Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

L’État c’est lui? του Μανουέλ Λοφ μετάφραση από τα πορτογαλικά: Αθηνά Σίμογλου( αναδημοσίσευση απο τα ΕΝΘΕΜΑΤΑ της Αυγής)

L’État c’est lui?

του Μανουέλ Λοφ
μετάφραση από τα πορτογαλικά: Αθηνά Σίμογλου
Εριστικός. Εξοργισμένος. Ο πορτογάλος πρόεδρος Καβάκο Σίλβα συμπεριφέρθηκε σαν δευτεροκλασάτος αρχηγός κόμματος που, χωρίς το Σύνταγμα να του το επιτρέπει, θέλει να δημιουργήσει ένα προηγούμενο, επικίνδυνο για κάθε δημοκρατία: να φράξει τον δρόμο προς την εξουσία για την πλειοψηφία των νόμιμων αντιπροσώπων της λαϊκής βούλησης.
«Ο μαθητευόμενος αστυνόμος και η αδελφή του». Έργο της Πορτογαλίδας ζωγράφου Πάουλα Ρέγκο
«Ο μαθητευόμενος αστυνόμος και η αδελφή του». Έργο της
Πορτογαλίδας ζωγράφου Πάουλα Ρέγκο
Όχι, δεν υπάρχει καμία ομοιότητα με το (περιστατικό) των Σαμπάιο και Σαντάνα του 2004: τότε ο Σαμπάιο ανέθεσε την εξουσία στην κυβέρνηση πλειοψηφίας του Σαντάνα Λόπες εν μέσω της κοινοβουλευτικής περιόδου, χωρίς να προκηρύξει εκλογές και τον ανακάλεσε μόνο όταν έκρινε, όπως ορίζει το Σύνταγμα, ότι αυτό ήταν «αναγκαίο για να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών» (άρθρο 195). Σήμερα, η συγκεκαλυμμένη απειλή του Καβάκο ότι δεν θα αναθέσει  την εξουσία σε μια κυβέρνηση που θα «εξαρτάται από τη στήριξη πολιτικών δυνάμεων» με «αντιευρωπαϊκή» προοπτική δεν έχει προηγούμενο στην δημοκρατική μας ιστορία. βρίσκεται πιο κοντά σε προηγούμενα όπως εκείνο των στρατιωτικών της Χιλής, που επεδίωξαν να εμποδίσουν τον Σαλβαδόρ Αλιέντε να αναλάβει την εξουσία μετά την εκλογή του το 1970 με τη στήριξη των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών. Τρία χρόνια αργότερα συνέβη αυτό που όλοι γνωρίζουμε…
Κι όμως, μιλάμε μόνο για την προετοιμασία μιας κυβέρνησης του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PS)! Δεν έχω ακόμα ακούσει ούτε καν να προβλέπει κανείς το ενδεχόμενο της άμεσης συμμετοχής σε αυτήν υπουργών του Αριστερού Μπλοκ (BE) ή του Κομμουνιστικού Κόμματος (PCP), και (ήδη) προσπαθούν να διαμορφώσουν κλίμα περί της επείγουσας αναγκαιότητας ενός αμερικανικού αεροπλανοφόρου στον Τάγο… Το ότι η Δεξιά, οι διάφοροι Βάσκο Πουλίντο Βαλέντε και Αντόνιο Μπαρέτο αυτού του κόσμου, οι σχολιαστές (μέχρι κι ο Ρέλβας [1] τοποθετήθηκε!) παραβλέπουν εξίσου την Ιστορία και το Συνταγματικό Δίκαιο μαινόμενοι πως «έρχονται οι Ρώσοι!» αποκαλύπτει γενικότερα πώς αυτοί οι άνθρωποι αυτονομήθηκαν από την κοινωνία στην οποία ζουν και βλέπουν παραισθήσεις με ιστορίες από κόμικς του Σούπερμαν της εποχής του Ψυχρού Πολέμου. Η στρατηγική του φόβου καταλήγει να περιγράφει στρεβλά την πραγματικότητα, για να τη χειραγωγήσει.
Ο ίδιος ο Καβάκο, που ξόδεψε τα δέκα χρόνια της διακυβέρνησής του (1985-95) επιτιθέμενος στον θεμελιώδη νόμο του πολιτεύματός μας, τον οποίο θεωρούσε μολυσμένο από τον «κολεκτιβισμό της 11ης Μαρτίου»[2] και από μια «χωρίς διάκριση  κρατικοποίηση της οικονομίας» (κείμενά του του 1988 και 1990) τολμά να λέει πως «αυτή είναι η χειρότερη στιγμή για να μεταβάλουμε ριζικά τα θεμέλια του πολιτεύματός μας». Κι όμως, αυτό μόνο έκανε ο ίδιος εκείνα τα δέκα χρόνια… Αλλά για ποια θεμέλια μιλάμε; Σ’ αυτή τη θορυβώδη βερσιόν του l’État c’est moi του Καβάκο, ο άνθρωπος αυτός διεκδικεί το δικαίωμα να ορίζει ποια είναι τα θεμέλια ενός πολιτεύματος που ο ίδιος φαντάζεται πως του ανήκει: «συμμετοχή στο NATO», «πλήρης προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη», «διατλαντικές σχέσεις» και Ένωση Πορτογαλόφωνων Χωρών (CPLP). Το ότι θα μας πουλούσε τη φαντασιακή του συναίνεση περί λιτότητας την οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, το PS δεν μπορεί να αποποιηθεί, δεν προκαλεί καμία έκπληξη. Το να επικαλείται την Ένωση Πορτογαλόφωνων Χωρών ο καθένας θα το περίμενε. Αλλά το NATO ως θεμέλιο της δημοκρατίας μας; Δεν υπάρχει πουθενά στο Σύνταγμα! Ο καταστατικός χάρτης που σε κάθε  δημοκατία ορίζει τις θεμελιακές αξίες μιας κοινότητας και τους στόχους που αυτή επιθυμεί να επιδιώξει δεν αποτέλεσε ποτέ, είναι η αλήθεια, τμήμα  του φαντασιακού του Καβάκο — ούτε κουβέντα για τον Πάσος, αυτόν τον ρέκορντμαν αντισυνταγματικότητας, από μια για κάθε προϋπολογισμό και έναν σημαντικό αριθμό νόμων!
Μόνο στις δικτατορίες οι επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας οικειοποιούνταν συντακτικές εξουσίες, συγχέοντας την προσωπική με τη λαϊκή βούληση. Δεν υπηρετεί στο Μπελέμ [3] κανένας φιλελεύθερος για να του διδάξει αυτό το βασικό μάθημα; Όσο κι αν ο Καβάκο τείνει να επιστρέψει στις παλιές απολυταρχικές του συνήθειες, δεν έχουμε φτάσει ακόμη σ’ αυτό το σημείο! Από εκείνη την παλιά πτώση της πορτογαλικής Δεξιάς, από τον Σιντόνιο Πάις (1917-18)[4] ως τον προεδρισμό προέκυψε τώρα αυτό: την πρώτη φορά που το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS) αποφάσισε να σπάσει την καραντίνα και να συνομιλήσει με την αριστερά του, ο Πρόεδρος τοποθετείται απέναντι στο Κοινοβούλιο σαν εμπόδιο –που θεωρεί εαυτό– ανυπέρβλητο. Αναζητώ στην πορτογαλική ιστορία της δημοκρατίας κάποιο σοβαρότερο προηγούμενο: δεν το βρίσκω.
Είναι λοιπόν πολύ περίεργο το ότι αυτός που από τα δεξιά χαράσσει κατά τις προτιμήσεις του τα όρια εντός των οποίων είναι επιτρεπτό να κυβερνά και να αποφασίζει κανείς, είναι ο ίδιος που από το 1976 εκφράστηκε πάντα κατά του Συντάγματος και δεν έχει κουραστεί να αξιώνει την αναθεώρησή του. Ο κατάλογος των παραδόξων δεν έχει τέλος: το ότι το Δημοκρατικό και Κοινωνικό Κέντρο (CDS) έχει ψηφίσει αντίθετα με το Σύνταγμα δεν το εμπόδισε να αποτελέσει τμήμα των κυβερνήσεων της Πορτογαλίας τα 12 από τα 39 χρόνια της ύπαρξής του. Ωστόσο, το ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα (PCP) ή το Αριστερό Μπλοκ (BE) εκφράστηκαν, για παράδειγμα, εναντίον της συμμετοχής της Πορτογαλίας στο NATO (την οποία το Σύνταγμα δεν επιτάσσει· αντίθετα, ορίζει ότι «Η Πορτογαλία υποστηρίζει (…) τον γενικό, ταυτόχρονο και ελεγχόμενο αφοπλισμό [και] τη διάλυση των πολιτικο-στρατιωτικών συμπλεγμάτων») μοιάζει να θέτει το ένα εκατομμύριο των ψηφοφόρων τους σε ένα πολιτικό γκέτο, σ’ έναν υγειονομικό κλοιό! Το ότι η κυβέρνηση των δύο δεξιών κομμάτων (PSD-CDS) έχει οργανώσει στην πορτογαλική επικράτεια μια σύνοδο κορυφής όπου συναντήθηκαν τρεις ηγέτες (ο Μπους, ο Μπλερ και ο Αθνάρ), λίγο πριν εξαπολύσουν έναν πόλεμο που απαξίωσε όλο το διεθνές δίκαιο, δεν εγείρει  απολύτως κανέναν προβληματισμό αναφορικά με την νομιμότητά της όσον αφορά τη διακυβέρνηση της χώρας;
Ο Καβάκο κλείνει δέκα χρόνια στην προεδρία (και ελπίζουμε και στην πολιτική του καριέρα) με μια παράθεση περιπτωσιολογικών επιχειρημάτων από τα οποία δεν βγαίνει καμία θεσμική λογική: πρόκειται μόνο για καθαρό καβακισμό όπως το έχουν ονομάσει. Παλιότερα, για να είναι αποτελεσματικές οι κυβερνήσεις έπρεπε να διασφαλίζουν την πλειοψηφία. Τώρα, οι σχετικές πλειοψηφίες είναι απολύτως επαρκείς, η αντιπολίτευση πρέπει να είναι πολιτισμένη και να αποδέχεται στο πλαίσιο του fair play μια παράδοση που εκείνος ανάγει σε αξία ανώτερη από αυτή του συνταγματικού κανόνα. Παλιότερα ήταν σημαντική η συντόμευση των προθεσμιών που προβλέπει το Σύνταγμα (ας θυμηθούμε όλη τη σπουδή με την οποία ο Καβάκο ανέθεσε καθήκοντα στην κυβέρνηση Πάσος το 2011). Σήμερα, με τις Βρυξέλλες να θέτουν ερωτήσεις για τον προϋπολογισμό, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα όταν χάνονται μήνες σε μια διαδικασία κατά την οποία ο Καβάκο ορίζει μια κυβέρνηση που γνωρίζει ήδη ότι θα καταψηφιστεί στη Βουλή, για να μας ρίξει  στην αβεβαιότητα αμέσως μετά. Ο άνθρωπος που ανέτρεψε την κυβέρνηση συνασπισμού με τον Μάριο Σοάρες μόλις η Πορτογαλία υπέγραψε την είσοδό της στην ΕΟΚ, στο απόγειο μιας οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, σήμερα «γίνεται δέκτης μιας ρήξης της εμπιστοσύνης των διεθνών θεσμών».
Είναι αποκαλυπτικό ότι όλοι ερμήνευσαν τον εσωτερικό διάλογο του Καβάκο ως μια πρόσκληση των σοσιαλιστών σε ανυπακοή. Είδατε; Ο Καβάκο, ο άνθρωπος που στηριζόταν στην πειθαρχία των σοσιαλιστών για τη στήριξη της δεξιάς κυβέρνησης και νομοθεσίας είναι σήμερα πρωταθλητής στο πολιτικάντικο παιχνίδι εκείνων που θέλουν να δουν κάποιον σοσιαλιστή βουλευτή να παραβιάζει την πλειοψηφική απόφαση του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PS) για την καταψήφιση μιας νέας κυβέρνηση Πάσος. Δεν θ’ αργήσουμε πολύ να εισαγάγουμε την μπερλουσκονική παράδοση της αγοραπωλησίας ψήφων στο Κοινοβούλιο… Και δεν ήταν άραγε το δεξιό PSD που ανάγκασε τους υποψηφίους του κόμματός του να υπογράψουν δήλωση ότι θα παραιτούνταν της κοινοβουλευτικής τους έδρας σε περίπτωση που ψήφιζαν αντίθετα προς την κατεύθυνση του κόμματος σε θεμελιώδη ζητήματα;
Για ποιον, τέλος, ανησυχεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όταν καλείται να αποφασίσει για τη νέα κυβέρνηση των Πορτογάλων; Ποιον θεωρεί δικαιούχο του νόμιμου ενδιαφέροντος για τη διαχείριση των υποθέσεων της πορτογαλικής πόλεως; «Οι οικονομικοί θεσμοί, οι επενδυτές και οι αγορές», έναντι των οποίων θέλει να «εμποδίσει να μεταδοθούν τα λάθος μηνύματα». Αυτή είναι η δική του κοινότητα πολιτών. Δεν είναι οι κοινοί Πορτογάλοι, οι μακροχρόνια άνεργοι, οι νέοι που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα, οι εκατομμύρια πληγέντες, κλαπέντες και κακοποιημένοι, εκείνοι που, σύμφωνα με τον κοινωνικό επιστήμονα António Barreto «έπειτα από τέσσερα χρόνια λιτότητας είναι μόλις λίγο πιο φτωχοι και πιο σκληραγωγημένοι» (RTP3, 22.10.2015). Αυτοί ήταν που εξέλεξαν τους εκπροσώπους τους. Και σε αυτούς τους τελευταίους εναπόκειται τώρα να συναινέσουν στον σχηματισμό μιας κυβέρνησης. Όχι στον Πρόεδρο που εξελέγη με τις λιγότερες ψήφους σε ολόκληρη την ιστορία της δημοκρατίας μας.
Πιστεύω πως δεν έσφαλα κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων όταν ερμήνευσα την επιδρομή της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού ως μια διαδικασία μετάβασης προς ένα νέο καθεστώς που διαρρηγνύει ριζικά τη σχέση του με ένα παρελθόν στο οποίο η δημοκρατία δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη, ακόμη κι αν, εντέλει, δεν ήταν παρά ένας καπιταλισμός ελάχιστα περιορισμένος από την ικανότητα δημοκρατικού ελέγχου της οικονομικής πολιτικής. Ο Καβάκο, η Δεξιά, πάρα πολλοί άνθρωποι ζουν κιόλας μ’ αυτό το νέο καθεστώς λιτότητας που έχει τον καπιταλισμό-καζίνο ως επικεφαλής του. Γι’ αυτό θέλει τώρα να κατηγορήσει για επαναστατικές προθέσεις εκείνους που, με όλη τη δημοκρατική νομιμότητα επιχειρούν να ξαναβρούν τον δρόμο της δημοκρατίας. Καθαρή αντιστροφή της ιστορικής ανάγνωσης: η δεξιά είναι εκείνη που θέλει να αλλάξει το δημοκρατικό πολίτευμα, εκείνη που διέρρηξε το κοινωνικό συμβόλαιο, που δεν αποδέχτηκε ποτέ τον θεμελιώδη νόμο. Αυτό ναι: θα ήταν μια μεταβολή του πολιτεύματος.
Ο Manuel Loff είναι ιστορικός (Πανεπιστήμιο του Πόρτο και  Ινστιτούτο Σύγχρονης Ιστορίας, Λισσαβώνα). Μελετάει τον 20ό αιώνα, με έμφαση στην ιστορία του φασισμού και της κοινωνικής μνήμης. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Publico», 24.10.2015.
[1] Βάσκο Πουλίντο Βαλέντε: ιστορικός και αρθρογράφος· Αντόνιο Μπαρέτο: κοινωνικός επιστήμονας και αρθρογράφος·  Μιγκέλ Ρέλβας: πολιτικός, στέλεχος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος· το όνομά του έχει εμπλακεί σε μια σειρά σκάνδαλα (Σ.τ.Μ.).
[2] Πρόκειται για την εκτεταμένη κρατικοποίηση φορέων που πραγματοποιήθηκε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 11ης Μαρτίου 1975, του οποίου ηγήθηκε ο António de Spínola, στρατιωτικός και πρώτος Πρόεδρος της Χώρας μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας (Σ.τ.Μ.).
[3] Υπονοείται το Προεδρικό Μέγαρο που εδρεύει στην ομώνυμη περιοχή της Λισαβόνας (Σ.τ.Μ.).
[4] Πορτογάλος στρατιωτικός και πολιτικός του Εθνικού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, που θήτευσε σε πολυάριθμα αξιώματα, μεταξύ των οποίων εκείνα του Προέδρου της Επαναστατικής Επιτροπής του 1917 και του Προέδρου της Δημοκρατίας (Σ.τ.Μ.).

Share this:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...