Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

μα το γδυμνό κοπέλι δε μ' αφήνει/ MHNYMAL

μα το γδυμνό κοπέλι δε μ' αφήνει


Στην από κάτω σκηνή από Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν του Ταρκόφσκι
ο λοχαγός Χόλιν κρατά τη Μάσα πάνω απ' το κενό για 12 δευτερόλεπτα. 

GlitcHead


Η νοσοκόμα Μάσα ενσαρκώνεται από την ηθοποιό Βάλια Μαλιάβινα που, όπως έγραψε ο Ταρκόφσκι ήταν σαν αρνητικό της νοσοκόμας του Μπογκομόλοφ, του συγγραφέα της νουβέλας στην οποία βασίστηκε η ταινία: 

... είχε κάτι ιδιότυπο, προσωπικό, απρόσμενο, κάτι που δεν υπήρχε στο διήγημα· έκανε το χαρακτήρα της Μάσα πιο σημαντικό, πιο σύνθετο, εξηγούσε πολλά γι' αυτήν και έδινε αφάνταστες προεκτάσεις στα δικά της επεισόδια.
Κάτι ιδιότυπο, προσωπικό, απρόσμενο... Το μυστήριο του έρωτα, οι θεωρίες της επιθυμίας, το κενό κάτω απ' τα αιωρούμενα πόδια της Μάσα που αφήνεται στη σφιχτή αγκαλιά του Χόλιν ενώ ο έρωτας αγκαλιάζεται με τον θάνατο. Στο δοκίμιο Έρωτας θνητός, απωθημένος θάνατος, που περιέχεται στο βιβλίο Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης, ο Πέτρος Θεοδωρίδης υποστηρίζει ότι η απεγνωσμένη λαχτάρα της συνουσίας για τους ερωτευμένους υποκρύπτει μια επιθυμία θανάτου και επιμένει ότι ο έρωτας τείνει προς τον θάνατο κι ενέχει μέσα του την αγωνία, δηλαδή μια πρόγευση θανάτου. Φυσικά, για χιλιάδες χρόνια, όπως και τότε στα παιδικά τα χρόνια του Ιβάν, γύρω στα 1944, θηλυκό θεωρείτο ό,τι ήταν ντροπαλό, δεκτικό, υποταγμένο, γράφει στο ίδιο βιβλίο, στο δοκίμιο Η επινόηση του έρωτα, ο Θεοδωρίδης. Κι η Μάσα, η Βάλια, του Ταρκόφσκι; Εξηγεί ο σκηνοθέτης: 

Πυρήνας του χαρακτήρα της Βάλιας είναι η ευάλωτη φύση της. Έδειχνε τόσο αφελής, αγνή και εύπιστη, που γινόταν αμέσως φανερό ότι η Μάσα - Βάλια ήταν τελείως ανυπεράσπιστη απέναντι σ' αυτό τον πόλεμο με τον οποίο δεν είχε καμία σχέση. Βασικό χαρακτηριστικό της φύσης και της ηλικίας της ήταν αυτό το ευάλωτο στοιχείο της προσωπικότητάς της. Οτιδήποτε ενεργό υπήρχε μέσα της, ό,τι θα έπρεπε να καθορίζει τη στάση της απέναντι στη ζωή, βρισκόταν ακόμα σε εμβρυακή κατάσταση. Έμοιαζε τελείως φυσικό να αναπτυχθεί δεσμός απέναντι σ' αυτή και στο λοχαγό Χόλιν, επειδή τον είχε αφοπλίσει η ανυπεράσπιστη φύση της. 

Τι τα θες, ο μαστρ-Αντρέι ήταν κι αυτός στον κόσμο του, που όποτε το θελήσουμε μπορεί να συνδιαλέγεται με τον δικό μας, προς το παρόν εδώ παρεισέφρησε δια γιουτουμβίου (ας όψεται το γιουτούμπι, που λένε), γι' αλλού ήταν να πάει αυτή η ανάρτηση. Ας πάει.




Λοιπόν. Το δοκίμιο Έρωτας θνητός, απωθημένος θάνατος ήταν η πηγή έμπνευσης άσματος με τον τίτλο θνητός εμαυτός, δημοσιευμένο εδώ που έγραψα τώρα εδώ, τον προπερασμένο Μάη. Η συσχέτιση του αποσπάσματος στο οποίο παραπέμπει το δίστιχο του Μπάτη και των στίχων είναι εύκολη. Η πρώτη στροφή, ας πούμε, αναφέρεται στη διάσημη ρήση του Επίκουρου που περιλαμβάνεται στο δοκίμιο, ότι δηλαδή δεν μπορεί να είμαστε ταυτόχρονα παρόντες και εγώ και ο θάνατός μου. Ή εγώ ή αυτός. Βεντέτα. Λάθος, λέει ο Θεοδωρίδης, διότι υπάρχουμε χάρη στο θάνατο. Ε, τότε ας πω κι εγώ ότι αυτός υπάρχει χάρη σ' εμάς, αντλεί απ' τη ζωή μας, την ανταλάσσει με το δικό του πείναι. Περιμπλεγμένο κομμάτι, ας το.

Ο Κικέρων θέλησε ν' απευθύνει στην ανθρωπότητα το μήνυμα ότι θα πρέπει είτε να αρχίσει να επιθυμεί τον θάνατο είτε τουλάχιστον να σταματήσει να τον φοβάται:

Γιατί αν η τελευταία μέρα της ζωής μας δεν φέρνει την καταστροφή μας, αλλά μια απλή αλλαγή τόπου, τι το καλύτερο θα μπορούσαμε να ευχηθούμε; Αν πάλι η μέρα αυτή φέρνει το οριστικό μας τέλος και τον αφανισμό μας, τι ωραιότερο από το να αποκοιμηθούμε φήνοντας στη μέση τους μόχθους της ζωής και, κλείνοντας τα μάτια, να παραδοθούμε γλυκά στον αιώνιο ύπνο;


Sleep and Death, Flaxman

Όμως, να πού ήθελα να φτάσω, πάλι στον Beckett, στο βιβλιαράκι Πρώτος Έρωτας που ένα κομμάτι του παρακίνησε τη δεύτερη στροφή του άσματος, αφού ήδη είχα ταυτιστεί, που λένε, με τον αφηγητή, κάθε βδομάδα, τόσα χρόνια, στο νεκροταφείο, βοηθός και συνοδός τής μάνας μου.



Προσωπικά δεν έχω τίποτε εναντίον των νεκροταφείων, εκεί κάνω περιπάτους πολύ ευχάριστα, πιο ευχάριστα από αλλού, πιστεύω, όταν είμαι υποχρεωμένος να βγω. Η μυρωδιά των πτωμάτων, που ξεχωρίζω καθαρά κάτω απ' τη μυρωδιά του χόρτου και του χώματος, δεν μου είναι δυσάρεστη. Είναι ίσως πολύ γλυκερή, κάπως επίμονη, αλλά τόσο προτιμότερη απ' τη μυρωδιά των ζωντανών, της μασχάλης τους, των ποδιών, του κώλου, τη μυρωδιά της άπλυτης πόσθης και των ξεστρατισμένων ωαρίων. Κι όταν τα υπολείμματα του πατέρα μου συμμετέχουν σ' αυτή, όσο μικρή και να 'ναι η συμμετοχή τους, λίγο θέλει να μου 'ρθουν δάκρυα στα μάτια. Όσο και να πλένονται οι ζωντανοί, όσο και να αρωματίζονται, βρωμούν. Ναι, σαν τόπο περιπάτου, άμα είναι κανείς υποχρεωμένος να βγει, αφήστε μου τα νεκροταφεία και τραβάτε περίπατο, εσείς, στους δημόσιους κήπους ή στην εξοχή. Τα στάντουιτς, την μπανάνα μου, τα τρώω με μεγαλύτερη όρεξη καθισμένος πάνω σ' έναν τάφο, κι αν μου 'ρθει η όρεξη να κατουδήσω, και μου 'ρχεται συχνά, έχω εκλογή. Ή τριγυρίζω με τα χέρια πίσω στην πλάτη, ανάμεσα στις πέτρες, τα μονοπάτια, τα ισώματα, τις κατηφοριές, και ξεδιαλέγω τις επιγραφές. Δεν μ' έχουν ποτέ απογοητεύσει οι επιγραφές, υπάρχουν, πάντα, τρεις ή τέσσερις τόσο για γέλια που πρέπει να στηριχτώ στο σταυρό, στη στήλη ή στον άγγελο, για να μην πέσω. Τη δικιά μου την έχω συνθέσει εδώ και πολύ καιρό και είμαι πάντα ευχαριστημένος γι' αυτό, αρκετά ευχαριστημένος. 


Βλακείες. Κι αν λέω αμάν πια, όλο κάτι ο Νέρωτας κι ο Θάνατος, όλο κάτι τέτοια,  αφού σου λέω μαλώνουν, τι θέλεις να τα μπλέκεις, ο έρωτας δε σε σπρώχνει στο θάνατο, στη ζωή σε κρατάει, πρέπει να το φιλοσοφήσεις για να μυριστείς την ορσμή του θανάτου, αλλά όταν το φιλοσοφείς δεν το ζεις, δηλαδή βλακείες, λέξεις, συλλαβές από γράμματα, νοήματα, αράδες στην οθόνη. Ο Ρώκριτος, ο ρομαντικός νέος του Κορνάρου, το 'νιωσε πως ο θάνατος είναι εμπόδιο στον έρωτα, που είναι τρέλα και φωτιά.

Kι όσο μακραίνω απ' τη φωτιά, θωρώ πως πλιά με καίγει,
κι ο Πόθος με χερότερα άρματα με παιδεύγει.
Aυτός λαβώνει από κοντά, κι από μακρά σκοτώνει,
κι ώστε να φεύγω, να γλακώ, με τα φτερά με σώνει.
Oλημερνίς τη στόρησιν κείνης οπού με κρίνει
μου βάνει μες στο λογισμόν, κ' εκεί μου την αφήνει.
Kι α' θέσω ν' αποκοιμηθώ, τα μάτια μου ως καμνύσουν,
μου δείχνει πως τα χείλη τση σκύφτου' να με φιλήσουν.
Ώφου, κακό οπού μ' εύρηκε! Kαι ποιά ώρα να 'ν' εκείνη
ν' αναπαγώ; Mα το γδυμνό κοπέλι δε μ' αφήνει.


Canova - Louvre

Αν είχαν γίνει έρευνες, είμαι βέβαιος ότι θα ήταν ευρέως γνωστό αυτό που ξέρω καλά, δηλαδή ότι μετά από κηδείες, ενδεχομένως και μετά από επισκέψεις σε νεκροταφεία, οι άνθρωποι συνήθως αισθάνονται το ρίγος απ' το βέλος του γδυμνού κοπελιού· θυμίζουν το λένε στην Κρήτη. Ο έρωντας είναι bi· έχει γκόμενα τη ζωή και γκόμενο το θάνατο. Θα βγάλω από τη θήκη τη λύρα να παίξω εις το όνομα του πατρός τον Ερωτόκριτο.



Ψαρογιώργης - παλαιόν ίσως του Καραβίτη


έρωτα
φίλεψέ με λίγο θάνατο
κόλλυβα νοτισμένα από τα υγρά σου


ξερίζωσέ μου την καρδιά που μπλάβιασε στις παγωνιές του
γδάρε με ν' απαλλαγώ απ' τον έρωτα 
θάνατε 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου