Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

G.W.F Hegel: Ο ωφελιμισμός ως Αλήθεια του Διαφωτισμού και η ελευθερία ως υπέρβασή του..αναδ. απο Die Bestimmung des Menschen



Προλεγόμενα


Το απόσπασμα του Χέγκελ που θα παρουσιάζουμε είναι προφητικό για την επικράτηση του ''ωφελιμισμού'' στο δυτικό κόσμο ως κυρίαρχης κοσμοαντίληψης. Ο Χέγκελ επισημαίνει σε όλους τους τόνους πως το να καταδικάζει κανείς τον ''ωφελιμισμό'' για έλλειψη ηθικής και πίστης, δεν είναι παρά μια άγονη κριτική από τη σκοπιά μιας αφηρημένης θεωρητικολογίας που μένει αδιάφορη προς τη ζωή. Η ωφελιμισμός, για τον Χέγκελ, αποτελεί λογική στιγμή στην ανάπτυξη της Έννοιας, και θέτει τη δυνατότητα της ελευθερίας, μέσω μιας διαδικασίας που πια ονομάζεται ''εκκοσμίκευση''. 

Αν ζούμε σήμερα μια διακριτή φάση ανάπτυξης και συνύπαρξης των ανθρώπινων κοινωνιών, αυτή δεν είναι άλλη από τη σύγχρονη, πλανητική κεφαλαιοκρατική εποχή. Μπορούμε, σύμφωνα με το κείμενο του Χέγκελ, να μιλήσουμε για μια εποχή όπου ο ωφελιμισμός εμποτίζει τον αντικειμενικό κόσμο, ακριβώς επειδή ο Κόσμος εμποτίζεται από τη (δι)υποκειμενική σκοπιά της πρακτικής/τεχνικής χρησιμότητας (ή μη) όλων των πραγμάτων. Το καντιανό ''πράγμα καθ'εαυτό'' (ο Γ.Φαράκλας μεταφράζει, αυτό τούτο) που μένει ''πίσω από τα φαινόμενα'', αναιρείται στο πεδίο της ανθρώπινης πρακτικής κοσμοαντίληψης, για την οποία όλα τα πράγματα (άρα και το πράγμα ''εν γένει'') νοούνται από τη σκοπιά της ωφελιμότητας σε συνάρτηση με την ανθρώπινη δραστηριότητα (την υπέρβαση αυτή του Πράγματος ''ως τέτοιου'' προετοιμάζει ήδη η ένταση ανάμεσα στην καντιανή Κριτική του Πρακτικού Λόγου και τη Κριτική του Καθαρού Λόγου). 

Για τον Χέγκελ, ο ωφελιμισμός είναι η Αλήθεια που επιλύει την αντίθεση Ιδεαλισμού και Υλισμού, η οποία εκφράστηκε φιλοσοφικά ως η πρωτοκαθεδρία της (καθαρής) νόησης έναντι του είναι ή του (καθαρού) είναι έναντι της νόησης. Η πρακτική μεταφράζει τον κόσμο σε κόσμο για τους ανθρώπους. Μεταφυτεύει τον ουρανό κάτω στη γη, όπως θα δείτε πως λέει ο Χέγκελ, οι δύο κόσμοι γίνονται ένας. 
Η διαφορά της ωφελιμότητας από την ελευθερία, είναι πως η τελευταία αποτελεί την επίγνωση του κόσμου όχι απλώς ως ωφέλιμου για εμάς, αλλά ωφέλιμου για και δημιουργημένου από εμάς. Η αντινομία ελευθερίας και αναγκαιότητας αίρεται με τη θεωρητικοπρακτική γνώση της αναγκαιότητας και την κατασκευή της από τους ίδιους τους ανθρώπους, έτσι ώστε οι νόμοι να είναι προϊόν της ίδιας δραστηριότητάς τους και όχι διατάγματα κάποιας ανώτερης Αρχής. 
Με ανάλογο τρόπο, ο Μάρξ:

α) Ξεκινά τη κριτική της πολιτικής οικονομίας (των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής και της αστικής τους θεωρητικής παρατήρησης), από το εμπόρευμα και την αξία χρήσης του εμπορεύματος, δηλαδή την ωφελιμότητα ή χρησιμότητα ενός προϊόντος. Μεταξύ άλλων, ο Μάρξ θα δείξει ότι τα προϊόντα ως καπιταλιστικά εμπορεύματα παράγονται μέσα από μια κοινωνική διαδικασία, είναι δηλαδή ωφέλιμα και χρήσιμα πράγματα για τους ανθρώπους αλλά και δημιουργημένα από τους ανθρώπους. Για αυτό και πρέπει οι άνθρωποι να ιδιοποιηθούν τα ωφέλιμα προιόντα που παράγουν οι ίδιοι κοινωνικά.  Όπως είπαμε και παραπάνω, η επίγνωση αυτή θέτει τη δυνατότητα του περάσματος από τον ωφελιμισμό στην ελευθερία. Μόνη της η ωφελιμιστική προοπτική είναι στατική και μονόπλευρη

http://en.wikipedia.org/wiki/Utilitarianism


Not even excepting our philosopher, Christian Wolff, in no time and in no country has the most homespun commonplace ever strutted about in so self-satisfied a way. The principle of utility was no discovery of Bentham. He simply reproduced in his dull way what Helvétius and other Frenchmen had said with esprit in the 18th century. To know what is useful for a dog, one must study dog-nature. This nature itself is not to be deduced from the principle of utility. Applying this to man, he who would criticise all human acts, movements, relations, etc., by the principle of utility, must first deal with human nature in general, and then with human nature as modified in each historical epoch. Bentham makes short work of it. With the driest naiveté he takes the modern shopkeeper, especially the English shopkeeper, as the normal man. Whatever is useful to this queer normal man, and to his world, is absolutely useful. This yard-measure, then, he applies to past, present, and future. The Christian religion, e.g., is "useful," "because it forbids in the name of religion the same faults that the penal code condemns in the name of the law." Artistic criticism is "harmful," because it disturbs worthy people in their enjoyment of Martin Tupper, etc. With such rubbish has the brave fellow, with his motto, "nulla dies sine linea", piled up mountains of books.
Marx's accusation is twofold. In the first place, he says that the theory of utility is true by definition and thus does not really add anything meaningful. For Marx, a productive inquiry had to investigate what sorts of things are good for people—that is, what our nature, alienated under capitalism, really is. Second, he says that Bentham fails to take account of the changing character of people, and hence the changing character of what is good for them. This criticism is especially important for Marx, because he believed that all important statements were contingent upon particular historical conditions.

Βλ. σχετικά με τον Χέγκελ, το Διαφωτισμό και τον ωφελιμισμό, το παρακάτω κείμενο

http://dogangocmen.files.wordpress.com/2009/11/hegel-and-enlightenment.pdf.


Ο Χέγκελ, όπως φαίνεται σε πολλά σημεία όλου του έργου του, δεν αποτελεί απλά η κορύφωση της νεωτερικότητας αλλά και τη πρώτη σφοδρή κριτική της. Τόσο ο Μάρξ όσο και ο Νίτσε πιάνουν το νήμα, με εντελώς διαφορετικές αφετηρίες, από τον ωφελιμισμό που επικρατεί στην εποχή τους. Ο πρώτος τον ερμηνεύει στη βάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αλλά και, πιο θεμελιακά, στη βάση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της πάλης των ταξικών συμφερόντων. Ο δεύτερος ως γενική ανθρωπολογική σταθερά, στη μορφή της ''βούλησης για δύναμη''. 
Για τον Χέγκελ ο ωφελιμισμός αληθεύει έναντι όλων των προγενέστερων μορφών συνειδησιακής σχέσης με τον κόσμο, με εξαίρεση την ελευθερία ως λογική του ολοκλήρωση. 

Η μέτρηση των πάντων σήμερα, στις αστικές κοσμοθεωρήσεις, με ωφελιμιστικούς και πραγματιστικούς, όρους κέρδους/οφέλους-κόστους/ζημίας και η επικράτηση ενός οικονομικοτεχνικού μοντέλου σκέψης σε όλα τα πεδία του επιστητού (φαινόμενο που αποκαλείται ''οικονομικός ιμπεριαλισμός''), αποτελεί το ''πνεύμα της εποχής'' (βλ. το λήμμα στην wikipedia για τον ωφελιμισμό). Η θεωρία των παιγνίων, η κυβερνητική, η θεωρία συστημάτων, δεν αποτελούν τίποτα άλλο παρά το πνεύμα της σύγχρονης εποχής. Ο Χέγκελ έχει περιγράψει με βάση τη διαλεκτική λογική τόσο το φαινόμενο αυτό όσο και τη μέθοδο υπέρβασής του

Αυτό που είναι αναγκαίο σήμερα για την κομμουνιστική απελευθέρωση είναι να ξανασταθεί η διαλεκτική και η επαναστατική θεωρία στα πόδια της, αφού ληφθούν υπόψη σοβαρά όσα μεσολάβησαν, ιστορικά και επιστημονικά από την εποχή τον Χέγκελ και Μάρξ. Η εξονυχιστική μελέτη ωφελιμισμού και πραγματισμού, όπως και η μελέτη των θεωριών που αναφέρθηκαν προηγουμένως, αποτελεί εντελώς απαραίτητο βήμα για την οικοδόμηση της σύγχρονης επαναστατικής θεωρίας. 


Το απόσπασμα που ακολουθεί βρίσκεται στη Φαινομενολογία του Νου του Χέγκελ (μετάφραση Γ.Φαράκλας, βλ. link εδώ) . Ο τίτλος του ίδιου έργου έχει αποδοθεί παλιότερα ως Φαινομενολογία του Πνεύματος, σύμφωνα με τη μετάφραση του Δ.Τζωρτζόπουλου. Για τη διαφορά αυτή και τις επιπτώσεις της, βλ. τον διάλογο μεταξύ των δύο μεταφραστών στα σχόλια εδώ). Μολονότι μου φαίνεται πως το επιχείρημα του Δ.Τζωρτζόπουλου για τη σχέση του εγελιανού Geist με το Άγιο Πνεύμα είναι πολύ ισχυρό, χρησιμοποιώ τη μετάφραση του Γ.Φαράκλα επειδή έχω σε αυτήν ευκολότερη πρόσβαση. Η διαφορά πάντως είναι ουσιαστική για την ερμηνεία συνολικά του έργου του Χέγκελ.
Για τις μεταφραστικές επιλογές του Γ.Φαράκλα βλ. εδώ
Διατηρώ την αρίθμηση των παραπομπών του μεταφραστή ως έχει. Με έντονα γράμματα οι υπογραμμίσεις δικές μου, με πλάγια του συγγραφέα. Διατηρώ την αρίθμηση των υποσημειώσεων-παραπομπών του μεταφραστή. 





G.W.F Hegel, Φαινομενολογία του Νου, μετάφραση Γιώργου Φαράκλα, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2007, σ. 522 και επ.


[...]
b. Η αλήθεια του διαφωτισμού

  Η υπόγεια ύφανση του νου, που δεν διακρίνει πια τίποτα μέσα της, μετέβη λοιπόν στον εαυτό της, επέκεινα της συνείδησης, η οποία αντιθέτως έγινε σαφής για τον εαυτό της.-Την πρώτη στιγμή αυτής της σαφήνειας ως προς την αναγκαιότητά της και τον όρο ύπαρξής της, την ορίζει το ότι η καθαρή διάγνωση, αυτή που είναι στον εαυτό της έννοια, πραγματώνεται. Το κάμνει αυτό με το να θέτει στον εαυτό της την ετερότητα, δηλαδή τον καθορισμό. Μ'αυτό τον τρόπο είναι αρνητική καθαρή διάγνωση, τουτέστιν άρνηση της έννοιας. Η άρνηση είναι επίσης καθαρή. Κι έτσι ανέκυψε το καθαρό πράγμα, η απόλυτη ουσία που δεν έχει κατά τα άλλα κανέναν περαιτέρω προσδιορισμό. Αν το προσδιορίσουμε αυτό ακριβέστερα, θα πούμε ότι η καθαρή διάγνωση υπάρχει ως απόλυτη έννοια, μια διάκριση διακρίσεων [161] που δεν είναι πια διακρίσεις, αφαιρέσεων ή καθαρών εννοιών που δεν είναι πια αυτοφερεις αλλά υφίστανται και διακρίνονται μόνο διά του συνόλου της κίνησης. Αυτή η διάκριση του μη διακριτού συνίσταται ακριβώς στο ότι η απόλυτη έννοια καθιστά τον εαυτό της αντικείμενό της και τίθεται απέναντι σ'αυτή την κίνηση ως η ουσία. Αυτής της ουσίας της λείπει συνεπώς η πλευρά του αλληλοδιαχωρισμού των αφαιρέσεων ή διαφορών, κι έτσι γίνεται η καθαρή νόηση ως καθαρό πράγμα.-[425] Αυτή είναι λοιπόν ακριβώς εκείνη η υπόγεια ασύνειδη ύφανση του νου μέσα στον εαυτό του, που η πίστη κατάντησε νάναι άπαξ κι έχασε το διαφοροποιημένο περιεχόμενο-η ίδια είναι συνάμα εκείνη η κίνηση της καθαρής αυτοσυνείδησης για την οποία αυτή είναι τάχα το απόλυτα ξένο επέκεινα. Διότι, επειδή αυτή η καθαρή αυτοσυνειδησία είναι η κίνηση μέσα σε καθαρές έννοιες, σε διακρίσεις που δεν είναι διακρίσεις, στην πράξη καταρρέει στην ασύνειδη ύφανση, τουτέστιν στο αμιγές αισθάνομαι [162], στην καθαρή πραγμότητα.-Η αποξενωμένη από τον εαυτό της έννοια-γιατί είναι ακόμη στο επίπεδο αυτής της αποξένωσης-δεν γνωρίζει όμως αυτήν την όμοια ουσία των δύο πλευρών, της κίνησης της αυτοσυνειδησίας και της απόλυτης ουσίας της-την όμοια ουσία τους που είναι, στην πραγματικότητα, η υφιστάμενη ουσία και η υπόστασή τους. Εφ'όσον η έννοια δεν γνωρίζει αυτή την ενότητα, η ουσία λογίζεται γι'αυτήν μόνο υπό την μορφή του αντικειμενώδους επέκεινα. [312] η δε διακρίνουσα συνείδηση, η οποία μ'αυτό τον τρόπο έχει το αυτό τούτο έξω της, ως πεπερασμένη συνείδηση.
   Σχετικά μ'αυτή την απόλυτη ουσία ο διαφωτισμός καταλήγει να έχει ο ίδιος με τον εαυτό του την αντιδικία που είχε πρωτύτερα με την πίστη, και διαιρείται σε δύο κόμματα. 
   Ένα κόμμα επιβεβαιώνεται ως ο νικητής μόνο εκ του ότι διαλύεται σε δύο κόμματα.Γιατί έτσι δείχνει ότι κατέχει στον εαυτό του την αρχή που αντιμαχόταν και συνεπώς ότι έχει άρει την μονομέρεια με την οποία εμφανίσθηκε πρωτύτερα. Το ενδιαφέρον, που μοιραζόταν ανάμεσα σ'αυτό και το άλλο, εμπίπτει τώρα πλήρως σ'αυτό και λησμονεί το άλλο, γιατί βρίσκει μέσα σ'αυτό το ίδιο την αντίθεση που το απασχολεί. Συνάμα όμως η αντίθεση έχει υψωθεί στο ανώτερο νικηφόρο στοιχείο όπου εκτίθεται αποκαθαρμένη. Οπότε το σχίσμα που δημιουργείται σ'ένα κόμμα, φαινομενικά μια ατυχία, αποδεικνύει μάλλον την καλή του τύχη.
   Η καθαρή ουσία δεν ενέχει η ίδια καμία διαφορά, συνεπώς η διαφορά επέρχεται σ'αυτήν με το να αναδύονται δύο τέτοιες καθαρές ουσίες κατά την συνείδηση, ή μια διπλή συνείδηση της καθαρής ουσίας.-Η καθαρή απόλυτη ουσία υπάρχει μόνο μέσα στην καθαρή νόηση, ή μάλλον είναι η ίδια η καθαρή νόηση, (163) [426] συνεπώς οπωσδήποτε επέκεινα του περατού, της αυτοσυνειδησίας, κι είναι μόνον η αρνητική ουσία. Μα μ'αυτό τον τρόπο είναι ίσα ίσα το είναι, το αρνητικό της αυτοσυνειδησίας. Ως αρνητικό αυτής είναι και σχετική μ'αυτήν. Είναι το εξωτερικό είναι το οποίο, όντως σχετικό με την αυτοσυνειδησία, όπου εμπίπτουν διαφορές και προσδιορισμοί, γίνεται επιδεκτικό διαφορών στον εαυτό του, μπορείς να το γευτείς, να το δείς, κ.λπ, και η αναφορά είναι η κατ'αίσθηση βεβαιότητα κι αντίληψη. 
  Αν ξεκινήσουμε από αυτό το αισθητό είναι, στο οποίο μεταβαίνει κατ'ανάγκην εκείνο το αρνητικό επέκεινα, αλλά κάμουμε αφαίρεση απ'αυτούς τους ορισμένους τρόπους συνειδησιακού σχετισμού, απομένει η καθαρή ύλη ως η υπόγεια ύφανση και κίνηση εντός εαυτού. Είναι κατά τούτο ουσιώδες να παρατηρήσουμε ότι η καθαρή ύλη είναι μόνον ό,τι απομένει όταν κάμνουμε αφαίρεση από την όραση, την αφή, την γεύση κ.ο.κ, που σημαίνει ότι δεν είναι το ιδωμένο, γευμένο, αγγισμένο κ.ο.κ, δεν βλέπουμε, δεν αγγίζουμε, δεν γευόμαστε την ύλη, αλλά ένα χρώμα, μια πέτρα, ένα αλάτι, κ.λπ. Η ύλη είναι μάλλον η καθαρή αφαίρεση. Και μέσω αυτής υπάρχει η καθαρή ουσία της νόησης, δηλαδή η ίδια η καθαρή νόηση, ως το αδιαφοροποίητο μέσα του, το απροσδιόριστο, χωρίς κατηγορούμενα απόλυτο. 
  Ο ένας διαφωτισμός ονομάζει την απόλυτη ουσία απόλυτο χωρίς κατηγορούμενα, εκείνο απ'όπου ξεκινήσαμε, το οποίο υπάρχει μέσα στην νόηση επέκεινα της ενεργού συνείδησης-ο άλλος την ονομάζει ύλη [164]. Αν διακρίνονταν ως φύση και ως νους ή θεός, τότε από την μεν ασύνειδη ύφανση εντός εαυτού θα έλειπε, για να είναι φύση, ο πλούτος της εκδιπλωμένης ζωής-από τον δε νου ή θεό η διαφοροποιημένη εντός της συνείδηση. Τα δύο είναι, όπως είδαμε [313] δίχως άλλο η ίδια έννοια. Η διαφορά δεν είναι στο θέμα αλλά καθαρά μόνο στα διαφορετικά σημεία εκκίνησης της μιας και της άλλης παιδείας και στο ότι κάθε μια εμμένεια σ'ένα δικό της σημείο στην κίνηση του νοείν. Αν τοποθετούνταν υπεράνω αυτού, θα συνέπιπταν και θα γνώριζαν ως ταυτόσημο ό,τι για τον ένα διαφωτισμό είναι, όπως [427] διατείνεται, μια φρίκη, κι ό,τι για τον άλλο μια τρέλλα. Γιατί για τον έναν η απόλυτη ουσία είναι, μέσα στην καθαρή νόησή του, δηλαδή άμεσα κατά την καθαρή, έξω από την περατή, συνείδηση, το αρνητικό επέκεινα της ίδιας. Αν αναλογιζόταν ότι, αφ'ενός, εκείνη η απλή αμεσότητα της νόησης δεν είναι άλλο από το καθαρό είναι, ότι, αφ'ετέρου, το κατά την συνείδηση αρνητικό συνάμα σχετίζεται μαζί της, ότι στην αρνητική κρίση οι δυο όροι που χωρίζονται εξ ίσου συνέχονται από το εστί (σύνδεσμο)-τότε θα προέκυπτε η σχέση αυτού του επέκεινα υπό τον προσδιορισμό εξωτερικού όντος με την συνείδηση, και άρα το επέκεινα ως το ίδιο με ό,τι ονομάζεται καθαρή ύλη θα είχε κερδηθεί η ελλείπουσα στιγμή της παρουσίας. -Ο άλλος διαφωτισμός εκκινεί από το αισθητό είναι, έπειτα κάμνει αφαίρεση από την αισθητή σχέση γεύσης, όρασης κ.ο.κ, και το μετατρέπει σε καθαρό αυτό τούτο, σε απόλυτη ύλη, στο ανέγγιχτο και αδοκίμαστο. Αυτό το είναι έγινε κατ'αυτό το τρόπο το απλό χωρίς κατηγορούμενα, ουσία της καθαρής συνείδησης.Είναι η καθαρή έννοια ως υπάρχουσα αυτή τούτη, δηλαδή η καθαρή νόηση εντός εαυτής. Αυτή η διάγνωση δεν κάμνει στην συνείδησή της το αντίθετο βήμα από το ον, που είναι καθαρά υπάρχον, στο νοητό, που είναι το ίδιο με το καθαρά υπάρχον, ήτοι απ'το καθαρά θετικό στο καθαρά αρνητικό. Ενώ εν τούτοις το θετικό είναι καθαρό οπωσδήποτε μόνο δια της άρνησης. Το δε καθαρά αρνητικό, καθό καθαρό, είναι μέσα του όμοιο με τον εαυτό του και, ακριβώς γι'αυτό τον λόγο, θετικό.-Δηλαδή, οι δύο δεν έχουν φθάσει στην έννοια της καρτεσιανής μεταφυσικής, ότι είναι και νοείν είναι αυτά τούτο το ίδιο, (165) δεν έχουν φτάσει στην σκέψη ότι το είναι, καθαρό είναι (166) δεν δηλώνει κάποιο συγκεκριμένο ενεργά πραγματικό αλλά την καθαρή αφαίρεση. Κι ότι αντίστροφα η καθαρή νόηση, η ομοιότητα προς εαυτόν ή η ουσία είναι, αφ'ενός, το αρνητικό της αυτοσυνειδησίας, οπότε είναι είναι, ενώ, αφ'ετέρου, ως άμεση απλότητα, εξ ίσου δεν είναι τίποτε άλλο από είναι. Η νόηση είναι πραγμότητα, ήτοι πραγμότητα εστί νόηση
  Η ουσία έχει εδώ τον διχασμό στον εαυτό της αρχικά έτσι ώστε ανήκει σε δύο είδη θεώρησης. Αφ'ενός, η [428] ουσία πρέπει ναχει τη διαφορά στον ίδιο τον εαυτό της, αφ'ετέρου, ακριβώς ως προς τούτο τα δύο είδη θεώρησης συγκλίνουν σε ένα. Για οι αφηρημένες στιγμές του καθαρού είναι και του αρνητικού, μέσω των οποίων διακρίνονται, είναι τότε ενωμένες στο αντικείμενο αυτών των θεωρήσεων.
  Το κοινό καθόλου είναι η αφαίρεση του καθαρού τρέμω εντός εαυτού ή του καθαρού νοώ τον εαυτό μου. Αυτή η απλή κίνηση αυτοπεριστροφής πρέπει να διασκορπισθεί, γιατί η ίδια (314) είναι η κίνηση μόνον εφ'όσον διακρίνει τις στιγμές της. Αυτή η διάκριση των στιγμών αφήνει πίσω της το ακίνητο σαν κενό κέλυφος του καθαρού είναι, που δεν είναι πια μέσα του ενεργός νόηση, ζωή. Γιατί, όντας η διαφορά, η διάκριση είναι κάθε περιεχόμενο. Αυτή, η οποία τίθεται έξω από εκείνη την ενότητα, είναι όμως κατά τούτο η μη επιστρέφουσα στον εαυτό της εναλλαγή των στιγμών, του υπάρχειν αυτό τούτο και προς έτερον και καθ'εαυτόν-η ενεργός πραγματικότητα όπως είναι αντικείμενο κατά την ενεργό συνείδηση της καθαρής διάγνωσης-η ωφελιμότητα. 
  Όσο άσχημη κι αν φαίνεται η ωφελιμότητα στην πίστη ή στον συναισθηματισμό ή την αφαίρεση που αυτοαποκαλείται θεωρία και παγιώνει το αυτό τούτο για λόγους της, στην ωφελιμότητα αποπερατώνει η καθαρή επίγνωση την πραγματοποίησή της, κι είναι η ίδια γα τον εαυτό της το αντικείμενό της, που δεν το απαρνείται τώρα πια, ούτε έχει γι'αυτήν την αξία του κενού ή του καθαρού επέκεινα. Γιατί η καθαρή διάγνωση είναι, όπως είδαμε, η ίδια η υπάρχουσα έννοια, δηλαδή η όμοια με τον εαυτό της καθαρή προσωπικότητα, η οποία διαφοροποιείται μέσα της έτσι που καθένα από τα διακεκριμένα είναι το ίδιο καθαρή έννοια, που σημαίνει άμεσα μη διακεκριμένο. Είναι απλή καθαρή αυτοσυνειδησία, που υπάρχει τόσο καθ'εαυτήν όσο και αυτή τούτη σε άμεση ενότητα (σ.σ. στον Φ το καθ'αυτήν αντιστοιχεί στο δι'εαυτήν και το αυτό τούτο στο ''καθεαυτό''). Το αυτό τούτο είναι της δεν είναι άρα μόνιμο είναι, αλλά στη διαφορά του παύει άμεσα να είναι κάτι. Ένα τέτοιο είναι, όμως, άμεσα ανυπόστατο, δεν υπάρχει αυτό τούτο αλλά ουσιαστικά προς κάτι άλλο, το οποίο είναι η ισχύς που το απορροφά. Αλλ'αυτή η δεύτερη στιγμή, αντίθετη της πρώτης, του αυτού τούτου είναι (429) εξαφανίζεται εξ ίσου άμεσα με την πρώτη, δηλαδή ως είναι μόνο προς άλλο είναι μάλλον η ίδια η εξαφάνιση, οπότε έχει τεθεί το επιστραμμένο στον εαυτό του είναι, το καθ'εαυτόν είναι. Αυτό το απλό καθ'εαυτόν είναι δε, όντας η ομοιότητα προς εαυτόν, είναι μάλλον ένα είναι, δηλαδή υπάρχει συνεπώς προς ένα άλλο
.-Το ωφέλιμο εκφράζει αυτή την φύση της καθαρής διάγνωσης ως προς την έκπτυξη των στιγμών της, δηλαδή ως αντικείμενο. Το ωφέλιμο είναι αυτό τούτο υφιστάμενο ή πράγμα, συνάμα η αυθυπαρξία τούτη αποτελεί μόνο στιγμή. Άρα το ωφέλιμο υπάρχει απόλυτα προς άλλο, αλλά υπάρχει μόνο προς άλλο τόσο ακριβώς όσο υπάρχει αυτό τούτο. Αυτές οι αντίθετες στιγμές έχουν επιστρέψει στην αδιάρρηκτη ενότητα του καθ'εαυτόν είναι. Ναι μεν το ωφέλιμο εκφράζει την έννοια της καθαρής διάγνωσης, δεν την εκφράζει όμως ως τέτοια αλλά ως παράσταση, ήτοι ως το αντικείμενο καθαρής διάγνωσης. Είναι μόνον η ακατάπαυστη εναλλαγή εκείνων των στιγμών, μία εκ των οποίων είναι μεν το ίδιο το έχω επιστρέψει στον εαυτό μου, αλλά μόνον ως υπάρχει καθ'εαυτό, που θα πει ως αφηρημένη στιγμή που τοποθετείται στην μία πλευρά (167) έναντι των άλλων. Το ίδιο το ωφέλιμο δεν είναι η αρνητική ουσία, η οποία, αυτές τις στιγμές με την αντίθεσή τους, θα τις είχε συνάμα ως αχώριστες από μία και την αυτή άποψη (168), δηλαδή ως μία νόηση, στον εαυτό της (169), έτσι όπως υπάρχουν ως [315] καθαρή διάγνωση. Η στιγμή του καθ'εαυτόν είναι υπάρχει μεν στο ωφέλιμο, αλλά όχι έτσι ώστε να επικαθορίζει (170) τις άλλες, το αυτό τούτο και το είναι προς άλλο, οπότε θαταν ο εαυτός. Η καθαρή διάγνωση έχει λοιπόν στο ωφέλιμο για αντικείμενο την ίδια την έννοιά της ως προς τις καθαρές στιγμές της. Είναι η συνείδηση αυτής της μεταφυσικής, όχι ακόμα όμως η εννόησή της. Δεν έχει ακόμα φτάσει στην ενότητα του είναι και της έννοιας της ίδιας. Καθώς το ωφέλιμο έχει ακόμα μορφή αντικειμένου κατ'αυτήν, η ίδια έχει ακόμα έναν κόσμο που διακρίνει από τον εαυτό της, κι ας μην υπάρχει πια αυτός καθ'εαυτόν. Μόνο που εφ'όσον οι αντιθέσεις ωθήθηκαν ως το ακρότατο σημείο της έννοιας, η επόμενη βαθμίδα θα είναι ότι αυτές καταρρέουν κι ο διαφωτισμός διδάσκεται ποιοί είναι οι καρποί των ενεργειών του. 
[430] Αν δούμε το αντικείμενο όπου φθάσαμε σε σχέση μ'όλη αυτή τη σφαίρα, θα πούμε ότι ο ενεργός κόσμος της παιδείας έχει συγκεντρωθεί στην ματαιοδοξία της αυτοσυνειδησίας-στο καθ'αυτόν είναι που για περιεχόμενό του έχει ακόμη την σύγχυση αυτού του κόσμου κι είναι ακόμα η καθέκαστη έννοια, όχι ακόμη η καθ'αυτό καθολική. Έχοντας δε επιστρέψει στον εαυτό της, η έννοια είναι η καθαρή διάγνωση- η καθαρή συνείδηση ως ο καθαρός εαυτός, ήτοι η αρνητικότητα, όπως η πίστη είναι η ίδια ακριβώς συνείδηση ως η καθαρή νόηση, ήτοι η θετικότητα (171).  Η πίστη έχει σ'αυτό τον εαυτό την συμπληρωματική της στιγμή-αλλά καταρρίπτεται η ίδια απ'αυτή την αναπλήρωση (172), οπότε τώρα την καθαρή διάγνωση την βλέπουμε τις δύο στιγμές, ως απόλυτη ουσία, που είναι καθαρά νοούμενη ή αρνητικό-και ως ύλη, που είναι το θετικό ον.-Από αυτή την πληρότητα λείπει ακόμη η ενεργός πραγματικότητα της αυτοσυνειδησίας εκείνη, που ανήκει στην ματαιόδοξη συνείδηση-ο κόσμος απ'όπου η νόηση ανήλθε στον εαυτό της. Αυτό το ελλείπον επετεύχθη στην ωφελιμότητα εφ'όσον εδώ η καθαρή διάγνωση έγινε θετικά αντικειμενώδης. Ως εκ τούτου αυτή είναι η ενεργός συνείδηση ικανοποιημένη από τον εαυτό της. Τώρα αυτό το αντικειμενώδες αποτελεί τον κόσμο της καθαρής διάγνωσης. Έγινε αλήθεια όλων των προγενέστερων κόσμων, του ιδεατού όπως και του πραγματικού. Ο πρώτος κόσμος του νου είναι η εξαπλωμένη επικράτεια της διασκορπιζόμενης ύπαρξής του και της εξατομικευμένης του βεβαιότητας δι'εαυτόν. Όπως η φύση διασκορπίζει την ζωή της σε απείρως πολλαπλά σχήματα χωρίς να παρίσταται το γένος τους. Ο δεύτερος περιέχει το γένος και είναι η επικράτεια του αυτού τούτου είναι, ήτοι της αλήθειας, σ'αντίθεση μ'εκείνη την βεβαιότητα. Ο δε τρίτος, το ωφέλιμο, είναι η αλήθεια η οποία είναι εξ ίσου η βεβαιότητα δι'εαυτόν. Από την επικράτεια της αλήθειας της πίστης λείπει η αρχή της ενεργού πραγματικότητας, δηλαδή της βεβαιότητας δι'εαυτόν ως τάδε καθέκαστον άτομο. Από την ενεργό πραγματικότητα η βεβαιότητα δι'εαυτόν ως τάδε καθέκαστον άτομο λείπει όμως το αυτό τούτο. Στο αντικείμενο της καθαρής διάγνωσης έχουν ενοποιηθεί οι δύο κόσμοι. Το ωφέλιμο είναι το αντικείμενο, εφ'όσον η αυτοσυνειδησία διαβλέπει τί είναι [431] και έχει μέσα του την καθέκαστη [31] βεβαιότητα για τον εαυτό της, την απόλαυσή της (το καθ'αυτόν είναι της). Κατ'αυτό τον τρόπο διαγιγνώσκει τί είναι, κι αυτή η διάγνωση περιέχει την αληθινή ουσία του αντικειμένου (ότι είναι κάτι που διαβλέπεται, ήτοι προς άλλο). Άρα η διάγνωση είναι η ίδια αληθής επίγνωση, και η αυτοσυνειδησία έχει εξ ίσου άμεσα την καθολική βεβαιότητα δι'εαυτήν, την καθαρή συνείδησή της, σ'αυτή την αναφορά, όπου ενοποιούνται άρα τόσο η αλήθεια όσο κι η παρουσία και η ενεργός πραγματικότητα. Οι δύο κόσμοι έχουν συμφιλιωθεί κι ο ουρανός μετεμφυτεύθει κάτω στη γη. 

III. Η απόλυτη ελευθερία και ο τρόμος

  Στην ωφελιμότητα, η συνείδηση ηύρε την έννοιά της. Αλλά η έννοια είναι ακόμη, αφ'ενός, αντικείμενο, αφ'ετέρου, γι'αυτόν ακριβώς τον λόγο, σκοπός, τον οποίο η συνείδηση δεν έχει ακόμη άμεσα στην κατοχή της. Η ωφελιμότητα είναι ακόμη κατηγορούμενου του αντικειμένου, όχι υποκείμενο η ίδια, ήτοι όχι άμεση και μοναδική ενεργός πραγματικότητα του αντικειμένου (173). Το ίδιο εμφανίσθηκε προηγουμένως ως το ότι το καθ'αυτόν είναι δεν απεδείχθη ακόμη υφιστάμενη ουσία των υπόλοιπων στιγμών, ώστε το ωφέλιμο να μην είναι άμεσα άλλο από τον εαυτό της συνείδησης κι άρα αυτή να έχει αυτόν στην κατοχή της (174).-Αυτή όμως η απόσυρση της μορφής αντικειμενώδους του ωφέλιμου έχει ήδη συμβεί αυτή τούτη, κι από την εσωτερική αυτή επανάσταση ανακύπτει η ενεργός ανατροπή (175) της ενεργού πραγματικότητας, το νέο σχήμα της συνείδησης, η απόλυτη ελευθερία. 
 Στην πράξη δεν υπάρχει κάτι παραπάνω από μια κενή επίφαση αντικειμενώδους που χωρίζει τη συνείδηση από την κατοχή. Γιατί, αφ'ενός, κάθε υφίστασθαι και ισχύειν ορισμένων σκελών της οργάνωσης του ενεργού και του πιστευόμενου κόσμου έχει ολωσδιόλου επιστρέψει σ'αυτό τον απλό προσδιορισμό ως λόγο ύπαρξής του και νου του. Αφ'ετέρου δε, αυτός ο προσδιορισμός δεν έχει πλέον κάτι ίδιον καθ'αυτόν, είναι πολλώ μάλλον καθαρή μεταφυσική, καθαρή έννοια, ήτοι επίγνωση [432] της αυτοσυνειδησίας. Από την αυτό καθ'αυτό ύπαρξη του ωφέλιμου ως αντικειμένου γνωρίζει όντως η συνείδηση ότι το δικό της είναι αυτό τούτο είναι ουσιαστικά είναι προς άλλον. Η αυθυπαρξία ως το άνευ εαυτού είναι στ'αλήθεια το παθητικό, δηλαδή ό,τι υπάρχει προς ΄λλον εαυτό. Το αντικείμενο υπάρχει όμως κατά την συνείδηση υπ'αυτήν την [317] αφηρημένη μορφή της καθαρής αυθυπαρξίας, γιατί η συνείδηση είναι καθαρή διάγνωση, της οποίας οι διαφορές υπάρχουν υπό την καθαρή μορφή εννοιών.-Το καθ'εαυτόν είναι, όμως, στο οποίο επιστρέφει το είναι προς άλλο, ο εαυτός, δεν είναι ένας διαφορετικός από το εγώ, οικείος εαυτός αυτού που λέγεται αντικείμενο. Γιατί η συνείδηση ως καθαρή επίγνωση δεν είναι ένας καθέκαστος εαυτός στον οποίο τάχα αντιπαρατίθεται το αντικείμενο επίσης ως οικείος εαυτός αλλά είναι η καθαρή έννοια, η θέαση του εαυτού μέσα στον εαυτό, η απόλυτη διπλή όραση του εαυτού σου. Η βεβαιότητα δι'εαυτόν είναι το καθολικό υποκείμενο και η επιστάμενη έννοια του η ουσία πάσης πραγματικότητας. Ενώ λοιπόν το ωφέλιμο ήταν μόνο εναλλαγή των στιγμών μη επιστρέφουσα στην οικεία ενότητα, κι έτσι παρέμενε ακόμη αντικείμενο κατά την επίγνωση, παύει ναναι αυτό, γιατί το επισταμαι είναι το ίδιο η κίνηση των αφηρημένων αυτών στιγμών, είναι ο καθολικός εαυτός, ο εαυτός τόσο του εαυτού του όσο και του αντικειμένου (176), ως καθόλου δε, είναι η επιστέφουσα εις εαυτήν ενότητα αυτής της κίνησης (177). 
 Έτσι ο νους παρίσταται ως απόλυτη ελευθερία. Αυτός είναι η αυτοσυνειδησία που συλλαμβάνει τον εαυτό της, το ότι η βεβαιότητά της για τον εαυτό της είναι η ουσία όλων των νοητικών μαζών του πραγματικού όπως και του υπεραισθητού κόσμου ή, αντιστρόφως, το ότι η ουσία και η ενεργός πραγματικότητα είναι η επίγνωση εαυτού της συνείδησης.-Η αυτοσυνειδησία έχει συνείδηση της καθαρής προσωπικότητάς της και κατά τούτο κάθε νοητικής πραγματικότητας, οπότε κάθε πραγματικότητα είναι μόνο κάτι νοητικό. Ο κόσμος είναι γι'αυτήν δίχως άλλο η βούλησή της, και τούτη είναι η καθολική βούληση (178). Και δεν είναι βέβαια η κενή σκέψη της βούλησης που τίθεται με την σιωπηρή ή δι'αντιπροσώπου συναίνεση, αλλά πραγματικά η καθολική βούληση, βούληση όλων των καθεκάστων ατόμων ως τέτοιων (179). Γιατί η βούληση είναι, αυτή τούτη, η συνείδηση της προσωπικότητας ή του καθενός, οφείλει δε να υπάρχει ως [433] αυτή η αληθής ενεργός βούληση, ως αυτοσυνείδητη ουσία όλων και κάθε προσωπικότητας ώστε ο καθένας τα κάμνει όλα πάντα αμέριστα, και ό,τι προκύπτει ως ενέργεια του όλου είναι η άμεση και συνειδητή ενέργεια του καθενός. 
  Αυτή η αμέριστη υφιστάμενη ουσία της απόλυτης ελευθερίας ανέρχεται στον θρόνο του κόσμου χωρίς να μπορεί οποιαδήποτε δύναμη να της αντισταθεί. Γιατί αφού στ'αλήθεια μοναχά η συνείδηση είναι το στοιχείο όποιου οι νοητικές ουσίες ή εξουσίες έχουν την υφιστάμενη ουσία τους, όλο το σύστημά τους που οργανωνόταν και συντηρούνταν διά του επιμερισμού σε μάζες κατέρρευσε, αφ'ότου συλλαμβάνει η καθέκαστη συνείδηση το αντικείμενο έστω ώστε δεν έχει καμίαν άλλη ουσία εκτός της ίδιας της αυτοσυνειδησίας, δηλαδή ώστε είναι απόλυτηα η έννοια. Εκείνο που καθιστούσε την έννοια οντικό αντικείμενο ήταν η διαφοροποίησή της σε ξεχωριστές υφιστάμενες μάζες. Άπαξ όμως και το αντικείμενο γίνεται έννοια, τίποτε πια μέσα του δεν έχει υπόσταση. Η αρνητικότητα έχει διαπεράσει όλες τις στιγμές του. Γίνεται υπαρκτό έτσι ώστε κάθε καθέκαστη συνείδηση ανυψώνεται πέραν της σφαίρας στην οποία είχε αποδοθεί, δεν βρίσκει πια την ουσία και το έργο της στην τάδε εξειδικευμένη μάζα αλλά συλλαμβάνει τον εαυτό της ως την έννοια της βούλησης, όλες τις μάζες (318) δε ως ουσίες αυτής της βούλησης, οπότε μπορεί η ίδια να πραγματωθεί κι αυτή μόνο σε μιαν εργασία που είναι ολόκληρη εργασία. Σ'αυτή την απόλυτη ελευθερία, λοιπόν, καταργούνται όλες οι τάξεις, πουναι οι νοητικές ουσίες στις οποίες ως μέλη διαιρείται το σύνολο. Η καθέκαστη συνείδηση που ανήκει σ'ένα τέτοιο μέλος μέσα του ήθελε κι επιτελούσε, ήρε τον φραγμό της: Σκοπός της είναι ο καθολικός σκοπός, ομιλία της ο καθολικός νόμος, έργο της το καθολικό έργο. 
  Το αντικείμενο και η διαφορά έχουν χάσει εδώ την σημασία της ωφελιμότητας που ήτα κατηγορούμενο κάθε πραγματικού είναι. Η συνείδηση δεν ξεκινά την κίνησή της στο πραγματικό είναι ως κάτι ξένο, που μόνο πέραν αυτού θα επέστρεφε στον εαυτό της, παρά το αντικείμενο είναι γι'αυτήν η ίδια η συνείδηση. [434] Η αντίθεση λοιπόν συνίσταται μοναχά στη διαφορά καθέκαστης και καθολικής συνείδησης. Αλλά το καθέκαστον είναι άμεσα το ίδιο για τον εαυτό του ό,τι είχε μόνο επίφαση αντίθεσης, καθολική συνείδηση και βούληση. Το επέκεινα αυτής της ενεργού πραγματικότητάς του αιωρείται πάνω απ'το πτώμα της χαμένης αυτοδυναμίας του είναι, πραγματικού ή πιστευόμενου, σαν αναθυμίαση μόνον ενός άνοστου αερίου, του κενού etre supreme (τόνος στο πρώτο ε και στο δεύτερο από το supreme).
  Μετά την άρση των διαφορετικών νοητικών μαζών και της περιορισμένης ζωής των ατόμων, όπως και των δύο κόσμων της, υπάρχει λοιπόν μόνον η κίνηση της καθολικής αυτοσυνειδησίας στον εαυτό της, ως μια αλληλεπίδραση της ίδιας εν είδει καθολικότητας και εν είδει προσωπικής συνείδησης. Η καθολική βούληση μπαίνει στον εαυτό της και είναι καθέκαστη βούληση, στην οποία αντίκειται ο καθολικός νόμος και έργο. Αλλ'αυτή η καθέκαστη βούληση έχει συνείδηση του εαυτού της εξ ίσου άμεσα ως καθολικής βούλησης. Έχει συνείδηση του ότι το αντικείμενό της είναι τεθειμένος από την ίδια νόμος και επιτελεσμένο από την ίδια έργο. Όταν μεταβαίνει σε δραστηριότητα και δημιουργεί αντικειμενικότητα, δεν κάμνει λοιπόν τίποτε το καθέκαστον, μόνο συντάσσει νόμους και μεγαλουργεί σε κρατικές υποθέσεις (180).



161. Άλλη ανάγνωση: ''η καθαρή διάγνωση, ως απόλυτη έννοια, είναι μια διάκριση διακρίσεων''. Η προκριθείσα αντιστοιχεί περισσότερο στην στίξη του πρωτοτύπου.
162. Fühlen, που σημαίνει και νοιώθω, συναισθάνομαι, και ψαύω, ψηλαφώ. 
163. Βλ. την ίδια ιδέα παρακάτω σ. [554/407].
164. Ο ντεισμός (άγνωστος υπαρκτός θεός) και ο υλισμός, του Ρομπινέ (Robinet) και των ντ'Ολμπάκ και Λα Μεττρί (La Mettrie) αντίστοιχα. 
165. Άλλη ανάγνωση: ''ότι αυτό τούτον είναι και νοείν είναι το ίδιο'' (το αυτό τούτον είναι είναι τα όντα έξω από μας ή τα νοηατά όντα, ανάλογα με την συνάφεια). Ερμηνεία της γνωστής θέσης του Καρτέσιου (Descartes) για το εγώ: Νοώ, άρα υπάρχω
166. Πρώτη φράση της μελλοντικής Επιστήμης της λογικής, με την οποία χαρακτηρίζει το ''είναι'' ως τον πιο αφηρημένο ή απροσδιόριστο νοητικό προσδιορισμό όλων. 
167. Ή ''κατά μέρος'' (βλ. σ [200/147). 
168. Πρβλ, σ. [104/79], την κριτική της αρχής της αντίφασης.
169. Άλλη ανάγνωση: ''ως μία κίνηση στον εαυτό της'' (οπότε δεν τονίζει ότι η αρνητική οντότητα ενέχει τα αντίθετα στον εαυτό της αλλά ότι συμπεριφέρεται σαν να είναι στον εαυτό της σκέψη-και τα δύο μου φαίνονται σωστά). 
170. Ubergreift yber (umlaut). Βλ. σ. [131/99] (χαρακτηριστικό της καθολικής έννοιας). 
171. Άλλη ανάγνωση: ''όπως η πίστη είναι το ίδιο ακριβώς με την καθαρή νόηση, ήτοι την θετικότητα''. 
172. Συμπληρωματική: vervollständigendes. Αναπλήρωση: Engänzung. 
173. Η ανάγνωσή μου θεωρεί ότι το υποκείμενο εννοείται εδώ ως υποκείμενο κατηγόρησης σε αντιδιαστολή με το κατηγορούμενο. Αν το υποκείμενο εννοείται ως γνωστικό ή πρακτικό, ως εγώ, σε αντιδιαστολή με το αντικείμενο, η ανάγνωση είναι: ''όχι η ίδια υποκείμενο ή άμεση και μοναδική ενεργός πραγματικότητα του υποκειμένου''. 
174. Άλλη ανάγνωση: ''άρα αυτή θα ήταν μέσα σε κάτι που της ανήκει''.
175. Επανάσταση: Umwälzung. Ανατροπή: Umwältzung. 
176. Το καθόλου είναι πάντα μία στιγμή της αντίθεσης που είναι και η άλλη.
177. Τώρα, μέσω της έννοιας της ωφελιμότητας, κατακτήθηκε η γνωσιοθεωρητική σκοπιά του ίδιου του Ε. Πρβλ σ. [53-54/40].
178. Η ''γενική βούληση'', έννοια του Ρουσσώ, ο οποίος την αντιδιαστέλλει προς την ''βούληση όλων'' ως την ορθολογική βούληση που θα όφειλαν να έχουν όλοι, παρ'όλο που μπορεί να μην την έχουν (θεμελίωσε πρώτος την πολιτεία στη βούληση, σύμφωνα με τη Φιλοσοφία του Δικαίου του 1821, παρ. 258, παρατ. W 7, 400). 
179. Πιθανή αναφορά σε διατύπωση του Σιεγές (E.Sieyès, κατά GW 9.513). 
180. Staatsaktionen: πολιτικές πράξεις, αλλά κυρίως όταν αναπαρίστανται στο θέατρο με πομπώδη τρόπο, κατ'επέκταση η σημαντική υπόθεση, με ειρωνική διάθεση. 

[...]

(σ.σ το κείμενο που ακολουθεί είναι πολύ ενδιαφέρον, όμως ξεφεύγει από τους σκοπούς του παρόντος)



Δημοσιεύτηκε από τον χρήστη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου