Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

«την ύφεση τη συνηθίζεις διότι έρχεται αργά σαν την αρθρίτιδα» Σκέψεις για την πολιτική επικαιρότητα του ντοκιμαντέρ Ταξισυνειδησία, η άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικάνικου ριζοσπαστισμού σε σκηνοθεσία Κώστα Βάκκα (διάρκεια 64΄) πάνω σε έρευνα και κείμενα του ιστορικού Κωστή Καρπόζηλου με παραγωγό τη Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία Αποστόλης Μπερδεμπές.1 Δημήτρης Χριστόπουλος /αναδημοσιευση απο τον ΧΡΟΝΟ

 

«την ύφεση τη συνηθίζεις διότι έρχεται αργά σαν την αρθρίτιδα»


Σκέψεις για την πολιτική επικαιρότητα του ντοκιμαντέρ Ταξισυνειδησία, η άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικάνικου ριζοσπαστισμού σε σκηνοθεσία Κώστα Βάκκα (διάρκεια 64΄) πάνω σε έρευνα και κείμενα του ιστορικού Κωστή Καρπόζηλου με παραγωγό τη Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία Αποστόλης Μπερδεμπές.1

Δημήτρης Χριστόπουλος

Η Ταξισυνειδησία ως ντοκιμαντέρ είναι επίτευγμα στον χώρο των διασπορικών σπουδών και στην ιστορία του εργατικού κινήματος διότι συμπυκνώνει με αριστοτεχνικό τρόπο τις κεφαλαιώδεις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς που βρίσκονται στον πυρήνα της πολιτικής νεωτερικότητας: στον βιομηχανικό καπιταλισμό του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Οι αντιθέσεις αυτές δημιουργούν κρίσιμους και δημιουργικούς συνειρμούς με τα δρώμενα στην ύστερη νεωτερικότητα του μεταβιομηχανικού μεταβατικού καπιταλισμού των ημερών μας. Και για τον λόγο αυτό η Ταξισυνειδησία δεν είναι απλώς ιστορικά χρήσιμη και κινηματογραφικά όμορφη δουλειά. Είναι, με τον τρόπο της, πολιτικά επίκαιρη. Στην πολιτική αρετή της θα μείνω καθώς την κινηματογραφική της δεν είμαι σε θέση να εκθέσω, παρά μόνο να πω ότι, παρακολουθώντας το, με καθήλωσε (κάτι το οποίο δεν συμβαίνει συχνά).
Τα δίπολα στα οποία αναφέρομαι είναι μεθοδολογικής, πολιτικής και τέλος αξιακής φύσης:

1ο δίπολο: Αθέατη ιστορία εναντίον επίσημης ιστορίας. Το κάθε έθνος φτιάχνει την ιστορία του, διαλέγοντας το παρελθόν του για να νοικοκυρέψει το μέλλον του. «Μνήμη είναι η λήθη: λήθη μερική και επιλεκτική, λήθη απαραίτητη», γράφει ο Τοντορόφ. Τόσο στο αμερικάνικο έθνος όσο και στο ελληνικό, για λόγους που σχετίζονται με τις στρατηγικές οικοδόμησης που επικράτησαν ένθεν και ένθεν, δεν κρατήθηκε θέση για τους Ελληνοαμερικάνους ριζοσπάστες στο κυρίαρχο ιστορικό αφήγημα. Η θέση τους παραβιάζει εμβληματικά το success story του American dream που και τα δύο έθνη έχουν καθαγιάσει για τους (Έλληνες) μετανάστες στην Αμερική. Η Ταξισυνειδησία εγγράφεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο νέων ιστορικών προσεγγίσεων που σφυρηλατούνται στην Ελλάδα από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και που φωτίζουν το ηθελημένα ξεχασμένο, πολιτικά παραβατικό, και ως τέτοιο ερευνητικά άβατο.

2ο δίπολο: Υβριδισμός εναντίον ουσιοκρατίας. Η ταξισυνειδησία είναι ένα καλό μάθημα ρευστών, διφορούμενων ταυτοτήτων χωρίς ολισθήσεις σε αποδομητικά πρότυπα αλλά ταυτόχρονα με προσοχή μακριά από τον ντετερμινισμό του αριστερού οικονομικού αναγωγισμού. Οι Έλληνες μετανάστες γίνονται Αμερικάνοι ως σοσιαλιστές στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ενώ εδραιώνονται πλέον ως Αμερικάνοι μέσα από μια σύνθετη διαδικασία αποριζοσπαστικοποίησης που σχετίζεται με την ίδια την ταξική κινητικότητα στην αμερικάνικη κοινωνία. Δίπολα, όπως Έλληνας-Αμερικάνος, αστός-προλετάριος, ριζοσπάστης-συντηρητικός, σχετικοποιούνται και αποκτούν το αρμόζον ιστορικό εκτόπισμα σε μια δεξιοτεχνικά παρουσιασμένη έρευνα.

3ο δίπολο: Πολιτική στράτευση εναντίον ιστορικής φερεγγυότητας. Τα τελευταία δέκα χρόνια έχει εδραιωθεί στην Ελλάδα ένας νέος ιστορικός αναθεωρητικός πόλος ο οποίος «ξανακοιτά» τη νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία με στόχο την κάθαρση των ερμηνειών της από την «αριστερή ηγεμονία» που κυριάρχησε στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Ο νέος αυτός αναθεωρητικός πόλος, σε αντίθεση με τις προηγούμενες κλασικές αντιαριστερές προσεγγίσεις είναι απαλλαγμένος από τις κλασικές ιδεοληψίες της ελληνικής Δεξιάς (τμήμα τους τουλάχιστον) και κυρίως οπλισμένος με τα κεκτημένα μιας ελάχιστης ερευνητικής φερεγγυότητας και αναστοχασμού, κάτι το οποίο αναγνωρισμένα δεν υπήρξε στις παλαιότερες προσεγγίσεις λόγω της πολιτικής στράτευσης των ιστορικών. Ένας τέτοιος πόλος εδραιώνεται σε ένα διεπιστημονικό επίπεδο και στην ελληνική Αριστερά πλέον. Νέοι ιστορικοί, απαλλαγμένοι από τα οικεία στον χώρο της Αριστεράς ερμηνευτικά εργαλεία ενός κλασικού αναγωγισμού και αγοραίου ντετερμινισμού, επιχειρούν σημαντικά βήματα μπροστά στην ιστορική έρευνα σχετικά με την ελληνική κοινωνία και το ελληνικό έθνος. Τα βήματα αυτά γίνονται, μέσα από μια εξαιρετικά καλοστεκούμενη, κατά την άποψή μου, στάθμισή της με την ευρεία έννοια της πολιτικής στράτευσης και της μεθοδολογικής φερεγγυότητας. Αυτό εκλαμβάνω πως έχει στόχο η Ταξισυνειδησία.

4ο δίπολο: Έθνος εναντίον τάξης. Το ελληνικό, ως αρχετυπικά διασπορικό, έθνος έχει αφιερώσει μείζον τμήμα του αφηγήματος στη Διασπορά του. Υπ’ αυτή την έννοια, πρόκειται κατεξοχήν για ένα έθνος πέραν των συνόρων, όπως λέει και ο τίτλος μιας πολύ ενδιαφέρουσας νομίζω συλλογικής δουλειάς2 που δημοσιεύσαμε πρόσφατα στις εκδόσεις του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων υπό την επιμέλεια της Λίνας Βεντούρα και του Λάμπρου Μπαλτσιώτη (Βιβλιόραμα, Αθήνα 2013). Η Ταξισυνειδησία μιλάει για ένα έθνος πέραν των συνόρων. Ωστόσο ένα έθνος που δεν είναι ακριβώς ούτε αυτό που το ιστορικό κέντρο θα ήθελε ούτε βέβαια το νέο που το εγκολπώθηκε. Εδώ και δύο αιώνες τα περισσότερα κράτη του κόσμου υλοποιούν πολιτικές με τις οποίες προσπαθούν να σφυρηλατήσουν μια κοινότητα ιδανικών, προσλήψεων, συμφερόντων και αξιών με πληθυσμούς εκτός της επικράτειάς τους, με τους οποίους μοιράζονται κοινή εθνική κληρονομιά ή τουλάχιστον διεκδικούν αμοιβαία κάτι τέτοιο. Η Ελλάδα ανήκει κατεξοχήν σε αυτή την κατηγορία κρατών καθώς η ίδια η διαδικασία συγκρότησης του ελληνικού κράτους ευθύς εξαρχής παρέπεμψε σε προνομιακές σχέσεις με το κομμάτι του εθνικού ιστού που βρίσκονταν εκτός της άρτι συσταθείσας πολιτείας. Με τη σειρά τους, τα αποδημητικά ελληνικά ρεύματα του 19ου και όλου του 20ού αιώνα έθεταν σταδιακά εκτός επικράτειας διογκούμενα τμήματα του ελληνικού λαού. Εξαιτίας αυτών, το ελληνικό έθνος ανήκει σήμερα στα αρχετυπικά «διασπορικά» και «ομογενειακά» έθνη.
Ωστόσο η διεθνιστική πολιτική στράτευση των Ελληνοαμερικάνων κομμουνιστών εξατμίζει τις υπερεδαφικές αξιώσεις του εθνικού ελληνικού κέντρου: η κατά κυριολεξία ταξισυνειδησία στρέφεται εν μέρει εναντίον της εθνικής συνείδησης, όπως αυτή εκπέμπεται από το κέντρο την κρίσιμη ιστορική στιγμή. Σε αυτό συνίσταται ο «εργατικός εξαμερικανισμός»: η ενσωμάτωση στο πιο πολιτικό έθνος διά της συνείδησης της ταξικής θέσης σε αυτό. Η εκ πρώτης όψεως ασυμφιλίωτη αντίθεση με βάση τα αναλυτικά υλικά ενός αγοραίου υλιστικού αναγωγισμού: ενσωμάτωση στο πιο πολιτικό έθνος διά της συνειδητοποίησης της πάλης των τάξεων σε αυτό.

5ο δίπολο: Αυθόρμητο εναντίον συνείδησης. Μια κλασική –ίσως λίγο ξεχασμένη– κομμουνιστική αντίθεση η οποία συνοψίζεται στην αδυναμία του αυθόρμητου. Το αυθόρμητο συναίσθημα αποτελεί συνώνυμο της υποταγής στην κυρίαρχη ιδεολογία σε αντιδιαστολή με τη δύναμη της έλλογης συνειδητοποίησης της ταξικής θέσης. «Διάβασε σήμερα, κυβέρνησε αύριο», όπως (μαθαίνουμε ότι) λέγανε οι Έλληνες ριζοσπάστες της Αμερικής, οι οποίοι προλάβανε και μεταφράσανε πρώτοι από τους εν Ελλάδι συντρόφους τους το απόλυτο κομμουνιστικό hit του 20ού αιώνα: το Κράτος και επανάσταση του Λένιν. Ίσως σήμερα αυτή η μανία των κομμουνιστών του 20ού αιώνα «να μάθουν γράμματα» μας φαίνεται κάπως ρομαντικά ξεπερασμένη καθώς τα νέα ριζοσπαστικά κινήματα δεν έχουν τόσο υψηλά στην κλίμακα αξιών τους τη διαφώτιση, όπως τη θυμούνται οι παλιότεροι που έχουν θητεύσει σε κομμουνιστικές οργανώσεις. Και εύλογα ώς έναν βαθμό. Όμως αυτό το «Διάβασε σήμερα, κυβέρνησε αύριο» θα ήθελα να το φωνάξω πολύ επί των ημερών μας όπου μια αγοραία εργαλειακή αντίληψη του think fast αριστερού λόγου των talk show και της fast track διαδικτυακής ενημέρωσης δεν αφήνει χρόνο για σοβαρή μελέτη. Και αυτό φαίνεται. Επομένως, ας μου επιτραπεί να παραφράσω: «Διάβασε όσο είναι καιρός σήμερα, διότι το “αύριο” είναι εδώ».

6ο δίπολο: Οικονομική κρίση και πολιτειακή υπέρβαση. Στο εμφατικά επίκαιρο αυτό ζευγάρι, η Ταξισυνειδησία αποδίδει εξαιρετικά ζωντανά και στοχαστικά την εμπειρία της θέσης των εργαζομένων στα χρόνια της ύφεσης, της μετάβασης από το πρώιμο φιλελεύθερο κράτος στο κοινωνικό κράτος. Κατ’ αναλογία, μας θέτει ενώπιον κρίσιμων ερωτημάτων σήμερα που η συγκυρία χαρακτηρίζεται από την παλινόρθωση του κράτους-νυχτοφύλακα διά της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης. «Την ύφεση τη συνηθίζεις διότι έρχεται αργά σαν την αρθρίτιδα» ακούμε κάποια στιγμή στο έργο και οι συνειρμοί γίνονται εφιαλτικοί. Ακόμη πιο άμεσοι, διαβάζοντας ένα εξαιρετικό άρθρο της Μaria Margaronis στους NewYorkTimes της 10ης Ιουλίου 2013: «Αν βάλετε ένα βάτραχο σε ένα δοχείο με νερό που βράζει, εκείνος αμέσως θα πηδήξει έξω, αλλά αν τον βάλετε σε ένα δοχείο με νερό και αρχίσετε να το ζεσταίνετε σιγά σιγά εκείνος θα μείνει μέσα μέχρι να πεθάνει. Αυτό συμβαίνει με την ελληνική δημοκρατία».3 Την ίδια στιγμή βλέπουμε τους ριζοσπάστες διαδηλωτές να διαδηλώνουν στα σκοτεινά χρόνια του μακαρθισμού με αναπάντεχα επίκαιρο για εμάς σύνθημα «Fascism is not our policy yet». Ο σαρκασμός αυτού το yet –ο φασισμός δεν είναι η πολιτική μας ακόμη– είναι αυτό που ενώνει την αυταρχική στροφή του νέου κόσμου στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου με την αυταρχική στροφή του παλαιού κόσμου στο πλαίσιο της παλινόρθωσης του κράτους-νυχτοφύλακα και της αδιάγνωστου προορισμού πολιτειακής του μετάβασης.

7ο δίπολο: Παλαιός και νέος κόσμος. Εδώ θα αφήσω τον ίδιο τον Καρπόζηλο να πει με δικά του λόγια αυτό που ήθελα, στη συνέντευξή του στα «Ενθέματα» στην Αυγή της Κυριακής:4
Μέχρι το 1945, ακόμα και το 1946 ή το 1947 μπορούσε κανείς να υποστηρίζει το ΕΑΜ στις ΗΠΑ και να είναι ένας νομοταγής πολίτης –αντίστοιχα, ο Τίτο είναι μια μορφή εξαιρετικά δημοφιλής στους κύκλους των γιουγκοσλάβων μεταναστών– και αυτή είναι μια λογική που ακουμπάει στις πιο προοδευτικές εκδοχές του Νιου Ντηλ. Μετά, έρχεται ο Ελληνικός Εμφύλιος, η εμπλοκή των ΗΠΑ σε αυτόν και ο Ψυχρός Πόλεμος. Η τομή αυτή υποβοηθείται από εξελίξεις στο εσωτερικό των κοινοτήτων: την κοινωνική ενσωμάτωση και πρόοδο των Ελληνοαμερικανών, που είναι πια κομμάτι του αναγεννημένου «αμερικανικού ονείρου», μπορούν να στέλνουν εμβάσματα στην πατρίδα, να επιστρέψουν επιτυχημένοι σε αυτήν. Πιστεύω ότι μετά το 1950 οι ελληνοαμερικανικές κοινότητες λειτουργούν ως «διπλοί πρεσβευτές»: εκπροσωπούν τον αμερικανισμό, ως ιδεολογία ατομικής επιτυχίας κ.λπ. στην Ελλάδα, και τη «χειμαζόμενη από τον κομμουνισμό» Ελλάδα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τέλος, μιας και η κουβέντα ήρθε στον εμπνευστή της Ταξισυνειδησίας, θα προτιμήσω πάλι να μη μιλήσω εγώ για εκείνον αλλά να μεταφέρω τα λόγια του Μαρκ Μαζάουερ:
Η φωνή αυτής της νέας γενιάς –μια ρεαλιστική φωνή, που επιζητεί μια πηγή έμπνευσης– μπορεί να βρεθεί και αλλού. Στις σελίδες ενός νέου περιοδικού, της Λεύγας, η ονομασία της οποίας προέρχεται από τις Είκοσι χιλιάδες λεύγες υπό τη θάλασσα του Ιουλίου Βερν, βρίσκει κανείς μια οξύτατη κριτική για το τι σήμαινε «μεταρρύθμιση» στην Ελλάδα τα τελευταία σαράντα χρόνια. Από την κυκλοφορία του πρώτου τεύχους της, τον Μάρτιο του 2011, η Λεύγα έχει εκδώσει εννιά τεύχη [δώδεκα σήμερα – Σ.τ.Σ.:], γεμάτα με κριτικές για τους χθεσινούς «εκσυγχρονιστές» και τις μόνιμες προσπάθειές τους να παρουσιαστούν ως εθνικοί σωτήρες. Στις σελίδες της όμως ασκείται επίσης κριτική και στους ριζοσπάστες κριτικούς των εκσυγχρονιστών: τους Ζίζεκ και τους Μπαντιού και τους Έλληνες επιγόνους τους. Μέλη μιας γενιάς με οικολογικές ανησυχίες, οι συγγραφείς και οι συντάκτες της Λεύγας [στη συντακτική ομάδα της οποίας επίσης πρωταγωνιστεί ο Καρπόζηλος – Σ.τ.Σ.:] βλέπουν θετικά το οργανωμένο εργατικό κίνημα, αλλά αναλύουν τις ιστορικές ρίζες της δυσλειτουργίας του στην Ελλάδα. […] Η Λεύγα είναι μια πηγή φρέσκιας και διαυγούς σκέψης: και γι’ αυτό είναι πηγή ελπίδας εκεί που φαίνεται να έχει χαθεί κάθε ελπίδα.5

8ο και τελευταίο δίλημμα: «Whichsideareyouon» σήμερα; Μετά από αυτό που θεωρώ ως αρμόζουσα οφειλή, θα κλείσω με το τελευταίο οικείο δίλλημα ενώπιον του οποίου μας θέτει με ανυπέρβλητο τρόπο η Ταξισυνειδησία. Την αντίθεση η οποία στις μέρες της κρίσης αποκτά σε τελευταία ανάλυση τα χαρακτηριστικά απολύτως υπαρξιακού πολιτικού, διανοητικού, και τέλος, αξιακού εκτοπίσματος. Συνοψίζεται στην απάντηση που καθείς από μας –ο κάθε πολίτης– δίνει στο ερώτημα του τραγουδιού της Florence Reece του 1931, τραγούδι που ακούστηκε σε τρεις από τις αναρίθμητες εκτελέσεις και στους τίτλους του έργου: «Which side are you on boys?».
Ερώτημα που παραπέμπει στον αγωνιστικό χαρακτήρα της πολιτικής και της ίδιας της δημοκρατίας ενάντια σε πλαδαρές θεωρίες επικοινωνιακών συναινέσεων και ηθικολογίες που καταρρέουν σαν χάρτινος πύργος μαζί με αυτούς που μας κυβερνάνε από τη δίνη της κρίσης στην εδραίωση της μετάβασης. Αν κάποιοι προ κρίσης νόμιζαν πως είχαν την πολυτέλεια να παραπέμπουν στο μέλλον την απάντηση που δίνουν στο ερώτημα «Με τίνος πλευρά είναι», σήμερα φοβούμαι πως τέτοιες πολυτέλειες δεν υπάρχουν.
Σε ό,τι με αφορά, είμαι σίγουρος ότι δεν μοιραζόμαστε όλοι τις ίδιες απαντήσεις που γεμίζουν το περιεχόμενο των δύο πόλων του διλήμματος. Είμαι όμως επίσης σίγουρος ότι ξέρουμε πως το δίλημμα διατρέχει ανυπερθέτως τη ζωή μας. Και η Ταξισυνειδησία βοηθάει στο να το εμπεδώνουμε. Για τον λόγο αυτό, το ντοκιμαντέρ αξίζει ίσως να το δουν περισσότερο κάποιοι από αυτούς που σήμερα συμβιβάστηκαν με τη Δεξιά εξαιτίας του φόβου από εκείνους που το παλεύουν με την Αριστερά, παρά τα κενά. Με τους Έλληνες ριζοσπάστες των Η.Π.Α. μπορούν οριακά να ταυτιστούν ώς και οι πρώτοι.


files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png


ΧΡΟΝΟΣ 09 (01.2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου