Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

ξύπνησαν τα φαντάσματα!Σφοδρή πολεμική με έντονες πολιτικές διαστάσεις και άρωμα ιστορικής αναθεώρησης προκαλούν, ιδιαίτερα στη Βρετανία, τη Σερβία και τη Γερμανία, οι εκδηλώσεις μνήμης για την εκατονταετηρίδα του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου Γιώργος Γιαννακόπουλος /αναδημοσιευση απο το ΧΡΟΝΟΣ

ξύπνησαν τα φαντάσματα!


Σφοδρή πολεμική με έντονες πολιτικές διαστάσεις και άρωμα ιστορικής αναθεώρησης προκαλούν, ιδιαίτερα στη Βρετανία, τη Σερβία και τη Γερμανία, οι εκδηλώσεις μνήμης για την εκατονταετηρίδα του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου

Γιώργος Γιαννακόπουλος

Το 2014 ξεκινούν πολλές εκδηλώσεις μνήμης με επίκεντρο την εμπειρία και την ιστορική κληρονομιά του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Πρόκειται ίσως για το πρώτο παγκόσμιο γεγονός μεγάλης κλίμακας του οποίου η εκατονταετηρίδα τιμάται με την αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων μέσων της νέας ψηφιακής εποχής. Ήδη πολλές χώρες θέτουν σε λειτουργία διαδραστικούς ηλεκτρονικούς ιστότοπους, ευρωπαϊκά ιδρύματα υλοποιούν προγράμματα ψηφιοποίησης αρχείων και οπτικοακουστικού υλικού, μουσειακοί φορείς αξιοποιούν τη στροφή στην εμπειρία και τη μνήμη του πολέμου. Η πληροφοριακή αυτή έκρηξη συμπαρασύρει και τη διεθνοποιημένη επιστημονική κοινότητα με τη διεξαγωγή δεκάδων συνεδρίων σε όλο τον κόσμο: Σιγκαπούρη, Νέο Δελχί, Μόσχα, Δουβλίνο, Λονδίνο, Παρίσι, Μόναχο, Σαράγιεβο, Κωνσταντινούπολη.
Όπως ίσως είναι αναμενόμενο, οι περισσότερες εκδηλώσεις μνήμης θα πραγματοποιηθούν στη Βρετανία, τη Γαλλία και το Βέλγιο. Η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε να επενδύσει πενήντα εκατομμύρια στερλίνες σε εκπαιδευτικά προγράμματα και πάσης φύσεως δρώμενα σε βάθος τετραετίας, με το B.B.C. να προγραμματίζει εκατοντάδες ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές. Η Γαλλία θα φιλοξενήσει χιλιάδες εκδηλώσεις σε όλη την επικράτεια και θα συντονίσει, με την οικονομική συμβολή της Γερμανίας και τη συνεργασία τοπικών φορέων, ένα αμφιλεγόμενο πρόγραμμα εκδηλώσεων στο Σαράγιεβο, τον Ιούνιο του 2014. Οι επίσημες διακρατικές εκδηλώσεις περιλαμβάνουν δύο τελετές κορυφής σε επίπεδο αρχηγών κρατών: μια γαλλογερμανική στη Γαλλία την 3η Αυγούστου και μια αγγλογερμανική στο Βέλγιο την επομένη, εκατό χρόνια μετά τη γερμανική εισβολή στο Βέλγιο.
Η γερμανική εμπλοκή στις εκδηλώσεις μνήμης είναι σαφώς πιο περιορισμένη. Ο προγραμματισμός περιλαμβάνει έναν μικρό αριθμό εκδηλώσεων σε επίπεδο κρατιδίων. Κάτι αντίστοιχο φαίνεται να συμβαίνει και στην Αυστρία, αν και η συναυλία της φιλαρμονικής ορχήστρας της Βιέννης στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Σαράγιεβο, λίγα μόλις μέτρα μακριά από το σημείο της δολοφονίας του αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου και της γυναίκας του τον Ιούνιο του 1914, αναμένεται να αποτελέσει το κεντρικό πολιτιστικό δρώμενο των εκδηλώσεων στο Σαράγιεβο. Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει η κάπως αινιγματική ρωσική περίπτωση, όπου μόλις πριν από δύο χρόνια νομοθετήθηκε ημέρα μνήμης για τα θύματα του Πρώτου Πολέμου ύστερα από δεκαετίες σοβιετικής υποβάθμισης και μετασοβιετικής αδιαφορίας, με τον πρόεδρο Πούτιν να ξεσπαθώνει κατά της «εθνικής προδοσίας των Μπολσεβίκων».1
Πριν όμως αρχίσουν οι εορτασμοί, δύο μεμονωμένα περιστατικά υπενθυμίζουν, με διαφορετικό τρόπο το καθένα, τις εξόχως πολιτικές διαστάσεις της ιστορικής μνήμης του Μεγάλου Πολέμου. Το πρώτο αναφέρεται στον τόπο απ’ όπου ξεκίνησαν όλα, το Σαράγιεβο, ενώ το δεύτερο έρχεται από τη Μεγάλη Βρετανία, τη χώρα που επενδύει όσο καμία άλλη στην ανάμνηση ενός πολέμου που σφυρηλάτησε την αγγλική εθνική ταυτότητα και σήμανε το πέρασμα από την ισχυρή βρετανική αυτοκρατορία, η επικράτεια της οποίας δεν γνώριζε τη δύση του ήλιου, στη βρετανική κοινοπολιτεία του εικοστού αιώνα. Και στις δύο περιπτώσεις, επαγγελματίες πολιτικοί υποδύονται τους ιστορικούς χρησιμοποιώντας την έννοια της ιστορικής «αναθεώρησης». Και στις δύο περιπτώσεις, οι ιστορικές θέσεις που προβάλλονται σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τον βαθμό της γερμανικής ευθύνης για το ξέσπασμα του πολέμου.
Στην πρώτη περίπτωση, το επίσημο σερβικό κράτος και πολλοί Σέρβοι της Βοσνίας αντιδρούν στη διοργάνωση μιας ορισμένης σειράς εκδηλώσεων τον ερχόμενο Ιούνιο στο Σαράγιεβο. Οι εκδηλώσεις, που στηρίζονται κυρίως σε γαλλικά κεφάλαια, συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων και ένα μεγάλο διεθνές συνέδριο για την κληρονομιά του πολέμου, το οποίο διοργανώνεται από το ινστιτούτο Ιστορίας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης σε συνεργασία με επιστημονικούς φορείς από την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων.2
Η προοπτική να ξανατεθούν στο προσκήνιο ιστορικά ερωτήματα αναφορικά με τα αίτια και τις αφορμές της βαλκανικής ανάφλεξης του καλοκαιριού του 1914, σε συνδυασμό με νέες ιστορικές προσεγγίσεις, όπως το έργο The Sleepwalkers: How Europe Went to War in 1914 του Christopher Clark που υπερθεματίζουν σχετικά με τον ρόλο του σερβικού εθνικισμού,3 οδήγησε τον πρωθυπουργό της Σερβίας να δηλώσει πως δεν θα επιτρέψει σε καμία περίπτωση την «αναθεώρηση της ιστορίας».4 Παράλληλα, Σέρβοι ιστορικοί προσανατολίζονται στη διεξαγωγή ξεχωριστού συνεδρίου, και Σερβοβόσνιοι δημιουργοί, όπως ο Εμίρ Κουστουρίτσα, ετοιμάζονται να θέσουν την τέχνη τους στην υπηρεσία της «ιστορικής αλήθειας».
Η σερβική αντίδραση για τη διεξαγωγή του συνεδρίου οδήγησε στην απόσυρση της γαλλικής οικονομικής υποστήριξης. Η επιστημονική επιτροπή του συνεδρίου, προασπίζοντας τον επιστημονικό χαρακτήρα, απέρριψε τις έμμεσες γαλλικές παραινέσεις για τη συμμετοχή ιστορικών-εκπροσώπων της Σερβικής Δημοκρατίας της Βοσνίας.5 Απλουστεύοντας μια πολύ σύνθετη συζήτηση, η οποία μεσολαβείται και από την εμπειρία του πρόσφατου γιουγκοσλαβικού εμφυλίου, η αντίδραση φαίνεται να αφορά τον ρόλο της Σερβίας στον πόλεμο και την ερμηνεία των εθνικιστικών ιδεών που όπλισαν το χέρι του δολοφόνου του διαδόχου του Αυστροουγγρικού θρόνου Γκαβρίλο Πρίντσιπ. Τι ήταν ο Πρίντσιπ; Ο κατεξοχήν Γιουγκοσλάβος ρεπουμπλικάνος εθνικιστής-υπέρμαχος της απελευθέρωσης από τον απολυταρχικό αυστριακό ζυγό ή το μακρύ χέρι του σερβικού εθνικισμού;
Εξετάζοντας αντίστοιχες διαμάχες, εύκολα μπαίνει κανείς στον πειρασμό να κάνει λόγο για μια ακόμη επανεμφάνιση της βαλκανικής «ιδιαιτερότητας» και να αναφερθεί σε ιστορικούς πολέμους σε μια περιοχή του κόσμου που διακατέχεται από μια ιδιότυπη πολιτική μελαγχολία, όπου οι συγκεχυμένες ιστορικές μνήμες του παρελθόντος ορίζουν τις πολιτικές αναγκαιότητες του παρόντος. Τα φαντάσματα όμως του ιστορικού παρελθόντος δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των Βαλκανίων. Στην άλλη άκρη της δυτικής Ευρώπης, στη Βρετανία, οι μνήμες του Πρώτου Πολέμου φωτίζουν αθέατες όψεις της αγγλικής και βρετανικής εθνικής ταυτότητας σε μια συγκυρία όξυνσης της αντιευρωπαϊκής ρητορείας και έντασης των φυγόκεντρων τάσεων εντός του Ηνωμένου Βασιλείου.
Στον απόηχο των συζητήσεων για τη διδασκαλία της ιστορίας στα σχολεία και μιας σειράς πρωτοβουλιών που αναθερμαίνουν εθνοκεντρικές αναγνώσεις του βρετανικού παρελθόντος,ο συντηρητικός υπουργός Παιδείας Michael Gove με άρθρο του στη λαϊκιστική δεξιά εφημερίδα Daily Mail διακήρυξε την ανάγκη για την «αναθεώρηση» των «ιστορικών μύθων» του Πρώτου Πόλεμου που καλλιεργούνται από την αριστερή ιντελιγκέντσια.6 Η ερμηνεία της βρετανικής εμπλοκής ως συνέπεια της αλληλουχίας λαθών μιας αποκομμένης από την πραγματικότητα πολιτικής και στρατιωτικής ελίτ, υποστηρίζει ο Gove, υποβαθμίζει τον ηρωισμό, διαστρέφει την πραγματική εικόνα όσων διηύθυναν την πολεμική προσπάθεια, και συσκοτίζει την καταλυτική ευθύνη της γερμανικής Weltpolitik για την κλιμάκωση αυτού που στις αρχές Ιουλίου του 1914 έμοιαζε με άλλη μία βαλκανική υπόθεση.
Είναι χαρακτηριστικά τα αποσπάσματα από δύο κλασικές φιλμικές αναπαραστάσεις του πολέμου, οι οποίες για τον Βρετανό υπουργό Παιδείας καλλιεργούν τον αριστερό ιστορικό μύθο της αφελούς στρατιωτικής ηγεσίας και υποβαθμίζουν τον πραγματικό ρόλο της Γερμανίας: Blackadder: http://www.youtube.com/watch?v=IDQ1ljlnSjU, και OhWhataLovelywar: http://www.youtube.com/watch?v=fHObCL2luMw.
Η «αναθεωρητική» ορμή του Gove επιτάσσει την επιστροφή στην κλασική επιχειρηματολογία της υποστήριξης του πολέμου που απαντά σε κείμενα συντηρητικών και φιλελεύθερων πατριωτών της περιόδου. Έτσι, η ευθύνη για τον πόλεμο μετακυλίεται εξ ολοκλήρου στις ιμπεριαλιστικές κινήσεις της γερμανικής ελίτ. Η βρετανική εμπλοκή είχε ως μοναδικό στόχο την υπεράσπιση της έννομης δυτικής φιλελεύθερης τάξης. Οι προφανείς πολιτικές στοχεύσεις μιας τέτοιας απλουστευτικής επιχειρηματολογίας έκαναν τον υπουργό να αγνοήσει ακόμη και τις θέσεις αρκετών φιλελεύθερων πατριωτών της εποχής, που διέκριναν ανάμεσα σε δύο Γερμανίες: τη χώρα της πνευματικής καλλιέργειας και της φιλελεύθερης προόδου και τη Γερμανία της επιρροής του πρωσικού μιλιταρισμού και των επεκτατικών πολιτικών.
Στις αιτιάσεις του υπουργού Παιδείας απάντησαν δύο από τους γνωστότερους Βρετανούς ιστορικούς με έντονη πολιτική παρουσία, ο Richard Evans και ο Tristram Hunt. Και οι δύο επισήμαναν τις απλουστεύσεις και τους αναχρονισμούς του υπουργικού «αναθεωρητισμού», τόσο σε σχέση με το δίπολο φιλελεύθερη διεθνιστική Βρετανία-μιλιταριστική εθνικιστική Γερμανία, όσο και με την υποτιθέμενη αριστερή μυθολογία.7 Κλείνοντας την παρέμβασή του ο Hunt, ο οποίος είναι ο σκιώδης υπουργός Παιδείας των Εργατικών, ανέφερε την ύπαρξη νέων μελετών που μεταθέτουν το βάρος της ευθύνης για τον Πρώτο Πόλεμο στον σερβικό εθνικισμό και στον επεκτατισμό της Ρωσίας. Την ίδια στιγμή, η παρέμβαση του συντηρητικού δημάρχου του Λονδίνου άνοιξε νέο κύκλο πολιτικής αντιπαράθεσης. Ο Boris Johnson ζήτησε την απομάκρυνση του Hunt από τη θέση του σκιώδους υπουργού Παιδείας καθώς οι απόψεις του τελευταίου για τον βαθμό της γερμανικής ευθύνης τον καθιστούν ακατάλληλο να εποπτεύει τη διδασκαλία της ιστορίας στα σχολεία, ακόμη και από τη θέση της αντιπολίτευσης.8
Στη Γερμανία ολοένα και περισσότεροι ιστορικοί αποποιούνται δημόσια τη θέση για τη γερμανική ευθύνη που συζητήθηκε ευρέως τη δεκαετία του ’60 και έγινε γνωστή ως θέση Fischer από το βιβλίο του ομώνυμου ιστορικού. Με πρόσφατο άρθρο τους στη γερμανική Die Welt τέσσερις Γερμανοί ιστορικοί επικαλούνται, μεταξύ άλλων, τις μελέτες των Christopher Clark και Heinfried Münkler,9 προκειμένου να μιλήσουν για μια «αλλαγή παραδείγματος» που καθιστά τη συζήτηση περί ευθύνης λανθασμένη και πολιτικά επικίνδυνη στη σημερινή συγκυρία.10
Το 2014 ανοίγει ένας κύκλος ιστορικών συζητήσεων και ερευνητικών αναζητήσεων για τα αίτια του Μεγάλου Πολέμου, οι οποίες όμως συχνά διεξάγονται με εθνικούς-πατριωτικούς όρους. Την ίδια στιγμή, από το Λονδίνο ώς το Σαράγιεβο, λαμβάνουν χώρα διαμάχες με πολιτικούς να υποδύονται κατά περίσταση τους «αναθεωρητές» ή τους πολέμιους του ιστορικού «αναθεωρητισμού». Η πολιτική αντιπαράθεση αποκαλύπτει ανεπίλυτες εθνοτικές διαφορές ή/και εθνοκεντρικές απόπειρες πολιτικής εκμετάλλευσης και μονομερούς ερμηνείας τραυματικών πτυχών του εθνικού παρελθόντος. Επιπλέον, εκφράζει μια ευρύτερη αμηχανία για την πορεία του ευρωπαϊκού σχεδίου, είτε ως απογοήτευση για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είτε ως εχθρότητα απέναντι στην ίδια την ιδέα μιας ενωμένης Ευρώπης.11

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου