει ο Σμιθ, πάνω στην οποία θεμελιώνεται η εμπορική-εμπορευματική­ κοινωνία. Ο γιός του φτωχού τσακίζεται στη δουλειά όλη του τη ζωή ελπίζοντας να γλυτώσει απ’ τα δεινά που γεννάει η ίδια του η δουλειά. Κι όπως ονειρεύεται ν’ αποκτήσει όλα εκείνα που πιστεύει πως υπόσχονται την υπέρτατη ευδαιμονία, στο τέλος τού απομένουν μόνο βάσανα, έγνοιες και ταλαιπωρίες. Κοιτάζοντας έτσι προς τα πίσω τη ζωή του, ο γιός του φτωχού καταλαβαίνει πως ο φρενιτιώδης αγώνας του ήταν εντελώς μάταιος. Η πολύπλοκη και σπάταλη «μηχανή» του πλούτου δεν παράγει παρά κάποια επιδερμικά μπιχλιμπίδια, για το σώμα περισσότερο παρά για το πνεύμα. Τότε, συνεχίζει, εμφανίζεται η μελαγχολία, αποκαλύπτοντας την αλήθεια των πραγμάτων κι εξανεμίζοντας τις ψευδαισθήσεις: χάρη στη μελαγχολία, το άτομο συνειδητοποιεί στο τέλος της ζωής του πως το κυνήγι του πλούτου και του μεγαλείου δεν μπόρεσε να του προσφέρει τα αγαθά, την ασφάλεια και τη χαρά που τόσο ποθούσε.
Με άλλα λόγια, η μελαγχολία φαίνεται πως αποκαλύπτει την αλήθεια του homo oeconomicus, ο οποίος δουλεύει ασταμάτητα και ξεθεώνεται για να «πετύχει». Αυτό που μας δείχνει η μελαγχολία, είναι η αδυσώπητη αποτυχία ενός τέτοιου σχεδίου και οράματος ζωής –άρα, με μια έννοια, τη βαθιά ανορθολογικότητα της οικονομικής ορθολογικότητας.
Η χρησιμότητα των ψευδαισθήσεων
Όμως αυτό σήμαινε για τον Άνταμ Σμιθ πως η ίδια η οικονομική τάξη πραγμάτων, και επομένως η εμπορευματική κοινωνία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας κόσμος πλάνης και ψευδαισθήσεων, ανίκανος να εξασφαλίσει στους ανθρώπους την ευτυχία που τους υπόσχεται; Πρότεινε μήπως μια επιστροφή στην αριστοτελική κριτική της «χρηματιστικής», δηλαδή της επιθυμίας που καθώς συγχέει τους σκοπούς με τα μέσα γίνεται αχαλίνωτη;
Όχι!, απαντάει ο φιλόσοφος Σμιθ τονίζοντας, απεναντίας, την καταπληκτική χρησιμότητα αυτής της πλάνης: 
«Ευτυχώς που η φύση μάς ξεγελάει μ’ αυτό τον τρόπο. Διότι αυτή η πλάνη, αυτή η ψευδαίσθηση βάζει μπροστά και συντηρεί την αδιάκοπη κίνηση της ανθρώπινης επινοητικότητας. Αυτή παρακίνησε τους ανθρώπους να καλλιεργήσουν τη γη, να χτίσουν σπίτια, να ιδρύσουν πόλεις και Κράτη, να κάνουν εφευρέσεις και να βελτιώσουν όλες τις επιστήμες κι όλες τις τέχνες που ομορφαίνουν κι εξευγενίζουν την ανθρώπινη ζωή. Αυτή άλλαξε ολοκληρωτικά την όψη του κόσμου, μεταμόρφωσε τα φυσικά κι άγρια δάση σε γόνιμες κι ευχάριστες πεδιάδες, αυτή πήρε τον αδιάβατο κι άγονο ωκεανό και τον έκανε πηγή τροφής και γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στα διαφορετικά έθνη της γης.» (ΘΗΣ, στο ίδιο κεφάλαιο)!!!
Με άλλα λόγια, αν και η μελαγχολία αποκαλύπτει την οικονομική ανορθολογικότητα, η αλήθεια της εμπορευματικής κοινωνίας δεν βρίσκεται στην απομάγευσή της, διότι σε τελική ανάλυση, κατά τον Σμιθ, η μελαγχολία δεν αποτελεί τη γνήσια, ορθολογική και ηθική οπτική γωνία από την οποία μπορούμε να κρίνουμε την εμπορευματική κοινωνία. Ίσα-ίσα, σε ένα στάδιο της ανάπτυξής της τουλάχιστον, η κοινωνία αυτή λειτουργεί, λέει, χάρη στη δύναμη της φαντασίας, η οποία διεγείρει το θαυμασμό –τη μάγευση– των συμβόλων επίδειξης του πλούτου και της επιτυχίας, και μ’ αυτό τον τρόπο δικαιολογεί τους κόπους και τις θυσίες των ανθρώπων. Διότι,
«αμέσως μόλις μας αφήσει λίγο η μελαγχολία, μας συνεπαίρνει και πάλι ο θαυμασμός για τα πλούτη των ανακτόρων και των ισχυρών, θαυμάζουμε ξανά το πώς είναι έτσι καμωμένα ώστε να τους εξασφαλίζουν την ευδαιμονία, να προλαβαίνουν τις ανάγκες τους, να ικανοποιούν τις επιθυμίες τους, να διασκεδάζουν ακόμα και τις πιο επιπόλαιες ορέξεις τους. Βέβαια, αν εξετάζαμε αυτή καθαυτή την αληθινή ικανοποίηση που μπορούν όλ’ αυτά να τους προσφέρουν, θα βρίσκαμε πως είναι μηδαμινή και τιποτένια. Όμως πολύ σπάνια την εξετάζουμε μ’ αυτή την αφηρημένη και φιλοσοφική ματιά. Τον περισσότερο καιρό την συγχέουμε στη φαντασία μας με την τάξη, την αρμονική και ομαλή κίνηση του συστήματος, της μηχανής ή της οικονομίας, χάρη στην οποία παράγεται. Γι’ αυτό το λόγο, οι απολαύσεις του πλούτου και της ισχύος διεγείρουν τη φαντασία μας σαν να είναι αυτές οι ίδιες κάτι το σπουδαίο, το όμορφο και το ευγενές, που η απόκτησή του δικαιολογεί απόλυτα τους κόπους και το άγχος που του αφιερώνουμε» (στο ίδιο).
Ένα φατούρο από αόρατα χέρια...

Με αυτό τον τρόπο, η ΘΗΣ σκιαγραφεί ένα μοντέλο εναρμόνισης των ιδιωτικών συμφερόντων μέσω της χλιδής, κίνητρο της οποίας δεν είναι άλλο από τη ματαιοδοξία. Διότι, λέει, μόλις οι πλούσιοι κι οι ισχυροί ικανοποιήσουν τις «ανάγκες του στομαχιού», θ’ αρχίσουν να διανέμουν το περίσσευμα σε όλους εκείνους που μετέχουν στην οικονομία του πλούτου τους (όσους φτιάχνουν τα μπιχλιμπίδια που τους αρέσουν, συγυρίζουν τα παλάτια τους, τους υπηρετούν, κ.ο.κ.). Ας είναι δηλαδή καλά οι πλούσιοι κι οι ισχυροί, που μαγεύονται από τη χλιδή, κι έτσι μένει περίσσευμα ώστε να τρώνε κάτι κι οι φτωχοί!

Συμπέρασμα;
«Οδηγημένοι λοιπόν από ένα αόρατο χέρι, οι άνθρωποι πραγματοποιούν τελικά την ίδια πάνω-κάτω διανομή των απαραίτητων προς το ζην με αυτήν που θα πραγματοποιούνταν εάν η γη μοιράζονταν σε ίσα κομμάτια σε όλους τους κατοίκους της –κι έτσι, άθελά τους, οι πλούσιοι κι οι ισχυροί, υπηρετούν τα συμφέροντα της κοινωνίας και παρέχουν τα μέσα για τον πολλαπλασιασμό του ανθρώπινου είδους» (στο ίδιο)!!!
Μεγαλείο! 

Βρισκόμαστε με άλλα λόγια ήδη μέσα στον κόσμο του ΠτΕ;  Ναι, αλλά και όχι ακριβώς. Διότι ενώ στη ΘΗΣ, όπως το είδαμε, το απατηλό κυνηγητό του πλούτου και της χλιδής οδηγεί τελικά στην οικονομική ευμάρεια της κοινωνίας, στην ΠτΕ, αντίθετα, αυτό το ίδιο κυνηγητό οδήγησε στην κατάρρευση τη φεουδαρχία καθώς οι φεουδάρχες έπαψαν σιγά-σιγά να συντηρούν τους υπηρέτες και τους υποτελείς τους προτιμώντας τα βιοτεχνικά προϊόντα –με αποτέλεσμα τον πραγματικό θρίαμβο της εμπορευματικής κοινωνίας και του δικού της, «κυριολεκτικά ορθολογικού» κατά τον Σμιθ, τρόπου διακυβέρνησης.
Παρ’ όλα αυτά, η διαφορά αυτή ανάμεσα στη ΘΗΣ και την ΠτΕ είναι περισσότερο μια διαφορά πάνω στα μέσα επίτευξης του ίδιου σκοπού. Επί της ουσίας, ο μελαγχολικός άνθρωπος, με τη διαυγή επίγνωση της ματαιότητας των ακατάπαυστων κόπων του, εξαφανίζεται τελικά από τη σκέψη του Άνταμ Σμιθ για χάρη της ωδής «στην πρόοδο και την ευμάρεια της κοινωνίας».
Κι όποιον πάρει ο χάρος...

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

για τον ''Διπλό δεσμό'' που παραγει η Κριση






Πέτρος  Θεοδωρίδης

μιλάμε συχνά για την Κριση και ισως ξεχναμε πως αυτή συνέπεσε με την ρευστή νεωτερικοτητα που περιγραφει ο Μπαουμαν : Οχι πια με ενα μοντελο καπιταλισμου που στηριζοταν στην Βιομηχανία ,στις σχετικά κλειστες ομαδωσεις, στα συνδικάτα και στην εστω Πυρηνική οικογενεια αλλά σε ενα Μεταβιομηχανικο μοντελο οπου η Υποπολιτική καθοριζει περισσοτερα απο την πολιτική, η οικογενεια δεν υφισταται πλεον ως προστατευτική δομη, οπου το Ιντερνετ καταβροχθιζει τον εντυπο λογο και οπου οι σχεσεις - ακομα και οι πιο στενες -γινονται ρευστες οπως καιη αγαπη. Σε ενα τετοιο περιβαλλον η Κριση συναντιεται με τις παλιες νεωτερικές δομές με αποτελεσμα να παραγονται διαρκώς μικρες κρισεις σε πολιτικά και κοινωνικά υποσυστηματα: Το κρατος να κινειται σε κινουμενη αμμμο - κατι που αυξανει στην περιπτωση της Ε.Ε γιατι εχουμε συνασπισμό κρατων που το καθενα εχει λόγο στο ..αλλο και ολα μαζί σε ..ολα , τα κομματα μετασχηματιζονται Διαρκώς :- καθε μερα κυριολεκτικά - αναδυονται νεα και καταβυθιζονται παλιοτερα . Η Κριση δεν συναντηθηκε με ενα μοντελο παραγωγικου βιομηχανικου ανθρωπου οπου ατομο σημαινε . ανδρας αρχηγος μιας πυρηνικής οικογενειας αλλά με ενα μοντελο Εξατομικευμένου καταναλωτικου ατομου με πολλάπλά εγω συναρτημένα με τα πολλά καταναλωτικά περιβαλλοντα . Ο Υπερκαταναλωτισμος(και ο συνακολουθος δανεισμος ) που μεχρι τωρα υπακουε σε μια περιπου -αλά Καντ - Κατηγορική προσταγή ΑΠΟΛΑΥΣΕ - Διακοπηκε Αιφνης απο την Κριση -η οποια επισης συνδεθηκε με αλλη Εντολή : Αποταμιευε και ..Μη καταναλώνεις . Σημερα οι δυο αυτές αντιφατικές εντολές διδονται ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ με συνεπεια τον 'Διπλο Δεσμο'' και την παραλυση συν ενα αισθημα τραυματικής ματαιωσης......
........ Σ'αυτην την κρίση- η οποία  μετατρέπει την ανοιχτη κοινωνια που φανταστηκε ο Κ Ποππερ ,σε ανοιχτη πληγη,οι εθνικισμοί, λαικισμοι και φονταμενταλισμοι διαδεχονται ο ενας τον αλλον με εκπληκτική  ταχυτητα ως εναλασσομενες  επιδημιες:ειναι ομως εξατομικευμένοι εθνικισμοί, λαικισμοι και φονταμενταλισμοι   , σημαδεμένοι απο την μετακαταναλωτική  κοινωνια , εθνικισμοι  που δεν νοσταλγουν τοσο  την  αρχική '''χαμενη'' παραδεισιακή ''οργανική' κοινοτητα ,οπως οι εθνικισμοι της πρωτης νεωτερικοτητας  αλλά την μεχρι προτινος  ευημερια ,  εθνικισμοι  κλπ  της ''χαμενης απολαυσης ''. Αυτή την νοσταλγια μεταμφιεζουν συχνα - απωθωντας την σε ..Αυτοτιμωρητική διαθεση-μεσω του Ψυχολογικου μηχανισμου της ''Ταυτισης με τον  Επιτιθεμενο ''

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

φονταμενταλισμοί του συναισθήματος και του ρεαλισμού


του  Πέτρου Θεοδωρίδη 

Η ΚΡΊΣΗ προκάλεσε πολλές καραμπόλες : και συγκλίσεις αλλά και νέες αποκλίσεις .. κιαν κάποτε ο ρομαντισμός και η φαντασία συμπλήρωνε τον πολιτικό ορθολογισμό σήμερα έχουμε φτάσει σε λογής λογής φονταμενταλισμούς: από την μια σε έναν φονταμενταλισμό του συναισθήματος και της άρνησης που αρνείται κάθε ρεαλισμό ως περίπου ..προδοσία ./

.από την άλλη έναν φονταμενταλισμό του ..ρεαλισμού ,που δεν είναι αληθινά ρεαλιστικός αλλά επικαλείται τον ρεαλισμό ως Ξόρκι.
θέλω να πω: το να επικαλείσαι το συναίσθημα δεν σημαίνει ότι είσαι και ...συναισθηματικός , το να ορκίζεσαι στην επανάσταση δεν σημαίνει ότι είσαι και ...επαναστάτης όπως ακριβώς και το να κτυπάς με μανία το στήθος σου εν ονόματι του ρεαλισμού δε σημαίνει ότι είσαι ... ρεαλιστής
φαντασιώσεις είναι που σκηνοθετούν το πραγματικό...

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Η ιστορία επαναλαμβάνεται; Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ΕΕ - Μετανάστευση των λαών, εκδοχή 2 αναδημοσίευση απο το http://aftercrisisblog.blogspot.gr

Η ιστορία επαναλαμβάνεται; Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ΕΕ - Μετανάστευση των λαών, εκδοχή 2

Quando cadet Roma, cadet et mundus 
 «Άν πέσει η Ρώμη, θα πέσει και ο κόσμος» *
 
του Ραλφ Μπόλμαν
  
 © F.A.Z. - Ralph Bollmann:  Die Völkerwanderung 1.11.2015
 
Ξαφνικά,  η φράση «Μετανάστευση των Λαών» ακούγεται πολύ επίκαιρη. Πώς έγινε τότε, πριν από 1.500 χρόνια; Στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επικρατούσε ευημερία και καλή ζωή. Όμως, όταν οι αυτόχθονες έχασαν την ψυχραιμία τους και παραδόθηκαν στο μίσος εναντίον των προσφύγων, η αυτοκρατορία διαλύθηκε
  
Ακούγεται παντού αυτή η φράση, η σχεδόν ξεχασμένη ακόμη και από τους ειδικούς, τους ιστορικούς. Αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβησαν περίπου 1.500 χρόνια πριν, ωστόσο ακούγεται εξαιρετικά επίκαιρη: Μετανάστευση των Λαών ή κατ' άλλους «βαρβαρικές επιδρομές». Όταν εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες βγαίνουν στο δρόμο, τότε αυτός ο παραλληλισμός φαίνεται σχεδόν ακριβής. Ισχύει ακόμη περισσότερο όταν μας το θυμίζουν οι χάρτες με τα γραφικά, μ΄ αυτά τα μεγάλα βέλη των διαδρομών στα Βαλκάνια και σε άλλες περιοχές, ίδια μ' αυτά που κάποτε συμβόλιζαν τις διαδρομές των αρχαίων γερμανικών λαών στα σχολικά βιβλία. 
Μεταναστεύεις των Λαών στο τέλος των αρχαίων χρόνων (© F.A.Z).
Επίσης η φράση προκαλεί φόβο. Είναι αναμενόμενο και λογικό να μεταφέρει τέτοιο πανικό. Γιατί η ιστορική μετανάστευση των λαών του 4ου και του 5ου αιώνα μ.Χ., δεν ήταν μια κοινή μεταναστευτική κίνηση. Ήταν μια πολιτισμική κατάρρευση, ίσως με τις πιο μακράς διάρκειας επιπτώσεις όλης της ιστορίας. Ήταν οι υποτιθέμενοι «βάρβαροι», που σύμφωνα με μια διαδεδομένη αντίληψη της ιστορίας ισοπέδωσαν την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και έβαλαν οριστικό τέλος στον αρχαίο πολιτισμό. Μόνον χίλια χρόνια αργότερα, στην Αναγέννηση, η Δύση ανέκαμψε από την οπισθοδρόμηση. Σε κάθε περίπτωση, αυτό έχουν συγκρατήσει στη μνήμη πολλοί, από τη σχολική διδασκαλία της ιστορίας. 
Πάντα η φράση έρχεται στο μυαλό και ως αυτο-ενοχοποίηση. Αν οι Ρωμαίοι δεν είχαν γίνει τόσο μαλθακοί, άν κατανάλωναν λιγότερο, άν έκαναν περισσότερα παιδιά και άν ήταν πιο θαρραλέοι πολεμιστές, τότε ίσως θα μπορούσε να σώσουν την αυτοκρατορία τους. Σε τέτοιες θεωρίες περί παρακμής στηρίζονταν οι διαγνώσεις των πολιτισμικών επικριτών ήδη στην αρχαία Ρώμη. Είναι περίπου οι ίδιες θέσεις που διαδίδει σήμερα ο τουρκικής καταγωγής Γερμανός συγγραφέας Akif Pirinçci στις διαδηλώσεις της Pegida στη Δρέσδη. 
Βαλκανικές διαδρομές των προσφύγων και φράχτες σήμερα (© Spiegel)
H κλασική έκδοση αυτής της θεωρίας περί παρακμής προέρχεται από τον Ρωμαίο συγγραφέα Τάκιτο. Στο έργο του «Germania» περιγράφει τους τραχείς κατοίκους του Βορρά ως αγρίους: Οι αρχαίοι Γερμανοί πίνουν πάρα πολύ, καυγαδίζουν μεταξύ τους πάρα πολύ συχνά, είναι απολίτιστοι. Μόνο για τα χρήματα των Ρωμαίων ενδιαφέρονται. Αυτό ακούγεται τρομακτικό. Από την άλλη πλευρά, ο Τάκιτος εξέφρασε και τον θαυμασμό του για τον σκληροτράχηλο χαρακτήρα και την πολεμική ετοιμότητα των αρχαίων Γερμανών, που προφανώς δεν τα έβλεπε ο συγγραφέας στην τρυφηλή κεντρική περιοχή της αυτοκρατορίας. Ωστόσο, όταν ο Τάκιτος εξέφραζε δημόσια τις προειδοποιήσεις του γύρω στο έτος 100 μ.Χ., η αυτοκρατορία είχε ακόμα αρκετούς αιώνες απόθεμα ζωής. Ακολούθησε μάλιστα και εκείνη η εποχή, στην οποία «το ανθρώπινο γένος βίωσε την καλύτερη και πιο ευτυχισμένη κατάσταση» σ' όλη την ιστορία του, όπως αποφάνθηκε κατά τον 18ο αιώνα ο βρετανός ιστορικός Εδουάρδος Γίββων (Edward Gibbon) [εννοώντας την εποχή των Αντωνίνων αυτοκρατόρων της Ρώμης, από τον Νέρβα μέχρι τον Μάρκο Αυρήλιο, τους οποίους ο Gibbon αποκαλεί «Πέντε Καλούς Αυτοκράτορες»].
Σλοβένος αστυνομικός οδηγεί φάλαγγα προσφύγων, Οκτώβριος 2015
Η αρχαία Ρώμη ήταν μια πολύχρωμη μητρόπολη
Η άνθιση της εποχής εκείων των αυτοκρατόρων βασίστηκε ουσιαστικά στην τεράστια ενοποιητική δύναμη της κοσμοκράτειρας Αυτοκρατορίας, που μπορούσε να αφομοιώνει ανθρώπους προερχόμενους από όλους τους πολιτισμούς και όλες τις περιοχές. Σύμφωνα με τον θρύλο, η ίδια η πόλη της Ρώμης χρωστά την ίδρυσή της σε έναν πρόσφυγα: Από τα ερείπια της φλεγόμενης Τροία, ο Αινείας είχε καταφύγει στο Λάτιο, κουβαλώντας τον πατέρα του Αγχίση στην πλάτη του και κρατώντας το γιο του Ασκάνιο από το χέρι. Ο Ασκάνιος ίδρυσε την Alba Longa, την γενέτειρα των ιδρυτών της Ρώμης Ρωμύλου και Ρέμου.Τον Αινεία θα πρέπει να τον ακολούθησαν τους επόμενους αιώνες πάρα πολλοί μετανάστες. Μια τόσο πολύχρωμη μητρόπολη, όπως ήταν η Ρώμη της ύστερης αρχαιότητας, δεν εμφανίστηκε έκτοτε ξανά στον κόσμο, άν εξαιρέσει κανείς τη σύγχρονη Νέα Υόρκη. Τόσο φυσική και προφανής ήταν η συνύπαρξη των πολιτισμών, ώστε μέχρι και τον 4ο μ.Χ., σε ελάχιστους συγγραφείς έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ώστε να το εκφράσουν στα έργα τους - και όσες φορές συνέβη, συνήθως την εξυμνούν.
«Για όσο καιρό δεν ενοχλούσε η καταγωγή ενός ανθρώπου που διακρίνονταν για την ικανότητά του, η δύναμη της Ρώμης αύξανε», έγραψε ο ιστορικός Λίβιος. 
Στην αρχή οι ξένοι ερχόταν στη Ρώμη ως εργαζόμενοι, όπως στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Στη φάση επέκτασης της αυτοκρατορίας ήταν σύνηθες να χρησιμοποιούν την εργατική δύναμη των κατακτημένων και να τους μεταφέρουν ως σκλάβους στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Ήταν διαδεδομένη πρακτική οι απελευθερώσεις δούλων, έτσι όλο και περισσότεροι πρώην σκλάβοι γινόταν στη συνέχεια Ρωμαίοι πολίτες. Σύντομα οι ξανθοί αρχαίοι Γερμανοί θα πρέπει να έγιναν τόσο συνήθεις στους δρόμους της πρωτεύουσας, όσο και οι σκουρόχρωμοι μετανάστες από τη Βόρεια Αφρική. Με την απόδοση της ιδιότητας του Ρωμαίου πολίτη σε όλους τους ελεύθερους κατοίκους της Αυτοκρατορίας, το έτος 212 (το διάταγμα του αυτοκράτορα Καρακάλλα), το καθεστώς του «Civis Romanus» έγινε τελικά εντελώς ανεξάρτητο από την εθνική καταγωγή.
Απομεινάρια του Limes, Bad Nauheim, Έσση, Γερμανία (© Rainer Wohlfahrt)
Ο Limes, το «Βόρειο Σύνορο» - ένα πρότυπο για σημερινούς φράχτες και τοίχους;
Ο
πολιτικός πολιτισμός που είχαν αποκτήσει στην άλλοτε δημοκρατική πόλη-κράτος τους και ο ανεκτικός πολυθεϊσμός των Ρωμαίων εξασφάλισε την ικανότητα να συνδέονται με στους άλλους πολιτισμούς της Μεσογείου, μέχρι και της Μέσης Ανατολής. Μέσα στην ευημερούσα Μεσογειακη ζώνη, την σαφώς συγκρίσιμη με τη σύγχρονη Δύση, δεν υπήρχαν όρια, αλλά επικρατούσε ζωηρή διακίνηση ανθρώπων, αγαθών και υπηρεσιών. Από αυτό επωφελούνταν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Ακόμα και σήμερα, το μαρτυρούν τα 53 εκατομμύρια αμφορείς, από τους οποίους αποτελείται ο λόφος ερειπίων Monte Testaccio στη Ρώμη. Σύμφωνα με σημερινές εκτιμήσεις, περίπου έξι δισεκατομμύρια λίτρα ελαιόλαδο μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα μέσα σε αυτούς τους αμφορείς. 
Η ζωή στην περιφέρεια της αυτοκρατορίας δεν εξελίσσονταν τόσο αρμονικά όσο και στο εσωτερικό της. Στα ανατολικά, οι συγκρούσεις ήταν προβλέψιμες: η αντίπαλη Περσική Αυτοκρατορία διέθετε οργανωμένες δομές, όπως ισχύει σήμερα για την Κίνα. Πιο δύσκολες ήταν οι συνθήκες στο βορρά. Εκεί οι Ρωμαίοι είχαν να αντιμετωπίσουν μια ζώνη ανασφάλειας και έλλειψης οργάνωσης. Τα «αποτυχημένα κράτη» (failed states) των αρχαίων γερμανικών λαών, είναι τυπικές περιπτώσεις που συναντώνται στις παραμεθόριες περιοχές αυτοκρατοριών που δεν εξισορροπούνται από ισάξιους ανταγωνιστές. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το φαινόμενο επανεμφανίστηκε και πάλι στην Ευρώπη.Οι Ρωμαίοι έχτισαν οχυρωματικά έργα στα σύνορα που ονομάζονταν Limes. Είναι εντυπωσιακή η αναλογία με τα σημερινά. Ο νέος φράκτης μεταξύ Ουγγαρίας και Σερβίας υπενθυμίζει τα αρχαία πρότυπα. Ο στόχος είναι πάντα, στα σύνορα με μια περιοχή αβεβαιότητας ή σχετικής φτώχειας, να μπορούν τουλάχιστον να γίνονται έλεγχοι. Αυτά τα σύνορα, αδιαπέραστα δεν ήταν ποτέ. Ακόμα και οι Ρωμαίοι κατέφευγαν στη λήψη πρόσθετων μέτρων. Αυτά περιελάμβαναν ένα διαβαθμισμένο σύστημα εταιρικών σχέσεων, ακόμη και με αμφισβητήσιμους ή αναξιόπιστους γειτονικούς κατόχους εξουσίας, προσωρινές συμμαχίες, οικονομικές επιδοτήσεις και βοηθήματα.
Το ερώτημα γιατί κάποια στιγμή κλονίστηκε αυτή η ισορροπία εντός και εκτός της αυτοκρατορίας, απασχολεί τους ιστορικούς ακόμη και σήμερα. Πάντα οι απαντήσεις επηρεάζονται από τις συζητήσεις της δικής τους εποχής. Παρατηρώντας το τέλος της Αρχαιότητας από τη σκοπιά του εθνικού κράτους του 19ου αιώνα, η Μετανάστευση των Λαών εμφανίστηκε ως μια σύγκρουση μεταξύ εθνών. Από αυτή την εποχή κατάγονται και οι χάρτες που απεικονίζουν τα γεγονότα όπως ένα σχέδιο μάχης. Καθώς αργότερα οι δυτικές κοινωνίες μετασχηματίστηκαν σε πολιτισμούς υποδοχής μεταναστών, η προηγουμένως επικρατούσα αντίληψη για τη «Μεγάλη Μετανάστευση» έχει αντικατασταθεί από την ιδέα ενος λίγο πολύ ειρηνικού «μετασχηματισμού». Ήρθε στο προσκήνιο η σταδιακή μεταμόρφωση του αρχαίου Σύμπαντος Κόσμου στον χριστιανικό Κόσμο του Μεσαίωνα. Στο τέλος, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οι συγκρούσεις αυτής της κοινωνίας μεταναστών ήρθαν πιό πολύ στο επίκεντρο της προσοχής. Η απώλεια της ευημερίας και της ποιότητας της ζωής, που ήρθε ως επακόλουθο της κατάρρευσης του μεσογειακού κόσμου, επέστρεψε τώρα πάλι στη συνείδηση.
Οι αλλαγές αφύπνισαν φόβους
Φαίνεται σαφώς, ότι στο τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ., η ισορροπία που είχε
λειτουργήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα άρχισε να κλονίζεται. Η εποικοδομητική εξέλιξη μετατράπηκε σε καταστροφική διαδικασία. Αλλά γιατί έπαυσε πια να λειτουργεί, αυτό που λειτουργούσε επί αιώνες χωρίς σχεδόν κανένα πρόβλημα; Γιατί εξασθένισε η ικανότητα της Ρώμης να ενσωματώνει, γιατί οι ζώνες της ανασφάλειας απλώνονταν όλο και πιο κοντά προς στο κέντρο της Αυτοκρατορίας; Στο κάτω κάτω, οι μετανάστες δεν είχαν έρθει για να καταστρέψουν τις δομές της μεσογειακής ζώνης ευημερίας. Ήθελαν μάλλον να συμμετέχουν σ' αυτή την ευημερία, να την απολαμβάνουν.
Για την αύξηση των συγκρούσεων στα σύνορα υπήρχαν λόγοι που μας φαίνονται σήμερα πολύ οικείοι. Είχαν να κάνουν με την αστάθεια στην περιφέρεια του αυτοκρατορικού συστήματος και, σε αντίθεση με αυτήν, με την συνεχώς αυξανόμενη ελκτική δύναμη της κεντρικής ευημερούσας ζώνης, αλλά και με την αυξανόμενη επέκταση και διείσδυση της αυτοκρατορίας σε απομακρυσμένες περιοχές: Όσο εξαπλώνονταν η επιρροή της αυτοκρατορίας προς όλο και πιο απομακρυσμένες περιοχές, τόσο μεγαλύτερη γινόταν η ελκτική της δύναμη, μέσα σε έναν κόσμο που ακόμη και τότε ήταν παγκοσμιοποιημένος. Επιπλέον, μπορεί να έπαιξε ρόλο και η επιδείνωση του κλίματος. 
Αλλά πάνω απ' όλα, η επιταχυνόμενη αλλαγή επηρέασε τη νοοτροπία των αυτόχθονων πληθυσμών στις βασικές ζώνες του μεσογειακού κόσμου. Οι αλλαγές αφύπνισαν φόβους. Μια καθολική αίσθηση ότι υπάρχει ​​κρίση ξέσπασε σε υστερικές συζητήσεις, η προθυμία των ντόπιων να ενσωματώνουν ξένους εξασθένισε. 
Κροατία, Οκτώβριος 2015
Στο τέλος, με την πτώση της αυτοκρατορίας, την χάραξη νέων συνόρων, όλοι κατέληξαν χαμένοι. Οι Ρωμαίοι, επιδεικνύοντας πλέον μειωμένη προθυμία να ενσωματώνουν ξένους και ενίοτε αντιδράσεις πανικού, έχασαν αυτό που τόσο επίμονα ήθελαν να υπερασπιστούν. Ούτε οι αρχαίοι γερμανικοί λαοί δεν πέτυχαν αυτό που πραγματικά επιδίωκαν: τη συμμετοχή στη ζώνη της ευημερίας, αφού αυτή σταδιακά αποσυντέθηκε. Στην πραγ ματικότητα, όλα τα εμπλεκόμενα μέρη είχαν συμφέρον να διατηρηθεί. Με μια σοφή ανοιχτή πολιτική, κατά πάσα πιθανότητα, θα το είχαν καταφέρει. 
Για πάρα πολύ καιρό, η πλειοψηφία των κατοίκων στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας παρακολουθούσε εντελώς αδιάφορα τις συγκρούσεις στην περιφέρεια. Συνέβαινε όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα, τουλάχιστον όσο καιρό οι συνέπειες αυτών των συγκρούσεων δεν είχαν επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή. Έτσι, οι Ρωμαίοι είχαν μόνον μια γενική και αόριστη ιδέα για την δυστυχία που επικρατούσε στις άγνωστες περιοχές της Ευρασίας  στα βόρεια και βορειοανατολικά. Οι Ούννοι, γράφει ο ιστορικός Αμμιανός Μαρκελλίνος, τρέφονταν
«με ρίζες άγριων βοτάνων και με κρέας από ζώα κάθε είδους, μισοψημένο - μισοωμό, που το έβαζαν ανάμεσα στους μηρούς τους και στην πλάτη του αλόγου τους, για να ζεσταθεί λίγο πριν το φάνε»
Οι Ρωμαίοι δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για το τι ακριβώς συνέβαινε έξω από την αυτοκρατορία, ούτε για τους πολλούς εμφύλιους πολέμους και γενοκτονίες.
Αλλά ξαφνικά, δεν μπορούσαν πια να αδιαφορούν για τα συμβαίνοντα. Όχι πως οι βάρβαροι μετέφεραν τον πόλεμο στο έδαφος της αυτοκρατορίας, ούτε και απείλησαν στρατιωτικά τους οι Ρωμαίους. Αυτοί που τώρα στέκονταν μπροστά στις πύλες ήταν πρόσφυγες. Δεν ήθελαν να καταστρέψουν την αυτοκρατορία. Είχαν φύγει από τον πόλεμο και την καταστροφή, την πείνα και τη δυστυχία, και ήθελαν το ακριβώς αντίθετο: τη συμμετοχή στις ευλογίες της ευημερίας.

Το 376 μ.Χ. οι Γότθοι πέρασαν τον Δούναβη
Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε πια ως νέα πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, στα ανατολικά. Ο συναυτοκράτορας Ουάλης, αρμόδιος για το ανατολικό μέρος της αυτοκρατορίας, αρχικά προσπάθησε να σταματήσει τους εισβολείς με το φαινομενικά αξιόπιστο μέσο, τη φύλαξη των συνόρων, και να κλείσει τη βαλκανική οδό. Οι λεγεώνες περιπολούσαν στο σύνορο του Δούναβη, όπως κάνει σήμερα η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Φύλαξης των Συνόρων (Frontex). Ωστόσο, αυτά τα μονομερή μέτρα ασφαλείας είχαν μόνον πολύ προσωρινή επιτυχία. Συνακόλουθα, το 369 ο Ουάλης αποφάσισε να έλθει σε συνεννόηση με τους Γότθους, μία από τις μεγαλύτερες αρχαίες γερμανικές φυλές. Συναντήθηκαν για διαπραγματεύσεις πάνω σε ποταμόπλοια, στη μέση του Δούναβη, στα σημερινά σύνορα μεταξύ της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, και υπέγραψαν με τον Γότθο βασιλιά Αθανάριχο μια συμφωνία που προέβλεπε μια συντεταγμένη μετανάστευση των βαρβάρων μέσα στην Αυτοκρατορία. 
Λίγα χρόνια αργότερα, μια γοτθική αντιπροσωπεία επισκέφθηκε πάλι τον αυτοκράτορα. Αυτή τη φορά, του ζήτησαν ανοιχτά την προσχώρηση στην αυτοκρατορία και ο Ουάλης συμφώνησε. Δεν είπε μόνον, «μπορούμε να τα καταφέρουμε», όπως η Άνγκελα Μέρκελ πρόσφατα. Οι σύμβουλοι του πανηγύρισαν για τη συμφωνία, την αποκάλεσαν ακόμη και «τύχη του αυτοκράτορα», επειδή 
«φέρνει από τις πιο μακρυνές  χώρες άφθονους νεοσύλλεκτους, που του προσφέρουν, πέραν πάσης προσδοκίας, την ευκαιρία να δημιουργήσει έναν ανίκητο στρατό».
Η τότε πολιτική, είδε λοιπόν τους μετανάστες προπάντων ως ένα ιδιαίτερα πρόθυμο εργατικό δυναμικό, για την ανάπτυξη της της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας. 
Το 376 μ.Χ. οι Γότθοι πέρασαν τον Δούναβη. Σύμφωνα με τον ιστορικό Αμμιανό Μαρκελλίνο οι αρμόδιοι υπάλληλοι του ρωμαϊκού κράτους στην αρχή επιχείρησαν να καταμετρήσουν και να καταγράψουν  τους νεοφερμένους από τα βόρεια, όμως σύντομα παραιτήθηκαν από την «μάταιη» προσπάθεια. Πριν καλά καλά διασχίσουν τον συνοριακό ποταμό οι Γότθοι, είχαν να αντιμετωπίσουν την καχυποψία των εντόπιων. Ακόμη και οι επίσημοι που εκπροσωπούσαν επί τόπου το ρωμαϊκό κράτος, άρχισαν αμέσως να κάνουν τα πάντα για να αποτρέψουν την επιτυχή ενσωμάτωση. Αντί να διασφαλιστεί γρήγορα και αποτελεσματικά ο εφοδιασμός των προσφύγων, εκμεταλλεύτηκαν την δύσκολη κατάστασή τους. Για τον «πολιτισμό της φιλοξενίας και του καλώς ήλθατε», που προπαγάνδιζε προηγουμένως ο αυτοκράτορας, δεν ακούγονταν πια ούτε λέξη. 
Πίνακας του 19ου αι.: Βαριά οπλισμένους φαντάζονταν τότε  τους αρχαίους
γερμανικούς λαούς. Και εκείνοι σε σκηνές διανυκτέρευσαν (© akg-images)
   
Η παρεξήγηση στη Μαρκιανούπολη και η Μάχη της Αδριανούπολης (378 μ.Χ.) Η πρώτη σύγκρουση συνέβη στη Mαρκιανούπολη, μια πόλη στα βορειοανατολικά της σημερινής Βουλγαρίας. Όταν ο Ρωμαίος διοικητής κάλεσε τον αρχηγό των Γότθων για γεύμα, πολλοί μετανάστες ζήτησαν να επισκεφθούν τη δημοτική αγορά, αλλά δεν έγιναν δεκτοί. Οι κάτοικοι της παραμεθόριας πόλης δεν ήθελαν να αποδεχτούν ότι θα πρέπει να σηκώσουν αυτοί μόνον το βάρος της μεταναστευτικής πολιτικής, έστω και αν αυτή ήταν ωφέλιμη για το σύνολο της αυτοκρατορίας, δεδομένου μάλιστα ότι ακόμη ήταν αμφίβολο κατά πόσον οι νεοφερμένοι ήταν σε θέση να πληρώνουν για τις αγορές τους. 
Και οι δύο πλευρές θεώρησαν ότι εξαπατήθηκαν. Για τους Γότθους δεν ήταν κατανοητό και εύλογο ότι οι Ρωμαίοι άνοιξαν το πέρασμα του Δούναβη και στη συνέχεια έκλεισαν τις πύλες της Mαρκιανούπολης. Οι Ρωμαίοι, με τη σειρά τους, νόμιζαν ότι είχαν ήδη κάνει αρκετά απλά και μόνον με την αποδοχή των Γότθων μέσα στη χώρα. Ένα σωρό μικρές και μεγάλες διαπολιτισμικές παρεξηγήσεις εμφανίστηκαν. Και από τις δύο πλευρές άρχισαν τις πρώτες επιθέσεις. Η βία κλιμακώθηκε. Δεν πέρασε πολύ έως ότου η ρωμαϊκή πολιτική αποφάσισε να αντικαταστήσει τις προσπάθειες ενσωμάτωσης με την επέμβαση του στρατού. 
Το αποτέλεσμα ήταν μια βίαιη σύγκρουση, η οποία έμεινε στην ιστορία ως η Μάχη της Αδριανούπολης. Η πόλη, που σήμερα οι Τούρκοι οναμάζουν Edirne, βρίσκεται μόλις 200 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη. Εκεί, στις 9 Αυγούστου 378, μια ημερομηνία που αποκλήθηκε από έναν Ιταλό συγγραφέα «Ημέρα των Βαρβάρων»έχασε τη ζωή του και ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Από τότε, το γεγονός αυτό θεωρήθηκε απόδειξη ότι η ρωμαϊκή πολιτική είχε χάσει τον έλεγχο της κατάστασης. 
Σλοβενία. Οκτώβριος 2015
Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επέζησε περισσότερο
Ωστόσο, στις πύλες της Αδριανούπολης δεν απέτυχε γενικά η ρωμαϊκή πολιτική της μετανάστευσης και της ένταξης, αλλά μόνον η αντιφατική εκδοχή της, την οποία εκπροσωπούσε ο σκοτωμένος αυτοκράτορας Ουάλης. Ο διάδοχός του Θεοδόσιος κατάφερε να αποκαταστήσει και πάλι τις σχέσεις με τον γοτθικό πληθυσμό. Τέσσερα μόνον χρόνια αργότερα, έκλεισε με τους Γότθους μια νέα συμφωνία. Έγινε πλέον επίσημα αποδεκτό ότι η ένταξη δεν είναι απαραίτητο να σημαίνει αφομοίωση, προς όφελος και των δυο ενδιαφερομένων μερών. 
Στην ανατολική ρωμαϊκή και μετέπειτα βυζαντινή πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη, αυτά τα ζητήματα ήταν εξίσου αμφιλεγόμενα όσο και σήμερα. Η φιλελεύθερη γραμμή αντιπροσωπεύονταν από τον ιδιαίτερα εύγλωττο ρήτορα και φιλόσοφο Θεμίστιο, έναν οπαδός των παλιών ρωμαϊκών ηθών. «Κανείς δεν αποκαλεί σήμερα τους Γαλάτες βαρβάρους», έγραφε, υπενθυμίζοντας τον λαό από τον οποίο προέρχονταν παλιότερες ομάδες μεταναστών. «Πληρώνουν φόρους όπως εμείς και υπακούουν στους ίδιους νόμους». Την αντίθετη άποψη την εκπροσωπούσε λίγο αργότερα ο Συνέσιος, ο Χριστιανός επίσκοπος της Κυρήνης στη Βόρειο Αφρική, φανατικός υποστηρικτής της τότε νέας ακόμη θρησκείας. Έγραφε: 
«Μόνο ένας τρελός δεν αισθάνεται καθόλου φόβο, όταν βλέπει όλους αυτούς τους νέους που έχουν μεγαλώσει έξω απο το κράτος μας και οι οποίοι συνεχίζουν να ζουν ακολουθώντας τα δικά τους ήθη και έθιμα».
Μετά τη μάχη της Αδριανούπολης, τέτοιες απόψεις, εχθρικές προς τους αρχαίους γερμανικούς λαούς, συγκρίσιμες με το σημερινό αντι-ισλαμικό μίσος, διαδόθηκαν σε όλο το Imperium Romanum. Ωστόσο, από τώρα και στο εξής, στα ανατολικά σταμάτησαν να αναπτύσσονται τριβές. Αυτό μπορεί να οφείλεται στη μεγαλύτερη εμπειρία με πολιτισμικές πολυμορφίες, στην παράδοση των ελληνικών μικρών κρατών-πόλεων, στην πολιτισμική αυτονομία περιοχών όπως η Αίγυπτος με την πολυπολιτισμική πρωτεύουσα της την Αλεξάνδρεια. Πάντως, η συγκριτικά πιο επιτυχημένη πορεία της ενσωμάτωσης στα ανατολικά, είχε ως αποτέλεσμα να συνεχιστεί η ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για μια ολόκληρη χιλιετία ακόμη. 
Αντίθετα, στη Λατινική Δύση, η ικανότητα για ενσωμάτωση συρρικνώθηκε, παρά τη μακρά ιστορία μεταναστεύσεων και των ασθενέστερων πολιτισμικών παραδόσεων. Προφανώς, ακόμη και οι κλασικές χώρες υποδοχής μεταναστών δεν έχουν ανοσία από τις αντιδράσεις απόρριψης των νεοφερμένων.
 
 
Στηλίχων, ο μετανάστης αρχιστράτηγος
Αρχικά, η ενσωμάτωση των γερμανικών λαών προχωρούσε πολύ ελπιδοφόρα στη Δύση. Νεοφερμένα άτομα ανέρχονταν σε υψηλά και υψηλότατα στρατιωτικά αξιώματα. Με το πέρασμα του χρόνου φαινόταν πιθανό ακόμη και να υπάρξει γερμανικής καταγωγής αυτοκράτορας. Μια χαρακτηριστική μορφή στις αρχές του 5ου μ.Χ. αιώνα ήταν ο στρατηγός Φλάβιος Στιλίχων. Τόσο ψηλά δεν είχε ανέλθει κανείς άλλος «βάρβαρος». Για περισσότερα από δεκατρία χρόνια ήταν ο πιο ισχυρός άνθρωπος της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όχι μόνον ο επικεφαλής του στρατού, αλλά και επίτροπος των δύο ανήλικων γιών του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, δηλαδή στην πράξη αντιβασιλέας. Κανείς άλλος δεν μπορούσε εκείνη την εποχή να καθοδηγεί την αυτοκρατορία μέσα στους ασταθείς καιρούς, να εξασφαλίζει την τάξη, να κάνει τους αναγκαίους συμβιβασμούς και να κλείνει συνθήκες, όσο ο αρχιστράτηγος με το μεταναστευτικό παρελθόν. 
Αλλά στο τέλος, οι Ρωμαίοι δεν ξέχασαν την καταγωγή του Στιλίχωνα. Όσο καιρό ο Στηλίχων εμφανίζονταν ως επιθετικό γεράκι, ήταν δημοφιλής στους αυτόχθονες πληθυσμούς της Ιταλίας. Ωστόσο, μετά από πολλές επιτυχείς στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Γότθου βασιλιά Αλάριχου, εξέφρασε τη γνώμη του εναντίον ενός νέου πολέμου. Τον θεωρούσε ως ανεύθυνη περιπέτεια. Η συμπάθεια που απολάμβανε κατέρρευσε γρήγορα και ο αυτοκράτορας Ονώριος, που είχε πια ενηλικιωθεί, απέλυσε τον ικανότερο στρατηγό του. Στις 22 Αυγούστου του 408 μ.Χ., μόλις 43 ετών, τον σκότωσαν. Και μάλιστα μέσα σε μια εκκλησία στη Ραβέννα, όπου είχε καταφύγει ελπίζοντας ότι οι διώκτες του θα σεβόταν το άσυλο του ιερού χώρου.
Όπως γράφει ο Ιταλός δημοσιογράφος Indro Montanelli, ήταν
«ίσως το πιο ηλίθιο, το πιο μοχθηρό και το πιο καταστροφικό από τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο όνομα της Ρώμης».
Στη συνέχεια, τακτικοί Ρωμαίοι στρατιώτες, στις γύρω πόλεις της βόρειας Ιταλίας, επετέθηκαν στις οικογένειες των Γερμανών, των στρατολογημένων από τον Στιλίχωνα στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού. Εκείνοι, στη συνέχεια τάχθηκαν στο πλευρό των Γότθων του Αλάριχου. Η αντίθεση μεταξύ Ρωμαίων και βαρβάρων, που φαινόταν να έχει σχεδόν εξαφανιστεί από την αυτοκρατορία, ξαφνικά επέστρεψε.
Δίπτυχο απο ελεφαντόδοντο (395 μ.Χ.), Καθεδρικός της Monza: Ο Στηλίχων,
η σύζυγός του Σερένα (ανεψιά του Θεοδοσίου Α΄) και ο γιός τους Ευχέριος
Από την πολιτισμική συμβίωση γεννήθηκε ένας νέος πολιτισμός
Δύο χρόνια αργότερα, ο Αλάριχος με ένα στρατό απογοητευμένων μεταναστών μπήκε στη Ρώμη. Για τρεις ημέρες οι άνδρες του σκόρπισαν στην πόλη σοκ και δέος, και στη συνέχεια κινήθηκαν προς το νότο. Παρά το γεγονός ότι η ζωή στη Ρώμη συνεχίστηκε και μετά, το σοκ επέδρασε για πολύ καιρό - παρόμοια κατάσταση όπως μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Όπως η Νέα Υόρκη σήμερα, η Ρώμη στην αρχαιότητα ήταν το σύμβολο ενός ολόκληρου πολιτισμού και της υπόσχεσής του για ασφάλεια. Η είσοδος των Γότθων στη Ρώμη ήταν λιγότερο εξωτερική σύγκρουση και περισσότερο μια διένεξη στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Άλλωστε, ακόμη και ο ίδιος ο Αλάριχος είχε διατελέσει στρατιωτικός διοικητής της αυτοκρατορίας, στα ανατολικά. Π
ήρε τα όπλα μόνον όταν του αρνήθηκαν στη Δύση την αναγνώριση γι΄ αυτή του την υπηρεσία. 
Μετά από αυτό το γεγονός, η ικανότητα της Ρώμης να ενσωματώνει δεν ανακτήθηκε ποτέ. Κατά ειρωνικό τρόπο, οι μέχρι πρόσφατα κυνηγημένοι Χριστιανοί επέδειξαν ιδιαίτερο ζήλο ως επικριτές της μετανάστευσης. Ο πατέρας της εκκλησίας Αυγουστίνος εμπνέυστηκε από τη λεηλασία της Ρώμης το βιβλίο του «Πόλη του Θεού», το οποίο αποτελεί ένα γενικό ξεκαθάρισμα των λογαριασμών του με το δήθεν παρακμιακό «melting pot» της αυτοκρατορίας. Και ο επίσκοπος Αμβρόσιος του Μιλάνου ξεσήκωνε το ποίμνιό του εναντίον των μεταναστών από το βορρά, τους οποίους θεωρούσε ως άγριους και ορκισμένους εχθρούς των Ρωμαίων.
Ωστόσο, ακόμη και η κατάληψη από τους Γότθους, με όλες τις συνέπειές της, δεν ήταν η «πτώση» της Ρώμης, όπως πίστευαν πολλοί σύγχρονοι αλλά και μεταγενέστεροι συγγραφείς. Ούτε καν το επίσημο τέλος της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 476 μ.Χ. μπόρεσε να διαλύσει από τη μια μέρα στην άλλη αυτή την ενότητα του άλλοτε στενά αλληλοσυνδεδεμένου κόσμου της Μεσογείου  Η Γερουσία συνεδρίαζε στην πόλη της Ρώμης μέχρι και τον 6ο αιώνα μ.Χ., τα λουτρά και τα υδραγωγεία παρέμειναν για καιρό σε λειτουργία. Υπό τον Γότθο βασιλιά Θεοδώριχο, ο οποίος κυβερνούσε από τη πρωτεύουσα του Ραβένα με τον ρωμαϊκό τρόπο, μεγάλες περιοχές της Ιταλίας βίωσαν μέχρι και μια νέα άνθιση. Μακροπρόθεσμα, μέσα από την ρωμαιο-γερμανική συμβίωση, γεννήθηκε ένας νέος πολιτισμός.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η ενσωμάτωση δεν λειτουργούσε πια εντός της αυτοκρατορίας,  οδήγησε σε δραματική απώλεια της ποιότητας ζωής. Η ενότητα του κόσμου της Μεσογείου κατακερματίστηκε, δημιουργήθηκαν νέα σύνορα. Η επανάληψη αυτής της διαδικασίας, μετά από μιάμιση χιλιετία, εύλογα και για εντελώς πρακτικούς λόγους, δεν φαίνεται επιθυμητή στα μάτια της Γερμανίδας Καγκελάριου. 
Σε κάθε περίπτωση, για τη Ρώμη δεν υπήρχε τότε καμία άλλη εύλογη εναλλακτική λύση, παρά μόνον η προσήλωση στο άνοιγμα προς τους ξένους. «Άλλος τρόπος ζωής δεν υπάρχει»: έτσι το έθεσε ο Έλληνας ρήτορας Αίλιος Αριστείδης, αναφερόμενος στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ήδη πολυεθνική από τον 2ο αιώνα μ.Χ.. Αυτό που ήρθε αργότερα, σίγουρα δεν ήταν μια καλή ζωή. Η ενότητα χάθηκε, η αυτοκρατορία διαμελίστηκε σε ένα πλήθος φεουδαρχικών συστημάτων εξουσίας. Σε αντίθεση με το παρελθόν η ζωή στις πόλεις έγινε μονότονη, εξαφανίστηκε η πολλαπλότητα των τρόπων ζωής. Μόνον από τα τέλη του Μεσαίωνα, στην πορεία μιας νέας παγκοσμιοποίησης, οι συνθήκες αυτές αντιστράφηκαν και πάλι. Προς όφελος όλων όσων συμμετείχαν.

* Quando cadet Roma, cadet et mundus
Αποδίδεται στον Άγιο Βέδα (Λατινικά: Bēda Venerābilis‎, 672 – 735), Βενεδικτίνο μοναχό σε μοναστήρι της Νορθουμβρίας (Βρετανία), περίφημο εκκλησιαστικό συγγραφέα και ιστορικό, συγγραφέα του έργου «Εκκλησιαστική ιστορία της Αγγλίας».
 




Μεγάλη Μετανάστευση των λαών - Εκδοχή 1: Το λάθος της Μέρκελ - ανήθικη πολιτική για την προσφυγική κρίση (του Βόλφγκανγκ Μύνχάου)
Ralph BollmannO Ralph Bollmann είναι δημοσιογράφος, ανταποκριτής στο Βερολίνο της Frankfurter Allgemeine Sonntagszeitung, με επίκεντρο τα οικονομικά, κοινωνικά και ιστορικά θέματα.

Παλια και νέα αποικιοκρατία

**ΠΕΡΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗΣ ΚΑΙ ΝΕΑΣ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑΣ — ΣΧΟΛΙΟ** - Η διαφορά με την αποικιοκρατία: την εποχή, π.χ., του 19ου αιώνα, η τεχνολογική υπερ...