Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

επιλογή : διαβαστε το ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ Οι βαθμίδες της συμπόνιας Ευγένιος Αρανίτσης.. ΑΠΟ ΤΗΝ ''Ε''

Οι βαθμίδες της συμπόνιας Ευγένιος Αρανίτσης

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

''Υπάρχουν τρεις μορφές συμπόνιας· η πρώτη ήταν ασφαλώς εκείνη που αναγνωρίζαμε ανέκαθεν στους ιεραπόστολους και τους φιλανθρώπους, αδιαχώριστη απ' τα κίνητρα της συνειδητά ασκούμενης προσφοράς προς τους αναξιοπαθούντες κάθε λογής, τους άπορους, τους άρρωστους, τους υπέργηρους, τα ορφανά και τα αδέσποτα ζώα.

Αυτή η συμπόνια ήταν προστάτιδα ολόκληρων μειονοτήτων, ήταν μια συμπόνια πολιτική και σαν τέτοια εκθειαζόταν απ' τους θεσμούς, απ' την Εκκλησία και απ' τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Επρόκειτο μάλιστα για την συμπόνια των εθελοντών. Η τελευταία, αφού έσπασε ένα προς ένα τα κόκαλα του κοσμάκη με τις εκπαιδευτικές και τηλεοπτικές αναψηλαφήσεις της περίφημης σύγκρουσης μεταξύ Καλού και Κακού, ηθικού και ανήθικου, πρέποντος και μη, must και mustn't, άρχισε να τριγυρίζει στις γειτονιές, αγωνιώντας υποτίθεται για την παροχή πρώτων βοηθειών με όρους ορθοπεδικής αναστύλωσης του ανάπηρου συλλογικού υποκειμένου κ.λπ.

Φυσικά, η σχέση του φορέα μιας τέτοιας συμπόνιας προς την ύπαρξη του άλλου, του διπλανού, παρέμενε ασαφής και ήταν ίσως δύσκολο, όσο και αφελές, το να την θεωρήσουμε αμιγώς συναισθηματική. Το ποιες συγκινήσεις αποσπούσαν οι εμπνευστές της διανομής επιδομάτων και συσσιτίων απ' τις λεγόμενες διαπροσωπικές σχέσεις χαρακτηριζόταν απόρρητο. Εμοιαζε εδώ να κυριαρχεί το καθήκον, δηλαδή η ανυποχώρητη εμμονή στην επίτευξη του προαποφασισμένου στόχου, η δε αγαπητική δόνηση που θα αναμέναμε να προκληθεί απ' το βλέμμα εκείνου που διάλεγες σαν αποδέκτη της στοργής σου, αποκλειόταν εκ των προτέρων. Στη συμπόνια αυτή αντηχούσε η προπαγάνδα της ενοχής· ένιωθε κανείς ότι η σχέση με τον άλλον πόρρω απείχε απ' το να σε θερμαίνει, ενώ εμφανιζόταν ως μερικό, πολλαπλασιασμένο αντικείμενο θετικών διεκπεραιώσεων εν ονόματι μιας λογικής εξ υποθέσεως καταδικασμένης στην ψυχρότητα των σχεδιασμών που ικανοποιούσαν την Πρόνοια και τις κοινωνικές λειτουργούς. Ως προϋπόθεση ενός συνόλου πάγιων σκοπιμοτήτων, η αναυθεντικότητά της βοούσε.

Ηταν μια συμπόνια πάντοτε ετοιμόλογη, δίχως απορίες, φανατική, στρατευμένη και κουφή, μια συμπόνια κατάλληλη να τιμηθεί σε διεθνείς εκστρατείες υπέρ της ιδέας της αφηρημένης αλληλεγγύης, και συνδεόταν απ' τη φύση της με γιγαντιαία ιδρύματα, γνωστά για τις μεγαλοπρεπείς απονομές βραβείων από επωνύμους. Κατέληγε, έτσι, πρώτη ύλη ενός θεάματος του οποίου το μυστικό ήταν η διανομή των περισσευμάτων που παρήγαγε ο πλούτος ως υπό διαχείρησιν απόβλητο των κοινωνικοοικονομικών κυκλωμάτων. Ηταν, επομένως, μια συμπόνια που, μολονότι ωφελούσε κατά τι, ή και κατά πολύ, αποτύγχανε να ενώσει τους ανθρώπους με τα δεσμά της γνωριμίας, αφού καμιά γνωριμία δεν ήταν εφικτή εκεί που ευημερούσαν οι αριθμοί -η συμπόνια ήλεγχε απλώς τους καταλόγους της.

Απεναντίας, ο δεύτερος τύπος συμπόνιας δρούσε στον τόπο των συναντήσεων· επρόκειτο για τη συμπάθεια που ασκούνταν διαπροσωπικά, κατευθυνόμενη από έναν συγκεκριμένο δότη σ' έναν αποδέκτη εξίσου συγκεκριμένο, με ελάχιστο ενδιαφέρον προς τη γενική, ανθρωπιστική μέριμνα για παροχή υπηρεσιών. Η συμπόνια αυτή δεν ήταν ούτε κοσμική ούτε ιεραποστολική. Απ' τη δική της σκοπιά, το ανθρώπινο παράπονο είχε ένα όνομα, εκφραζόταν μ' ένα βλέμμα, κατοικούσε σ' ένα σώμα που έπασχε και που, πάσχοντας, ξυπνούσε στον επίδοξο ευεργέτη ένα σκίρτημα ταύτισης που άγγιζε την αγάπη. Υπήρχε παντού όμως δεν φαινόταν πουθενά· ήταν συχνά θυσιαστική, τρυφερή, ομιλητική, όμως γνώριζε τις διακυμάνσεις του πόνου ενστικτωδώς κι είχε τη χάρη και τη χαρά να μετέχει σ' αυτόν, γεγονός που της εξασφάλιζε μιαν αποφασιστικής σημασίας συνείδηση της διαπλοκής των εξαρτήσεων πέριξ της θνητότητας του άλλου ως συμβολικού καθρέφτη. Απελπιζόταν και, όχι σπάνια, θύμωνε. Δεν διέπρεπε στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων. Δεν εξουσίαζε. Δεν έψαχνε αφορμές να επιβεβαιωθεί με τυμπανοκρουσίες, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο στερούσε την ανθρωπότητα από παραδείγματα. Μεσολαβούσε αυθόρμητα, αν και με τέχνη, ανάμεσα στην ανάγκη του άλλου και στην ντροπή του για το ότι είχε γίνει όχημα αυτής της ανάγκης. Δεν έκανε δηλώσεις στα ΜΜΕ και δεν έτρεφε καμιάν εκτίμηση για συναλλαγές που οδηγούσαν σε κηδείες δημοσία δαπάνη.

Πηγή αυτής της συμπόνιας μπορούσε να είναι ο καθένας, φέρ' ειπείν εκείνος ο γέρος που είχε τη φήμη ότι δεν κρατούσε κακία, ή το παιδί που περιποιήθηκε μια τραυματισμένη γάτα. Εν ολίγοις ήταν μια συμπόνια εφήμερη και τρωτή απέναντι στην κριτική των θεσμών για την ωφελιμότητά της. Ωστόσο αποδεικνυόταν πειστική καθώς προκαλούσε το ρίγος μιας βαθύτερης κατανόησης των αντιξοοτήτων που επιλύονταν ως διά μαγείας μόλις οι συγκυρίες πυροδοτούσαν την ανυστερόβουλη αμοιβαιότητα, ήτοι ένα πλεονέκτημα που γινόταν αισθητό σαν καθαρή απόλαυση. Μια τέτοια συμπόνια έλαμπε επίσης σαν κάτι το ανεπανάληπτο διότι ο σφυγμός της συνελάμβανε ένα στοιχείο ζωτικής γνησιότητας, το ίδιο εκείνο εκχύλισμα ειλικρινούς επιείκειας για τα πρόσωπα που σε πλήγωσαν και υπέρ των οποίων είχες δεχτεί, αργότερα, σε μια στιγμή σοφίας, ότι το είχαν πράξει άθελά τους.''...........

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου