Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

MHNYMAL: αλλού στη γάστρα κι αλλού βυζάστρα

MHNYMAL: αλλού στη γάστρα κι αλλού βυζάστρα
mhnymal.blogspot.s


Είναι περίεργο που έχουμε μνήμες, από ήχους και εικόνες, από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Θα ήμουν το πολύ 5 - 6 χρονών, μα θυμάμαι το γαϊδουράκι φορτωμένο στο δρόμο από το Σοποτό για το σπίτι. Καλοκαίρι, κάτω απ' τον ήλιο. Όταν κοντοστεκόταν, ο παππούς το χτυπούσε με μια βέργα. Θυμάμαι τα καπούλια του γδαρμένα, σταγόνες αίμα. Οι πρώτες μνήμες από οικόσιτα ζώα έρχονται από την Κρήτη, από τα καλοκαίρια των διακοπών στο χωριό. Οι όρθες στην αυλή της γιαγιάς, το γαϊδούρι, η φοράδα του μπαρμπα-Σπύρου, που είχα καβαλήσει κι εγώ, η αγελάδα που έπινε ένα καζάνι νερό απνευστί και τα οζά. Πηγαίναμε στα οζά με τη φοράδα. Σε πολλά χωριά οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν κοντά στα ζώα. Έχουν αλλάξει πολλά, η διατροφή δεν βασίζεται πια κυρίως στην τοπική γεωργία και κτηνοτροφία, όμως τα πρόβατα δεν είναι μονάχα πλαστικά ομοιώματα για τη φάτνη του χριστουγεννιάτικου δέντρου, το πρωί σε ξυπνούν τα κουδούνια τους, στους δρόμους θα δεις καβαλίνες. 

Σ' αυτό το χωριό των διακοπών των παιδικών μου χρόνων, τα ζώα και η μεταχείρισή τους από ανθρώπους έγιναν το περασμένο καλοκαίρι αιτία μιας μεγάλης αναστάτωσης. Η αντίδραση των κατοίκων στην εγκατάσταση ενός χώρου περίθαλψης αδέσποτων σκυλιών, η απίστευτη πράξη της δηλητηρίασης δεκάδων από αυτά, τα πρόβατα που κατασπάραξαν αδέσποτα σκυλιά που είχαν ξεφύγει από τον χώρο τους ή που κάποιοι τα είχαν ξεφορτωθεί απέξω... Η Κάινα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας, που λένε. Το θέμα απασχόλησε το BBC, κάποιοι απείλησαν ότι θα διώξουν τον τουρισμό απ΄την περιοχή, ή απ' όλη την Κρήτη, σαν αντίποινα στη λογική της συλλογικής ευθύνης. Οι κάτοικοι του μικρού χωριού στον Αποκόρωνα Χανίων ένιωσαν τις ωδίνες της μετάβασης από την οικοσιτιστική στη μεταοικοσιτιστική εποχή. 




"Η εκλεπτυσμένη κοινωνία πίστευε συνήθως ότι η κακομεταχείριση των ζώων ήταν ένα κουσούρι των κατώτερων τάξεων, χωρίς να αναλογίζεται ότι τα μέλη της δικής της τάξης ποτέ δεν δούλευαν σαν ζωέμποροι, χασάπηδες, αγωγιάτες ή αμαξάδες", παρατηρεί ο R. Bulliet στο βιβλίο του Κυνηγοί, βοσκοί και χάμπουργκερ που αναφέρεται στο παρελθόν και το μέλλον των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων και άλλων ζώων και κυκλοφορεί σε μετάφραση Ν. Κούρκουλου. Ο Bulliet διακρίνει την ιστορία αυτών των σχέσεων σε τέσσερις περιόδους. Στη μεταοικοσιτιστική εποχή μας, οι άνθρωποι ζουν από τη μια απομακρυσμένοι από τα ζώα που παράγουν τροφή, ύφασμα και δέρμα και δεν βλέπουν ποτέ πώς έρχονται σε σεξουαλική επαφή ούτε πώς σφάζονται· από την άλλη, έχουν στενές σχέσεις με ζώα συντροφιάς. Κι ενώ καταναλώνουν ζωικά προϊόντα, "δοκιμάζουν αισθήματα ενοχής, ντροπής και αποστροφής" για όσα ξέρουν ότι τραβάνε τα ζώα - πρώτες ύλες των βιομηχανιών τροφίμων, ένδυσης κλπ. Στην οικοσιτιστική  περίοδο οι άνθρωποι, ιδιαίτερα της υπαίθρου, ζούσαν μαζί με τα ζώα. Όχι με τα ζώα συντροφιάς, με τ' άλλα, που παράγουν. Στην προοικοσιτιστική περίοδο δεν υπήρχαν οικόσιτα ζώα, η κρεοφαγία ήταν δυνατή χάρη στο κυνήγι, αλλά οι σχέσεις ανθρώπων και ζώων ενείχαν στοιχεία ιερότητας. Τέλος, στο πρώτο στάδιο, του διαχωρισμού, οι πρόγονοί μας απέκτησαν συνείδηση της ανθρωπιάς τους, της διαφορετικότητάς τους από τ' άλλα ζώα. 

Η επαφή ενός τουρίστα του οικοσιτισμού με την πιο βίαιη πλευρά του, με τη σφαγή του ζώου, είναι οδυνηρή. Πριν λίγες δεκαετίες χρειάστηκε να βοηθήσω στο σφάξιμο ενός γουρουνιού που είχε εκτραφεί για να μας προσφέρει το αγνά ταϊσμένο κρέας του για μπριζόλες, σελινάτο κλπ. Ήταν Χριστούγεννα, λίγο πριν. Έπρεπε να το τραβάω με δύναμη μ' ένα σχοινί. Αυτό στύλωνε τα πόδια κι έβγαζε μια φρικιαστική κραυγή. Χωρίς διακοπή. Ήμουν σίγουρος ότι ήξερε τι θα συμβεί από λεπτό σε λεπτό. Ήμουν σίγουρος ότι και το ταίρι του, που παρακολουθούσε τη σκηνή, μάντευε το δικό του αιμόφυρτο μέλλον. Μια μπαλταδιά στο κεφάλι, κι αμέσως το μαχαίρι στο λαρύγγι, αίμα πηχτό που πλατάγιζε, λίγα βήματα, αντανακλαστικές κινήσεις σφαγίου, κι έπειτα στο έλεος των σφαγέων: για γδάρσιμο και για τεμάχισμα. 



Τρεις παπάδες τρία αγγούρια
κυνηγούσαν μια γαϊδούρα.
Δω την έχουν κει την έχουν
μες στο ρέμα την κατέχουν.
Στέκα βρε ευλογημένη
που είναι η πούτσα καυλωμένη
άμα παρ' και ξεφουσκώσει
ποιος αδειάζ' να στο χώσει; 

Πριν από 16 χρόνια, η ομάδα του Ιού της τότε Ελευθεροτυπίας δημοσίευσε ένα αφιέρωμα στη μακριά γαϊδούρα που βασίστηκε στη δημοσιευμένη στο Παρίσι μελέτη της Marie-Christine Anest Κτηνοβασία, ομοφυλοφιλία, διαβατήριες τελετές και ανδρική μύηση στη σύγχρονη Ελλάδα, που περιελάμβανε το πιο πάνω δημοτικό τραγούδι. Το δημοσίευμα, μάλλον ασυνήθιστο για τους γενικούς προσανατολισμούς του Ιού, είχε θέμα τη μακριά γαϊδούρα, ένα παιχνίδι που, σύμφωνα με την Anest, 
αποτελεί "επιβίωση (ή συμπλήρωμα) των παραδοσιακών τελετών που συνοδεύουν την ενηλικίωση των ελληνόπουλων και περιλαμβάνουν σημαντικά στοιχεία ομαδικής κτηνοβασίας και ομοφυλοφιλίας". Στο βιβλίο περιγράφονται οι επαφές της μετάβασης στην ενηλικίωση με τη γαϊδάρα στο ρόλο της "πρώτης γυναίκας", που επιβίωναν μέχρι τις μέρες εκπόνησης της μελέτης της, κυρίως στην Κύπρο και την Κρήτη. 

Ο Bulliet αφιερώνει στον γάιδαρο ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου του, αφού, όπως αποκαλύπτει, το βιβλίο προέκυψε από την περιέργειά του για τον θρησκευτικό και σεξουαλικό συμβολισμό του γαϊδάρου, συμβόλου και του μεσσία και του σατανά, συμβόλου, τελικά, της μωρίας. Στο κεφάλαιο για τον Μεταοικοσιτισμό, αναφέρεται στον "πρωτοπόρο της σεξολογίας" Χάβελοκ Έλις, ο οποίος θεωρούσε κοινότερο, αλλά όχι μοναδικό, σεξουαλικό παρτενέρ τη γουρούνα. Σε έρευνες που γίνονταν στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, είχε παρατηρηθεί ότι νέοι άντρες, που είχαν μεγαλώσει σε αγροτικές περιοχές, παραδέχονταν ότι ομήλικοί τους είχαν σεξουαλικές εμπειρίες με ζώα, ποτέ όμως οι ίδιοι. "Ένας Τούρκος πληροφορητής", διαβάζουμε, "που είχε παραδεχτεί ότι νεαροί συγχωριανοί του συνουσιάζονταν με γαϊδούρες, όταν έμαθε ότι για τους Αμερικάνους η συνουσία με πρόβατο αποτελεί το στερεότυπο της κτηνοβασίας, παρατήρησε: "Με πρόβατο; Τι αηδιαστικό!"."

Η σεξουαλική διάσταση των σχέσεων ανθρώπου και άλλων ζώων έχει το μερίδιό της και στη λογοτεχνία. Στο δεύτερο μέρος της τριλογίας του Εμπειρίκου Τα χαϊμαλιά του Έρωτα και των Αρμάτων, το πρώτο ήταν η Αργώ, η θηριοδαμάστρια Ζεμφύρα ανακαλύπτει τη θηλυκή ηδονή χάρη στις θωπείες του Ζαμβέζη, ενός λιονταριού που η γλώσσα του "θερμή, λακταριστή και κάθυγρος, λείχουσα και περιλείχουσα τους σφύζοντας ελαστικούς μαστούς της δαμαζομένης νεάνιδος" της έδωσε να καταλάβει ότι "δεν ήτο θύμα του άρρενος το θήλυ, αλλ' απαραίτητον συμπλήρωμά του". Ο Εμπειρίκος περιγράφει στον πρώτο τόμο του πρώτου μέρους του Μεγάλου Ανατολικού τη συνεύρεση της διάσημης Αγγλίδος ηθοποιού Τζέην Μπόσουελ με τον μολοσσό Μπομπ: "οι ωθήσεις του πελωρίου σκύλου ήσαν τόσον σφοδραί, ώστε μόλις εισεχώρησε το εξωγμωμένον γεννητικόν του όργανον εις την χαίνουσαν διά να το δεχθή μουνότρυπαν, με την πρώτην παλινδρομικήν κίνησιν εξήλθε πάλιν, εισήλθε και εξήλθε εκ νέου...", βεβαίως, "...ενώ η Τζέην, σείουσα πάντοτε τον λευκόν της κώλον, και τινάσσουσα σφορδώς το αιδοίον της προς τα οπίσω, εις πλήρην ανταπόδοσιν των γαμικών ωθήσεων του επιβήτορός της, οίμωζε και ολόλυζε από ηδονήν..."

Όμως, την πάτησα σαν τον Bulliet. Ξεκίνησα με σκοπό να γράψω άλλα· για την κρεοφαγία και δη τη γουρουνοφαγία των ημερών ανάμνησης της έλευσης επί γης του θεανθρώπου




Η κρεοφαγία, από την προοικοσιτιστική εποχή, ήταν συνδεμένη με το ιερό και προϋπέθετε τη θυσία. "Ένα τυπικό χαρακτηριστικό", γράφει ο Burkert, "είναι η συλλογή των οστών, ιδιαίτερα των μηριαίων οστών, του θύματος και η απόθεσή τους σε κάποιον ιερό χώρο, και το στήσιμο του κρανίου του ζώου επάνω σε ένα δέντρο ή έναν πάσσαλο. Αυτό μαρτυρείται από την Παλαιολιθική εποχή και αποτελεί τον πυρήνα της ελληνικής θυσιαστήριας πρακτικής: το κάψιμο των μηριαίων οστών επάνω στο βωμό, μηρία καίειν, και το στήσιμο βουκρανίων για να σημαδευτεί ένα ιερό ή ένας βωμός. Εξηγώντας την πρακτική αυτή με λόγια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ζώο "δίνεται πίσω" στον υπερφυσικό ιδιοκτήτη του και να αναφέρει ένα μύθο που αφηγείται πώς ένα ζώο ξεπήδησε από τα συλλεγμένα οστά του, ξαναγεννημένο και ζωνταντό·". Οι τελετουργίες συνεχίστηκαν και με το πέρασμα στην εποχή της γεωργίας, και του οικοσιτισμού - θα πρόσθετε ο Bulliet, με αυξημένη συμβολική σημασία. 

Σ' ένα από τα κείμενα του βιβλίου Θυσία και Μαγειρική στην Αρχαία Ελλάδα, ο Jean-Luis Durand αναλύει την "τοπολογία των βρώσιμων σωμάτων" εξετάζοντας κυρίως μιαν ιωνική υδρία, που λεπτομέρειά της απεικονίζεται πιο κάτω. Ό,τι παρουσιάζεται σ' αυτήν έπεται της θανάτωσης του ζώου. Όπως περίπου η πράξη της θανάτωσης δεν έχει θέση στη σκηνή του αρχαίου δράματος. Βρήκε πάντως θέση πιο πάνω, σαν ανάμνηση εμού του βλασφήμου. 
Η αιδώς των αγγείων δεν προδίδεται ποτέ, ο θάνατος και η θυσία διαχωρίζονται πάντοτε. Η χειρονομία που ανοίγει πέρασμα στον θάνατο μέσω του λαιμού των ζώων δεν αναπαρίσταται ποτέ. Το μαχαίρι πλησιάζει, κάποτε μάλιστα πολύ κοντά, αλλά η ίδια η πράξη που αιματοβάφει το μαχαίρι και τον βωμό δεν αναπαρίσταται. Όταν το λαρύγγι κόβεται από το σίδερο, η έννοια της θυσίας απομακρύνεται από την εικόνα. Τότε, το ανοιχτό λαρύγγι δεν δείχνει τίποτα περισσότερο από τον θάνατο του ζώου, έναν θάνατο που δύσκολα καταλαβαίνουμε, μυστηριακό, που δεν αναφέρεται πλέον παρά σ' αυτόν. 
Ο Durand περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την τελετουργία της θυσίας, την ανατομία του ζώου που γνωρίζουν άριστα όσοι συμμετέχουν στην τελετή, την αντίληψη του ζώου σαν μέσου για την επικοινωνία με τους θεούς. Ο ιερέας, για λογαριασμό τους, θα κρατήσει κάποια κομμάτια κρέας που δεν θα φαγωθούν. Αν κάποιοι βλέπουν σ' αυτά μόνο ένα παραμύθι για δεισιδαίμονες, δεν αντιλαμβάνονται ότι εμείς, οι σύγχρονοι άνθρωποι, αφού δεν μπορέσαμε τουλάχιστον να βάλουμε κάτι άλλο στη θέση της ιερής θυσίας, παραπαίουμε σ' έναν δρόμο δίχως νόημα που οδηγεί στην πόρτα του μικροβιολογικού εργαστηρίου για να μετρήσουμε χοληστερίνες και τριγλυκερίδια και να διαλέξουμε ανάλογα με τ' αποτελέσματα το βαθμό έκθεσής μας στην επίθεση των λιπαρών, αγνοώντας αίμα και οιμωγές, τρώγοντας τοστάκι ή γύρους καθώς παρακολουθούμε θρίλερ στο σπίτι, υποκαθιστώντας με αλλότριες εικόνες, όπως πιστεύει ο Bulliet, ενστικτώδεις ανάγκες. Προσπερνώ αυτή την εμμονή στην ανθρώπινη φύση, θέμα που συνυφαίνεται με τις αγωνίες της υπόθεσης MHNYMAL. 





Γουρούνι, λοιπόν. Σε κάποια χωριά εδώ γύρω το λένε γρν. Πρώτο στις προτιμήσεις των Αμερικανών κτηνοβατών των αρχών του προηγούμενου αιώνα, μάλλον όχι των Γερμανών σήμερα, που θα πρέπει να προτιμούν τα πρόβατα. Γουρούνια σ' όλη την Ευρώπη, χοιρινές μπριζόλες και λουκάνικα, χοιρινό με σέλινο κατά την παράδοση, με δαμάσκηνα δια το γκουρμέ, το γουρούνι του ελληνικού δωδεκαημέρου, των γιορτών που ξεκινούν με τα Χριστούγεννα, ενός Χριστού που δεν το έβαλε ποτέ στο στόμα του, όπως κάθε καλός εβραίος· γουρούνι: ποσότητα, επίδειξη, αφθονία. Κι οι καταναλωτές, παραπαίοντα εκκρεμή ανάμεσα στην κραιπάλη και την περιρρέουσα πείνα της κρίσης αφθονίας. Εδώ κι εκατοντάδες χρόνια. Ο Braudel για τον ευρωπαϊκό υλικό πολιτισμό  μέχρι τον 16ο αιώνα:
Μαγειρεμένο μ' όλους τους τρόπους, βραστό ή ψητό, συνδυασμένο με λαχανικά και με ψάρια ακόμη, το κρέας σερβίρεται ανάκατα, "σε μορφή πυραμίδας" μέσα σε τεράστιες πιατέλες που στην Γαλλία ονόμαζαν mets. Έτσι, όλα τα ψητά το ένα πάνω στο άλλο αποτελούσαν ένα μόνο mets, του οποίου οι πολύ ποικίλες σάλτσες προσφέρονταν χωριστά. Δεν δίσταζαν ακόμη να στοιβάζουν όλα τα φαγητά μέσα σε μια μοναδική πιατέλα κι αυτή την πιατέλα, με το αηδιαστικό ανακάτεμα, την ονόμαζαν επίσης mets. Το 1361 και το 1391, χρονιές για τις οποίες διαθέτουμε ήδη γαλλικά βιβλία μαγειρικής, τα ονόμαζαν ήδη πιάτα: ένα γεύμα με έξι πιάτα ή mets εσήμαινε, όπως θα λέγαμε εμείς, έξι ειδών φαγητά. Όλα πλουσιοπάροχα, τόσο που συχνά δεν τα βάζει ο νους μας. Να ένα μόνο mets, παρμένο από το Ménagier De Paris (1393), από τα τέσσερα που προσφέρει διαδοχικά: "Πατέ βοδινού, ένα είδος ραβιόλια, γαλέος, δύο ζωμοί με κρέας, άσπρη σάλτσα ψαριού, επιπλέον μια σάλτσα βουτύρου με καϊμάκι, ζάχαρη και χυμό φρούτου". 
Αφθονία φαγητού και δη κρεάτων, από τον 14ο ως τον 16ο αιώνα, για τους λαούς της Ευρώπης, υποστηρίζει ο Braudel. Και επιμένει: "Αυτό είναι το παράδοξο στο οποίο πρέπει να επιμείνουμε, επειδή υπερισχύει συχνά η απλουστευτική άποψη ότι, όσο υποχωρεί κανείς προς τον Μεσαίωνα, τόσο πιο πολύ βυθίζεται μέσα στην αθλιότητα. Στην πραγματικότητα, αν μιλήσουμε για λαϊκό βιοτικό επίπεδο, δηλαδή για την πλειοψηφία, αληθεύει το αντίθετο". Αν κάτι θα έπρεπε να μας απασχολεί, δεν είναι αν υπήρχε ή όχι η αφθονία και σε ποιες εποχές και για ποιους και τι συνέβαινε με όσους δεν μετείχαν σ' αυτήν, είτε ήταν η κοινωνία των 2/3 είτε του μεσαίωνα είτε μιας κάποιας αρχαιότητας. Το ερώτημα είναι γιατί υπήρξε, κάτω από ποιες συνθήκες, και γιατί όταν υπήρξε η αφθονία έπρεπε να σπαταληθεί. Η μια όψη, που συμβαδίζει με την καρτεσιανή ιδέα των ζώων - άβουλων μηχανών, είναι αυτή, της σπατάλης. Η άλλη είναι εκείνη που συγκρατεί κάτι από την προϊστορική ιερή σχέση με τα ζώα μέχρι σήμερα, όπως συμβαίνει στα ανά την Ελλάδα κουρμπάνια, στις θυσίες των ζώων που στολίστηκαν για να προσφερθούν και να βραστούν· όχι να ψηθούν, πια. 



Το μέλλον των σχέσεων ανθρώπων - ζώων στον πραγματικό κόσμο θα καθοριστεί από την παγκόσμια επέκταση της εκμετάλλευσης κατά τον ύστερο οικοσιστικό τρόπο και από την αντίδραση σ' αυτήν την επέκταση από όλοένα και πιο οργισμένους μεταοικοσιτιστικούς ακτιβιστές. Τη στιγμή αυτή, κανένα στρατόπεδο δεν έχει λόγους για αισιοδοξία. Δεν υπάρχει μέση λύση ανάμεσα σε κρεατοβιομήχανους και χορτοφάγους, ανάμεσα σε κυνηγούς και απελευθερωτές των μινκ, ανάμεσα σε φαρμακευτικές εταιρείες και εχθρούς των πειραματισμών σε ζώα. Φιλόσοφοι, επιστήμονες, συγγραφείς και κινηματογραφιστές έχουν παρασυρθεί σ' αυτή τη δίνη των αντιφάσεων. Όμως, στο φαντασιακό επίπεδο, η κληρονομιά της ύστερης οικοσιτικής εποχής, με τις αγέλες των συμβολικά υποβαθμισμένων κτηνών που μετατρέπονται σε βιομηχανικά εμπορεύματα, λίγο χώρο έχει αφήσει για να στηριχτεί ο δημιουργικός νους. Θα χρειαστεί πραγματική ευφυία για να ανακαλυφτεί και πάλι η μαγεία της προοικοσιτικής εποχής, όταν τα ζώα επικοινωνούσαν με τους θεούς, όταν ημιζωικά πλάσματα κέρδιζαν το σεβασμό και όταν η θανάτωση προκαλούσε δέος και επέβαλλε ενοχή. 
Αυτή είναι η κατακλείδα του βιβλίου Κυνηγοί, βοσκοί και χάμπουργκερ. Νομίζω ότι αυτό που χρειάζεται δεν είναι ευφυία, όπως υποστηρίζει ο Bulliet. Ούτε το να ανακαλύψουμε ξανά μια υποτιθέμενη, όχι γιατί δεν υπήρξε - αλλά γιατί είναι τόσο μακρινή, μαγεία. Δεν θα αρκούσε η ευφυία κάποιων, θα χρειαζόταν η διάθεση πολλών να ξαναβαφτίσουν τη συλλογική ζωή έξω από τις νεωτερικές και μετανεωτερικές συμβάσεις. Ο δημιουργικός νους να είναι συλλογικός. Κι υπάρχει μια βασική προϋπόθεση πριν απ' αυτό. Να ψυλλιαστούμε πως όσα βλέπουμε γύρω μας, όσα ζούμε, αλλού είναι αλλιώς - και άλλοτε ήταν αλλιώς. Εδώ, για παράδειγμα, θα το ταράξουμε το χοιρινό, φέτος δυστυχώς δεν φτιάξαμε πηχτή, αλλού οι γυναίκες δεν το μαγειρεύουν καθόλου. Είναι ταμπού. Λίγο ακόμα πιο πέρα, οι βυζάστρες τα βυζαίνουν τα γουρουνάκια.





Άντε, 
χρόνια πολλά
κι από χρόνου...

where is the apple? 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου