Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Kojin Karatani, Επανάσταση και Επανάληψη Kojin Karatani Επανάσταση και επανάληψη Πηγή: Umbr(a): A Journal of the Unconscious, 2008 Πηγή και Μτφρ.: Radical Desire / και Die Bestimmung des Menschen



Η επανάληψη στο κράτος
Οι ιστορικοί λένε συχνά ότι αν κάποιος αγνοεί την ιστορία κινδυνεύει να την επαναλάβει. Αν όμως γνωρίζουμε την ιστορία, μπορούμε έτσι να αποφύγουμε την επανάληψή της; Και υπάρχει καν επανάληψη της ιστορίας; Αυτού του είδους το πρόβλημα δεν έχει ποτέ εξερευνηθεί πλήρως. Οι ιστορικοί, οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι επιστημονικοί στην προσέγγισή τους, δεν έχουν ποτέ καταπιαστεί μ’ αυτό, ακόμα και αν το αναγνωρίζουν διαισθητικά. Εγώ θεωρώ ότι υπάρχει επανάληψη της ιστορίας, και ότι είναι εφικτό να την συζητήσει κανείς επιστημονικά. Αυτό το οποίο επαναλαμβάνεται, βέβαια, δεν είναι ένα περιστατικό, αλλά μια επαναληπτική δομή. Περιέργως όμως, όταν επαναλαμβάνεται μια δομή, το περιστατικό μοιάζει συχνά να επαναλαμβάνεται και αυτό. Όμως είναι μόνο η δομή της επανάληψης που μπορεί να επαναληφθεί.
Ο Μαρξ είναι ο στοχαστής που προσπάθησε να διαλευκάνει αυτή την επαναληπτική δομή. Η αντίληψη του Μαρξ για την ιστορία θεωρείται γενικώς ότι βασίζεται στην ανάπτυξη σταδίων μάλλον παρά στην επανάληψη. Όμως στοχάστηκε αναλυτικά πάνω στο πρόβλημα της επανάληψης σε ένα από τα πρώιμά του έργα, την 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη. Οι αρχικές προτάσεις του κειμένου αναφέρονται ακριβώς στην επανάληψη της ιστορίας: “Ο Χεγκελ κάνει κάπου την παρατήρηση πως όλα τα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα και πρόσωπα παρουσιάζονται, σαν να να πούμε, δυο φορές. Ξέχασε να προσθέσει, τη μια φορά σαν τραγωδία, την άλλη σαν φάρσα.”[1] Εδώ ο Μαρξ υπογραμμίζει το γεγονός ότι αυτό που συνέβει ανάμεσα στη Γαλλική Επανάσταση του 1789 και την ενθρόνιση του Ναπολέοντα επαναλήφθηκε εξήντα χρόνια αργότερα με την επανάσταση του 1848 που είχε ως αποτέλεσμα την ενθρόνιση του Λουδοβίκου Βοναπάρτη. Υπάρχουν όμως περισσότερες επαναλήψεις. Πρώτον, η ιστορία της πρώτης Γαλλικής Επανάστασης ακολούθησε το πλάνο της ιστορίας της αρχαίας Ρώμης· αυτές ήταν επαναλήψεις ως μορφές ανα-παράστασης. Αλλά οι επαναλήψεις δεν συνέβησαν επειδή ακολουθήθηκε το πλάνο του παρελθόντος. Η αναπαράσταση γίνεται πράγματι επανάληψη μόνο όταν υπάρχει μια δομική ομοιότητα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, δηλαδή, μόνο όταν υπάρχει μια επαναληπτική δομή που είναι εμμενής στο έθνος και που υπερβαίνει την συνείδηση κάθε ατόμου.
Ο Χέγκελ μάλλον έγραψε ατό στο οποίο αναφέρεται ο Μαρξ στη Φιλοσοφία της Ιστορίας: “Δια της επανάληψης, αυτό το οποίο πρωτοεμφανίστηκε απλώς ως ζήτημα τύχης και ενδεχομενικότητας γίνεται αληθής και επικυρωμένη ύπαρξη.”[2] Ο Χέγκελ αναφέρεται στο περιστατικό της αναγόρευσης του Οκτάβιου στον πρώτο ρωμαίο αυτοκράτορα μετά την δολοφονία του θετού του πατέρα Καίσαρα. Ο Καίσαρας προσπάθησε να γίνει αυτοκράτορας όταν η πόλη της Ρώμης δεν μπορούσε πλέον να διατηρήσει δημοκρατικές αρχές στην επέκτασή της, και δολοφονήθηκε από αυτούς που επέλεξαν να υπερασπιστούν τη δημοκρατία. Ήταν όμως μόνο μετά τη δολοφονία του Καίσαρα που ο λαός της Ρώμης δέχθηκε την αυτοκρατορία και τον αυτοκράτορα ως αναπόφευκτες πραγματικότητες. Ο Καίσαρας δεν έγινε ποτέ αυτοκράτορας, αλλά το όνομά του έγινε γενικό ουσιαστικό που σημαίνει αυτοκράτορας (τσάρος, Κάϊζερ). Ο Μαρξ μπορεί να είχε ξεχάσει αυτά τα συμφραζόμενα όταν έγραψε “Ο Χέγκελ παρατηρεί κάπου”. Παρ’ όλα αυτά, στην 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, ο Μαρξ εντοπίζει την επανάληψη στην ανάδυση της αυτοκρατορίας μέσα από την δημοκρατία που πραγματοποιήθηκε από τη Γαλλική Επανάσταση. Στην Επανάσταση του 1789, ο βασιλιάς εκτελέστηκε και ο αυτοκράτορας αναδύθηκε από την κατοπινή δημοκρατία έχοντας λαϊκή στήριξη. Αυτό είναι που ο Φρόυντ ονομάζει “επιστροφή του κατεσταλμένου.” Ο αυτοκράτορας είναι η επιστροφή του δολοφονημένου βασιλιά αλλά δεν είναι πλέον ο ίδιος ο βασιλιάς. Ο αυτοκράτορας αντιπροσωπεύει μια Αυτοκρατορία που υπερβαίνει τα όρια της πόλης ή του έθνους-κράτους. Εξαιτίας αυτής της δομής, το περιστατικό του Καίσαρα φαίνεται να επαναλαμβάνεται σε άλλους τόπους και χρόνους. Για παράδειγμα ο Ναπολέων, που απέκτησε εξουσία μέσα απ' την Γαλλική Επανάσταση και τους πολέμους που την ακολούθησαν, προσπάθησε να να αντιμετωπίσει τον βρετανικό βιομηχανικό καπιταλισμό θεμελιώνοντας μια Ευρωπαϊκή ένωση: Ο Ναπολέων αυτοχρίστηκε αυτοκράτορας και θεμελίωσε μια Αυτοκρατορία όχι γιατί τον ενδιέφερε το παρελθόν αλλά εξαιτίας της πολιτικο-οικονομικής κατάστασης του καιρού του. Πράγματι, η ιδέα του Ναπολέοντα θα μπορούσε να αποκληθεί το μοντέλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά σ’ αυτό το σημείο στην ιστορία, το σχέδιό του θα μπορούσε με μεγαλύτερη ακρίβεια να ειδωθεί ως προπομπός του χιτλερικού Τρίτου Ράιχ: κατάκτηση της Ευρώπης. Αναφορικά με αυτό το σημείο, η Χάνα Άρεντ γράφει τα ακόλουθα:
Η εσωτερική αντίφαση ανάμεσα στο πολιτικό σώμα του έθνους και την κατάκτηση ως πολιτικό μέσο έχει καταστεί προφανής από τον καιρό της αποτυχίας του ναπολεόντιου ονείρου […] Η αποτυχία του Ναπολέοντα να ενώσει την Ευρώπη κάτω απ’ τη γαλλική σημαία ήταν μια ξεκάθαρη ένδειξη του γεγονότος ότι η κατάκτηση από ένα έθνος οδηγούσε είτε στην πλήρη αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των κατακτημένων λαών, και συνεπώς στην εξέγερση ενάντια στον κατακτητή, είτε στην τυραννία. Και αν και η τυραννία, επειδή δεν χρειάζεται συναίνεση, μπορεί να ασκήσει επιτυχώς εξουσία πάνω σε ξένους λαούς, μπορεί να διατηρήσει την εξουσία μόνο εφόσον πρώτα καταστρέψει όλους τους εθνικούς θεσμούς του δικού της λαού.[3]
Ο κατακτητικός πόλεμος του Ναπολέοντα μπορεί να αποκληθεί το πρώτο παράδειγμα ιμπεριαλιστικής επέκτασης ενός έθνους-κράτους που έχει αποτέλεσμα ένα άλλο έθνος-κράτος. Στον εικοστό αιώνα, ο ιμπεριαλισμός παρήγαγε έτσι έθνη-κράτη σε ολόκληρο τον κόσμο. Μιλώντας γενικά, τα σύγχρονα κράτη δημιουργήθηκαν αποσπώντας τον εαυτό τους από τις αυτοκρατορίες του παλιού κόσμου. Τα κράτη που έχουν την απαρχή τους στην ίδια παγκόσμια αυτοκρατορία μοιράζονται ένα κοινό πολιτισμικό και θρησκευτικό υπόβαθρο ακόμα και όταν ανταγωνίζονται το ένα το άλλο. Αν απειλούνταν από ένα κράτος το οποίο έχει την απαρχή του σε μια άλλη παγκόσμια αυτοκρατορία, θα ενωνόντουσαν, βασιζόμενα στην κοινή ταυτότητα της αυτοκρατορίας του παλιού κόσμου. Με άλλα λόγια, θα επέστρεφαν στην Αυτοκρατορία. Αλλά αν ένα έθνος-κράτος επεκτείνεται και προσπαθεί να γίνει Αυτοκρατορία, δεν μπορεί να αποφύγει να γίνει ιμπεριαλιστικό. Έτσι το σύγχρονο έθνος-κράτος, από τη μία πλευρά, παραμένει μια μορφή αντίδρασης απέναντι στην Αυτοκρατορία, αλλά από την άλλη, έχει την τάση να καταργεί τον εαυτό του και να επιστρέφει στην Αυτοκρατορία. Αυτή η παράδοξη δομή προκαλεί την επανάληψη που είναι εμμενής στο κράτος. 

Η επανάληψη στο Κεφάλαιο

Ο Μαρξ αναφέρεται σε σε μια άλλη επανάληψη στην 18η Μπρυμαίρ: στην οικονομική κρίση του 1851, που βοήθησε τον Βοναπάρτη να κερδίσει την υποστήριξη των μηχανισμών του κράτους όπως ο στρατός και η γραφειοκρατεία: "Μόνο κάτω απ’ τον δεύτερο Βοναπάρτη φαίνεται το κράτος να έχει καταστεί εντελώς ανεξάρτητο. Ο κρατικός μηχανισμός σταθεροποίησε την θέση του κόντρα στην πολιτική κοινωνία.”[4] Σ’ αυτό το σημείο ο Μαρξ ανακαλύπτει την συνάντηση ανάμεσα σε δύο είδη επανάληψης: την επανάληψη του κράτους και την επανάληψη της καπιταλιστικής οικονομίας. Τον καιρό εκείνο, κανείς δεν έδωσε σημασία στην επαναληπτικότητα της κρίσης αυτής. Θεωρήθηκε δεδομένο ότι η εμπορική κρίση ήταν το αποτέλεσμα της επανάστασης του 1848 και ότι μπορούσε να επιλυθεί με οικονομικές πολιτικές.
Ο Μαρξ δεν διερεύνησε επαρκώς το πρόβλημα της περιοδικής κρίσης. Πίστευε ότι αυτή η κρίση δεν προωθούσε την επανάσταση γιατί δεν ήταν ακόμη πλήρως αναπτυγμένη: “Εκτός από αυτές τις ειδικές συνθήκες, η πρόδηλη κρίση του 1851 δεν ήταν τίποτε άλλο από το μπλοκάρισμα που δημιουργούν πάντα η υπερ-παραγωγή και το υπερβολικό σπεκουλάρισμα καθώς συμπληρώνουν τον βιομηχανικό κύκλο, πριν συγκεντρώσουν όλες τους τις δυνάμεις για να σπεύσουν πυρετωδώς μέσα από την τελική φάση του κύκλου αυτού και να φτάσουν ξανά στο αρχικό τους σημείο, την γενική εμπορική κρίση”.[5] Έτσι, ο Μαρξ πίστευε ότι η κρίση αυτή θα ακολοθούνταν από μια “γενική εμπορική κρίση”, η οποία και θα έφερνε την παγκόσμια επανάσταση στην Ευρώπη. Όμως δεν έλαβε χώρα καμμία επανάσταση., αν και επήλθε κρίση το 1857. Η κρίση είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για την καπιταλιστική οικονομία, αλλά ούτε καταστρέφει το σύστημα ούτε παράγει αυτομάτως επαναστάσεις. Το αντίθετο, μια σοβαρή κρίση ή ύφεση οδηγεί στην αντεπανάσταση. Τα περιστατικά που αναφέρονται στην 18η Μπρυμαίρ μαρτυρούν το γεγονός ότι η οικονομική κρίση διευκολύνει την θεμελίωση μιας κρατικής καπιταλιστικής τάξης, όπως αυτή του Βοναπάρτη, και όχι μια σοσιαλιστική επανάσταση. Η μελέτη της καπιταλιστικής οικονομίας απ΄τον Μαρξ απέκτησε μεγαλύτερη εκλέπτυνση μετά το 1857, όταν και εγκατέλειψε την εσχατολογική ελπίδα για μια τέτοια κρίση. Ήταν μετά από αυτή την περίοδο που ο Μαρξ άρχισε να εξερευνά την κρίση ή τον κύκλο εμπορικών συναλλαγών αυτόνομα, ανεξάρτητα από την πολιτική. Η κρίση δεν είναι λάθος οικονομικής πολιτικής και δεν οδηγεί στην κατάρρευση του καπιταλισμού. Ο Μαρξ άρχισε να κατανοεί την κρίση ως μια αναπόφευκτη ασθένεια, η οποία ήταν εμμενής στην συσσώρευση του Κεφαλαίου. Γιατί λοιπόν υπάρχει κάτι που λέγεται κρίση;
Η δυνατότητα για την ύπαρξη της κρίσης, δείχνει ο Μαρξ, παραμονεύει στο salto mortale, στην μεταμόρφωση από το εμπόρευμα στο χρήμα. Για να το πούμε απλά, η δυνατότητα για κρίση ενέχεται στην αβεβαιότητα για το αν θα πουληθεί ή όχι ένα εμπόρευμα. Αυτό το άλμα όμως εξηγεί μόνο την δυνατότητά της: “Για την ανάπτυξη αυτής της δυνατότητας σε πραγματικότητα απαιτείται μια ολόκληρη σειρά προϋποθέσεων, οι οποίες δεν υπάρχουν καν ακόμα από την σκοπιά της απλής διακίνησης των εμπορευμάτων.”[6] Η κρίση λαμβάνει χώρα στην πραγματικότητα αφού έχει αναπτυχθεί ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η πίστωση υπερκεράζει το ρίσκο στο salto mortale του εμπορεύματος· μπορεί να διευκολύνει το εμπόριο έτσι ώστε να είναι σαν να είχαν ήδη πουληθεί τα εμπορεύματα. Αλλά η υπερκέραση αυτή είναι ιδεαλιστική: σε τελική ανάλυση υπάρχει ένα χρονικό σημείο για την τακτοποίηση των λογαριασμών, και για την ανακάλυψη ότι τα εμπορεύματα δεν πουλήθηκαν. Σε μια κρίση, αυτό συμβαίνει σε γιγαντιαία κλίμακα: [Μια χρηματική κρίση] συμβαίνει μόνο όταν η διαρκής αλυσίδα των πληρωμών έχει πλήρως αναπτυχθεί, και μαζί της ένα τεχνητό σύστημα για να καθορίζονται αυτές.”[7] Γενικώς πιστεύεται ότι η κρίση της Ολλανδίας το 1637 ήταν αποτέλεσμα σπεκουλαρίσματος με τις τουλίπες, αλλά η άμεσή της αιτία ήταν η φούσκα που δημιουργήθηκε απ’ την ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Όμως η φούσκα δεν εξηγεί γιατί αυτές οι κρίσεις συμβαίνουν περιοδικά. Η κρίση η οποία άρχισε στη Βρετανία το 1825, και η οποία περιελάμβανε την Ολλανδία και τη Γερμανία, είναι δραστικά διαφορετική από τις προηγούμενες.
Οι περισσότεροι μαρξιστές θεωρούν ότι η κρίση δημιουργείται από την άναρχη υπερ-παραγωγή ή την “αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή και την καπιταλιστική υπεξαίρεση.” Όμως αυτή η ιδέα εξηγεί την δυνατότητα της κρίσης, όχι την αιτία της περιοδικότητάς της. Από όσο ξέρω, μόνο ο Kozo Uno δίνει μια πειστική απάντηση στο μυστήριο αυτό. Ο Uno εξερευνά το πρόβλημα της κρίσης και του κύκλου εμπορικών συναλλαγών με τους όρους του πληθυσμιακού νόμου του καπιταλισμού. Η εργασία είναι ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα· είναι δύσκολο να το αυξήσεις άμεσα εάν εκλείπει και δύσκολο να το μειώσεις αν είναι υπερσυσσωρευμένο. Οι εργάτες που απολύονται σε μια ύφεση δημιουργούν τον “εφεδρικό στρατό εργασίας”. Κατά τις περιόδους ευμάρειας η ανεργία αυξάνεται, οι μισθοί ανεβαίνουν, και το ποσοστό κέρδους πέφτει, αλλά εφόσον υπάρχει ακόμη πίστωση, το κεφάλαιο συνεχίζει να παράγει σύμφωνα με την εμφάνιση της ζήτησης. Κάποια στιγμή, η πίστωση καταστρέφεται και επέρχεται κρίση· η αιτία της περιοδικής κρίσης στον βιομηχανικό καπιταλισμό είναι η ιδιαιτερότητα του εμπορεύματος της εργασίας. Μια κρίση και η συνεπακόλουθή της ύφεση χρεοκοπούν και ξεριζώνουν τις αδύναμες επιχειρήσεις οι οποίες δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τα κέρδη τους μόνες τους. Χαμηλώνοντας τους μισθούς και τα επιτόκια, όμως, η κρίση επιτρέπει στο Κεφάλαιο να επενδύσει σε νέο εξοπλισμό και τεχνολογία. Κάποτε επιστρέφει η ευμάρεια, και μετά επέρχεται η επόμενη κρίση. Έτσι η συσσώρευση του Κεφαλαίου ή η προκεχωρημένη “οργανική σύνθεση του Κεφαλαίου” καθοδηγείται από τον κύκλο εμπορικών συναλλαγών. Αντιστρόφως, αυτό το οποίο επικροτείται ως αυτόματος μηχανισμός προσαρμογής της καπιταλιστικής οικονομίας σηματοδοτεί το γεγονός ότι η συσσώρευση του Κεφαλαίου μπορεί να προχωρήσει μόνο μέσα από τη βία.
Τώρα είναι ξεκάθαρο ότι η περιοδική κρίση συμβαίνει σε μια οικονομία μισθωτής εργασίας. Γιατί τότε αυτές οι κρίσεις να επέρχονται με μεσοδιαστήματα περίπου δέκα ετών; Και γιατί μετά τις κρίσεις του 1857, 1866 και 1873 επήλθε μια μακροχρόνια ύφεση αντί για μια δραματική κρίση;  Αυτά τα ερωτήματα μπορούν να απαντηθούν με τους όρους του πρωταρχικού προϊόντος ή του παγκόσμιου εμπορεύματος. Η κλασική περιοδική κρίση αναδύθηκε όταν η βιομηχανία βαμβακιού ήταν κυρίαρχη. Η βιομηχανία αυτή απαιτούσε μεγάλη συγκέντρωση εργατικού δυναμικού· τα εργοστάσια και ο εξοπλισμός είχαν φθορές κάθε περίπου δέκα χρόνια και έπρεπε να αντικαθίστανται. Από την δεκαετία του 1860, επήλθε η μετάβαση στη βαριά βιομηχανία, η οποία απαίτησε μια αύξηση στις επενδύσεις για εξοπλισμό (συνεχές Κεφάλαιο) και μια μείωση στον μέσο όρο κέρδους, ακόμα και όταν η εργατική παραγωγικότητα (το ποσοστό υπεραξίας) ανερχόταν. Παρόμοια, εφόσον οι βαριές βιομηχανίες δεν είχαν ανάγκη από όσους εργάτες χρειαζόντουσαν οι βαμβακοβιομηχανίες, η ανεργία αυξήθηκε και η εγχώρια κατανάλωση μειώθηκε. Συνεπώς, η ύφεση έγινε μακροπρόθεσμη. Επιπλέον, τα προϊόντα των βαριών βιομηχανιών απαιτούσαν διεθνείς, υπεράκτιες αγορές. Αυτό ονομάζεται “εξαγωγή Κεφαλαίου.” Στην περίπτωση αυτή, ο ρόλος του κράτους ήταν να εξασφαλίσει τις αγορές αυτές.  Κατά συνέπεια, αναδύθηκαν οξύτατες διαμάχες μεταξύ των χωρών που είχαν ήδη υπεράκτιες αποικίες, όπως η Βρετανία, η Γαλλία και η Ολλανδία, και στις δυνάμεις που αναδυόντουσαν, όπως η Γερμανία, οι Η.Π.Α και η Ιαπωνία. Αυτό είναι που ονομάζουμε ιμπεριαλισμός.
Ο επιχειρηματικός κύκλος που ο Μαρξ συνέλαβε στο Κεφάλαιο παίρνει την μορφή ενός βραχέως κύματος το οποίο αργότερα ονομάστηκε κύκλος Juglar. Από την άλλη πλευρά, ο Kondratieff περιέγραψε ένα “μακρύ κύμα” το οποίο αφορούσε κύκλους 50 ή 60 ετών. Κατά την άποψή μου, η διαφορά σε μήκος δεν είναι σημαντική. Το μακρύ κύμα είναι ένα φαινόμενο το οποίο δημιουργείται από την αλλαγή στα παγκόσμια εμπορεύματα. Η μεταμόρφωση των παγκόσμιων εμπορευμάτων – από το μαλλί στο βαμβάκι, στη βαριά βιομηχανία, στα ανθεκτικά καταναλωτικά προϊόντα, στη βιομηχανία της πληροφορίας – έχει σαν αποτέλεσμα μεγάλες, οξύτατες υφέσεις, αν όχι κρίσεις. Αυτές οι μεταβάσεις δημιουργούν αλλαγές μόνο στο επίπεδο της τεχνολογίας αλλά επίσης και στο επίπεδο της κοινωνίας γενικότερα. Παρά τις επιφανειακές διαφορές, η βασική αρχή που υπέδειξε ο Μαρξ εξακολουθεί να είναι σημαντική: η συσσώρευση του Κεφαλαίου γίνεται εφικτή μόνο μέσα από την βίαιη αναδιοργάνωση, και αυτό ακριβώς είναι που εξαναγκάζει την καπιταλιστική κοινωνία να επαναλαμβάνει. Παρ’ όλα αυτά, η αρχή αυτή δεν επαρκεί για να διερευνήσουμε σε βάθος την επανάληψη της ιστορίας ως κοινωνικό μόρφωμα. 

Το κοινωνικό μόρφωμα από τη σκοπιά των τρόπων ανταλλαγής
Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ προσφέρει ένα πολύ πιο βαθύ τρόπο αντίληψης της επαναληπτικότητας της καπιταλιστικής οικονομίας από ό,τι στην 18η Μπρυμαίρ. Όμως η επαναληπτικότητα στο επίπεδο του κράτους, η οποία είχε προταθεί στην 18η Μπρυμαίρ, δεν ξανααναφέρθηκε ποτέ απ’ τον Μαρξ. Βλέπει το κράτος ως απλώς ένα εποικοδόμημα το οποίο καθορίζεται από την οικονομική δομή. Μιλώντας γενικά, οι μαρξιστές βλέπουν το κράτος ή το έθνος ως ένα πολιτικό ή ιδεολογικό εποικοδόμημα το οποίο καθορίζεται από την οικονομική υποδομή, δηλαδή τον τόπο παραγωγής. Αυτή η οπτική είναι μη εφαρμόσιμη τόσο στις προ-καπιταλιστικές όσο και στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Είναι ξεκάθαρο ότι το κράτος ή το έθνος λειτουργούν σύμφωνα με τη δική τους λογική και ότι ότι αυτή είναι διαφορετική από του Κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, τα μαρξιστικά κινήματα έχουν σε μεγάλο βαθμό αγνοήσει την σημασία του κράτους και του έθνους. Περιστασιακά αποδέχονται ότι το πολιτικο-ιδεολογικό εποικοδόμημα έχει “σχετική αυτονομία” αλλά ποτέ δεν έχουν σκεφθεί διεξοδικά για το γιατί το κράτος έχει αυτονομία. Η δυσκολία αυτή δημιουργείται από την οπτική του Μαρξ, η οποία βλέπει την ιστορία μέσα από τους “τρόπους παραγωγής”. Όσο συντηρούμε αυτή την προοπτική, το κράτος και το έθνος θα παραμένουν μυστήρια.
Στο Transcritique, πρότεινα να αναλογιστούμε την ιστορία του κοινωνικού μορφώματος από την σκοπιά των τρόπων ανταλλαγής αντί για αυτή των τρόπων παραγωγής.[8] Εν συντομία, υπάρχουν τρεις βασικοί τρόποι ανταλλαγής: η αμοιβαιότητα του δώρου και της επιστροφής· το πλιάτσικο και η ανακατανομή· και η ανταλλαγή εμπορευμάτων. Κατά την άποψή μου, κάθε κοινωνικό μόρφωμα υπάρχει ως διασταύρωση μεταξύ αυτών των τρόπων ανταλλαγής, και οι διαφορές ανάμεσά τους εξαρτώνται από το ποιος είναι ο κυρίαρχος τρόπος και πώς συσχετίζονται αυτοί οι τρόποι. Στο καπιταλιστικό κοινωνικό μόρφωμα, κυρίαρχη είναι η ανταλλαγή εμπορευμάτων, αλλά οι άλλοι τρόποι ανταλλαγής και τα παρελκόμενά τους υφίστανται ακόμα, σε μεταλλαγμένες μορφές. Το κράτος γίνεται σύγχρονο κράτος και η αποσυντεθειμένη κοινότητα γίνεται έθνος ως φαντασιακή κοινότητα. Έτσι οι τρεις τρόποι ανταλλαγής μεταμορφώνονται στην τριάδα του Κεφαλαίου, του έθνους και του κράτους.[9] Από αυτή τη σκοπιά, είναι προφανές ότι το κράτος έχει μια αυτονομία που είναι εντελώς διαφορετική από την αυτονομία του Κεφαλαίου: είναι ριζωμένα σε διαφορετικές αρχές ανταλλαγής. Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ αφαιρεί το Κεάλαιο από το κράτος και το έθνος, βάζοντας εντός παρενθέσεως τις διαστάσεις άλλων τρόπων ανταλλαγής διότι προσπαθεί να συλλάβει το σύστημα που δημιουργεί η ανταλλαγή εμπορευμάτων στην καθαρή του μορφή. Είναι όμως καλύτερο να εξερευνήσουμε το πώς κάθε ένας από τους άλλους τρόπους ανταλλαγής δημιουργεί ένα σύστημα (όπως κάνει ο Μαρξ σχετικά με το σύστημα της καπιταλστικής οικονομίας), παρά να παραπονιόμαστε ότι ο ίδιος δεν ασχολείται με το έθνος και το κράτος. Οι ανθρωπολόγοι όπως ο Mauss και ο Levi-Strauss, για παράδειγμα, αποπειράθηκαν να περιγράψουν την αμοιβαία σύνθεση της κοινωνίας. Θα πρέπει να αρχίσουμε την ίδια εργασία σε ό,τι αφορά το κράτος.
Όπως γράφω πιο πάνω, η περιοδική κρίση δεν λαμβάνει χώρα μέχρι η κοινωνία να έχει πλήρως επαναδιοργανωθεί μέσα από τους τρόπους ανταλλαγής εμπορευμάτων και μέσα από την πραγμοποίηση της εργασίας. Για να το θέσω διαφορετικά, είναι μόνο όταν η καπιταλιστική οικονομία αποκτά την εμπειρία της περιοδικής κρίσης που μπορεί να επιδείξει την αυτονομία της. Το ίδιο ισχύει για την αυτονομία του κράτους: μόνο η επανάληψη που προσιδιάζει σ’ αυτό μπορεί να μαρτυρήσει για την αυτονομία του κράτους.
Τα ιστορικά στάδια του καπιταλισμού
Η ιστορία των κοινωνικών μορφωμάτων πρέπει να ειδωθεί λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση ανάμεσα σε δύο υποκείμενα: το κράτος και το Κεφάλαιο. Η επαναληπτικότητα του κράτους και αυτή του Κεφαλαίου πρέπει να εξεταστούν ταυτόχρονα. Το κράτος και το Κεφάλαιο συμπληρώνουν το ένα το άλλο ακόμα και όταν ανταγωνίζονται το ένα το άλλο. Κανένα από τα δύο δεν μπορεί να αναχθεί στο άλλο. Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ βάζει το κράτος σε παρένθεση· είναι ξεκάθαρο ότι αυτή η παρενθετοποίηση καθιστά τον καπιταλισμό στο στάδιο του ιμπεριαλισμού μυστήριο. Στο στάδιο της βαριάς βιομηχανίας, η παρέμβαση του κράτους στην οικονομία ενισχύεται. Οι βαριές βιομηχανίες απαιτούν μεγάλα ποσά επενδύσεων από το κράτος και όχι από τις εταιρείες. Λόγω της απουσίας κρατικών παρεμβάσεων, η Βρετανία βρέθηκε πίσω από τη γερμανία στην βαριά βιομηχανοποίηση. Αυτό το φαινόμενο, για να μην αναφερθούμε στο κεϋνσειανό κράτο πρόνοιας, δεν μπορεί να γίνει κατανοητό αν το κράτος παρενθετοποιηθεί. Αντιμέτωποι με αυτές τις νέες καταστάσεις, οι μαρξιστές οικονομολόγοι εξαναγκάστηκαν να αναθεωρήσουν και να αναπτύξουν τις αρχές του Κεφαλαίου. Αυτή η αναθεώρηση και ανάπτυξη ουσιαστικά αποκηρύσσουν το Κεφάλαιο.
Σε ό,τι αφορά αυτό το χάσμα ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την πραγματική πολιτική οικονομία, θα ήθελα και πάλι να αναφερθώ στον Uno, ο οποίος προσπαθεί να επιλύσει αυτό το πρόβλημα με τον δικό του, ιδιαίτερο τρόπο. Ο Uno πιστεύει ότι αυτό που συλλαμβάνει ο Μαρξ είναι ο “καθαρός καπιταλισμός”, οι αρχές της καπιταλιστικής οικονομίας και οι λειτουργίες της όταν η ανταλλαγή εμπορευμάτων είναι ευρέως κυρίαρχη. Όμως δεν υπάρχει καθαρός καπιταλισμός. Η Βρετανία τον καιρό της παραμονής του Μαρξ εκεί μπορεί να προσέγγισε περισσότερο σ’ αυτόν, αλλά το Κεφάλαιο δεν περιορίζεται στην οικονομία ενός κράτους, ακόμα και αν παίρνει την Βρετανία ως μοντέλο ανάλυσης. Το Κεφάλαιο ασχολείται με τον παγκόσμιο καπιταλισμό, και επομένως παρακάμπτει το πρόβλημα της “φορολογίας” (στο οποίο ο Ricardo έδινε ιδιαίτερη έμφαση), βάζοντας το κράτος σε παρένθεση. Ο Uno επιμένει ότι στα πραγματικά κοινωνικά μορφώματα, το κράτος παρεμβαίνει στην οικονομία και ότι αυτή η παρέμβαση εμφανίζεται ως “οικονομική πολιτική” η οποία σχηματίζει τα ιστορικά στάδια του καπιταλισμού. Τα στάδια τα οποία προτείνει ο Uno είναι ο μερκαντιλισμός, ο φιλελευθερισμός, και ο ιμπεριαλισμός. Επιπλέον, ο Uno διαχωρίζει το στάδιο μετά την Ρωσική Επανάσταση από τον ιμπεριαλισμό. Τα καπιταλιστικά κράτη υιοθέτησαν οικονομικές πολιτικές, όπως ο κεϋνσιανισμός και ο φασισμός. Ο καπιταλισμός μετά το 1930 γενικώς αποκαλείται ύστερος καπιταλισμός, αλλά μπορεί επίσης να καλείται φορντισμός ή καπιταλισμός του κράτους πρόνοιας. O Robert Albritton, ακολουθώντας τη θεωρία του Uno, ονομάζει αυτό το στάδιο καταναλωτισμό.
Κατά τη δική μου άποψη, αυτά τα στάδια μπορούν επίσης να χαρακτηριστούν μέσα από τις αλλαγές που επήλθαν στο παγκόσμια κυρίαρχο εμπόρευμα. Το στάδιο του μερκαντιλισμού χαρακτηρίζεται από τη βιομηχανία μαλλιού, αυτό του φιλελευθερισμού από τη βιομηχανία μαμβακιού, αυτό του ιμπεριαλισμού από τη βαριά βιομηχανία, και ο ύστερος καπιταλισμός από τα ανθεκτικά καταναλωτικά προϊόντα, όπως τα αυτοκίνητα και οι ηλεκτρικές συσκευές. Ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού άρχισε τη δεκαετία του 1980, όταν η πληροφορία έγινε το παγκόσμια κυρίαρχο εμπόρευμα. 
Ο παρακάτω πίνακας αναδεικνύει αυτά τα στάδια (Εικόνα 1).

Εικόνα 1: Τα κοσμοϊστορικά στάδια του κρατικού καπιταλισμού





Τα στάδια αυτά εμφανίζονται ως αναπτυξιακά με όρους παραγωγικότητας. Αν είναι έτσι, η οπτική αυτή δεν διαφέρει δραματικά από αυτή των Μαρξιστών. Η σημασία της θεωρίας του Uno συνίσταται όχι στο πώς αντιλαμβάνεται τα στάδια της ανάπτυξης του καπιταλισμού αλλά στο πώς σχηματοποιεί τα στάδια της οικονομικής πολιτικής. Επανεισάγει το κράτος που τέθηκε υπό παρένθεση στο Κεφάλαιο, κρατώντας την αρχή του καθαρού καπιταλισμού που συνέλαβε το Κεφάλαιο. Για παράδειγμα, είναι ξεκάθαρο ότι το κράτος είναι ένα ενεργό υποκείμενο στον μερκαντιλισμό. Αλλά ο φιλελευθερισμός είναι επίσης η οικονομική πολιτική ισχυρών κρατών, όπως η Βρετανία. Στην εποχή του φιλελευθερισμού, τα άλλα, λιγότερο ισχυρά κράτη πρέπει να υπερασπίζονται τον εαυτό της μέσω του προστατευτισμού· αλλιώς θα καταλήξουν αποικίες. Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε ότι ο ιμπεριαλισμός είναι μια οικονομική πολιτική που υιοθετείται από τις μεγάλες δυνάμεις. Κάτω από αυτή την πολιτική το κράτος έχει ρητό ρόλο, και ο φασισμός και ο καπιταλισμός του κοινωνικού κράτους δεν αποτελούν εξαιρέσεις. Και αυτές επίσης είναι οικονομικές πολιτικές του κράτους, που τώρα είναι ταυτόσημο με το κεφάλαιο.
Ο Uno λοιπόν σχηματοποιεί τα στάδια του καπιταλισμού εισάγοντας την διάσταση του κράτους. Συνεπώς, αναδύεται μια άλλη είδους επαναληπτικότητα, διαφορετική από αυτή της οικονομικής ανάπτυξης. Είναι φανερό ότι ο ιμπεριαλισμός είναι μια επανάληψη του μερκαντιλισμού. Ο Uno όμως είναι διστακτικός σχετικά με το πρόβλημα του κράτους, και περιορίζεται σ’ αυτό της οικονομίας. Από την άλλη, ο Immanuel Wallerstein βλέπει τα στάδια του καπιταλισμού από την οπτική ενός αγώνα για ηγεμονία μεταξύ του κράτους και του κεφαλαίου. Για παράδειγμα, ο Wallerstein, δεν περιορίζει τον φιλελευθερισμό στα μέσα του 19ου αιώνα όπως κάνει ο Uno. Ο φιλελευθερισμός είναι μια πολιτική που χρησιμοποιεί ένας ηγεμόνας, και είναι εφικτή σε κάθε περίοδο. Κατά την άποψη του Wallerstein, μόνο τρία κράτη έχουν υιοθετήσει τον φιλελευθερισμό στην σύγχρονη παγκόσμια οικονομία: η Ολλανδία, η Βρετανία, και οι ΗΠΑ. Μεταξύ του δεύτερου μισού του 16ου αιώνα και τα μέσα του 17ου, όταν η Βρετανία υιοθέτησε μερκαντιλιστική ή προστατευτική πολιτική, η Ολλανδία ήταν φιλελεύθερη· πολιτικά δεν ήταν απόλυτη μοναρχία αλλά κοινοπολιτεία [republic].[11]

Σύμφωνα με τον Wallerstein, οι μετατοπίσεις στην ηγεμονική ισχύ έχουν την εξής μορφή: “η έντονη ανωτερότητα στην αγρο-βιομηχανική παραγωγική επάρκεια οδηγεί σε κυριαρχία στις σφαίρες της εμπορικής διανομής του παγκόσμιου εμπορίου, με συναφή κέρδη που συσσωρεύονται τόσο από το ότι γίνεσαι η αποθήκη μεγάλου μέρους του παγκόσμιου εμπορίου και από ότι ελέγχεις τα “αόρατα” –την μετακίνηση, τις επικοινωνίες, και την ασφάλιση. Η εμπορική πρωτοκαθεδρία με τη σειρά της οδηγεί στον έλεγχο των χρηματο-οικονομικών τομέων του τραπεζικού συστήματος (ανταλλαγή, καταθέσεις και πίστωση) και των επενδύσεων (άμεσων και μέσω πορτφόλιο). [12]  Ένα κράτος συνεπώς θεμελιώνει την ηγεμονία, προχωρώντας από την παραγωγή στο εμπόριο και από εκεί στις επενδύσεις. Αλλά “υπάρχει μάλλον μόνο ένα σύντομο διάστημα χρόνου που μια συγκεκριμένη κεντρική δύναμη μπορεί να επιδείξει ταυτόχρονα παραγωγική, εμπορική και επενδυτική ανωτερότητα απέναντι σε όλες τις άλλες κεντρικές δυνάμεις.” [13] Δηλαδή, ακόμα και αν η ηγεμονία χάνεται στη διάσταση της παραγωγής, μπορεί να διατηρηθεί σε αυτόν του εμπορίου ή των επενδύσεων. Η Ολλανδία και η Βρετανία διατήρησαν στην πραγματικότητα ηγεμονία στην διανομή και στις επενδύσεις για πολύ καιρό εφότου την είχαν χάσει στην παραγωγή. Οι Ολλανδοί διατήρησαν ηγεμονία στη διανομή και τις επενδύσεις ακόμα και μετά την ήττα της από τους Βρετανούς στην μανιφακτούρα κατά το ύστερο τμήμα του 18ου αιώνα. Μόνο στον 19ο αιώνα (κατά την περίοδο που ο Uno αποκαλεί “φιλελευθερισμό”), κυριάρχησε απόλυτα επί των Ολλανδών η Βρετανία. Παρ’ όλα αυτά, αν η περίοδος της βρετανικής ηγεμονίας λέγεται φιλελευθερισμός, το ίδιο θα έπρεπε να λέγεται για την περίοδο της ολλανδικής ηγεμονίας. Ο μερκαντιλισμός από την άλλη, είναι μια περίοδος απουσίας ηγεμόνα, όπως η περίοδος όταν η Ολλανδία έχασε την ηγεμονία για την οποία συγκρούστηκαν αργότερα Βρετανία και Γαλλία. Η απουσία ηγεμόνα μπορεί πάντοτε να εντοπιστεί στο στάδιο που καλείται ιμπεριαλισμός, μετά το 1870, όταν η Αμερική, η Γερμανία και η Ιαπωνία πολέμησαν για την ηγεμονία που έχανε η Βρετανία. Από την άποψη αυτή, δεν είναι αξιοπερίεργο που μπορούν να παρατηρηθούν ομοιότητες ανάμεσα στα στάδια του μερκαντιλισμού και του ιμπεριαλισμού.

Η ανάπτυξη των σταδίων του καπιταλισμού δεν μπορεί να είναι καθρά γραμμική, εφόσον απαιτεί όχι μόνο μια αλλαγή στο παγκόσμιο εμπόρευμα αλλά επίσης μια μακρά ύφεση. Δηλαδή, απαιτεί μια επανάληψη που είναι εμμενής στο καπιταλιστικό σύστημα. Από την άλλη, δημιουργεί ηθικές συγκρούσεις για ηγεμονία ανάμεσα σε κράτη και συνεπώς μια επανάληψη που είναι εμμενής στη διάσταση του κράτους. Κατά συνέπεια, τα στάδια του παγκόσμιου καπιταλισμού μπορεούν να γίνουν αντιληπτά ως επανάληψη των σταδίων του ιμπεριαλισμού και του φιλελευθερισμού (βλ. εικόνα 1). Στον πίνακα αυτό, για παράδειγμα, ο μερκαντιλισμός είναι ένα μεταβατικό στάδιο από τον ολλανδικό στον βρετανικό φιλελευθερισμό, δηλαδή ένα στάδιο κατά το οποίο η Ολλανδία παρήκμαζε αλλά η Βρετανία και η Γαλλία δεν ήταν αρκετά ισχυρές ώστε να την αντικαταστήσουν και συγκρουόταν μεταξύ τους. Επίσης, το στάδιο του ιμπεριαλισμού μετά το 1870 σημαδεύεται από την παρακμή της Βρετανίας και την προσπάθεια της Γερμανίας, της Αμερικής και της Ιαπωνίας να επαναδιανείμουν τα εδάφη τα οποία κρατούνταν ως τότε από προηγούμενες αυτοκρατορικές δυνάμεις. Τα στάδιο του παγκόσμιου καπιταλισμού σχηματίζουν λοιπόν όχι μόνο την γραμμική ανάπτυξη της παραγωγής αλλά και την εναλλαγή ανάμεσα στα στάδια του φιλελευθερισμού και του ιμπεριαλισμού. Κατά την άποψή μου, η εναλλαγή λαμβάνει χώρα σε εξηνταετείς κύκλους. Συνεπώς, η ιστορία του σύγχρονου κόσμου επαναλαμβάνεται κάθε εκατόν είκοσι χρόνια. Είναι αβέβαιο το αν ο κύκλος αυτός συνεχιστεί, αλλά μπορεί να είναι παραγωγικός ως υπόθεση εργασίας.
Το τωρινό στάδιο
Η δεκαετία του 1990 λογίζεται ως το στάδιο του νεοφιλελευθερισμού. Λέγεται συχνά ότι οι ΗΠΑ, όπως η παλιά βρετανική αυτοκρατορία, έχουν τόσο απόλυτη ηγεμονία ώστε οι πολιτικές τους να είναι αντιπροσωπευτικές του φιλελευθερισμού. Ενώ οι ΗΠΑ ήταν ο ηγεμόνας πριν το 1990, άρχισαν να παρακμάζουν οικονομικά ήδη από την δεκαετία του 1970, όπως φανερώθηκε από το τέλος της μέτρησης της αξίας με βάση τον χρυσό (gold standard) το 1971. Οι ΗΠΑ ακολουθούν την πορεία που κάποτε ιχνηλάτησαν η Ολλανδία και η Βρετανία: αν και παρακμάζουν σε ό,τι αφορά τις παραγωγικές βιομηχανίες, οι ΗΠΑ διατηρούν ηγεμονία στο επενδυτικό κεφάλαιο και στο εμπόριο φυσικών πόρων όπως είναι το πετρέλαιο, τα σιτηρά και η ενέργεια.
Κατά την περίοδο του βρετανικού φιλελευθερισμού, ο πόλεμος δεν έθεσε κινδύνους στην Βρετανία. Ανάμεσα στο 1930 και το 1990 (ιδιαίτερα ανάμεσα στο 1945 και το 1975) οι ΗΠΑ ήταν τόσο φιλελεύθερες όσο και η Βρετανία του 19ου αιώνα. Τα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη βρισκόντουσαν υπό αμερικανική προστασία, συνεργαζόταν μεταξύ τους βλέποντας το σοβιετικό μπλοκ ως εχθρό, και υιοθετούσαν εθνικές πολιτικές εργασιακής προστασίας και κοινωνικής πρόνοιας. Αντίθετα με τα φαινόμενα, το διεθνές σοβιετικό μπλοκ και τα εθνικά σοσιαλιστικά κόμματα σταθεροποίησαν τον παγκόσμιο καπιταλισμό αντί να τον απειλούν. Ο Ψυχρός Πόλεμος είναι συνεπώς το στάδιο του φιλελευθερισμού με τις ΗΠΑ ως ηγεμόνα. Από τη δεκατία του 1980, η πολιτική των Ρήγκαν και Θάτσερ, περιλαμβανομένης της υποχώρησης της κοινωνικής πρόνοιας, της απορρύθμισης του κεφαλαίου, και της μείωσης στη φορολογία, έχει υιοθετηθεί από τα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη. Αυτή η πολιτική λογίζεται γενικά ως νεοφιλελεύθερη, αλλά δεν είναι ασύμβατη με τον ιμπεριαλισμό που κυριαρχούσε στην δεκαετία του 1880. Ο Λένιν επέμενε ότι τα στάδια του ιμπεριαλισμού μπορούσαν να χαρακτηριστούν ιστορικά από τις εξαγωγές κεφαλαίου: το κεφάλαιο αναζητά την παγκόσμια αγορά επειδή η εθνική αγορά δεν του αρκεί ποτέ. Η Άρεντ περιέγραψε τον ιμπεριαλισμό της δεκαετίας του 1880 ως την απελευθέρωση ενός κράτους που προσδέθηκε στο κεφάλαιο από τον ζυγό του έθνους. Απορρίπτοντας τα εθνικά αιτήματα, το κράτος εγκατέλειψε τους εργάτες εντός του έθνους και υποστήριξε το κεφάλαιο που ταξίδευε στο εξωτερικό τόσο με οικονομικά όσο και με στρατιωτικά μέσα.[14] Αυτό συμβαίνει και στο νεοφιλελεύθερο στάδιο. Η παγκοσμιοποίηση άρχισε στην δεκαετία του 1970, όταν οι αναπτυγμένες χώρες άρχισαν να πλήττονται από το πτωτικό περιθώριο κέρδους και την χρόνια ύφεση λόγω του κορεσμού της αγοράς από ανθεκτικά καταναλωτικά αγαθά. Επιπλέον, οι ΗΠΑ έχασαν την ηγεμονία στην παραγωγή των αγαθών αυτών εξαιτίας της σημαντικής ανάπτυξης της Ιαπωνίας και της Γερμανίας. Συνεπώς, το αμερικανικό κεφάλαιο έπρεπε να βρει τον δρόμο του προς την παγκόσμια ελεύθερη αγορά. Ο παγκόσμιος ανταγωνισμός όμως είναι ανέφικτος χωρίς αμερικανική στρατιωτική ηγεμονία. Το παρόν στάδιο του καπιταλισμού είναι περισότερο νεοιμπεριαλιστικό από ότι είναι νεοφιλελεύθερο.
Σύμφωνα με τους Antonio Negri και Michael Hardt, οι ΗΠΑ έδρασαν όχι ως ιμπεριαλιστικό κράτος αλλά ως Αυτοκρατορία επειδή αναζήτησαν την έγκριση των Ηνωμένων Εθνών κατά τον πόλεμο του Κόλπου το 1991, όταν και είχαν ολοκληρωτική στρατιωτική ηγεμονία: “Η σημασία του πολέμου του Κόλπου πηγάζει […] από το γεγονός ότι παρουσίασε τις ΗΠΑ ως τη μόνη δύναμη η οποία μπορούσε να ρυθμίσει το διεθνές δίκαιο, όχι ως κομμάτι των δικών της εθνικών κινήτρων αλλά στο όνομα του παγκόσμιου δικαίου.”[15] Δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι οι ΗΠΑ είναι Αυτοκρατορικές αλλά όχι ιμπεριαλιστικές. Κανένα έθνος ή κράτος δεν μπορεί να αποφύγει την προσφυγή στον ιμπεριαλισμό εφόσον αποπειράται να γίνει Αυτοκρατορία. Δέκα χρόνια μετά τον πόλεμο στον Κόλπο, ο πόλεμος στο Ιράκ διέψευσε την ιδέα ότι οι ΗΠΑ δεν είναι ιμπεριαλιστικές αλλά Αυτοκρατορικές: οι ΗΠΑ επιδίωξαν την μονομέρεια και όχι την έγκριση των Ηνωμένων Εθνών. Φυσικά, οι Negri και Hardt δεν κινούνται προς την ιδέα της Αμερικανικής Αυτοκρατορίας: για αυτούς, η Αυτοκρατορία είναι χωρίς τόπο.
[Η καπιταλιστική αγορά] αποθαρρύνεται από σύνορα και αποκλεισμούς· ανθίζει μάλλον όταν περιλαμβάνει τα πάντα στη σφαίρα της. Το κέρδος μπορεί να παραχθεί μόνο μέσα από επαφή, διάδραση, ανταλλαγή και εμπόριο. Η πραγματοποίηση της παγκόσμιας αγοράς θα αποτελούσε το σημείο έναρξης αυτής της τάσης. Στην ιδανική της μορφή, δεν υπάρχει σημείο εκτός της παγκόσμιας αγοράς: ολόκληρη η υδρόγειος είναι χώρος δράσης της. Θα μπορούσαμε συνεπώς να χρησιμοποιήσουμε το μοντέλο της παγκόσμιας αγοράς ως μοντέλο για να κατανοήσουμε την αυτοκρατορική κυριαρχία […] Σ’ αυτόν τον ομαλό χώρο της Αυτοκρατορίας, δεν υπάρχει τόπος εξουσίας –η εξουσία βρίσκεται παντού και πουθενά. Η Αυτοκρατορία είναι ου-τοπία, δηλαδή μη-τόπος.[16]
Αυτό που οι Hardt και Negri  αποκαλούν Αυτοκρατορία είναι η παγκόσμια αγορά. Στην αγορά αυτή, τα κράτη δεν έχουν σημασία. Μια παρόμοια παρατήρηση μπορεί να εντοπιστεί στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο του 1848, το οποίο προβλέπει ότι οι διαφορές ανάμεσα στους λαούς και τα κράτη θα εξαλειφθούν μέσω της “επαφής σε κάθε κατεύθυνση, την οικουμενική αλληλεξάρτηση των εθνών”. Η άποψη αυτή αγνοεί τη διάσταση του κράτους. Οι επαναστάσεις του 1848, για παράδειγμα, είχαν ως αποτέλεσμα τον κρατικό καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό στη Γαλλία και τη Γερμανία αλλά δεν εξάλειψαν αυτούς τους λαούς και τα κράτη.
Σήμερα, το πλαίσιο του έθνους-κράτους λέγεται πως έχει ατροφήσει. Είναι αλήθεια ότι το στοιχείο του έθνους έχει εγκαταλειφθεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι το κράτος διαλύεται. Είναι μόνο μέσα από την θέληση του κράτους ως τέτοιου που ένα κράτος μπορεί να συμμαχήσει με ένα άλλο. Δεν υπήρξε ποτέ κράτος το οποίο να απέρριψε την συμμαχία ή την υποταγή όταν η ίδια του η επιβίωση απειλούνταν. Μόνο το έθνος ως φαντασιακή κοινότητα απορρίπτει κάτι τέτοιο. Οι θεωρητικοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποστηρίζουν ότι η Ένωση υπερβαίνει το σύγχρονο κυρίαρχο κράτος. Όπως το έθνος-κράτος πιέζεται από την παγκόσμια οικονομία όμως, το ίδιο συμβαίνει και με την τοπική ένωση κρατών. Για να αντιμετωπίσουν τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, τα ευρωπαϊκά κράτη διαμόρφωσαν την Ευρωπαϊκή Ένωση και ανέθεσαν τις οικονομικές και στρατιωτικές τους δυνάμεις στο υπερσύστημα. Αυτό δεν μπορεί να κριθεί ως υπέρβαση του σύγχρονου κράτους. Τα κράτη ενώνονται και δημιουργούν κράτος συνασπισμού κάτω από την πίεση του παγκόσμιου καπιταλισμού ή της παγκόσμιας αγοράς. Η Ε.Ε δεν είναι το πρώτο συνασπιστικό κράτος της ιστορίας· προηγείται το γερμανικό “Τρίτο Ράιχ” και η ιαπωνική “Σφαίρα Κοινής Ευμάρειας της Ευρύτερης Ανατολικής Ασίας”, μορφώματα που σχεδιάστηκαν αμφότερα στην δεκαετία του 1930 για να αντιμετωπίσουν τις συνασπισμένες οικονομίες της Βρετανίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ. Πριν από τον πόλεμο, αυτά τα συνασπισμένα κράτη αναπαρέστησαν τον εαυτό τους ως υπερβαίνοντα το σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα, δηλαδή τον καπιταλισμό και το έθνος-κράτος. Το σχέδιο για μια ευρωπαϊκή ένωση υπήρξε πριν ακόμα από τον Ναπολέοντα· το ιδανικό του είναι η παλιά Αυτοκρατορία, αν και έχει πραγματοποιηθεί μόνο στον γαλλικό και γερμανικό ιμπεριαλισμό.
Σχηματίζοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Ευρωπαίοι δεν ξέχασαν συνάμα και το παρελθόν. Είναι προφανές ότι προσπαθούν να πραγματοποιήσουν μια Αυτοκρατορία που δεν θα είναι ιμπεριαλιστική. Παρ΄όλα αυτά, η ΕΕ δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα συνασπιστικού τύπου κράτος μέσα στην παγκόσμια οικονομία. Άλλες περιοχές βρίσκονται στην ίδια κατάσταση: οι παλαιές αυτοκρατορίες της Κίνας, της Ινδίας, του Ισλάμ και της Ρωσίας, οι οποίες περιθωριοποιήθηκαν στο σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα, έχουν επανεμφανιστεί. Σε κάθε περιοχή, εφόσον το έθνος-κράτος δημιουργήθηκε μέσω της απόσχισης από την παγκόσμια αυτοκρατορία, υπάρχει από τη μία ένας κοινός πολιτισμός, και από την άλλη, ένα παρελθόν γεμάτο από διαιρέσεις και αγώνες. Τα κράτη θέτουν τις μνήμες τους ως έθνη υπό αίρεση και δημιουγούν μια κοινότητα μειώνοντας την ίδια τους την κυριαρχία. Όμως το φαινόμενο αυτό παρατηρείται ακριβώς εξαιτίας της πίεσης του παγκόσμιου καπιταλισμού που κυριαρχεί πλέον επάνω στα κράτη. Ο Renan παρατήρησε κάποτε ότι η λήθη για την ιστορία είναι απαραίτητη για την ίδρυση του έθνους, και η παρατήρησή του είναι εφαρμόσιμη και για την δημιουργία του συνασπιστικού κράτους. Όπως το έθνος, και αυτό είναι επίσης μια φαντασιακή ή κατασκευασμένη κοινότητα. 

Το τελευταίο μέρος της μετάφρασης Karatani, για τις δύο τάξεις επανάληψης που αφορούν την επανάσταση.

RD (Αντώνης)
---


Η επανάληψη στην επανάσταση

Ως αυτό το σημείο, το επιχείρημά μου αφορούσε τη δομή της ιστορικής επανάληψης στη δυάδα κράτους και κεφαλαίου. Στο τμήμα αυτό, θα ήθελα να συζητήσω πώς τα αντικινήματα ενάντια στο κράτος και τον καπιταλισμό —τα σοσιαλιστικά κινήματα με την ευρύτερη έννοια— έχουν αλλάξει, σε συφωνία με τα κοσμοϊστορικά στάδια του κράτους και του κεφαλαίου, και πώς τα κινήματα αυτά έχουν την ίδια επαναληψιμότητα με τη δυάδα κράτους και κεφαλαίου. Δηλαδή, η κίνηση που εναντιώνεται στο κράτος και το κεφάλαιο καθορίζεται επίσης από την επαναληπτικότητα της ίδιας αυτής δυάδας. Από αυτή την άποψη η παρατήρηση του Wallerstein είναι ενδεικτική: η επανάσταση του 1968 είναι ισότιμη με αυτή του 1848. Σύμφωνα με τον Wallerstein, η επανάσταση του 1968 δεν είχε ως στόχο την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, αλλά ήταν ένα ευρέως επιδραστικό κίνημα κόντρα στο σύστημα. Η επανάσταση του 1848 επίσης απέτυχε να κατακτήσει πολιτική εξουσία αλλά διευκόλυνε το οικουμενικό δικαίωμα ψήφου, την νομιμοποίηση των εργατικών συνδικάτων, και τις πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας. Επιπλέον, η επανάσταση του 1968 αναζωογόνησε διάφορα είδη σοσιαλισμού και ουτοπισμού, περιλαμβανομένης της σκέψης του νεαρού Μαρξ, η οποία και είχε κατασταλεί από το 1848.
Θα ήθελα να υπογραμμίσω το γεγονός ότι η επανάσταση του 1968 ξέσπασε ακριβώς εκατόν είκοσι χρόνια μετά την επανάσταση του 1848. Ο Wallerstein θα απέρριπτε μάλλον την υπόθεσή μου περί κύκλων εξήντα και εκατόν είκοσι ετών, εφόσον αντιλαμβάνεται την περιοδικότητα βασιζόμενος στο μακρό κύμα Kondratieff. Όμως, η ομοιότητα ανάμεσα στο 1848 και το 1968 δεν είναι απλή σύμπτωση· ανταποκρίνεται στην περιοδικότητα των σταδίων της δυάδας κράτος-κεφάλαιο. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι περίπου εξήντα χρόνια πριν το 1848, έλαβε χώρα η γαλλική επανάσταση, και ότι περίπου εξήντα χρόνια μετά το 1848, έλαβε χώρα η ρωσική επανάσταση. Τα γεγονότα αυτά μπορούν να χαρτογραφηθούν ως εξής:
A 1789 Γαλλική επανάσταση (Kant, Διαρκής ειρήνη, 1795)
Β 1848
Α 1917 Ρωσική επανάσταση (Λίγκα των Εθνών, 1920)
Β 1968
Ο Wallerstein βλέπει την παγκόσια επανάσταση του 1848 ως υπερκέραση του 1789, την ρωσική επανάσταση του 1917 ως υπερκέραση του 1848, και την παγκόσμια επανάσταση του 1968 ως υπερκέραση του 1917.[17] Είναι όμως μάταιο να δούμε τα γεγονότα αυτά σε διαδοχική σειρά: η σειρά Α βρίσκεται στο ιμπεριαλιστικό στάδο και η σειρά Β στο φιλελεύθερο στάδιο. Η διαφορά αυτή και η επαναληπτικότητα είναι σημαντικές όταν αναλογιστούμε την περίοδο μετά το 1990.
Ας αρχίσουμε με τη σειρά Β. Οι επαναστάσεις αυτές συνέβησαν βασικά στο στάδιο του φιλελευθερισμού όταν η Βρετανία και η Αμερική πέτυχαν ηγεμονία· αυτές είναι οι πρώτες περιστάσεις προλεταριακού αντικινήματος ενάντια στον καπιταλισμό, αλλά χωρίς την προοπτική της αρπαγής της κρατικής εξουσίας. Στο σημείο αυτό, αυτές οι επαναστάσεις ηττήθηκαν εντελώς, αλλά είχαν ωστόσο σημασία. Στον απόηχο της επανάστασης του 1848, η εξέγερση του προλεταριάτου εξανάγκασε κάθε κράτος, το οποίο ήταν ισότιμο του κεφαλαίου, να χρησιμοποιήσει σοσιαλιστικές πολιτικές. Με λίγα λόγια, η επανάσταση δημιούργησε ένα μοντέλο του προνοιακού καπιταλιστικού κράτους. Κόντρα σε αυτή την τάση, ο ιμπεριαλισμός μετά το 1870 αναδύεται ως αυτό το οποίο απελευθερώνει την δυάδα κράτους και κεφαλαίου από το νέλεγχο του έθνους. Τα υποκείμενα του αγώνα του 1968 δεν ήταν προλετάριοι με τη στενή σημασία αλλά φοιτητές που ένιωθαν θύματα διακρίσεων εξαιτίας του φύλου, της εθνικότητας, της φυλής και της σεξουαλικόητάς τους. Για να δανειστούμε τον όρο των Hardt και Negri, η επανάσταση ήταν η εξέγερση του πλήθους. Αποτέλεσμα ήταν ότι ο κρατικός προνοιακός καπιταλισμός διευκολύνθηκε περισσότερο σε κάθε χώρα. Ο νεοφιλελευθερισμός μετά την δεκαετία του 1980 είναι ακριβώς απόηχος της δυάδας κράτους-κεφαλαίου, δηλαδή, της απελευθέρωσης από το έθνος.
Όταν στοχαζόμαστε για τη σειρά Α, βλέπουμε ότι η επανάσταση του 1789 ξέσπασε σε μία περίοδο όπου η Βρετανία και η Γαλλία αντιμάχονταν για ηγεμονία. Η επανάσταση είχε ως συνέπεια έναν πόλεμο που στόχο είχε να καταστήσει τη Γαλλία αυτοκρατορία που μπορούσε να ανταγωνιστεί τη Βρετανία. Η επανάσταση του 1917, από την άλλη πλευρά, ήρθε ως αποτέλεσμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και δημιούργησε άλλον έναν πόλεμο. Ως συνέπεια της επανάστασης, η Ρωσία, που ήταν η λιγότερο ισχυρή των μεγάλων δυνάμεων, αναζωογονήθηκε ως Αυτοκρατορία. Μόνο οι μαρξιστές, που έδωσαν έμφαση στην τάξη περισσότερο από ό,τι στο έθνος, παρείχαν μια ιδεολογία που αρνήθηκε τον χωρισμό των αυτοκρατοριών του παλιού κόσμου σε έθνη-κράτη, αν και τελικά όντως χωρίστηκαν.
Σε ό,τι αφορά την αντίθεση με το κράτος και το κεφάλαιο, η σειρά Β είναι πιο σημαντική από τη σειρά Α. Δεν μπορούμε όμως να περιμένουμε σειρά Β στο μέλλον, γιατί το στάδιο μετά το 1990 είναι αυτό του ιμπεριαλισμού και, αν υπάρξει επανάσταση, θα ανήκει στη σειρά Α. Ο Wallerstein θεωρεί την επανάσταση του 1968 μια “πρόβα” των ανστισυστημικών κινημάτων σε παγκόσμια κλίμακα.[18] Όμως αυτό που θα συμβεί δεν μπορεί ποτέ να είναι η επανάληψη του 1968 σε ευρύτερη κλίμακα. Η εξέγερση του πλήθους που περιμένουν οι Hardt και Negri είναι ανέφικτη στο στάδιο του ιμπεριαλισμού. Όταν στοχαζόμαστε τα γεγονότα από το 1968 ως το 1990, θα πρέπει να αναφερόμαστε στην ιστορία από το 1848 ως το 1870 και τις συνέπειές της.[19] Όπως ο κόσμος μετά το 1870 δεν μπορούσε να περιμένει την επιστροφή του 1848, έτσι και εμείς, που ζούμε στον κόσμο μετά το 1990, δεν μπορούμε να περιμένουμε την επιστροφή του 1968. Μετά το 1990, οι αγώνες για πρώτες ύλες και αγορές ανάμεσα στις δυάδες κράτους-κεφαλαίου μπορεί να ενταθούν και να οδηγήσουν σε άλλο ένα παγκόσμιο πόλεμο. Αυτός ο παγκόσμιος πόλεμος μπορεί να φέρει την εξέγερση του πλήθους ή μπορεί να είναι συνέπεια αυτής της εξέγερσης. Όπως και να χει, στο πρώτο μισό του 21ου αιώνα, κάθε δράση αντικινήματος κόντρα στη δυάδα κράτος-κεφάλαιο πρέπει να λάβει υπόψη της την πιθανότητα του πολέμου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Kant έγραψε το Διαρκής ειρήνη κατά τη διάρκεια του πολέμου που ξέσπασε με τη γαλλική επανάσταση. Η ειρήνη σημαίνει γενικά την κατάσταση απουσίας πολέμου. Αλλά αυτό που ο Kant ονομάζει “ειρήνη” είναι το “τέλος κάθε εχθροπραξίας” στο οποίο δεν υπάρχει κράτος και στο οποίο η χομπσιανή φυική κατάσταση τελειώνει. Δηλαδή, η ειρήνη του Kant σηματοδοτεί τον υπερκερασμό του κράτους. Συνεπώς, αυτό το οποίο ονομάζει το “βασίλειο των τελών” ή “παγκόσμια κοινοπολιτεία” σηματοδοτεί μία κοινωνία όπου το κράτος και το κεφάλαιο υπερκεράζονται.[20] Με την έννοια αυτή, η σκέψη του Kant μπορεί να αποκληθεί αναρχική. Σε αντίθεση με τον αναρχισμό όμως, ο Kant ξεκίνησε από την ιδέα ότι το κράτος μπορεί να είναι κράτος μόνο σε σχέση με άλλα. Οι αναρχικοί και οι μαρξιστές αντιλαμβάνονται τον υπερκερασμό του κράτους μόνο μέσα σε ένα κράτος διότι προϋποθέτουν ότι το κράτος είναι δευτερεύον εποικοδόμημα. Όμως το κράτος είναι αυτόνομο και υπάρχει μόνο σε σχέση με άλλα κράτη. Προϋποθέτοντας αυτή την αυτονομία του κράτους, ο Kant αναρωτήθηκε για το πώς θα υπερκεραστεί το κράτος. Ο σχεδιασμός μιας ομοσπονδίας κρατών είναι μόνο το πρώτο βήμα προς μια οικουμενική κοινοπολιτεία, η οποία είναι το “ρυθμιστικό ιδεώδες” του λόγου. Ο Hegel σάρκαζε αυτή την ιδέα ως αντιρεαλιστική, αλλά για τον Kant, ήταν πραγματική. Ο Kant θεωρούσε ότι μια ομοσπονδία κρατών θα μπορούσε να επιτευχθεί όχι μέσω της ανθρώπινης λογικής ή καλής θέλησης αλλά εξαιτίας του ανθρώπινου ανταγωνισμού, δηλαδή του πολέμου. Αυτός ο ανταγωνισμός διαφέρει από την εγελιανή “πανουργία του Λόγου” και μπορεί να αποκληθεί “πανουργία της φύσης”. Πράγματι, αν και το σχέδιο του Kant αγνοήθηκε, αναγεννήθηκε στο τέλος του 19ου αιώνα, κατά το στάδιο του ιμπεριαλισμού. Και αυτό δεν ήταν τυχαίο. Το σχέδιο του Καντ το ίδιο είχε πρωτοσυλληφθεί κατά το προηγούμενο στάδιο ιμπεριαλισμού. Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, το σχέδιο αυτό υλοποιήθηκε ως Λίγκα των Εθνών. Είναι περιττό να πούμε ότι η Λίγκα των Εθνών ήταν υπερβολικά αναποτελεσματική για να μπορέσει να εμποδίσει τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, είχε όμως ως συνέπεια την ίδρυση των Ηνωμένων Εθνών. Κι αυτά είναι επίσης αναποτελεσματικά, αλλά κάθε προσπάθεια να ανατραπούν θα είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυσή τους. Στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, δεν υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί η επανάληψη που προκαλεί η δυάδα κράτος-κεφάλαιο παρά επαναλαμβάνοντας την αντικίνηση την οποία εδραίωσε ο Kant.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου