Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νιτσε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νιτσε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Νίτσε: για την τιμωρία του εγκληματία χρεώστη από τον εξαπατημένο πιστωτή/απόσπασμα από τη Δεύτερη Πραγματεία στη Γενεαλογία της Ηθικής μτφ. Ζήση Σαρίκα εκδ. Βάνιας, 2008/αναδημοσιευση απο το MHNYMAL

MHNYMAL

 

Νίτσε: για την τιμωρία του εγκληματία χρεώστη από τον εξαπατημένο πιστωτή

Ο χρεώστης, για να εμπνεύσει εμπιστοσύνη όσον αφορά στην υπόσχεσή του για εξόφληση του χρέους, για να δώσει μια εγγύηση για τη σοβαρότητα και την ιερότητα της υπόσχεσής του, για να αποτυπώσει στη συνείδησή του την αναγκαιότητα της επιστροφής του χρέους ως καθήκον, υποχρέωση, δεσμεύεται, μέσω ενός συμβολαίου που κάνει με τον πιστωτή, ότι, σε περίπτωση που δεν θα πληρώσει το χρέος του, θα δώσει ως αποζημίωση κάτι άλλο του οποίου την «κατοχή» έχει, το οποίο έχει υπό την εξουσία του, για παράδειγμα το σώμα του, τη γυναίκα του, την ελευθερία του ή ακόμη και τη ζωή του (ή ακόμη, κάτω από ορισμένες θρησκευτικές προϋποθέσεις, τη μακαριότητά του, τη σωτηρία της ψυχής του και τελικά τη γαλήνη του μέσα στον τάφο: έτσι συνέβαινε στην Αίγυπτο, όπου το πτώμα του χρεώστη δεν έβρισκε γαλήνη ενώπιον του πιστωτή - και είναι αλήθεια ότι για τους Αιγύπτιους η γαλήνη αυτή δεν ήταν και μικρό πράγμα). Συγκεκριμένα, ο πιστωτής μπορούσε να υποβάλει σε κάθε είδους ταπείνωση και βασανισμό το σώμα του χρεώστη· για παράδειγμα, να του κόψει ένα κομμάτι τόσο μεγάλο όσο θα του φαινόταν ανάλογο με το χρέος - και με βάση αυτή την αντίληψη, δημιουργήθηκαν παντού και από πολύ νωρίς ακριβείς εκτιμήσεις, ενίοτε φρικιαστικές στη λεπτομέρειά τους, εκτιμήσεις με νομική ισχύ, της αξίας των διαφόρων μελών και τμημάτων του σώματος. Θεωρώ ήδη πρόοδο, απόδειξη μιας πιο ελεύθερης, πιο ευρείας, πιο ρωμαϊκής αντίληψης περί δικαίου, τη διάταξη της ρωμαϊκής Δωδεκαδέλτου που όριζε πως δεν είχε σημασία το πόσο πολύ ή το πόσο λίγο έκοβε ο πιστωτής σε μια τέτοια περίπτωση: «si plus minusve secuerunt, ne fraude esto» [αν κόβουν πολύ ή λίγο, αυτό δεν είναι από δόλο]. Ας καταστήσουμε σαφή τη λογική αυτής της μορφής συμψηφισμού: είναι αρκετά παράξενη. Η ισοδυναμία/ισαξία εξασφαλίζεται από το ότι ο πιστωτής λαμβάνει, αντί για ένα άμεσο όφελος που αντισταθμίζει τη ζημιά που υπέστη (δηλαδή, αντί για έναν συμψηφισμό με χρήμα, γη, κατοχή οποιουδήποτε είδους), ένα είδος ικανοποίησης ως αποζημίωση και συμψηφισμό - την ικανοποίηση να ασκεί ελεύθερα τη δύναμή του πάνω σε κάποιον που έχει περιέλθει σε αδυναμία, την ηδονή «de faire le mal pour le plaisir de le faire» [να κάνει το κακό από ευχαρίστηση να το κάνει], την απόλαυση της βιαιοπραγίας: και η απόλαυση αυτή είναι τόσο πιο μεγάλη όσο πιο χαμηλή και ταπεινή είναι η θέση του χρεώστη στην κλίμακα της κοινωνίας, διότι τότε η μπουκιά θα του φανεί πιο νόστιμη, και μάλιστα θα του φανεί σαν πρώτη γεύση μιας ανώτερης κοινωνικής βαθμίδας. Μέσω της «τιμωρίας» του χρεώστη, ο πιστωτής συμμετέχει στο δίκαιο των κυpίων: επιτέλους φτάνει κι αυτός μια φορά στο υψηλό συναίσθημα τού να μπορεί να περιφρονεί και να κακομεταχεφίζεται ένα ον σαν κάτι «που βρίσκεται κάτω απ' αυτόν» - ή τουλάχιστον, στην περίπτωση που η αληθινή εκτελεστική δύναμη και η εφαρμογή της τιμωρίας έχουν περιέλθει στη δικαιοδοσία των «αρχών», να μπορεί να βλέπει αν το περιφρονούν και αν το κακομεταχειρίζονται. Ο συμψηφισμός συνίσταται συνεπώς σε μια εντολή και ένα δικαίωμα στη σκληρότητα.

[...]


Ζει κανείς σε μια κοινότητα, απολαμβάνει τα προνόμια μιας κοινότητας (και τι προνόμια! συμβαίνει να τα υποτιμούμε σήμερα), κατοικεί εκεί, απολαμβάνει την προστασία και τη μέριμνα, με ειρήνη και εμπιστοσύνη, χωρίς φόβο για ορισμένες ζημιές και εχθρικές ενέργειες, στις οποίες είναι εκτεθειμένος ο άνθρωπος που βρίσκεται έξω, ο «δίχως ειρήνη» - ένας Γερμανός ξέρει ότι η λέξη Elend [αθλιότητα] σήμαινε αρχικά elend [εξορία] -, επειδή έχει δεσμευτεί, επειδή έχει αναλάβει την υποχρέωση απέναντι στην κοινότητα να απέχει ακριβώς από τέτοιες ζημιές και εχθρικές ενέργειες. Τι θα συμβεί στην αντίθετη περίπτωση; Η κοινότητα, ο εξαπατημένος πιστωτής, θα ξεπληρωθεί όσο καλύτερα μπορεί, δεν χωράει αμφιβολία γι' αυτό. Το λιγότερο που μετράει εδώ είναι η άμεση ζημιά την οποία προκάλεσε ο ένοχος: ανεξάρτητα απ' αυτήν ο εγκληματίας είναι πάνω απ' όλα ένας «παραβάτης», ένας παραβάτης του συμβολαίου και του λόγου που έδωσε στην κοινότητα, σε σχέση με όλα τα αγαθά και τις ανέσεις της κοινωνικής ζωής στην οποία συμμετείχε ώς τότε. Ο εγκληματίας είναι ένας χρεώστης, ο οποίος, όχι μόνο δεν ξεπληρώνει τα οφέλη και τις χορηγίες που πήρε, αλλά και επιτίθεται στον πιστωτή του: επομένως, όπως είναι δίκαιο, όχι μόνο του στερούν στο εξής όλα αυτά τα αγαθά και τα πλεονεκτήματα, αλλά και του υπενθυμίζουν τι σήμαινε το ότι τα είχε στη διάθεσή του. Η οργή του ζημιωμένου πιστωτή, της κοινότητας, τον ξαναστέλνει στην άγρια και εκτός νόμου κατάσταση, από την οποία τον προστάτευε ώς εκείνη τη στιγμή: τον αποδιώχνει - και τώρα μπορεί να τελεστεί σε βάρος του κάθε είδος εχθρικής ενέργειας. Η «τιμωρία», σ' αυτό το στάδιο των ηθών, είναι απλώς το ομοίωμα, ο μίμος της κανονικής συμπεριφοράς απέναντι στον μισητό, αφοπλισμένο και υποταγμένο εχθρό, ο οποίος έχει χάσει όχι μόνο κάθε δικαίωμα και προστασία αλλά και κάθε επιείκεια· πρόκειται λοιπόν για δίκαιο του πολέμου και για θρίαμβο τού Vae victis! [Ουαί τοις ηττημένοις!] σ' όλη τους την ανεπιείκεια και σκληρότητα.  Αυτό είναι που εξηγεί γιατί ο ίδιος ο πόλεμος (συμπεριλαμβανόμενης και της λατρείας των πολεμικών θυσιών) έχει δώσει στην τιμωρία όλες τις μορφές με τις οποίες εμφανίστηκε αυτή στην ιστορία. 



από τη Δεύτερη Πραγματεία
στη Γενεαλογία της Ηθικής
μτφ. Ζήση Σαρίκα
εκδ. Βάνιας, 2008

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Δ. Νανόπουλος: «Ζούμε σε δέκα διαστάσεις, αλλά δεν το αντιλαμβανόμαστε»Aναδημοσιευση απο το Tvxs και η θεωρια του αιωνιου Γυρισμού του Νιτσε (απο το physicsgg)

Δ. Νανόπουλος: «Ζούμε σε δέκα διαστάσεις, αλλά δεν το αντιλαμβανόμαστε»


15:03 | 10 Μαρ. 2011
Τελευταία ανανέωση 01:57 | 03 Αυγ. 2011
Δεν υπάρχει μόνο ένα, αλλά πάρα πολλά σύμπαντα –συγκεκριμένα δέκα εις την πεντακοσιοστή και δεν αποκλείεται στο μέλλον να δημιουργούμε σύμπαντα στο εργαστήριο, ενώ δεν αντιλαμβανόμαστε ότι πιθανότατα ζούμε σε δέκα διαστάσεις. Αυτές είναι μερικές νέες επιστημονικές ιδέες που ανέπτυξε πρόσφατα με την ερευνητική του ομάδα ο Δημήτρης Νανόπουλος, διακεκριμένος καθηγητής Φυσικής του πανεπιστημίου του Τέξας A&M και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, που μίλησε χθες στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών σχετικά με το πείραμα του CERN και την πειραματική διερεύνηση της ύπαρξης του Πολυσύμπαντος (multiverse).
Ειδικότερα, όπως αναφέρει ρεπορτάζ του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων, ο κ. Νανόπουλος εκτιμά, με βάση μαθηματικές εξισώσεις, ότι είναι δυνατό να υπάρχουν δέκα εις την πεντακοσιοστή σύμπαντα, σύμφωνα με τη θεωρία της Υπερσυμμετρίας (SUSY) και των Υπερχορδών, η οποία προβλέπει ότι, εκτός από τις γνωστές τέσσερις «μεγάλες» διαστάσεις -τρεις του χώρου (μήκος, πλάτος, ύψος) και ο χρόνος- υπάρχουν ακόμα έξι ή επτά, που βρίσκονται «διπλωμένες» σε τρομερά μικρό χώρο, ανεβάζοντας σε 10 ή 11 τον συνολικό αριθμό των διαστάσεων. «Ζούμε σε δέκα διαστάσεις, αλλά δεν το αντιλαμβανόμαστε», είπε χαρακτηριστικά.
Η θεωρία του πολυσύμπαντος ή των πολλών παράλληλων συμπάντων έχει διάφορες εκδοχές, μια από τις οποίες προωθεί σθεναρά ο κ. Νανόπουλος, ο οποίος τόνισε όμως ότι μια τέτοια θεωρία έχει νόημα μόνο αν καταστεί δυνατό να αποδειχτεί πειραματικά και σε αυτό μπορεί να βοηθήσει ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Πυρηνικών Ερευνών (CERN).
Όπως υποστηρίζει ο Έλληνας φυσικός, κάθε επιμέρους σύμπαν (μεταξύ αυτών το δικό μας) μέσα σε αυτό το πολυσύμπαν μπορεί να έχει τους δικούς του ξεχωριστούς φυσικούς νόμους, που ισχύουν μόνο σε αυτό, ενώ στα άλλα σύμπαντα οι νόμοι που τα διέπουν, μπορεί να είναι αφάνταστα διαφορετικοί ή και σχετικά παρόμοιοι, έχουν όμως οπωσδήποτε ως κοινό παρονομαστή τη βαρύτητα. Το ένα σύμπαν «γεννάει» το άλλο, μέσα σε μια αέναη διαδικασία παραγωγής συμπάντων, η οποία, όπως είπε, καταργεί την έννοια της αρχής και του τέλους του χρόνου.
Τα άλλα σύμπαντα, τα οποία χαρακτήρισε φυσαλίδες της πραγματικότητας» που απαρτίζουν το πολυσύμπαν, είναι δυνατό να βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους αλλά δεν μπορούν να επικοινωνήσουν. Δεν απέκλεισε όμως ότι είναι πιθανώς δυνατό να γίνει μετάβαση από το ένα σύμπαν στο άλλο. Όλα τα σύμπαντα με τους ιδιαίτερους νόμους τους προκύπτουν κατά βάση από μόνα τους, σαν μια «τοπική μετάλλαξη» του χώρου σε ένα προϋπάρχον σύμπαν. Ο κ. Νανόπουλος δεν απέκλεισε μάλιστα ως σενάρια επιστημονικής φαντασίας τολμηρές υποθέσεις ότι κάποια σύμπαντα θα μπορούσαν π.χ. να αποτελούν δημιούργημα ενός «χάκερ» σε κάποιο άλλο σύμπαν. Επεσήμανε ότι, αν τελικά αποδειχτεί η θεωρία του πολυσύμπαντος, τότε «θα καταλαβαίνουμε τον μηχανισμό παραγωγής συμπάντων», οπότε, όσο κι αν ακούγεται εξωφρενικό, «είναι πιθανό στο μέλλον να δημιουργηθεί ένα σύμπαν στο εργαστήριο».
Ακόμα, ανέφερε ότι δεν αποκλείεται το σύμπαν που ζούμε τώρα, να δημιουργηθεί ξανά ακριβώς το ίδιο στο μέλλον, ενώ το τωρινό σύμπαν μας θα μπορούσε να είναι το νιοστό από το παρελθόν, να έχει δηλαδή ήδη προϋπάρξει πολλές φορές. Ωστόσο, κατέστησε σαφές ότι είναι νωρίς ακόμα για να επιβεβαιωθούν τέτοιες υποθέσεις, πρόσθεσε όμως ότι τελικά αποτελούν λογικές συνέπειες της ευρύτερης θεωρίας του πολυσύμπαντος, που θα έπρεπε κανείς να ακολουθήσει και να διερευνήσει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το σύμπαν που βλέπουμε (της ορατής ύλης) και το οποίο έχει ηλικία 13,7 δισεκατομμυρίων ετών, δεν είναι παρά το 4%, καθώς το υπόλοιπο είναι αόρατο, αποτελούμενο κατά 23% από «σκοτεινή ύλη» και 73% από «σκοτεινή ενέργεια». Υπολογίζεται ότι μόνο στο δικό μας σύμπαν υπάρχουν περίπου 100 δισεκατομμύρια γαλαξίες και κάθε ένας από αυτούς έχει περίπου 100 δισεκατομμύρια ήλιους, γύρω από τους οποίους περιφέρεται ένας τεράστιος αριθμός πλανητών. Ο κ. Νανόπουλος είπε ακόμα ότι ο ήλιος κάποτε θα «σβήσει», όμως το σύμπαν μας, που συνεχώς διαστέλλεται, είναι «ανοιχτό», συνεπώς ποτέ δεν θα «πεθάνει», ενώ είναι πιθανό να κάνει «μετάβαση» σε ένα άλλο σύμπαν-φυσαλίδα.
Επιτιθέμενος στους υπέρμαχους της «ανθρωπικής Αρχής» (που λένε ότι το σύμπαν είναι "κομμένο και ραμμένο" στα μέτρα των ανθρώπων), αντέτεινε ότι «δεν του καίγεται καρφάκι του σύμπαντος για εμάς», ενώ χαρακτήρισε τη θεωρία του πολυσύμπαντος «το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της τελεολογίας». Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, διευκρίνισε ότι δεν έχει χάσει το νόημα της η αναζήτηση μιας «ενοποιημένης θεωρίας του παντός» στην Φυσική, όμως δεν θα αφορά παρά μια λύση μοναδική για το δικό μας σύμπαν και τίποτε περισσότερο.
Απαντώντας σχετικά με τις φιλοσοφικές προεκτάσεις της θεωρίας του πολυσύμπαντος, είπε ότι παραπέμπει σε «ένα νέο Διαφωτισμό» που ανοίγει νέους δρόμους για την ανθρωπότητα, ενώ αρνήθηκε ότι υπάρχουν φραγμοί και όρια στις δυνατότητες του ανθρώπινου νου να συλλάβει την πραγματικότητα του σύμπαντος, εκτός από τα αναπόφευκτα ποσοτικά όρια στη συσσώρευση γνώσης στο μυαλό του ανθρώπου. Όμως γι' αυτό, όπως είπε, υπάρχουν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές ως συμπαραστάτες μας, ενώ στο μέλλον η σχέση τους με τους ανθρώπους θα μπορούσε να γίνει ακόμα πιο στενή. Αρνήθηκε επίσης ότι συσσωρεύοντας ολοένα περισσότερες γνώσεις, οι άνθρωποι χάνουν τη σοφία τους. Παράλληλα, συμφώνησε με τις εκτιμήσεις άλλων επιστημόνων ότι η Γη αργά ή γρήγορα «δύσκολα θα αντέξει» στα προβλήματά της, γι' αυτό είναι ανάγκη να προετοιμαστεί η μετοίκηση της ανθρωπότητας σε άλλους πλανήτες.
Όσον αφορά στον CERN, δήλωσε ότι πλέον «δουλεύει ρολόι», αν και οι φυσικοί που αναλύουν τις συγκρούσεις των σωματιδίων, είναι αναγκασμένοι «να ψάχνουν ψύλλους στα άχυρα». Πάντως, σε προηγούμενη ομιλία του στην Αθήνα, είχε δηλώσει ότι αν τελικά τα πειράματα του CERN δεν φέρουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αποτυγχάνοντας να βρουν νέα σωματίδια και να επιβεβαιώσουν πειραματικά την υπερσυμμετρία, τότε «αυτό θα αποτελέσει ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα για τη Φυσική, θα προκαλέσει μια μεγάλη κρίση», καθώς θα σημαίνει, όπως είχε πει χαρακτηριστικά, ότι «πήραμε λάθος δρόμο».
Τέλος, αναφερόμενος σε πρόσφατο δημοσίευμα του περιοδικού «Nature», που θεωρεί πιθανή την κατάρρευση της θεωρίας της υπερσυμμετρίας, επειδή τα μέχρι τώρα αποτελέσματα των πειραμάτων του CERN δεν την επιβεβαιώνουν, ο έλληνας φυσικός χαρακτήρισε υπερβολική και πρόωρη μια τέτοια εκτίμηση.

H έννοια του «αιώνιου γυρισμού» ή «αιώνιας επιστροφής» του Νίτσε εμφανίζεται για πρώτη φορά στον αφορισμό 341 της “Χαρούμενης Επιστήμης” ως ένα υποθετικό ερώτημα:
Το πιο βαρύ βάρος 
Κι αν μια μέρα ή μια νύχτα, ερχόταν ένας δαίμονας και γλιστρούσε μέσα στην υπέρτατη μοναξιά σου και σούλεγε: «Αυτή τη ζωή, όπως την έζησες και την ζεις ως τα τώρα, πρέπει να την ξαναρχίσεις από την αρχή, και να την ξαναρχίζεις αδιάκοπα˙ χωρίς τίποτα το καινούργιο˙ αντίθετα, μάλιστα! Ο παραμικρός πόνος, η παραμικρή ευχαρίστηση, η παραμικρή σκέψη, ο παραμικρός στεναγμός, όλα όσα ένιωσες στη ζωή σου θα ξαναρθούν, κάθε τι το άρρητα μεγάλο και το άρρητα μικρό που έχει μέσα της, όλα θα ξαναρθούν, και θα ξαναρθούν με την ίδια σειρά, με την ίδια ανελέητη διαδοχή…. κι αυτή η αράχνη θα ξαναρθεί, κι αυτό το σεληνόφωτο ανάμεσα στα δέντρα, κι αυτή η στιγμή, κι εγώ ο ίδιος! Η αιώνια κλεψύδρα της ζωής θα ξαναγυρίζει ακατάπαυστα, κι εσύ μαζί της, απειροελάχιστη σκόνη των σκονών!»… Δεν θάπεφτες κατάχαμα, δεν θάτριζες τα δόντια σου και δεν θα καταριώσουν αυτό το δαίμονα; Εκτός πια, αν έχεις ζήσει κάποια θαυμαστή στιγμή, οπότε θα του απαντούσες: «Είσαι θεός˙ ποτές μου δεν άκουσα τόσο θείο λόγο!»

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Μνησικακία :Φρ. Νίτσε, Η γενεαλογία της ηθικής, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Νησίδες. Αναδημοσιευση απο το Μπλογκ ''ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΟΣ''

***

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Μνησικακία

«Η εξέγερση των δούλων στην ηθική αρχίζει όταν η ressentiment [μνησικακία] γίνεται η ίδια δημιουργική και γεννά αξίες: η μνησικακία τέτοιων όντων, στα οποία απαγορεύεται η αληθινή αντίδραση, δηλαδή η αντίδραση της πράξης, και τα οποία βρίσκουν ανταμοιβή μόνο σε μια φανταστική εκδίκηση. Ενώ κάθε ευγενής ηθική αναπτύσσεται από μια θριαμβευτική κατάφαση στον ίδιο της τον εαυτό, η ηθική των δούλων λέει από την αρχή Όχι σε καθετί που είναι “έξω” απ” αυτήν, σε καθετί που είναι “διαφορετικό” απ” αυτήν, σε καθετί που “δεν είναι ο εαυτός της”: και αυτό το Όχι είναι η δημιουργική της πράξη. Αυτή η αντιστροφή του αξιοδοτούντος βλέμματος —αυτή η αναγκαία κατεύθυνση της ματιάς προς τα έξω αντί προς τον εαυτό— αποτελεί την ουσία της μνησικακίας: η ηθική των δούλων χρειάζεται, για να γεννηθεί, πάντα και πριν απ” όλα έναν κόσμο εχθρικό και εξωτερικό».

Φρ. Νίτσε, Η γενεαλογία της ηθικής, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Νησίδες, Σκόπελος χ.χ., σ. 46-7.

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Ο νανοειδής Νίτσε: Ο μικροαστικός αντικομφορμισμός ως φασισμός/αναδημοσιευση αποσπασματος απο τον lenin Reloaded

Ο νανοειδής Νίτσε: Ο μικροαστικός αντικομφορμισμός ως φασισμός

AΠΟΣΠΑΣΜΑ 

'
Κάποτε, στα τέλη του 19ου αιώνα, έγραφε στην Γερμανία κάποιος με το όνομα Φρίντριχ Νίτσε. Ενσάρκωσε, ανάμεσα σε άλλα, το πρότυπο του διανοουμένου που τα βάζει με όλους ανεξαιρέτως, που απορρίπτει τους πάντες και τα πάντα: τη Γερμανία αλλά και την Ευρώπη ευρύτερα, τον πασιφισμό αλλά και τον παραδοσιακό μιλιταρισμό, την αστική τάξη και τον σοσιαλισμό, τον υλισμό του χρήματος αλλά και την χριστιανική ηθική. Είναι ο άνθρωπος- "αντί", ο άνθρωπος ως αντί: ο αντι-Βάγκνερ, ο αντι-Παύλος, ο αντι-Καντ, ο αντι-Χέγκελ, ο αντί-Χριστος. Αυτή του η εχθρότητα προς κάθε έκφανση της εποχής ανεξαίρετα βασίζεται, στο τέλος, σε μια ατέλειωτη δύναμη κατάφασης του εαυτού, σε ένα διονυσιακό ντελίριο αυτοκατάφασης: σε τελική ανάλυση, στον "υπεράνθρωπο" που προσπάθησε να είναι ο ίδιος ο Νίτσε για τον εαυτό του πληρώνοντας, τελικά, το βαρύ αντίτιμο της τρέλας.
Πάντοτε μου έκανε εντύπωση η τεράστια απήχηση του έργου του Νίτσε στην Ελλάδα· φαντάζομαι ότι κάποιοι θα θεωρούν ότι οφείλεται στην μεγάλη απήχηση του Καζαντζάκη, αλλά αναρωτιέμαι αν τα πράγματα δεν έχουν στην πραγματικότητα την ανάστροφη μορφή, και αν η δημοφιλία του Καζαντζάκη δεν οφείλεται στην πρότερη απήχηση όχι τόσο του Νίτσε ως φιλοσόφου, αλλά του είδους αντίληψης για τον κόσμο και τον εαυτό που αυτός θεμελίωσε για ένα ακροατήριο που ταξικά βρίσκεται στους αντίποδες του φαντασιακού του αριστοκρατισμού: τους μικροαστούς.
Η δημοφιλία αυτή μου φαίνεται αποκαλυπτική όχι για τον Νίτσε, αλλά για την ελληνική κοινωνία των τελευταίων 50 περίπου ετών: υπάρχει μια ενστικτώδης τάση της μικροαστικής ιδεολογίας στην Ελλάδα να "αναγνωρίζει" τον εαυτό της στο έργο του Γερμανού. H καθολική του εχθρότητα σε όλες τις τάξεις και τις ιδεολογικές τάσεις της εποχής του διαμεσολαβεί την επιθυμία του μικροαστού για μια εξιδανικευμένη ανεξαρτησία από τις σχέσεις παραγωγής και από τις άλλες τάξεις. Όσο μεγαλύτερη είναι η αντικειμενική εξάρτηση του μικροαστού από το κεφάλαιο και η απειλή που νιώθει από την οργάνωση και τις διεκδικήσεις των "κάτω", τόσο πιο σφοδρή και εμμονική είναι η τάση του να ταμπουρώνεται πίσω από κίβδηλες διακηρύξεις ανεξαρτησίας από το χρήμα και το κέρδος, από τα "οργανωμένα συμφέροντα" και τα "λόμπι."

Η καχυποψία του Νίτσε για τα πάντα, για όλες τις αξίες και αρχές που πηγάζουν από μια κοινωνία που έχει φτάσει να φαίνεται εντελώς εξωγενής και αυθαίρετη, η ευαίσθητή του μύτη για κάθε τι το σάπιο και υποκριτικό στις ιδέες της εποχής του, προσφέρει στον μικροαστό την ψευδαίσθηση ότι είναι η πηγή και έκφραση ενός διαβρωτικού, σχεδόν επαναστατικού κυνισμού· δίνει στην νοητική μιζέρια του και την μικρόνοιά του μια λάμψη ρομφαίας, αν όχι λυτρωτικής, τουλάχιστον αρκούντως εκδικητικής. Η πίστη του Γερμανού στην δύναμη του εαυτού του ως μοναδική πηγή της κατάφασης που απαιτεί η υπέρβαση της εποχής γίνεται για τον μικροαστό μιας πρώτης τάξεως απολογητική για τον αντικοινωνικό αυτισμό του. Και τέλος, η ηρωϊκή πόζα του μοναχικού και παρεξηγημένου εχθρού της εποχής τον εμπνέει με κάθε είδους φαντασιώσεις μοναδικότητας και αντικομφορμιστικού σθένους, επιτρέποντάς του να αναποδογυρίσει τον κόσμο ως είδωλο μέσα στο κεφάλι του, μετατρέποντας έτσι την πραγματικότητα της ταξικής του ανασφάλειας σε θρίαμβο κατά των νεφελωδών και αδιευκρίνιστων εχθρών της επικράτησης και δικαίωσής του.
Πριν πολλά χρόνια, ο μεγάλος αυστριακός πεζογράφος Χέρμαν Μπροχ αποκάλυψε πως αυτός ο μπάσταρδος, εκφυλισμένος νιτσεϊσμός αποτελεί στην ουσία το γόνιμο έδαφος της --μετά βαϊων και κλάδων δικής του κοπής-- παράδοσης του μικροαστού στην φασιστική σαγήνη. Ο δάσκαλος γυμνασίου Ζαχαρίας αυτοκολακεύεται πως είναι φορέας μιας φωτισμένης καχυποψίας απέναντι στις δεσπόζουσες αντιλήψεις της εποχής του την στιγμή που στην ουσία είναι ο ίδιος ο απόλυτος κομφορμιστής, ένας άνθρωπος βαθιά διαβρωμένος από το μίσος και την ορμή θανάτου που του εμπνέει η αντικειμενική διάβρωση των πνευματικών έστω προνομίων δια των οποίων θεωρούσε πως εξασφάλιζε την ταξική του θέση.

Hermann Broch-Οι τέσσερις ομιλίες του καθηγητή γυμνασίου Ζαχαρία (Ι)

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Όχι , καμία ζωή , καμία φυσικήδύναμη, δεν θα μπορούσε να είναι πέραν του Καλου και του Κακού. Εκείνο που πρεπει να πούμε είναι ότι κάθε ζωή , του ζώου άνθρωπος εξίσου, είναι εντεύθεν του Καλού και του Κακού/απο το Alain Badiou. H Ηθική : Δοκίμιο για τη συνείδηση του Κακού.

απο το Alain Badiou. H Ηθική : Δοκίμιο για τη συνείδηση του Κακού. Μετάφραση Β Σκολίδης . Κ . Μπομπας Scipta (1993).1998 σ 67

Έτσι νοούμενο είναι φανερό πως το ζώο άνθρωπος δεν εξαρτάται «καθ εαυτόν »απο καμία αξιολογική κρίση . Είναι αναμφίβολο ότι ο Νίτσε  έχει δίκιο, από τη στιγμή που ορίζει την ανθρωπότητα  με γνώμονα  τη ζωτική της ισχύ, όταν δηλώνει πως είναι ουσιαστικά αθώα , αμέτοχη η ίδια στο Καλό και στο Κακό. Η χίμαιρα του συνίσταται  στο ότι φαντάζεται μια υπερανθρωπότητα που να επανέρχεται στην αθωότητα,όταν βρεθεί απελευθερωμένη από την καταχθόνια επιχείρηση εξουθένωσης της ζωής που απεργάζεται η δυνατή μορφήτου Ιερέα . Όχι , καμία ζωή , καμία φυσικήδύναμη, δεν θα μπορούσε να είναι πέραν του Καλου και του Κακού. Εκείνο που πρεπει να πούμε  είναι ότι κάθε ζωή , του ζώου άνθρωπος εξίσου, είναι εντεύθεν του Καλού και του Κακού
σ 67

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Ήταν η πιο αυθάδης και ψεύτικη στιγμή της ‘’παγκόσμιας ιστορίας’’ κι όμως μονάχα μια στιγμή.



«Σε κάποια  παράμερη  γωνιά  του σύμπαντος -μας λέει  ο Νίτσε -σε έναν από τους απαράμιλλα ωραίους  μύθους του - που εκχύθηκε σπινθηροβολώντας σε άπειρα ηλιακά συστήματα, υπήρξε μια φορά κι έναν καιρό ένα άστρο, όπου ευφυή ζώα επινόησαν το γνωρίζειν. Ήταν η πιο αυθάδης και ψεύτικη στιγμή της ‘’παγκόσμιας ιστορίας’’ κι όμως μονάχα μια στιγμή. Μετά από λίγες ανάσες της φύσης, πάγωσε το άστρο και τα ευφυή ζώα  έπρεπε να πεθάνουν.. Κάπως έτσι θα μπορούσε  κανείς να πλάσει έναν μύθο, αν και δεν θα  κατάφερνε να απεικονίσει με αρκετή  ευκρίνεια, πόσο οικτρός  φαίνεται ο ανθρώπινος νους  μέσα στη φύση, πόσο αμυδρός και φευγαλέος, πόσο άσκοπος και τυχαίος. Υπήρξαν αιωνιότητες  χωρίς αυτόν· όταν και πάλι θα εξαφανιστεί, θα είναι σαν να μη συνέβη τίποτε.» *



* Friedrich Nietzsche, Περι αληθείας και Ψεύδους υπό έξω ηθική έννοια, 

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Nomadic universality Οι μαρξιστές και ο Νίτσε: μια παράδοξη προσέγγιση ΤΟΥ ΑΝΤΟΝΙΟ ΝΕΓΚΡΙ*

Οι μαρξιστές και ο Νίτσε: μια παράδοξη προσέγγιση  
ΤΟΥ ΑΝΤΟΝΙΟ ΝΕΓΚΡΙ*Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Το 1952, ο Γκ. Λούκατς εκδίδει το Die Zerstoerung der Vernunft [2].  Εδώ υποστηρίζεται για πρώτη φορά, με εξαιρετική βιαιότητα, η θέση περί του “πρωτο-φασισμού” τού Νίτσε. Το κατηγορητήριο είναι αδυσώπητο. “‘Ολο το έργο τού Νίτσε υπήρξε μία πολεμική κατά του μαρξισμού και του σοσιαλισμού, έστω και αν είναι φανερό ότι δεν διάβασε ποτέ έστω και μια γραμμή τού Μαρξ και του ‘Ενγκελς”. Ο Νίτσε “ενστικτωδώς” (αλλά “κατά μεγαλοφυή τρόπο”) ερμήνευσε  τις πολιτιστικές και πολιτικές ανάγκες τού ιμπεριαλισμού, καθιστάμενος έτσι ο “φιλόσοφος-οδηγός” του, “παρά τις διάφορες αλλαγές τής κατάστασης και της αντίστοιχης τακτικής τής αντιδραστικής αστικής τάξης” : απ’ όπου απορρέει και η διαρκής “επικαιρότητα” του Νίτσε, από την εποχή τού Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι και μετά τον Δεύτερο. Στο έργο του ο Νίτσε προτείνει μία ρωμαλέα ερμηνεία της παρακμής, ως θεμελιώδους φαινομένου της αστικής εξέλιξης του καιρού του, και θέλει να δείξει το δρόμο για το ξεπέρασμά της. Σε αυτό συνίσταται η πραγματική “κοινωνική αποστολή” της φιλοσοφίας τού Νίτσε, η οποία προσβλέπει στην ικανότητα λύτρωσης της αστικής διανόησης που συνταρασσόταν από την απώλεια του οικουμενικού νοήματος της ίδιας της τής λειτουργίας.  Ο Νίτσε προτείνει μία “επανάσταση” η οποία θα διατηρούσε όλα τα προνόμια της αστικής τάξης και θα υπερασπιζόταν με σθένος την προνομιούχα και παρασιτική θέση τής ιμπεριαλιστικής διανόησης, μία επανάσταση κατευθυνόμενη κατά των μαζών, που απέκρυπτε, πίσω από την εμπαθή-επιθετική μορφή τού ύφους της, τον εγωιστικό χαρακτήρα των κινήτρων της. ‘Οσο για τη “θέληση για δύναμη” και τη θεωρία τού “υπερανθρώπου”, αυτές συνίστανται απλώς στην “γνωσεολογική παραπομπή στον ακραίο ανορθολογισμό, στην άρνηση κάθε δυνατότητας να γνωρίσουμε τον κόσμο, στην απεύθυνση σε όλα τα βάρβαρα και κτηνώδη ένστικτα”.
Οι εκατό σελίδες που είναι αφιερωμένες στον “Νίτσε ως θεμελιωτή τού ανορθολογισμού τής ιμπεριαλιστικής περιόδου” καταλήγουν και πάλι στην παράδοξη αναγνώριση  του μεγαλείου μιας σκέψης που, μόνη αυτή, επέτυχε να κατασκευάσει, στην πάλη της κατά του σοσιαλισμού, μία αξιοθαύμαστη δύναμη αντίθεσης στο μύθο, προορισμένη να διαρκέσει επί πολλές δεκαετίες. Σε αυτή την παράδοξη αναγνώριση  μπορεί κανείς να διακρίνει την επιμονή αυτής της νιτσεϊκής διδασκαλίας η οποία, στον κύκλο τού Μαξ Βέμπερ και του Γκέοργκ Ζίμμελ[3], είχε βαθιά επηρεάσει το νεαρό Λούκατς και τον είχε σίγουρα συνοδεύσει στις πρώτες μεγάλες αναλύσεις του πάνω στις μορφές της κουλτούρας. και ίσως είχε συντελέσει στην προσχώρησή του στον επαναστατικό μαρξισμό.
Στην αντινιτσεϊκή πολεμική τού Λούκατς ωστόσο βρίσκουμε ένα άλλο στοιχείο, εγγενές στην πολιτική πάλη τού κομμουνιστικού εργατικού κινήματος. Στο έργο του “Η παρούσα σημασία τού κριτικού ρεαλισμού” τού 1956 και στον πρόλογό του στην ιταλική μετάφραση τού Zerstoerung der Vernunft (1959)[4], ο Λούκατς το δηλώνει ανοιχτά. Η πολεμική κατά του ανορθολογισμού ουσιαστικά κατευθυνόταν κατά “του απλουστευτικού δόγματος  του Ζντάνοφ που καθιέρωνε τη διάκριση υλισμού – ιδεαλισμού ως τη μόνη αντίθεση στην ιστορία της φιλοσοφίας”. Η επίθεση του Λούκατς κατά του Νίτσε, θεωρούμενου ως υπέρτατου αντιπροσώπου τού ανορθολογισμού, εμφανιζόταν εδώ στη σωστή της διάσταση : είναι μία επίθεση που κατευθύνεται εναντίον όλων των ρευμάτων τού σοσιαλισμού που δεν θέτουν ως καθήκον τους τον εκσυγχρονισμό ως πρακτικό περιεχόμενο της ουτοπίας, δηλαδή –σύμφωνα με τον Λούκατς- την ορθολογική μεταμόρφωση της κοινωνίας σύμφωνα με κανόνες προόδου, της ολόπλευρης ανάπτυξης της ελευθερίας, της ισότητας και της ειρήνης. Ο αντινιτσεϊκός Λούκατς είναι εκείνος που θέλει να ξανασηκώσει όλες τις σημαίες που η αστική τάξη είχε αφήσει να πέσουν μέσα στη λάσπη και που, συνεπώς, αρνείται τη νιτσεϊκή διάγνωση για το μοιραίο τής παρακμής, για το μηδενισμό ως ουσία του αστικού πολιτισμού. Πραγματικά, στο ζντανοφισμό, ο Λούκατς διάβαζε αυτό που μπορεί κανείς να βρει σ’ αυτόν, μία λαϊκιστική –ή καλύτερα πληβειακή – εκδοχή στη λογοτεχνία, μία εργαλειακή μεταστροφή στη φιλοσοφία και την επιστήμη, έναν κυνικό βολονταρισμό στην πολιτική. όλα αυτά τα ερμηνεύει ως μία επάνοδο στις ανορθολογικές όψεις τής ιδεολογίας. Ο ανθρωπισμός του αντιδρούσε : o αντινιτσεϊκός Λούκατς είναι ο αντισταλινικός Λούκατς. Eνάντια σε μια σχετικιστική γνωσεολογία, ενάντια στο δίλημμα “σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα”, πρότεινε για το  σοσιαλισμό την ορθολογικότητα μιας κοσμοαντίληψης προερχόμενης από τον Γκαίτε, την έξοδο από την αλλοτρίωση και την πραγμοποίηση ως επανασύνθεση της ανθρώπινης ολότητας.
Το βιβλίο τού Λούκατς ανάγεται στο 1952. Η συζήτηση γύρω από την ευθύνη τού ναζισμού και η οξεία αντιπαράθεση σχετικά με το Schuldfrage (ζήτημα της ενοχής) βρίσκεται στο απόγειό της. Η κρίση τού Λούκατς για το Νίτσε γίνεται αποδεκτή από ένα σημαντικό μέρος τής κοινής γνώμης, όχι απαραίτητα της σοσιαλιστικής. Και ωστόσο, μέσα στην ανοικοδόμηση της καπιταλιστικής Ευρώπης, ο Νίτσε ξαναζεί και παρουσιάζεται εκ νέου ως ένας επίκαιρος κριτικός. ‘Ηταν άραγε ο Νίτσε πιο μαρξιστής από τους μαρξιστές; Για άλλους λόγους, ο Φραντς Μέριγκ είχει ήδη θέσει στον εαυτό του το ερώτημα αυτό. Ο αντι-βισμαρκικός Νίτσε, ο υλιστής και επαναστάτης Νίτσε, ο Νίτσε – επικριτής κάθε ιδεολογικού “ταρτουφισμού”, μπορεί και πρέπει να  είναι “ένας σταθμός στο δρόμο για το σοσιαλισμό”. Και έπειτα; Μήπως ο Νίτσε δεν ήταν πια παρά ένας παιδαγωγός; Στη δεκαετία τού 50 βγαίνουν στην κυκλοφορία τα καλύτερα βιβλία που γράφτηκαν για το Νίτσε στη διάρκεια της δεκαετίας τού 30 : πρόκειται για έργα των οποίων οι συγγραφείς υπήρξαν όλοι αντίπαλοι του ναζισμού, όπως ο Karl Loewith, o Karl Jaspers, o Edgar Salin, o Erich Podach. O Heinrich Mann αναδεικνύεται ως ο ερμηνευτής αυτής της νέας επικαιρότητας του Νίτσε και, μεταξύ άλλων, την προτείνει προς τους σοσιαλιστές και τους μαρξιστές. Να λοιπόν που ξαναεμφανίζεται, πάνω στη σκηνή της νέας καπιταλιστικής κυριαρχίας του κόσμου, η εικόνα ενός Νίτσε “αθώου”, προφήτη και διαλεκτικού, ο οποίος ξεκινώντας από την αποκήρυξη της “αντιστροφής των αξιών” καταλήγει στο μύθο τού υπερανθρώπου. Ο Νίτσε δεν είναι υπεύθυνος για το ναζισμό : ακόμα περισσότερο, δεν έπαψε να καταδικάζει τον εθνικισμό και ισχυρίστηκε ότι “η κουλτούρα και το κράτος είναι ανταγωνιστές”. Υπήρξε πάντα με το μέρος των καταπιεσμένων και συνέλαβε την απελευθέρωση ως παραγωγή – παραγωγή καινούρια, παραγωγή ελεύθερη και νεαρή. Το διονυσιακό θέμα είναι ένα θέμα υλιστικό και παραγωγικό : “είμαστε όλοι εργάτες”. Στο έργο τού Walter Kaufman που ανάγεται στο 1950 (όπως εξάλλου και στις νέες αναγνώσεις αυτών των χρόνων του Henri Lefevbre), αυτά τα στοιχεία ανασυντίθενται σε μία εικόνα τού Νίτσε που χαρακτηρίζεται αποφασιστικά ως “κριτικός διαφωτιστής”, ως συγγραφέας τού “μετα-μηδενισμού”.
Μέχρι ποιο σημείο ήταν πιστευτή αυτή η εικόνα ενός “Νίτσε χωρίς Ζαρατούστρα”, ενός Νίτσε που είχε “λειανθεί” για να γίνει όχι ένας κριτικός τής νεωτερικότητας αλλά απλώς ο κριτικός τής καπιταλιστικής νεωτερικότητας; Δεν θα ήταν δυνατό να παράσχουμε μία απάντηση σε αυτή τη διερώτηση αν δεν θεωρήσουμε ακόμα μια φορά τα ιδεολογικά εκείνα στοιχεία, τα εγγενή στις συζητήσεις στους κόλπους τού εργατικού κινήματος, που μπαίνουν στο παιχνίδι μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Ο θετικός, διαφωτιστής, υλιστής Νίτσε που αντιπαρετίθετο στην καταλυτική κριτική τού Λούκατς, ήταν στην πραγματικότητα προϊόν τής απολογητικής τού ζντανοφισμού. Η σύγκρουση που, σχετικά με τον εκσυγχρονισμό, αντιπαρέθετε τον ορθολογισμό τού Λούκατς στη σταλινική εκδοχή τού υλισμού, είχε εδώ επιλυθεί. Ο Heinrich Mann[5] μάς παρέχει την απόδειξη : “Ενα ερώτημα τίθεται: ποιος υπήρξε πραγματικά ο μελλοντικός κυρίαρχος άνθρωπός του; Ο Νίτσε εξέφρασε την άποψή του για τον εργάτη. σήμερα θα ήταν καθαρός μπολσεβικισμός. ‘Σκηνή από τη μελλοντική ζωή του εργάτη’, εδώ δεν υπάρχουν πια αμφισβητήσεις και δισταγμοί : ‘Oι εργάτες θα έπρεπε να μάθουν να αντιδρούν σαν στρατιώτες. Αποζημιώσεις, οδοιπορικά, αλλά όχι μισθός! Καμία σχέση μεταξύ πληρωμής και εργασίας! Ας βάλουμε κάθε άτομο, ανάλογα με το είδος του, στη θέση που θα του επιτρέψει να παράγει όσο το δυνατόν περισσότερο στην ειδικότητά του’”… Οποίον κιτς! Οποίον απίστευτο συμπέρασμα! Στην πραγματικότητα το έδαφος του διαλόγου σχετικά με το Νίτσε που κατελάμβαναν οι μαρξιστές ήταν αναπόφευκτα παγιδευμένο από τη στιγμή που συνέχιζαν να θεωρούν το Νίτσε από την άποψη της εκμέρους του αποκήρυξης της διάλυσης των αξιών και από την άποψη της εκπλήρωσης της νεωτερικότητας. από τη στιγμή που δεν άρχιζαν να τον θεωρούν από την άποψη της υπέρβασης της νεωτερικότητας, με βάση το Ζαρατούστρα και τη “θέληση για δύναμη”. Αλλά αυτό, στον ορίζοντα του υπαρκτού σοσιαλισμού, στον οποίο τοποθετούνταν ο Γκ. Λούκατς και οι “διαφωτιστές” αντίπαλοί του, ήταν κάτι αδύνατο.''

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Μη χάσετε το επόμενο επεισόδιο της ΜΕΤΑΜΌΡΦΩΣΗΣ Ενός ΚΟΠΡΊΤΗ Οπου ο Κ ,μισοκοιμισμένος, ακούει σαν σε ονειρο του τις συμβουλές του σεβαστού του Προπάππου ξαναδιαβάζει (νοερώς διότι είναι μισοκοιμισμένος) εκατό φορές την Γενεαλογία της Ηθικής του Νίτσε αρχίζει να βλέπει καταφατικά τα αριστοκρατικά Κτηνώδη του ένστικτα και να απορρίπτει την δειλή ηθική τουσκλαβου και υφίσταται μιαν τρομερή μεταμόρφωση.......

Μη χάσετε το επόμενο επεισόδιο της ΜΕΤΑΜΌΡΦΩΣΗΣ Ενός ΚΟΠΡΊΤΗ
Οπου ο Κ ,μισοκοιμισμένος, ακούει ,σαν σε  ονειρο , τις συμβουλές του σεβαστού του Προπάππου
ξαναδιαβάζει (νοερώς διότι είναι μισοκοιμισμένος) εκατό φορές την Γενεαλογία της Ηθικής του Νίτσε αρχίζει να βλέπει καταφατικά τα αριστοκρατικά  Κτηνώδη του ένστικτα και να απορρίπτει την δειλή ηθική τουσκλαβου

και  υφίσταται μιαν τρομερή μεταμόρφωση
 από απλός Κοπρίτης



μεταμορφώνεται στον

τρομερό

 ΚΌΠΡΟ ΤΩΝ ΑΓΟΡΏΝ



(επίσης ανακαλύπτει και την συγγενική του φύση με την του κ Υπουργού...)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΛΑΙΝ ΝΤΕ ΜΠΕΝΟΥΑ «Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ» ... ( Τωρα για οσους δεν ξερουν ποιος ειναι ο Αλαιν ντε Μπιενουα και τι εκπροσωπει: ειναι ο κυριωτερος θεωρητικός της Νεας( ακρας) δεξιας ..


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΛΑΙΝ ΝΤΕ ΜΠΕΝΟΥΑ
«Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ»
τα αποσπασματα

το βρηκα εδώ:http://www.phorum.gr/viewtopic.php?t=13414 

ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΟς ΕΙΝΑΙ Ο ΑΛΑΙΝ ΝΤΕ  ΚΟΙΤΑΞΕΤΕ ΕΔΏ : ΜΠΕΝΟΥΑ 

Για να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του, λέει ό Νίτσε. πρέπει πρώτα να τον αναζητήσει. Πρέπει λοιπόν να επιστρέψει στις ρίζες, στό «απώτερο παρελθόν». Διότι «το μέλλον ανήκει σ' εκείνον ό όποίος θα έχει την πιο μακριά μνήμη».


Το μεγάλο έγκλημα των ηθικολόγων στα μάτια του Νίτσε, είναι ότι έδωσαν στον πόνο μια δηλητηριασμένη εξήγηση: Εάν κανείς υποφέρει, είναι γιατί έκαμε ένα λάθος, μια αμαρτία. Παράλληλα, οι ιερείς «στιγμάτισαν όλα τα αισθήματα της ηδονής, βλέποντας σ' αυτά την αμαρτία και την γοητεία» «έδωσαν τα ονόματα τα πιο ιερά ατά αισθήματα αδυναμίας» , «παραχάραξαν την Αγάπη για να την κάμουν Εγκατάλειψη και 'Αλτρουισμό «είδαν στην μεγαλοσύνη μία άρνηση» , «θεώρησαν τήν ζωή σάν τιμωρία, τήν εύτυχία σάν πειρασμό, το πάθος σάν κάτι τό διαβολικό, τήν έμπιστοσύνη σαν ανίερη» (ίδιο έργο).


Η ΦΟΒΕΡΩΤΕΡΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ

Για τον Νίτσε, βρισκόμαστε μπροστά σε μία ασθένεια: «την τρομερότερη ασθένεια πού ενδήμησε ποτέ μέσα στους ανθρώπους", 'Η καταγωγή της ασθένειας αυτής είναι ή εμφάνιση, σε μια καθορισμένη έθνογεωγραφική περίμετρο, ένός ήθικου τύπου, φορέως μιας νοοτροπίας και μιας προθέσεως, του όποίου ή τελειότερη ενσάρκωση είναι ό 'Ιερεύς
.

Για τον 'Ιερέα, οποιοδήποτε γεγονός είναι μία ηθική ένδειξη. 'Ο κόσμος δεν είναι πλέον γεμάτος γεγονότα αντικειμενικά ουδέτερα, τα όποία αξιολογούνται από τις συγκυρίες. Είναι γεμάτος μόνον από τιμωρίες και ανταμοιβές. Οποιοδήποτε ευτυχές γεγονός είναι ένδειξη μιας άνταμοιβης «γραμμένης" στήν αίωνία τάξη πραγμάτων. 'Οποιοδήποτε άτυχές γεγονός ειναι ένδειξη μιας τιμωρίας, πού τιμωρεί ένα «ηθικό λάθος» σημερινό, περασμένο, η και μελλοντικό.
.

Η προσπάθεια επέτυχε; Είναι γιατί ή θεότης άκουσε τις εκκλήσεις πού της έκαμαν. Απέτυχε; Είναι γιατί οι προσευχές δεν ήσαν αρκετά ευλαβείς, ή γιατί ό ενδιαφερόμενος ήταν άσεβής (δεν ήταν αγνός). Ξεκινά κανείς μία επίμεμπτη πράξη και παρ' όλα αυτά κερδίζει; Είναι γιατί συγχωρήθηκε. 'Απέτυχε και πιάστηκε; Τιμωρήθηκε. Έτσι, για κάθε συγκυρία της ζωής, με κατάλληλο χειρισμό της διαλεκτικής και της λογοκοπίας, εγκαλώντας αδιερεύνητα και ανεξέλεγκτα δόγματα, ό 'Ιερεύς εξηγεί ακάματα το γιατί και το πώς των καταστάσεων πού ό ίδιος φαντάζεται.


ΜΙΑ ΠΕΙΘΑΡΧΕΙΑ ΠΑΡΑ ΦΥΣΙΝ

'Όταν κακομεταχειρίζεται κανείς το σώμα, γράφει ό Νίτσε (στην «Θέληση της δυνάμεως»), δημιουργεί το κατάλληλο έδαφος για τα αισθήματα ένοχης, δηλαδή μία αρρωστημένη κατάσταση πού χρειάζεται μία εξηγήση. Αυτήν την εξήγηση, ό Ιερεύς την παρέχει με μία θέρμη σχεδόν μονομανιακή, έποφελoύμενoς της ασθένειας και τού υποβόσκοντος
μαζοχισμού.


Η κακοδιαθεσία την όποία δημιούργησε ή αμφιβολία είναι το τίμημα πού ό άνθρωπος πρέπει να πλήρωση για την προσβολή πού έκαμε. Συνειδητά ή όχι, προς την θεότητα. Και ή προσβολή πρέπει να εξιλεωθεί μέσω του Ιερέως, ό όποίος ανακαλύπτει την φύση της, αναλύει τις αίτίες της και προτείνει ένα φάρμακο.


Ο 'Ιερεύς παρουσιάζεται έτσι ως μεσάζων μεταξύ τού δημιουργού-λυτρωτού και τού αμαρτωλού όντος, μεταξύ του άνθρώπου πού κάνει λάθη και τού Θεού πού είναι τέλειος.


Χάρις στην μεσίτευση του, στην ικανότητά του (γιατί ξέρει το κακό όπως ό γιατρός ξέρει την ασθένεια και ό ψυχαναλυτής τα συμπλέγματα), ή θεότης θα ευαρεστηθεί να ξεπλύνει την ακαθαρσία, να σταματήσει την οργή της, να εξαφάνιση το λάθος, να πέραση τέλος το όνομα τού θνητού, από τον πίνακα των κολασίμων κατηγοριών από τετράδιο των ουράνιων αμοιβών και των ευλογημένων οραμάτων!


Ο άνθρωπος «ό όποίος υποφέρει από μία οποιαδήποτε αίτία, φυσιολογική ασφαλώς» αναρωτάτε για τούς λόγους του πόνου του. Τότε συναντά κάποιον που γνωρίζει ακόμη αυτό που είναι κρυφό, τον μάγο του, τον ασκητικό ιερέα, ό όποίος του δίνει μία πρώτη ένδειξη για την αίτία του πόνου του


Πρέπει να την αναζήτηση στον ίδιο τον εαυτό του, σε ένα λάθος που έκαμε στο παρελθόν. Πρέπει να εξηγήσει τον πόνο του σαν μια τιμωρία... Άκουσε, κατάλαβε ό δυστυχής, τώρα έχει γίνει σαν μία κότα, γύρω από την όποία έχει χαραχθεί μία γραμμή. Δεν μπορεί πλέον να βγει από τις κυκλικές αυτές γραμμές, από άρρωστος, έχει γίνει αμαρτωλός.


Η συναίσθησης του λάθους μας παρουσιάσθηκε ακατέργαστη κατά κάποιο τρόπο. Στα χέρια του 'Ιερέως, αυτού του καλλιτέχνη του συναισθήματος του λάθους, αυτό το συναίσθημα άρχισε να παίρνει μορφή! - και τι μορφή!


'Η αμαρτία! γιατί αυτό είναι το όνομα που δίνει ό Ιερεύς στην ζωική «κακή συνείδηση», ή αμαρτία έμεινε ως τώρα το βασικό γεγονός στην ιστορία της άρρωστης ψυχής και αντιπροσωπεύει για μας την πιο ολέθρια επιδεξιότητα της θρησκευτικής ερμηνείας.


Η έννοια της αμαρτίας ανήκει ειδικά στον 'Ιερέα. Στο λεξιλόγιο του παλαιού ευρωπαϊκού κόσμου, δεν υπάρχει λέξη για να την ερμηνεύσεις. Στην γλώσσα του Βιργιλίου και του Κικέρωνος, το «πεκάτουμ» θέλει να πει λάθος, έγκλημα, δηλαδή συγκεκριμένα πράγματα ενώ στην ελληνική γλώσσα ή ανάλογη λέξη ήταν «ϋβρις»


'Η έννοια της αμαρτίας δεν είναι παρά μία 'Ιερατική παρέκκλιση, αναλογούσα σε μία ιδέα, την οποίαν ή Αρχαιότητα δεν είχε ποτέ συνειδητοποιήσει, ένα πολύ ειδικό λάθος, βασιζόμενο σε μυστήρια, σε δόγματα και σε αισθήματα ένοχής. 'Ένα λάθος πού έγινε έναντι της θεότητας μόνον και των δικών της απαιτήσεων και ιεροτήτων.


Για τον Νίτσε, ή αποθέωση του ηθικού τύπου πού ενσαρκώνεται από τον Ιερέα, είναι το «ασκητικό ιδεώδες». Ο φιλόσοφος επιμένει στον ρόλο του ασκητού, στον όποίον βλέπει «την αντίφαση φτιαγμένη άνθρωπο»
.

Υπάρχει σ' αυτόν ένα αχόρταγο ένστικτο, το όποίο θέλει να τα βάλει με την ζωή, την δική του και των άλλων. Δηλαδή δεν επιβεβαιώνεται παρά με το να αρνείται (ή θέση του δεν είναι παρά μία άρνηση) δεν δέχεται να υπάρχει, παρά για να ρίχνει το ανάθεμα επάνω σε ότι υπάρχει. Δεν έχει παρά μίσος για τον κόσμο, για τις φυσικές λειτουργίες, για το σφρίγος, την δύναμη, το κάλλος και την χαρά.


'Ο άνθρωπος με την κακή συνείδηση έπιασε μία θρησκευτική υπόθεση, για να ώθηση το ίδιο του το βασανιστήριο σε βαθμό σκληρότητας και οξύτητας τρομακτικό. Μία υποχρέωση προς τον Θεό. Η σκέψη αύτή, γίνεται γι' αυτόν ένα όργανο βασανισμού. Παίρνει από τον Θεό και τις τελευταίες αντιθέσεις πού μπορεί να φανταστεί μέσα από τα ίδια του τα ζωικά και αχαλίνωτα ένστικτα και μεταλλάσσει τα ίδια αυτά ένστικτα, σε λάθη έναντι του Θεού (έχθρότης, άντίδραση, έπανάσταση έναντι του κυρίου, του πατέρα, του προγόνου και της αρχής του κόσμου.


Στέκεται ατό κέντρο της αντιθέσεως μεταξύ Θεού και Διαβόλου, αποβάλλει από τον εαυτό του όλες τις αρνήσεις, ότι τον ωθεί στην άρνηση του εαυτού του, στην άρνηση της φύσεως, του φυσιολογικού, την πραγματικότητα της ύπάρξης του, για να επιτύχει την βεβαιότητα ενός πράγματος πραγματικού, ζωντανού, αληθινού, Θεού, άγίου, Θεού δικαίου, Θεού δημίου, το υπερπέραν, το αιώνιο μαρτύριο, την κόλαση, το απροσμέτρητο μεγαλείο της τιμωρίας και του λάθους. Πρόκειται για ένα είδος τρέλας θελήσεως για ψυχική σκληρότητα, ανάλογη της όποίας δεν θα βρει κανείς.


Αυτός ό εκδικητής (και ζηλόφθονος) Θεός, γίνεται μόνιμος κατήγορος, γιατί είναι πάντοτε μοναδικός για εκδίκηση. Άλλωστε πως δεν θα ήταν; Έτσι, ό αδύνατος αυτοκαταδικάζεται ανέκκλητα την ίδια στιγμή πού θέλει να έξαφθή από ενθουσιασμό. Πρέπει πλέον να εξομοιώσει τον πόθο του με αυτήν την προοπτική της σωτηριολογίας, όπου ό θρίαμβος, τό μαρτύριο, ή λύτρωση και ή εξαφάνιση του εγώ είναι αδιάλυτα ανακατεμένα.


Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ


'Η "ηθική της αμαρτίας" επιδεικνύει έτσι μία αληθινή αποστροφή προς το σώμα και τις δραστηριότητές του. Είναι "κακά πράγματα”, πού επαναφέρουν τον άνθρωπο "στα ένστικτά του", "στο κτήνος πού κοιμάται μέσα του". Διότι το ένστικτο της πάλης και το γεννητικό ένστικτο είναι βασικά ένστικτα ζωής, ιδιαίτερα παραγωγικά και ανανεωτικά. Αυτά πού αντιτίθενται περισσότερο στις επιδιώξεις του 'lερέα και του . Ασκητού.


Η ικανότης του 'lερέα να αλλάζει το όνομα των άξιων δεν είναι λιγότερο αξιοπρόσεκτη. Ονομάζει την ανικανότητα θεληματική αποχή, την παραίτηση απομάκρυνση από τα πράγματα του κόσμου αυτού, την αδράνεια ταπεινοφροσύνη, την ανανδρία αφοσίωση στον κοινό σκοπό. κλπ. Δύο τύποι συμπεριφοράς βρίσκονται αντιμέτωποι εδώ.


Στις αντιθέσεις της ηθικής της τιμής της Παλαιάς Δύσεως (ευγενής-χαμηλός, άξιος ανάξιος, γνήσιος-αμφίβολος, θαρραλέος-δειλός, πιστός-προδότης, λογικό παράλογο, όρθολογικό-άνισόρροπο, έντιμο-άτιμο).
Η ηθική της αμαρτίας άπαντά μέ αφηρημένες αντιθέσεις, οι όποίες δεν είναι παρά παραμορφώσεις: καλό-κακό, ταπεινό-παράλογο, υποταγμένο-υπερήφανο, πνευματικό-σωματικό, αδύναμο-αύθάδες, μετριόφρον-απεριόριστο.


Παράλληλα, ό 'Ιερεύς βάζει την αμφιβολία στην καρδιά των δυνατών. Επωφελείται από τις ανησυχίες τους, τούς πόθους τους, τις αποθαρρύνσεις τους, ακόμη και από τις φιλοδοξίες τους, για να τούς πείσει και να τούς καθησύχαση. Κάνει να γεννηθεί μέσα τους ό σπόρος της αρρώστιας, το συναίσθημα της ένοχης. Με αυτόν τον τρόπο, με την δημιουργία του συναισθήματος αυτού, ό Ιερεύς κατορθώνει να πείσει τούς συνομιλητές του να απαρνηθούν τις φυσικές αντιδράσεις τους να αγωνιστούν εναντίον των βαθύτερων ένστίκτων τους.


Ανάλογα με τις συγκυρίες και τις εποχές, ό ηθικολόγος θα προσπαθήσει να γίνει πιστευτό το ότι είναι εγωιστικό να σκέπτεται κανείς τούς δικούς του (την οικογένεια την χώρα του), πριν να σκεφθεί τούς «λαούς του κόσμου».., ότι είναι ντροπή να είναι υπερήφανος για τον πολιτισμό από τον όποίο προέρχεται, ότι είναι φαντασιώδες να ανταμείβονται οι καλύτεροι, ότι είναι άδικο να φανερώνει κανείς τις διαφορές της άξίας τού καθενός, ή να κάνη επιλογή.


Οι εξαθλιωμένοι μόνον είναι καλοί, oι φτωχοί, οι ανίκανοι, οι μικροί μόνον είναι καλοί, αυτοί πού υποφέρουν, αυτοί πού έχουν ανάγκη, είναι κι αυτοί είναι οι μόνοι ευλαβείς, οι μόνοι ευλογημένοι από τόν Θεό. Σ' αυτούς μόνον θα ανήκει ή ευλογία, Αντίθετα, εσείς οι άλλοι, οι όποίοι είσθε ευγενείς και δυνατοί, είσαστε στην αιωνιότητα οι κακοί, οι σκληροί, οι αχόρταγοι, οι πλεονέκτες, οι ανίεροι και αιωνίως θα μείνετε οι αποδιωγμένοι, οι καταραμένοι, οι κολασμένοι.


Αυτοί πού είναι καταραμένοι στα μάτια τού Ιερέως δεν είναι δυνατοί και κακοί, είναι κακοί γιατί είναι δυνατοί. Είναι το πνεύμα τού Λόγου επί τού 'Όρους: Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, αύτοίς γάρ έσται ή βασιλεία τών ούρανών. Και είναι ακόμη ή παραβολή τού αντικειμένου των Ευαγγελίων, Οι έσχατοι έσονται πρώτοι.


'Ο Νίτσε παρομοιάζει τον 'Ιερέα με το αιλουροειδές, πού τραυματίζει θανατηφόρα αντί να σκοτώσει, γιατί παίρνει την προφύλαξη να μην σκοτώσει, 'Ικανοποιείται με το να πληγώσει και να μολύνει την πληγή. 'Ο πληγωμένος ζητά βοήθεια και τότε ο ιερέας τρέχει, εφοδιασμένος με φάρμακα πού δεν θα ανακουφίσουν παρά στιγμιαία, άλλά πού, όπως το ναρκωτικό, θα δημιουργήσουν έναν εθισμό, τού όποίου ό άρρωστος θα είναι δούλος.


Σκοτεινός φορέας μικροβίων, ζωντανός πόθος εξαπλώσεως στόν κόσμο της αρρώστιας της οποίας υπήρξε πρώτο θύμα, είναι πλέον ό κατάλληλος για να οδηγεί στην βοσκή την αγέλη των άρρώστων, να οργανώνει την εξουσία του στην Αυτοκρατορία των βασανισμένων.


Ο 'Ιερέας είναι ό άνθρωπος πού αλλάζει την κατεύθυνση της μνησικακίας. Γιατί δίνει ατό ον πού υποφέρει ένα λόγο για να υποφέρει. Χρησιμοποιεί αυτό το βάσανο για να επιβάλει μία πειθαρχία, να καθορίσει τούς όρους τής εξαγοράς. Με δύο λόγια, υποδεικνύει "μία αίτία πού μπορεί να υποφέρει κι αύτή με τη σειρά της".


Υποφέρω, άρα κάποιος πρέπει να είναι ή αίτία, έτσι σκέπτονται όλα τα αρρωστημένα πρόβατα. Τότε ό βοσκός τους, ό ασκητικός 'Ιερεύς, τούς άπαντα: Πράγματι, πρόβατό μου, κάποιος πρέπει να είναι ή αίτία: άλλά ή αίτία είσαι εσύ, 'Εσύ είσαι ή αίτία του εαυτού σου!


'Ο 'Ιερεύς είναι αυτός πού φροντίζει τις αρρώστιες πού ό ίδιος καλλιεργεί. Κάθε φορά πού προτείνει μία ανακούφιση, το τίμημά της είναι ένα νέο βάσανο. Δεν περιποιείται σε τελευταία ανάλυση, παρά για να εξασφαλίσει καλύτερα την βορά του. 'Όταν το λάθος εξαγνισθεί, είναι ανάγκη γι' αυτόν να εξηγεί κάθε νέα ατυχία με ένα νέο λάθος, πού απαιτεί ένα νέο εξαγνισμό!


Ο ΔΥΝΑΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ Ο ΑΠΟΔΙΟΠΟΜΠΑΙΟΣ ΤΡΑΓΟΣ

Ο 'Ιερεύς ενθαρρύνει αυτήν την αυταπάτη, γιατί είναι ευκολότερο να διοικεί μία υποταγμένη μάζα, ή όποία έχει τις ίδιες σκέψεις, παρά αυτόνομα άτομα, τα όποία είναι μία «οικουμένη» το καθένα μόνο του. «Δεν πρέπει να εξαπατάται κανείς», προσθέτει ό Νίτσε, «οι δυνατοί έχουν την τάση να διαχωρίζονται ενώ οι αδύνατοι ΝΑ ενώνονται»,


Η ηθική των «δούλων» είναι λοιπόν μία ηθική μαζική. Οι αδύνατοι αποτελούν μία μάζα, επί της όποίας βασιλεύει ή πειθαρχία των θεολόγων. Αλλά συγχρόνως με την υποταγή του, ό αδύνατος λυπάται γι' αυτήν. Η θρησκεία του εκφράζει την αρρώστια του και συνάμα την διαμαρτυρία του εναντίον του εαυτού του.

Αυτό το αντιφατικό ένστικτο, πού σε τελευταία ανάλυση δεν είναι παρά μία ασυνείδητη άρνηση του εαυτoύ του, μία μετάφραση τής «μεταμελείας του εαυτού του» δημιουργεί την «επιθυμία τής απελευθερώσεως», ή ακριβέστερα, να βρει έναν αποδιοπομπαίο τράγο γι' αυτήν την επιθυμία. Και ό αποδιοπομπαίος τράγος έχει υποδειχθεί, ήδη από πριν. Θα είναι ό δυνατός άνθρωπος, αυτός πού είναι πραγματικά «απελευθερωμένος», γιατί ή προσωπικότητα του δεν υποτάχθηκε ποτέ, δεν αλλοτριώθηκε ποτέ αυτός πού ζει στον δικό του ρυθμό. Ο ενεργών και όχι ενεργούμενος.


Η αδυναμία και ή ανικανότητα των ιερέων μεγαλώνουν μέσα τους ένα μίσος τερατώδες, σκοτεινό, διανοητικό και δηλητηριώδες. Αφού πέρασε είκοσι χρόνια στην έρημο, ό ασκητής νόμισε ότι οι στερήσεις και τα βάσανα στα όποία ό ίδιος θεληματικά υπέβαλε τον εαυτό του, έδιναν «φυσιολογικό» το δικαίωμα να υποβάλλει την ανθρωπότητα σε όσα είχε υποφέρει ό ίδιος!

Η ΗΘΙΚΗ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

"Η ηθική της τιμής, πού χαρακτηρίζει περιληπτικά την ηθική συμπεριφορά του Παλαιο Δυτισμου (του Παλαιo-Eύρωπαισμού γενικά), αντιτίθεται ριζικά σε αυτό πού αποκαλέσαμε ηθική της αμαρτίας.


Κάθε φορά πού επικρατεί «ή ηθική των δούλων», ή γλώσσα έχει την τάση να συνδέει την έννοια των λέξεων, «καλός» και «κουτός». Στην κοινή γλώσσα, ένα «καλό παιδί» είναι πάντα ένα αγαθό παιδί, αφοσιωμένο, άλλά τελικά λίγο βλάκας. Κατά τον ίδιο τρόπο θα μιλήσει κανείς για μία «καλή σταδιοδρομία», υπονοώντας «μία μικροσταδιοδρομία», ένα «καλό δρόμο».


Αν είναι «καλό», θα πει ότι είναι «μικρό». . Όχι μεγάλο προς Θεού! Ένας «καλός άνθρωπος» θα είναι ένα ασήμαντο πρόσωπο, οπωσδήποτε παθητικός, εύσπλαχνος, το αντίθετο ενός τολμηρού, δηλαδή με δύο λόγια το αντίθετο ενός γενναίου άνθρώπου.





Η Γενεαλογία της Ηθικής του Νιτσε ...αναδημοσιεσυη απο το Archive.gr..

Η Γενεαλογία της Ηθικής είναι ένα από τα τελευταία έργα του, καθώς γράφτηκε το 1887, τρία χρόνια πριν τον εγκλεισμό του σε φρενοκομείο. Όπως παρατηρεί ο Daniel Halevy: «...Στα τρία πρώτα δοκίμια που αποτελούν τη Γενεαλογία της Ηθικής ο Νίτσε παρουσιάζει με τόλμη την κεντρική περιπέτεια: τη συνωμοσία των σκλάβων. Όλο το έργο είναι γραμμένο σ’ ένα αυταρχικό, βίαιο ύφος, που ο Νίτσε θα μας εκθέσει τη ρητορική του: ‘Κάθε φορά, μια ψυχρή, ειρωνική, μάλιστα, αρχή. Συγγραφική πονηριά. Σιγά-σιγά, μια ανησυχία. Στιγμές-στιγμές, λάμψεις κεραυνών, πολύ δυσάρεστες αλήθειες, αναγγελλόμενες από υπόκωφα μουγκρητά – ίσαμε που ξεσπά ένα tempo feroce, που μας αναγκάζει να προχωρήσουμε με μια θαυμαστή δύναμη. Στο τέλος, τρομαχτικές βροντές, και μέσα σε κάθε μια παρουσιάζεται, ανάμεσα από πηχτά σύννεφα, μια καινούργια αλήθεια’...»[2].

Ο ίδιος ο Νίτσε στο πέμπτο κεφάλαιο του Προλόγου της Γενεαλογίας της Ηθικής παρουσιάζει αποκαλυπτικά τις προθέσεις του: «Εκείνο που, κατά βάθος, είχα μες στην καρδιά μου ήταν κάτι πολύ σπουδαιότερο από μια σειρά δικές μου ή ξένες εικασίες σχετικές με την προέλευση της ηθικής... Το κυριότερο ζήτημα για μένα ήταν η αξία της ηθικής – και πάνω στο σημείο αυτό όφειλα εξηγήσεις αποκλειστικά και μόνο σχεδόν στον φημισμένο μου δάσκαλο, τον Σοπενχάουερ...»[3].

Το ιδιαίτερο ύφος του έργου, αλλά και η ίδια η προσωπικότητα του Νίτσε, μας επιβάλλουν να σταθούμε αποκλειστικά και μόνο στο κείμενο του έργου του, για να επιχειρήσουμε να αποκρυπτογραφήσουμε, όσο αυτό είναι δυνατόν, τα δαιδαλώδη μονοπάτια της σκέψης του γερμανού φιλοσόφου.

Η Πρώτη Πραγματεία: «καλός» και «φαύλος/bad», «καλός» και «κακός/evil»

Στην Πρώτη Πραγματεία της Γενεαλογίας της Ηθικής, ο Νίτσε, προσπαθεί να ορίσει τις ρίζες της ηθικής, ξεκινώντας ουσιαστικά (και θυμίζοντας έτσι τον δάσκαλό του??, τον Πλάτωνα) με την ετυμολόγηση του ζεύγους των λέξεων/όρων «καλός» και «φαύλος/bad»: η λέξη «καλός» συνδέεται με την τάξη των ευγενών, και η λέξη «φαύλος» με την κατώτερη τάξη. Η σύνδεση αυτή είναι ιστορικά ορθή, καθώς επιβεβαιώνεται από τη γλωσσολογία: για παράδειγμα, η αρχαία ελληνική αριστοκρατία αυτοχαρακτηριζόταν με τη λέξη εσθλός, που έχει σαφή ετυμολογική σχέση με τον «αληθινό»[4], ενώ η λατινική λέξη για τον «καλό», bonus, σχετίζεται με μία πρωιμότερη λέξη που σήμαινε τον «πολεμιστή»[5]. Η υπόθεση που κάνει ο φιλόσοφος είναι ότι η άρχουσα τάξη θεωρείται ότι κατέχει ανώτερες πνευματικές ή θεϊκές ιδιότητες, και ότι η σύνδεση των λέξεων που υποδηλώνουν τον «καλό» με λέξεις που υποδηλώνουν την άρχουσα τάξη είναι ένα επιπρόσθετο επιχείρημα για την ορθότητα αυτής της υπόθεσης. Στην πραγματικότητα θεωρεί ότι οι λέξεις «καλός» και «φαύλος» ήταν όροι που υποδήλωναν κοινωνικές τάξεις. Έννοιες όπως υγεία, δύναμη, ομορφιά, αγάπη για τη ζωή και την περιπέτεια συνιστούν ένα γενικό πλαίσιο για το ιδιαίτερο σύστημα αξιών της πολεμικής αριστοκρατίας, που αντιτίθεται στην αδυναμία και την ταπεινότητα της κατώτερης τάξης .

Η μεταστροφή αυτού του αρχικού ζεύγους σε «καλός» και «κακός» ξεκινά από το γεγονός ότι η ιερατική αριστοκρατία (που κατά τον Νίτσε αντιπροσωπεύεται θεωρητικά από τους Εβραίους[6]) αρχίζει να καθιερώνει ένα σύστημα αξιών διαφορετικό από αυτό της πολεμικής αριστοκρατίας[7], κατ’ ουσίαν αντιστρέφοντάς το, και συνδέοντας τον αληθινά «καλό» άνθρωπο με τον αδύναμο και τον ταπεινό. Το «καλό» ορίζεται πλέον σαν το αντίθετο όχι του «φαύλου», αλλά του «κακού», ενός «κακού» που ταυτίζεται με την πολεμική αριστοκρατία και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά της. Αυτή η δουλική ηθική πηγάζει, σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο, από τα αισθήματα φθόνου και φόβου που διακατείχαν την ιερατική αριστοκρατία, αλλά και την κατώτερη τάξη, εναντίον της πολεμικής αριστοκρατίας: η ηθική της πολεμικής αριστοκρατίας βασίζεται στη δύναμη, και η ιερατική αριστοκρατία ανοίγει τον δρόμο σε μία ψυχολογική αποσύνθεση, που εμφανίζεται με την εικόνα της «μνησικακίας» μπροστά στις ακραίες και επίφοβες εκδηλώσεις της δύναμης[8]. Από αυτή τη ίδια ρίζα της «μνησικακίας» τρέφεται τελικά ολόκληρο το δέντρο της χριστιανικής αγάπης και σωτηρίας[9], που συνιστά τη σημερινή κυρίαρχη ηθική του δυτικού ανθρώπου.

Ο Νίτσε δεν αντιστρατεύεται αυτές καθ’ εαυτές τις έννοιες της καλωσύνης και της συγγνώμης, αλλά αντιμάχεται το γεγονός ότι παρουσιάστηκαν σαν μασκαρεμένες μορφές της παθητικότητας, της δειλίας και της μνησικακίας, και πιστεύει ότι η ηθική πρέπει να επανεκτιμηθεί, καθώς «η ηθική τούτη, του οίκτου, που απλωνόταν όλο και πιο πολύ, που μεταδιδόταν ακόμη και στους φιλοσόφους, αρρωσταίνοντάς τους, ήταν το πιο ανησυχητικό σύμπτωμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού μας, που κι ο ίδιος αυτός είχε γίνει ανησυχητικός με τη στροφή του προς ένα νέο βουδισμό... Προς έναν ευρωπαϊκό βουδισμό; Προς τον μηδενισμό;»[10] Αυτή η ηθική του οίκτου, δηλαδή κατ’ ουσίαν η χριστιανική ηθική, βασίζεται στα εφευρήματα της ένοχης συνείδησης και της ενοχής, που τελικά αναστέλλουν την ελεύθερη βούληση και επομένως την ίδια την ελεύθερη εξέλιξη της ζωής. Για τον Νίτσε δεν υπάρχει παρά η σύγκρουση ανάμεσα στην ηθική που προϋποθέτει το δίπολο «καλού – φαύλου» και την ηθική που πηγάζει από το δίπολο «καλού – κακού», μία σύγκρουση που τελικά παίρνει τον συμβολικό χαρακτήρα της σύγκρουσης ανάμεσα στη «Ρώμη» και το «Ισραήλ»[11].

Η Δεύτερη Πραγματεία: η «ενοχή», η «φαύλη συνείδηση» και τα όμοιά τους

Στη Δεύτερη Πραγματεία της Γενεαλογίας της Ηθικής, ο Νίτσε αρχίζει με τη διαπραγμάτευση της σχέσης της «φαύλης συνείδησης», και κατ’ επέκταση του αισθήματος «ενοχής», με την έννοια της τιμωρίας. Για τον Νίτσε, η «ενοχή» δεν πηγάζει από ένα φόβο τιμωρίας, αφού η τιμωρία δεν ήταν αρχικά συνδεδεμένη με την «ενοχή», αλλά με την οφειλή ενός χρέους, δηλαδή αποτελούσε την πληρωμή ενός ανεξόφλητου χρέους ή μιας ζημιάς[12]. Κάτι τέτοιο εύκολα μπορούμε να το παρατηρήσουμε σε όλες τις πρωτόγονες κοινωνίες, όπου ο οφειλέτης υπόσχεται να υποφέρει πόνο ή ακόμη και θάνατο σαν εκπλήρωση μιας συμβατικής υποχρέωσής του[13]. Μάλιστα, ο λόγος που η τιμωρία εξυπηρετεί την αποπληρωμή της οφειλής πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι το θέαμα του πόνου του άλλου μας προσφέρει ικανοποίηση, και αυτή η ικανοποίηση είναι εκδήλωση της επιθυμίας για δύναμη. Σε συνδυασμό με την παραπάνω γενική ιδέα ότι η τιμωρία ήταν αρχικά μια μορφή πληρωμής, και ότι η αξία της πήγαζε από την ικανοποίηση που πρόσφερε στον πιστωτή, ο Νίτσε προχωρά και σε μερικές άλλες διαπιστώσεις: (1) Η ζωή δεν είναι αναγκαστικά «καλύτερη» τώρα που η ικανοποίηση από τον πόνο του άλλου αποδοκιμάζεται, επειδή τα φυσικά μας ένστικτα είναι τώρα λιγότερο ελεύθερα από πριν[14]. (2) Ο πόνος καθεαυτού φαίνεται ότι είχε λιγότερη σημασία, ή τουλάχιστον ήταν πιο ανεκτός, στις πρωτόγονες κοινωνίες ή στους νέγρους απ’ ότι σήμερα[15]. (3) Το ένστικτο που οδηγεί τον άνθρωπο να ικανοποιείται από τον πόνο του άλλου δεν έχει εξαλειφθεί ακόμη και σήμερα[16]. (4) Η ιδέα μιας «πανεποπτεύουσας» θεότητας μάλλον προέρχεται, τουλάχιστον εν μέρει, από την επιθυμία να αποκτήσει ο γενικός πόνος νόημα, καθώς αυτή η «πανεποπτεύουσα» θεότητα είναι θεατής και του πιο ιδιωτικού πόνου[17]. (5) Εξαιτίας αυτού του «θεατή» θεού, οι έλληνες φιλόσοφοι οδηγούνται στην επινόηση της «ελεύθερης βούλησης», ώστε να διασώζεται η αναγκαία αβεβαιότητα της ζωής[18].

Μιλώντας για τη δικαιοσύνη και την απόδοση της τιμωρίας μέσα σε ένα πιο εξελιγμένο σύστημα πλέον, ο Νίτσε ισχυρίζεται ότι η αληθινή δικαιοσύνη δεν πηγάζει από μία επιθυμία εκδίκησης, αλλά μάλλον από την ικανότητα να ελεγχθούν τα αντεκδικητικά αισθήματα του αδικημένου μέρους: σύμφωνα με τον γερμανό φιλόσοφο, οι ιδέες του «δίκαιου» και του «άδικου» εξαρτώνται εντελώς από την καθιέρωση ενός δικαιϊκού συστήματος, καθώς η φύση δεν μας επιτρέπει να μιλάμε για «δίκαιες» και «άδικες» πράξεις[19].

Ο Νίτσε αποδίδει την καταγωγή της «φαύλης συνείδησης» στην ανθρώπινη ροπή για «εσωτερίκευση»: όταν η ενστικτώδης ενέργεια δεσμεύεται, εσωτερικεύεται, και καθιστά τον φορέα της αποδέκτη αυτής της δεσμευμένης ενέργειας. Η υπόθεση του Νίτσε βασίζεται στο γεγονός ότι οι πρωτόγονες ανθρώπινες κοινωνίες ήταν τυραννικές, και ότι η στέρηση της εξωτερικής ελευθερίας οδηγούσε σε ένα είδος εσωτερικής ελευθερίας, όπου η φυσική επιθυμία για σύγκρουση, ανταμοιβή και τιμωρία στρεφόταν πλέον προς τον εαυτό της[20]. Αυτός, λέει ο Γρμανός φιλόσοφος, είναι ο σπόρος από τον οποίο φύτρωσε η «φαύλη συνείδηση». Αφού βρίσκουμε ικανοποίηση με τον πόνο του άλλου, μπορούμε, μπορούμε μέσα από την εσωτερίκευση αυτού του αισθήματος να βρούμε ικανοποίηση με τον δικό μας πόνο. Μπορούμε, λοιπόν, δικαιολογημένα να υποθέσουμε ότι η αυτοθυσία, ενταγμένη μέσα σε αυτό το πλαίσιο της αυτοτιμωρίας, είναι η πηγή όλων των αλτρουϊστικών αξιών[21].

Ο Νίτσε δεν αφήνει την ευκαιρία να διαπραγματευθεί τη σχέση ανάμεσα στην έννοια της «ενοχής» και την ιδέα του θεού. Τονίζει ότι η αρχέγονη λατρεία των προγόνων αναπτύχθηκε μέσα από τη μεταφορά του δίπολου «πιστωτής-οφειλέτης» στη σχέση μεταξύ των ανθρώπων και των προγόνων τους: όσο η φυλή ευημερεί, δημιουργείται μία διαρκής οφειλή προς αυτούς που κατέστησαν αυτήν την ευημερία δυνατή, και η αυτοτιμωρία, με τη μορφή της τελετουργικής θυσίας, αποτελεί την εξόφληση αυτής της διαρκούς οφειλής. Μπορούμε κάλλιστα να υποθέσουμε ότι η ιδέα των «θεών» της φυλής στηρίζεται πάνω σε ένα αυξανόμενο και ισχυρό ενδιαφέρον για τους «πιστωτές/προγόνους»[22]. Αυτή η αίσθηση του ανθρώπου να βαρύνεται με μία διαρκή «ενοχή» (το ανεξόφλητο χρέος εσωτερικεύεται σαν μία διαρκής υποχρέωση αυτοτιμωρίας) φτάνει στην κορύφωσή της με τον χριστιανικό θεό, τον πιο δυνατό θεό της ιστορίας[23]. Η επιθυμία για αυτοτιμωρία είναι πολύ ισχυρή για να αρκεστεί στην ιδέα ενός «θεού-αιώνιου πιστωτή». Ο θεός πρέπει πλέον να συγχωρεί, αλλιώς το χρέος πρέπει να πληρώνεται διαρκώς: για να καταστεί εφικτή αυτή η δυνατότητα, η «ενοχή» βαρύνει πλέον την ίδια τη φύση, ή τουλάχιστον την εσωτερική φύση του ανθρώπου, και έτσι φτάνουμε στην εικόνα της θυσίας του ίδιου του θεού ως οριστική εκπλήρωση αυτού του χρέους[24].

Ο Νίτσε καταλήγει να ορίσει αυτήν την αίσθηση αλύτρωτης «ενοχής», εμπνεόμενος από τους αρχαιοελληνική και πάλι παράδοση, σαν «τρέλα της βούλησης»[25], αλλά και σαν σοβαρότατη αρρώστια του ανθρώπου[26].

Η Τρίτη Πραγματεία: τι σημαίνει το «ασκητικό ιδεώδες»;

Στην Τρίτη Πραγματεία της Γενεαλογίας της Ηθικής, με το υπαινικτικό motto «Ξένοιαστους, χλευαστές, βίαιους – έτσι μας θέλει η σοφία: είναι γυναίκα, κι αγαπά πάντα έναν πολεμιστή μονάχα» από το έργο του Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, ο Γερμανός φιλόσοφος μας εισάγει στο θέμα του με μια σύντομη ανάλυση των λόγων για τον μαγνητισμό που φαίνεται να ασκεί ο ασκητισμός πάνω στους καλλιτέχνες, τους φιλοσόφους, τις γυναίκες, τους ψυχοπαθείς, τους ιερείς, τους αγίους[27]. Θέλοντας να αποσαφηνίσει περισσότερο τις θέσεις του, αναλύει τα παραδείγματα του Βάγκνερ[28] και του Σοπενχάουερ[29], και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο καλλιτέχνης προσκολλάται στο «ασκητικό ιδεώδες» γιατί βρίσκει σε αυτό ένα στήριγμα, ενώ για τον φιλόσοφο αντιπροσωπεύει ένα είδος ανεξαρτησίας.

Όμως, το «ασκητικό ιδεώδες» βρίσκει την πλήρη πραγμάτωσή του στην περίπτωση του ασκητικού ιερέα, και για αυτόν τον λόγο είναι ανόητο να ζητήσεις από αυτόν να σου εξηγήσει τη σημασία αυτού του ιδεώδους ή απλά να το δικαιολογήσει[30]. Το «ασκητικό ιδεώδες», παρότι αντιφάσκει με τη ζωή, παρουσιάζεται σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες. Η τεράστια εξάπλωση αυτού του ιδεώδους είναι πράγματι εκπληκτική, αφού συγκρούεται με τη ζωή καθεαυτή[31]. Η μόνη δυνατή απάντηση είναι ότι το «ασκητικό ιδεώδες» πρέπει τελικά να στηρίζει τη ζωή, έστω και αν εμφανίζεται πως την αρνείται: αυτό είναι το παράδοξο του ασκητισμού. Ο Νίτσε πιστεύει ότι το «ασκητικό ιδεώδες» αποτελεί ένα κίνητρο αυτοσυντήρησης, καθώς προσφέρει ένα νόημα ζωής σε όσους έχουν χάσει κάθε άλλο κίνητρο ζωής. Είναι το μόνο ιδεώδες που συνεχίζει να λειτουργεί σε μια κοινωνία που έχει κορεστεί και κουραστεί από τη ζωή[32].

Ο Νίτσε ακολουθεί εδώ πιστά τη θέση του ότι τα αποτελέσματα συχνά αντιμετωπίζονται λανθασμένα σαν αιτίες: το «ασκητικό ιδεώδες» δεν είναι η αιτία του μηδενισμού, αλλά αποτέλεσμα, ένα σύμπτωμα μιας υποβόσκουσας αρρώστιας. Η φύση της αρρώστιας αυτής δεν ξεκαθαρίζεται τελείως: πρόκειται μάλλον για μια γενική ψυχολογική κατάσταση (τόσο γενική που θα μπορούσε να αποκαλεστεί «κοινωνική» αρρώστια), που χαρακτηρίζεται από «τη μεγάλη αηδία για τον άνθρωπο και τη μεγάλη συμπόνια για τον άνθρωπο»[33], και οι αιτίες της μπορεί να είναι φυσικές ή ψυχολογικές, όπως εκφυλιστική γενετική αδυναμία, φυλετική μη προσαρμοστικότητα στο περιβάλλον, φτωχή δίαιτα, αλκοολισμός, χρόνιες αρρώστιες κ.λπ.[34]. Αυτοί οι παράγοντες συνιστούν μια εκφυλισμένη κατάσταση από την οποία τρέφεται το «ασκητικό ιδεώδες», και την οποία εκμεταλλεύεται ο ασκητικός ιερέας. Ο ασκητικός ιερέας δεν θεραπεύει, απλά ανακουφίζει τον πόνο, και μάλιστα με αρκετούς τρόπους: (1) Δίνει στη μνησικακία και τον φθόνο μια διέξοδο, στρέφοντάς τις προς ένα «νέο στόχο», το ίδιο το υποκείμενο[35]. (2) Δημιουργεί μια κατάσταση ύπνωσης, με την οποία είναι ανεκτότερος ο υπαρξιακός πόνος[36]. (3) Επιβάλλει μια μηχανική μονοτονία ζωής, που επιτρέπει στο υποκείμενο να ξεχάσει εν μέρει αυτόν τον πόνο[37]. (4) Υπερτονίζει κάποιες απλές ηδονές, κυρίως αλτρουϊστικού χαρακτήρα[38]. (5) Προάγει και προβάλλει την «οργάνωση» και τον αγελαίο χαρακτήρα του συνόλου[39].

Ο Νίτσε πιστεύει ότι το «αίσθημα ενοχής» και η «φαύλη συνείδηση», έτσι όπως τις αναλύει διεξοδικά σαν μια μορφή αυτοτιμωρίας, είναι τα βασικά «φάρμακα» του ασκητικού ιερέα, φάρμακα που τελικά κάνουν τον άρρωστο ακόμη πιο άρρωστο. Το «ασκητικό ιδεώδες» φτάνει να υποβαθμίσει ακόμη και την ομορφιά (δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη η φιλολογική προτίμηση του γερμανού φιλοσόφου για την Παλαιά Διαθήκη έναντι της Καινής, την οποία θεωρεί άτεχνο και απλοϊκό φιλολογικό κείμενο)[40]. Το πρόβλημα οξύνεται οξύμωρα από το γεγονός ότι η επιστημονική έρευνα, η φιλοσοφία, ακόμη και ο αθεϊσμός, δεν αποτελούν άρνηση του «ασκητικού ιδεώδους», αλλά βάση της ύπαρξής του: για τον Νίτσε, ο αθεϊσμός και ο επιστημονικός σκεπτικισμός σχετίζονται απόλυτα ηθικά με την πρωταρχική αξία του χριστιανισμού, την αξία της αλήθειας, και επομένως, αφού το «ασκητικό ιδεώδες» και η θέληση για αλήθεια συμβαδίζουν, ο αθεϊσμός και η επιστήμη στηρίζουν κατ’ ουσίαν το «ασκητικό ιδεώδες»[41].

Στο τελευταίο κεφάλαιο της Τρίτης Πραγματείας, ο Γερμανός φιλόσοφος θα αναφωνήσει μέσα σε ένα ξέσπασμα απαισιόδοξης ρητορικής: «Ας κοιτάξουμε πέρα από το ασκητικό ιδανικό: βλέπουμε πως ο άνθρωπος, το ζώον άνθρωπος, δεν είχε ώς τώρα κανένα νόημα. Η ύπαρξή του πάνω στη γη δεν είχε κανένα σκοπό. Το ‘προς τι ο άνθρωπος γενικά;’ Ήταν ένα ερώτημα χωρίς απόκριση. Η θέληση για τον άνθρωπο και για τη γη έλειπε. Πίσω από κάθε μεγάλη ανθρώπινη μοίρα αντηχούσε ως επωδός ένα ακόμη μεγαλύτερο ‘μάταια!’ Αυτό ακριβώς σημαίνει το ασκητικό ιδανικό: ότι κάτι έλειπε, ότι ένα τεράστιο χάσμα κύκλωνε τον άνθρωπο... Δεν μπορεί κανείς να κρύψει απόλυτα από τον εαυτό του τι σημαίνει πραγματικά όλη εκείνη η θέληση που πήρε την κατεύθυνσή της από το ασκητικό ιδανικό: αυτό το μίσος κατά του ανθρώπινου, και περισσότερο ακόμη κατά του ζωώδους, και περισσότερο ακόμη κατά της ύλης, τούτη η αποστροφή μπροστά στις αισθήσεις, μπροστά σ’ αυτή τούτη τη λογική, ο φόβος μπροστά στην ευτυχία και την ομορφιά, αυτή η επιθυμία φυγής από κάθε φαινομενικό, αλλαγή, γίγνεσθαι, θάνατο, ευχή, απ’ αυτή τούτη την επιθυμία – όλα αυτά σημαίνουν, ας τολμήσουμε να το αντιληφθούμε, μία θέληση για το Τίποτα, μιαν αντιθέληση κατά της ζωής, μιαν επανάσταση κατά των βασικότερων προϋποθέσεων της ζωής, μα είναι και μένουν θέληση!...Και, για να ξαναπώ στο τέλος αυτό που έλεγα στην αρχή: ο άνθρωπος προτιμά να θέλει το Τίποτα, από το να μη θέλει τίποτα...»[42].

Σύνοψη και συμπεράσματα

Σύμφωνα με τον Καρλ Λέβιτ, «Κατά τον Νίτσε, η αμαρτία και η ενοχή δεν είναι φαινόμενα που ανήκουν στην ανθρώπινη ύπαρξη ως τέτοια, αλλά είναι μόνον ό,τι σημαίνουν. Υφίστανται μόνο στη συνείδηση της αμαρτίας και της ενοχής... ο Χριστιανισμός δημιούργησε έναν κόσμο των αμαρτιών από έναν κόσμο χωρίς συναισθήματα αμαρτίας. Μετέβαλε τον ‘άρρωστο’ σε ένοχο ‘αμαρτωλό’... Καθώς ο Νίτσε αντιστρέφει ακόμα μια φορά την μεταξίωση που επιτέλεσε ο Χριστιανισμός απέναντι στον ειδωλολατρικό κόσμο, η συνέιδηση της αμαρτίας γίνεται γι’ αυτόν ‘το πιο μεγάλο συμβάν στην ιστορία της άρρωστης ψυχής’ και ‘ολέθριο τέχνασμα της θρησκευτικής ερμηνείας’. Αντίθετα προς αυτην ο Νίτσε ήθελε να αποδώσει ξανά στην ύπαρξη την ‘αθωότητά’ της και να συνδέσει πέραν του καλού και του κακού την ύπαρξη, που έγινε εκκεντρική, με τον φυσικό κόσμο της αιώνια επανερχόμενης ζωής. Αλλά μπόρεσε να αναπτύξει τη ‘διονυσιακή’ θεώρηση της ζωής μόνο στην πολεμική μορφή μιας κριτικής εναντίον του Χριστιανισμού, του οποίου την ηθική ο ίδιος ερμήνευσε ως ‘αντιφύση’. Και για να μπορέσει να θεμελιώσει ιστορικά αυτή την κριτική έκανε την παράδοξη προσπάθεια να φέρει και πάλι την αρχαιότητα στην κορυφή του αρχαίου κόσμου»[43].

Η ηθική αντιπρόταση του Νίτσε, όταν δε βυθίζεται στη σκληρή ρητορική κριτική της χριστιανικής ηθικής, της ηθικής που έχει ως πυρήνα της τη «φαύλη συνείδηση», η οποία, για τον μεγάλο γερμανό φιλόσοφο, αποτελεί τη μεγαλύτερη ψυχολογική και κοινωνική αρρώστια του καιρού του, εξαγγέλεται με τη διονυσιακή κραυγή «θάνατος στον θεό» και την επιστροφή σε μια νέα εποχή αθωότητας. Η επιρροή του Νίτσε και της συγκεκριμένης θέσης του στη φιλοσοφία του περασμένου αιώνα στάθηκε αποφασιστική, καθώς η φιλοσοφία έκοψε σχεδόν όλα τα δεσμά της με τη θεολογία, είτε μέσα απο αθεϊστικές κοινωνικές θεωρίες που προσπάθησαν να εφαρμοστούν στην πράξη, είτε μέσα από σχεδόν γλωσσολογικές αναζητήσεις της αλήθειας του ίδιου του φιλοσοφικού λόγου.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Halevy, D., Η Συμβολή στη γενεαλογία της ηθικής του Νίτσε, (μτφρ. Α. Δικταίος), Γκοβόστης Αθήνα (1996)Νίτσε, Φ., Γενεαλογία της Ηθικής, (μτφρ. Α. Δικταίος), Γκοβόστης, Αθήνα (1990)Ντελέζ, Ζ., «Εισαγωγή στον Νίτσε», στο Friedrich Nietzsche, Φιλοσοφικά Αποσπάσματα, (μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Εξάντας-Νήματα, Αθήνα (1993)

Παραπομπές - Σημειώσεις

[1] Ζ. Ντελέζ, «Εισαγωγή στον Νίτσε», στο Friedrich Nietzsche, Φιλοσοφικά Αποσπάσματα, (μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Εξάντας-Νήματα, Αθήνα (1993): 13-15.
[2] D. Halevy, Η Συμβολή στη γενεαλογία της ηθικής του Νίτσε, (μτφρ. Α. Δικταίος), Γκοβόστης,: 215.
[3] Νίτσε, Γενεαλογία της Ηθικής, (μτφρ. Α. Δικταίος), Γκοβόστης,: 14
[4] Στο ίδιο: 27
[5] Στο ίδιο: 28
[6] Στο ίδιο: 31
[7] Στο ίδιο: 29
[8] Στο ίδιο: 35-36
[9] Στο ίδιο: 33
[10] Στο ίδιο: 14
[11] Στο ίδιο: 49-51.
[12] Στο ίδιο: 63.
[13] Στο ίδιο: 64
[14] Στο ίδιο: 66-67
[15] Στο ίδιο: 69
[16] Στο ίδιο: 67-68
[17] Στο ίδιο: 70
[18] Στο ίδιο: 71
[19] Στο ίδιο: 77-78.
[20] Στο ίδιο: 87-88.
[21] Στο ίδιο: 90-91.
[22] Στο ίδιο: 91-93.
[23] Στο ίδιο: 94
[24] Στο ίδιο: 95.
[25] Στο ίδιο: 98.
[26] Στο ίδιο: 99.
[27] Στο ίδιο: 103
[28] Στο ίδιο: 104-108.
[29] Στο ίδιο: 108-115.
[30] Στο ίδιο: 123-124.
[31] Στο ίδιο: 129.
[32] Στο ίδιο: 129-130.
[33] Στο ίδιο: 134
[34] Στο ίδιο: 140.
[35] Στο ίδιο: 135-136.
[36] Στο ίδιο: 141-143.
[37] Στο ίδιο: 143-144.
[38] Στο ίδιο: 144.
[39] Στο ίδιο: 145.
[40] Στο ίδιο: 154-156.
[41] Στο ίδιο:163-166.
[42] Στο ίδιο: 172- 173.
[43] Καρλ Λέβιτ, Από τον Χέγκελ στον Νίτσε, Τόμος Β΄, (μτφρ. Γ. Αποστολοπούλου), Γνώση, Αθήνα (1987): 215-216.

ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΛΑΝ

 - Περί ΟΔΥΣΣΕΙΑΣτου Νολαν  Και   Μνήμης, Νόστου και Λήθη κι εμείς ,οι λαοί της θάλασσας... - Τελικά την είδα — την Οδύσσεια του Νolan — στο...