Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Θρησκεία και δημοκρατία Ο πολωνός κοινωνιολόγος Ζίγκμουντ Μπάουμαν έδωσε στο ιταλικό περιοδικό «Reset» τη συνέντευξη που ακολουθεί.


Θρησκεία και δημοκρατία
Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Ο πολωνός κοινωνιολόγος Ζίγκμουντ Μπάουμαν έδωσε στο ιταλικό περιοδικό «Reset» τη συνέντευξη που ακολουθεί.
- Καθηγητή Μπάουμαν, η δημοκρατία μπορεί να τα καταφέρει χωρίς τη θρησκεία;
«Μπορεί να επιχειρηματολογήσει κανείς με δύο τρόπους. Ορισμένοι λένε ότι αν δεν υπάρχει Θεός, τότε όλα είναι δυνατά. Αλλοι λένε ότι αν υπάρχει Θεός, τότε όλα είναι υποχρεωτικά. Η θρησκεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προσθέσει ουσία στη δημοκρατία, αλλά μπορεί και να χρησιμοποιηθεί σαν γκιλοτίνα που την αποκεφαλίζει (όπως φαίνεται να κάνει ο Μπους, ο οποίος υποστηρίζει ότι δέχεται οδηγίες απευθείας από τον Θεό και γι’ αυτό υποστηρίζει ότι δεν χρειάζεται άλλη γνώμη). Η ιστορία των θρησκειών προηγείται κατά χιλιετίες της δημοκρατίας και έχει κηλιδωθεί από αιματηρές πράξεις που έγιναν στο όνομα της αδιαμφισβήτητης (επειδή είναι εξ αποκαλύψεως) αλήθειας. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, όπως είναι γνωστό, συνέδεσε τη δημοκρατία με την πεποίθηση σύμφωνα με την οποία οι κοινωνίες διαμορφώνονται από τις επιλογές και από τις ενέργειες των μελών τους, αφού δεν προκαθορίζονται από τους σιδερένιους νόμους της ιστορίας. Και εγώ πιστεύω ότι, όπως δεν υπάρχει επιστροφή στον Παράδεισο από τότε που δοκιμάσαμε τον καρπό του δέντρου της γνώσης του καλού και του κακού, έτσι δεν υπάρχει και επιστροφή στο καταφύγιο της θεϊκής αλυσίδας του είναι από τότε που δοκιμάσαμε τους καρπούς του δέντρου του αυτοκαθορισμού. Ή τουλάχιστον ελπίζω ότι έτσι έχουν τα πράγματα».
- Πολλοί συγγραφείς, ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι η θρησκεία είναι ένας παράγοντας που ενισχύει την αλληλεγγύη στις μετα-μεταφυσικές κοινωνίες.
«Η θρησκεία είναι ένα δίκοπο μαχαίρι και καμία μορφή εκλεπτυσμένης φιλοσοφικής επιχειρηματολογίας δεν θα αλλάξει αυτό το δεδομένο. Η άλλη όψη του νομίσματος της αλληλεγγύης που προήγαγε η θρησκεία υπήρξει, συχνά η εχθρότητα προς τους παγανιστές και τους αιρετικούς. Οι θρησκείες έχουν διαιρέσει όπως έχουν και ενώσει. Εχουν χωρίσει την ανθρωπότητα στο “εμείς”, οι σωσμένοι, και στο “εκείνοι”, οι καταδικασμένοι -μια τάση που θα ήταν αυτοκτονική για τον πλανήτη μας από τη στιγμή που (για να τσιτάρω τον Κλίφορντ Γκριτς) το καθήκον, που βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη, καθώς και η μοναδική ρεαλιστική προοπτική για ένα νοητό μέλλον (αν ο πλανήτης έχει κάποιο μέλλον) δεν είναι “η προώθηση της ενότητας αλλά η κοινή πορεία των διαφορών”. Πιστεύω, ωστόσο, ότι το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την πίστη (που λειτουργεί και ως υποκατάστατο της “εμπιστοσύνης” είναι μια προβλέψιμη αντίδραση στη δίνη των φευγαλέων παθών και των παροδικών συρμών (που εκφράζουν ανυπομονησία και έλλειψη εμπιστοσύνης). Αυτό που τροφοδοτεί το σημερινό ενδιαφέρον για τις θρησκευτικές τάσεις είναι το γεγονός ότι η τωρινή μόδα αποτελεί η ίδια μια εκδήλωση ελπίδας ότι θα θέσει ένα τέρμα στις μόδες και θα μας απελευθερώση από μια ζωή νομαδική, ασταθή, κλονιζόμενη από τη διαρκή μεταβολή. Με άλλα λόγια, αυτό το ενδιαφέρον γεννιέται από την “πείνα”, από την αναζήτηση για έναν απολεσθένα “μακρόπνοο” προσανατολισμό, για σκοπούς και προοπτικές που θα διαρκούν περισσότερο από το ένα ή το άλλο επεισόδιο. Και συνδέεται με ένα χρονικό ορίζοντα προσδοκιών, αν όχι μεγαλύτερο τουλάχιστον ανάλογο σε διάρκεια με το τόξο της ατομικής ζωής. Δεν είναι όμως δυνατό να πούμε αν η διαδικασία αυτή θα ακολουθήσει την πορεία που υποδεικνύει ο λόγος που την ενεργοποιεί».
 - Οπως έχετε γράψει, υπάρχει μια αμφιθυμία μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας. Είμαστε μήπως υποχρεωμένοι να επιλέξουμε μεταξύ «ατομικιστικού φιλελευθερισμού» και «κοινοτιστικής ανελευθερίας»;

 «Ο κόσμος μας και η ζωή μας διαπερνιούνται από αμφισημίες που δεν μπορούν παρά να γεννούν αμφιθυμία. Ελευθερία και ασφάλεια αντιπροσωπεύουν μάλλον την κύρια αντίφαση. Τις χρειαζόμαστε και τις δύο αλλά ταυτόχρονα δυσκολευόμαστε να τις συμφιλιώσουμε, έτσι ώστε να επωφελούμαστε και από τις δύο. Καμιά τέλεια σύνθεση, καμιά σωστή αναλογία μεταξύ των δυο τους δεν έχει βρεθεί ακόμα και φαίνεται ότι είμαστε αναγκασμένοι να μετακινούμαστε από το ένα άκρο στο άλλο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, εκείνη μεταξύ “ατομικιστικού φιλελευθερισμού” και “κοινοτιστικής ανελευθερίας” δεν αποτελεί αληθινή επιλογή. Θα ισοδυναμούσε με το να επιλέγουμε μεταξύ του Αδη και της Κόλασης. Είναι εξαιρετικά απίθανο να μπορέσουμε να βρούμε την ευτυχία σε μία από αυτές τις δύο καταστάσεις. Ταυτόχρονα, όμως, είναι ψευδές το ότι αυτές είναι οι μοναδικές εναλλακτικές δυνατότητες μεταξύ των οποίων καλούμαστε να επιλέξουμε. Ο “ανελεύθερος κοινοτισμός” είναι ένα μοντέλο ομοιομορφίας που διευθύνεται από τα πάνω, ενώ ο “ατομικιστικός φιλελευθερισμός” καταργεί τη διάκριση ανάμεσα σε κάθετες και οριζόντιες διαστάσεις. Υπάρχει όμως και μιαν άλλη δυνατότητα: η δυνατότητα να συνυπάρχουμε συνδεόμενοι από τον ιστό αμοιβαίων, “παράπλευρων” υπευθυνοτήτων, που θεμελιώνονται και εκδηλώνονται με τον συνεχή διάλογο (ο οποίος απουσιάζει ή πλεονάζει στον “ατομικιστικό φιλελευθερισμό” και όχι με μια καταπιεστική και δεσμευτική συναίνεση (το δηλητήριο του “ανελεύθερου κοινοτισμού”). Ενα διάλογο που δεν αποβλέπει στην ομοψυχία, αλλά στην αμοιβαία κατανόηση και αποδοχή. Που δεν αποβλέπει στην ανεκτικότητα, αλλά στην αλληλεγγύη. Που δεν αποβλέπει στην ταυτότητα, αλλά στα αμοιβαία οφέλη της διαφοράς. Μόνο με αυτόν τον τρόπο συμβίωσης τα ελεύθερα άτομα μπορούν να βρουν ασφάλεια χωρίς να θυσιάσουν την ελευθερία τους. Πρόκειται μήπως για μιαν ουτοπική θεώρηση; Μπορεί και να είναι ουτοπική, αλλά η ζωή χωρίς ουτοπία είναι σαν ένα καράβι χωρίς πυξίδα». 7 - 26/03/2006
πηγη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου