Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Για το κρυφό σχολειό (που λειτουργούσε ολοφάνερα) του Δημήτρη Σαραντάκου, για τον μύθο του Κρυφού Σχολειού, ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ sarantakos.wordpress.com

 http://sarantakos.wordpress.com/2013/03/25/kryfosxoleio/
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 

Φυσικά, το άρθρο του πατέρα μου, που αρχικά είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα “Το φιστίκι” και μετά στον παλιό μου ιστότοπο, δεν κομίζει κάτι το νέο στην ιστορική έρευνα, ανακεφαλαιώνει όμως με ακρίβεια, πιστεύω, την ανασκευή του μύθου του Κρυφού Σχολειού. Στο τέλος τού (σύντομου, έτσι κι αλλιώς) άρθρου προσθέτω όσα γράφει για το θέμα η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣΕ ΟΛΟΦΑΝΕΡΑ)
Ένα παραμύθι, που μας συνόδεψε από τα πρώτα μαθητικά μας χρόνια ήταν το παραμύθι για το «κρυφό σχολειό». Για το
φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ
να πηγαίνω στο σκολειό
να μαθαίνω γράμματα
και τα λοιπά, που υποτίθεται πως λέγανε τα παιδάκια πηγαίνοντας νύχτα και κρυφά στην Εκκλησιά για να μάθουν γράμματα.
Στην πραγματικότητα όλη η φιλολογία περί κρυφού σχολειού είναι παραμύθι. Κανένας έγκυρος ιστορικός, ούτε ο Παπαρρηγόπουλος, που αφιερώνει στην εποχή της τουρκοκρατίας τους δύο από τους εννέα τόμους της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», ούτε ο Σάθας, εις την «Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα» του, ούτε και η νεώτερη δεκατετράτομη «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών, κάνουν οποιαδήποτε μνεία περί κρυφού σχολειού. Στο τελευταίο μάλιστα σύγγραμμα και συγκεκριμένα στον 10ο τόμο και στη σελίδα 366, οι συντάκτες του σχετικού κεφαλαίου Γ. Ζώρας και Α. Αγγέλου (καθηγητές πανεπιστημίου αμφότεροι), είναι κατηγορηματικοί: «Κρυφό σχολειό δεν υπήρξε, πρόκειται για μύθο», υποστηρίζουν. Το ίδιο είχε πει από τον 19ο ήδη αιώνα ο Μ. Γεδεών και κατά τον 20ον ο Γιάννης Βλαχογιάννης: «Δεν υπάρχει καμία ιστορική μαρτυρία που να βεβαιώνει την ύπαρξη κρυφού σχολειού», βεβαιώνει.
Πώς όμως δημιουργήθηκε ο σχετικός μύθος; Κατά τη γνώμη μου οι αιτίες που τον γέννησαν είναι  δύο. Η πρώτη είναι να καταδειχτεί η βαρβαρότητα και ο φωτοσβεστικός ρόλος των Τούρκων κατακτητών και ο δεύτερος να αναδειχτεί ο ρόλος της Εκκλησίας στην πνευματική αναγέννηση του έθνους. Και στις δύο υπάρχει πυρήνας ιστορικής αλήθειας. Λίγες δεκαετίες μετά την Άλωση της Πόλης εμφανίζονται οι πρώτες ενδείξεις παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που θα εκδηλωθεί ολοκάθαρα στα επόμενα διακόσια χρόνια. Οι Οθωμανοί παίρνοντας την Πόλη, αναμφισβήτητα κέρδισαν πολλά (λαμπρή και ιστορική πρωτεύουσα, ενοποίηση των ασιατικών και ευρωπαϊκών εδαφών τους κλπ.) έχασαν όμως το σπουδαιότερο: την πολιτιστική παράδοση, που έστω και κουτσουρεμένη επιβίωνε ακόμα στην ετοιμοθάνατη Κωνσταντινούπολη. Απόχτησαν ένα χρυσό κλουβί, χωρίς όμως το καλλικέλαδο πουλί που βρισκόταν μέσα και που πέταξε στη Δύση.
Ως τότε, σε μίμηση και σε αντιπαράθεση με τη φθίνουσα Ρωμανία, η αναπτυσσόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία, είχε αξιόλογες επιδόσεις στην εκπαίδευση και τον πολιτισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρόδρομος της Αναγέννησης (και στην Ελλάδα, αλλά και στη Δύση) ο Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αδριανούπολης, που τα χρόνια εκείνα, επί Μουράτ, ήταν η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά την Άλωση οι νικητές Οθωμανοί υιοθέτησαν όλα σχεδόν τα ελαττώματα των προκατόχων τους, αλλά τους ξέφυγαν τα προτερήματά τους και κυρίως την έφεση για παιδεία και πολιτισμό.
Τον πρώτον αιώνα μετά το πάρσιμο της Πόλης, οι υπόδουλοι Χριστιανοί, που αποτελούσαν το Ρουμ Μιλέτ (το γένος των Ρωμαίων), πέρασαν από ένα στάδιο πνευματικού και εκπαιδευτικού μουδιάσματος. Οι μεγάλοι δάσκαλοι είχαν φύγει στη Δύση. Καινούργια σχολεία δεν ιδρύθηκαν. Ο αναλφαβητισμός του χριστιανικού πληθυσμού αυξήθηκε κατακόρυφα. Η Εκκλησία όμως, για να λειτουργήσει, είχε ανάγκη από ιερείς, που έπρεπε να ξέρουν στοιχειωδώς να διαβάζουν τα ιερά βιβλία. Έτσι λειτούργησαν μέσα στους ναούς εκκλησιαστικά σχολεία που κατάρτιζαν στοιχειωδώς τους μέλλοντες κληρικούς. Ανεξάρτητα όμως από αυτά τα εκκλησιαστικά φροντιστήρια, σε ορισμένες πόλεις με πρώτη την Αδριανούπολη, εξακολούθησαν να υπάρχουν και να λειτουργούνε σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Φυσικά η ποιότητα της εκπαίδευσης αυτής ήταν πολύ χαμηλή και  οι περισσότεροι μαθητές μάθαιναν μόνο να διαβάζουν και να γράφουν. Ιδιαίτερα σχολικά κτίρια ήταν σπάνια ή μικρής χωρητικότητας. Πολύ συχνά οι μαθητές μαζεύονταν στο νάρθηκα των εκκλησιών. Δεν υπήρχαν επίσης διδακτικά βιβλία. Για τη στοιχειώδη εκπαίδευση χρησιμοποιούσαν εκκλησιαστικά βοηθήματα: την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι ή τη Σύνοψη. Ίσως εδώ να βρίσκεται ο ιστορικός πυρήνας του μύθου για το κρυφό σχολειό.
Το ουσιαστικό βήμα προόδου στην εκπαίδευση άρχισε να γίνεται από τα μέσα του επόμενου (16ου) αιώνα. Με κέντρα τη Χίο, που λίγες δεκαετίες πριν ήταν γενοβέζικη κτίση, τη Λέσβο, την Αδριανούπολη και την Κωνσταντινούπολη ιδρύονται πολλά σχολεία, όπου διδάσκουν αξιόλογοι δάσκαλοι. Οι τελευταίοι προέρχονται συνήθως από την βενετοκρατούμενη ακόμη Κρήτη ή τα Επτάνησα και έχουν σπουδάσει σε πανεπιστήμια της Ιταλίας. Σύμφωνα με μαρτυρία  της εποχής το 1586, στην Αθήνα, που ήταν μια μικρή επαρχιακή πόλη, λειτουργούσαν πολλά σχολεία
Έτσι φτάνουμε στις αρχές του 17ου αιώνα στην εμφάνιση μεγάλων Σχολών, όπως η Σχολή των Κυδωνιών, η Σχολή των Αγράφων, η Ζωσιμαία Σχολή στα Γιάννενα, η Αθωνιάς Σχολή  και άλλες  σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, χώρια το Πατριαρχικό Σχολείο που λειτουργούσε στην Πόλη από τον 16ο αιώνα. Πολλές από τις σχολές αυτές ήταν πανεπιστημιακού επιπέδου και βέβαια η ύπαρξη και η λειτουργία τους προϋπέθεταν πως υπήρχαν στοιχειώδη και μέσα σχολεία, από τα οποία προέρχονταν οι μαθητές τους. Πρέπει εδώ να τονιστεί πως σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας οι οθωμανικές αρχές δεν έκλεισαν κανένα χριστιανικό σχολείο, ούτε απέρριψαν αίτημα χριστιανικών κοινοτήτων να ανοίξουν σχολείο.
Είναι λοιπόν λογικό πως εκεί που λειτουργούσαν φανερά και ανεμπόδιστα κανονικά σχολεία όλων των βαθμίδων η ύπαρξη «κρυφού σχολειού» περίττευε.
 Και όσα γράφει για το θέμα η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (τόμος 10, σελ. 366-7) σε μεταγραφή δική μου (με σημερινή ορθογραφία, χωρίς σκουληκάκια και πιθανώς με κάποια λαθάκια από το οσιάρισμα).
Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΣΤΙΣ ΥΠΟΔΟΥΛΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ
H «κάκωσις» του Γένους, καθώς εύστοχα θα χαρακτηρίσει ο Ευγένιος Βούλγαρις την κατάσταση του Ελληνισμού αμέ­σως μετά την Άλωση, δεν αποτελεί απλώς τυπικό χρονικό ό­ριο, για την απαρχή της μελέτης της εκπαιδεύσεως. Η παιδεία δηλαδή του έθνους δεν ήταν με κανένα τρόπο δυνατό να συνεχισθεί αδιατάρακτη, όσο και αν δεχόμαστε πως οι επιπτώσεις μιας πολιτικής μεταβολής δεν είναι άμεσες ή αμέσως εμφανείς στον πνευματικό χώρο. Μπορεί η γενικότερη πνευματική ζωή να φαίνεται πως συνεχίζεται ομαλά· στην πραγματικότητα πρόκειται για επιβιώσεις που η εμβέλειά τους είναι μικρή, όπως θα δούμε παρακάτω.
Στην περίοδο αυτή των επιβιώσεων, για να καλυφθεί το κενό ώς την εποχή που αρχίζει η ανανέωση της νεοελληνικής παι­δείας, στα τέλη περίπου του 16ου αι., τοποθετήθηκε ο μύθος για το Κρυφό Σχολειό. Ότι πρόκειται για μύθο αποδεικνύεται βασικά από το γεγονός ότι δεν υπάρχει «καμιά ιστορική μαρ­τυρία που να βεβαιώνει την ύπαρξη κρυφού σχολείου», όπως υποστήριξε ο Γιάννης Βλαχογιάννης. Το ίδιο υποστήριξε και ο Μανουήλ Γεδεών πιο κατηγορηματικά: «Μέχρι σήμερον ουδαμού ανέγνων εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων βεζύρην ή Αγιάνην εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν ή οικοδομήν, τουθ’ όπερ ηδύνατο να συμβεί κατόπιν καταγγελίας Χριστιανού τίνος, απεριτμήτου Τούρκου, καθώς ωνόμαζον αυτούς».
Αν το Κρυφό Σχολειό είχε γίνει για κάποια περίοδο πρα­γματικότητα, σε περιορισμένη έστω έκταση, δεν συνέτρεχε κα­νένας λόγος η σχετική μαρτυρία ή μαρτυρίες να μείνουν σκό­πιμα στην αφάνεια. Θα έπρεπε, αντίθετα, ένα τέτοιο τεκμήριο ζωτικότητος της φυλής και της εθνικής συνειδήσεως —σύμφωνα με την ερμηνεία που θα του δώσουν κατά κανόνα οι μεταγενέ­στεροι— να εξαρθεί με κάθε τρόπο. Αφού λοιπόν η απλή λο­γική μάς οδηγεί να αποκλείσουμε παρόμοιο ενδεχόμενο, ε­κείνο που απομένει να δεχθούμε είναι ότι πιθανόν να βρισκό­μαστε σε μια εξαιρετική — μοναδική ίσως — συμπτωματική εξαφάνιση κάθε σχετικής γραπτής μαρτυρίας. Την έσχατη όμως αυτή υπόθεση έρχεται να αναιρέσει μια άλλη αδιαφιλονίκητη λογική παρατήρηση: Για ποιο λόγο ο Τούρκος να ενοχληθεί από την ύπαρξη σχολείων; Τί είναι εκείνο που θα μπορούσε να τον ανησυχήσει από την ενασχόληση ενός μικρού σχετικά μέρους του πληθυσμού με τα γράμματα; Ασφαλώς η περιορι­σμένη έκταση που μπορούσε να έχει την εποχή εκείνη η καλ­λιέργεια των γραμμάτων δεν θα πρέπει να είχε ως ενδεχόμενο την παραμέληση της καλλιέργειας της γης. Άλλωστε τα γράμ­ματα ήταν απαραίτητα για ένα μόνο μέρος του πληθυσμού, για όσους δηλαδή ασχολούνταν με το εμπόριο, με το οποίο δεν ασχολείτο συστηματικά ο δυνάστης, ή για όσους είχαν σχέση με τον κλήρο. Πρέπει λοιπόν να θεωρηθεί ως φυσικός ο συλλογισμός που διατυπώνεται από τον Μ. Γεδεών, ότι δη­λαδή «η τουρκική κυβέρνησις, ανεχομένη την Χριστιανικήν θρησκείαν, εγίνωσκεν, ότι εις τους ναούς αναγινώσκουσι και ψάλλουσιν οι παπάδες και οι ψάλται, και ότι τα αναγινωσκόμενα και ψαλλόμενα, έπρεπε να διδαχθώσιν εγκαίρως· και συνε­πώς ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν».
Εκείνο συνεπώς που απομένει ως απάντηση είναι ότι οι Τούρκοι ανησυχούσαν μήπως η παιδεία γίνει κάποια στιγμή δημιουργός φωτισμού και στη συνέχεια αφετηρία, ώστε να καλλιεργηθεί η εθνική συνείδηση. Δεν υπάρχει όμως ούτε σκιά υπόνοιας ότι θα ήταν δυνατόν ο Ασιάτης Τούρκος του 15ου αι. να οδηγηθεί σε μια παρόμοια σκέψη. Για να αναχθούμε λοι­πόν στην εποχή όπου γεννήθηκε ο μύθος, πρέπει να μεταφερθούμε στα χρόνια όπου η αλληλουχία παιδεία – εθνική αποκα­τάσταση είχαν γίνει κοινή συνείδηση σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι δυνατή η παρθενογένεση του θέματος είτε από παρε­ξήγηση είτε από σκοπιμότητα. Αυτή ή εποχή είναι ο Αγώνας, κατά τον οποίο παρουσιάζεται σε μια πρωτογενή μορφή ο μύ­θος. Η εθνική σκοπιμότητα παίζει εδώ τον πρώτο ρόλο· η συνέχεια είναι εύκολη. Από τη στιγμή όπου το γενικό αυτό κλίμα δημιουργεί την κατάλληλη προϋπόθεση, ώστε να προ­κύψουν από ανάλογες ψυχολογικές προϋποθέσεις όμοιες μαρ­τυρίες — πράγμα που βεβαιώνει την παρθενογένεση του μύ­θου —, να προστεθούν άλλα συγγενή στοιχεία, καθώς το γνω­στό τραγουδάκι για  το  φεγγαράκι, ή φαντασιώσεις ιστορικών της παιδείας οι οποίοι, αδιαφορώντας για την αληθοφάνεια των πραγμάτων, ηδύνονται από ειδυλλιακές αναπαραστάσεις, καθώς η περίπτωση του Γ. Χασιώτη, να επιστεγασθούν τέλος τα στοιχεία αυτά με την υποβολή της τέχνης του λόγου, κα­θώς το ποίημα του Πολέμη, ή των είκαστικών τεχνών, καθώς ο πασίγνωστος πίνακας του Γύζη, η χιονοστιβάδα πια έχει δημιουργηθεί και είναι εύκολο να παρασύρει και τους ευφάντα­στους καλοπροαίρετους ιστορικούς της εθνικής σκοπιμότητος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου