Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Κριτική των δυτικών ''Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων'' (Μπαντιού, Κονδύλης) αναδημοσίευση απο το μπλογκ Die Bestimmung des Menschen


Μεταφέρουμε δύο πολύ διαφορετικές κριτικές των ''ανθρωπίνων δικαιωμάτων'', η επίκληση των οποίων χρησιμοποιείται επί δεκαετίες για τη δικαιολόγηση των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή. Βλ. και 1000+1 Πρόσωπα ταξικής εξουσίας, για μια κριτική στο αφηρημένο ''Πρόσωπο'' των δικαιωμάτων αυτών. 

Badiou


Απόσπασμα από το έργο του Α.Μπαντιού Η Ηθική-Δοκίμιο για τη συνείδηση του Κακού, εκδόσεις Scripta, μετάφραση Βλάσης Σκολίδης-Κώστας Μπόμπας, Αθήνα 1998, σελ 16-27. 

''[...] Όταν οι υποστηρικτές της σύγχρονης ''ηθικής'' ιδεολογίας διακηρύσσουν ότι η επιστροφή στον Άνθρωπο και στα δικαιώματά του μας απάλλαξε από τις ''θανατηφόρες αφαιρέσεις'' που γεννούσαν οι ''ιδεολογίες'', κοροϊδεύουν τον κόσμο. Θα ήμασταν ευτυχείς εάν βλέπαμε σήμερα ένα τόσο σταθερό ενδιαφέρον για τις συγκεκριμένες καταστάσεις, μια τόσο έντονη και τόσο υπομονετική προσοχή στραμμένη στο πραγματικό, τόσο πολύ χρόνο αφιερωμένο στη δραστήρια έρευνα κοντά στους πιο διαφορετικούς ανθρώπους και τους πιο απομακρυσμένους, φαινομενικά, από το συνηθισμένο περιβάλλον των διανοούμενων, σαν αυτά που ζήσαμε ανάμεσα στο 1965 και το 1980.
    Στην πραγματικότητα, αποδείχθηκε στη πράξη ότι η θεματική του ''θανάτου του Ανθρώπου'' είναι συμβατή με την εξέγερση, με τη ριζική δυσαρέσκεια απέναντι στην κατεστημένη τάξη και με την πλήρη στράτευση στο πραγματικό των καταστάσεων, ενώ το θέμα της ηθικής και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι σαφώς συμβατό με τον αυτάρεσκο εγωισμό των ευκατάστατων δυτικών, την εξυπηρέτηση των ισχυρών και τη διαφήμιση. Αυτά είναι τα γεγονότα. 
   Η διαλεύκανση των γεγονότων απαιτεί να περάσουμε από την εξέταση των θεμελίων του ''ηθικού'' προσανατολισμού. 

2. Τα θεμέλια της ηθικής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

   Η ρητή αναφορά αυτού του προσανατολισμού στο corpus της κλασικής φιλοσοφίας είναι ο Κάντ [2]. Η σημερινή συγκυρία συνίσταται σε μια ευρεία ''επιστροφή στον Κάντ'', που οι λεπτομέρειες και η ποικιλομορφία της είναι στ'αλήθεια δαιδαλώδεις. Εδώ, δεν θα λάβω υπόψη μου παρά τον ''μέσο όρο'' αυτών των θεωριών.
    Εκείνο που ουσιαστικά συγκρατούν από τον Κάντ (ή από μία εικόνα του Κάντ, ή καλύτερα από τους θεωρητικούς του ''φυσικού δικαίου'') είναι ότι υπάρχουν επιτακτικές απαιτήσεις, τυπολογικά παραστάσιμες, και οι οποίες δεν χρειάζεται να υπαχθούν σε εμπειρικές θεωρήσεις ή σε εκτιμήσεις της κατάστασης. Ότι αυτές οι επιτακτικότητες αφορούν τις περιπτώσεις προσβολής, εγκλήματος, Κακού. Σε αυτά προσθέτουν ότι ένα δίκαιο, εθνικό και διεθνές, οφείλει να τις επικυρώνει. Ότι κατά συνέπεια οι κυβερνήσεις είναι υποχρεωμένες να συμπεριλάβουν στη νομοθεσία τους αυτές τις επιταγές και να τους προσδώσουν όλη τη πραγματικότητα που απαιτούν. Ότι, στην αντίθετη περίπτωση, νομιμοποιείται κανείς να τους υποχρεώσει να το κάνουν (δικαίωμα ανθρωπιστικής παρέμβασης ή παρεμβατικό δικαίωμα του δικαίου). 
   Η ηθική εδώ νοείται ταυτόχρονα ως a priori ικανότητα διάκρισης του Κακού (διότι, σύμφωνα με τη σύγχρονη χρήση της ηθικής, το Κακό-ή το αρνητικό-προηγούνται: υποτίθεται η συναίνεση για το τί είναι βάρβαρο) και ως έσχατη αρχή της κρίσης, ιδιαίτερα της πολιτικής κρίσης: είναι καλό ό,τι εμφανώς εναντιώνεται σ'ένα a priori ταυτοποιημένο Κακό. Το ίδιο το δίκαιο είναι πρωτίστως το δίκαιο ''εναντίον'' του Κακού. Αν απαιτείται ένα ''Κράτος δικαίου'' είναι επειδή αυτό μόνο επιτρέπει ένα χώρο ταυτοποίησης του Κακού (η ''ελευθερία της γνώμης'', στο πλαίσιο της ηθικής θεώρησης, είναι πρωτίστως ελευθερία να υποδείξει κανείς το Κακό) και παρέχει τα μέσα διαιτησίας, όταν το πράγμα δεν είναι σαφές (μηχανισμός δικαστικών προφυλάξεων).
   Οι προϋποθέσεις αυτού του πυρήνα πεποιθήσεων είναι σαφείς:

1) Υποθέτει κανείς ένα γενικό ανθρώπινο υποκείμενο, τέτοιο που οποιοδήποτε κακό του συμβεί είναι οικουμενικά ταυτοποιήσιμο (αν και αυτή η οικουμενικότητα συμβαίνει συχνά να αποκαλείται, μ'ένα εντελώς παράδοξο όνομα, ''κοινή γνώμη''), κι έτσι το εν λόγω υποκείμενο είναι ένα παθητικό, ή δέσμιο του πάθους, ή αυτοπαθές υποκείμενο: εκείνο που υποφέρει. Και, ταυτόχρονα, ένα υποκείμενο κρίσης, ή ενεργό, ή προσδιοριστικό: εκείνο που, ταυτοποιώντας την οδύνη, ξέρει ότι πρέπει να την αναστείλει με όλα τα διαθέσιμα μέσα. 
2) Η πολιτική υπάγεται στην ηθική, από τη μόνη οπτική γωνία που μετράει γι'αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων: τη συμπονετική και αγανακτισμένη κρίση του θεατή των περιστάσεων.
3) Το Κακό είναι η αφετηρία για τον προσδιορισμό του Καλού, και όχι το αντίθετο.
4) Τα ''ανθρώπινα δικαιώματα'' είναι τα δικαιώματα στο μη-Κακό: να μη δέχεται κανείς προσβολή και κακομεταχείριση ούτε στη ζωή του (αποτροπιασμός του φόνου και της εκτέλεσης), ούτε στο σώμα του (αποτροπιασμός των βασανιστηρίων, της κακοποίησης και του λιμού), ούτε στην πολιτιστική του ταυτότητα (αποτροπιασμός του εξευτελισμού των γυναικών, των μειονοτήτων, κλπ).
    Η δύναμη αυτής της θεωρίας έγκειται, ευθύς εξαρχής, στον προφανή χαρακτήρα της. Γνωρίζουμε πράγματι εκ πείρας ότι ο πόνος φαίνεται. Ήδη οι θεωρητικοί του 18ου αιώνα είχαν αναγάγει τον οίκτο-ταύτιση με την οδύνη του έμβιου όντος-σε βασικό μοχλό της σχέσης με τον πλησίον. Το ότι η διαφθορά, η αδιαφορία ή η ωμότητα των πολιτικών ιθυνόντων είναι οι μείζονες αιτίες της αναξιοπιστίας τους είναι κάτι που το είχαν ήδη διαπιστώσει οι έλληνες θεωρητικοί της τυραννίας. Το ότι ευκολότερα διαμορφώνεται συναίνεση για το τι είναι κακό παρά για το τί είναι καλό είναι κάτι με το οποίο είναι εξοικειωμένες οι εκκλησίες: τους ήταν πάντα ευκολότερο να υποδεικνύουν τί δεν πρέπει να κάνει κανείς, και μάλιστα τους αρκεί η αποχή από αυτό, παρά να ξεκαθαρίζουν τί πρέπει να κάνει. Είναι βέβαιο επιπλέον ότι κάθε άξια λόγου πολιτική έχει για αφετηρία τις διαμορφωμένες παραστάσεις των ανθρώπων για τη ζωή και τα δικαιώματά τους. 
   Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε: ιδού ένα σύνολο από προφανή δεδομένα, ικανά να θωρακίσουν μια πλανητική συναίνεση και να βρουν τη δύναμη να την επιβάλλουν. Εντούτοις, πρέπει να υποστηρίξουμε ότι δεν είναι καθόλου έτσι, ότι ετούτη η ''ηθική'' είναι ασυνεπής και ότι η απολύτως εμφανής πραγματικότητα συνίσταται στην αποχαλίνωση των εγωισμών, στην εξαφάνιση ή την ακραία αβεβαιότητα των πολιτικών χειραφέτησης, στον πολλαπλασιασμό των ''ηθικών'' βιαιοτήτων και στην οικουμενικότητα του άγριου ανταγωνισμού. 

3. Ο άνθρωπος: έμβιο ζώο ή αθάνατη μοναδικότητα;

  Η καρδιά του ζητήματος είναι η υπόθεση ενός οικουμενικού Υποκειμένου, ικανού να εντάξει την ηθική στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ανθρωπιστικές ενέργειες.
  Είδαμε ότι η ηθική υποτάσσει την ταυτοποίηση αυτού του υποκειμένου στην οικουμενική αναγνώριση του κακού που υφίσταται. Η ηθική ορίζει άρα τον άνθρωπο ως θύμα. Θα πει κάποιος: ''Μα όχι! ξεχνάτε το ενεργό υποκείμενο, εκείνο που παρεμβαίνει ενάντια στη βαρβαρότητα!''.Πράγματι, ας είμαστε συγκεκριμένοι: ο άνθρωπος είναι αυτό που είναι ικανό να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως θύμα. 
  Αυτόν τον ορισμό είναι που πρέπει να δηλώσουμε απαράδεκτο. Και τούτο για τρεις βασικούς λόγους.

1) Πρώτα απ'όλα, διότι η κατάσταση θύματος, ζώου που υποφέρει, αποστεωμένου ετοιμοθάνατου, εξομοιώνει τον άνθρωπο με τη ζωική του υποδομή, με την απερίφραστη ταυτότητα του έμβιου (η ζωή, όπως λέει ο Μπισά [3], δεν είναι παρά ''το σύνολο των λειτουργιών που ανθίστανται το θάνατο''). Βέβαια, η ανθρωπότητα είναι ένα ζωικό είδος. Είναι θνητή και αρπαχτική. Αλλά ούτε ο ένας ούτε ο άλλος από αυτούς τους ρόλους συνιστά την ειδοποιό διαφορά της μέσα στον κόσμο των έμβιων οργανισμών. Ως δήμιος, ο άνθρωπος είναι μια ζωική αχρειότητα, αλλά πρέπει να έχουμε το κουράγιο να πούμε ότι ως θύμα δεν αξίζει γενικά περισσότερο. Όλες οι αφηγήσεις βασανισθέντων [4] και διασωθέντων το αναδεικνύουν με τρόπο εκφραστικό: αν οι δήμιοι και οι γραφειοκράτες των φυλακών και των στρατοπέδων φτάνουν να μεταχειρίζονται τα θύματά τους σαν ζώα προορισμένα για το σφαγείο, και με τα οποία εκείνοι, οι καλοθρεμμένοι εγκληματίες, δεν έχουν τίποτε το κοινό, είναι επειδή τα θύματα έχουν μεταβληθεί πραγματικά σε ζώα. Κάναμε ό,τι έπρεπε γι'αυτό. Το ότι ορισμένοι ωστόσο παραμένουν ακόμη άνθρωποι, και με τη μαρτυρία τους το επιβεβαιώνουν, είναι γεγονός αποδεδειγμένο. Όμως, ακριβώς, αυτό γίνεται πάντοτε μέσα από μια ανήκουστη προσπάθεια, που τη χαιρετίζουν οι παρευρισκόμενοι μάρτυρες-στους οποίους εγείρει αστείρευτη ευγνωμοσύνη-σαν μια σχεδόν ακατανόητη αντίσταση, μέσα τους, εκείνου του στοιχείου που δεν συμπίπτει με την ταυτότητα του θύματος. Εδώ βρίσκεται ο άνθρωπος, αν επιμείνουμε να τον στοχαστούμε: στο στοιχείο εκείνο που συμβάλλει, όπως τονίζει ο Βαρλάμ Σαλαμόφ στις Αφηγήσεις από τη ζωή στα στρατόπεδα [5], στο να είναι ένα ζώο αφάνταστα πιο ανθεκτικό από τα άλογα, όχι χάρη στο εύθραυστο σώμα του, αλλά χάρη στο πείσμα του να μείνει αυτό που είναι, δηλαδή, συγκεκριμένα, κάτι διαφορετικό από ένα θύμα, κάτι διαφορετικό από ένα είναι-προς-θάνατον, και επομένως: κάτι διαφορετικό από έναν θνητό. 
   Ένας αθάνατος: ιδού αυτό που οι χειρότερες καταστάσεις οι οποίες είναι δυνατόν να του επιβληθούν αποδεικνύουν ότι είναι ο Άνθρωπος, στο βαθμό που ιδιαιτεροποιείται μέσα στο πολύμορφο και αρπαχτικό κύμα της ζωής. Από εδώ πρέπει να ξεκινήσουμε προκειμένου να σκεφτούμε οτιδήποτε αφορά τον Άνθρωπο. Ώστε αν υπάρχουν ''ανθρώπινα δικαιώματα'', ασφαλώς δεν είναι δικαιώματα της ζωής εναντίον του θανάτου, ή δικαιώματα της επιβίωσης εναντίον της αθλιότητας.Είναι τα δικαιώματα του Αθανάτου που αυτοεπιβεβαιώνονται, ή τα δικαιώματα του Απείρου που ηγεμονεύουν πάνω στο ενδεχόμενο του πόνου και του θανάτου. Το ότι στο τέλος όλοι θα πεθάνουμε και όλα θα γίνουν χώμα δεν αλλάζει σε τίποτα την ταυτότητα του Ανθρώπου ως αθανάτου, τη στιγμή κατά την οποία επιβεβαιώνει αυτό που είναι, αντικρούοντας το θέλω-να-είμαι-ζώο στο οποίο η περίσταση τον εκθέτει. Και κάθε άνθρωπος, το ξέρουμε, με απρόβλεπτο τρόπο, είναι ικανός να είναι αυτός ο αθάνατος, σε μεγάλες ή μικρές περιστάσεις, για μια σημαντική ή δευτερεύουσα αλήθεια, δεν έχει σημασία. Σε κάθε περίπτωση, η υποκειμενοποίηση είναι αθάνατη, και κάνει τον Άνθρωπο. Πέρα από αυτό, υπάρχει ένα βιολογικό είδος, ένα ''άπτερο δίποδο'' πολύ αμφίβολης γοητείας. 
   Εάν δεν ξεκινήσουμε από αυτό το σημείο (το οποίο πολύ απλά διατυπώνεται: ο Άνθρωπος σκέφτεται, ο Άνθρωπος υφαίνεται από μερικές αλήθειες), εάν ταυτίσουμε τον Άνθρωπο με την καθαρή πραγματικότητα του εμβίου, καταλήγουμε αναπόφευκτα στο πραγματικό αντίθετο αυτού που η αρχή [principe] φαίνεται να υποδεικνύει. Διότι αυτό το ''έμβιο ον'' είναι στη πραγματικότητα άξιο περιφρόνησης, οπότε και θα το περιφρονήσουμε. Ποιός δεν βλέπει ότι στις ανθρωπιστικές αποστολές, στις παρεμβάσεις, στις αποβάσεις φιλάνθρωπων λεγεωνάριων, το υποτιθέμενο οικουμενικό Υποκείμενο διασπάται; Από την πλευρά των θυμάτων, το εξαγριωμένο ζώο που εκθέτουμε στην οθόνη. Από την πλευρά του ευεργέτη, η συνείδηση και η επιτακτικότητα. Και για αυτή η διάσπαση βάζει πάντα τους ίδιους στους ίδιους ρόλους; Ποιός δεν νιώθει ότι αυτή η ηθική που σκύβει στη μιζέρια του κόσμου κρύβει, πίσω από τον Άνθρωπο-θύμα, τον Άνθρωπο τον καλό, τον Άνθρωπο τον λευκό; Καθώς η βαρβαρότητα της κατάστασης δεν τίθεται υπό σκέψη παρά με όρους ''ανθρωπίνων δικαιωμάτων'',-ενώ πρόκειται πάντα για μια πολιτική κατάσταση που εγκαλεί μια πολιτική σκέψη-πρακτική, και στην οποία ενέχονται επιτόπου, πάντοτε, αυθεντικοί πρωταγωνιστές-,εκλαμβάνεται, από τα ύψη της φαινομενικής μας πολιτικής ηρεμίας, σαν η απολίτιστη κατάσταση που απαιτεί από τον πολιτισμένο μια εκπολιτιστική παρέμβαση. Όμως κάθε παρέμβαση στο όνομα του πολιτισμού απαιτεί μια αρχική περιφρόνηση της όλης κατάστασης, των θυμάτων συμπεριλαμβανομένων. Και γι'αυτό η ηθική, ύστερα από δεκαετίες θαρραλέας κριτικής της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, συμπορεύεται σήμερα με μια απεχθή αυτοικανοποίηση των ''Δυτικών'', με τη διατυμπανιζόμενη θέση πως η μιζέρια του τρίτου κόσμου είναι το αποτέλεσμα της αβελτηρίας του, της ίδιας του της μηδαμινότητας, εν ολίγοις: της ιδιότητας του υπανθρώπου* (σ.σ βλ. Untermensch)

2) Δεύτερον, διότι αν η ηθική ''συναίνεση'' στηρίζεται στην αναγνώριση του Κακού, αυτό συνεπάγεται ότι κάθε απόπειρα να συσπειρωθούν οι άνθρωποι γύρω από μια θετική ιδέα του Καλού, και ακόμη περισσότερο να ταυτοποιηθεί ο Άνθρωπος μέσα από αυτό το σχέδιο, αποτελεί στην πραγματικότητα την αληθινή πηγή του ίδιου του κακού. Είναι αυτό που μας κοπανάνε δεκαπέντε χρόνια τώρα: κάθε σχέδιο επανάστασης, που χαρακτηρίζεται ''ουτοπικό'', καταλήγει, μας λένε, στον εφιάλτη του ολοκληρωτισμού. Κάθε θέληση να εγγραφεί μια ιδέα της δικαιοσύνης ή της ισότητας καταλήγει στο χειρότερο. Κάθε συλλογική θέληση του Καλού φέρνει το Κακό. 
  Όμως αυτή η σοφιστική είναι ολέθρια. Διότι, αν η μόνη δυνατότητα είναι να προβάλουμε, εναντίον ενός a priori αναγνωρισμένου Κακού, την ηθική δέσμευση, από πού θα πηγάσει η προοπτική για τον οποιονδήποτε μετασχηματισμό της υπάρχουσας κατάστασης; Από πού θα αντλήσει ο άνθρωπος τη δύναμη για να είναι ο αθάνατος που είναι; Ποιό θα είναι το πεπρωμένο της σκέψης για την οποία ξέρουμε καλά ότι είναι μια καταφατική επινόηση, αλλιώς δεν είναι σκέψη; Στην πραγματικότητα, το τίμημα που πληρώνει η ηθική είναι ένας παχυλός συντηρητισμός. Η ηθική αντίληψη του ανθρώπου, εκτός του ότι είναι τελικά είτε βιολογική (εικόνες θυμάτων) είτε ''δυτική'' (ευαρέσκεια του ένοπλου ευεργέτη), απαγορεύει κάθε πλατύ θετικό όραμα των εφικτών πραγμάτων. Αυτό που εξυμνείται εδώ, αυτό που η ηθική νομιμοποιεί, είναι στην πραγματικότητα η διατήρηση, από την υποτιθέμενη ''Δύση'', των κεκτημένων της. Θρονιασμένη σ'αυτή την κατοχή (υλικών αγαθών, αλλά και κατοχή του είναι της), η ηθική κατά κάποιον τρόπο προσδιορίζει το Κακό ως ό,τι δεν είναι αυτό που η ίδια απολαμβάνει. Ωστόσο, ο Άνθρωπος, ως αθάνατος, στηρίζεται στο ανυπολόγιστο και στο αναπόκτητο. Στηρίζεται στο μη-ον. Όταν κανείς του απαγορεύει να διαμορφώσει μια ιδέα για το Καλό, να εντάξει εκεί τις συλλογικές του εξουσίες, να εργαστεί για τον ερχομό αδιανόητων εφικτών πραγμάτων, να σκεφτεί τί μπορεί να γίνει, σε ριζική ρήξη με ό,τι ισχύει, τότε του απαγορεύει, πολύ απλά, την ίδια την ανθρωπιά. 

3) Τέλος, με τον αρνητικό και a priori προσδιορισμό του Κακού η ηθική απαγορεύει στον εαυτό της να σκεφτεί τη μοναδικότητα των καταστάσεων, πράγμα που αποτελεί υποχρεωτική αφετηρία για κάθε καθαρά ανθρώπινη δράση. Έτσι, ο γιατρός που έχει προσχωρήσει στην ''ηθική'' ιδεολογία θα εξετάσει σε συνελεύσεις και επιτροπές διάφορους τρόπους αντιμετώπισης ''των αρρώστων'', με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει ο οπαδός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων το αδιάκριτο πλήθος των θυμάτων: ως ''ανθρώπινο'' σύνολο πραγματικών υπανθρώπων. Αλλά ο ίδιος ο γιατρός δεν θα έχει καμία αντίρρηση προκειμένου ετούτο το συγκεκριμένο άτομο να μη νοσηλευτεί στο νοσοκομείο και με όλα τα απαραίτητα μέσα, πειδή δεν έχει άδεια παραμονής ή κοινωνική ασφάλιση. Η ''συλλογική'' υπευθυνότητα γαρ, γι'άλλη μια φορά! Αυτό που καταρρακώνεται εδώ είναι το γεγονός ότι μία μόνο ιατρική κατάσταση υπάρχει: η κλινική κατάσταση υπάρχει: η κλινική κατάσταση [7], και ότι δεν χρειάζεται καμία ''ηθική'' (παρά μόνο ένα σαφές όραμα αυτής της κατάστασης), για να ξέρουμε ότι στη συγκεκριμένη περίσταση ο γιατρός δεν είναι γιατρός παρά μόνο αν χειρίζεται την κατάσταση με τον κανόνα του μέγιστου δυνατού: να περιθάλψει τούτον τον άνθρωπο που του το ζητάει (εδώ, δεν υπάρχει παρέμβαση!) όσο απαιτείται, με όσες γνώσεις διαθέτει, με όλα τα μέσα που ξέρει ότι υπάρχουν χωρίς να τον απασχολεί τίποτε άλλο. Και αν θέλουν να του απαγορεύσουν να περιθάλψει για λόγους κρατικού προϋπολογισμού, στατιστικών της θνησιμότητας ή νόμων περί μεταναστευτικών ρευμάτων, δεν έχουν παρά να του στείλουν την αστυνομία! Και μάλιστα, το αυστηρά ιπποκράτειο καθήκον του θα ήταν να της αντισταθεί. Οι ''επιτροπές ηθικής'' και οι λοιποί μηρυκασμοί περί ''δαπανών για την υγεία'' και ''διαχειριστικής ευθύνης'', όντας ριζικά αλλότριες προς τη μοναδική, καθαρά ιατρική κατάσταση, δεν γίνεται στην πραγματικότητα παρά να απαγορεύσουν να της είναι κανείς πιστός. Γιατί ''της είμαι πιστός'' θα σήμαινε: χειρίζομαι το εφικτό αυτής της κατάστασης μέχρι τέλους. Ή, αν προτιμάτε, κάνω να επέλθει, στο μέτρο του δυνατού, όλη η καταφατική ανθρωπιά που περιέχει η κατάσταση, δηλαδή προσπαθώ να είμαι ο αθάνατος αυτής της κατάστασης.
   Στην πραγματικότητα, η υπό ηθικό ιδεολογικό μανδύα γραφειοκρατική ιατρική έχει ανάγκη από ''αρρώστους'' ως αδιάκριτα ή στατιστικά θύματα, αλλά υπερφορτώνεται γρήγορα από κάθε πραγματική και ιδιαίτερη κατάσταση αιτήματος. Γι'αυτό η ''διαχειριστική'', ''υπεύθυνη'' και ''ηθική'' ιατρική καταλήγει στην αχρειότητα να αποφασίζει ποιούς ασθενείς μπορεί να περιθάλψει το ''γαλλικό σύστημα υγείας'' και ποιούς οφείλει να στείλει, εφόσον ο προϋπολογισμός και η γνώμη το απαιτούν, να πεθάνουν στα προάστια της Κινσάσας. 

4. Μερικές αρχές

  Πρέπει να απορριφθεί το ιδεολογικό σύστημα της ''ηθικής'', να μη γίνει καμία παραχώρηση στον αρνητικό και θυματολογικό ορισμό του ανθρώπου. Αυτό το σύστημα ταυτίζει τον άνθρωπο μ'ένα απλό θνητό ζώο, είναι το σύμπτωμα ενός ανησυχητικού συντηριτισμού και, με την αφηρημένη και στατιστική γενικότητά του, απαγορεύει να σκεφτεί κανείς την μοναδικότητα των καταστάσεων.
  Θα του αντιπαραθέσουμε τρεις θέσεις:

-Θέση 1: ο Άνθρωπος ταυτοποιείται από την καταφατική του σκέψη, από τις μοναδικές αλήθειες για τις οποίες είναι ικανός, από το Αθάνατο που τον καθιστά ανθεκτικότερο και παραδοξότερο από τα ζώα. 

-Θέση 2: Το Κακό το προσδιορίζουμε με αφετηρία τη θετική ικανότητα για το Καλό, άρα για ευρεία αντιμετώπιση των εφικτών και για άρνηση του συντηρητισμού, έστω και αν πρόκειται για τη συντήρηση του είναι. Και όχι αντιστρόφως.

-Θέση 3: Η ανθρωπιά εδραιώνεται στην εν σκέψει ταυτοποίηση μοναδικών καταστάσεων. Δεν υπάρχει ηθική γενικώς. Δεν υπάρχει-ενδεχομένως-παρά ηθική των διαδικασιών με τις οποίες επεξεργαζόμαστε τα εφικτά στοιχεία μιας κατάστασης.
   
   Προβάλλει όμως αίφνης ο άνθρωπος της εκλεπτυσμένης ηθικής, που ψιθυρίζει: ''Παρανόηση! Παρανόηση από την αρχή. Η ηθική δεν θεμελιώνεται διόλου στην ταυτότητα του Υποκειμένου, ούτε καν στην ταυτότητά του ως αναγνωρισμένου θύματος. Ήδη ως αρχή, η ηθική είναι η ηθική του άλλου, είναι καθοριστικό το άνοιγμα προς τον άλλο, υποτάσσει την ταυτότητα στη διαφορά''. 
   Ας εξετάσουμε αυτή την κατεύθυνση. Ας σταθμίσουμε πόσο καινοτομεί. 

(σ.σ η συνέχεια στην Ηθική του Μπαντιού, από σελ. 28 και επ., κατεβάστε εδώ)


[2] I.Kant, Fondements de la métaphysique des mœurs [Θεμέλια της Μεταφυσικής των Ηθών]
[3] Marie-François Xavier Bichat, γάλλος γιατρός, ανατόμος και φυσιολόγος του 18ου αιώνα. 
[4] Henri Alleg, La question, 1958. Δεν είναι κακό να αναφερόμαστε σε επεισόδια βασανιστηρίων του τόπου μας, που οργάνωσε συστηματικά ο γαλλικός στρατός μεταξύ 1954 και 1962. 
[5] Varlam Chalamov, Kolyma, Récits de la vie des camps, Maspéro-La Découverte, 1980. Το βιβλίο αυτό, κυριολεκτικά θαυμαστό, μορφοποιεί σε τέχνη την αληθινή ηθική (σ.σ διθυραμβικός για τον...Σαλάμοφ ο Μπαντιού!). 
[6] André Glucksmann, Les Maîtres penseurs [Οι πνευματικές αυθεντίες], Grasset, 1977. Ο Γκλουξμάν είναι εκείνος που επέμεινε περισσότερο στην απόλυτη προτεραιότητα της συνείδησης του Κακού και στην ιδέα ότι η καταστροφική υπεροχή του Καλού ήταν δημιούργημα της φιλοσοφίας. Η ''ηθική'' ιδεολογία ριζώνει έτσι εν μέρει στους ''νέους φιλοσόφους'' του τέλους της δεκαετίας του '70.  
[7] Cecile WinterQu'en est-il de I'historicite actuelle de la clinique? [Τί γίνεται με τη σημερινή ιστορικότητα της κλινικής;]. Υπό έκδοση. Αυτό το κείμενο, ξεκινώντας από ένα στοχασμό του Φουκώ, εκφράζει με τον αυστηρότερο τρόπο τη σκεπτόμενη θέληση να επαναδιατυπωθεί, υπό τις σημερινές συνθήκες της ιατρικής, η κλινική απαίτηση ως το μοναδικό σημείο αναφοράς. 


                                       Κονδύλης


http://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/humanright/
Περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εννοιολογική σύγχυση και πολιτική εκμετάλλευση
Δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα. Για να το πούμε ακριβέστερα: εν έτει 1998 δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν θα υπάρξουν στο μέλλον. Η διαπίστωση αυτή είναι αναπόδραστη αν επιθυμούμε να ορίσουμε την έννοια του «δικαιώματος» και του «ανθρώπινου δικαιώματος» αυστηρά και αδιαφορώντας απέναντι σε πολιτικές – ιδεολογικές σκοπιμότητες. «Δικαίωμα» δεν είναι κάτι που απλώς διάγει βίο φαντάσματος μέσα στα κεφάλια των φιλοσόφων ή που ευδοκιμεί στα χείλη των προπαγανδιστών. Στην ουσία του δικαιώματος ανήκει εξ ορισμού η δυνατότητα να απαιτείται και να επιβάλλεται. Και ως «ανθρώπινο δικαίωμα» επιτρέπεται να θεωρείται μονάχα ένα δικαίωμα το οποίο απολαμβάνουν όλοι οι άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι,δηλαδή χωρίς τη διαμεσολάβηση εξουσιαστικών αρχών και συλλογικών υποκειμένων (π.χ. εθνών και κρατών) που, από εννοιολογική και φυσική άποψη, είναι στενότερα από την ανθρωπότητα ως σύνολο.
Επιπλέον, ένα γνήσιο ανθρώπινο δικαίωμα θα πρέπει να ισχύει και να απολαμβάνεται παντού όπου υπάρχουν άνθρωποι, δηλαδή παντού όπου επιθυμεί να εγκατασταθεί καθένας. Ωστε σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα δίχως απεριόριστη ελευθερία κίνησης και εγκατάστασης και δίχως αυτόματη νομική εξίσωση όλων των ατόμων με όλα τα άτομα χάρη στην οικουμενική ισχύ μιας ενιαίας νομοθεσίας. Οσο ο Αλβανός, π.χ., δεν έχει στην Ιταλία τα ίδια δικαιώματα με τον Ιταλό, μπορούμε stricto sensu να μιλάμε για πολιτικά και αστικά, όχι για ανθρώπινα δικαιώματα.
Βεβαίως, τα κράτη μπορούν να βαφτίζουν ορισμένα τουλάχιστον από τα δικαιώματα, τα οποία δίνουν στους πολίτες τους, «ανθρώπινα δικαιώματα», όμως η έκφραση αυτή θα είχε νόημα μόνον εάν το κράτος επεφύλασσε αποκλειστικά στους δικούς του υπηκόους τον χαρακτηρισμό «άνθρωπος», όπως κάνουν μερικές πρωτόγονες φυλές. Γιατί σε ενάντια περίπτωση κανένα κράτος δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δικαιώματα τα οποία θεωρούνται κατ\’ εξοχήν ανθρώπινα δικαιώματα, όπως π.χ. το δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας ή της ελευθερίας του λόγου, είναι δυνατό να τα απολαύσουν άτομα που βρίσκονται έξω από τα σύνορά του. Και αντίστροφα: κανένα κράτος δεν μπορεί, χωρίς να αυτοδιαλυθεί, να αναγνωρίσει σε όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως ορισμένα δικαιώματα που θεωρούνται πολιτικά ή αστικά δικαιώματα, π.χ. το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι ή το δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης.
Εγκαθίδρυση ενός παγκόσμιου κράτους
Η κατάσταση στον σημερινό κόσμο είναι σαφής: δεν επιτρέπεται σε όλους τους ανθρώπους, υπό μόνη την ιδιότητά τους ως ανθρώπων, να κατέχουν όλα τα δικαιώματα (είτε αυτά λέγονται πολιτικά και αστικά είτε λέγονται ανθρώπινα) ανεξάρτητα από το πού γεννιούνται ή το πού βρίσκονται. Ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία θα άξιζαν πράγματι αυτό το όνομα, θα μπορούσε να χορηγήσει μονάχα ένα παγκόσμιο κράτος, προς το οποίο όλα τα άτομα θα βρίσκονταν σε ίση και άμεση σχέση, δηλαδή θα αποκτούσαν άμεσα όλα τους τα δικαιώματα απ\’ αυτό ως τον εκπρόσωπο ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μόνο όποιος εκπροσωπεί ολόκληρη την ανθρωπότητα μπορεί και να θεωρήσει τον κάθε άνθρωπο υπό μόνη την ιδιότητά του ως άνθρωπο, ανεξάρτητα από φυλετικά ή εθνικά κατηγορήματα, και να του χορηγήσει ανθρώπινα δικαιώματα.
Η εγκαθίδρυση ενός παγκόσμιου κράτους στο μέλλον, και επομένως η καθιέρωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν μπορεί να αποκλεισθεί, έτσι όμως δεν θα επιτυγχανόταν αυτόματα η εναρμόνιση ανάμεσα στην ηθική – κανονιστική και στη νομική έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και μάλιστα υπό την αιγίδα της πρώτης. Γιατί το παγκόσμιο κράτος θα μπορούσε, π.χ., να καθιερώσει τα ανθρώπινα δικαιώματα υπό συνθήκες μεγάλης πληθυσμιακής πυκνότητας και σπάνης αγαθών, έτσι ώστε τα δικαιώματα αυτά πολύ λίγο θα αντιστοιχούσαν στις σημερινές δυτικές ηθικές – κανονιστικές αντιλήψεις. Οποιος λοιπόν είναι σε θέση να κάνει εννοιολογικές διακρίσεις, δεν μπορεί να θεωρήσει αναγκαία τη σχέση ανάμεσα στην εγκαθίδρυση ενός παγκόσμιου κράτους και στην ηθικοποίηση της παγκόσμιας κοινωνίας, όπως αρέσκονται να πράττουν οι οπαδοί του ηθικού οικουμενισμού.
Η διαφορά όμως ανάμεσα στις δύο παραπάνω έννοιες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καταφαίνεται και αν κάνουμε μιαν αισιόδοξη υπόθεση. Εννοούμε το εξής: είναι δυνατό να μην εγκαθιδρυθεί ένα παγκόσμιο κράτος, αλλά παρ\’ όλα αυτά να επικρατήσει καθολικά το ηθικό – κανονιστικό περιεχόμενο εκείνου που ονομάζουμε σήμερα «ανθρώπινα δικαιώματα», γιατί όλα τα κράτη ανεξαιρέτως θα το καθιστούσαν γνώμονα και οδηγό προκειμένου να διατυπώσουν τα πολιτικά και αστικά δικαιώματα που παραχωρούν στους υπηκόους τους. Αυτό σημαίνει: τα ηθικά αιτήματα μπορούν να ικανοποιηθούν και χωρίς να καταφύγει κανείς στη ρητορική των πανανθρώπινων δικαιωμάτων, και όποιος θεωρεί τούτην εδώ κενή δεν ανήκει σώνει και καλά σε όσους χαίρονται όταν γίνονται αυθαίρετες συλλήψεις και βασανιστήρια, όπως αφήνουν συχνά να εννοηθεί οι οπαδοί της οικουμενικής ηθικής.
Συμπέρασμα: η πρόταση «δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα» είναι αυτονόητη αν δεν τη συγχέουμε με κανέναν τρόπο και σε κανένα επίπεδο με τις προτάσεις «δεν είναι ορθό να υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα (με την ηθική – κανονιστική έννοια)» και «δεν θα υπάρξουν ποτέ ανθρώπινα δικαιώματα». Η πρόταση «δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα» επιβεβαιώνεται άλλωστε καθημερινά από την πολιτική, νομική και αστυνομική πρακτική της ίδιας της «Δύσης», η οποία προσπαθεί να παρακάμψει τις οδυνηρές έσχατες συνέπειες της δικής της προπαγάνδας περί «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» εμμένοντας στην κρίσιμη διάκριση ανάμεσα σε ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα και δίδοντας το προβάδισμα στα δεύτερα, δηλαδή αρνούμενη να αναγνωρίσει όλα τα δικαιώματα σε όλους τους ανθρώπους υπό μόνη την ιδιότητά τους ως ανθρώπων.
Η συνταγή της Δύσης για το «κράτος δικαίου»
Τα «ανθρώπινα δικαιώματα» ασκούνται πάντοτε υπό την επιφύλαξη των (εθνικών, «ευρωπαϊκών» κτλ.) κυριαρχικών δικαιωμάτων. Το κάθε κυρίαρχο κράτος ή η κάθε κυρίαρχη εξουσία έχει το δικαίωμα να συλλαμβάνει ανθρώπους από άλλες χώρες μόνο και μόνο επειδή αυτοί εισέρχονται ή παρεπιδημούν, δίχως άδεια, στην επικράτειά της, όμως δεν έχει, π.χ., το δικαίωμα να τους ξυλοκοπήσει, γιατί η ίδια διακηρύσσει το ανθρώπινο δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας ­ λες και η σύλληψη καθ\’ εαυτήν δεν αποτελεί eo ipso άρση του δικαιώματος του ατόμου να διαθέτει το σώμα του όπως θέλει! Με αυτή τη συνταγή η Δύση νομίζει ότι «δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν», όμως το κάνει με αντίτιμο τη λαθραία εισαγωγή των αρχών και της πρακτικής του «κράτους δικαίου» μέσα στον χώρο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Οι παράνομοι μετανάστες, οι οποίοι απελαύνονται, υφίστανται βέβαια τη μοίρα τους σύμφωνα με τις (μεταβλητές) διατάξεις του «κράτους δικαίου», όμως δεν την υφίστανται επειδή δεν είναι άνθρωποι, παρά επειδή δεν είναι Γάλλοι, Ελληνες, Γερμανοί κτλ. Στην κρίσιμη αυτή περίπτωση αποφασιστικό αποδεικνύεται το κριτήριο της εθνικότητας, όσα και αν ισχυρίζεται η ρητορική της Δύσης περί «αξιοπρέπειας του ανθρώπου» κ.τ.τ. Το «κράτος δικαίου» εμφανίζεται εδώ καταχρηστικά ως φύλακας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και συμπεριφέρεται εξίσου ανακόλουθα όσο και ένας οπαδός του ηθικού οικουμενισμού, ο οποίος, όταν βρίσκεται σε μια ξένη χώρα και αντιμετωπίζει δυσκολίες, προκειμένου να διευκολυνθεί δεν τηλεφωνεί στην… ανθρωπότητα, αλλά στην πρεσβεία της χώρας εκείνης που έχει εκδώσει το διαβατήριό του.
Επιλεκτική επίκληση και χρήση
Η εννοιολογική σύγχυση συχνότατα βολεύει εξαιρετικά τα άτομα και τα κράτη, επειδή συγκαλύπτει κραυγαλέες αντιφάσεις ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη. Ωστόσο η δική μας πρόθεση εδώ δεν είναι να εξαναγκάσουμε κατά κάποιο τρόπο τα δρώντα υποκείμενα να υιοθετήσουν ηθικά «ορθολογική» συμπεριφορά, αποσαφηνίζοντας τις έννοιες και ξεσκεπάζοντας ασυνέπειες και υποκρισίες. Τέτοιες δουλειές μπορεί να τις αφήσει κανείς στους πολλούς υψηλόφρονες φιλοσόφους, οι οποίοι περιμένουν την ώρα της πανηγυρικής τους εμφάνισης. Η εννοιολογική σύγχυση και η αμφιλογία θα επικρατούν στην παγκόσμια σκηνή όσο επικρατούν και τα συμφέροντα που κρύβονται πίσω τους. Και η πολιτική εκμετάλλευση των «ανθρώπινων δικαιωμάτων» θα καταφαίνεται πρώτα πρώτα στην επιλεκτική τους επίκληση και χρήση με βάση εξωηθικά κριτήρια.
Ηδη την εποχή του Ψυχρού Πολέμου η προγραμματική επιστράτευση των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» εναντίον του «ολοκληρωτισμού» δεν εμπόδισε τις στενές συμμαχίες του δυτικού στρατοπέδου με ωμές δικτατορίες. Η πολύ διαφορετική συμπεριφορά των Ηνωμένων Πολιτειών, π.χ., έναντι της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν, μολονότι και οι δύο αυτές χώρες αντιμετωπίζουν κατά τον ίδιο τρόπο τα «ανθρώπινα δικαιώματα», μαρτυρεί ότι η Δύση δεν εννοεί να ξεκόψει από τις παραδόσεις της στο σημείο αυτό. Βεβαίως, τα διδακτικά παραδείγματα είναι πολυάριθμα. Ας περιοριστούμε λοιπόν σε μια γενική παρατήρηση. Η πολιτική εκμετάλλευση των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», δηλαδή η χρήση τους ως μέσου πίεσης και επέμβασης, είναι αναπόδραστη ήδη λόγω του γεγονότος ότι τα τέτοια «δικαιώματα» μπορούν να επιβληθούν μονάχα από τους ισχυρότερους πάνω στους ασθενέστερους, το αντίστροφο όμως είναι αδύνατο να γίνει, ούτε είναι δυνατό στην περίπτωση αυτή να υπάρξουν οποιεσδήποτε θεσμικές ρυθμίσεις.
Επαναλαμβάνουμε: εδώ δεν καυτηριάζουμε ηθικά παραπτώματα, αλλά περιγράφουμε μια κατάσταση μέσα στην οποία τα ηθικά παραπτώματα είναι αναπόδραστα. Αναπόσπαστο στοιχείο της περιγραφής αυτής είναι βέβαια και η επισήμανση της αντίφασης ανάμεσα στην εξιδανικευμένη εικόνα των δρώντων υποκειμένων για τον εαυτό τους και στην πραγματική τους ιδιοσυστασία και πρακτική. Πριν από λίγα χρόνια ακόμη παρόμοιες επισημάνσεις προέρχονταν συχνά από τα αναλυτικά εργαστήρια της μαρξιστικής «Αριστεράς», στο μεταξύ όμως η πηγή αυτή έχει στερέψει. Μετά την κατάρρευση της ουτοπίας της Ανατολής η εξημερωμένη πλέον δυτική «Αριστερά» έχει εγκολπωθεί την ουτοπία της Δύσης, δηλαδή την ουτοπία μιας παγκόσμιας κοινωνίας που τείνει προς την αρμονία πάνω στη βάση των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Ψευδαισθήσεις «αριστερών»
Διάφοροι «αριστεροί», και μάλιστα πρώην κομμουνιστές ή φιλοκομμουνιστές, επιστρατεύουν σήμερα ποικίλες εκλογικευτικές ακροβασίες προκειμένου να προσαρμόσουν την «προοδευτική» τους συνείδηση στην πραγματικότητα όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την αμερικανική νίκη στον Ψυχρό Πόλεμο. Η παθιασμένη ομολογία πίστεως στα «ανθρώπινα δικαιώματα» τους προσφέρει τη δυνατότητα να στήσουν γέφυρες συμβιβασμού ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν χωρίς να εξευτελισθούν φανερά, γιατί αυτήν την ομολογία πίστεως στην ιδεολογία του πρώην εχθρού την καλύπτουν πίσω από την δήθεν εμμονή στο αρχικό «ανθρωπιστικό ιδεώδες» της «δυτικής Αριστεράς». Ετσι, η ίδια εκείνη «Αριστερά», η οποία χθες ακόμη έπαιζε τον ρόλο του «χρήσιμου ηλίθιου» (Λένιν) στις διάφορες εκστρατείες ειρήνης του Κρεμλίνου και δεν υπέφερε την έκφραση «ανθρώπινα δικαιώματα», όταν αυτή έβγαινε από τα χείλη του Ρίγκαν και της Θάτσερ ­ η ίδια εκείνη «Αριστερά» αποτελεί σήμερα τον «χρήσιμο ηλίθιο» των πολυεθνικών εταιρειών και του οικουμενιστικού αμερικανισμού. Κίνητρά της είναι η πολιτική αφέλεια και τα χειροπιαστά κοινωνικά οφέλη, αν και σε πολύ διαφορετικές δόσεις και μείξεις εκάστοτε.
Βέβαια, πολλοί «αριστεροί» τρέφουν ακόμη την ψευδαίσθηση ότι εκπροσωπούν την αντίθεση προς το «σύστημα», μόνο και μόνο επειδή ενίοτε επικαλούνται την ιδεολογία του συστήματος ενάντια στην πραγματικότητά του. Ετσι πορίζονται τον άσπιλο μανδύα, τον οποίο κατόπιν φορούν επιδεικτικά. Η ιδεολογία όμως του συστήματος, δηλαδή η συνείδησή του, αποτελεί εξίσου μέρος του όσο αποτελεί και η πρακτική του, δηλαδή η κοιλιά του. Και υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι εδώ η κοιλιά κοιμάται λιγότερο από τη συνείδηση και την κατευθύνει.
Τα «ανθρώπινα δικαιώματα» είναι πολιτικό εργαλείο μέσα σε μια πλανητική κατάσταση, η πυκνότητα της οποίας καθιστά βέβαια απαραίτητη τη χρήση οικουμενιστικών ιδεολογημάτων, μέσα στην οποία όμως η δεσμευτική ερμηνεία των ιδεολογημάτων αυτών συνεχίζει να εναπόκειται στις διαθέσεις και στα συμφέροντα των ισχυρότερων εθνών.

Τα «ανθρώπινα δικαιώματα» υπόκεινται στην επαμφοτερίζουσα λογική αυτής της κατάστασης και αντικατοπτρίζουν τις αντιφάσεις και τις εντάσεις που σημαδεύουν κατά τρόπο δραματικό την παγκόσμια κοινωνία. Γι’ αυτό ο αγώνας για την ερμηνεία τους αναγκαστικά θα μετατραπεί σ\’ έναν αγώνα μεταξύ ανθρώπων γύρω από ό,τι θεωρεί εκάστοτε ο καθένας τους δικό του αναφαίρετο δικαίωμα. Αυτός ο αγώνας περί ερμηνείας έχει αρχίσει από καιρό ανάμεσα σε «Βορρά» και «Νότο» ή «Δύση» και «Ανατολή» και οξύνεται στον βαθμό όπου τα δισεκατομμύρια του «Νότου» ή της «Ανατολής» ερμηνεύουν όχι τυπικά, παρά υλικά τα «ανθρώπινα δικαιώματα», απαιτώντας μια ουσιαστική ανακατανομή του παγκόσμιου πλούτου χωρίς να τους ενδιαφέρει η ηθική των χορτασμένων. Οπως η εσωτερική λογική του «ελεύθερου εμπορίου», έτσι και η εσωτερική λογική των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» θα στραφεί σύντομα εναντίον της Δύσης, και τότε αυτή θα εγκαταλείψει τις σημερινές ιδεολογικές της θέσεις. Είναι βέβαια πολύ αμφίβολο αν κι έτσι ακόμη θα μπορέσει να κερδίσει τους τρομακτικούς αγώνες κατανομής, οι οποίοι θα συγκλονίσουν τον 21ο αιώνα.

Δημοσιεύτηκε από τον χρήστη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου