Αναγνώστες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χάνα Άρεντ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χάνα Άρεντ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016
Η Χάνα Άρεντ για τον Βάλτερ Μπένγιαμιν
https://www.youtube.com/watch?v=EQgkzgfLiPc
https://www.youtube.com/watch?v=SFR4KaGR8NI
https://www.youtube.com/watch?v=Rzy-cgT1sP4
Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015
πέραν κάθε σωτηρίας .. ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ MHNYMAL
MHNYMAL
πέραν κάθε σωτηρίας
Ένα μεσαιωνικό ανέκδοτο εξηγεί πόσο είναι δύσκολο να λέει κανείς ψέματα σε άλλους δίχως να λέει ψέματα στον εαυτό του. Είναι μια ιστορία για ό,τι συνέβη μία νύκτα σε μια κωμόπολη που στο παρατηρητήριό της υπηρετούσε μέρα - νύκτα ένας φρουρός για να προειδοποιεί τον κόσμο όταν πλησίαζε ο εχθρός. Ο φρουρός ήταν ένας άνδρας που διασκέδαζε κάνοντας φάρσες, κι εκείνη την νύκτα σήμανε συναγερμό μόνο και μόνο για να τρομάξει τους ντόπιους. Η επιτυχία του ήταν απροσδόκητη: όλοι έσπευσαν στα τείχη και τελευταίος κατέφθασε κι ο ίδιος ο φρουρός. Η ιστορία αυτή φανερώνει την έκταση στην οποία η σύλληψη της πραγματικότητας στηρίζεται στον κοινό με τους συνανθρώπους μας κόσμο, και τι δύναμη χαρακτήρα χρειάζεται για να επιμείνεις σε κάτι, αλήθεια ή ψέμα, που δεν συμμερίζονται οι άλλοι. Μ' άλλα λόγια, όσο πιο επιτυχημένος είναι ένας ψεύτης, τόσο πιο πιθανόν είναι να πέσει θύμα των δικών του χαλκευμάτων. Εξάλλου, ο χωρατατζής που εξαπατά τον εαυτό του κι αποδεικνύεται πως βρίσκεται στην ίδια μοίρα με τα θύματά του φαίνεται απείρως ανώτερος σε αξιοπιστία από τον ωμό ψεύτη, ο οποίος επιτρέπει στον εαυτό του ν' απολαμβάνει την αταξία του από απόσταση. Μόνον η αυταπάτη είναι πιθανόν να δημιουργήσει μιαν επίφαση αληθολογίας, και σε μια διαμάχη γύρω από τα γεγονότα ο μόνος πειστικός παράγοντας που κάποιες φορές ενδέχεται να επικρατήσει έναντι της ηδονής, του φόβου και του κέρδους είναι η προσωπική εμφάνιση.
Μια ηθική προκατάληψη των ημερών είναι μάλλον σκληρή όσον αφορά το ωμό ψεύδος, ενώ η συχνά άκρως ανεπτυγμένη τέχνη της αυταπάτης συνήθως αντιμετωπίζεται με μεγάλη ανοχή και επιείκεια. Ένα από τα ελάχιστα λογοτεχνικά παραδείγματα που μπορεί να παρατεθεί σε αντίθεση με αυτήν την τρέχουσα αξιολόγηση, είναι η περίφημη σκηνή του μοναστηριού στην αρχή των Αδελφών Καραμαζώφ. Ο πατέρας, ένας αθεράπευτος ψεύτης, ρωτά τον Στάρετς: "Και τι πρέπει να κάνω για να κερδίσω τη σωτηρία;" Και ο Στάρετς απαντά: "Πάνω απ' όλα, ποτέ να μην λες ψέματα στον εαυτό σου!" Ο Ντοστογιέφσκι δεν προσθέτει καμία εξήγηση ούτε αναπτύσσει το θέμα. Επιχειρήματα που υποστηρίζουν την απόφανση ότι "είναι καλύτερο να ψεύδεσαι σε άλλους παρά να εξαπατάς τον εαυτό σου" θα πρέπει να υποδεικνύουν ότι ο ωμός ψεύτης εξακολουθεί να έχει επίγνωση της διάκρισης μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, κι έτσι η αλήθεια που κρύβει από τους άλλους δεν έχει ακόμη εξοβελιστεί εντελώς από τον κόσμο· έχει βρει σαν τελευταίο καταφύγιο τον ίδιο. Η ζημιά που έχει προκληθεί στην πραγματικότητα δεν είναι ολοκληρωτική ή οριστική, και, αντιστοίχως, η ζημιά που έχει προκληθεί στον ίδιο τον ψεύτη δεν είναι επίσης ολοκληρωτική ή οριστική. Έχει πει ψέματα, αλλά δεν είναι ακόμη ψεύτης. Ο ίδιος και ο κόσμος που εξαπάτησε δεν είναι "πέραν κάθε σωτηρίας" - για να το πούμε στη γλώσσα του Στάρετς.
Hannah Arendt, Αλήθεια και Πολιτική
μτφ. Γ. Ν. Μερτίκας
εκδ. Στάσει Εκπίποντες (2012)
Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014
Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014
Σκέψεις για τον Φασισμό: Ο Καντ κι ο Άιχμαν του Πέτρου Θεοδωρίδη- ΚΑΙ Καρασαρίνης Μάρκος | Ο Αϊχμαν πριν από την Ιερουσαλήμ.
Σκέψεις για τον Φασισμό:
Ο Καντ κι ο Άιχμαν
του Πέτρου
Θεοδωρίδη
Μετά την εποχή του «τέλους της ιστορίας»
και του «τέλους των ιδεολογιών» (κυρίαρχες θεωρίες της δεκαετίας του ’90)
μπαίνουμε σε μια εποχή όπου συμπυκνώνεται τρομαχτικά ο χρόνος. Τα τελευταία
χρόνια δεν έχουμε μια επιτάχυνση του χρόνου; Έναν χρόνο τόσο πυκνό σε γεγονότα
και αλλαγές ώστε να μην προλαβαίνουμε καν να τις συνειδητοποιήσουμε; Και όχι
μόνο επιτάχυνση του χρόνου αλλά και μια παράξενη αλλαγή πλεύσης, μια
οπισθοδρόμηση: είμαστε πολύ πιο κοντά στο Μεσοπόλεμο παρά -ας πούμε- στη Μεταπολίτευση.
Η Ψυχοπαθολογία του Φασισμού είναι -και το αισθανόμαστε πια όλοι- πολύ πιο
κοντά στη σημερινή εποχή. Με κάποια παράξενη έννοια ,με κάποια τρύπα στον Χρόνο
είμαστε πολύ κοντά στο 1933.
Και εδώ μπορούμε να κάνουμε μερικές παρατηρήσεις:
1ον
Η ψυχοπαθολογία του Φασισμού εκφράζεται πολύ καλά με την αντίληψη του Carl
Schmitt 1:
η έννοια του Πολιτικού αφορά στη διάκριση μεταξύ Φίλου και εχθρού και στη κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως «αναστολή
του νόμου από τον ίδιο το νόμο». .
2ον Την φασιστική ψυχοπαθολογία
χαρακτηρίζει η νοσταλγία μιας υποτιθεμένης μυθικής κοινότητας απαλλαγμένης από ατέλειες
και το κακό, αλλά και μια αισθητική αντίληψη της πολιτικής.Να σημειώσουμε εδώ
πως δεν υπάρχει χειρότερη πολιτική πρόταση από την αισθητικοποίηση της
πολιτικής.2.Όταν αναζητάς το αισθητικά ενδιαφέρον, το συγκλονιστικό,
αυτό που θα σε βγάλει οριστικά από την πλήξη, τότε, υποκύπτοντας στην γοητεία
του θεάματος, σκηνοθετείς την ιδία σου την πραγματικότητα με ένα σκηνικό
θανάτου. ο φασισμός του μεσοπολέμου ήταν κι ένα αποτέλεσμα της
μετατόπισης του σκηνικού: «να κάνουμε την ζωή μας τέχνη», φουτουρισμός, ο
πόλεμος ως θέαμα και "λύτρωση" ο Μουσολίνι ως προσωποποίηση του ... «ανδρισμού»,
η λατρεία της δράσης, κλπ.
3ον
Ο φασισμός δεν είναι άκρο, είναι μέσο, μετριότητα, η εξουσία της κοινοτοπίας
Θεωρούμε συχνά τον φασισμό ως ακρότητα όμως η Χάνα Άρρεντ μας έδειξε ότι αποτελεί την κοινοτοπία του κάκου. Σύμφωνα με την Άρρεντ -η οποία παρακολούθησε και κατέγραψε με εμβόλιμες παρατηρήσεις την δίκη του- ο Άιχμαν δεν ήταν τέρας: «Μισή δωδεκάδα ψυχίατροι βεβαίωναν πως ήταν φυσιολογικός[...] Ο ιερέας που τον επισκεπτόταν τακτικά, βεβαίωνε τους πάντες ότι ήταν «άνθρωπος με πολύ θετικές ιδέες», «δεν έθρεφε παράφορο μίσος για τους Εβραίους» ,«δεν σκότωσε ποτέ κανένα Εβραίο ή μη Εβραίο, ούτε έδωσε εντολή να σκοτώσουν Εβραίο ή μη Εβραίο» ενώ όμως «δεν άφηνε αμφιβολία ότι θα σκότωνε ακόμα και τον πατέρα του αν τον είχαν διατάξει»3. Το πρόβλημα με τον Άιχμαν -κατά τη Χάνα Άρρεντ - έγκειται στο ότι υπήρχαν πολλοί σαν κι αυτόν: ούτε διεστραμμένοι ούτε σαδιστές, αλλά «φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί»4.
Θεωρούμε συχνά τον φασισμό ως ακρότητα όμως η Χάνα Άρρεντ μας έδειξε ότι αποτελεί την κοινοτοπία του κάκου. Σύμφωνα με την Άρρεντ -η οποία παρακολούθησε και κατέγραψε με εμβόλιμες παρατηρήσεις την δίκη του- ο Άιχμαν δεν ήταν τέρας: «Μισή δωδεκάδα ψυχίατροι βεβαίωναν πως ήταν φυσιολογικός[...] Ο ιερέας που τον επισκεπτόταν τακτικά, βεβαίωνε τους πάντες ότι ήταν «άνθρωπος με πολύ θετικές ιδέες», «δεν έθρεφε παράφορο μίσος για τους Εβραίους» ,«δεν σκότωσε ποτέ κανένα Εβραίο ή μη Εβραίο, ούτε έδωσε εντολή να σκοτώσουν Εβραίο ή μη Εβραίο» ενώ όμως «δεν άφηνε αμφιβολία ότι θα σκότωνε ακόμα και τον πατέρα του αν τον είχαν διατάξει»3. Το πρόβλημα με τον Άιχμαν -κατά τη Χάνα Άρρεντ - έγκειται στο ότι υπήρχαν πολλοί σαν κι αυτόν: ούτε διεστραμμένοι ούτε σαδιστές, αλλά «φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί»4.
Ακόμα
πιο εντυπωσιακό: Ο Άιχμαν -κατά Άρρεντ - θεωρούσε πως ήταν, κατά κάποιο τρόπο ...”Καντιανός”.
Θυμίζω πως ο Καντ εισήγαγε την έννοια του νόμου ως καθαρή μορφή και την έννοια
της ηθικότητας ως ιδιότητα του έλλογου όντος να ενεργεί χάριν των νόμων 5.
«Για τον Καντ, μια πράξη επιτρέπεται, εάν είναι δυνατόν να πράττουν όλοι με τον
ίδιο τρόπο. Ως κριτήριο της ηθικότητας μιας πράξης, αναγνωρίζεται το να μπορεί
κανείς να θέλει να γίνει ο γνώμονας, που διέπει την πράξη τούτη, μια
αντικειμενική καθολική αρχή («νόμος») η οποία ισχύει για όλους στις ίδιες ή
ανάλογες και παρόμοιες περιπτώσεις6.
Προς γενική κατάπληξη, ο Άιχμαν στη δίκη
του, δήλωσε με μεγάλη έμφαση πως είχε ζήσει όλη του τη ζωή σε συμφωνία με τους ηθικούς
κανόνες του Καντ. Η Άρρεντ θεώρησε πως ο Άιχμαν παραποίησε την καντιανή
διατύπωση ως εξής: «να ενεργείς έτσι ώστε η βασική αρχή στην οποία βασίζονται
οι ενέργειες σου να είναι η ίδια βασική αρχή με του νομοθέτη ή του νόμου της
χώρας» ή-πιο απλά- «να ενεργείς έτσι ώστε αν ο Φύρερ γνώριζε την πράξη σου να
την ενέκρινε»7. «Είναι αλήθεια -σχολιάζει η Άρρεντ- ότι η ασυνείδητη
παραποίηση του Άιχμαν συμφωνεί μ’ εκείνο που ονομάστηκε «ο Καντ διασκευασμένος για
το νοικοκυριό του απλού ανθρωπάκου». Σ’ αυτή την χρήση στο νοικοκυριό, το μόνο
που απομένει από το πνεύμα του Καντ, είναι η απαίτηση να κάνει ο άνθρωπος κάτι
περισσότερο από το να υπακούει απλώς στο νόμο, πρέπει να υπερβαίνει το στάδιο
της απλής υπακοής και να ταυτίζει τη θέληση του με την πηγή από την οποία
πηγάζει ο Νόμος. «Στη φιλοσοφία του Καντ η πηγή αυτή ήταν ο πρακτικός λόγος[…]
Στη χρήση στο νοικοκυριό κατά Άιχμαν, η πηγή αυτή ήταν η θέληση του Χίτλερ.» Σε
μεγάλο μέρος, η φρικτά φιλόπονη επιμέλεια με την οποία εφαρμόστηκε η Τελική Λύση
ανάγεται στην παλιά άποψη, που ήταν πράγματι πολύ διαδεδομένη στη Γερμανία: το
να είσαι νομοταγής, δε σημαίνει απλώς να υπακούεις στους νόμους αλλά «να ενεργείς
σαν να έχεις εσύ θεσπίσει τους νόμους με βάση τους οποίους ενεργείς. Από κει
προέρχεται και η πεποίθηση ότι πρέπει να κάνουμε ακόμα περισσότερα από όσα λέει
η φωνή του καθήκοντος» 8.
Και η Άρρεντ καταλήγει σε μια ανατριχιαστικά
ειρωνική όσο και γεμάτη αλήθεια παρατήρηση: όπως ακριβώς το δίκαιο στις
πολιτισμένες χώρες προϋποθέτει πως η φωνή της συνείδησης λέει στον κάθε πολίτη
«ου φονεύσεις» αν και μερικές φορές ο άνθρωπος έχει φονικές διαθέσεις και
επιθυμίες, έτσι το δίκαιο στη χώρα του Χίτλερ απαιτούσε από τη φωνή της
συνείδησης να λέει σε όλους «να φονεύσεις», αν και οι οργανωτές των σφαγών
ήξεραν πολύ καλά ότι ο φόνος εναντιώνεται στις έμφυτες κλίσεις και επιθυμίες των
περισσότερων ανθρώπων.[…]Πολλοί Γερμανοί και πολλοί Ναζί, θα πρέπει να ένοιωθαν
τον πειρασμό να μη σκοτώσουν, να μη ληστέψουν, να μην αφήσουν τους πλησίον τους
να θανατωθούν.Αλλά ένας Θεός ξέρει πως κατάφεραν να αντισταθούν στον πειρασμό τους»
9.
Στον πραγματικό φασισμό και ναζισμό στα
στρατόπεδα συγκέντρωσης-εξόντωσης πολύ λίγοι ήσαν αυτοί που εξόντωναν ή
βασάνιζαν από ιδεολογία.Οι περισσότεροι γίνονταν βασανιστές και δολοφόνοι από κομφορμισμό
ή (και ) καριερισμό: έκαναν απλώς την δουλειά τους, εκτελούσαν διαταγές -επιπλέον
είχαν βρει διαφόρους τρόπους για να δικαιολογούν τον εαυτό τους: «δεν ήξερα», «απλώς
εκτελούσα διαταγές»…
Τον φασισμό δεν τον παράγουν τέρατα, αλλά ο Προκρούστης
μιας πολύ βολικής συνταγής, ο ευνουχισμός της ηθικής επιταγής ώστε να
συνταιριάζει με τον καριερισμό-κομφορμισμό του μικροαστού, ο τρόπος με τον οποίο
ερμηνεύουν τις μεγάλες φιλοσοφίες και τα μεγάλα ηθικά συστήματα τα μικρά καθημερινά
ανθρωπάκια, οι «φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί» άνθρωποι της διπλανής πόρτας
σύμφωνα με τα συμφέροντα και την μικρόνοια τους. Γι’ αυτό και παραμένει πάντα
επικίνδυνος.
βιβλιογραφικές
αναφορές:
[1] Για την
πολιτική φιλοσοφία του Carl Schmitt, βλ. μεταξύ άλλων, Γιώργου Πάσχου, Κράτος
δικαίου και Πολιτική, Πολιτειολογικές θεωρίες 1900 -1940, εκδ. ο Πολίτης, Αθήνα
1991, σ. 231, κ.ε.
2 Ας μην πάει το
μυαλό μας μόνο στον …Βάγκνερ. Και το Κιτς συνιστά μια αισθητικοποίηση της
πολιτικής.
3 Χάνα Άρρεντ, ο
’Αιχμαν στην Ιερουσαλήμ έκθεση για την κοινοτοπία του κακού, μτφ. Βασίλης
Τομάνας, εκδ. Νησίδες, σ. 26-28.
4 Χάνα Άρρεντ,
ό.π, σ. 215.
5 Μυρτώ Ρήγου, Εκδοχές του Νόμου, Kant,
Sade, Kafka, εκδ. Πλέθρον, 201, σ. 15.
6 Κώστας Ανδρουλιδακης, επιλεγόμενα, στο
Ιμμανουέλ Καντ, Κριτική του πρακτικού λόγου, Εστία, μτφ σχόλια επιλεγόμενα,
Κώστας Ανδρουλιδακης, Αθήνα 2006 σ. 262.
7 Χάνα Άρρεντ,
ό.π, σ. 111.
8 Χάνα Άρρεντ,
ό.π, σ. 111.
9 Χάνα Άρρεντ,
ό.π, σ. 121.
Bettina Stangneth
Eichmann before Jerusalem.
The Unexamined Life of a Mass Murderer
Εκδόσεις Knopf, 2014,
σελ. 610, τιμή 35 δολάρια ΗΠΑ
Το 1963 η Χάνα Αρεντ τάραξε τα νερά της δυτικής διανόησης με ένα βιβλίο που επρόκειτο να συμβάλει στην ίδρυση ενός ολόκληρου πεδίου και να συζητείται επί δεκαετίες. «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ. Εκθεση για την κοινοτοπία του κακού» (εκδ. Νησίδες), καρπός της παρακολούθησης της δίκης του Αντολφ Αϊχμαν, υπευθύνου σε οργανωτικό επίπεδο για την εξόντωση εκατομμυρίων εβραίων στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, υπήρξε μία από τις πρώτες απόπειρες επιστημονικής ερμηνείας των κινήτρων των αυτουργών του Ολοκαυτώματος. Αποσυνδέοντας τη ναζιστική γενοκτονία από οποιαδήποτε αιτιολογία ψυχοπάθειας, η Αρεντ απέρριπτε τη ριζοσπαστική φύση του κακού χάριν της «κοινοτοπίας» του: οι δράστες ήταν άτομα σαν τον Αϊχμαν, γκρίζοι γραφειοκράτες, διανοητικές μετριότητες, «κανονικοί» Γερμανοί, οι οποίοι υιοθέτησαν το ναζιστικό συνονθύλευμα ιδεών εγκαταλείποντας κάθε προσωπική αξιολογική κρίση ή ηθική επιλογή και απεκδυόμενοι οποιασδήποτε ευθύνης για τις πράξεις τους. Προκλητική στην εποχή της, η θέση αυτή άσκησε ιδιαίτερη επίδραση και δέχθηκε κατά καιρούς σκληρή κριτική για τη φιλοσοφική της τεκμηρίωση ή τις πιθανές προεκτάσεις της για τα ίδια τα θύματα. Πενήντα σχεδόν χρόνια αργότερα, η γερμανίδα φιλόσοφος Μπετίνα Στάνγκνετ αμφισβητεί για πρώτη φορά τον ίδιο τον πυρήνα της συλλογιστικής της Αρεντ. Στο συναρπαστικό βιβλίο της που μόλις κυκλοφόρησε στα αγγλικά με τίτλο «Eichmann before Jerusalem. The Unexamined Life of a Mass Murderer», όπου γίνεται λεπτομερής επανεξέταση της βιογραφίας και της εσωτερικής ζωής του Αϊχμαν, η κριτική ανάγνωση του χειμαρρώδους λόγου του αναδεικνύει όχι πια την κοινοτοπία, αλλά την ιδιοτυπία του.
Το αρχείο της Αργεντινής
Η Στάνγκνετ προσφεύγει στις μαρτυρίες τόσο εκείνων που γνώριζαν τον Αϊχμαν επί εθνικοσοσιαλισμού όσο και του κύκλου των ναζί που κατέφυγαν στην Αργεντινή. Και στις δύο περιπτώσεις, όπως και στις εκατοντάδες σελίδες των αυτοβιογραφικών του κειμένων προτού συλληφθεί, ο «τσάρος των Eβραίων» κάθε άλλο παρά ως «γρανάζι μιας γραφειοκρατικής μηχανής» παρουσιάζεται. Ο ίδιος κομπάζει ότι το «διάσημο όνομα Αϊχμαν» είχε καταστεί «σύμβολο», μιλά ανοικτά και με αριθμούς για τη δράση του στο Ολοκαύτωμα, υπογράφει αυτόγραφα με το κανονικό του όνομα και τον βαθμό του («Συνταγματάρχης SS εν αποστρατεία Αϊχμαν»). Σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα που φιλοτέχνησε στη δίκη του, εκείνη του μεταπολεμικού φιλειρηνικού εκτροφέα κουνελιών, ο οποίος εξαναγκάστηκε από πράγματα και καταστάσεις, ακολουθώντας διαταγές, να συμμετάσχει στην εξόντωση ενός λαού, δηλώνει υπερήφανος για το έργο του. Αντί του αφανούς διαχειριστή «καθαρά τεχνικών ζητημάτων μεταφοράς» διεκδικεί την αναγνώρισή του ως επιφανούς οργανωτικού εγκεφάλου της διαδικασίας εκτοπισμού και εξόντωσης των Eβραίων στην Ευρώπη. Το αποτέλεσμα ήταν να καταστεί τελικά αποσυνάγωγος από τη σέχτα των χιτλερικών νοσταλγών της εξορίας: αυτοί ήλπιζαν να χρησιμοποιήσουν την αυθεντία του για να αποκαθάρουν τον ναζισμό από το υποτιθέμενο ψέμα της εβραϊκής γενοκτονίας («το ψεύδος των έξι εκατομμυρίων»), εκείνος επέμενε να καυχιέται ότι «αν είχαμε εξοντώσει 10,3 εκατομμύρια, θα είχαμε ολοκληρώσει την αποστολή μας».
Ο υποτιθέμενα χαμηλού προφίλ Αϊχμαν επιδιώκει ήδη από το 1956 την έκδοση ενός βιβλίου για τα δικά του πεπραγμένα προκειμένου να προσδιορίσει τον ρόλο του στο Ολοκαύτωμα. Ερχεται σε επαφή με τον φιλοναζιστή εκδότη Εμπερχαρντ Φριτς και τον ολλανδό πρώην πολεμικό ανταποκριτή και προπαγανδιστή του ναζιστικού καθεστώτος Βίλεμ Σάσεν και οι τρεις τους συνάπτουν ένα συμβόλαιο στο πλαίσιο του οποίου ο Αϊχμαν παραχωρεί στον Σάσεν μια σειρά μακρών συνεντεύξεων ενώπιον μιας ομάδας πρώην ναζιστών και νοσταλγών του καθεστώτος. Ηδη, πριν από αυτές έχει συγγράψει ένα χειρόγραφο έκτασης 107 σελίδων με τον τίτλο «Οι άλλοι μίλησαν, τώρα είναι η σειρά μου», ενώ αργότερα θα ολοκληρώσει ένα ημι-μυθιστορηματικό κείμενο 260 σελίδων, το οποίο παραμένει ακόμη σε γνώση μόνο των κληρονόμων του. Στη διάρκεια της φυλάκισής του στην Ιερουσαλήμ το 1961 συντηρεί την ψευδαίσθηση της δημοσίευσης ενός αυτοβιογραφικού γραπτού 1.000 σελίδων με δυνητικό τίτλο «Γνώθι σαυτόν» και σχεδιάζει τις λεπτομέρειες της έκδοσης: «η ράχη και το εξώφυλλο πρέπει να είναι μονόχρωμα, μπεζ ή γκρίζα ίσως, με καθαρή, γραμμική και ελκυστική γραμματοσειρά. Είναι σαφές ότι δεν επιθυμώ ψευδώνυμο, καθότι δεν προσήκει στη φύση του πράγματος».
Καρασαρίνης Μάρκος AΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ
Ο Αϊχμαν πριν από την Ιερουσαλήμ
Μια νέα ιστορική έρευνα ανατρέπει την
εικόνα του γερμανού ναζιστή ως γραφειοκράτη που εκτελούσε εντολές. Η
ανασκευή της έννοιας της «κοινοτοπίας του κακού», που είχε διατυπώσει η
φιλόσοφος Χάνα Αρεντ μετά την παρακολούθηση της δίκης του συνταγματάρχη
των Ες Ες στο Ισραήλ το 1961
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 05/10/2014 05:45
Ο Αντολφ Αϊχμαν στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παράτασης της κράτησής του πριν από την έναρξη της δίκης το 1961
Eichmann before Jerusalem.
The Unexamined Life of a Mass Murderer
Εκδόσεις Knopf, 2014,
σελ. 610, τιμή 35 δολάρια ΗΠΑ
Το 1963 η Χάνα Αρεντ τάραξε τα νερά της δυτικής διανόησης με ένα βιβλίο που επρόκειτο να συμβάλει στην ίδρυση ενός ολόκληρου πεδίου και να συζητείται επί δεκαετίες. «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ. Εκθεση για την κοινοτοπία του κακού» (εκδ. Νησίδες), καρπός της παρακολούθησης της δίκης του Αντολφ Αϊχμαν, υπευθύνου σε οργανωτικό επίπεδο για την εξόντωση εκατομμυρίων εβραίων στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, υπήρξε μία από τις πρώτες απόπειρες επιστημονικής ερμηνείας των κινήτρων των αυτουργών του Ολοκαυτώματος. Αποσυνδέοντας τη ναζιστική γενοκτονία από οποιαδήποτε αιτιολογία ψυχοπάθειας, η Αρεντ απέρριπτε τη ριζοσπαστική φύση του κακού χάριν της «κοινοτοπίας» του: οι δράστες ήταν άτομα σαν τον Αϊχμαν, γκρίζοι γραφειοκράτες, διανοητικές μετριότητες, «κανονικοί» Γερμανοί, οι οποίοι υιοθέτησαν το ναζιστικό συνονθύλευμα ιδεών εγκαταλείποντας κάθε προσωπική αξιολογική κρίση ή ηθική επιλογή και απεκδυόμενοι οποιασδήποτε ευθύνης για τις πράξεις τους. Προκλητική στην εποχή της, η θέση αυτή άσκησε ιδιαίτερη επίδραση και δέχθηκε κατά καιρούς σκληρή κριτική για τη φιλοσοφική της τεκμηρίωση ή τις πιθανές προεκτάσεις της για τα ίδια τα θύματα. Πενήντα σχεδόν χρόνια αργότερα, η γερμανίδα φιλόσοφος Μπετίνα Στάνγκνετ αμφισβητεί για πρώτη φορά τον ίδιο τον πυρήνα της συλλογιστικής της Αρεντ. Στο συναρπαστικό βιβλίο της που μόλις κυκλοφόρησε στα αγγλικά με τίτλο «Eichmann before Jerusalem. The Unexamined Life of a Mass Murderer», όπου γίνεται λεπτομερής επανεξέταση της βιογραφίας και της εσωτερικής ζωής του Αϊχμαν, η κριτική ανάγνωση του χειμαρρώδους λόγου του αναδεικνύει όχι πια την κοινοτοπία, αλλά την ιδιοτυπία του.
Το αρχείο της Αργεντινής
Η Στάνγκνετ επιδίδεται σε έναν κριτικό διάλογο με το έργο της
Αρεντ, το οποίο αντιλαμβάνεται ως «αναπόσπαστο διανοητικό συνοδό» του
δικού της. Δεν αποδομεί την έννοια της «κοινοτοπίας του κακού»,
καταρρίπτει όμως την ισχύ της όσον αφορά το πρόσωπο που την ενσάρκωσε.
Με βάση τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η γερμανοαμερικανίδα
πολιτική θεωρητικός, χωρίς δηλαδή την ευχέρεια της αντιπαραβολής της
εικόνας πριν και μετά τη σύλληψη του Αϊχμαν, η εξήγησή της τον ανήγαγε
σε έναν ιδεότυπο που, δίχως να τον αθωώνει, ενσωμάτωνε την αυτοπροβολή
του ως μετριότητας. Ωστόσο, η Στάνγκνετ αποδύεται σε μια επανατοποθέτηση
του ναζί εγκληματία στα συμφραζόμενα του βίου του προκειμένου να θέσει
το ερώτημα αν ο Αϊχμαν υπήρξε όντως πρότυπο κοινοτοπίας. Για τον σκοπό
αυτό προβαίνει σε εξαντλητική έρευνα και αντιπαράθεση δεδομένων σε
περισσότερα από 30 αρχεία. Συλλέγοντας ένα διάσπαρτο εδώ και δεκαετίες
υλικό (κυρίως το λεγόμενο «αρχείο της Αργεντινής»), το οποίο αφορά
πλήθος τεκμηρίων χρονολογουμένων πριν από την απαγωγή του από πράκτορες
της ισραηλινής κυβέρνησης στο Μπουένος Αϊρες όπου είχε καταφύγει
μεταπολεμικά, τη δίκη του στην Ιερουσαλήμ το 1961 και την εκτέλεσή του
στις 31 Μαΐου 1962, αποφαίνεται ότι ο ασήμαντος γραφειοκράτης υπήρξε
μόνο το προσωπείο που ένας πολύπλοκος χαρακτήρας φόρεσε ελπίζοντας να
αποφύγει τις συνέπειες της ενοχής του.
Η Στάνγκνετ προσφεύγει στις μαρτυρίες τόσο εκείνων που γνώριζαν τον Αϊχμαν επί εθνικοσοσιαλισμού όσο και του κύκλου των ναζί που κατέφυγαν στην Αργεντινή. Και στις δύο περιπτώσεις, όπως και στις εκατοντάδες σελίδες των αυτοβιογραφικών του κειμένων προτού συλληφθεί, ο «τσάρος των Eβραίων» κάθε άλλο παρά ως «γρανάζι μιας γραφειοκρατικής μηχανής» παρουσιάζεται. Ο ίδιος κομπάζει ότι το «διάσημο όνομα Αϊχμαν» είχε καταστεί «σύμβολο», μιλά ανοικτά και με αριθμούς για τη δράση του στο Ολοκαύτωμα, υπογράφει αυτόγραφα με το κανονικό του όνομα και τον βαθμό του («Συνταγματάρχης SS εν αποστρατεία Αϊχμαν»). Σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα που φιλοτέχνησε στη δίκη του, εκείνη του μεταπολεμικού φιλειρηνικού εκτροφέα κουνελιών, ο οποίος εξαναγκάστηκε από πράγματα και καταστάσεις, ακολουθώντας διαταγές, να συμμετάσχει στην εξόντωση ενός λαού, δηλώνει υπερήφανος για το έργο του. Αντί του αφανούς διαχειριστή «καθαρά τεχνικών ζητημάτων μεταφοράς» διεκδικεί την αναγνώρισή του ως επιφανούς οργανωτικού εγκεφάλου της διαδικασίας εκτοπισμού και εξόντωσης των Eβραίων στην Ευρώπη. Το αποτέλεσμα ήταν να καταστεί τελικά αποσυνάγωγος από τη σέχτα των χιτλερικών νοσταλγών της εξορίας: αυτοί ήλπιζαν να χρησιμοποιήσουν την αυθεντία του για να αποκαθάρουν τον ναζισμό από το υποτιθέμενο ψέμα της εβραϊκής γενοκτονίας («το ψεύδος των έξι εκατομμυρίων»), εκείνος επέμενε να καυχιέται ότι «αν είχαμε εξοντώσει 10,3 εκατομμύρια, θα είχαμε ολοκληρώσει την αποστολή μας».
Ο υποτιθέμενα χαμηλού προφίλ Αϊχμαν επιδιώκει ήδη από το 1956 την έκδοση ενός βιβλίου για τα δικά του πεπραγμένα προκειμένου να προσδιορίσει τον ρόλο του στο Ολοκαύτωμα. Ερχεται σε επαφή με τον φιλοναζιστή εκδότη Εμπερχαρντ Φριτς και τον ολλανδό πρώην πολεμικό ανταποκριτή και προπαγανδιστή του ναζιστικού καθεστώτος Βίλεμ Σάσεν και οι τρεις τους συνάπτουν ένα συμβόλαιο στο πλαίσιο του οποίου ο Αϊχμαν παραχωρεί στον Σάσεν μια σειρά μακρών συνεντεύξεων ενώπιον μιας ομάδας πρώην ναζιστών και νοσταλγών του καθεστώτος. Ηδη, πριν από αυτές έχει συγγράψει ένα χειρόγραφο έκτασης 107 σελίδων με τον τίτλο «Οι άλλοι μίλησαν, τώρα είναι η σειρά μου», ενώ αργότερα θα ολοκληρώσει ένα ημι-μυθιστορηματικό κείμενο 260 σελίδων, το οποίο παραμένει ακόμη σε γνώση μόνο των κληρονόμων του. Στη διάρκεια της φυλάκισής του στην Ιερουσαλήμ το 1961 συντηρεί την ψευδαίσθηση της δημοσίευσης ενός αυτοβιογραφικού γραπτού 1.000 σελίδων με δυνητικό τίτλο «Γνώθι σαυτόν» και σχεδιάζει τις λεπτομέρειες της έκδοσης: «η ράχη και το εξώφυλλο πρέπει να είναι μονόχρωμα, μπεζ ή γκρίζα ίσως, με καθαρή, γραμμική και ελκυστική γραμματοσειρά. Είναι σαφές ότι δεν επιθυμώ ψευδώνυμο, καθότι δεν προσήκει στη φύση του πράγματος».
Κυνικός και ανελέητος
Η γλώσσα του Αϊχμαν στην Αργεντινή, όπως την παραθέτει η Στάνγκνετ,
διαφέρει εντελώς από εκείνη της Ιερουσαλήμ. Η «αδυναμία ομιλίας» και
«αδυναμία σκέψης» που εντοπίζει η Αρεντ έρχονται σε αντίθεση με τον
συστηματικό τρόπο έκθεσης των απόψεών του. Κυνικός, ανελέητος,
μισάνθρωπος, αυτός ο Αϊχμαν μπορεί να επιδεικνύει αδιάντροπα τον
αντισημιτισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό του. Η τεχνική γλώσσα συνδυάζεται
με την ανοικτή αποδοχή των όσων συνέβαιναν: τα στρατόπεδα
«τροφοδοτούνταν με υλικό», αλλά και «για μένα δεν υπήρχε καμία διαφορά
για το πού θα πήγαιναν οι Eβραίοι, στη Μαδαγασκάρη, στο Αουσβιτς, στα
στρατόπεδα του (υψηλόβαθμου SS) Γκλόμποτσνικ για να εξοντωθούν
με αέρια». Το ιδεολογικό περιεχόμενο εξακολουθεί να αφορά εν έτει 1957
την υπεράσπιση μιας διεστραμμένης κοσμοθεωρίας στην οποία εμμένει ως
ιδανικό. Στην ερώτηση μιας κυρίας του κύκλου του Σάσεν «τι χειρότερο
μπορούσε να συμβεί στη Γερμανία από την ανάληψη της εξουσίας από τους
ναζί το 1933» εξανίσταται και μετά βίας συγκρατεί την οργή του: «Γι'
αυτό τα δώσαμε όλα, τα νιάτα, την ελευθερία μας, κι άλλοι ακόμη
περισσότερα, τη ζωή τους. Δεν αντέχω να ακούω κάτι τέτοιο [...], θα
εκραγώ!».
Πεπεισμένος εθνικοσοσιαλιστής
Η αντεστραμμένη ηθική του Αϊχμαν είναι αυτή ενός πεπεισμένου εθνικοσοσιαλιστή - οι φυλετικές και βιολογικές κατηγορίες υπερβαίνουν τις πολιτισμικές, το αίμα ακυρώνει τις αξίες, η εξόντωση των Εβραίων αποβαίνει καθήκον, αποστολή, νομοτέλεια: «το αίσθημα της αυτοσυντήρησης είναι ισχυρότερο από κάθε αυτοαποκαλούμενη ηθική απαίτηση». Το ενδιαφέρον είναι ότι οι απόπειρες φιλοσοφικής τεκμηρίωσης των λεγομένων του δεν εξαντλούνται πάντα σε έναν χυδαίο κοινωνικό δαρβινισμό. Σε κάποιες επιστολές του χρησιμοποιεί όχι χωρίς δεξιότητα δάνεια από τον Καντ, τον Νίτσε, τον Πλάτωνα, τον Σοπενχάουερ, ακόμη και τον (εβραϊκής καταγωγής) Σπινόζα, σημειώνει η Στάνγκνετ. Πίσω από το υποτιθέμενο ανθρωπάκι-δέσμιο των μηχανισμών, όπως παρουσίαζε τον εαυτό του στη δίκη, δεν κρύβεται ωστόσο ένας διανοούμενος. Η χρήση των φιλοσοφικών εργαλείων αποδεικνύεται επιφανειακή και εργαλειακή, ανάλογα με τον συνομιλητή και τη συγκυρία. Η ιδιόμορφη χρήση της γλώσσας, η επινόηση αταίριαστων μεταφορών («νιώθω σαν ανώνυμος περιπατητής υποβρυχίως»), οι ακυρολεξίες, υποδηλώνουν τα όρια της σκέψης του. «Πολύ έξυπνος, πολύ πανούργος» κατά τον ισραηλινό ανακριτή του, όχι μετριότητα αλλά ούτε και προσωποποίηση του μέσου όρου, ο Αϊχμαν δεν μπορεί να αποτελέσει μέτρο των αυτουργών του Ολοκαυτώματος με τον τρόπο της Αρεντ, υποδεικνύει τελικά η Μπετίνα Στάνγκνετ. Οπως σημειώνει ο εξέχων αμερικανός ιστορικός του ναζισμού Κρίστοφερ Μπράουνινγκ στους «New York Times», ο Αντολφ Αϊχμαν ταίριαζε στο πορτρέτο της Χάνα Αρεντ μόνο κατά το ήμισυ: αποτελούσε συνώνυμο του κακού, όχι όμως της κοινοτοπίας του.
Η αντεστραμμένη ηθική του Αϊχμαν είναι αυτή ενός πεπεισμένου εθνικοσοσιαλιστή - οι φυλετικές και βιολογικές κατηγορίες υπερβαίνουν τις πολιτισμικές, το αίμα ακυρώνει τις αξίες, η εξόντωση των Εβραίων αποβαίνει καθήκον, αποστολή, νομοτέλεια: «το αίσθημα της αυτοσυντήρησης είναι ισχυρότερο από κάθε αυτοαποκαλούμενη ηθική απαίτηση». Το ενδιαφέρον είναι ότι οι απόπειρες φιλοσοφικής τεκμηρίωσης των λεγομένων του δεν εξαντλούνται πάντα σε έναν χυδαίο κοινωνικό δαρβινισμό. Σε κάποιες επιστολές του χρησιμοποιεί όχι χωρίς δεξιότητα δάνεια από τον Καντ, τον Νίτσε, τον Πλάτωνα, τον Σοπενχάουερ, ακόμη και τον (εβραϊκής καταγωγής) Σπινόζα, σημειώνει η Στάνγκνετ. Πίσω από το υποτιθέμενο ανθρωπάκι-δέσμιο των μηχανισμών, όπως παρουσίαζε τον εαυτό του στη δίκη, δεν κρύβεται ωστόσο ένας διανοούμενος. Η χρήση των φιλοσοφικών εργαλείων αποδεικνύεται επιφανειακή και εργαλειακή, ανάλογα με τον συνομιλητή και τη συγκυρία. Η ιδιόμορφη χρήση της γλώσσας, η επινόηση αταίριαστων μεταφορών («νιώθω σαν ανώνυμος περιπατητής υποβρυχίως»), οι ακυρολεξίες, υποδηλώνουν τα όρια της σκέψης του. «Πολύ έξυπνος, πολύ πανούργος» κατά τον ισραηλινό ανακριτή του, όχι μετριότητα αλλά ούτε και προσωποποίηση του μέσου όρου, ο Αϊχμαν δεν μπορεί να αποτελέσει μέτρο των αυτουργών του Ολοκαυτώματος με τον τρόπο της Αρεντ, υποδεικνύει τελικά η Μπετίνα Στάνγκνετ. Οπως σημειώνει ο εξέχων αμερικανός ιστορικός του ναζισμού Κρίστοφερ Μπράουνινγκ στους «New York Times», ο Αντολφ Αϊχμαν ταίριαζε στο πορτρέτο της Χάνα Αρεντ μόνο κατά το ήμισυ: αποτελούσε συνώνυμο του κακού, όχι όμως της κοινοτοπίας του.
δειτε και
Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014
Καρασαρίνης Μάρκος :| Ο Αϊχμαν πριν από την Ιερουσαλήμ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ
Ο Αϊχμαν πριν από την Ιερουσαλήμ
Μια νέα ιστορική έρευνα ανατρέπει την
εικόνα του γερμανού ναζιστή ως γραφειοκράτη που εκτελούσε εντολές. Η
ανασκευή της έννοιας της «κοινοτοπίας του κακού», που είχε διατυπώσει η
φιλόσοφος Χάνα Αρεντ μετά την παρακολούθηση της δίκης του συνταγματάρχη
των Ες Ες στο Ισραήλ το 1961
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 05/10/2014 05:45
Ο Αντολφ Αϊχμαν στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παράτασης της κράτησής του πριν από την έναρξη της δίκης το 1961
Eichmann before Jerusalem.
The Unexamined Life of a Mass Murderer
Εκδόσεις Knopf, 2014,
σελ. 610, τιμή 35 δολάρια ΗΠΑ
Το 1963 η Χάνα Αρεντ τάραξε τα νερά της δυτικής διανόησης με ένα βιβλίο που επρόκειτο να συμβάλει στην ίδρυση ενός ολόκληρου πεδίου και να συζητείται επί δεκαετίες. «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ. Εκθεση για την κοινοτοπία του κακού» (εκδ. Νησίδες), καρπός της παρακολούθησης της δίκης του Αντολφ Αϊχμαν, υπευθύνου σε οργανωτικό επίπεδο για την εξόντωση εκατομμυρίων εβραίων στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, υπήρξε μία από τις πρώτες απόπειρες επιστημονικής ερμηνείας των κινήτρων των αυτουργών του Ολοκαυτώματος. Αποσυνδέοντας τη ναζιστική γενοκτονία από οποιαδήποτε αιτιολογία ψυχοπάθειας, η Αρεντ απέρριπτε τη ριζοσπαστική φύση του κακού χάριν της «κοινοτοπίας» του: οι δράστες ήταν άτομα σαν τον Αϊχμαν, γκρίζοι γραφειοκράτες, διανοητικές μετριότητες, «κανονικοί» Γερμανοί, οι οποίοι υιοθέτησαν το ναζιστικό συνονθύλευμα ιδεών εγκαταλείποντας κάθε προσωπική αξιολογική κρίση ή ηθική επιλογή και απεκδυόμενοι οποιασδήποτε ευθύνης για τις πράξεις τους. Προκλητική στην εποχή της, η θέση αυτή άσκησε ιδιαίτερη επίδραση και δέχθηκε κατά καιρούς σκληρή κριτική για τη φιλοσοφική της τεκμηρίωση ή τις πιθανές προεκτάσεις της για τα ίδια τα θύματα. Πενήντα σχεδόν χρόνια αργότερα, η γερμανίδα φιλόσοφος Μπετίνα Στάνγκνετ αμφισβητεί για πρώτη φορά τον ίδιο τον πυρήνα της συλλογιστικής της Αρεντ. Στο συναρπαστικό βιβλίο της που μόλις κυκλοφόρησε στα αγγλικά με τίτλο «Eichmann before Jerusalem. The Unexamined Life of a Mass Murderer», όπου γίνεται λεπτομερής επανεξέταση της βιογραφίας και της εσωτερικής ζωής του Αϊχμαν, η κριτική ανάγνωση του χειμαρρώδους λόγου του αναδεικνύει όχι πια την κοινοτοπία, αλλά την ιδιοτυπία του.
Το αρχείο της Αργεντινής
Η Στάνγκνετ επιδίδεται σε έναν κριτικό διάλογο με το έργο της
Αρεντ, το οποίο αντιλαμβάνεται ως «αναπόσπαστο διανοητικό συνοδό» του
δικού της. Δεν αποδομεί την έννοια της «κοινοτοπίας του κακού»,
καταρρίπτει όμως την ισχύ της όσον αφορά το πρόσωπο που την ενσάρκωσε.
Με βάση τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η γερμανοαμερικανίδα
πολιτική θεωρητικός, χωρίς δηλαδή την ευχέρεια της αντιπαραβολής της
εικόνας πριν και μετά τη σύλληψη του Αϊχμαν, η εξήγησή της τον ανήγαγε
σε έναν ιδεότυπο που, δίχως να τον αθωώνει, ενσωμάτωνε την αυτοπροβολή
του ως μετριότητας. Ωστόσο, η Στάνγκνετ αποδύεται σε μια επανατοποθέτηση
του ναζί εγκληματία στα συμφραζόμενα του βίου του προκειμένου να θέσει
το ερώτημα αν ο Αϊχμαν υπήρξε όντως πρότυπο κοινοτοπίας. Για τον σκοπό
αυτό προβαίνει σε εξαντλητική έρευνα και αντιπαράθεση δεδομένων σε
περισσότερα από 30 αρχεία. Συλλέγοντας ένα διάσπαρτο εδώ και δεκαετίες
υλικό (κυρίως το λεγόμενο «αρχείο της Αργεντινής»), το οποίο αφορά
πλήθος τεκμηρίων χρονολογουμένων πριν από την απαγωγή του από πράκτορες
της ισραηλινής κυβέρνησης στο Μπουένος Αϊρες όπου είχε καταφύγει
μεταπολεμικά, τη δίκη του στην Ιερουσαλήμ το 1961 και την εκτέλεσή του
στις 31 Μαΐου 1962, αποφαίνεται ότι ο ασήμαντος γραφειοκράτης υπήρξε
μόνο το προσωπείο που ένας πολύπλοκος χαρακτήρας φόρεσε ελπίζοντας να
αποφύγει τις συνέπειες της ενοχής του.
Η Στάνγκνετ προσφεύγει στις μαρτυρίες τόσο εκείνων που γνώριζαν τον Αϊχμαν επί εθνικοσοσιαλισμού όσο και του κύκλου των ναζί που κατέφυγαν στην Αργεντινή. Και στις δύο περιπτώσεις, όπως και στις εκατοντάδες σελίδες των αυτοβιογραφικών του κειμένων προτού συλληφθεί, ο «τσάρος των Eβραίων» κάθε άλλο παρά ως «γρανάζι μιας γραφειοκρατικής μηχανής» παρουσιάζεται. Ο ίδιος κομπάζει ότι το «διάσημο όνομα Αϊχμαν» είχε καταστεί «σύμβολο», μιλά ανοικτά και με αριθμούς για τη δράση του στο Ολοκαύτωμα, υπογράφει αυτόγραφα με το κανονικό του όνομα και τον βαθμό του («Συνταγματάρχης SS εν αποστρατεία Αϊχμαν»). Σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα που φιλοτέχνησε στη δίκη του, εκείνη του μεταπολεμικού φιλειρηνικού εκτροφέα κουνελιών, ο οποίος εξαναγκάστηκε από πράγματα και καταστάσεις, ακολουθώντας διαταγές, να συμμετάσχει στην εξόντωση ενός λαού, δηλώνει υπερήφανος για το έργο του. Αντί του αφανούς διαχειριστή «καθαρά τεχνικών ζητημάτων μεταφοράς» διεκδικεί την αναγνώρισή του ως επιφανούς οργανωτικού εγκεφάλου της διαδικασίας εκτοπισμού και εξόντωσης των Eβραίων στην Ευρώπη. Το αποτέλεσμα ήταν να καταστεί τελικά αποσυνάγωγος από τη σέχτα των χιτλερικών νοσταλγών της εξορίας: αυτοί ήλπιζαν να χρησιμοποιήσουν την αυθεντία του για να αποκαθάρουν τον ναζισμό από το υποτιθέμενο ψέμα της εβραϊκής γενοκτονίας («το ψεύδος των έξι εκατομμυρίων»), εκείνος επέμενε να καυχιέται ότι «αν είχαμε εξοντώσει 10,3 εκατομμύρια, θα είχαμε ολοκληρώσει την αποστολή μας».
Ο υποτιθέμενα χαμηλού προφίλ Αϊχμαν επιδιώκει ήδη από το 1956 την έκδοση ενός βιβλίου για τα δικά του πεπραγμένα προκειμένου να προσδιορίσει τον ρόλο του στο Ολοκαύτωμα. Ερχεται σε επαφή με τον φιλοναζιστή εκδότη Εμπερχαρντ Φριτς και τον ολλανδό πρώην πολεμικό ανταποκριτή και προπαγανδιστή του ναζιστικού καθεστώτος Βίλεμ Σάσεν και οι τρεις τους συνάπτουν ένα συμβόλαιο στο πλαίσιο του οποίου ο Αϊχμαν παραχωρεί στον Σάσεν μια σειρά μακρών συνεντεύξεων ενώπιον μιας ομάδας πρώην ναζιστών και νοσταλγών του καθεστώτος. Ηδη, πριν από αυτές έχει συγγράψει ένα χειρόγραφο έκτασης 107 σελίδων με τον τίτλο «Οι άλλοι μίλησαν, τώρα είναι η σειρά μου», ενώ αργότερα θα ολοκληρώσει ένα ημι-μυθιστορηματικό κείμενο 260 σελίδων, το οποίο παραμένει ακόμη σε γνώση μόνο των κληρονόμων του. Στη διάρκεια της φυλάκισής του στην Ιερουσαλήμ το 1961 συντηρεί την ψευδαίσθηση της δημοσίευσης ενός αυτοβιογραφικού γραπτού 1.000 σελίδων με δυνητικό τίτλο «Γνώθι σαυτόν» και σχεδιάζει τις λεπτομέρειες της έκδοσης: «η ράχη και το εξώφυλλο πρέπει να είναι μονόχρωμα, μπεζ ή γκρίζα ίσως, με καθαρή, γραμμική και ελκυστική γραμματοσειρά. Είναι σαφές ότι δεν επιθυμώ ψευδώνυμο, καθότι δεν προσήκει στη φύση του πράγματος».
Κυνικός και ανελέητος
Η γλώσσα του Αϊχμαν στην Αργεντινή, όπως την παραθέτει η Στάνγκνετ,
διαφέρει εντελώς από εκείνη της Ιερουσαλήμ. Η «αδυναμία ομιλίας» και
«αδυναμία σκέψης» που εντοπίζει η Αρεντ έρχονται σε αντίθεση με τον
συστηματικό τρόπο έκθεσης των απόψεών του. Κυνικός, ανελέητος,
μισάνθρωπος, αυτός ο Αϊχμαν μπορεί να επιδεικνύει αδιάντροπα τον
αντισημιτισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό του. Η τεχνική γλώσσα συνδυάζεται
με την ανοικτή αποδοχή των όσων συνέβαιναν: τα στρατόπεδα
«τροφοδοτούνταν με υλικό», αλλά και «για μένα δεν υπήρχε καμία διαφορά
για το πού θα πήγαιναν οι Eβραίοι, στη Μαδαγασκάρη, στο Αουσβιτς, στα
στρατόπεδα του (υψηλόβαθμου SS) Γκλόμποτσνικ για να εξοντωθούν
με αέρια». Το ιδεολογικό περιεχόμενο εξακολουθεί να αφορά εν έτει 1957
την υπεράσπιση μιας διεστραμμένης κοσμοθεωρίας στην οποία εμμένει ως
ιδανικό. Στην ερώτηση μιας κυρίας του κύκλου του Σάσεν «τι χειρότερο
μπορούσε να συμβεί στη Γερμανία από την ανάληψη της εξουσίας από τους
ναζί το 1933» εξανίσταται και μετά βίας συγκρατεί την οργή του: «Γι'
αυτό τα δώσαμε όλα, τα νιάτα, την ελευθερία μας, κι άλλοι ακόμη
περισσότερα, τη ζωή τους. Δεν αντέχω να ακούω κάτι τέτοιο [...], θα
εκραγώ!».
Πεπεισμένος εθνικοσοσιαλιστής
Η αντεστραμμένη ηθική του Αϊχμαν είναι αυτή ενός πεπεισμένου εθνικοσοσιαλιστή - οι φυλετικές και βιολογικές κατηγορίες υπερβαίνουν τις πολιτισμικές, το αίμα ακυρώνει τις αξίες, η εξόντωση των Εβραίων αποβαίνει καθήκον, αποστολή, νομοτέλεια: «το αίσθημα της αυτοσυντήρησης είναι ισχυρότερο από κάθε αυτοαποκαλούμενη ηθική απαίτηση». Το ενδιαφέρον είναι ότι οι απόπειρες φιλοσοφικής τεκμηρίωσης των λεγομένων του δεν εξαντλούνται πάντα σε έναν χυδαίο κοινωνικό δαρβινισμό. Σε κάποιες επιστολές του χρησιμοποιεί όχι χωρίς δεξιότητα δάνεια από τον Καντ, τον Νίτσε, τον Πλάτωνα, τον Σοπενχάουερ, ακόμη και τον (εβραϊκής καταγωγής) Σπινόζα, σημειώνει η Στάνγκνετ. Πίσω από το υποτιθέμενο ανθρωπάκι-δέσμιο των μηχανισμών, όπως παρουσίαζε τον εαυτό του στη δίκη, δεν κρύβεται ωστόσο ένας διανοούμενος. Η χρήση των φιλοσοφικών εργαλείων αποδεικνύεται επιφανειακή και εργαλειακή, ανάλογα με τον συνομιλητή και τη συγκυρία. Η ιδιόμορφη χρήση της γλώσσας, η επινόηση αταίριαστων μεταφορών («νιώθω σαν ανώνυμος περιπατητής υποβρυχίως»), οι ακυρολεξίες, υποδηλώνουν τα όρια της σκέψης του. «Πολύ έξυπνος, πολύ πανούργος» κατά τον ισραηλινό ανακριτή του, όχι μετριότητα αλλά ούτε και προσωποποίηση του μέσου όρου, ο Αϊχμαν δεν μπορεί να αποτελέσει μέτρο των αυτουργών του Ολοκαυτώματος με τον τρόπο της Αρεντ, υποδεικνύει τελικά η Μπετίνα Στάνγκνετ. Οπως σημειώνει ο εξέχων αμερικανός ιστορικός του ναζισμού Κρίστοφερ Μπράουνινγκ στους «New York Times», ο Αντολφ Αϊχμαν ταίριαζε στο πορτρέτο της Χάνα Αρεντ μόνο κατά το ήμισυ: αποτελούσε συνώνυμο του κακού, όχι όμως της κοινοτοπίας του.
Η αντεστραμμένη ηθική του Αϊχμαν είναι αυτή ενός πεπεισμένου εθνικοσοσιαλιστή - οι φυλετικές και βιολογικές κατηγορίες υπερβαίνουν τις πολιτισμικές, το αίμα ακυρώνει τις αξίες, η εξόντωση των Εβραίων αποβαίνει καθήκον, αποστολή, νομοτέλεια: «το αίσθημα της αυτοσυντήρησης είναι ισχυρότερο από κάθε αυτοαποκαλούμενη ηθική απαίτηση». Το ενδιαφέρον είναι ότι οι απόπειρες φιλοσοφικής τεκμηρίωσης των λεγομένων του δεν εξαντλούνται πάντα σε έναν χυδαίο κοινωνικό δαρβινισμό. Σε κάποιες επιστολές του χρησιμοποιεί όχι χωρίς δεξιότητα δάνεια από τον Καντ, τον Νίτσε, τον Πλάτωνα, τον Σοπενχάουερ, ακόμη και τον (εβραϊκής καταγωγής) Σπινόζα, σημειώνει η Στάνγκνετ. Πίσω από το υποτιθέμενο ανθρωπάκι-δέσμιο των μηχανισμών, όπως παρουσίαζε τον εαυτό του στη δίκη, δεν κρύβεται ωστόσο ένας διανοούμενος. Η χρήση των φιλοσοφικών εργαλείων αποδεικνύεται επιφανειακή και εργαλειακή, ανάλογα με τον συνομιλητή και τη συγκυρία. Η ιδιόμορφη χρήση της γλώσσας, η επινόηση αταίριαστων μεταφορών («νιώθω σαν ανώνυμος περιπατητής υποβρυχίως»), οι ακυρολεξίες, υποδηλώνουν τα όρια της σκέψης του. «Πολύ έξυπνος, πολύ πανούργος» κατά τον ισραηλινό ανακριτή του, όχι μετριότητα αλλά ούτε και προσωποποίηση του μέσου όρου, ο Αϊχμαν δεν μπορεί να αποτελέσει μέτρο των αυτουργών του Ολοκαυτώματος με τον τρόπο της Αρεντ, υποδεικνύει τελικά η Μπετίνα Στάνγκνετ. Οπως σημειώνει ο εξέχων αμερικανός ιστορικός του ναζισμού Κρίστοφερ Μπράουνινγκ στους «New York Times», ο Αντολφ Αϊχμαν ταίριαζε στο πορτρέτο της Χάνα Αρεντ μόνο κατά το ήμισυ: αποτελούσε συνώνυμο του κακού, όχι όμως της κοινοτοπίας του.
Τρίτη 15 Απριλίου 2014
atheofobos2: Η ΚΟΙΝΟΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ αναδημοσίευση
atheofobos2: Η ΚΟΙΝΟΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ
Πρόσφατα είχα δει την γερμανική ταινία Hannah Arendt της Μαργκαρέτε Φον Τρότα με την εξαιρετική ερμηνεία της Μπάρμπαρα Σούκοβα.
Το θέμα της ιστορικής αυτής
βιογραφίας εστιάζεται στις αντιδράσεις που υπήρξαν όταν η γερμανοεβραία φιλόσοφος
Arendt (φωτογραφίες της σε 3 διαφορετικές ηλικίες) ανέλαβε να καλύψει για το αμερικανικό περιοδικό «New Yorker» τη
δίκη του ναζί εγκληματία Άντολφ Άιχμαν
στην Ιερουσαλήμ, σοκάροντας
τους πάντες
με τη θαρραλέα, αντισυμβατική προσέγγισή της στο ότι ο Άιχμαν δεν ήταν
ένα τέρας, αλλά ότι σαδιστής και δολοφόνος μπορεί να γίνει και ένας
συνηθισμένος ανθρωπάκος.
Ο Άντολφ Άιχμαν ήταν
συνταγματάρχης των SS,
επικεφαλής του Γραφείου Εβραϊκών υποθέσεων της Γκεστάπο και ήταν ο αρχιτέκτονας
του Όλοκαυτώματος που οδήγησε σε εξόντωση περίπου 6 εκατομμύρια Εβραίους της Ευρώπης.
Όπως γράφει ο Πολωνός κοινωνιολόγος Ζίγκμουντ Μπάουμαν «A Natural History of Evil» (Yong-June Park,
2011)(οι υπογραμμίσεις δικές μου) :
Η Χάνα Αρεντ, ίσως η πιο σημαντική
εκπρόσωπος αυτού του τρόπου σκέψης που αντιτίθεται σαφώς και αδιάλλακτα στην
αναγωγή των κοινωνικών φαινομένων στην ατομική ψυχή, παρατηρούσε ότι το αληθινά
δαιμονικό πνεύμα μεταξύ των ναζιστών λαοπλάνων ήταν ο Χίμλερ. Ο Χίμλερ
–μολονότι δεν προερχόταν από τους κύκλους των μποέμ όπως ο Γκέμπελς και χωρίς
να είναι ένας διεστραμμένος όπως ο Στράιχερ, ούτε ένας τυχοδιώκτης όπως ο
Γκέρινγκ, ούτε και ένας φανατικός όπως ο Χίτλερ ή ένας τρελός όπως ο
Ρόζενμπεργκ– «οργάνωσε τις μάζες σε ένα σύστημα ολικής κυριαρχίας», χάρη στην (ορθή!) παραδοχή του ότι στην
απόλυτη πλειονότητά τους οι άνθρωποι δεν είναι ούτε βρικόλακες ούτε σαδιστές,
αλλά εργαζόμενοι και πατέρες οικογενειών.
Το πού θα οδηγούσε την Αρεντ αυτή η
παρατήρηση το μάθαμε τελικά από το βιβλίο της «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ». Αυτό
που αναφέρεται περισσότερο από τα συμπεράσματα της Χάνα Αρεντ είναι η συνοπτική
απόφανσή της περί της κοινοτοπίας του
κακού. Αυτό που εννοούσε η Αρεντ, όταν τη διατύπωνε, ήταν ότι για να διαπραχθούν τερατωδίες δεν
χρειάζονται τέρατα και ότι το πρόβλημα το σχετικό με τον Αϊχμαν έγκειτο
ακριβώς στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ανώτατων αυθεντιών της
ψυχολογίας και της ψυχιατρικής, αυτός, και μαζί με αυτόν πολυάριθμοι σύντροφοί
του που διέπρατταν εγκλήματα, δεν ήταν ούτε ένα τέρας ούτε ένας σαδιστής. Ήταν αντίθετα υπερβολικά, τρομερά,
τρομακτικά «φυσιολογικός».
.............................
Ηταν επομένως μια ευκαιρία να
υποβληθεί η «υπόθεση του τέρατος» σε μιαν εξέταση μέγιστης ακρίβειας και από τα
πιο φημισμένα μέλη των ψυχολογικών και ψυχιατρικών επαγγελμάτων. Το τελικό
συμπέρασμα της πιο ευρείας και αξιόπιστης έρευνας που έγινε προέκυψε αν μη τι
άλλο αμφίσημο. Ιδού ποιο ήταν με τα λόγια της Χάνα Αρεντ: «Μισή δωδεκάδα
ψυχίατροι βεβαίωσαν ότι είναι
‘‘φυσιολογικός’’ – ‘‘πιο φυσιολογικός, σε κάθε περίπτωση, από όσο είμαι εγώ ο
ίδιος αφότου τον εξέτασα’’, λέγεται ότι αναφώνησε ένας από τους εξεταστές,
ενώ ένας άλλος αποκάλυψε ότι το συνολικό ψυχολογικό του προφίλ, η συμπεριφορά του προς τη γυναίκα του και
τα παιδιά του, τον πατέρα και τη μητέρα του, τις αδελφές και τους φίλους ήταν
‘‘όχι μόνον φυσιολογική αλλά και η πιο αγαπητική’’. Το πρόβλημα με την
περίπτωση του Αϊχμαν ήταν ακριβώς το ότι τόσοι άλλοι που είχαν κηλιδωθεί με
αυτά τα εγκλήματα ήταν σαν κι αυτόν και δεν ήταν πιο διεστραμμένοι ή σαδιστές
από εκείνους που τους εξέτασαν, καθώς ήταν τρομερά, τρομακτικά φυσιολογικοί.
Από την άποψη των νομικών μας θεσμών και του δικού μας ηθικού κριτηρίου, αυτή η
κανονικότητα ήταν πολύ πιο ανησυχητική από το σύνολο όλων εκείνων των ωμοτήτων».
....................................
Από τις πιο πρόσφατες μελέτες που
ακολούθησαν αυτή τη γραμμή, το βιβλίο του Φίλιπ Ζιμπάρντο The Lucifer Effect,
που δημοσιεύτηκε το 2007, διακρίνεται εξαιτίας του ότι είναι μια ανατριχιαστική
και στενάχωρη μελέτη. Επικεντρώνεται σε μια σειρά από αγόρια και κορίτσια, που
είναι παιδιά λαϊκά, καλοί, φυσιολογικοί και συμπαθητικοί Αμερικανοί, και που
μεταμορφώνονται σε τέρατα όταν φτάνουν σε ένα είδος «κρανίου τόπο», στη μακρινή
χώρα του Ιράκ, όπου τους αναθέτουν τη φρούρηση αιχμαλώτων, στους οποίους
αποδίδουν κακές προθέσεις και τους υποψιάζονται ότι ανήκουν σε ένα κατώτερο
είδος ανθρώπινων υπάρξεων ή ότι είναι ίσως κάτι λιγότερο από άνθρωποι.
................................
Στον γενέθλιο τόπο της(η κοπέλα της φωτογραφίας) και σε
εκείνους των συντρόφων της, οι γείτονές τους αρνούνται να πιστέψουν ακόμα και
σήμερα ότι εκείνα τα αξιαγάπητα αγόρια και κορίτσια, που τα γνωρίζουν από την
πιο τρυφερή τους ηλικία, είναι τα ίδια πρόσωπα που απεικονίζονται σαν τέρατα
στις φωτογραφίες που βγήκαν στους χώρους των βασανιστηρίων του Αμπου Γκράιμπ.
Και όμως είναι.
Και όμως είναι.
Το ίδιο φυσιολογικοί και καθημερινοί άνθρωποι είναι και οι 6
προφυλακισθέντες σωφρονιστικοί υπάλληλοι της Νιγρίτας που οδήγησαν με άγριο εν
ψυχρώ ξυλοδαρμό τον δολοφόνο Ιλία Καρέλι
στον θάνατο.
Οι ίδιοι επιστρέφοντας στο σπίτι τους θα χαϊδέψουν τα παιδιά
τους , τις γυναίκες τους και τον σκύλο τους, θα μεταλάβουν στην εκκλησία, θα πάνε
στον επιτάφιο και στην Ανάσταση και θα
πούνε και τα αστεία τους με τους φίλους τους ψήνοντας το αρνί το Πάσχα.
Γι` αυτό άλλωστε και οι συγγενείς τους διαμαρτύρονταν έξω από
το δικαστήριο για την δικαστική έρευνα της υπόθεσης αλλά και αρκετοί τους
δικαιολόγησαν στο ίντερνετ για την πράξη τους.
H κοινοτυπία του κακού που περιγράφει η Άρεντ έγκειται στο ότι 6 σωφρονιστικοί
υπάλληλοι και όχι ένας , που θα μπορούσε να είναι διεστραμμένος, θεώρησαν απόλυτα
φυσιολογικό και σωστό ότι πρέπει να γίνουν
τιμωροί του κακοποιού που δολοφόνησε άνανδρα ένα συνάδελφο τους .Δεν
αποκλείεται μάλιστα όταν εβλεπαν στην τηλεόραση τα βασανιστήρια που γίνονταν στο Αμπου
Γκράιμπ να τα θεώρησαν απαράδεκτα.
Τόσο όμως στο Αμπου
Γκράιμπ όσο και στην Νιγρίτα, αλλά και
οπουδήποτε αλλού, η κοινοτυπία του κακού είναι δυστυχώς υπαρκτή σε όλη
την διαστρωμάτωση των διοικητικών δομών κάθε είδους εξουσίας.
Αν όμως οι ηγεσίες
ήσαν
κατηγορηματικά αντίθετες σε τέτοια φαινόμενα τότε κανένας από τους
υφισταμένους, αν θα γνώριζε πως κινδυνεύει να τιμωρηθεί άμεσα, δεν θα
πρόβαινε σε αυτές τις
πράξεις .
Ο Άιχμαν διακήρυσσε "ότι δεν έχει
τίποτε εναντίον των Εβραίων" αλλά ως τέλειος γραφειοκράτης λάμβανε τις αποφάσεις για την εξόντωσή τους με απόλυτα
γραφειοκρατική ψυχρότητα γιατί ήταν πιστός και ευσυνείδητος εκτελεστής άνωθεν εντολών.
Ο Άιχμαν, όσο και αν φαίνεται εξεζητημένο θα ήταν ο εργαζόμενος που κάθε εργοδότης θα ήθελε να έχει στην δούλεψη του!
Ο Άιχμαν, όσο και αν φαίνεται εξεζητημένο θα ήταν ο εργαζόμενος που κάθε εργοδότης θα ήθελε να έχει στην δούλεψη του!
Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012
Περί βίας Χάνα Άρεντ
| Περί βίας | ||||||||||||||
| Συγγραφείς: Χάνα Άρεντ | ||||||||||||||
| Θέμα: Φιλοσοφία | ||||||||||||||
| Εκδότης: Αλεξάνδρεια | ||||||||||||||
| Μετάφραση: Βάνα Νικολαϊδου-Κυριανίδου | ||||||||||||||
| Σελίδες: 190 | ||||||||||||||
| «Ο Μαρξ», γράφει η Αρεντ, «είχε επίγνωση του ρόλου της βίας στην ιστορία, αλλά γι’ αυτόν ο ρόλος ήταν δευτερεύων· δεν είναι η βία που επέφερε το τέλος της παλιάς κοινωνίας, αλλά οι εγγενείς αντιφάσεις της. Τα ξεσπάσματα βίας προηγούνται της ανάδυσης μιας νέας κοινωνίας, αλλά δεν την προκαλούσαν, γι’ αυτό και ο Μαρξ τα παρομοίαζε με τις ωδίνες του τοκετού, οι οποίες προηγούνται μεν του γεγονότος της οργανικής γέννησης, αλλά φυσικά δεν το προκαλούν». Γι’ αυτό και ο Φρίντριχ Ενγκελς έγραφε το 1847: «Οτι όλες οι συνωμοσίες δεν είναι μόνο άχρηστες, αλλά και επιζήμιες. (Η Αριστερά ήξερε) πολύ καλά ότι οι επαναστάσεις δεν γίνονται εκ προθέσεως και αυθαίρετα, αλλά ότι ήσαν παντού και πάντοτε το αναγκαίο αποτέλεσμα συγκυριών εντελώς ανεξάρτητων από τη θέληση και την καθοδήγηση συγκεκριμένων κομμάτων και ολόκληρων τάξεων». | ||||||||||||||
Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012
π. Ευάγγελος Γκανάς, Η συζήτηση για το κακό μετά το Άουσβιτς ΙΙ (Η Χάνα Άρεντ για τον «αρχιτέκτονα» του Ολοκαυτώματος Άιχμαν και την κοινοτοπία του κακού)ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ(ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ")
π. Ευάγγελος Γκανάς, Η συζήτηση για το κακό μετά το Άουσβιτς ΙΙ (Η Χάνα Άρεντ για τον «αρχιτέκτονα» του Ολοκαυτώματος Άιχμαν και την κοινοτοπία του κακού)
11/09/2012
π.
Ευάγγελος Γκανάς,
Η αναγκαιότητα της μαρτυρίας,
εκδ. Βιβλ. της
Εστίας,
Αθήνα 2012, ISBN:978-960-05-1541-1.
Παραθέτουμε ένα ακόμη χαρακτηριστικό
απόσπασμα από το τρίτο δοκίμιο του βιβλίου “Η συζήτηση για το κακό μετά το
Άουσβιτς”:
(…) Για την Άρεντ ο δολοφόνος Άιχμαν δεν είναι μια δαιμονική φυσιογνωμία που διακατεχεται από σατανική επιθυμία να διαπράττει το κακό πρός χάριν του ίδιου του κακού, ούτε από ενδότερη παρόρμηση να προκαλεί τον τρόμο. Αποκαλύπτει μάλλον την “κοινοτοπία του κακού”, όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του βιβλίου της.![]()
Το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου της Χάνα Άρεντ, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού (εκδ. Νησίδες)Με τον όρο αυτό εννοούσε μια ιδιάζουσα παθητικότητα και ανεπάρκεια στην εξέταση των εσωτερικών κινήτρων, που σταδιακά, αλλά ανεπαίσθητα, οδηγεί στη συνενοχή. Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της ψυχικής διεργασίας είναι μια μοχθηρία και μιά εξαχρείωση πέρα από κάθε φαντασία. Έτσι για την Άρεντ το Άουσβιτς δεν είναι η αποκάλυψη του κακού εκτελεσμένου πρός χάριν του ίδιου του κακού, αλλά, αντίθετα, η εμφανής απόδειξη ότι ακόμη και το θεωρούμενο ως απόλυτο κακό υπηρετείται και διαπράττεται από ανθρώπους που φαντάζονται, μολονότι απρίθυμα, ότι εκπληρώνουν με αυτές τους τις πράξεις τις επιταγές της τάξης, της υπάκοης, της πολιτικής σταθερότητας και της κοινωνικής ειρήνης (…).
π.
Ευάγγελος Γκανάς,
Η αναγκαιότητα της μαρτυρίας,
εκδ. Βιβλ. της
Εστίας,
Αθήνα 2012, σελ. 60-61 (αποσπάσματα).
——————–
Το δοκίμιο του π. Ευ. Γκανά πρωτοδημοσιεύθηκε στο
περιοδικό Σύναξη, τεύχος
94, Απρίλιος- Ιούνιος 2005.
Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012
Η Πολιτεία του Μηδενός /Άννα Άρεντ, Ο ιμπεριαλισμός, Β΄ τόμος του Οι πηγές του ολοκληρωτισμού (1951), εκδ. Seuil (1982) ΠΗΓΗ danger.few!!!
Η Πολιτεία του Μηδενός
«Είναι
χαρακτηριστικό ότι οι σύγχρονοι πρωταθλητές της εξουσίας βρίσκονται σε
πλήρη συμφωνία με τη φιλοσοφία του μοναδικού στοχαστή, που θέλησε να
εξαγάγει το κοινό όφελος από τα ιδιωτικά συμφέροντα, και που φαντάστηκε
και κατασκεύασε, ακριβώς στο όνομα του ιδιωτικού οφέλους, την ιδέα μιας
Κοινοπολιτείας, η οποία θα βασίζεται πλήρως και θα αποσκοπεί απόλυτα στη
συσσώρευση της ισχύος. Ο Χομπς είναι πράγματι ο μόνος μεγάλος
φιλόσοφος, που η αστική τάξη μπορεί δικαίως να υποστηρίξει πως είναι
αποκλειστικά δικός της, παρ’ όλο που άργησε να αναγνωρίσει τις αρχές
του. Στον Λεβιάθαν, ο Χομπς
ανέπτυξε τη μόνη πολιτική θεωρία, στην οποία το κράτος δεν στηρίζεται σε
κάποιο θεμελιακό καταστατικό νόμο (το θεϊκό νόμο, το νόμο της φύσης, ή
του κοινωνικού συμβολαίου) βάσει του οποίου πρέπει να καθορίζονται τα
δικαιώματα και οι περιορισμοί του ιδιωτικού συμφέροντος έναντι των
δημοσίων ζητημάτων, αλλά στα ίδια τα ιδιωτικά συμφέροντα, έτσι που “το ιδιωτικό συμφέρον ταυτίζεται με το δημόσιο συμφέρον”.
Στην
πράξη, δεν υπήρξε κανένα πρότυπο αστικής ηθικής που να μην έχει
προβλεφθεί από το απαράμιλλο μεγαλείο της λογικής του Χομπς. Σε μια
ανάλυση που εδώ και τριακόσια χρόνια ούτε ξεπεράστηκε, ούτε και
βελτιώθηκε, ο Χομπς δίνει πράγματι ένα σχεδόν πλήρες πορτραίτο, όχι του
ανθρώπου αλλά του αστού: “Ο Λόγος δεν είναι τίποτε άλλο από Λογάριασμα, Λογαριασμοί”∙ “Ελεύθερο υποκείμενο, αυτεξούσιο, όλα αυτά δεν είναι παρά λέξεις χωρίς κανένα νόημα, δηλαδή παραλογισμοί”.
Ένα πλάσμα στερημένο από Λόγο, ανίκανο να βρει την αλήθεια, χωρίς
αυτεξούσιο − δηλαδή ριζικά ανεύθυνο −, ο άνθρωπος του Χομπς είναι
ουσιαστικά συνάρτηση της κοινωνίας και συνεπώς κρίνεται σύμφωνα “με τη λογιστική αξία ή περιουσία του, με τη χρηματική τιμή του, που δίνεται σε αντάλλαγμα για τη χρήση της ισχύος του”. Αυτή η τιμή εκτιμάται και επανεκτιμάται αδιάκοπα από την κοινωνία, και “η εκτίμηση των άλλων” μεταβάλλεται σύμφωνα με το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης.
Κατά τον Χομπς […] το άτομο σκέφτεται το κέρδος του μέσα σε κατάσταση πλήρους απομόνωσης, από
τη σκοπιά μιας απόλυτης μειοψηφίας θα μπορούσαμε να πούμε. Έτσι
συνειδητοποιεί, ότι δεν μπορεί να ικανοποιήσει το ιδιωτικό συμφέρον του
χωρίς το στήριγμα κάποιας πλειοψηφίας. Εφόσον λοιπόν το
πραγματικό κίνητρο του ανθρώπου δεν είναι παρά τα ιδιωτικά συμφέροντά
του, η δίψα για ισχύ και εξουσία είναι το θεμελιωδέστερο πάθος του.
Αυτή η δίψα καθορίζει τις σχέσεις ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία,
και από αυτή τη δίψα πηγάζουν όλες οι άλλες φιλοδοξίες − πλούτος, γνώση,
τιμές.
Ο
Χομπς υπογραμμίζει ότι, στην πάλη για την εξουσία και στην έμφυτη
ικανότητά τους για ισχύ, όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι. Διότι, λέει, η
ισότητα μεταξύ των ανθρώπων έχει ως θεμέλιο το γεγονός, ότι κάθε
άνθρωπος έχει από τη φύση του τόση ισχύ, όση χρειάζεται για να σκοτώσει έναν άλλον άνθρωπο − η πανουργία μπορεί να εξισορροπήσει την έλλειψη δύναμης. Όμως η ισότητα των ανθρώπων ως εν δυνάμει δολοφόνων,
τους φέρνει σε κατάσταση ανασφάλειας και από εδώ προκύπτει η ανάγκη για
ένα Κράτος. Ο λόγος ύπαρξης του Κράτους είναι, λοιπόν, η ανάγκη που
νιώθει το άτομο να προστατευτεί από τους συνανθρώπους του.
Το
κρίσιμο σημείο στο πορτραίτο που σκιαγράφησε ο Χομπς, δεν είναι διόλου ο
ρεαλιστικός πεσιμισμός του, για τον οποίον τόσο πολύ εγκωμιάστηκε στους
μοντέρνους καιρούς. Διότι, αν ο άνθρωπος ήταν στ’ αλήθεια
αυτό το πλάσμα που ο Χομπς θέλησε να δει σε αυτόν, τότε θα ήταν ένα
πλάσμα ολότελα ανίκανο να συστήσει το παραμικρό πολιτικό σώμα.
Πράγματι, ο Χομπς δεν καταφέρνει, αλλά ούτε και ενδιαφέρεται, να
εισάγει τον άνθρωπό του μέσα σε μια πολιτική κοινότητα. Ο άνθρωπος του
Χομπς δεν έχει κανένα καθήκον πίστης στην πατρίδα του σε περίπτωση που
αυτή ηττηθεί, και συγχωρείται για κάθε είδους προδοσία, εάν τυχόν
αιχμαλωτιστεί. […] Από την άλλη, “κανένας άνθρωπος δεν είναι
ελεύθερος ν’ αντισταθεί στη Σπάθη της Κοινοπολιτείας προκειμένου να
βοηθήσει έναν άλλο άνθρωπο, ένοχο ή αθώο” − με άλλα λόγια, δεν υπάρχει θέμα αλληλεγγύης, ούτε κι ευθύνης προς τον συνάνθρωπο. Δικαίωμα να “αντισταθούν στη Σπάθη της Κοινοπολιτείας και να συνδράμουν ο ένας τον άλλον” έχουν, κατά τον Χομπς, μόνον όσοι και για όσο συνδέονται με ένα κοινό συμφέρον, όπως “ένα σημαντικό έγκλημα, για το οποίο έχουν ορκιστεί ότι είναι έτοιμοι να πεθάνουν” − γιατί σε αυτή την περίπτωση “έχουν να υπερασπιστούν τη ζωή τους”.
Για τον Χομπς λοιπόν, η αλληλεγγύη με αυτή ή την άλλη μορφή κοινότητας είναι κάτι το πρόσκαιρο και περιορισμένο, που ουσιαστικά δεν αλλάζει διόλου τη μοναχική και ιδιωτική φύση του ατόμου − το οποίο “δεν βρίσκει καμιά ευχαρίστηση, τουναντίον άπειρη θλίψη στην παρέα με τους συνανθρώπους του” −, ούτε και δημιουργεί βαθείς και μόνιμους δεσμούς με τους άλλους.
Αυτό
το πορτραίτο του ανθρώπου μοιάζει να ματαιώνει την πρόθεση του Χομπς να
προσφέρει μια βάση στην Κοινοπολιτεία του αφού προτείνει ένα συνεκτικό
πρότυπο συμπεριφορών που στην πραγματικότητα μπορούν να καταστρέψουν
εύκολα κάθε κοινότητα. Από εδώ προκύπτει η εγγενής και ομολογημένη
αστάθεια της χομπσιανής Κοινοπολιτείας − άλλωστε προβλέπει ότι “θα
διαλυθεί όταν, σε περίπτωση πολέμου (εξωτερικού ή εμφύλιου), την
νικήσουν οι εχθροί της, οπότε κάθε άνθρωπος θα αισθάνεται ελεύθερος να
κοιτάξει μόνο τον εαυτό του” −, μια αστάθεια που εντυπωσιάζει
ακόμα περισσότερο δεδομένου ότι πρωταρχικός και διαρκής στόχος του Χομπς
ήταν η αποκατάσταση της μέγιστης δυνατής ασφάλειας και σταθερότητας.
Θα
ήταν όμως πολύ άδικο για τον Χομπς και τη φιλοσοφική ακεραιότητά του να
θεωρήσουμε την εικόνα που έχει για τον άνθρωπο σαν μια απόπειρα
ψυχολογικού ρεαλισμού ή φιλοσοφικής αλήθειας. Ο Χομπς δεν ενδιαφέρεται
ούτε για τον έναν, ούτε για την άλλη. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η
ίδια η πολιτική δομή και ο λόγος που περιγράφει τον άνθρωπο σαν ένα πλάσμα που “ποθεί την ισχύ, ολοένα και περισσότερη ισχύ”, είναι επειδή κατά νου τις ανάγκες του Λεβιάθαν. […]
Αυτό
το καινούργιο πολιτικό σώμα, το επινόησε για λογαριασμό της νέας,
αστικής κοινωνίας όπως αυτή εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα∙
και αυτό το πορτραίτο του ανθρώπου είναι μια σκιαγραφία του νέου τύπου
ανθρώπου, που ήταν ο κατάλληλος για να συγκροτήσει αυτή την κοινωνία. Η
χομπσιανή Κοινοπολιτεία έχει αποκλειστικό θεμέλιο την Ισχύ. Ιδιοποιείται
το μονοπώλιο του φόνου και σε αντάλλαγμα παρέχει στον πολίτη της
προστασία από τον κίνδυνο να τον σκοτώσουν. […] Και καθώς το δίκαιο
εξισώνεται με την Ισχύ που έχει συσσωρεύσει η κοινωνία και το Κράτος
μονοπωλεί, το ζήτημα του νόμου δεν είναι πλέον ένα ζήτημα καλού και
κακού αλλά αποκλειστικά και μόνο απόλυτης υπακοής, του τυφλού κομφορμισμού της αστικής κοινωνίας.
Σε
αυτή την Κοινοπολιτεία, το άτομο, στερημένο από πραγματικά πολιτικά
δικαιώματα και με τη δημόσια ζωή να παρουσιάζεται καλυμμένη με το μανδύα
της αδήριτης αναγκαιότητας, χάνει το φυσικό δεσμό με τους συνανθρώπους του και αποκτά ένα νέο και αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ιδιωτική ζωή του και το ατομικό μέλλον του.
Ο ανταγωνισμός γίνεται ο κανόνας των σχέσεων. […] Και από τη στιγμή που
οι δημόσιες υποθέσεις ρυθμίζονται αποκλειστικά από το Κράτος με
πρόσχημα την αδήριτη αναγκαιότητα, οι κοινωνικές ή πολιτικές
σταδιοδρομίες των ανταγωνιζόμενων ατόμων υποκύπτουν στο τυχαίο. Διότι
μέσα σε μια κοινωνία όπου όλοι υποτίθεται πως είναι εξίσου προικισμένοι
με ικανότητα για ισχύ και εξίσου προστατευόμενοι ο ένας από τον άλλο
χάρη στην εξουσία, μόνο η τύχη μπορεί ν’ αποφασίσει ποιοι θα είναι οι
εκάστοτε νικητές. […]
Παραδίδοντας
τα πολιτικά δικαιώματά του στο Κράτος, το άτομο τού παραδίδει εξίσου
την κοινωνική ευθύνη του: ζητάει από το Κράτος να το ανακουφίσει από το
φόρτο των φτωχών ακριβώς όπως του ζητάει να το προστατεύει από τους
εγκληματίες. Η διαφορά μεταξύ του φτωχού και αδύναμου και του εγκληματία σβήνει.
Και οι δυο είναι εκτός νόμου. Όσοι δεν έχουν επιτυχία, δηλαδή απτή
ισχύ, χάνουν όλα όσα τους αναγνώριζε ως ανθρώπους ο κλασσικός
πολιτισμός. Όσοι δεν έχουν τύχη, δεν μπορούν πια να λογαριάζουν στη
χριστιανική φιλανθρωπία. […]
Η
Κοινοπολιτεία του Χομπς είναι μια εύθραυστη δομή, που πρέπει ασταμάτητα
να συσσωρεύει ισχύ, να βρίσκει ασταμάτητα καινούργια στηρίγματα για να
μην βυθιστεί από τη μια μέρα στην άλλη στο χάος των ιδιωτικών
συμφερόντων, πάνω στα οποία εδράζεται. Για να δικαιολογήσει αυτή την
αναγκαιότητα ασταμάτητης συσσώρευσης ισχύος, ο Χομπς στηρίζει τη θεωρία
του σε μια φυσική κατάσταση, τον “αδιάκοπο πόλεμο όλων εναντίον όλων”. […]
Θα
ήταν λάθος να υποτιμήσουμε την εμφανή αντίφαση ανάμεσα στη συνηγορία
του Χομπς υπέρ της ασφάλειας του ατόμου και τη θεμελιώδη αστάθεια της
Κοινοπολιτείας του. Και εδώ προσπαθεί επίσης να πείσει, να επικαλεστεί
ορισμένα θεμελιώδη ένστικτα ασφάλειας, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι, στους
πολίτες του Λεβιάθαν, δεν θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν παρά μόνο χάρη
στην απόλυτη υποταγή στην εξουσία η οποία “μονοπωλεί την ασφάλεια”,
δηλαδή παρά μόνο χάρη σε ένα πανταχού παρόντα φόβο
− κατάσταση που δεν μπορούμε να πούμε πως είναι ακριβώς το
χαρακτηριστικό συναίσθημα ενός ανθρώπου, που νιώθει ασφαλής. Η
πραγματική αφετηρία του Χομπς είναι μια εξαιρετικά διεισδυτική ανάλυση
των πολιτικών αναγκών του καινούργιου κοινωνικού σώματος της ανερχόμενης
αστικής τάξης, η θεμελιώδης εμπιστοσύνη της οποίας σε μια ατέρμονη
διαδικασία συσσώρευσης αγαθών επρόκειτο σύντομα να εκμηδενίσει κάθε
αίσθημα ατομικής ασφάλειας. […]
Η
εμμονή του Χομπς στην ιδέα, ότι η ισχύς αποτελεί την κινητήρια δύναμη
όλων των πραγμάτων, ανθρώπινων και θεϊκών (διότι ακόμα και η βασιλεία
του Θεού “δεν είναι έργο της Δημιουργίας αλλά της Ακαταμάχητης Ισχύος”),
προερχόταν από τη θεωρητικώς αδιάψευστη πρόταση σύμφωνα με την οποία η
απεριόριστη συσσώρευση αγαθών πρέπει να στηρίζεται σε μια απεριόριστη
συσσώρευση ισχύος. Το φιλοσοφικό συμπλήρωμα της θεμελιώδους
αστάθειας μιας κοινωνίας που βασίζεται στην ισχύ, είναι η εικόνα μιας
ατέρμονης ιστορικής διαδικασίας η οποία, προκειμένου να συμβαδίζει με τη
διαρκή επίταση της ισχύος, καταβροχθίζει αμείλικτα τα άτομα, τους λαούς
και τελικά ολόκληρη την ανθρωπότητα.»
Άννα Άρεντ, Ο ιμπεριαλισμός,
Β΄ τόμος του Οι πηγές του ολοκληρωτισμού (1951),
εκδ. Seuil (1982)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Περί ιδιωτείας στις μέρες μας
Περί Ιδιωτείας στις μέρες μας - Φαινομενικά η ιδιωτεία έγκειται στο να αναδιπλώνεσαι στον εαυτό σου, ενώ η ενασχόληση με τα κοινά θεωρείτα...
-
όταν μας επισκέπτεται η Θεια Ακηδία καμιά φορά Βυθίζομαι σε τρυφερή ανία και καταργείται μέσ...
-
Zίζεκ: «H Eλλάδα είναι το πειραματόζωο του καπιταλισμού» Ο φιλόσοφος Σλαβόι Ζίζεκ για τις «ψευδείς αφηγήσεις» και τις «αηδια...





