Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλωσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλωσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2021

Περί Γλώσσας - Έθνους και συστήματος Μιλιετ της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ( σχόλια μου σε συζήτηση )

 


Η ανάδειξη της γλώσσας ως κυρίου σημαίνοντος του έθνους ήταν νεωτερικό σύμπτωμα του Εθνικισμού.

 

Ωστόσο επίσημες γλώσσες στην Οθωμανική Αυτοκρατορια  δεν ήταν καποιες ομιλούμενες  εκεί προφορικές γλώσσες όπως θα λέγαμε σήμερα αλλά κάποιες γραπτές γλώσσες που είχαν Κυρος ως Ιερές γλώσσες .

 

Ιερή γλώσσες π.Χ. ήταν στην Μεσαιωνική Δύση τα Λατινικά , παρόλο ή μάλλον ακριβώς επειδή ήταν νεκρή γλώσσα και ακατάληπτη από την πλειοψηφία των πληθυσμών : η αξία της ήταν τελετουργική..

Μεσολαβούσε μεταξύ Ουρανού και γης κατά Άντερσον ) .

 

Ιερές γλώσσες ή γλωσσες κύρους ήταν η Αραβική - Κοράνι , Περσικά λόγω ...ποίησης Ελληνικά ως γλώσσα της λειτουργίας του Ορθοδόξου μιλλετ ( ιερή γλωσσα ) κ.α. Φυσικά και δεν υπήρχε γλωσσικός εξαναγκασμός και απαγορεύσεις . Παρεμπιπτόντως η Τυποποίηση και ανάδειξη των Εθνικών γλωσσάς και στη Δύση προέκυψε και από την ανάδειξη της Τυπογραφίας που επέτρεψε την μετάφραση και εκτύπωση της Βίβλου Πιο πριν η ιερή γλώσσα ήταν και στη Δύση τα Λατινικά . Τώρα κατά τον 19ο αιώνα προέκυψε ένας Μπουρδουκλεμες : .

Στο Σύστημα των Μιλλετ της Ο.Α η όποια εκπαίδευση ήταν κι αυτη θρησκευτική κι αυτό έδωσε στο Ελληνικό στοιχείο του Ορθόδοξου μιλετ  ενα τεράστιο πλεονέκτημα το οποίο εκμεταλλεύτηκε πλήρως ο Ελληνικός εθνικισμός ταυτίζοντας την γλώσσα με το ελληνικό Έθνος ενώ τα ελληνικά ήταν απλώς η γλώσσα των Ορθοδόξων Σχολείων..

Η βουλγαρική Εξαρχία δημιούργησε ενα ρήγμα ζητώντας η λειτουργία να γίνεται στη γλώσσα τους και αυτό με τη σειρά του επιτάχυνε τις εξελίξεις ως καραμπόλα καθώς και οι Έλληνες του Ελλαδικού βασιλείου εκμεταλλευτήκαν το Ρήγμα παρουσιάζοντας τους σλαβοφωνους χριστιανούς του ορθόδοξου μιλλετ που παρέμεναν πιστοί στο Πατριαρχείο και την παράδοση της λειτουργίας στην Ελληνική ιερή γλώσσα ως. Έλληνες εθνικά..

 Οι Οθωμανοί που δεν καταλάβαιναν ...Χριστό από αυτά τραβούσαν τα μαλλιά τους ( και τα τουφεκιά τους) μέχρι που αναδύθηκε τελευταίος και καταϊδρωμένος και ο τουρκικός εθνικισμός που ανέδειξε την τουρκική γλώσσα ως στοιχείο του έθνους τους

Και σε δυτικές αυτοκρατορικές Αυλές του 18ου αιώνα η γλώσσα Κυρους( για να μη την πω επίσημη ) Δεν ήταν η" Εθνική " αλλά π.Χ. η Γαλλική για την Αυλή των Αψβούργων και όχι η π.Χ. Γερμανική ( αν θυμάμαι καλά από τον Άντερσον)

..Αλλά κατά τον 19ο αιώνα με την δυαδική μοναρχία της Αυστροουγγαρίας μπερδεύονται τα πράγματα ..

. Ας ξεφύγουμε λίγο από την νεωτερική ιδέα ότι η Γλώσσα είναι η " ψυχή " του έθνους ( ή του Λαού - Δημώδης ) και ας σκεφτούμε πως υπήρξε μια όχι πολύ πολύ μακρινή εποχή όπου όχι μόνο η γλώσσα των εγγράφων ή η Θρησκευτική γλώσσα ήταν ακατανόητη από τους υπηκόους ή πιστούς αλλά αυτό ήταν και Προϋπόθεση της Πίστης η της Υπακοής..

 

Διότι ενώ η νεωτερικότητα βασίζεται σε μια γενικευμένη απαίτηση ισότητας - άρα και απαίτηση κατανόησης των Νομικών ή θρησκευτικών κείμενων - στις προ νεωτερικές κοινωνίες κυριαρχεί η Νομική ανισότητα .. Δεν στηρίζονται στην ισότητα αλλά στην υποτελεια

.Και στη Μεσαιωνική δύση δεν υπήρχε κανένας λόγος για να καταλάβει ένας π.Χ. Γερμανός ενα κείμενο στα Λατινικά

..Ήταν ο α) Προτεσταντισμός β) η Τυπογραφία και εντέλει γ ) ο Ρομαντισμός ( Χέρντερ ) που ανέδειξαν τι εθνικές γλώσσες ως Ψυχή του Λαού... στη Κίνα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κ.α. η γλώσσα των Νομών δεν έχει ......σχέση με την κυριαρχούσα ομιλούμενη

Το να ψάχνουμε δηλαδή να βρούμε ποια γλώσσα μιλούσαν στο σεράγι του Σουλτάνου συμπεραίνοντας από τα

.. Γραπτά κείμενα είναι πλήρης Αναχρονισμός...

 

Μόνο στη νεωτερική εθνικιστική εποχή είχαμε- πρώτα στην Ευρώπη-

 ένα ενιαίο τυποποιημένο σύστημα καθολικής Εγγραμματοσυνης στηριγμένης στην α) καθολική εκπαίδευση β) στις εφημερίδες και γενικά στον έντυπο λόγο γ) σε μια " εθνική " έντυπη λογοτεχνία ...

Ούτε καν στις αρχές του 19ου αιώνα αλλά στα τέλη του .

Και σήμερα  περνάμε οριστικά σε μια άλλη εποχή


Πέτρος  Θεοδωρ.


Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

P.Bourdieu-Γλώσσα και συμβολική εξουσία Η έγκυρη γλώσσα Οι κοινωνικές συνθήκες της αποτελεσματικότητας του τελετουργικού λόγου (σελ.155-169,Ινστιτούτο του βιβλίου Καρδαμίτσα,μετάφραση Κική Καψαμπέλη)ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ :Ταξικές Μηχανές bestimmung.blogspot.com

P.Bourdieu-Γλώσσα και συμβολική εξουσία | Ταξικές Μηχανές
bestimmung.blogspot.com

Η έγκυρη γλώσσα

Οι κοινωνικές συνθήκες της αποτελεσματικότητας του τελετουργικού λόγου 
(σελ.155-169,Ινστιτούτο του βιβλίου Καρδαμίτσα,μετάφραση Κική Καψαμπέλη)






Η αφελής ερώτηση  σχετικά με την εξουσία των λέξεων εμπεριέχεται λογικά στην αρχική καταστολή της ερώτησης σχετικά με τις χρήσεις της γλώσσας,άρα με τις κοινωνικές συνθήκες χρησιμοποίησης των λέξεων.Από τη στιγμή που μεταχειρίζεται κανείς τη γλώσσα ως αυτόνομο αντικείμενο,αποδεχόμενος το ριζικό διαχωρισμό που διενεργούσε ο Σωσσύρ ανάμεσα στην εσωτερική γλωσσολογία και την εξωτερική γλωσσολογία,ανάμεσα στην επιστήμη της γλώσσας(langue)και την επιστήμη των κοινωνικών χρήσεων της γλώσσας,καταδικάζεται να αναζητά την εξουσία των λέξεων μέσα στις λέξεις ,δηλαδή κάπου που δεν είναι.
[...].Η εξουσία που διαθέτουν τα λόγια(paroles)δεν είναι τίποτε άλλο από την εξουσία που έχει εκχωρηθεί στον εκπρόσωπο λόγου,και τα λόγια του,το περιεχόμενο του λόγου του(discours),και ο τρόπος με τον οποίο μιλάει-δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μαρτυρία,και μία μαρτυρία ανάμεσα στις άλλες,για το γεγονός ότι περιβάλλεται με την εγγύηση της κατ'εντολήν εξουσίας.
Από εδώ ξεκινάει το λάθος,που το έχει εκφράσει στην πιο ολοκληρωμένη του μορφή ο Ώστιν(ή,ύστερα από αυτόν,ο Χάμπερμας),όταν νομίζει ότι ανακαλύπτει μέσα στον ίδιο το λόγο,δηλαδή μέσα στην καθαρά γλωσσική υπόσταση της ομιλίας ,την αρχή της αποτελεσματικότητας της ομιλίας.Όταν προσπαθεί κανείς να κατανοήσει γλωσσικά τη δύναμη των γλωσσικών εκδηλώσεων,όταν αναζητά στη γλώσσα την αρχή που διέπει τη λογική και την αποτελεσματικότητα της γλώσσας του θεσμού,σημαίνει πως ξεχνά πως η εξουσία(αυθεντία)έρχεται στη γλώσσα από τα έξω,όπως μας υπενθυμίζει συγκεκριμένα το σκήπτρον το οποίο,στον Όμηρο,τείνουν στον ρήτορα που πρόκειται να πάρει το λόγο.Την αυθεντία αυτή,η γλώσσα δεν κάνει τίποτα περισσότερο από να την παριστά,να την εκδηλώνει,να τη συμβολίζει.Υπάρχει μια χαρακτηριστική ρητορική όλων των λόγων του θεσμού,δηλαδή της επίσημης ομιλίας του εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου λόγου...:τα υφολογικά χαρακτηριστικά της γλώσσας των ιερέων,των καθηγητών και γενικότερα των θεσμών,όπως η έλλειψη πρωτοτυπίας,η χρήση στερεοτύπων και η ουδετεροποίηση,απορρέουν από την θέση που καταλαμβάνουν σε κάποιο πεδίο ανταγωνισμού αυτοί οι θεματοφύλακες μιας κατ'εντολήν εξουσίας.
[...].Στην πραγματικότητα η χρήση της γλώσσας,δηλαδή τόσο ο τρόπος όσο και το περιεχόμενο του λόγου,εξαρτάται από την κοινωνική θέση του ομιλητή,η οποία και του υπαγορεύει ποια πρόσβαση μπορεί να έχει στη γλώσσα του θεσμού-την επίσημη,ορθόδοξη,νόμιμη ομιλία.Ακριβώς η πρόσβαση στα νόμιμα εργαλεία έκφρασης,και άρα η συμμετοχή στην εξουσία του θεσμού,συνοψίζει όλη τη διαφορά-μη αναγώγιμη σε αυτόν καθ'αυτόν τον λόγο-ανάμεσα στην απλή αγυρτεία των ''μασκαράδων'',που μεταμφιέζουν την επιτελεστική καταδήλωση σε περιγραφική ή διαπιστωτική καταδήλωση,και την έγκυρη αγυρτεία εκείνων που κάνουν το ίδιο με την εξουσιοδότηση και το κύρος ενός θεσμού,Ο εκπρόσωπος λόγου είναι ένας αγύρτης εφοδιασμένος με το σκήπτρον.

Αν,όπως παρατηρεί ο Ώστιν,υπάρχουν εκφωνήματα που ρόλος τους δεν είναι μόνο να ''περιγράψουν μια κατάσταση πραγμάτων ή να καταδηλώσουν ένα οποιοδήποτε γεγονός'',αλλά και να ''εκτελέσουν μια πράξη'',τούτο συμβαίνει επειδή η εξουσία των λέξεων έγκειται στο γεγονός ότι εκείνο που τις προφέρει δεν το κάνει για προσωπικό του λογαριασμό,παρά είναι απλώς ο ''φορέας'' τους:αν ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος λόγου μπορεί μέσω των λέξεων να επενεργήσει σε άλλους δρώντες και,με τη διαμεσολάβηση του έργου τους,στα ίδια τα πράγματα,τούτο συμβαίνει μόνο επειδή η ομιλία του συγκεντρώνει το συμβολικό κεφάλαιο που έχει συσσωρεύσει η ομάδα η οποία του έχει αναθέσει εντολή και πληρεξούσιος της οποίας είναι.Οι νόμοι της κοινωνικής φυσικής δεν ξεφεύγουν από τους νόμους της φυσικής παρά μόνο φαινομενικά,και η δύναμη που διαθέτουν ορισμένα συνθήματα να επιτυγχάνουν έργο χωρίς δαπάνη έργου-εδράζεται στο κεφάλαιο που η ομάδα έχει συσσωρεύσει με την εργασία της,ενώ η αποτελεσματική χρήση αυτού του κεφαλαίου εξαρτάται από ένα ολόκληρο σύνολο προυποθέσεων,εκείνων οι οποίες προσδιορίζουν τα τελετουργικά της κοινωνικής μαγείας.Οι περισσότερες από τις προυποθέσεις που πρέπει να πληρωθούν προκειμένου ένα επιτελεστικό εκφώνημα να έχει επιτυχία ανάγονται στην καταλληλότητα του ομιλητή-ή,καλύτερα της κοινωνικής του λειτουργίας-και του λόγου που εκφωνεί:ένα επιτελεστικό εκφώνημα είναι καταδικασμένο σε αποτυχία οσάκις δεν προφέρεται από ένα πρόσωπο που έχει την εξουσία να το προφέρει ή γενικότερα,οσάκις ''τα επιμέρους πρόσωπα ή οι ιδιαίτερες περιστάσεις'' δεν είναι ''τα ενδεδειγμένα ώστε να μπορέσει κανείς να επικαλεστεί τη συγκεκριμένη διαδικασία'',με δύο λόγια,οσάκις ο ομιλητής δεν είναι εξουσιοδοτημένος να εκπέμψει τις λέξεις που αναφωνεί
[...].Βλέπουμε ότι όλες οι προσπάθειες για να βρούμε μέσα στην καθαρά γλωσσική λογική των διαφορετικών μορφών επιχειρηματολογίας,ρητορικής και υφολογίας την πηγή της συμβολικής αποτελεσματικότητας τους είναι καταδικασμένες σε αποτυχία,όσο δεν αποκαθιστούν τη σχέση ανάμεσα στις ιδιότητες του λόγου,τις ιδιότητες του ανθρώπου που εκφωνεί το λόγο και τις ιδιότητες του θεσμού που εξουσιοδοτεί τον άνθρωπο να εκφωνήσει το λόγο.[...]Και ο λόγος αυθεντίας δεν είναι τίποτε άλλο από την παραδειγματική μορφή των εκδηλώσεων αυτών,που οφείλουν την ειδική αποτελεσματικότητά τους στο γεγονός ότι φαίνεται να περικλείουν μέσα τους την πηγή μιας εξουσίας,η οποία στην πραγματικότητα έγκειται στις θεσμικές συνθήκες της παραγωγής και της δεξίωσής τους.Ο ειδικός χαρακτήρας του λόγου αυθεντίας(καθηγητική παράδοση,κήρυγμα κλπ)έγκειται στο γεγονός ότι δεν αρκεί να είναι κατανοητός(μπορεί μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις να μην είναι,χωρίς να χάνει τη δύναμή του),και ότι ασκεί την προσίδια ενέργειά του μόνο υπό τον όρο να αναγνωρίζεται ως τέτοιος.H αναγνώριση αυτή-που συνοδεύεται ή όχι από την κατανόηση-απονέμεται,ως αυτονόητη,μόνο υπό ορισμένες προυποθέσεις,εκείνες που προσδιορίζουν τη νόμιμη χρήση:ο λόγος αυθεντίας πρέπει να εκφωνείται από το πρόσωπο που νομιμοποιείται να τον εκφωνεί,τον κάτοχο του σκήπτρου,τον οποίο όλοι αναγνωρίζουν και αναγνωρίζουν ως νομικά ικανό και επιδέξιο να παραγάγει αυτή την ιδιαίτερη τάξη λόγου-ιερέα,καθηγητή,ποιητή κ.ά,Πρέπει να εκφωνείται στο πλαίσιο μιας νόμιμης κατάστασης,δηλαδή μπροστά στους νόμιμους αποδέκτες(δεν μπορούμε να διαβάσουμε ντανταιστική ποίηση στο υπουργικό συμβούλιο),πρέπει τέλος να εκφωνείται κατά τους νόμιμους τύπους(συντακτικούς,φωνητικούς κλπ).Oι προυποθέσεις τις οποίες μπορούμε να αποκαλέσουμε ιερολειτουργικές,δηλαδή το σύνολο των προδιαγραφών που διέπουν τον τύπο της δημόσιας εκδήλωσης αυθεντίας,όπως η εθιμοτυπία  των ιερετελεστιών,ο κώδικας των χειρονομιών και η επίσημη διάταξη των τελετουργιών,δεν είναι,καθώς διαπιστώνουμε,παρά ένα και μόνο στοιχείο,το πλέον ορατό,ενός συστήματος προυποθέσεων από τις οποίες οι πλέον σημαντικές,οι πλέον αναντικατάστατες είναι εκείνες που δημιουργούν τη διάθεση για την αναγνώριση ως παραγνώριση και πίστη,δηλαδή την εκχώρηση αυθεντίας,την εξουσιοδότηση,που χορηγεί στον έγκυρο λόγο την αυθεντία του.

Όταν κανείς εστιάζει αποκλειστικά στις τυπικές προυποθέσεις της αποτελεσματικότητας του τελετουργικού,ξεχνάει ότι οι τελετουργικές προυποθέσεις που πρέπει να πληρωθούν προκειμένου το τελετουργικό να λειτουργήσει και το θρησκευτικό μυστήριο να έχει ισχύ και ταυτόχρονα αποτελεσματικότητα δεν αρκούν ποτέ,όσο δεν έχουν συγκεντρωθεί οι προυποθέσεις που παράγουν την αναγνώριση του τελετουργικού αυτού:η γλώσσα αυθεντίας διαφεντεύει πάντα με τη συνεργασία εκείνων τους οποίους διαφεντεύει,δηλαδή χάρη στη συνδρομή των κοινωνικών μηχανισμών που έχουν την ικανότητα να παραγάγουν αυτή τη βασισμένη στην παραγνώριση συνενοχή,από την οποία απορρέει κάθε είδους αυθεντία.Και για να μετρήσουμε την έκταση του λάθους του Ώστιν και κάθε αυστηρά τυποκρατικής(φορμαλιστικής)ανάλυσης των συμβολικών συστημάτων,αρκεί να δείξουμε ότι η γλώσσα αυθεντίας δεν είναι τίποτε άλλο από το όριο της νόμιμης γλώσσας,η αυθεντία της οποίας δεν έγκειται,όπως θέλει ο ταξικός ρατσισμός,στο σύνολο των προσωδιακών και αρθρωσιακών παραλλαγών που προσδιορίζουν τη ''διακεκριμένη'' προφορά,ούτε στην πολυπλοκότητα  της σύνταξης ή του πλούτου του λεξιλογίου,δηλαδή στις ενδογενείς ιδιότητες του ίδιου του λόγου,αλλά στις κοινωνικές συνθήκες παραγωγής και αναπαραγωγής του τρόπου με τον οποίο κατανέμεται μεταξύ των τάξεων η γνώση και αναγνώριση της νόμιμης γλώσσας.

[...].Προκειμένου το τυπικό να λειτουργήσει και να φέρει αποτέλεσμα,πρέπει πρώτα απ'όλα να παρουσιαστεί και να γίνει αντιληπτό ως νόμιμο,ενώ ο ρόλος της στερεότυπης συμβολικής είναι ακριβώς να καταστήσει φανερό ότι ο δρων δεν ενεργεί εξ ονόματός του και αυτεξούσια αλλά ως εντεταμένος θεματοφύλακας.

''Πριν από δύο χρόνια,μια γριά ετοιμοθάνατη γειτόνισσά μου ζήτησε να πάω να φέρω τον παπά.Έρχεται ο παπάς,αλλά χωρίς τη μετάληψη,και μετά το ευχέλαιο τη φιλάει.΄΄Αν ζήτησα παπά τις τελευταίες μου στιγμές,δεν το ζήτησα για να με φιλήσει,αλλά για να μου φέρει τα εφόδια για την αιωνιότητα.Το φιλί αυτό είναι πατερναλισμός,δεν είναι το ιερό Λειτούργημα΄΄''.

Ο τελετουργικός συμβολισμός δεν έχει ενεργό δύναμη από μόνος του,αλλά μόνο καθόσον παριστά-με τη θεατρική έννοια του όρου-την κατ'εντολήν εκπροσώπηση:η αυστηρή τήρηση του κώδικα της ομοιόμορφης θείας λειτουργίας,ο οποίος διέπει τις χειρονομίες και τα λόγια των μυστηρίων,συνιστά την εκδήλωση και παράλληλα το αντίτιμο του πληρεξούσιου με το οποίο ο ιερέας γίνεται εκείνος που κατέχει το ''μονοπώλιο όσον αφορά το χειρισμό των αγαθών της σωτηρίας'',αντίθετα η παραίτηση από όλα τα συμβολικά κατηγορήματα της εκκλησιαστικής αυθεντίας-το ράσο,τη Λατινική,τους καθιερωμένους τόπους και αντικείμενα-εκδηλώνει τη διάρρηξη του παλαιού πληρεξούσιου το οποίο,με τη διαμεσολάβηση της Εκκλησίας ένωνε τον ιερέα με τους πιστούς:η αγανάκτηση των πιστών υπενθυμίζει ότι οι προυποθέσεις που προσδίδουν στο τελετουργικό την αποτελεσματικότητά του μπορούν να συγκεντρωθούν μόνο από ένα θεσμό ο οποίος περιβάλλεται,μέσω αυτού ακριβώς,με την εξουσία να ελέγχει το χειρισμό του τελετουργικού.Το διακύβευμα,στην κρίση της θείας λειτουργίας,είναι ολόκληρο το σύστημα των συνθηκών που πρέπει να πληρωθούν προκειμένου να λειτουργήσει ο θεσμός ο οποίος επιτρέπει και ελέγχει τη χρήση της και επίσης διασφαλίζει την ομοιομορφία της διαμέσου του χρόνου και του χώρου,διασφαλίζοντας τη συμμορφία όσων εντέλλονται να την επιτελέσουν:η κρίση της γλώσσας παραπέμπει έτσι στην κρίση των μηχανισμών που εξασφάλιζαν την παραγωγή των νόμιμων πομπών και δεκτών.Οι σκανδαλισμένοι πιστοί δεν απατώνται,όταν συνδέουν την αναρχική ποίκιλση του τελετουργικού με την κρίση του θρησκευτικού θεσμού:''Κάθε εφημέριος έχει γίνει ένας μικρός πάπας ή ένας μικρός επίσκοπος,και οι πιστοί βρίσκονται σε σύγχυση.Ορισμένοι,μπροστά σ'αυτόν το χείμαρρο αλλαγών,δεν πιστεύουν πια ότι η Εκκλησία είναι ο βράχος και ότι κατέχει την αλήθεια''.

[...].Η κρίση της θείας λειτουργίας παραπέμπει στην κρίση της ιεροσύνης(και ολόκληρου του πεδίου των κληρικών),η οποία παραπέμπει με τη σειρά της σε μια γενική κρίση της πίστης:αποκαλύπτει,μέσω ενός είδους αποσυναρμολόγησης σχεδόν πειραματικής φύσης,''τις συνθήκες επιτυχίας'' που επιτρέπουν στο σύνολο των εμπλεκόμενων δρώντων να διεκπεραιώσουν την τελετουργία με επιτυχία,και φανερώνει αναδρομικά ότι αυτή η αντικειμενική και υποκειμενική επιτυχία βασίζεται στην απόλυτη άγνοια των συνθηκών ,άγνοια η οποία,καθόσον προσδιορίζει τη δοξική σχέση με τα κοινωνικά τελετουργικά,αποτελεί την επιτακτικότερη συνθήκη της αποτελεσματικής διεκπεραίωσής τους..Προκειμένου η επιτελεστική μαγεία του τελετουργικού να λειτουργήσει πλήρως,πρέπει ο θρησκευτικός πληρεξούσιος,που είναι επιφορτισμένος με τη διεκπεραίωσή του στο όνομα της ομάδας,να ενεργεί ως ενός είδους διάμεσος ανάμεσα στην ομάδα και τον εαυτό της:η ομάδα είναι εκείνη η οποία,με το μεσολαβητή της,ασκεί στον εαυτό της τη μαγική δραστικότητα που εμπερικλείεται στο επιτελεστικό εκφώνημα.

Η συμβολική αποτελεσματικότητα των λέξεων δεν ασκείται ποτέ παρά μόνο στο μέτρο που όποιος την υφίσταται αναγνωρίζει ότι εκείνος που την ασκεί είναι δικαιοδοτημένος να την ασκεί ή,πράγμα που καταλήγει στο ίδιο,στο μέτρο που ξεχνάει και αγνοεί,υπείκοντας σ'αυτήν,ότι με την αναγνώριση που της χορηγεί έχει συντελέσει στη θεμελίωσή της.Και στηρίζεται εξ'ολοκλήρου στην πίστη που θεμελιώνει το υπούργημα,αυτό το κοινωνικό πλάσμα,και που είναι πολύ βαθύτερη από τα πιστεύω και τα μυστήρια τα οποία ο λειτουργός επαγγέλεται και εγγυάται:(η καθαρά θρησκευτική τελετουργία είναι απλώς μια ιδιαίτερη περίπτωση όλων των κοινωνικών τελετουργικών,η μαγεία των οποίων δεν έγκειται στους λόγους και στα περιεχόμενα συνείδησης που τους συνοδεύουν αλλά στο σύστημα των κοινωνικών σχέσεων που συγκροτούν το ίδιο το τελετουργικό,και οι οποίες το καθιστούν δυνατό και κοινωνικά τελεσιουργό,μεταξύ άλλων στις παραστάσεις και πεποιθήσεις που αυτό συνεπάγεται):γι'άυτό η κρίση της θρησκευτικής γλώσσας και της επιτελεστικής δραστικότητάς της δεν περιορίζεται στην κατάρρευση ενός σύμπαντος παραστάσεων,όπως πιστεύεται συχνά.Συνοδεύει τον καταποντισμό ενός ολόκληρου κόσμου κοινωνικών σχέσεων,συστατικός παράγοντας του οποίου ήταν ακριβώς αυτή η γλώσσα.

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

In girum imus nocte et consumimur igni

Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν"

Παρόμοιες επιγραφές είναι οι:
"Νοσώ. Σύ ος η ίαμα, Ιησού, σώσον"
"Νόμον, ο κοινός, έχε σον οικονόμον"
"Σος ειμί, τίμιε, σός"
"Σοφά ται και μη, γη μια και τάφος"
In girum imus nocte et consumimur igni"
(Μπαίνουμε σε κύκλο τη νύχτα και μας καταναλώνει η φωτιά - αναφερόμενο σε έντομα που πέφτουν στη φλόγα, τη νύχτα

Καρκινικά Κείμενα

Υπό μια ευρύτερη έννοια, έχουμε καρκινικές φράσεις όπου η "καρκινική μονάδα" είναι η λέξη, και καρκινικά κείμενα όπου "καρκινική μονάδα" είναι η πρόταση. Ένα καρκινικό κείμενο διαβάζεται ανάποδα πρόταση-προς-πρόταση. Στην Αγγλική γλώσσα, παραδείγματα Καρκινικών (ή Παλίνδρομων) κειμένων είναι το ποίημα Dopellganger του James A. Lindon, και ο διάλογος "Crab Canon" στο βιβλίο "Gödel, Escher, Bach" του Douglas Hofstadter. Στην ελληνική γλώσσα, πρόσφατο παράδειγμα έχουμε στη συλλογή διηγημάτων "ΛΑΘΟΣ ΟΔΗΓΙΕΣ" που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2008, όπου ο συγγραφέας Αλέκος Παπαδόπουλος έχει συμπεριλάβει τρία καρκινικά κείμενα ("Στον Αστερισμό του Καρκίνου", "Καρκινικός Κώδικας", "Καρκινοβασίες"), όπου η "καρκινική μονάδα" είναι η πρόταση.

Ετυμολογία

Ο χαρακτηρισμός "καρκινική επιγραφή" προέρχεται από την κίνηση του "καρκίνου" (κάβουρα), ο οποίος κινείται πλαγίως, και προκειμένου να προχωρήσει μπροστά πηγαίνει δεξιά-αριστερά-δεξιά-αριστερά. Διαβάζοντας μια καρκινική επιγραφή, το βλέμα μας πηγαίνει από αριστερά προς τα δεξιά και μετά από τα δεξιά προς τα αριστερά, όπως δηλαδή θα κινείτο αν παρακολουθούσε έναν κάβουρα (καρκίνο) να προχωρά. Εξ ου και "καρκινική" επιγραφή.
Στις Ευρωπαϊκές γλώσσες, για το χαρακτηρισμό των καρκινικών επιγραφών χρησιμοποιείται η λέξη "παλίνδρομοι
 πηγη:
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE

 δειτε και

Guy Debord, In girum imus nocte et consumimur igni (1978)

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Λευκός θόρυβος Οι βλαβερές συνέπειες της αρχαιολαγνείας

Οι βλαβερές συνέπειες της αρχαιολαγνείας
Έχω την εντύπωση οτι ακόμα κι αν βγει αυτή η Ρεπούση και πει οτι η γη είναι στρογγυλή θα βρεθούν κάμποσοι να διαφωνήσουν μαζί της και μάλιστα θα το κάνουν με τον πρέποντα φανατισμό.  Το ακόμα καταπληκτικότερο είναι οτι οι πρόθυμοι να κατακρεουργήσουν (νοηματικά πάντα) τη Ρεπούση επικαλούνται μονίμως επιχειρήματα του τύπου:
1.Αυτή είναι βαλτή από ξένα κέντρα.
2.Προσπαθεί να κάνει ντόρο γι΄αυτό υποστηρίζει τέτοιες απόψεις.
3.Έχει κόλλημα με την ελληνικότητα γι΄αυτό και τη διαβάλλει.

Τέτοια επιχειρήματα είναι, το λιγότερο, βλακώδη εφόσον δεν ασχολούνται με την ουσία των απόψεων που έχουν εκφραστεί αλλά με την διερεύνηση των προθέσεων και των σκοπών. Κι όλα αυτά δεν θα με ενοχλούσαν τόσο, αν λειτουργούσαν αμφίπλευρα –αν, ας πούμε, δεν ψάχναμε μόνο γιατί η Ρεπούση υποστηρίζει το τάδε ή το δείνα αλλά και γιατί ο χι εθνικόφρονας διαφωνεί μαζί της ή ο ψι πολιτικός προωθεί νομοθετήματα τα οποία ωθούν την Ρεπούση στη διατύπωση των συγκεκριμένων απόψεων. Όσο αυτό δεν γίνεται, δικαιούμαι να μιλάω για μονόπλευρο φανατισμό επιπέδου παλαιοημερολογιτών (για να το πω ευγενικά).
Έχω την εντύπωση οτι η Ρεπούση ενοχλεί (ειδικά αυτή –εφόσον οι απόψεις που εκφράζει δεν είναι πρωτοφανείς, ούτε καν πρωτότυπες) λόγω της μεθοδολογίας της στην τεκμηρίωση. Σαν ιστορικός η Ρεπούση έχει εκπαιδευτεί να λειτουργεί ιατροδικαστικά –ν΄ανοίγει το ψυγείο, να τραβάει έξω το παγωμένο πτώμα και να το πετσοκόβει. Δεν ασχολείται η επιστήμη της Ιστορίας με ζώσες κοινωνίες, δεν κάνει δυναμική έρευνα αλλά στατική –και καλά κάνει. Αυτός ο «πάγος» λοιπόν, αυτή η «ιατροδικαστική» ματιά στην εξέταση των γεγονότων είναι που ενοχλεί το (ας το πούμε) κοινό αίσθημα. Και για να καταλάβεις καλύτερα τη συγκεκριμένη θέση μου ψάξε να βρεις δηλώσεις της Ρεπούση για σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα (συλλογικές συμβάσεις, απολύσεις κλπ).
Πέραν όλων αυτών το θέμα που έχει ανοίξει (όχι με υπαιτιότητα της Ρεπούση, αλλά λόγω του νομοσχεδίου για το νέο Λύκειο) αφορά την διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας. Πρόσεξε –όχι τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών κειμένων την οποία χαρακτήρισε αναγκαία στην ομιλία της η Ρεπούση αλλά από μετάφραση -τη διδασκαλία της γλώσσας! Τι θα πει διδασκαλία Αρχαίων Ελληνικών; Αντιγράφω ενδεικτικά από τα περιεχόμενα του βιβλίου Αρχαίων Ελληνικών της Α’ Γυμνασίου:
Γ. Γραμματική: 1. Τόνοι και πνεύματα 2. Μέρη του λόγου 3. Τα παρεπόμενα των πτωτικών 4. Τα παρεπόμενα του ρήματος
Γ. Γραμματική: 1. Οριστική ενεστώτα ρ. εἰμί 2. Οριστική ενεστώτα και μέλλοντα ε.φ. βαρύτονων ρημάτων 3. Oριστική μέλλοντα ε.φ. αφωνόληκτων βαρύτονων ρημάτων
Γ. Γραμματική: 1. Η αύξηση 2. Οριστική παρατατικού ρ. εἰμί 3. Οριστική παρατατικού και αορίστου ε.φ. βαρύτονων ρημάτων 4. Οριστική αορίστου ε.φ. αφωνόληκτων βαρύτονων ρημάτων
Γ. Γραμματική: 1. Ο αναδιπλασιασμός 2. Οριστική παρακειμένου και υπερσυντελίκου ε.φ. βαρύτονων ρημάτων 3. Οριστική παρακειμένου και υπερσυντελίκου ε.φ. αφωνόληκτων βαρύτονων ρημάτων
Γ1. Γραμματική: Γ΄ κλίση ουσιαστικών: α. καταληκτικά διπλόθεμα φωνηεντόληκτα σε -ις (γεν. -εως) β. καταληκτικά μονόθεμα φωνηεντόληκτα σε -εύς (γεν. -έως) – ουδέτερα ακατάληκτα μονόθεμα οδοντικόληκτα σε (γεν. -ατος)
Γ. Γραμματική: 1. Γ΄ κλίση ουσιαστικών: α. ακατάληκτα διπλόθεμα οδοντικόληκτα σε -ων (γεν. -οντος) β. καταληκτικά μονόθεμα οδοντικόληκτα σε -ας (γεν. -αντος) 2. Οριστική ενεστώτα και μέλλοντα μ.φ. βαρύτονων ρημάτων 3. Οριστική μέλλοντα ρ. εἰμί
Αυτά για να πάρεις μια πρώτη γεύση περί του τι σημαίνει Αρχαία Ελληνικά για ένα παιδάκι το οποίο μόλις τελείωσε το Δημοτικό. Α ναι –μήπως θέλεις να μάθεις πόσες ώρες Φυσική ή Χημεία κάνει αυτό το παιδάκι της Α΄Γυμνασίου το οποίο μαθαίνει αφωνόληκτα βαρύτονα; 0 ώρες (ολογράφως ζερό μαύρο).
 Κι αφού έκανες τον κόπο να τα διαβάσεις τα παραπάνω –για πες μου (χωρίς να το γκουγκλίσεις) ποιος είναι ο υπερσυντέλικος του λύω; Αν δεν είσαι φιλόλογος (ή κολλημένος με τη μελέτη αρχαίων κειμένων) πάω στοίχημα οτι δεν το ξέρεις. Αλλά το παιδί σου επιμένεις να το μάθει κι ας το ξεχάσει αμέσως όταν αποχωρήσει από την αίθουσα των εξετάσεων!
Πάμε τώρα και στην πρόσφατη διαφωνία Ρεπούση-Αρβαντιόπουλου για να εντοπίσουμε κάτι, συνταρακτικά ενδιαφέρον, κατά την ταπεινή μου γνώμη:
«Νεκρές γλώσσες λέγονται οι γλώσσες που δεν μιλιούνται και σε αυτές συγκαταλέγονται και τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά», υποστήριξε η Ρεπούση για να αντιτείνει ο Αρβανιτόπουλος οτι: «Δεν είναι νεκρή γλώσσα τα Αρχαία Ελληνικά, ενώ τα Λατινικά πράγματι είναι…. Η αρχαία ελληνική γλώσσα διδάσκεται, εξελίσσεται και είναι μια γλώσσα διαφορετική από τα λατινικά όσον αφορά την πορεία της».
Χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανένας περί της ορθότητας της άποψης Ρεπούση; Αμφιβάλλει κανένας περί του πώς ορίζεται μια γλώσσα ως νεκρή; Αμφιβάλλει κανένας οτι τα Αρχαία Ελληνικά δεν μιλιούνται πλέον;
Ας δούμε τώρα και τα επιχειρήματα Αρβανιτόπουλου περί ζωντανής γλώσσας! Η αρχαία ελληνική γλώσσα διδάσκεται, λέει ο κύριος αυτός. Μα, και τα λατινικά διδάσκονται και τα σανσκριτικά και η γραμμική Β’. Είναι αυτό κριτήριο περί της «ζωντανότητας» μιας γλώσσας; Αν ναι –τότε ούτε τα λατινικά είναι νεκρή γλώσσα!
Η αρχαία ελληνική γλώσσα εξελίσσεται, λέει ο κύριος αυτός. Αλήθεια; Δηλαδή βγαίνουν καινούργιες λέξεις στα Αρχαία Ελληνικά; Έχει κανένας υπόψη του έστω και μία τέτοια λέξη; Μήπως τα Αρχαία Ελληνικά είναι γλώσσα που μιλιέται από κάποιους και δεν το ξέρω;
Είναι μια γλώσσα διαφορετική από τα λατινικά όσον αφορά την πορεία της, λέει ο κύριος αυτός. Εδώ έχουμε να κάνουμε με επιχείρημα τύπου «το μπουζούκι είναι όργανο, ο αστυνομικός είναι όργανο άρα ο αστυνομικός είναι μπουζούκι». Επειδή δηλαδή τα Αρχαία Ελληνικά είναι διαφορετικά από τα Λατινικά κι εφόσον δεχτήκαμε οτι τα Λατινικά είναι νεκρή γλώσσα –άρα τα Αρχαία Ελληνικά είναι ζωντανή γλώσσα!!!
Να πω κάτι ακόμα –η γλώσσα των Ρομά είναι ή όχι ζωντανή γλώσσα; Μιλιέται, εξελίσσεται –άρα, για ζωντανή μού κάνει. Γιατί δεν διδάσκεται;
Το ενδιαφέρον στην παραπάνω παράγραφο δεν είναι βέβαια η σαθρή επιχειρηματολογία Αρβαντιτόπουλου. Το ενδιαφέρον είναι η απροθυμία της επικρατούσας άποψης να δεχτεί οτιδήποτε αρνητικό σε σχέση με την εθνική ταυτότητα. Τα Αρχαία είναι συστατικό αυτής της (στρεβλής μεν αλλά κυρίαρχης) εθνικής ταυτότητας –άρα τα Αρχαία δεν μπορεί να είναι νεκρή γλώσσα. Ο Λεωνίδας είναι ήρωας –άρα απαγορεύεται να είναι χωλός. Ο Κολοκοτρώνης είναι ήρωας άρα αποκλείεται να έκανε σφαγές. Πάω στοίχημα οτι τους πεις οτι ο Όμηρος ήταν τυφλός θα σε κοιτάξουν στραβά και θα σε χαρακτηρίσουν εθνομηδενιστή! Αν πάλι τους πεις οτι ο ήρωας Θεμιστοκλής κατέληξε μισθωτός στην αυλή του Πέρση Αρταξέρξη μπορεί και να σε καταγγείλουν ως υπάλληλο του Σόρος!
Ας το πούμε απλά: η κοινωνία η οποία δεν αποδέχεται την ιστορία της αλλά την τροποποιεί, απαλείφοντας κάθε γεγονός που δεν ταιριάζει στον μεγαλοϊδεατισμό της είναι μια κομπλεξική κοινωνία, ένα μόρφωμα στο οποίο η έννοια του όχλου έχει αντικαταστήσει την έννοια του πολίτη.
 Κι αφού το θέμα αφορά την Αρχαία Ελληνική γλώσσα και τις απόψεις αυτών που την θεωρούν τόσο σημαντική ώστε να καταδικάζουν χωρίς δεύτερη σκέψη τα παιδιά τους στην εκμάθησή της, ας δούμε κάποιες θέσεις ενός μελετητή και λάτρη της Αρχαίας Ελληνικής  σχετικά με τη συνέχεια της γλώσσας και την μετεξέλιξή της δια μέσου των αιώνων –του Κορνήλιου Καστοριάδη:
«Αφού δημιούργησε –και έδωσε στους άλλους –τη φιλοσοφία (όπως και την πολιτική και τη δημοκρατία), ο ελληνικός λαός έμεινε, για 15 αιώνες, χωρίς φιλοσοφία….
…Για τη γλώσσα αυτή, για τον «υλικό» (λεξιλογικό-σημασιακό) της πλούτο, μετά από τέσσερις, και είκοσι τρεις, αιώνες φιλολογικής δουλειάς ο μεγάλος Γερμανός φιλόλογος και εκδότης των προσωκρατικών Ντιλς διαπίστωνε το 1905 οτι ο πλούτος της (που τον υπολόγιζε, σταματώντας στον 5 π.Χ. αιώνα, δεκαπλάσιο της λατινικής) έκανε αδύνατη τη σύνταξη ενός ελληνικού θησαυρού κι οτι ένας τέτοιος θησαυρός, αν μπορούσε να πραγματοποιηθεί, θα έφτανε τους 120 τόμους και συνεπώς θα ήταν πρακτικά άχρηστος. Αυτή η γλώσσα, σαν ζωντανή, ακατάπαυστη, δημιουργία του ελληνικού λαού εξακολούθησε να πλουτίζεται, να αναπτύσσεται, να αλλοιώνεται, μένοντας ταυτόχρονα, κατά κάποιο τρόπο, μια και η ίδια γλώσσα.
Και όμως: απ΄τη στιγμή που προσπαθεί κανείς να γράψει ένα αφηρημένο  κείμενο, διαπιστώνει την τρομερή ένδεια της σύγχρονης ελληνικής γλώσσας, από την άποψη των όρων, του λεξιλογίου. Αυτή η κατάσταση έχει έναν «εσωτερικό» και έναν «εξωτερικό» λόγο –και οι δυο είναι προφανείς. Ο εσωτερικός είναι η σχεδόν πλήρης διακοπή, αφάνιση, της αφηρημένης, φιλοσοφικής σκέψης, από τους τελευταίους νέο-πλατωνικούς του 4-5 αιώνα π.Χ. ως τη σημερινή εποχή. Η κληρονόμηση της ελληνικής φιλοσοφίας απ΄τη Δύση και κατόπιν, η δυτικο-ευρωπαϊκή φιλοσοφική αναγέννηση και δημιουργία βάδισαν, όπως είναι αυτονόητο, παράλληλα με τη δημιουργία και όρων και ιδεών, αδιάκοπα από τον Ντανς Σκοτ μέχρι τον Χάιντεγκερ. Ελάχιστοι απ΄αυτούς τους όρους μεταφράστηκαν ή αποδόθηκαν στα σύγχρονα ελληνικά –και σχεδόν πάντα από ανθρώπους που δεν ήταν φιλόσοφοι, δηλαδή δεν σκέφτονταν φιλοσοφικά. Είναι περιττό να ξαναϋπογραμμίσω οτι σκέψη και γλώσσα είναι αδιάσπαστες και αχώριστες. Όσο δεν μπορεί να υπάρξει φιλοσοφική σκέψη χωρίς φιλοσοφική γλώσσα, άλλο τόσο δεν μπορεί να υπάρξει φιλοσοφική γλώσσα χωρίς φιλοσοφική σκέψη –ούτε ανανέωση της φιλοσοφικής ορολογίας χωρίς ανανέωση της φιλοσοφικής δημιουργίας. Κατά συνέπεια, ήταν περισσότερο από απίθανο οι καθηγητές της «Φιλοσοφικής» Σχολής του Αθήνησι Εθνικού και Καποδιστριακού να συντελέσουν στην αναγέννηση μιας σύγχρονης ελληνικής φιλοσοφικής γλώσσας.
Ο «εξωτερικός» λόγος φαίνεται αμέσως, αν σκεφτούμε τη μόνη άλλη γλώσσα που υπήρξε όργανο και φορέας μιας φιλοσοφικής δημιουργίας, που να μπορεί να σταθεί, κατά κάποιο τρόπο, πλάι στην αρχαία Ελληνική: τη γερμανική. Η γερμανική φιλοσοφική γλώσσα χρησιμοποιεί τρεις γλωσσικούς θησαυρούς, τον γερμανικό, τον λατινικό και τον ελληνικό. Και γενικότερα: οι ξένες γλώσσες έχουν πάρει και χρησιμοποιούν περίπου όλες τις (αρχαίες) ελληνικές ρίζες, πλάι στις δικές τους (κι όσες δεν τις είχαν ήδη πάρει, τις παίρνουν συνεχώς: κάθε χρόνο δημιουργούνται δεκάδες καινούργιοι, διεθνείς επιστημονικοί και αφηρημένοι όροι, περίπου όλοι παράγωγα ελληνικών ριζών). Στην Ελλάδα επικρατεί, για 150 χρόνια, ένας ανόητος πουρισμός, παλιότερα καθαρευουσιάνικος, που απαγόρευε τη χρησιμοποίηση άλλων ριζών, εκτός από μερικές αρχαίες ελληνικές, υστερότερα δημοτικιστικός, που απαγόρευε τη χρησιμοποίηση αρχαίων ελληνικών ριζών. Έτσι γινήκαμε φιλοσοφικά κωφάλαλοι….
…. Λέμε πως είμαστε Έλληνες –και λέμε πώς το Βυζάντιο είναι μια φάση της ελληνικής ιστορίας. Αν είναι έτσι, τότε και η γλώσσα του είναι φάση της ελληνικής γλώσσας –ή όχι; Γιατί λοιπόν δεν λέμε ασηκρήτις, φίσκος κλπ; Γιατί πρέπει να εξομβελισθούν απ΄την ελληνική γλώσσα οι χιλιάδες λατινικές λέξεις, που πολιτογραφήθηκαν στα βυζαντινά ελληνικά; Και γιατί όχι όλες; Λίγη συνέπεια, Αύγουστε, ετούτο τον Οκτώβριο μήνα. Το σπίτι της λογικής σας μου φαίνεται μάλλον μπορντέλο.
Και όταν θα πάτε στον Παράδεισο, ζητήστε απ΄τον Παντοδύναμο να καταργήσει την περσική αυτή λέξη….
… Πότε μια λέξη είναι ελληνική; Όταν τη χρησιμοποιεί ο ελληνικός λαός. Μα ο λαός δεν κάνει, άμεσα, φιλοσοφία και ούτε, άμεσα ούτε έμμεσα, πυρηνική φυσική ή μοριακή βιολογία. Έλεγε ο αρχαίος ελληνικός λαός εντελέχεια ή μετακόσμια; Λέει ο ελληνικός λαός σήμερα, πρωτόνιο, θερμοδυναμική, χρωματόσωμα κλπ; -Όχι, αλλά αυτές οι λέξεις είναι «ελληνικές»- Λάθος, οι λέξεις αυτές είναι φράγκικες. Δεν τις έφτιαξε ο ελληνικός λαός ούτε οι Έλληνες επιστήμονες. Τις έφτιαξαν Φράγκοι χρησιμοποιώντας ελληνικές ρίζες –και τις ξαναδανειζόμαστε σήμερα εμείς, δηλαδή οι ειδικοί. Οργανισμός δεν είναι «ελληνική» λέξη –την έφτιαξαν οι Φράγκοι στον 18ο αιώνα και την ξαναπήραν οι δικοί μας λόγιοι. Συμπέρασμα: έχουμε το δικαίωμα να δανειζόμαστε απ΄τους ξένους ξένες λέξεις, με τον όρο να τις έχουν φτιάξει οι ξένοι από ελληνικές ρίζες. Ειδ΄άλλως, όχι. Αποτέλεσμα: θα μας λείπουν πάντα όροι. Γιατί βέβαια οι Γερμανοί π.χ. που έχουν ήδη Gestult, Form, Figur κλπ δεν θα προσφύγουν στο ελληνικό μορφή, παρά αν πρόκειται να του δώσουν διαφορετική σημασία ή απόχρωση απ΄αυτές τις λέξεις….
… Η «ελληνικότητα» του Ηροδότου βρίσκεται στη συμπάθεια, στο σεβασμό, στο θαυμασμό που δείχνει για τους ξένους λαούς που περιγράφει, στην αντικειμενικότητά του απέναντι στα πιο «εξωφρενικά», «τερατώδη», «ιδιόρρυθμα» έθιμά τους. Δεν φοβάται ο Ηρόδοτος να πει κατηγορηματικά οτι «όλα τα ονόματα των θεών τα πήραμε απ΄τους βαρβάρους», εννοώντας, όπως φαίνεται αμέσως απ΄τη συνέχεια του κειμένου: όλα τα ονόματα των θεών και τους θεούς τους ίδιους τους πήραμε απ΄τους βαρβάρους (το αν κάνει λάθος από φιλολογική και ιστορική άποψη, είναι άλλο θέμα). Γιατί δεν φοβάται; Γιατί δεν έχει καμιά αμφιβολία για την «ταυτότητά» του την ελληνική. Θα χρειαστεί να περάσουν 7 αιώνες, για να βρεθεί ένας υπήκοος της Ρώμης που η «ελληνική» του ταυτότητα είναι κυρίως γραμματολογική –ο Πλούταρχος –να τον κατηγορήσει ως «φιλοβάρβαρο». Έτσι και τώρα, στο μέτρο που οι σημερινοί γραικύλοι αμφιβάλλουν βαθιά –και δίκαια –για την «ελληνική» τους ταυτότητα, φοβούνται να ζητήσουν στο καφενείο έναν τούρκικο καφέ.»
(Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, Κορνήλιος Καστοριάδης, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 519-524)
Συμπτωματικά (ή μπορεί και νομοτελειακά) η θέση της Ρεπούση στο θέμα της διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας κλείνει  με την αναφορά στις Τρωάδες του Ευριπίδη.
Κατάλαβες;

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Οι νεκρές γλώσσες, η κ. Ρεπούση και η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών/sarantakos.wordpress.com


sarantakos.wordpress.com
Το σημερινό άρθρο θα έπρεπε να δημοσιευτεί χτες, αλλά επειδή με ταλαιπωρεί μια άτιμη ίωση τα ανακλαστικά μου είναι σαφώς αμβλυμένα. Σκέφτηκα μάλιστα να μη γράψω καν άρθρο, αλλά θα ήταν φυγομαχία για ένα γλωσσικό ιστολόγιο, να μη σχολιαστεί ένα θέμα στο οποίο άλλωστε έχουμε κατ’ επανάληψη αναφερθεί.
Για να χρησιμοποιήσω το κλισέ, “σάλο προκάλεσε” η τοποθέτηση της Μαρίας Ρεπούση, βουλευτίνας της ΔΗΜΑΡ, προχτές στη Βουλή, ότι τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά είναι νεκρές γλώσσες (ή ίσως “λεγόμενες νεκρές γλώσσες”) και κατά συνέπεια πρέπει να περιοριστούν οι ώρες διδασκαλίας τους και/ή να διδάσκονται προαιρετικά στις άλλες κατευθύνσεις πλην της ανθρωπιστικής. Δεν είναι η πρώτη φορά που δηλώσεις της κ. Ρεπούση προκαλούν παβλοφικού τύπου αντιδράσεις, όχι και πολύ τιμητικές κατά τη γνώμη μου για όσους αντιδρούν, για να μην αναφέρω τις ξεκάθαρα χυδαίες και σεξιστικές αντιδράσεις που οφείλονται στο γεγονός ότι (τολμάει και) μιλάει μια γυναίκα. Παρόμοιες απαράδεκτες αντιδράσεις έχουν εκφραστεί κατά καιρούς εναντίον της Ζωής Κωνσταντοπούλου, της Λιάνας Κανέλλη, της Άννας Διαμαντοπούλου και πολλών άλλων γυναικών -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συμφωνώ γενικά με τις πολιτικές θέσεις της κ. Ρεπούση ή με τις επιστημονικές της τοποθετήσεις· είχα παλιότερα κάνει αρνητική κριτική στο βιβλίο της για τα Μαρασλειακά.
Συμπαθής ή αντιπαθής, η κυρία Ρεπούση είχε δίκιο όταν χαρακτήρισε “νεκρές γλώσσες” τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά. Τα αρχαία ελληνικά καθαυτά είναι νεκρή γλώσσα, επειδή δεν έχει φυσικούς ομιλητές (δηλ. που να την έχουν μητρική γλώσσα). Το ίδιο άλλωστε ισχύει και με τα λατινικά, κι αυτά νεκρή γλώσσα θεωρούνται. “Μα εγώ τα χρησιμοποιώ και σήμερα”, λέει κάποιος. Όχι όμως σε παραγωγή καινούργιου λόγου, και όχι σε κάτι σοβαρότερο από λεκτικά παιχνίδια, όπως είναι το δελτίο ειδήσεων στα αρχαία ελληνικά, που συντάσσει ένας συμπαθής Ισπανός (αν το συνεχίζει ακόμα). Βέβαια, από την άποψη αυτή τα λατινικά έχουν πολύ σοβαρότερες αξιώσεις, αφού στα λατινικά βγαίνουν κάμποσες κανονικές εφημερίδες, μεταξύ των οποίων η επίσημη εφημερίδα του Βατικανού (Acta Sanctae Sedis).
“Ναι, αλλά τα αρχαία ελληνικά ζουν μέσα από τη νέα ελληνική γλώσσα”, παρατηρεί κάποιος άλλος. Φοβάμαι πως το αν η ελληνική (νέα και αρχαία) είναι “μία και ενιαία” γλώσσα ή όχι, αυτό δεν μπορούμε να το κρίνουμε με αποκλειστικά γλωσσικά κριτήρια, είναι απόφαση πολιτική, όπως πολιτική απόφαση είναι γενικά το αν δυο “διάλεκτοι” ανήκουν στην ίδια γλώσσα ή είναι ξεχωριστές γλώσσες, για παράδειγμα αν η σλαβομακεδονική ειναι χωριστή γλώσσα από τη βουλγαρική. Αυτό φάνηκε καθαρά στην περίπτωση των σερβοκροατικών, που θεωριόνταν μία γλώσσα και σήμερα υπολογίζονται για δύο: σερβικά και κροατικά. Αφού οι γλώσσες δεν άλλαξαν τα τελευταία 20 χρόνια και τα κριτήρια της γλωσσολογίας επίσης δεν μεταβλήθηκαν, ολοφάνερα τα κριτήρια της ανακήρυξης της κροατικής σε γλώσσα είναι πολιτικά.

“Ναι, αλλά η διδασκαλία αρχαίων κειμένων από το πρωτότυπο είναι πολύ χρήσιμη για την γλωσσική κατάρτιση στα νέα ελληνικά”, λένε πολλοί. Αυτό είναι ένα σοβαρό επιχειρημα, που μπορεί και να ισχύει. Πρέπει πάντως να επισημάνω ότι έγκριτοι γλωσσολόγοι όπως ο σεβαστός Εμμανουήλ Κριαράς ή ο Φαν. Βώρος υποστηρίζουν ότι η διδασκαλία της αρχαίας από το πρωτότυπο στο γυμνάσιο πιθανόν να αποβαίνει σε βάρος της κατάρτισης στη νέα ελληνική αφού οι μαθητές βρισκονται αντιμέτωποι με δυο πολύ διαφορετικές γραμματικές (το θέμα το είχαμε συζητήσει παλιότερα εδώ). Πρότειναν λοιπόν αρχαία να διδάσκονται μόνο στο Λύκειο, και να υπάρχουν γερά κλασικά γυμνάσια-λύκεια που να βγάζουν γερούς κλασικούς φιλολόγους.
Εκτός αυτού, δείγμα έχουμε. Από το 1977 ως το 1992 δεν διδάχτηκαν αρχαία από το πρωτότυπο στο γυμνάσιο -και δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς σοβαρά να υποστηρίξει ότι η ελληνομάθεια αυτών των παιδιών υστερεί από των νεότερων, όταν επικράτησε η δεξιά αντιμεταρρύθμιση επί κυβέρνησης Μητσοτάκη και ξανάρχισαν να διδάσκονται τα αρχαία από το πρωτότυπο.
Βέβαια, η κυρία Ρεπούση προτείνει να γίνουν προαιρετικά τα αρχαία όχι στο γυμνάσιο αλλά στο λύκειο. Κι αυτό λογικό είναι, αφού τα παιδιά έχουν ήδη διδαχτεί το σύνολο της αρχαίας γραμματικής (της αττικής βέβαια διαλέκτου) στο γυμνάσιο. Και, έτσι κι αλλιώς, στο σημερινό εξετασιοκεντρικό λύκειο όπου όλα υποτάσσονται στο βωμό των πανελλαδικών και τα λύκεια μετατρέπονται σε ιδιότυπα φροντιστήρια, είναι ουτοπικό να ελπίζουμε πως οι μαθητές θα διδαχτούν, δηλ. θα εμπεδώσουν, οποιοδήποτε μάθημα πέρα από τα τέσσερα επιλεγμένα.
Δεν θα πρότεινα σήμερα τον ριζικό περιορισμό της διδασκαλίας των αρχαίων, αν μη τι άλλο επειδή δεν θα έχουμε τι να κάνουμε τους φιλολόγους (και τους θεολόγους για τα θρησκευτικά). Ωστόσο, η μεταρρύθμιση μπορεί να γίνει σε ορίζοντα δεκαετίας, με σταδιακό περιορισμό των εισακτέων στις φιλοσοφικές.
“Μα, με τα αρχαία ελληνικά γνωρίζεις την άφταστη ελληνική παιδεία”. Σύμφωνοι, αλλά ο σκοπός αυτός εξυπηρετείται εξίσου αν διδάσκονται τα κείμενα από μετάφραση.
“Μα, όποιος διδάσκεται τα αρχαία μαθαίνει τις αλλαγές της γλώσσας, την ετυμολογία, τη διαμόρφωση της σημερινής ελληνικής”. Όχι ακριβώς. Όποιος διδάσκεται αρχαία κείμενα της κλασικής περιόδου (ή κειμενα γραμμένα σε αττική γλώσσα), δεν βοηθιέται και πολύ στο να μάθει τα νέα ελληνικά. Μπορεί ο Σοφοκλής κι ο Πλάτων να είναι αξεπέραστοι, αλλά η γλώσσα τους απέχει πάρα πολύ από τη δική μας, λείπουν δυο ή τρεις ενδιάμεσοι κρίκοι. Τα κείμενα τα γραμμένα στην ελληνιστική κοινή υστερούν σε λογοτεχνική αξία (εκτός από τα θεόπνευστα, μη βρούμε κανένα μπελά) αλλά είναι πολύ πιο χρήσιμα για την παρακολούθηση της ιστορίας της γλώσσας, το ίδιο και μεταγενέστερα κείμενα, ιδιωτικοί πάπυροι ας πούμε ή δημώδη βυζαντινά. Αν μείνεις στον Σοφοκλή, ποτέ δεν θα δεις πως “ο πατήρ, τον πατέρα” έγινε “ο πατέρας, του πατέρα”. Στον Ιωάννη Μαλάλα θα το δεις (νομίζω). Μα, αυτά είναι κείμενα μικρής αξίας, θα πείτε. Ναι, είναι. Αλλά κατά παράδοξο τρόπο όσο λιγότερο λογοτεχνικό είναι ένα κείμενο τόσο πιο πολύ βοηθάει στη μελέτη της ιστορίας της γλώσσας. Το λιγότερο, αυτά τα ταπεινά κείμενα θα μπορούσαν να διδάσκονται σε ένα απάνθισμα στο μάθημα της Ιστορίας της γλώσσας. Κι έτσι θα μας έφευγε και ο κάλος από το συλλογικό μας μυαλό, που τον καλλιεργούν κάμποσοι φιλόλογοι, κάποιοι καλοπροαίρετα, ότι η νέα ελληνική είναι γλώσσα “χαμηλότερης ποιότητας” από την αρχαία.
Ξαναλέω όμως: προς το παρόν, κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων δεν νομίζω ότι τίθεται. Οπότε, ας περάσουμε στο τελευταίο θέμα: μήπως η άποψή μου για τη συνέχεια ή όχι της γλώσσας είναι υπεκφυγή; Πιθανόν να βρίσκομαι μετέωρος ανάμεσα στις δύο θέσεις -”η ελληνική είναι μία και ενιαία” – “τα νέα ελληνικά είναι άλλη γλώσσα από τα αρχαία”. Ότι η ελληνική είναι μία και ενιαία δεν αντέχει αν σκεφτούμε ότι τα αρχαία κείμενα τα διαβάζουμε σε μετάφραση, τα θεατρικά έργα τα βλέπουμε σε μετάφραση κτλ. Ότι είναι άλλη γλώσσα, βάζει άλλου είδους προβλήματα: πόσες γλώσσες είναι;
Οπότε, έχω καταλήξει ότι η ελληνική γλώσσα (πιθανώς και άλλες γλώσσες) είναι το πλοίο του Θησέα. Οι Αθηναίοι είχαν χτίσει, λέει το φιλοσοφικό πρόβλημα, έναν ωραίο νεώσοικο όπου το τιμημένο πλοίο αναπαυόταν με δόξα και τιμή. Κάθε που σάπιζε ένα σανίδι το άλλαζαν. Τελικά άλλαξαν όλα τα σανίδια. Οπότε, ήταν ακόμα το πλοίο του Θησέα ή όχι; Η απόφαση (αν είναι ή όχι το ίδιο πλοίο) είναι πολιτική.

Yστερόγραφο: Δεν έχω ακόμα βρει το αρχικό βίντεο της ομιλίας της κ. Ρεπούση, φαίνεται όμως ότι δεν είπε “οι νεκρές γλώσσες” αλλά “οι λεγόμενες νεκρές γλώσσες”. Αν είναι έτσι, προκαλεί μεγάλη εντύπωση το σχόλιο του κ. Μπαμπινιώτη, σε προβληματικά έτσι κι αλλιώς ελληνικά: «δεν πρέπει να γινόμαστε συνομιλητές φληναφημάτων». «Θα σεβόμουν μια κριτική “θέλω λιγότερες ώρες Αρχαία και περισσότερες Ιστορία”. Είναι άλλο όμως να λες τη γλώσσα σου νεκρή».
Ο ίδιος τότε γιατί αποκάλεσε ‘χαρακτηριζόμενες ως νεκρές’ τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά, σε ανύποπτο βέβαια χρόνο; Διαβάστε:
«…Ίσως σκεφθεί κανείς ότι το όλο ζήτημα είναι απλώς θεωρητικό πρόβλημα των διανοουμένων, των γλωσσολόγων και των οιονεί οικολόγων τής γλώσσας, ωστόσο εύκολα θα αντιληφθεί ότι είναι πρόβλημα που – στις διάφορες εκφάνσεις του – μάς αφορά όλους. Γιατί δεν είναι μόνο οι εξαφανισθείσες γλώσσες (Χεττιτική, Αρχ. Αιγυπτιακή, ινδιάνικες Αμερικής, αυστραλιανές, αφρικάνικες κ.λπ.) ούτε μόνο οι χαρακτηριζόμενες ως «νεκρές» (Αρχ. Ελληνική και Λατινική) που επιβιώνουν μέσα από τη συνέχειά τους (N. Ελληνική, Ιταλική) ή τις εξελιγμένες μορφές (Γαλλική, Ρουμανική, Ισπανική, Πορτογαλική κ.ά. από τη Λατινική).»
Δηλαδή; Τόσο μεγάλη διαφορά έχει ο όρος “λεγόμενες νεκρές” από τον όρο “χαρακτηριζόμενες ως νεκρές”, ιδίως μάλιστα εφόσον και η κ. Ρεπούση δέχτηκε από το βήμα της Βουλής τη συνέχεια της γλώσσας; Ξέχασε τάχα ο κ. Μπαμπινιώτης τι είχε πει ή έσπευσε να συνταχθεί, για πολλοστή φορά, με το ρεύμα;

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Η μαθηματική δομή της ελληνικής γλώσσας και άλλες τέτοιες βλακείες αναδ. απο : Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Η μαθηματική δομή της ελληνικής γλώσσας και άλλες τέτοιες βλακείες

Ένα καινούργιο παραμύθι κυκλοφορεί τις τελευταίες μέρες στο ελληνικό Διαδίκτυο, ένα κείμενο που διατείνεται ότι “Μιλώντας ελληνικά διατυπώνουμε μαθηματικές εξισώσεις” και  έχει ήδη διαγράψει εντυπωσιακή πορεία, αφού έφτασε να δημοσιευτεί σε προβεβλημένους ιστότοπους σαν το “σκανδαλοθηρικό” παράρτημα του yahoo.gr (το οποίο βέβαια έχει και στο παρελθόν δημοσιεύσει απίστευτες μπαρούφες περί γλώσσας), ή τον γνωστό κυπριακό ιστότοπο CyToday. Κάποιοι φίλοι, και όχι ένας ή δύο, μου ζήτησαν να το σχολιάσω, κι έτσι προέκυψε το σημερινό άρθρο.
Δεν αξίζει να αναδημοσιεύσω ολόκληρη την ηλεμπαρούφα, θα σχολιάσω μερικά σημεία της. Στην αρχή, ο συντάκτης της διατείνεται ότι Η ελληνική γλώσσα δεν είναι τυχαία γλώσσα. Χτίστηκε πάνω στα μαθηματικά, και αυτό που ελάχιστοι ακόμα ξέρουν είναι ότι κάθε λέξη στην ελληνική έχει μαθηματικό υπόβαθρο. Συνεχίζει: Η πιο σημαντική τους ιδιότητα είναι ότι το κάθε γράμμα έχει μια αριθμητική τιμή/αξία, κάθε γράμμα είναι ένας αριθμός, οπότε κατ επέκταση και κάθε λέξη είναι ένας αριθμός.
Θα τα έχετε ξανακούσει αυτά, όταν είπαμε για τους λεξάριθμους, αλλά βέβαια εδώ έχουμε μια θεμελιώδη παρεξήγηση. Το γεγονός ότι στην αρχαία Ελλάδα χρησιμοποιήθηκαν τα γράμματα του αλφαβήτου ως σύμβολα αναπαράστασης των αριθμών, σε ένα όχι και πολύ βολικό αριθμητικό σύστημα (δοκιμάστε να κάνετε πράξεις και θα δείτε πόσο δύσκολο, αν και όχι αδύνατο, είναι), δεν σημαίνει ότι τα γράμματα είχαν εγγενώς αυτή την ιδιότητα, εννοώ την αριθμητική αξία. Αυτό είναι αντιστροφή της πραγματικότητας. Την αριθμητική αξία την προσλάβανε τα γράμματα μόνο αφού έγινε η αντιστοίχιση, δεν την είχαν ανέκαθεν.
Ποια είναι η αριθμητική αξία κάθε γράμματος, θα το θυμάστε. Αν το έχετε ξεχάσει, ιδού ο πίνακας:
Α          Β          Γ          Δ          Ε          F          Ζ          Η          Θ
1          2          3          4          5          6          7          8          9
Ι          Κ          Λ          Μ          Ν          Ξ          Ο          Π          Q
10       20        30        40         50        60         70        80         90
Ρ          Σ          Τ          Υ           Φ         Χ          Ψ           Ω          ϡ
100      200      300       400       500      600       700        800       900
(κόππα για το 90, σαμπί για το 900).
Ο συντάκτης της ηλεμπαρούφας υποστηρίζει όμως ότι “Μια τεράστια γνώση κλειδωμένη-κωδικοποιημένη μέσα [σε] λέξεις λόγω της μαθηματικών τιμών που έχουν“. Και για να το αποδείξει, φέρνει, μεταξύ άλλων, το εξής παράδειγμα:
ΑΛΦΑ = 1+30+500+1= 532 =>5+3+2= 10 => 1+0= 1
Αν όμως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το άλφα, ως πρώτο γράμμα, έχει λεξάριθμο που οδηγεί τελικά στο 1, κάτι ανάλογο θα έπρεπε να συμβαίνει και με τα επόμενα γράμματα, έτσι δεν είναι; Γιά να δούμε….
ΒΗΤΑ 2+8+300+1 = 311, 3+1+1 = 5. Θα περιμέναμε 2 και όμως βγήκε 5
ΓΑΜΜΑ, 3+1+40+40+1 = 85 = 13 = 4. Θα περιμέναμε 3, αλλά βγήκε 4
ΔΕΛΤΑ, 4+5+30+300+1 = 340 = 7          Εδώ έπρεπε να βγει 4, αλλά βγήκε 7. Και ούτω καθεξής στα επόμενα:
ΕΨΙΛΟΝ, 5+700+10+30+70 + 50 = 865 = 19 = 1
ΖΗΤΑ, 7+8+300+1 = 316 = 10 = 1
ΗΤΑ, 8+300+1 = 309 = 12 = 3
ΘΗΤΑ, 9+8+300+1 = 318 = 12 = 3
ΙΩΤΑ, 10+800+300+1 = 1111 = 4
Από τα εννιά πρώτα γράμματα, έναν μόνο έχει λεξάριθμο που να συνδέεται με τη σειρά του στο αλφάβητο, 1/9 δεν είναι και πολύ σπουδαίο σκορ, ακριβώς ίδιο με τη μαθηματική ελπίδα όταν διαλέγουμε τυχαία έναν αριθμό από τους εννιά μονοψήφιους (το μηδέν εδώ εξαιρείται, αφού δεν μπορεί να είναι άθροισμα ακεραίων). Συμπέρασμα; Καμιά “νομοτέλεια” δεν υπάρχει στο παράδειγμα ΑΛΦΑ = 532 = 1, πρόκειται για απλή σύμπτωση.
Συνεχίζει η ηλεμπαρούφα.
Η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι η μοναδική η οποία δεν είναι βασισμένη στο ότι κάποιοι απλά καθίσαν και συμφώνησαν να ονομάζουν ένα αντικείμενο «χ» ή «ψ» όπως όλες οι υπόλοιπες στείρες γλώσσες του κόσμου. Η Ελληνική γλώσσα είναι ένα μαθηματικό αριστούργημα το οποίο θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε.
Εδώ έχουμε την απίθανη θεωρία ότι σε όλες τις άλλες γλώσσες υπάρχει η αυθαιρεσία του γλωσσικού σημείου, όπως δέχεται η επιστήμη της γλωσσολογίας μετά τον Σοσίρ, αλλά τα ελληνικά, επειδή προφανώς μας τα έδωσε ο Θεός, εξαιρούνται! Είναι αυτό που λέει το Λερναίο κείμενο “πρωτογένεια” της ελληνικής γλώσσας και το οποίο κανείς γλωσσολόγος δεν το δέχεται αλλά και κανείς οπαδός του Λερναίου δεν έχει επιχειρήσει να το αποδείξει. Για τις “στείρες” γλώσσες, που φαίνεται να είναι πρωτότυπη συμβολή του συντάκτη τούτου του κειμένου, θα πούμε παρακάτω.
Στη συνέχεια έχουμε απλή και άδολη σαχλαμάρα:
η αρχή των πάντων είναι το ίδιο το Ελληνικό Αλφάβητο (το οποίο φυσικά δεν το πήραμε από κάποιον άλλον όπως θα δούμε παρακάτω διότι εκ των πραγμάτων δεν γίνεται). Τα γράμματα του Ελληνικού αλφαβήτου στο σύνολο τους ήταν 33 όσοι και οι σπόνδυλοι, οι 5 τελευταίοι σπόνδυλοι (που παίζουν τον ρόλο της κεραίας) έχουν άμεση σχέση με τον εγκέφαλο και αντιστοιχούν στα 5 τελευταία άρρητα γράμματα τα οποία γνώριζαν μόνο οι ιερείς* ένα από αυτά ήταν η Σώστικα (ή Γαμμάδιον) η οποία στα λατινικά έγινε swstika και οι Ναζί το έκλεψαν και την ονομάσανε Σβάστικα.
Να παρατηρήσω μόνο ότι η λέξη “σώστικα” δεν υπάρχει στα αρχαία, ότι στα λατινικά δεν έγινε swstika (λαθροχειρία, ξεχνάμε το a έτσι που να μοιάζει οπτικά με την ανύπαρκτη ελληνική λέξη), ότι το w δεν υπήρχε στο παλιό λατινικό αλφάβητο, και ότι σύμφωνα με τους πάντες η λέξη σβάστικα (Swastika στα γερμανικά) είναι λέξη σανσκριτική, με τη σημασία “καλότυχος”, από το svasti- “ευεξία, καλή τύχη”, που προέρχεται από το su “καλά”, συγγενικό με το ελλ. ευ, και το asti (“είναι”, συγγενικό με το ελλ. εστί). Θα συμφωνήσω όμως με τον ανώνυμο συντάκτη στο σημείο που βρίζει τους Ναζήδες.
Στη συνέχεια, ο συντάκτης υιοθετεί έναν ακόμα αγαπημένο λερναίο μύθο, ότι τάχα η ελληνική γλώσσα είναι η μόνη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από Η/Υ. Είναι περίεργο πώς το διαβάζουν αυτό άνθρωποι που περνάνε όλη τους τη μέρα με κομπιούτερ, και δεν εξεγείρονται, ενώ ξέρουν πολύ καλά ότι οι υπολογιστές μόνο τον κώδικα μηχανής δέχονται, σειρές ατέλειωτες από 0 και 1. Κι έπειτα, που βρίσκονται τάχα αυτοί οι υπολογιστές που δέχονται μόνο ελληνικά; Σε ποια υπόγεια ραββινικά εργαστήρια κρύβονται; Δεν τους φανέρωσε ούτε ο Σνόουντεν; Αλλά ας ακούσουμε τον συντάκτη, που δίνει μια νέα σημασία στον όρο μαθηματικότητα:
Η Ελληνική γλώσσα είναι η μοναδική η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για Η/Υ λόγω της μαθηματικότητας και μουσικότητας όχι μόνο του Αλφαβήτου-λέξεων, αλλά και των μαθηματικών εννοιών που γεννώνται π.χ. η λέξη ΘΕΣΙΣ γίνεται: συνΘεσις, επίΘεσις, κατάΘεσις, υπόΘεσις, εκΘεσις, πρόσΘεσις, πρόΘεσις, ανάΘεσις, διάΘεσις, αντίΘεσις κτλ κτλ αν τώρα αυτές τις λέξεις τις μεταφράσουμε στα Αγγλικά είναι εντελώς άσχετες μεταξύ τους.
Δεν είναι εντελώς άσχετες. Σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει αντιστοιχία, π.χ. comPosition – σύνθεση, exPosition – έκθεση, prePosition – πρόθεση, disPosition – διάθεση, η οποία αντιστοιχία υπάρχει ήδη στα λατινικά. Bέβαια, η ιδέα ότι τέτοιες αφηρημένες λέξεις μπορούν να μεταφραστούν σε άλλη γλώσσα και να έχουν μία μόνο απόδοση είναι κωμική διότι, για παράδειγμα, πώς θα μεταφράσει κανείς στα αγγλικά την επίθεση; Αν την πεις attack η αντιστοιχία χάνεται, αν όμως την πεις  apposition (π.χ. επίθεση σφραγίδας, appositiion of a seal) τότε διατηρείται.  Αλλά φυσικά οι σημασίες των λέξεων εξελίσσονται και αλλάζουν και δεν είναι δυνατόν να υπάρχει 100% αντιστοιχία. Όμως ας κάνουμε το αντιπείραμα. Ξεκινάμε από το γερμανικό ρήμα geben (δίνω) και το συνθέτουμε με διάφορες προθέσεις και μετά μεταφράζουμε στα ελληνικά.
nachgeben – ενδίδω
zugeben – παραδέχομαι
vorgeben – προφασίζομαι
eingeben – υποβάλλω
umgeben – περικυκλώνω
untergeben – υποτάσσω
Λοιπόν; Να πούμε κι εμείς ότι επειδή “πήραμε εντελώς άσχετες μεταξύ τους” λέξεις αυτό αποδεικνύει ότι τα ελληνικά είναι γλώσσα παρακατιανή και τα γερμανικά γλώσσα μαθηματική και μουσική; Όχι βέβαια. Το μόνο που αποδεικνύεται είναι πως οι βάσεις του πειράματος ήταν σαθρές και ότι το πείραμα δεν μπορεί να αποδείξει τίποτα.
Και συνεχίζουμε με το αλφάβητο, που μεγάλος καημός των εθνικιστών είναι να αποδείξουν ότι δεν το πήραμε από αλλού:
Το ότι δεν γίνεται το Αλφάβητο να είναι αντιγραμμένο από κάπου αλλού φαίνεται από το ότι εν έτη 2300 π.Χ. (με μελέτες της Τζιροπούλου και άλλων και όχι το 800 π.Χ.) ο Όμηρος ήδη έχει στην διάθεση του 6.500.000 πρωτογενής λέξεις (πρώτο πρόσωπο ενεστώτα & ενικού αριθμού) τις οποίες αν τις πολλαπλασιάσουμε Χ72 που είναι οι κλήσεις, θα βγάλουμε ένα τεράστιο αριθμό ο οποίος δεν είναι ο τελικός, διότι μην ξεχνάμε ότι η Ελληνική γλώσσα δεν είναι στείρα, ΓΕΝΝΑ.
Διατηρώ την ορθογραφία του συντάκτη, ο οποίος και πάλι μπερδεύει κατά θανατηφόρο τρόπο αλφάβητο με γλώσσα. Σου λέει, αφού η ελληνική ήταν πλούσια γλώσσα, πώς είναι δυνατόν να δανείστηκε από αλλού το αλφάβητό της; Μα, είναι πάρα πολλές οι γλώσσες που μιλιούνται και δεν γράφονται, και υπάρχουν λαοί που δημιούργησαν επιβλητικούς πολιτισμούς χωρίς να έχουν γραφή.
Ότι το ελληνικό αλφάβητο είναι προσαρμογή ενός φοινικικού συλλαβαρίου, αυτό κανείς σοβαρός επιστήμονας δεν το αμφισβητεί. Και μόνο τα ονόματα των γραμμάτων αρκούν σαν επιχείρημα. Διότι, θα το προσέξατε ίσως, τα ονόματα των 15 από τα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου και άκλιτα είναι και δεν σημαίνουν τίποτα  στην ελληνική γλώσσα,  ενώ τα ονόματα  των αντίστοιχων γραμμάτων στο φοινικικό αλφάβητο και σημασία έχουν στη φοινικική γλώσσα και στους γραμματικούς της κανόνες υπακούουν, Το άλεφ (αντίστοιχο του άλφα) είναι η αγελάδα, και το αρχικό άλεφ θύμιζε την εικόνα του κεφαλιού μιας αγελάδας, το μπεθ (βήτα) είναι το σπίτι, το γκίμελ (γάμμα) η καμήλα, το ντάλεθ (δέλτα) το τρίγωνο κ.ο.κ.
Να κάνω μια παρένθεση, από ένα βιβλίο που άφησε μισοτελειωμένο ο πατέρας μου όταν πέθανε ξεσηκώνω έναν πίνακα αντιστοιχιών:
Ονομασία των γραμμάτων και ερμηνεία της
Φοινικικό αλφάβητο Ελληνικό αλφάβητο
Γράμμα Ονομασία Σημασία Γράμμα Ονομασία Σημασία
𐤀 αλεφ Αγελάδα Α άλφα ;
𐤁 μπετ Σπίτι Β βήτα ;
𐤂 γκίμελ Καμήλα Γ γάμμα ;
𐤃 ντάλεθ Τρίγωνο Δ δέλτα ;
𐤆 ζάγιν Όπλα Ζ ζήτα ;
𐤇 hετ Πόρτα Η ήτα ;
𐤈 θεθ Τροχός Θ θήτα ;
𐤉 γιοδ Χέρι Ι γιώτα ;
𐤊 καφ Παλάμη Κ κάππα ;
𐤋 λάμεδ Άγκιστρο Λ λάμδα ;
𐤌 μεμ Νερό Μ μυ ;
𐤍 νουν Ψάρι Ν νυ ;
𐤎 σάμεχ Πάσσαλος Ξ ξι ;
𐤐 πε Στόμα Π πι ;
𐤓 ρες Κεφάλι Ρ ρω ;
𐤔 σιν Δόντια Σ σίγμα ;
𐤕 ταου Σταυρός Τ ταυ ;

Κι έπειτα, η ελληνική γλώσσα ποτέ δεν είχε τόσες λέξεις (πρωτογενείς, όπως τις λέει). Τα έχουμε ξαναπεί αυτά, η αρχαία και μεταγενέστερη ελληνική γλώσσα, από τον Όμηρο ίσαμε την Άλωση του 1453, όπως έχει καταγραφεί στο TLG και στο PHI (επιγραφές) έχει περίπου 215.000 λήμματα (δείτε εδώ τους λογαριασμούς του αρμοδιότερου ανθρώπου, του Νίκου Νικολάου, που έχει φτιάξει τον λημματοποιητή του TLG). Κι αν περιοριστούμε στην αυστηρώς αρχαία, δηλαδή από τον Όμηρο ίσαμε τον 4ο αιώνα π.Χ. ο αριθμός των λημμάτων μειώνεται τραγικά, στις 66.000 λήμματα. Ο Όμηρος λίγες χιλιάδες λέξεις χρησιμοποίησε.
(Παρένθεση: Εδώ θα πει κάποιος: Ναι, αλλά έχει σωθεί μόνο το 5% των κειμένων της αρχαίας γραμματείας. Πράγματι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο αριθμός των (χαμένων) λέξεων είναι 20πλάσιος. Εδώ λειτουργεί ο νόμος του 80/20 ή κάποιος ανάλογος, που σημαίνει ότι οι χαμένες λέξεις θα είναι πολύ λιγότερες).
Και αφού αναγάγει την αρχή της ελληνικης γλώσσας στο… 100.000 π.Χ. τουλάχιστον, ο συντάκτης της ηλεμπαρούφας μάς δίνει τη χαριστική βολή, αφού βγάζει όλες τις γλώσσες στείρες, εκτός βέβαια από την ελληνική.
Είπανε νωρίτερα ότι οι ξένες διάλεκτοι ορίστηκαν κατόπιν συμφωνίας, δηλαδή κάποιοι συμφώνησαν ότι το τάδε αντικείμενο θα το ονομάσουν «Χ», κάτι που κάνει τις γλώσσες στείρες, άρα δεν μπορούν να γεννήσουν νέες λέξεις, άρα δεν υπάρχει μαθηματικότητα, άρα δεν δύναται να περιγράψουν νέες έννοιες που υπάρχουν στην φύση, με αποτέλεσμα ο εγκέφαλος εφόσον δεν μπορεί να περιγράψει μέσω των νέων λέξεων καινούριες έννοιες μένει στο σκοτάδι, έτσι οι νευρώνες του εγκεφάλου δεν γεννούν νέους εν αντιθέσει με όσους χρησιμοποιούν την Ελληνική.
Επειδή, λέει, οι άλλες γλώσσες είναι συμβατικές (και η ελληνική είναι, αλλά μην του το πείτε), τούτο σημαίνει ότι δεν μπορούν να γεννήσουν νέες λέξεις. Τι λες ρε παιδί μου; Και τόσους αιώνες πώς γεννάνε χωρίς την άδειά σου; Πώς, ας πούμε, το γερμανικό eisen, σίδερο και bahn, δρόμος, τροχιά, γέννησαν τον Eisenbahn, σιδηρόδρομο -και παρόμοια το γαλλικό chemin de fer (απ’ όπου, βέβαια, το δανειστήκαμε κι εμείς, διοτι το σιδηρόδρομος, που το βλέπει ο αδαής ελληναράς και χορταίνει η καρδιά του πρωτογένεια της τρισχιλιετούς, μεταφραστικό δάνειο είναι). Μπλέκουν εδώ και οι… νευρώνες του εγκεφάλου, που δήθεν γεννιούνται όταν φτιάχνουμε νέες λέξεις (παραλλαγή της άποψης του γυμνασιάρχη Μητροπέτρου, ο οποίος θέλει να γεννιούνται νευρώνες όταν κλίνουμε τις λέξεις, οπότε βέβαια μας έχουν πάρει φαλάγγι οι Λιθουανοί που έχουν περισσότερες πτώσεις από εμάς, αλλά έχοντας φτάσει μέχρι εδώ έχω πια εξαντληθεί, οπότε μιμούμαι τον Γιώργο Χελάκη και αναφωνώ: Δεν περιγράφω άλλο! κι έτσι θα χάσετε την ανάλυση για το κάρυον και το (αρχαίο, προφανώς) ρήμα τρα.κάρ.ω, διότι ο συντάκτης θεωρεί πως όποια λέξη έχει μέσα καρ- πρέπει να δηλώνει, ξερωγώ, κάτι σκληρό ή να δηλώνει σύγκρουση (παράδειγμα το καρκατσουλιό, η καρακαηδόνα και ο Καραμανλής).
Τελικά ίσως δεν έκανα καλά που σπατάλησα ένα άρθρο και τόσο ηλεμελάνι για μια τόσο απερίγραπτη βλακεία, τη στιγμή που το άρθρο δεν προσθέτει και πολλά στους παλιούς μύθους του Λερναίου κειμένου: Πρωτογένεια της ελληνικης γλώσσας, εκατομμύρια λέξεις, μαθηματική δομή, κατάλληλη για υπολογιστές, δηλαδή εθνικιστικές βλακείες και βιάγκρα για το φρόνημα. Ίσως αξίζει να επαναλάβω, με κοπυπάστη, την κατακλείδα από ένα παλιό μου άρθρο, που είναι βέβαια γραμμένο για το Λερναίο κείμενο, αλλά νομίζω πως ταιριάζει και για εδώ:
Με άλλα λόγια, το κείμενο για το Hellenic Quest είναι μια αρμαθιά από χοντρά ψέματα και ανακρίβειες: κανένα πρόγραμμα δεν υπάρχει με το όνομα αυτό, καμιά σχέση δεν έχει η εταιρεία Apple ή το CNN με την εκμάθηση των ελληνικών, κανείς Άγγλος επιχειρηματίας δεν προτρέπει τα στελέχη της εταιρείας του να μάθουν αρχαία, η καταγραμμένη αρχαία ελληνική γλώσσα δεν έχει 90 εκατομμύρια λεκτικούς τύπους αλλά σκάρτο ενάμισι εκατομμύριο, δεν έχει 6 εκατομμύρια λέξεις αλλά κάπου 200 χιλιάδες, η ελληνική γλώσσα δεν έχει πρωτογένεια και δεν είναι νοηματική ούτε μοναδική, ούτε έχει κάτι το ιδιαίτερο που την κάνει κατάλληλη για γλώσσα των υπολογιστών νέας γενεάς, οι Ισπανοί ευρωβουλευτές δεν ζήτησαν να καθιερωθεί η αρχαία ελληνική ως η επίσημη γλώσσα της ΕΕ και κανείς κουτόφραγκος δεν πρόκειται να μας κόψει ισόβια σύνταξη μόνο και μόνο επειδή έτυχε να γεννηθούμε στη χώρα του Σοφοκλή και του Αριστοτέλη. Να μάθουμε αρχαία, ναι· αλλά να μη βαυκαλιζόμαστε ότι θα μας διορίσουν σε επιτελικές θέσεις στο Αμέρικα επειδή ξέρουμε αρχαία!
Ωστόσο, η ελληνική γλώσσα είναι πράγματι μια πολύ όμορφη και πολύ ενδιαφέρουσα γλώσσα με μακρότατη ιστορία, και η μεγαλύτερη τιμή που θα μπορούσαμε να της κάνουμε θα ήταν να τη χρησιμοποιούμε με καλαισθησία, ακρίβεια και φαντασία, χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητας, νεοαττικισμούς και αμερικανιές, χωρίς εκζήτηση και διάθεση να ξεχωρίσουμε από την πλέμπα. Αυτό άλλωστε προσπαθεί να κάνει και ο υπογράφων μέσα από τα γραφτά του.
Υστερόγραφο:
Ωστόσο, δεν θα πάψει να με εντυπωσιάζει η ευκολία με την οποία άνθρωποι μορφωμένοι, με τα πτυχία τους και με τα ντοκτορά τους, αναπαράγουν τέτοιες μπαρούφες και τις προωθούν στους γνωστούς τους. Μια απάντηση είναι ότι το κάνουν χωρίς να σκεφτούν, αλλά δεν εξηγεί όλες τις περιπτώσεις. Μια άλλη είναι ότι με τις απανωτές σφαλιάρες που τρώμε τα τελευταία χρόνια θέλουν από κάπου να αντλήσουν περηφάνια, αλλά τα ίδια και χειρότερα γίνονταν και πριν από την κρίση, εξίσου δεκτικοί ήμασταν στους εθνικιστικούς γλωσσικούς μύθους, και μάλλον περισσότερο (το Λερναίο κυκλοφορεί τουλάχιστον από το 1997). Ίσως η θεοποίηση των αρχαίων ελληνικών (που βέβαια συνοδεύεται από την υπόρρητη υποτίμηση των νέων ελληνικών και κάνει μεγάλη ζημιά) να παίζει ένα ρόλο, αλλά θα ήθελα να ακούσω και τις δικές σας απόψεις.
 

Το Εκκρεμες του Ραμφου ---------------------------------------- ουσιαστικά ολη η αφηγηση του Ραμφου - στις δυο ωρες που μιλουσε στο Π...