Σπηλιά του Μοντεχρήστου


Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

Η κοινωνική εξουσία στην Ιστορία (απο τα Νεα):Μάικλ ΜανΟι πηγές της κοινωνικής εξουσίας




, Γράφει ο Γιάννης Βούλγαρης




''Αυτή νομίζω ότι είναι η περίπτωση του δίτομου έργου ιστορικής κοινωνιολογίας του Μάικλ ΜανΟι πηγές της κοινωνικής εξουσίαςπου διατίθεται πλέον στο ελληνόφωνο κοινό χάρη στην εκδοτική τόλμη του οίκου Πόλις και του κ. Ν. Γκιώνη. Το έργο θεωρείται πλέον κλασικό και ο συγγραφέας, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λος Άντζελες, από τους σημαντικότερους ιστορικούς κοινωνιολόγους. Ο πρώτος τόμος εξετάζει την εξέλιξη της κοινωνικής εξουσίας «από τις αρχές» ώς το 1760 μ.Χ. Παρακολουθεί τη διαδοχή των μεγάλων ιστορικών πολιτισμών της Μεσοποταμίας, της Αιγύπτου, της Φοινίκης, της αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης, για να καταλήξει στην Ευρώπη και την «άνοδο του ευρωπαϊκού πολιτισμού», ο οποίος βασίστηκε πρωτίστως στη χαλαρή συμμαχία του σύγχρονου εδαφικού κράτους και του καπιταλισμού. Η γραμμή ανάλυσης στηρίζεται στη διάκριση δύο «μορφωμάτων εξουσίας» που επαναστατικοποίησαν την κοινωνική εξέλιξη.



Οι αυτοκρατορίες κυριαρχίας(π.χ. Ασσυριακή, Ρωμαϊκή) που επέβαλαν με τον στρατιωτικό κεντρικό εξαναγκασμό έναν ορισμένο κρατικό εδαφικό συγκεντρωτισμό και μια γεωπολιτική ηγεμονία.



Οι πολιτισμοί πολλαπλών εξουσιαστικών δρώντων(multi-power-actor civilizations, π.χ. αρχαία Ελλάδα, μεσαιωνική και αναγεννησιακή Ευρώπη), οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από τον αποκεντρωμένο ανταγωνισμό διαφόρων συλλογικών υποκειμένων μέσα σε ένα σχετικά ενιαίο ρυθμιστικό κανονιστικό πλαίσιο.



Δεν είναι τυχαίο ότι μόνο στη δεύτερη περίπτωση η πάλη των τάξεων με τη μαρξική έννοια αποκτά εμπειρική- εννοιολογική βαρύτητα, ενώ στην πρώτη οι τάξεις παραμένουν «λανθάνουσες» συλλογικότητες και οι υποτελείς τάξεις προκαλούν μόνο τοπικές- τομεακές συγκρούσεις.

Ο δεύτερος τόμος ξετυλίγεται στον «μακρύ 19ο αιώνα» και εξετάζει την ανάπτυξη των τάξεων και των εθνών- κρατών από το 1760 ώς τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο του 1914. Η εδραίωση του σύγχρονου εδαφικού κράτους από κοινού με την ενδυνάμωση του βιομηχανικού καπιταλισμού ώθησαν στην αύξουσα «κρατικοποίηση» των κοινωνιών και στην «εθνικοποίηση» των πληθυσμών. Οι δύο αυτές διαδικασίες καθόρισαν επιπλέον τη μορφολογία, τους συσχετισμούς και τις δυνατότητες πολιτικής κινητοποίησης των τάξεων. Το «έθνος» και η «τάξη» δεν αντιπαρατέθηκαν ως διαφορετικές και εναλλακτικές συλλογικότητες, αλλά συμπλέχτηκαν εγγενώς, γεγονός που ωφέλησε τα εθνικά κράτη και έβλαψε τις πολυεθνικές αυτοκρατορίες. Παρά το χρονικό εύρος και τον όγκο του, το βιβλίο μπορεί να προσεγγιστεί από ποικίλα αναγνωστικά κοινά, αναλόγως με τα προσωπικά ενδιαφέροντα του καθενός. Όσοι/ες γοητεύονται από την Ιστορία μπορούν να ακολουθήσουν τη συμβουλή του συγγραφέα και να διαβάσουν μόνο τα ιστορικά κεφάλαια. Θα ανταμειφθούν περιπλανώμενοι στις σημαντικότερες περιόδους της ανθρώπινης περιπέτειας με οδηγό έναν χαλκέντερο μελετητή των σημαντικών πολιτισμών ο οποίος έχει την εξαιρετική ικανότητα να θεωρητικοποιεί την Ιστορία και να ιστορικοποιεί τη θεωρία.

Όσοι/ες ενδιαφέρονται για τους σύγχρονους κοινωνιολογικούς και ιστορικούς προβληματισμούς θα διαβάσουν ένα ρωμαλέο έργο ιστορικής κοινωνιολογίας, μια ενδιαφέρουσα θεώρηση της κοινωνικής εξουσίας, μια μακροϊστορική μελέτη της ανάδυσης του σύγχρονου κράτους, του καπιταλισμού, των κοινωνικών τάξεων και της ευρωπαϊκής κυριαρχίας.



Μεθοδολογικά ο Μαν εντάσσεται στην παγιωμένη πλέον συνήθεια της ιστορικής κοινωνιολογίας να συνδυάζει σε ποικίλες ανά συγγραφέα «δόσεις» τούς μεγάλους κλασικούς, συνθέτοντας ιστορικά συγκεκριμένες ερμηνείες μακρο-κοινωνικών δομών και διαδικασιών. Σημεία αναφοράς για τον Μαν είναι (πρωτίστως)



ο Βέμπερ και ο Μαρξ. Από τον πρώτο εμπνέεται την πολυαιτιακή ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας, την πολλαπλότητα των πηγών της εξουσίας, την ιστορικοσυγκριτική μέθοδο. Από τον δεύτερο, τη βαρύτητα της οικονομικής εξουσίας, την ανάλυση του καπιταλισμού και τη σημασία των τάξεων στη σύγχρονη ιστορία. Και από τους δύο, την κοινή απόπειρα να κατανοήσουν τις αιτίες της ιστορικής ιδιαιτερότητας του ευρωπαϊκού πολιτισμού που τον κατέστησαν βαθμιαία από τον 16ο αιώνα κυρίαρχο σε παγκόσμιο επίπεδο, με κορύφωση ακριβώς τον «μακρύ 19ο αιώνα».



Όπως φαίνεται και από τον τίτλο, η κεντρική έννοια με την οποία ο Μαν προσπαθεί να δαμάσει το αχανές εμπειρικό υλικό και το εύρος των αιώνων είναι η κοινωνική εξουσία.

Διακρίνει συγκεκριμένα τέσσερις πηγές: την ιδεολογική, την οικονομική, τη στρατιωτική και την πολιτική. Στο θεωρητικό επίπεδο, η καθεμία έχει την αυτονομία της. Ο Μαν στέκεται κριτικά ως προς τον μαρξιστικό οικονομίστικο αναγωγισμό. Εξίσου όμως κριτικά τοποθετείται και ως προς τον πολιτισμικό αναγωγισμό που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στη σύγχρονη κοινωνική επιστήμη μέσω της ανάλυσης του λόγου και συγγραφέων όπως ο Φουκό και ο Geertz. Σε αυτό το ρεύμα καταλογίζει ότι «αποφεύγουν την αιτιώδη ανάλυση, περιγράφοντας ξανά ολόκληρες κοινωνικές διαδικασίες με πολιτισμικούς όρους» (τ. 2, σ. 221). Ο Μαν θεωρεί ότι καμία από τις τέσσερις πηγές εξουσίας δεν είναι «καθοριστική σε τελευταία ανάλυση».


Κατά ιστορικές περιόδους, μπορεί μία από τις τέσσερις να αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα, αλλά αυτό είναι ζήτημα εμπειρικής διαπίστωσης, όχι θεωρητικής επιλογής. Στη συγκεκριμένη ιστορικοκοινωνική εξέλιξη, οι τέσσερις πηγές εξουσίας ήταν πάντοτε συνυφασμένες και η εκάστοτε συνύφανση αποκρυστάλλωνε τις εξουσιαστικές δομές ενός πολιτισμού, μιας κοινωνίας ή μιας ιστορικής περιόδου. Ο ίδιος ο Μαν πάντως επιμένει ιδιαίτερα στη σημασία που είχε και έχει στην ιστορική εξέλιξη η στρατιωτική εξουσία.

Διαχωρίζοντάς την αναλυτικά- θεωρητικά από την πολιτική εξουσία, επισημαίνει τον ρόλο του πολέμου και της προετοιμασίας για πόλεμο ως διαμορφωτικού παράγοντα των κοινωνιών, γεγονός που είχε παραγνωριστεί στη σύγχρονη ιστορική κοινωνική ανάλυση. Γενικότερα πάντως ο Μαν, σε αντίθεση με τη διαδεδομένη, σχεδόν τελεολογική, κλασική ή νεοκλασική θεωρία που αναγορεύει την αγοραία οικονομική ανταλλαγή σε κινητήρα της κοινωνικής εξέλιξης, σαφώς ρίχνει το βάρος του στην κρατική- στρατιωτική εξουσία στεκόμενος ιδιαίτερα στον καθοριστικό ρόλο που είχε στον σχηματισμό των τάξεων και των εθνών. Χαρακτηρίζει άλλωστε την προσέγγισή του «θεσμικό κρατισμό» (τ. 2, σ. 74).



Με αυτές τις προϋποθέσεις, ο Μαν επιχειρεί κάτι που κινείται στα όρια μιας ιστορικά και θεωρητικά προσανατολισμένης κοινωνιολογικής ανάλυσης της ανθρώπινης εξέλιξης. Διακηρυγμένη πρόθεσή του είναι να αποφύγει τον εξελικτικισμό και τη νομοτελειακή θεώρηση, κατά την οποία κάθε ιστορική αποκρυστάλλωση των εξουσιών και των πολιτισμών περιέχει εν σπέρματι την επόμενη. Η εξέλιξη, γράφει, δεν είναι «τελεολογικό προϊόν ενός “παγκόσμιου πνεύματος”, του “πεπρωμένου του Ανθρώπου”, του “θριάμβου της Δύσης”, της “κοινωνικής εξέλιξης”, της “κοινωνικής διαφοροποίησης”, “των αναπόφευκτων αντιφάσεων ανάμεσα σε παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις” ή όποιας άλλης από εκείνες τις Αληθινά Μεγάλες Θεωρίες της Κοινωνίας που κληρονομήσαμε από τον Διαφωτισμό. [...] οι αγώνες εξουσίας είναι οι κύριοι παράγοντες δόμησης της ιστορίας, αλλά οι εκβάσεις τους είναι συχνά οριακές» (τ. 1, σ. 717). ''

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου