Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

ΠΡΑΓΜΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΣΤΟΝ GREAT GATSBY, Michael Löwy-Robert Sayre/αναδημοσίευση απο το Μπλογκ του περιοδικου ΕΝΕΚΕΝ

ΠΡΑΓΜΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΣΤΟΝ GREAT GATSBY, Michael Löwy-Robert Sayre

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αναλύσεις-προσεγγίσεις στο κλασικό μυθιστόρημα του  είναι το δοκίμιο των Michael Löwy και Robert Sayre, που δημοσιεύεται στο 26ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ, εκτενή αποσπάσματα από το οποίο ακολουθούν. Ο Robert Sayre κατάγεται από τις ΗΠΑ. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Columbia και δίδαξε στο Harvard πριν εγκατασταθεί στη Γαλλία. Σήμερα είναι επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris Est Marne-la-Vallée. Με τον Michaël Löwy έχουν συγγράψει τα Solitude in Society: A Sociological Study in French Literature, Cambridge, Mass., Harvard UP, 1978, Révolte et mélancolie: le romantisme à contre-courant de la modernité, Paris, Payot, 1992 (που μεταφράστηκε στην πορτογαλική, ισπανική, ελληνική, τουρκική), L’ Insurrection des Misérables: romantisme et révolution en juin 1832, Paris, Minard, «Archives des Lettres Modernes», 1992, Romanticism against the Tide of Modernity, traduction révisée et augmentée de Révolte et mélancolie, Durham et Londres, Duke UP, 2001 La Modernité et son autre: récits de la rencontre avec l’Indien en Amérique du Nord au XVIIIe siècle, Bécherel, Éditions Les Perséides, 2008, Esprits de feu: figures du romantisme anti-capitaliste, Paris, Éditions du Sandre, 2010. O Michael Löwy είναι φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, μαρξιστής διανοούμενος και πολιτικός. Να θυμίσουμε επίσης ότι Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (1896–1940) αποτελεί έναν από τους κύριους εκπροσώπους της αποκαλούμενης «χαμένης γενιάς» των Αμερικανών λογοτεχνών και θεωρείται γενικότερα ένας από τους μείζονες συγγραφείς του 20ού αιώνα. Ολοκλήρωσε συνολικά τέσσερα μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων, ενώ το έργο του έχει μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες.
 ΠΡΑΓΜΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΣΤΟΝ GREAT GATSBY
των Michael Löwy, Robert Sayre
Σε μια από τη πιο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του για τη λογοτεχνία ο Μαρξ υποστηρίζει ότι κάποιος θα μπορούσε να έχει καλύτερη γνώση για την κοινωνική πραγματικότητα της Αγγλίας της εποχής του διαβάζοντας ορισμένους μυθιστοριογράφους παρά μελετώντας όλες τις τρέχουσες αναλύσεις αναφορικά με το θέμα. Για τον συγγραφέα του Κεφαλαίου η λογοτεχνία προσφέρει πρόσβαση στη γνώση της κοινωνίας. Μπορεί να λειτουργήσει ως γνωστικό πεδίο σ’ αυτό που σήμερα ονομάζουμε κοινωνικές επιστήμες, και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις με μεγαλύτερη οξυδέρκεια από ό, τι ορισμένα έργα των επιστημών αυτών. Η διατύπωση αυτή είναι αναμφισβήτητα ορθή, είναι ωστόσο εξίσου σημαντικό να επισημάνουμε ότι τόσο η λογοτεχνία όσο και οι κοινωνικές επιστήμες συνιστούν βαθύτατα διαφοροποιημένες ειδικές μορφές γνώσης. Όπως επέμενε συχνά ο κοινωνιολόγος της λογοτεχνίας Lucien Goldmann, η θεωρία διατυπώνει έννοιες, αναλύσεις και νόμους λειτουργίας, ενώ τα λογοτεχνικά έργα ζωντανεύουν πρόσωπα και χαρακτήρες σε καταστάσεις. Ενώ η πρώτη ακολουθεί τη λογική του επιστημονικού ορθολογισμού, η λογοτεχνία ακολουθεί τον δρόμο της φαντασίας και έτσι δημιουργεί ένα μοναδικό γνωστικό γεγονός που φωτίζει, εκ των έσω μπορούμε να πούμε, τις διαδρομές και τις μορφές της κοινωνικής πραγματικότητας. Aυτό συνεπάγεται σαφώς μιαν επιθυμητή και δημιουργική συμπληρωματικότητα των δύο μορφών γνώσης.
   Στο κείμενο που ακολουθεί θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε την πρόταση αυτή εξετάζοντας πώς το περίφημο μυθιστόρημα του Francis Scott Fitzgerald The Great Gatsby (1925)1 μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση δύο κρίσιμων φαινομένων της σύγχρονης κοινωνίας –την πραγμοποίηση και την «επιδεικτική κατανάλωση»–, φαινόμενα που είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους και ταυτόχρονα σχετικά διακριτά. Θα υπογραμμίσουμε τα κύρια σημεία αυτού του sui generis τρόπου γνώσης των φαινομένων –τρόπο που αρθρώνεται αποκλειστικά με λογοτεχνικά μέσα. Θα πρέπει καταρχήν να σημειώσουμε εδώ ότι ο συγγραφέας του Υπέροχου Γκάτσμπυ βρισκόταν σε ιδιαίτερα πλεονεκτική θέση για να συλλάβει τις διεργασίες που λάμβαναν χώρα στην εποχή του. Το πρώτο μυθιστόρημά του This Side of Paradise (1920) τον έκανε αμέσως διάσημο και... πολύ πλούσιο. Αυτό του επέτρεψε να ζήσει μια πολυτελή ζωή και να συχνάζει στους κοσμικούς κύκλους των αργόσχολων. Έγινε έτσι μάρτυρας των πλέον ακραίων μορφών επιδεικτικής κατανάλωσης της «τρελής δεκαετίας» του ’20. Ο πολυτελής τρόπος διαβίωσής του –παρ’ όλο που γρήγορα θα τον βυθίσει στα χρέη– θα τον κάνει να ανακαλύψει την άλλη όψη του «αμερικανικού ονείρου». Και παρ’ όλο που εν μέρει γοητεύεται από την εκθαμβωτική γοητεία του μεγάλου πλούτου, ο Φιτζέραλντ θα παραμείνει οξυδερκής και αυστηρός κριτής της αμερικανικής κοινωνίας στο σύνολό της, ειδικά καθώς παρατηρεί την υποβάθμιση των ανθρώπινων αξιών που επιβάλλει στις Ηνωμένες Πολιτείες η κυριαρχία του χρήματος.
   Θα πρέπει ίσως να υπενθυμίσουμε σε γενικές γραμμές την αφηγηματική πλοκή του Υπέροχου Γκάτσμπυ. Η κυρίως δράση εκτυλίσσεται το καλοκαίρι του 1922 και ο αφηγητής, ο Nick Carraway, συμμετέχει στα γεγονότα. Καταγόμενος από τις Μεσοδυτικές Πολιτείες, μετακομίζει στο West Egg –ένα προάστιο των νεόπλουτων στο Long Island– όπου έχει γείτονά του τον Jay Gatsby. Ο τελευταίος, το παρελθόν του οποίου αποτελεί μυστήριο, ζει σε μια τεράστια έπαυλη, όπου οργανώνει τακτικά πάρτι πολυτέλειας και χλιδής. Ο Nικ είναι ο εξάδελφος της Daisy Buchanan, η οποία ζει με τον σύζυγό της στην άλλη πλευρά του κόλπου, στο East Egg, όπου μένουν τα «παλιά τζάκια» με τις μεγάλες περιουσίες. Κατά την εξέλιξη της υπόθεσης αποκαλύπτονται ορισμένα στοιχεία αναφορικά με το παρελθόν του Γκάτσμπυ: στη διάρκεια του πολέμου φλέρταρε την Νταίζη και αγόρασε την έπαυλή του για να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά της· ο Γκάτσμπυ, που κατάγεται από οικογένεια φτωχών αγροτών, γίνεται σαφές ότι απέκτησε την περιουσία από εγκληματικές δραστηριότητες, ιδιαίτερα το λαθρεμπόριο ποτών, και για τη δραστηριότητά του αυτή δείχνει ικανός για τα πάντα, ακόμη και τον φόνο. Ο Γκάτσμπυ ξαναβρίσκει την Νταίζη. Ο άντρας της, ο Τομ, άνθρωπος βίαιος και υποκριτής, έχει ερωμένη τη Myrtle, τη σύζυγο του George Wilson, ενός φτωχού ιδιοκτήτη γκαράζ. Το έργο εκτυλίσσεται ανάμεσα στους χαρακτήρες αυτούς. Η Νταίζη θα σκοτώσει σε ατύχημα τη Μυρτλ, οδηγώντας το αυτοκίνητο του Γκάτσμπυ. Σε μια πράξη αντεκδίκησης και κάνοντας μια λανθασμένη ταυτοποίηση, ο σύζυγος του θύματος θα σκοτώσει τον Γκάτσμπυ.

Πραγμοποίηση
ή η μαγεία του φετιχισμού του εμπορεύματος

Δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι η θεμελιώδης αρχή που ορίζει το σύ-μπαν του μυθιστορήματος είναι η πραγμοποίηση με την έννοια που επεξεργάστηκαν ο Μαρξ και ο Λούκατς. Στον Υπέροχο Γκάτσμπυ το χρήμα διεισδύει παντού, μετατρέποντας το ανθρώπινο πεδίο σε Έρημη χώρα, για να δανειστούμε τον τίτλο από το ποίημα του T. S. Eliot (1922) που αποτέλεσε κύρια πηγή έμπνευσης για τον Φιτζέραλντ. Στην αναπαράσταση της ανθρώπινης καταστροφής που προκαλεί η πραγμοποίηση, το έργο είναι αυθεντικό από πολλές πλευρές. Καταρχήν ο πρωταγωνιστής του, ο Γκάτσμπυ, αποκαλύπτεται ως κάποιος για τον οποίο τα πιο αγνά αισθήματα –η αγάπη και το όνειρο για τις ανθρώπινες δυνατότητες– είναι διαποτισμένα και βαθύτατα διεφθαρμένα από την εμμονή του χρήματος. Σπάνια καταδεικνύεται πώς η πραγμοποίηση εισβάλλει ακόμη και σε πεδία της ζωής που βρίσκονται στον αντίποδα της ανταλλακτικής αξίας. Ταυτόχρονα όμως –και στο σημείο αυτό γίνεται πιο πρωτότυπο– το μυθιστόρημα μεταφέρει στη δομή του την εμπειρία της πραγμοποίησης, καθιστώντας έκδηλη την ψευδαισθητική, μαγική του γοητεία, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την ίδια της την ουσία. Η μεταφορά που χρησιμοποιεί ειρωνικά ο Μαρξ στην ανάλυση του φετιχισμού του εμπορεύματος είναι αυτή του υπερφυσικού και του μαγικού, και ο Υπέροχος Γκάτσμπυ ενσαρκώνει αυτή την ιδιαίτερα αμφίσημη και απατηλή του μαγεία.
   H αναπαράσταση του φαινομένου της πραγμοποίησης στο μυθιστόρημα είναι τόσο διεξοδική όσο και συστηματική. Από τη μια αγγίζει κάθε γωνιά του μυθιστορηματικού κόσμου, ενώ από την άλλη τα τεχνάσματα και το βάθος της διεισδυτικής του γραφής εφαρμόζονται κυρίως στους κεντρικούς πρωταγωνιστές, στον αφηγητή Nικ αλλά και στον ίδιο τον Γκάτσμπυ. Εάν εξετάσουμε τη γεωγραφία του κόσμου αυτού, μπορούμε να δούμε ότι αρθρώνεται γύρω από δύο αντιθέσεις που ανταποκρίνονται σε συμβατικές κοινωνικές και πολιτισμικές διακρίσεις. Πρόκειται για τις Ανατολικές και τις Δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες, που συχνά θεωρούνται αντίθετοι πόλοι· στην πρώτη επικρατούν σταθερές πολιτιστικές αξίες, ενώ η δεύτερη είναι ο χώρος κυριαρχίας της ανεξέλεγκτης εκμετάλλευσης και της πρωτόγονης συσσώρευσης κεφαλαίου. Στο βιβλίο η γεωγραφία αυτή μεταφέρεται στις περιοχές Εast Egg και West Egg, όπου ζουν αντίστοιχα από τη μια τα «παλιά τζάκια» και από την άλλη οι νεόπλουτοι. Το μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ, ωστόσο, αποσταθεροποιεί τις ισορροπίες αυτές καταδεικνύοντας ότι μπροστά στο χρήμα οι αντιθέσεις αυτές εκλείπουν. Στο βιβλίο οι Tομ, Νταίζη και Νικ, όλοι τους από εύπορες οικογένειες, προέρχονται από τις Μεσοδυτικές Πολιτείες· κι όλα όσα ξέρουμε για τις οικογένειες αυτές φανερώνουν τη μεγάλη σημασία που παίζει το χρήμα, ενώ απουσιάζει οποιαδήποτε άλλη πολιτισμική αξία. Επιπλέον, από τις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος απομυθοποιείται η «αριστοκρατική» αύρα της οικογένειας του Nικ. Αποκαλύπτεται ότι πριν από τρεις γενιές η οικογένειά του έκανε χονδρεμπόριο σιδερικών. Τα «παλιά τζάκια» του σήμερα είναι οι χθεσινοί νεόπλουτοι........
Επιδεικτική κατανάλωση

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές στον Υπέροχο Γκάτσμπυ είναι η δραματική αναπαράσταση του φαινομένου της επιδεικτικής κατανάλωσης ως χαρακτηριστικής έκφρασης της πραγμοποίησης του τρόπου ζωής των αργόσχολων τάξεων. Παρ’ όλο που οι εκδηλώσεις της τελευταίας δεν είναι το άμεσο προϊόν της πρώτης, η συνάφεια και η σύμπλευσή τους είναι αναμφισβήτητες. Μπορούμε σε έναν βαθμό να θεωρήσουμε την επιδεικτική κατανάλωση ως μια μορφή πραγμοποίησης σε μια ιεραρχικά δομημένη κοινωνία. Εδώ βρισκόμαστε ξανά αντιμέτωποι με την κυριαρχία των «πραγμάτων» επί του κοινωνικού υποκειμένου και την υποβάθμιση-πραγμοποίηση των κοινωνικών σχέσων. Για να καταδείξουμε καλύτερα την αυθεντικότητα και τη γνωστική δύναμη του μυθιστορήματος του Φιτζέραλντ, θα το συγκρίνουμε με το πολύ γνωστό βιβλίο του κοινωνιολόγου και οικονομολόγου Thorstein Veblen, The Theory of the Leisure Class2. Η διασταύρωση αυτή είναι εφικτή γιατί και τα δύο έργα παρατηρούν τα ίδια φαινόμενα: τα ήθη, το λάιφ στάιλ, την κουλτούρα –με την ανθρωπολογική έννοια– των αργόσχολων τάξεων, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Και τα δύο έργα μοιράζονται μια κριτική θεώρηση –γεμάτη ειρωνεία και σαρκασμό– για την ψεύτικη και «υπέροχη» λάμψη, τη θορυβώδη και αστραφτερή πολυτέλεια των παρασιτικών και αρπακτικών κοινωνικών ελίτ. Δεν γνωρίζουμε αν ο Φιτζέραλντ είχε διαβάσει το βιβλίο του Βέμπλεν. Εν πάσει περιπτώσει η κύρια έμπνευσή του δεν προέρχεται από κάποια θεωρία αλλά από την προσωπική του εμπειρία. Κι ως «ειδικός παρατηρητής», ταυτόχρονα από μέσα κι από έξω, με κριτική ματιά αλλά και γοητευμένος από την αργόσχολη τάξη της Αμερικής, ο μυθιστοριογράφος μάς προσφέρει κάτι μοναδικό, το οποίο επ’ ουδενί δεν θα μπορούσε να υποκαταστήσει η βεμπλεριανή θεωρία.
   Υπό την οπική αυτή ας θεωρήσουμε το ζήτημα της επιδεικτικής κατανάλωσης, το οποίο παίζει καθοριστικό ρόλο στο βιβλίο Η θεωρία της αργόσχολης τάξης. Για τον Βέμπλεν ο όρος περιγράφει τη μη-παραγωγική κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών ως ένδειξη των οικονομικών δυνατοτήτων που παρέχει η αργόσχολη ζωή (σ. 46). Πρόκειται για τη διαρκή επίδειξη του υπερφίαλου και του άχρηστου, και την έμμονη επίδειξη χρήματος, έτσι ώστε «η υπογραφή κάποιου με οικονομική ισχύ να είναι γραμμένη με τέτοιους χαρακτήρες που να μπορεί να τη διαβάσει κάποιος που τρέχει» (σ. 72). Στο μυθιστόρημα η ανάγκη για επίδειξη του πλούτου είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή στη συμπεριφορά του Γκάτσμπυ, του νεόπλουτου που ξεπήδησε «από το τίποτα, κατευθείαν από τον βούρκο» (σ. 214) με τη βοήθεια του Εβραίου σπεκουλαδόρου και απατεώνα Γούλφσιμ. Ο Γκάτσμπυ πρέπει να το παρακάνει, να υπερβάλλει σε σπατάλη και να ξοδεύει περισσότερο για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνιστή του Τομ Μπιουκάναν, κληρονόμο μιας μεγάλης περιουσίας. Το «τερατώδες» αυτοκίνητο του Γκάτσμπυ «γεμάτο καπελοθήκες και ντουλαπάκια με φαγητά και εργαλειοθήκες», «με έναν λαβύρινθο από παρμπρίζ που αντανακλούσαν μια δεκάδα ήλιους» (σ. 92), είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιδεικτικής υπερβολής. Το ίδιο συνέβαινε και με την έπαυλη, «πράγμα κολοσσιαίο από κάθε άποψη» (σ. 26), «απομίμηση κάποιου δημαρχείου της Νορμανδίας» με τον πύργο του, τον τεράστιο κήπο και τη μαρμάρινη πισίνα του, ή με τις πολυτελείς κοινωνικές δεξιώσεις, οι καλεσμένοι των οποίων «είχαν την εναγώνια επίγνωση του εύκολου χρήματος» (σ. 67).

...........................

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου