Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Χριστιανισμός, δουλεία και ιδιοκτησία . αποσπασμα απο το ποστ του μπλογκ ΑΦΟΡΜΗ

Χριστιανισμός, δουλεία και ιδιοκτησία



Του GEM DE Ste. Croix
Με την ευκαιρία του χριστιανικού Πάσχα (…που πέρασε!) το aformi  δημοσιεύει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του μεγάλου μαρξιστή ιστορικού Croix, Ο χριστιανισμός και η Ρώμη, Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2005. Σε αυτό ο Croix καταρρίπτει τους ισχυρισμούς ότι δήθεν ο χριστιανισμός επέφερε καλυτέρευση της θέσης των δούλων. Και ακόμα παρουσιάζει τις θέσεις των πατέρων της εκκλησίας για την ιδιοκτησία.

Χριστιανισμός, δουλεία και ιδιοκτησία


 αποσπασματα :
Λέγεται συχνά ότι ο χριστιανισμός εισήγαγε μια εντελώς νέα και καλύτερη στάση απέναντι στη δουλεία. Τίπο­τε δεν θα μπορούσε να είναι πιο λανθασμένο: ο Ιησούς δέ­χτηκε τη δουλεία ως δεδομένη του περιβάλλοντος του, όπως ακριβώς γίνεται δεκτή και στην Παλαιά Διαθήκη, και οι οπαδοί του δέχτηκαν και υιοθέτησαν την κυρίαρχη ελληνορωμαϊκή άποψη που μόλις περιέγραψα. Παρατίθε­ται συχνά το έξης εδάφιο από την Προς Κολοσσαείς επι­στολή του Παύλου (3:11): ουκ ενι Έλλην και ‘Ιουδαίος, περιτομή και άκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ε­λεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσιν Χριστος. Η ση­μασία του γίνεται καλύτερα κατανοητή στο φως ενός εδα­φίου από την Προς Γαλατάς επιστολή (3:28): ουκ ενι ‘Ιου­δαίος ουδέ Έλλην, ουκ ενι δούλος ουδέ ελεύθερος, ούκ ενι άρσεν και θήλυ· πάντες γάρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού. Το «δεν υπάρχει ούτε δούλος ούτε ελεύθερος» έχει ακριβώς το ίδιο νόημα που έχει και το «δεν υπάρχει ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό»: αυτές οι δηλώσεις ισχύουν μόνο με μια αυστηρά πνευματική σημασία- η ισότητα υπάρχει «στα μάτια του Θεού» και δεν έχει καμία σχέση με την καθημερινή πραγματικότητα. Δεν θεωρείται αναγκαίο να αλλάξει η διάκριση μεταξύ δεσπότη και δούλου σε αυτό τον κόσμο, περισσότερο από ό,τι η διάκριση μεταξύ αρσε­νικού και θηλυκού. Κατά τον απόστολο Παύλο, ο Ιησούς ελευθέρωσε όλους τους πιστούς του — από τη σάρκα και τα έργα της. Η προτροπή προς τον χριστιανό δούλο να θεωρεί τον εαυτό του «απελεύθερο του Χρίστου» (με τον ίδιο τρόπο που ένας ελεύθερος χριστιανός είναι δούλος Χρι­στού, Προς Κορινθίους Α’ 7:22) πιθανότατα του έδινε πο­λύ μεγαλύτερη πνευματική ανακούφιση από αυτή που θα μπορούσε να βρει ο εθνικός δούλος στη γνωστή φιλοσοφική άποψη ότι, αν ήταν καλός άνθρωπος, ήταν «στην πραγμα­τικότητα» ήδη ελεύθερος- βασικά όμως επρόκειτο για την ιδία άποψη. Κι αν οι χριστιανοί δεσπότες καλούνταν με συν­τομία (με τον ίδιο τρόπο που καλούνταν οι δεσπότες από φιλοσοφούντες εθνικούς) να μεταχειρίζονται δίκαια τους δούλους τους, ο ζυγός της δουλείας γινόταν ακόμη πιο βαρύς για τους χριστιανούς δούλους, καθώς η έμφαση στην υπακοή στους δεσπότες τους καθίσταται ακόμα πιο απόλυ­τη. Μερικές φράσεις στις επιστολές του Παύλου, όπως αυτή στην Προς Εφεσίους επιστολή (6:5) που προτρέπει τους δούλους να υπακούουν τους δεσπότες τους μετά φόβου και τρόμου εν άπλότητι της καρδίας υμών ως τω Χριστώ (όπως υπακούουν τον Χριστό), είχαν ιδιάζουσες συνέπειες, οι όποιες έγιναν φανερές σε δύο μετα-αποστολικά έργα, την Επιστολή Βαρνάβα (19:7) και τη Διδαχή (4:11): ξε­κάθαρα λένε στο δούλο ότι θα πρέπει να υπηρετεί το δεσπότη του ως τύπω Θεού εν αισχύνη και φόβω. Δεν γνωρίζω κείμενο στη φιλολογία των εθνικών που να φθά­νει σε τέτοιο σημείο. Κατά συνέπεια, ό,τι κι αν σκέφτεται ένας θεολόγος για τη διακήρυξη ότι ο χριστιανισμός ελευ­θέρωσε την ψυχή των δούλων, για τον Ιστορικό είναι αναν­τίρρητο ότι έσφιξε τα δεσμά πιο δυνατά στα πόδια τους. Επιτελούσε την ίδια κοινωνική λειτουργία με τις διαδεδομένες φιλοσοφίες του ελληνικού κόσμου, και ίσως με βαθύ­τερες συνέπειες: έκανε το δούλο να αισθάνεται συγχρόνως ευχαριστημένος υπομένοντας την επίγεια μοίρα του, καθώς και πιο πειθήνιο και υπάκουο. Ο Ιγνάτιος, στην Προς Πολύκαρπον επιστολή του (4:3), δηλώνει με έμφαση ότι δεν θα έπρεπε ούτε να περιφρονούν τους χριστιανούς δού­λους ούτε «να τους φουσκώνουν τα μυαλά» (μή φυσιούσθωσαν) · πως θα έπρεπε να δουλεύουν περισσότερο, εις δόξαν Θεού- επίσης, ότι «δεν θα έπρεπε να επιθυμούν να ε­λευθερωθούν με έξοδα του κοινού ταμείου, μήπως τυχόν γίνουν δούλοι της επιθυμίας» (ίνα μή δούλοι ευρεθώσιν επιθυμίας). (Ομολογώ ότι βρίσκω την τελευταία φράση κάπως ανακόλουθη. Επίσης, αδυνατώ να καταλάβω πως ένας ακόμη πιο εντατικός ρυθμός εργασίας από την πλευρά του δούλου μπορεί να αυξήσει τη δόξα του Θεού.) Ο πέμ­πτος κανόνας της Συνόδου της Ελβίρας, στο τέλος του τρί­του ή στις αρχές του τέταρτου αιώνα, τιμωρούσε μόλις με επτά χρόνια αφορισμό το θανατηφόρο εκ προθέσεως μα­στίγωμα μιας δούλης από τη δέσποινα της — ίσως της δούλης που είχε γίνει αντικείμενο ερωτικού ενδιαφέροντος του συζύγου της γυναίκας. Επίσης, φαίνεται ότι, τουλάχι­στον ορισμένες εκκλησίες, αρνήθηκαν το βάπτισμα σε δού­λο χωρίς τη συγκατάθεση του δεσπότη του — στην αρχή ίσως μόνο αν ήταν χριστιανός, αλλά αργότερα ακόμη και αν ήταν εθνικός. Κατά την άποψη μου, μια τέτοια θυσία της αθάνατης ψυχής ενός υποψήφιου χριστιανού δούλου στα δικαιώματα περιουσίας του δεσπότη είναι αδικαιολόγητη σύμφωνα με τις χριστιανικές αρχές.
Η κατάσταση δεν άλλαξε καθόλου όταν ο χριστιανισμός κατέλαβε την εξουσία τον τέταρτο αιώνα, και η ‘Εκκλη­σία ανέλαβε ρόλο ακόμη και στη δημόσια ζωή της Ρω­μαϊκής Αυτοκρατορίας από τον τέταρτο αιώνα και στο έξης. Τη σύζευξη Εκκλησίας και κράτους μπορώ να τη συγκρί­νω, από πλευράς λειτουργικότητας, μόνο με αυτό που ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ αποκάλεσε «στρατιωτικό-βιομη­χανικό σύμπλεγμα» στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα. Ο Αυγουστίνος τουλάχιστον παραδέχτηκε ότι η δουλεία ή­ταν καθεαυτή ένα κακό- άλλα με αυτή την εξαιρετική, διεστραμμένη ευφυΐα του, η οποία ποτέ δεν σταματά να εκ­πλήσσει, τη θεώρησε ως τιμωρία του Θεού στην ανθρωπό­τητα για την αμαρτία του Αδάμ. (Δεν σκέφτηκε ότι ίσως ήταν βλασφημία να αποδώσει σε μια δίκαιη θεότητα μια τέτοια τυφλή μέθοδο συλλογικής τιμωρίας.) Έτσι, υ­ποθέτοντας ότι «δίκαια το φορτίο της δουλείας τιμώρησε την παράβαση του θείου νόμου», ο Αυγουστίνος παρουσία­σε τη δουλεία ως θεϊκά εντεταλμένη και έδωσε στο θεσμό ακόμη πιο ισχυρή νομιμοποίηση από όση είχε λάβει ποτέ από διανοητές της προχριστιανικής περιόδου, από την ε­ποχή που εμφανίστηκαν oι θεωρίες της «κατά φύσιν δου­λείας». Πράγματι, ο Αυγουστίνος και ο Αμβρόσιος έφτα­σαν στο σημείο να σκεφτούν ότι η δουλεία μπορούσε να εί­ναι, για το καλό του δούλου, μια παιδευτική μορφή βελτίω­σης, ακόμη και μια ευλογία -διότι, όπως το έθεσε ο Αμ­βρόσιος, «όσο ταπεινότερη είναι η θέση στη ζωή τόσο εξυ­ψώνεται η αρετή». Δεν μπόρεσα να βρω σε κανέναν πρώ­ιμο χριστιανό συγγραφέα κανενός είδους απαίτηση για κα­τάργηση της δουλείας, ή έστω για μια γενική απελευθέ­ρωση των δούλων εκείνης της συγκεκριμένης εποχής. Το πλησιέστερο που γνωρίζω είναι ένας από τους Ύμνους εις την Γέννησιν (διασώζονται μόνο στα συριακά) του Εφραίμ, από τη Νίσιβη και την Έδεσσα της Μεσοποταμίας: εδώ ο Εφραίμ παρουσιάζει τη Μαρία να λέει: «Ο άνθρωπος που έχει στην ιδιοκτησία του έναν δούλο οφείλει να τον απε­λευθερώσει». Αμέσως μετά όμως συμπληρώνει: «ώστε να έλθει και να υπηρετήσει τον Κύριο του». Επίσης, σε έναν από τους ‘Ύμνους εις τα ‘Επιφάνια, ο Έφραίμ καθί­στα σαφές ότι στα μάτια του ο δούλος και ο ελεύθερος άν­θρωπος εξισώνονται μέσω της βάπτισης — η καθιερωμένη χριστιανική άποψη. Δεν μπόρεσα έξαλλου να ανακαλύ­ψω καμία επίθεση στο θεσμό της δουλείας σε έργα αιρετι­κών, ανάλογη με την επίθεση των πελαγιανών στα πλού­τη, την οποία θα αναφέρω αμέσως παρακάτω. Τουλάχι­στον δύο σύγχρονοι μελετητές του χριστιανισμού, ο C. J. Cadoux και ο R. Μ. Grant, έχουν δηλώσει ότι οι γνωστικές Πράξεις Θωμά επιτίθενται σε αυτόν καθαυτόν το θεσμό της δουλείας, με το αιτιολογικό ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ενώπιον τού Θεού. Δεν βλέπω τίποτε τέτοιο στο κεί­μενο, παρά μόνο μια έκφραση συμπάθειας για τους δούλους, τους οποίους οι δεσπότες φορτώνουν με βάρη σαν να είναι κτήνη και αρνούνται να τους φερθούν σαν να είναι άνθρωποι όπως αυτοί οι ίδιοι.
Στους ρωμαίους νομομαθείς (προφανώς όλοι τους εθνικοί), από τον δεύτερο ή τον τρίτο μεταχριστιανικό αιώνα μέχρι τον έκτο, μερικές φορές άπαντα η παραδοχή ότι η δουλεία ήταν «contra naturam, iuri naturali contraria». (Πράγματι, φαίνεται ότι η δουλεία θεωρούνταν, από μερι­κούς τουλάχιστον νομομαθείς, ως το μοναδικό χαρακτηρι­στικό του ius gentium —του δικαίου των εθνών— που δεν α­ποτελούσε μέρος του ius naturale — του φυσικού δικαίου.) Αυτός είναι ένας τρόπος σκέψης που ανάγεται στους ανώ­νυμους διανοητές του πέμπτου ή του τέταρτου αιώνα π.Χ., οι όποιοι, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είχαν δια­κηρύξει ότι η δουλεία, επειδή βασιζόταν στη βία, ήταν αν­τίθετη με τη φύση και λάθος —όχι απλώς ου κατά φύσιν άλλα παρά φύσιν— μια σημαντική διαφορά. Αυτός ο τρό­πος σκέψης ενδέχεται να έφτασε μέχρι τους ρωμαίους νο­μομαθείς μέσω των στωικών. Πράγματι, κάποιοι στωικοί —ο πρώην δούλος Επίκτητος για παράδειγμα— μπορεί περιστασιακά να είχαν εκφραστεί δίνοντας την εντύπωση ότι επέκριναν την ιδιοκτησία δούλων από πλευράς άρχων. Άλλα όλα αυτά είναι σε τελική ανάλυση εξωπραγματικά, μέρος από το προπέτασμα καπνού των εύσχημων ιδεών με τις όποιες οι πιο σχολαστικοί διανοητές της αρχαιότητας έκρυβαν από τον εαυτό τους τη δυσάρεστη αλήθεια για έναν αμείλικτο κόσμο, τον όποιο προσπαθούσαν να παρουσιά­σουν όσο καλύτερα μπορούσαν, ανάλογα με την έμπνευση τους. Ο εξωπραγματικός χαρακτήρας όλων αυτών των συζητήσεων αναδύεται ξεκάθαρα από την περιγραφή του Επί­κτητου σχετικά με έναν πρώην δούλο που καταλήγει να γί­νει συγκλητικός: γίνεται τότε, λέει ο Επίκτητος, δούλος της καλλίστης και λιπαρωτάτης δουλείας. Αν η ιδιό­τητα του συγκλητικού ήταν δουλεία, τότε ήταν δουλεία με μια πολύ ιδιότυπη έννοια. Το μεγαλύτερο μέρος του πλη­θυσμού του ελληνορωμαϊκού κόσμου θα την ασπαζόταν πο­λύ πρόθυμα.
Κατά συνέπεια, στην πρώιμη χριστιανική σκέψη δεν βρή­κα σχεδόν τίποτε που να φτάνει τουλάχιστον στο σημείο της απόρριψης της δουλείας, όπως συνέβαινε με τις καθαρά θεω­ρητικές δηλώσεις των ρωμαίων νομομαθών, ότι δηλαδή η δουλεία «είναι αντίθετη στη φύση». Εδώ θα πρέπει να αναφέρω κάτι που με απασχολεί από παλιά. Αντιλαμβάνο­μαι ότι, με βάση τις χριστιανικές αρχές, μπορεί να υπο­στηριχτεί ότι το καθεστώς της δουλείας είναι αποδεκτό για τον δούλο, με τον τρόπο που το αποδέχτηκαν οι στωικοί και οι επικούρειοι, ο απόστολος Παύλος και τόσο πολλοί άλλοι πρώτοι χριστιανοί, ως κάτι εξωτερικό και ασήμαντο. Ο ισχυρισμός αυτός ισχύει ακόμη και για εκείνους που ίσως να μη συμφωνούν απόλυτα με τον καρδινάλιο Newman, ο όποιος διακήρυξε ότι, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκ­κλησίας του, «θα ήταν καλύτερα να γκρεμιστούν ο ήλιος και το φεγγάρι από τον ουρανό, η γη να χαθεί, και τα πολλά εκατομμύρια άνθρωποι που βρίσκονται πάνω της να πεθάνουν από την πείνα μέσα στην έσχατη αγωνία όσο διαρκεί η εγκόσμια θλίψη, παρά μία και μοναδική ψυχή —δεν θα έ­λεγα να χαθεί— να διαπράξει ας είναι και ένα μόνο συγχωρητέο αμάρτημα, να πει ένα συνειδητό ψέμα, έστω και αν δεν βλάπτει κανέναν, ή να κλέψει μία δεκάρα χωρίς λόγο». Αλλά τί συμβαίνει με τις επιπτώσεις της δουλείας στο δε­σπότη; Άραγε, ο χριστιανός που προσεύχεται, ώστε να μην «παρασυρθεί από τον πειρασμό», δεν θα πρέπει να αποκη­ρύξει και την απολύτως ανεύθυνη κυριαρχία επί των συναν­θρώπων του, ιδιότητα που ανήκει στο δεσπότη δούλων και που είναι πολύ πιθανό να τον οδηγήσει (όπως γνωρίζουμε ότι συνέβη) στον μεγαλύτερο πειρασμό, να συμπεριφερθεί δηλαδή με σκληρότητα και λαγνεία; Δεν γνωρίζω πότε αυ­τό έγινε αντιληπτό για πρώτη φορά. Ήταν ωστόσο προ­φανές στον Τολστόι, ο όποιος, σε μια αξιοθαύμαστη περι­γραφή στο μυθιστόρημα Πόλεμος και ειρήνη, παρουσιά­ζει τον πρίγκιπα Αντρέι να λέει στον Πιέρ ότι το χειρότε­ρο πράγμα όσον άφορα τη δουλοπαροικία είναι η επίδραση της πάνω στους δεσπότες εκείνους που έχουν τη δύναμη να τιμωρούν τους δουλοπάροικους όπως τους αρέσει και, κάνοντας το αυτό, «καταπνίγουν τις τύψεις τους και σκληραίνουν». Μπορώ μόνο να συμπεράνω ότι εκείνο που εμ­πόδισε τη χριστιανική Εκκλησία να παραδεχτεί την επικίν­δυνη, αποκτηνωτική επίδραση της δουλείας (και της δου­λοπαροικίας) πάνω στους δεσπότες ήταν η ακαταμάχητη δύναμη της κοινωνικής πραγματικότητας — αυτή που θα αποκαλούσα, συμφωνώντας με τον Μαρξ, πάλη των τά­ξεων: η απόλυτη αναγκαιότητα για τις άρχουσες τάξεις του ελληνορωμαϊκού κόσμου να διατηρήσουν τους κοινωνι­κούς θεσμούς πάνω στους οποίους βασιζόταν η προνομιού­χος θέση τους, την οποία άλλωστε δεν είχαν διάθεση ή δεν μπορούσαν να την εγκαταλείψουν.
Δεν γνωρίζω τα κείμενα της χριστιανικής γραμματείας μετά τον έκτο αιώνα, και γι’ αυτό δεν μπορώ να πω πολ­λά. Θα έλεγα όμως ότι δεν έχω υπόψη μου καμία απερί­φραστη καταδίκη της δουλείας ως θεσμού από κανένα χρι­στιανό συγγραφέα στη διάρκεια του Μεσαίωνα: οι δηλώ­σεις που έχω δει να παρατίθενται από τον Θεόδωρο Στουδίτη, τον αβά Σμάραγδο και άλλους έχουν πάντα κάποια ειδική, περιορισμένη εφαρμογή. Ομολογώ ότι ίσως να οφείλεται στην άγνοια μου, άλλα δεν γνωρίζω καμία γενι­κή, άμεση καταδίκη της δουλείας εμπνεόμενη από χρι­στιανικές πεποιθήσεις, προτού εμφανιστεί η έκκληση των μενονιτών της Τζερμαντάουν στην Πενσυλβανία το 1688 — μια ομάδα παρόμοια με τους κουάκερους, εκτός του κύ­ριου ρεύματος του χριστιανισμού. Ορισμένοι χριστιανοί συγγραφείς συχνά τονίζουν προσπάθειες χριστιανών να εμ­ποδίσουν ή, τουλάχιστον, να αποθαρρύνουν την υποδούλω­ση. Οι συγκεκριμένες προσπάθειες όμως πολύ σπάνια, σχε­δόν ποτέ δεν επεκτείνονταν προς όφελος άλλων, έκτος του χριστιανικού πλήθους, και οι συγγραφείς που έχουν επι­σύρει την προσοχή σε αυτές συχνά παραλείπουν να αναφέ­ρουν ότι η καταδίκη του αμαρτήματος της υποδούλωσης χριστιανών συνοδεύεται συνήθως από τη σιωπηλή παρα­δοχή ότι η υποδούλωση μη πιστών ήταν επιτρεπτή, ακό­μη και αξιέπαινη, αν συνοδευόταν από προσηλυτισμό — έναν προσηλυτισμό που ενδεχομένως μερικές φορές δεν θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί με άλλα μέσα.................

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου