Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

το συλλογικό τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής και οι δύο μορφές του, ΠΤΜΚ και ΠΠΜΚ Λίμπυ Ελευθερία Τατά Αρσέλ/ αναδημοσίευση απο τον ΧΡΟΝΟ

το συλλογικό τραύμα


Λίμπυ Ελευθερία Τατά Αρσέλ

Στην πολωμένη δημόσια συζήτηση για τη «γενοκτονία» των Ποντίων, ενώ οι επικριτές της ποντιακής στρατηγικής ανέπτυξαν μια πολύ δημιουργική δημόσια συζήτηση με τη βοήθεια ειδικών, οι οπαδοί της δοξασίας της γενοκτονίας δεν θεώρησαν αναγκαίο να υπερασπίσουν την θέση τους, παρά μόνο να διαμαρτυρηθούν και να κατακλύσουν το facebook με φωτογραφίες νεκρών Ποντίων. Οι προσεκτικοί παρατηρητές θα είδαν ότι πολλοί μικρασιατικοί σύλλογοι κράτησαν σιγήν ιχθύος. Μόνο οι Πόντιοι έδειξαν τις χορευτικές τους ικανότητες στην πλατεία Συντάγματος. Το παρακάτω κείμενο, που αποτελεί μια σκιαγράφηση της ανάλυσής μου για το διαγενεαλογικό τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής στο βιβλίο μου Με το διωγμό στην ψυχή, ίσως ρίξει λίγο φως στο θολό τοπίο των αντιπαραθέσεων.(1)
Οι συλλογικές τραυματικές εμπειρίες, όπως η Μικρασιατική Καταστροφή, που πλήττουν ένα ολόκληρο έθνος δεν είναι σπάνια φαινόμενα. Ας σκεφτούμε μόνο τι συνέβη κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα στην ήπειρό μας με τους δύο πανευρωπαϊκούς πολέμους για να δούμε ότι εκατομμύρια άνθρωποι, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε όλη την οικουμένη, έζησαν βίαια γεγονότα που απείλησαν το σώμα και την ψυχή τους.
Το ψυχολογικό τραύμα στην πρώτη γενιά, με προσωρινή ή μακρόχρονη ρήξη της ταυτότητας, με χαοτικά συναισθήματα που κατακλύζουν το εγώ, με μειωμένη ασφάλεια και αυτοπεποίθηση, με προσωρινά ή χρόνια υπερευαίσθητο νευρικό σύστημα, με ψυχοσωματικά συμπτώματα, είναι μια υπαρξιακή πραγματικότητα στη ζωή του ανθρώπου, αλλά και για τους πολιτισμούς και τα έθνη. Κατέχει την ίδια σημαντική θέση στην ανθρώπινη συνείδηση όπως η γέννηση, ο θάνατος, το ζευγάρωμα και τα γηρατειά. Όλοι στην πρώτη γενιά βιώνουν το τραύμα και οι επόμενες γενιές «κληρονομούν» το τραύμα σε μετασχηματισμένες μορφές. Η τραυματική εμπειρία των προγόνων σημαδεύει με τον δικό της τρόπο τη συνοχή της ταυτότητας των απογόνων, τα κίνητρά τους για δράση, την κοινωνική τους ζωή, τον ψυχισμό τους γενικά.
Οι τραυματισμένοι της πρώτης και δεύτερης γενιάς μπορούν να επηρεαστούν τόσο θετικά όσο και αρνητικά από τη συλλογική διεργασία σε επίπεδο ομάδας/έθνους. Υπάρχουν κουλτούρες που παρέχουν διαδικασίες –π.χ. τελετές για τους νεκρούς πολέμου, επετείους, διαδικασίες αποδοχής και ένταξης, ευκαιρίες για αφήγηση της ιστορίας του τραυματισμένου, ψυχοθεραπεία– οι οποίες αυξάνουν την ανθεκτικότητα του ατόμου. Από την άλλη, υπάρχουν κουλτούρες που καταστρέφουν την ανθεκτικότητα που κατέχουν αρχικά οι τραυματισμένοι, με το να τους «καταδικάζουν» στη σιωπή ή και στον εξοστρακισμό. Σαφές παράδειγμα έχουμε με τις Γερμανίδες που βιάστηκαν από τα ρωσικά στρατεύματα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίες δεν είχαν την ευκαιρία να αφηγηθούν την ιστορία τους στην κοινωνία που ζούσαν. Υπέφεραν σιωπηλά, ώσπου η παγκόσμια κατακραυγή ενάντια στους βιασμούς των βόσνιων γυναικών από σέρβους στρατιώτες και παραστρατιωτικές οργανώσεις, στις αρχές του 1990, τους έδωσε για πρώτη φορά την ευκαιρία να αποκαλύψουν και το δικό τους τραύμα σχεδόν πενήντα χρόνια μετά.
Το τραύμα στο επίπεδο του έθνους αποτελείται από άπειρες μικρές προσωπικές και οικογενειακές καταστροφές, ακριβώς όπως και η συλλογική μνήμη συντίθεται από μνήμες αναρίθμητων μεμονωμένων προσώπων, συνυφασμένες όμως σε ένα ή περισσότερα ιδεολογικά πλαίσια που καταλήγουν σε «κυρίαρχες αφηγήσεις». Οι «κυρίαρχες αφηγήσεις» (master narratives)προσπαθούν να εξηγήσουν τα πλήγματα με το να καταγράψουν το γεγονός, να προσδιορίσουν το θύμα, τον θύτη και τη σχέση του θύματος με την ευρύτερη κοινωνία. Κυρίαρχες είναι οι αφηγήσεις που έχουν γίνει αποδεκτές από μια κοινότητα, και για τις οποίες πρέπει κανείς να πάρει θέση. Δηλαδή, ή να τις δεχτεί ή να εξηγήσει το λόγο που δεν τις δέχεται.

Έλλειψη ανάλυσης του τραύματος στην ελληνική βιβλιογραφία
Η ελληνική ιστοριογραφία για τη Μικρασιατική Καταστροφή επικεντρώνει στην πολυπλοκότητα των επιπτώσεων, δεν αναλύει όμως με ποιον τρόπο το συλλογικό ψυχολογικό τραύμα επεμβαίνει και επηρεάζει ιστορικές και πολιτικές διαδικασίες. Μολονότι ο όρος «ψυχικό τραύμα» αρχικά προέρχεται από την Ψυχολογία και είναι συνδεμένος με το άτομο, είναι χρήσιμη μεταφορά και για μια ομάδα – τόσο για το παρελθόν, όσο και για το μέλλον της.
Οι συλλογικές τραυματικές εμπειρίες μετά από πόλεμο επηρεάζουν μεγάλες κοινωνικές ομάδες. Τα συμβάντα δημιουργούν στις ομάδες ένδεια, κλονισμό της ταυτότητας, υψηλά επίπεδα άγχους και ανασφάλειας, φόβο για αφανισμό, συλλογικό στρες, θλίψη, θυμό και επιθετικότητα, θέληση για εκδίκηση, καχυποψία και έλλειψη εμπιστοσύνης στον συνάνθρωπο, ντροπή, συναισθήματα ταπείνωσης και εγκατάλειψης, ενοχές. Τα συμβάντα διαπράττονται από ξένους προς την ομάδα (ή αυτών που έχουν οριστεί σαν ξένο σώμα σε μια εμφύλια σύρραξη), σκόπιμα και με καταστροφική πρόθεση. Η ιστορία των συλλογικών βιωμάτων γίνεται φορέας ταυτότητας και υπερευαισθησίας για τα άτομα, για την οικογένεια και για το έθνος, επί πολλά χρόνια. Τα συλλογικά αρνητικά βιώματα δημιουργούν σιγά σιγά μια συλλογική μνήμη που ξεπερνά την πρώτη γενιά και επηρεάζεται συχνά από συγκρουόμενες αντιλήψεις. Εθνικές σκοπιμότητες κυριαρχούν συχνά στη συλλογική μνήμη, με μυθοποίηση και συγκάλυψη της αλήθειας. Σε πολλές οικογένειες, όταν τα θύματα της πρώτης γενιάς είναι μακρόχρονα ψυχολογικά τραυματισμένα, το τραύμα μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Σε μερικές οικογένειες, τα βιώματα της πρώτης γενιάς μεταβιβάζονται στην επόμενη γενιά μέσω αφηγήσεων και της ψυχολογικής ταύτισης μεταξύ του θύματος και του απογόνου. Σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για άμεση μετάδοση τραυματικών εμπειριών. 
Σε άλλες οικογένειες, οι επόμενες γενιές αποκτούν προβλήματα όχι γιατί ο γονιός μεταδίδει τρομακτικές ιστορίες και ακατέργαστα συναισθήματα στο παιδί, αλλά γιατί έχει χάσει την ικανότητά του να παρέχει επαρκή στοργή, οπότε του δημιουργείται τραύμα λόγω «συναισθηματικής παραμέλησης». Σε αυτή την περίπτωση η μετάδοση είναι έμμεση. Οι τραυματισμένες ομάδες δημιουργούν έναν δημόσιο χώρο για αφηγήσεις και επεξεργασία του τραύματος, υπό μορφή συλλόγων, επετείων, τελετών, ιερών τόπων (π.χ. Παναγία Σουμελά, Αγιά Σοφιά κ.ά.). Όλες οι έρευνες δείχνουν ότι η επεξεργασία του συλλογικού τραύματος επιτυγχάνεται σε βάθος χρόνου, έπειτα από μερικές γενιές. Το συλλογικό τραύμα μπορεί να αναβιώσει σε καιρούς κοινωνικών και πολεμικών συγκρούσεων, όπως και σε περιόδους κρίσης. Το είδος της συλλογικής διεργασίας που χρησιμοποιεί μια κοινωνία έχει απόηχο στην ατομική διεργασία. Υπάρχουν κοινωνίες που συνειδητά καλλιεργούν και διατηρούν το τραύμα, το μίσος και τη θέληση για εκδίκηση. Στην πραγματικότητα δεν αφήνουν το τραύμα να διεργαστεί και να ξεχαστεί, και στιγματίζουν αυτούς που θέλουν να ξεχάσουν και να προχωρήσουν. 

Συλλογικό τραύμα και κοινωνική διεργασία 
Τα τελευταία εκατό χρόνια η Δυτική Ψυχολογία, η Ψυχιατρική, η Κοινωνιολογία, η Ανθρωπολογία και η Ιστορία ασχολούνται όλο και περισσότερο με τις επιπτώσεις των συλλογικών τραυματικών βιωμάτων ύστερα από πολεμικές συγκρούσεις κρατών ήαντίπαλων εθνικών ομάδων μέσα στο ίδιο κράτος. Επικρατεί η θεωρία, βασισμένη στην παγκόσμια ιστορία, ότι τα συλλογικά τραύματα από εγκλήματα πολέμου, και ιδίως από πολέμους μεταξύ γειτονικών χωρών ή από δύο εθνικές ομάδες στο ίδιο κράτος, πρέπει να γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας και να βρουν μια ίαση/κάθαρση, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο, και να δημιουργηθούν προστατευτικές δομές που θα εμποδίσουν μελλοντικές συγκρούσεις. Ειδάλλως, η δυναμική των συλλογικών ανεπούλωτων ψυχολογικών τραυμάτων θα γεννά συγκρούσεις μεταξύ των χωρών σε επόμενες γενιές, σε έναν ατέρμονο φαύλο κύκλο εκδίκησης και αντεκδίκησης.
Για παράδειγμα η άγρια, δολοφονική συμπεριφορά των εθνικών ομάδων στη Γιουγκοσλαβία την περίοδο 1991-1995 εξηγείται έως ένα βαθμό με τις εκατέρωθεν αγριότητες που διέπραξαν οι Κροάτες, οι Σέρβοι και οι μουσουλμάνοι, και ιδίως οι Κροάτες έναντι των Σέρβων στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αγριότητες που ο Τίτο, στο όνομα της «Αδελφότητας και Ενότητας», έστειλε στη χώρα της Λήθης. O δημόσιος διάλογος ήταν απαγορευμένος, και οι αμοιβαίες αγριότητες εξαφανίστηκαν από την επίσημη ιστορία. Κατά τη θητεία μου ως διευθύντρια ανθρωπιστικών προγραμμάτων στη διάρκεια του πολέμου και μετά (1991-2000), τόσο εγώ η ίδια όσο και οι συνεργάτες μου έχουμε μαρτυρίες από εκατοντάδες αμάχους ότι στον βοσνιακό πόλεμο ιδίως οι Σέρβοι, αλλά και οι Κροάτες και οι μουσουλμάνοι, βίαζαν και δολοφονούσαν στο όνομα των παππούδων τους, που είχαν σκοτωθεί στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.(2) 
Τα βίαια συναισθήματα πουυπέβοσκαν τααναζωπύρωσαν και τα εκμεταλλεύτηκαν οι αδίστακτοι εθνικιστές ηγέτες Μιλόσεβιτς, Κάραζιτς, Τούτζμαν και Ιζετμπέκοβιτς – με φωτογραφίες στις εφημερίδες από σφαγές που διεπράχθησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με εκπομπές στην τηλεόραση, με άρθρα και βιβλία, με σκοπό να ενεργοποιηθεί το μίσος και το πάθος στον πληθυσμό ώστε να δεχτεί τον πόλεμο ως λύση ενός πολιτικού προβλήματος. Σε αντιδιαστολή, η Τσεχία και η Σλοβακία χωρίστηκαν ειρηνικά, με πολιτική λύση, το 1991, και θεμελίωσαν δυο Δημοκρατίες.
Το τραύμα ως μόνη εξήγηση των εθνικών συγκρούσεων είναι φυσικά ανεπαρκές, αφού είναι προφανές ότι συνυπάρχουν πολλαπλοί παράγοντες που τις πυροδοτούν: οικονομικά, ιδεολογικά συμφέροντα, πολιτικές φιλοδοξίες αδίστακτων δικτατόρων, ανάμειξη ξένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που ρίχνουν λάδι στη φωτιά κ.ά. Το θέμα είναι ότι κανένας λαός δεν είναι έτοιμος να συναινέσει σε έναν πόλεμο –στην πραγματικότητα, να δεχτεί να ασκήσει βία ενάντια στον συνάνθρωπό του και να αποδεχτεί βία από εκείνον– αν δεν προετοιμαστεί από τους πολιτικούς του μέσω της προπαγάνδας. Η προπαγάνδα απευθύνεται ακριβώς στα συναισθήματα και στην ψυχολογία στο υποσυνείδητο του ανθρώπου, στα υποβόσκοντα και ακατέργαστα εκρηκτικά συναισθήματα που μετατρέπουν τον συνάνθρωπο σε απάνθρωπο εχθρό, σε κάποιον που δεν αξίζει να ζει, σε ένα άψυχο πράγμα (Dehumanization process). Αισθήματα που ενδεχομένως είχε διατηρήσει η κοινωνία για να μπορέσει να τα χρησιμοποιήσει στην κατάλληλη στιγμή.
Για παράδειγμα, η καλλιέργεια καχυποψίαςκαιπροκατάληψης προς τους Τούρκους, εμφυτευμένη καθώς είναι μέσω της ελληνικής σχολικής εκπαίδευσης και της συλλογικής μνήμης, ανιχνεύεται ως κατάλοιπο από την παιδική ηλικία στη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη γενιά των προσφυγογενών.

Το συλλογικό τραύμα ως κοινωνικός συνδετικός κρίκος 
Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι το συλλογικό τραύμα, μέσω των αφηγήσεων περασμένων τραυμάτων,αποτελεί ισχυρό συνδετικό κρίκο μεταξύ των παθόντων σε βάθος πολλών γενεών, και οι απόγονοι των Μικρασιατών, των Κωνσταντινουπολιτών, των Ποντίων, των ανατολικοθρακιωτών προσφύγων (φυσικά όχι όλων, αλλά ενός μεγάλου μέρους του οποίου η έκταση είναι άγνωστη μέχρι τώρα) αισθάνονται μέλη μιας αόρατης κοινωνικής ομάδας με κοινό προσφυγικό παρελθόν. 
Όταν συναντούν άλλους προσφυγογενείς είναι σαν να μοιράζονται ένα κοινό μυστικό, ενισχύοντας έτσι μεταξύ τους μια συγκεκριμένη μορφή νεοελληνικής ταυτότητας που βασίζεται στην κοινή ιστορία στη Μικρά Ασία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στα βάσανα και στις απώλειες των προγόνων τους κατά το Διωγμό και στην υπερηφάνεια, επειδή οι πρόγονοί τους, παρ’ όλες τις αντιξοότητες της προσφυγιάς, κατάφεραν κατά γενική ομολογία να ξεπεράσουν σημαντικά εμπόδια. Βασίζεται ακόμα στο αίσθημα αδικίας για όλες τις απώλειες υλικών και συμβολικών αγαθών, την ανεπάρκεια των ανταλλάξιμων, καθώς και για τον κοινωνικό αποκλεισμό των προγόνων τους στον καινούργιο τόπο.

Το Πολιτισμικό Τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής (ΠΤΜΚ)
Το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής σχετιζόταν τα πρώτα χρόνια με καθολικούς εθνικούς παράγοντες. Δεν υπήρχε τομέας στην Ελλάδα που να μην ασχολήθηκε με αυτό το θέμα επί μακρά σειρά ετών. Η πολιτική, η γραφειοκρατία, η εκπαίδευση, η πρόνοια, η παραγωγή, η αγροτική ζωή, οι μεταρρυθμίσεις, οι γηγενείς, τα μέσα ενημέρωσης, η Εκκλησία, η τέχνη, η ποίηση, όλη η κοινωνία σε συνεργασία με την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων εμπλεκόταν στην κατανόηση και στην επίλυση του προσφυγικού προβλήματος, καθώς και στην εξήγηση των αιτίων του. Οι πρόσφυγες και οι πολιτικές δυνάμεις που τους στήριζαν κατάφεραν, με την υποστήριξη του ελλαδικού κράτους, να εδραιώσουν στη δική τους συνείδηση και στη συνείδηση των γηγενών ότι είχαν, ως ομάδα, υποστεί μια τραυματική καταστροφή για την οποία έπρεπε να αποζημιωθούν οικονομικά και να επανορθωθούν συμβολικά.
Ωστόσο, μετά από ενενήντα ένα χρόνια –αρκετές δεκαετίες– θεωρώ ότι το εθνικό τραύμα μετασχηματίστηκε σε Πολιτισμικό Τραύμα Μικρασιατικής Καταστροφής και άλλαξε περιεχόμενο και φορέα. Η πρώτη γενιά έχει πια εκλείψει.Η πολιτισμική ομάδα-φορέας του τραύματος αποτελείται από ένα μέρος της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης γενιάς των απογόνων των Μικρασιατών, Ποντίων και ανατολικοθρακιωτώνπροσφύγων με κοινή ιστορία, από κύκλους της Εκκλησίας, από τους Κωνσταντινουπολίτες, τα ερευνητικά κέντρα όπως το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού στη Θεσσαλονίκη, από πολιτικές ομάδες, από εφημερίδες όπως η Ανατολή, από μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως το facebook, και τις διάφορες υποομάδες τους, π.χ. «Ρίζες» Σύνδεσμος Μικρασιατών Κωνσταντινουπολιτών, Ιωνική Λέσχη Ανάγνωσης, Μικρασία Αγάπη μας, ο ιστότοπος «Μικρασιάτης» (mikrasiatis.gr). Εθνικολαϊκιστικές ομάδες ή και κόμματα όπως η Χρυσή Αυγή καλλιεργούν το μίσος προς τους «αιώνιους εχθρούς μας».
Οι φορείς φροντίζουν για τη διατήρηση της συλλογικής μνήμης του τραυματικού διωγμού, της μικρασιατικής «κουλτούρας» στην Ελλάδα, τη διατήρηση της μνήμης για τον ελληνικό πολιτισμό στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μέσω ομάδων υποστήριξης, πολιτικής και καλλιτεχνικής δράσης, εορτών, βιβλίων, άρθρων, βίντεο, ταινιών, «προσκυνηματικών» ταξιδιών,αρχείων, επετείων, συνεδρίων,συλλόγων. Συνάμα συμβάλλουν έμμεσα στη διεργασία του πολιτισμικού τραύματος. Οι φορείς του τραύματος επαγρυπνούν για ζωτικά –για τους ίδιους– επίκαιρα σχετικά θέματα, σε συνεργασία ή σε αντίθεση με πολιτικές δυνάμεις, όπως π.χ. η επαναλειτουργία της Σχολής της Χάλκης, η διατήρηση των ελληνικών σχολείων στην Κωνσταντινούπολη, η διατήρηση των ψηφιδωτών της Αγίας Σοφίας, η επισκευή των εκκλησιών σε τουρκικές πόλεις. Ένα από αυτά τα θέματα είναι η αναγνώριση της «γενοκτονίας των Ποντίων», που ειδικά μεγάλο μέρος των απογόνων των Ποντίων αγωνίστηκε για να καταστεί επίσημη ελληνική πολιτική στο επίπεδο Κοινοβουλίου, πιθανότατα σε αντίθεση με την επίσημη κρατική εξωτερική πολιτική και σίγουρα αντίθετη με άλλες ιστορικές ερμηνείες. Το πολιτισμικό τραύμα με βάση την τραυματική μνήμη των απογόνων συνεχίζει να αναβιώνει και να ανακατασκευάζεται από τους απογόνους των μικρασιατών προσφύγων.

Ο διαλογικός χαρακτήρας του ΠΤΜΚ
Θα ήταν παράλειψη αν δεν τόνιζα ότι το ΠΤΜΚ δεν στρέφει το βλέμμα μόνο στο παρελθόν αλλά αντιπροσωπεύει και μια δημιουργική αναζήτηση ταυτότητας. Υπάρχει μεγάλη ταύτιση μεταξύ των υπαρξιακών αναζητήσεων του πρόσφυγα, του μετανάστη και του εξόριστου από τη χώρα του. Με αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε ότι οι μικρασιάτες πρόσφυγες ήταν θεμελιακά και μετανάστες. Εκπατρίστηκαν ακούσια και διέρχονταν ψυχολογικά παρόμοιες φάσεις ενσωμάτωσης και αφομοίωσης που διέρχονται και άλλες μεταναστευτικές ομάδες. Ωστόσο, για τους γνωστούς λόγους είχαν, ως μεταναστευτικές ομάδες, από τη μια πλευρά προνομιακή μεταχείριση (παρά το αίσθημα αδικίας που τους κατείχε και ακόμα κατέχει και τους απογόνους ) από μέρους του κράτους σε σύγκριση με άλλες ανάλογα φτωχές εντόπιες ομάδες, από την άλλη όμως εκτέθηκαν σε μια εξαιρετικά μεγάλη κοινωνική πίεση να ενσωματωθούν το γρηγορότερο και να αναπτύξουν μια αδιαμφισβήτητη εθνική ελληνική συνείδηση. Να ξεχάσουν αυτό που ήταν και να γίνουν «πραγματικοί Έλληνες» και όχι τουρκόσποροι. Η τωρινή άνθηση της «μικρασιατικής ταυτότητας» σε έναν αριθμό των απογόνων είναι πιθανόν και μια αντίδραση στη γρήγορη «ελληνοποίηση». Παρότι οι απόγονοι των Μικρασιατών αριθμητικά συνιστούν τεράστια μειονότητα, σήμερα οι αντιλήψεις τους και οι πρακτικές τους, π.χ. η συγκέντρωση των Καππαδόκων το καλοκαίρι του 2013 με 5.000 συμμετέχοντες, οι επίμονες εκδηλώσεις για τη Μικρασιατικότητα και τη διαφορετικότητά τους ενενήντα ένα χρόνια μετά την άφιξη των προγόνων τους στην Ελλάδα, κατανοούνται ως μειονοτικές πρακτικές.
Οι υπαρξιακές αναζητήσεις είναι έντονες στην πρώτη γενιά, αλλά συνεχίζονται σε μικρότερο βαθμό και στη δεύτερη γενιά – και στην τρίτη γενιά. Αυτό που ξεχωρίζει τους προσφυγογενείς από άλλους Έλληνες είναι ότι η πολιτισμική τους ταυτότητα δεν έχει μόνο ρίζες στην εθνική επικράτεια αλλά αισθάνονται συνειδητό ή ασυνείδητο δεσμό με εδάφη που βρίσκονται έξω από αυτήν: στη Μικρά Ασία, στον Πόντο, στην Ανατολική Θράκη, στην Κωνσταντινούπολη. Για έναν (άγνωστο) αριθμό από αυτούς, αυτά τα μέρη αποτελούν τόπους-μνημεία. 
Αυτή είναι η υπαρξιακή τους θέση λόγω αποχωρισμού των προγόνων τους από τη γενέθλια γη, και δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Δεν υπάρχει ξεκάθαρο αποτέλεσμα σε αυτή την αναζήτηση. Όμως, αυτή ακριβώς η αναζήτηση είναι δυνητικά δημιουργική.
Ο Παλαιστίνιος Έντουαρντ Σαΐντ γράφει στο κλασικό του πια κείμενο για την εξορία Reflections on Exile (Αυτοστοχασμοί για την εξορία): «Εξορία είναι το ανυπόφορο εξαναγκαστικό ρήγμα μεταξύ μιας ανθρώπινης ύπαρξης και της γενέθλιας γης – μεταξύ του εαυτού του και του αληθινού του σπιτιού. Η λύπη που ακολουθεί αυτό το ρήγμα δεν ξεπερνιέται ποτέ. Τα επιτεύγματα της εξορίας –οι άθλοι στην εξορία– υπονομεύονται μονίμως από την απώλεια αυτών που άφησε πίσω για πάντα. Αλλά αν είναι αλήθεια ότι αληθινή εξορία είναι μια μόνιμη κατάσταση απώλειας, γιατί τότε μετασχηματίζεται τόσο εύκολα σε ένα ισχυρό μοτίβο που εμπλουτίζει τον μοντέρνο πολιτισμό; Ο μοντέρνος δυτικός πολιτισμός είναι σε μεγάλο μέρος το έργο των εξόριστων, των μεταναστών, των προσφύγων».(3)
Αυτός ακριβώς είναι και ο διαλογικός χαρακτήρας της προσφυγιάς/μετανάστευσης/εξορίας: μια μόνιμη απώλεια και μια μόνιμη δημιουργική κατάκτηση τόσο του εξωτερικού όσο και του εσωτερικού, ψυχικού κόσμου. «Η ύπαρξη δύο φωνών είναι το ελάχιστο που πρέπει να υπάρχει σε μια ζωή, το ελάχιστο για μια ύπαρξη», λέει ο ρώσος φιλόσοφος της γλώσσας Μπαχτίν.(4)
Κομματικά συμφέροντα με πολιτικές ατζέντες οικειοποιούνται το ΠΤΜΚ(βλ. επίμετρο της Χριστίνας Παπαδοπούλου στο Με το διωγμό στην ψυχή) και προσπαθούν να μεταβάλλουν τον διαλογικό και δημιουργικό του χαρακτήρα της αναζήτησης και του αυτοστοχασμού σε μονολογική αφοσίωση στο εθνικάκαι θρησκευτικά ορθό, όπως το ορίζουν τα ίδια συμφέροντα. Προς το παρόν η Μικρά Ασία εξακολουθεί να αποτελεί μυθικό τόπο στη συλλογική μνήμη, που τροφοδοτεί το φαντασιακό στη δεύτερη, στην τρίτη και στην τέταρτη γενιά των απογόνων αλλά και των άλλων Ελλήνων. Το φαντασιακό είναι –σύμφωνα με τη θεωρία μου– μέρος του ΠΤΜΚ. Συνιστάται σε μια εξιδανίκευση των συνθηκών διαβίωσης εκεί και τότε, από την οποία οι προσφυγογενείς αντλούν μια «δανεισμένη» πολιτισμική υπερηφάνεια. Στη μεγέθυνση της επιρροής του τοπικού ελληνικού πολιτισμού σε περιοχές της Μικράς Ασίας, που καλλιεργεί ένα ανάμεικτο αίσθημα παντοδυναμίας και ήττας, αφού αυτές οι πατρίδες «χάθηκαν». Σε μια ατέλειωτη γραμματεία και αναβίωση της παρελθούσας ζωής, π.χ. μουσεία με «κειμήλια», αναβίωση εθίμων από τη Μικρά Ασία, γιορτές για τους αγίους από την «τάδε» πόλη ή το «δείνα» χωριό της Μικράς Ασίας, που ενισχύουν τον συναισθηματικό σύνδεσμο με το απολεσθέν. Στον μικρό ή σχεδόν μηδαμινό ρόλο που παίζουν στη γραμματεία και στη συνείδηση του μέσου απογόνου οι άλλοι πληθυσμοί με τους οποίους συμβίωναν οι Έλληνες της Ανατολής για αιώνες. Οι ελληνικές κοινότητες και οι δραστηριότητές τους περιγράφονται στο ένα βιβλίο μετά το άλλο σαν να ζούσαν σε έναν δικό τους, περιχαρακωμένο κόσμο, όπου οι Άλλοι δεν υπήρχαν, ή είχαν έναν τελείως επικουρικό ρόλο.

Παγιωμένο Πολιτισμικό Μικρασιατικό Τραύμα. Έλλειψη ιστορικού αυτοστοχασμού 
Κάθε νέα γενιά ιστορικών θέλει να ξαναδεί τη Μικρασιατική Καταστροφή με καινούργιο μάτι, να την ερμηνεύσει ξανά με νέα δεδομένα και τεκμήρια, σύμφωνα με τις μεταβολές που έχουν γίνει στη σκέψη και στην πολιτική, μεταβολές που σε καιρούς ύφεσης με τη γειτονική Τουρκία επιτρέπουν ένα βαθύτερο και πιο αντικειμενικό ψάξιμο και ενσωμάτωση ακραίων γεγονότων. Αντίθετα, καιροί εθνικού ανταγωνισμού εμποδίζουν συνειδητά ή ασυνείδητα την έκφραση μιας πιο σφαιρικής σκοπιάς, λόγω εθνικών σκοπιμοτήτων. Η μνήμη αλλάζει ανάλογα με τις πολιτικές σκοπιμότητες. Άλλα θυμάται ο λαός σε περιόδους έντασης, και άλλα σε περιόδους ύφεσης. Η ένταση προκαλεί άγχος, και το άγχος επηρεάζει αρνητικά τόσο τη μνήμη όσο και τη λογική.
Είναι παγκόσμια αποδεκτό ότι ο αυτοστοχασμός και η αυτοκριτική που παραδέχεται την ευθύνη και των δύο πλευρών για τα αίτια που οδήγησαν σε μια σύρραξη αποτελούν προϋπόθεση για την αποκάλυψη της ιστορικής αλήθειας. 
Ο αυτοστοχασμός στην ελληνική ιστοριογραφία διοχετεύεται και στον απλό πολίτη. Τα τελευταία χρόνια έχω ακούσει άπειρες φορές Έλληνες που δεν έχουν διαβάσει ούτε ένα ιστορικό βιβλίο να λένε: «Κάναμε κι εμείς πολλά [άσχημα] στη Μικρασία». Ο αυτοστοχασμός όμως δεν συναντάται στις εθνικά φανατισμένες ομάδες, και συχνά στις παραμεθόριες περιοχές επικρατεί μια μεγαλύτερη μονομέρεια στις απόψεις που έχουν παγιωθεί. Εκεί, η τραυματική μνήμη του πολέμου είναι τόσο δυνατή που διατηρείται σαν να ήταν χτες και περνάει από γενιά σε γενιά. Γι’ αυτό, υπάρχουν πολλές παραμεθόριες περιοχές ανά τον κόσμο που είναι εθνικά αμφισβητούμενες και αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο πολεμικών συγκρούσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, ευνοείται μια παγιωμένη άποψη στην ερμηνεία των γεγονότων.
Πρόκειται για παγκόσμιο φαινόμενο, δεν αφορά μόνο την ελληνική ή την τουρκική πλευρά. Για παράδειγμα, η Μπάλιντζερ(5) γράφει για τους Ιταλούς της Ίστρια, που τώρα είναι μέρος της Κροατίας ενώ πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανήκε στην Ιταλία, και για τους Κροάτες από την Τεργέστη, η οποία πριν από τον Πόλεμο περιλαμβανόταν στην Κροατία. Και οι δύο εθνικές ομάδες θεωρούν και ονομάζουν τους εαυτούς τους «εξόριστους» και ελπίζουν ότι κάποτε θα ανακτήσουν τα εδάφη τους. Όταν λέμε αρκετές φορές «Εμείς εναντίον Αυτών», αυτό μπορεί πολύ εύκολα να γίνει αλήθεια.
Οι εθνικιστικές ομάδες αποφεύγουν το διάλογο, και έχουν τις εξής αντιλήψεις: α) Είμαστε θύματα της θηριωδίας της άλλης πλευράς. (Καλύπτουμε όμως με λήθη και αποσιώπηση τις αποδεδειγμένες θηριωδίες που διαπράξαμε εμείς.) β) Πιστεύουμε ακράδαντα ότι ορισμένες γεωγραφικές περιοχές ανήκαν, ανήκουν και θα έπρεπε να ανήκουν σε εμάς και μόνο σε εμάς, ακόμη κι αν δεν συνηγορούν τα ιστορικά γεγονότα. (Οι άλλοι είναι οι κατακτητές, εμείς απλώς υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματά μας.) γ) Μεταξύ άλλων, εμείς φέραμε τον πολιτισμό σε αυτή την περιοχή, και γι’ αυτό πρέπει να θεωρούμαστε αυτόχθονες, σε αντίθεση με τους άλλους. (Ενώ οι άλλοι είναι βάρβαροι, απολίτιστοι, πρωτόγονοι, άγριοι. Ο πολιτισμός τους αποσιωπάται, γιατί έτσι μας συμφέρει.) δ) Η δική μας ιστορία έχει συνέχεια εκατοντάδων (χιλιάδων) χρόνων σε τούτα τα μέρη, γι’ αυτό μόνο εμείς έχουμε δικαιώματα στην περιοχή. (Δικαιωματικά, λοιπόν, διεκδικούμε αυτά τα εδάφη.)
Συχνά, σε αυτές τις αντιλήψεις ενυπάρχει η ανακατασκευή της Ιστορίας, που αποσιωπά πολλά και εξυπηρετεί εθνικιστικά συμφέροντα τα οποία αδιαφορούν για την αποκάλυψη της αλήθειας. Το σύνολο των εν λόγω αντιλήψεων για τη Μικρασιατική Καταστροφή αποτελεί αυτό που ονομάζω Παγιωμένο Πολιτισμικό Μικρασιατικό Τραύμα, το οποίο στοχεύει στη διατήρηση του τραύματος και του άσβεστου θυμού από γενιά σε γενιά, αντί στη διεργασία του. Βασίζεται στην άρνηση της πραγματικότητας και σε έναν ατέρμονο θρήνο. Η διαδικασία του πένθους δεν μπορεί να τελειώσει, γιατί οι θρηνούντες δεν έχουν αποδεχθεί τον αποχωρισμό.
Είναι, βεβαίως, αλήθεια ότι υπάρχουν κτήρια, σπίτια, γη, περιοδικά, φωτογραφίες, ταινίες, βιβλία, έγγραφα, μνημεία, εκκλησιές, νεκροταφεία, τάφοι και λείψανα αγίων που μαρτυρούν την υλική και πολιτισμική διάσταση του παρελθόντος και αντιπροσωπεύουν τη ζωή που κάποτε υπήρξε και εκφράστηκε σε έναν συγκεκριμένο τόπο. Το πρόβλημα είναι ότι βασιζόμαστε μόνο στις δικές μας υλικές διαστάσεις, στη δική μας ζωή που εκφράστηκε σε έναν δεδομένο τόπο, ενώ η ζωή των άλλων με τους οποίους συμβιώναμε δίπλα δίπλα επί αιώνες «αφανίζεται» από τη μνήμη. Για παράδειγμα, βλέπουμε τις γκρεμισμένες και εγκαταλελειμμένες εκκλησιές εκεί, αλλά αποσιωπούμε τα γκρεμισμένα τζαμιά εδώ. Στηλιτεύουμε την εθνική αδιαλλαξία στην Τουρκία και αποσιωπούμε τη δική μας.
Η μεγαλύτερη αντικειμενικότητα στην ιστοριογραφία για τα πιθανά ή και τα επιβεβαιωμένα λάθη της Ελλάδας που συνέβαλαν στην εθνική καταστροφή του 1922 βοηθά στην εθνική συμφιλίωση. Δεν αλλάζει, όμως, την τραγικότητα ή τη βαρβαρότητα της εκδίωξης των ελλήνων προσφύγων, τους κληρονόμους αυτής της Καταστροφής. Ούτε σβήνει τις δυστυχίες που υπέστησαν κάτω από τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης που τους επιφύλαξε το ελληνικό κράτος, ούτε ξαλαφρώνει την υπεράνθρωπη προσπάθεια που κατέβαλαν για να επιβιώσουν και να ενσωματωθούν σ’ ένα αρχικά ξένο γι’ αυτούς μέρος, την Ελλάδα, ούτε περιορίζει τη νοσταλγία για την πατρίδα τους, τον τόπο όπου γεννήθηκαν. Μόνο η χρονική απόσταση και η επίτευξη νέων στόχων αμβλύνουν τα συναισθήματα του τραύματος, το οποίο δεν εξαλείφεται ποτέ στην πρώτη γενιά, ενώ μεταδίδεται με συνειδητούς και ασυνείδητους τρόπους και στους απογόνους.
Οι ελληνικοί φορείς του ΠΤΜΚ δεν είναι βέβαια ομοιογενείς. Υπάρχουν διαστάσεις μεταξύ των μικρασιατικών προσφυγικών συλλόγων, ή ακόμα και έντονες διενέξεις˙ για παράδειγμα, στο θέμα της πολιτικής απέναντι στην Τουρκία, ή στο θέμα της αναγνώρισης της «γενοκτονίας» των Ποντίων. Η επαγρύπνηση που βασίζεται σε παγιωμένες εθνικιστικές συντηρητικές αντιλήψεις –δηλαδή σε μονόλογο, αντί σε διάλογο– ξεπέφτει σε λογοκρισία όταν θέλει να φιμώσει την ιστορική έρευνα, περιορίζοντάς την σε μία και μόνο «εγκεκριμένη» προσέγγιση: αυτή που φροντίζει για τη διατήρηση της καθιερωμένης εθνικής και χριστιανικής συνείδησης.
Η εθνικιστική μυθοπλασία ότι εμείς είμαστε μόνο αθώα θύματα και οι άλλοι μόνο δήμιοι συμβάλλει ώστε να απωθούνται όλα τα αρνητικά συναισθήματα από τη δική μας ομάδα και να προβάλλονται στους άλλους, στο εξωτερικό και στο εσωτερικό. Οι άλλοι στο εσωτερικό της χώρας που αμφισβητούν τη δική μας ερμηνεία χαρακτηρίζονται «ανθέλληνες προδότες», που χαρίζουν την ιστορία στον Τούρκο εχθρό μας. Οι Τούρκοι παγιώνονται ως «αιώνιοι εχθροί». Όταν διερχόμαστε τις φάσεις της άρνησης, της αποκήρυξης, της απόσχισης και της αμνησίας σχετικά με την αλήθεια στο συλλογικό επίπεδο, για εθνικιστικούς ιδεολογικούς σκοπούς, τότε δυσκολεύεται και το μεμονωμένο, στοχαστικό άτομο να δώσει νόημα στο παρελθόν, αφού ο αυτοστοχασμός του που δεν ακολουθεί την πεπατημένη δεν ενθαρρύνεται, ή ακόμα και τιμωρείται κοινωνικά με στιγματισμό, κοινωνική δίωξη και εξύβριση. Το ΠΤΜΚ, από δημιουργική δύναμη υπαρξιακής και ηθικής αναζήτησης, μεταβάλλεται σε παλινδρομική δύναμη, σε ΠΠΜΤ (Παγιωμένο Πολιτισμικό Μικρασιατικό Τραύμα), που δεν ενθαρρύνει την ελεύθερη συζήτηση, αποσιωπά σημαντικές αλήθειες, εμποδίζει την αποτοξίνωση της τραυματικής εμπειρίας, και η πικρία, ο θυμός και ο πόνος συνεχίζουν να βαραίνουν τη μια γενιά μετά την άλλη (αποτοξίνωση σημαίνει ότι τα αισθήματα εξακολουθούν να υπάρχουν, δεν έχουν όμως πια τοξική μορφή, ώστε ο διάλογος είναι δυνατός). Παγιδεύει έτσι ένα μέρος των Ελλήνων στην ταυτότητα του αθώου, άσπιλου θύματος. Καλλιεργεί την ιδέα του Άλλου ως αιώνιου θύτη. Διατηρεί αλυτρωτικά όνειρα για επανάκτηση γεωγραφικών περιοχών.
Η τάση του ατόμου να αποδίδει όλα τα αρνητικά συναισθήματα στον Άλλο, η «προβολή» (projection) αποτελεί τον πιο ανώριμο μηχανισμό ψυχολογικής άμυνας, γιατί εμποδίζει το άτομο να μάθει κάτι για τον εαυτό του. 

Ιστορική διαφάνεια. Επανόρθωση και συμφιλίωση
Ολοκληρώνοντας: η γλώσσα του τραύματος φέρνει στην επιφάνεια την πραγματικότητα της ψυχικής πληγής και την εισάγει στις πολιτιστικές, ιστορικές και πολιτικές σχέσεις. Αντιστέκεται στην πολιτική της λήθης που επιβάλλουν οι κυβερνήσεις ύστερα από μια τραυματική πολεμική σύγκρουση ή μια περίοδο δικτατορίας. Επιμένει ότι υπάρχει μια ψυχολογική, όπως και μια πολιτική, δυναμική τόσο στη μνήμη όσο και στη λήθη.Η ψυχολογική σκοπιά που αντιλαμβάνεται τη σπουδαιότητα του συλλογικού ιστορικού τραύματος επιμένει ότι χρειάζεται ένας βαθμός ψυχολογικής και κοινωνικής επανόρθωσης για να αρχίσει μια διαδικασία συμφιλίωσης μεταξύ δύο λαών ή δύο ιδεολογικών αντιπάλων έπειτα από μια βίαιη σύγκρουση. Καταβάλλει επίμονες προσπάθειες ώστε να ξεσκεπάσει την πληθώρα των ψυχολογικών αμυντικών μηχανισμών εναντίον των τραυμάτων του πολέμου ή του βίαιου καθεστώτος, αφού η αλήθεια για το τι συνέβη είναι η προϋπόθεση για την επανόρθωση και τη συμφιλίωση. Η επανόρθωση και η συμφιλίωση έχουν πολλές διαβαθμίσεις και επίπεδα.
Η επανόρθωση συντελείται συνήθως σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο, στη χώρα όπου καταφεύγουν οι πρόσφυγες: τα άτομα βιώνουν την επανόρθωση όταν, για παράδειγμα, λαμβάνουν αποζημίωση, οικονομική και ηθική αποκατάσταση, σύνταξη, επιδόματα κ.λπ. – όταν βιώνουν αναγνώριση και ένταξη σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Για παράδειγμα, η οικογένεια της μικρασιάτισσας μητέρας μου αισθάνθηκε μεγάλη ικανοποίηση/ανακούφιση όταν της δόθηκε σπίτι σε προσφυγικό συνοικισμό. Η καινούργια στέγη επέδρασε επανορθωτικά στην ψυχολογία των μελών της και διευκόλυνε την ένταξή τους στη λεσβιακή κοινωνία όπου κατέφυγαν. Επιπλέον, η ανακατανομή γης έπαιξε μεγάλο ρόλο για τους πρόσφυγες που απέκτησαν γη, και άρα οικονομική βάση.
Αντίθετα, είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί οικονομική και ηθική επανόρθωση σε κρατικό επίπεδο. Και οι δύο εμμένουν στις δικές τους απώλειες και στα δικά τους τραύματα. 
Η ιστορική διαφάνεια για εκατέρωθεν αγριότητες είναι απαραίτητη για να «αποτοξινωθεί» μια δηλητηριώδης αντιπαράθεση μεταξύ δύο λαών. 
Μια στρατηγική που αποσκοπεί στη διεργασία του τραύματος ύστερα από εθνική σύγκρουση, αντί στην αποσιώπησή του, φροντίζει να αντικαταστήσει την άρνηση, την απόσχιση και την αμνησία για ό,τι συνέβη και στα δύο αντιμαχόμενα μέρη με την ιστορική αλήθεια μέσω αφηγήσεων, ιστορικών άρθρων, κυβερνητικών εγγράφων, βιβλίων κ.ά. Είναι όμως δύσκολο να αποδεχθεί μια ομάδα το ρόλο του «σφαγέα» με την ίδια ευκολία που χαρακτηρίζει τον αντίπαλο «σφαγέα». Η συλλογική μνήμη δείχνει εγωιστική α-προθυμία να δεχτεί τα δικά της λάθη. Ζητά αναγνώριση μόνο του δικού της πόνου, των δικών της νεκρών, της δικής της εκδίωξης, της δικής της προσφυγιάς, του δικού της πανικού και τρόμου, και όχι αναγνώριση των αντίστοιχων συναισθημάτων του Άλλου. Η συλλογική διεργασία του τραύματος μεταβάλλεται έτσι σε έναν αγώνα για κοινωνική αναγνώριση μόνο του προσωπικού πόνου, θυματοποίηση της οικείας ομάδας, και αποσιώπηση του πόνου του Άλλου, ο οποίος προσλαμβάνεται αποκλειστικά ως θύτης. Γενικά, οι κυρίαρχες αφηγήσεις που προβάλλονται από την κρατική εξωτερική πολιτική, και ιδίως αυτές από τις εθνικιστικές ομάδες, είναι μονομερείς.
Δεν υπάρχει μαγικός τρόπος για να γιατρευτεί το τραυματικό παρελθόν του ατόμου, και ακόμα λιγότερο της ομάδας. Χρειάζεται μακρόχρονος προγραμματισμός και η συμβολή πολλών ομάδων για να προχωρήσει η συμφιλίωση και η συνεργασία. Στην καρδιά οποιασδήποτε συμφιλιωτικής πολιτικής πρέπει να υπάρξει κοινωνική αναγνώριση του πόνου, και των παθών και των αγώνων που έχουν βιώσει και οι δύο τραυματισμένες ομάδες. Η δημόσια αναγνώριση των βίαιων θανάτων και πληγμάτων, και η δημόσια αναγνώριση της ατομικότητας των νεκρών και των ειδικών συνθηκών του θανάτου τους υποστηρίζει τη διεργασία του πένθους σ’ αυτόν που βιώνει τέτοια απώλεια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επουλώνεται η πληγή που υπέστη ο εσωτερικός ψυχικός κόσμος με την απώλεια.
Με τον καιρό δημιουργείται μια καινούργια κοινωνία όπου η δύσκολη διεργασία του τραύματος και της επανόρθωσης μπορεί να καταστεί δυνατή σε συνθήκες ελευθερίας και χωρίς φόβο. Η επανόρθωση δημιουργεί την ελπίδα πως οι επιζώντες και από τις δύο πλευρές θα συνεχίσουν και θα αναπτύξουν μια καινούργια σχέση. Η ελπίδα αυτή δεν είναι αβάσιμη, αρκεί να τηρηθεί μια βασική προϋπόθεση: ότι το τραύμα δεν θα γίνει αντικείμενο υφαρπαγής και κατάχρησης από ειδικά συμφέροντα, και από τις δύο πλευρές, που διατηρούν ανοιχτή την πληγή. Εθνικιστικά, πολιτικά, διεθνή και οικονομικά συμφέροντα είναι συχνά «οι απαγωγείς» των τραυμάτων των λαών.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Λ. Τ. Αρσέλ, Με το διωγμό στην ψυχή, Κέδρος, Αθήνα 2014. Μια εμπειρική ψυχολογική ανάλυση για το πώς μεταφέρεται το προσφυγικό τραύμα από γενιά σε γενιά.
2. L. T. Αrcel (επιμ.), War violence, Trauma and the Coping Process. Armed conflict in Europe and survivor responses, Rehabilitation Center for Torture Victims, Institute of Clinical Psychology, Copenhagen University, 1998. 
3. E. Said, Reflections on Exile and other Essays, Harvard University Press, 2002.
4. M.M. Bakhtin, The Dialogic Imagination: Four essays by M.M. Bakhtin, επιμ. M. Holquist, μτφρ. C. Emerson – M. Holquist, University of Texas Press, Austin 1981. 
5. P. Ballinger, History in Exile. Memory and identity at the Borders of the Balkans, Princeton University Press, 2003. 
files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png
  ΧΡΟΝΟΣ 31 (11.2015)  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...