Η Ελένη Hasta Siempre
Κ., μας έφερε τις προάλλες μέχρι την Τσιάπας. Με τα λόγια της
ταγματάρχη Άννας Μαρίας και με την ψυχή της διοικήτριας Ραμόνας, ακούσια
τραγουδισμένη από τη Mercedes Sosa.
Όταν ο υποδιοικητής Μάρκος γνώρισε τη διοικήτρια Ραμόνα γύρω στα
1990, εκείνη τον οδήγησε σε κάποια χωριά από δρόμους που γνώριζε καλά,
για να συζητήσουν και να εξηγήσουν τον ζαπατιστικό αγώνα. Η Ραμόνα
προχωρούσε ξυπόλητη, ο Μάρκος με μπότες. Η Ραμόνα άφηνε ίχνη κι όταν ο
υποδιοικητής δεν την προλάβαινε, έβλεπε το δρόμο που έπρεπε ν'
ακολουθήσει. Όμως, τα δικά του βήματα δεν άφηναν κανένα ίχνος πάνω στο
σκληρό έδαφος.
Όταν ο Μάρκος διηγήθηκε στον γερο - Αντόνιο, που γνώριζε τη Ραμόνα, την ιστορία με τα ίχνη της, εκείνος διηγήθηκε στον υποδιοικητή μια παλιά ινδιάνικη ιστορία:
Οι
μεγάλοι σοφοί των ινδιάνικων λαών έλεγαν ότι, τις πρώτες μέρες, είχαν
επιλέξει να φτιάξουν άντρες και γυναίκες με μεγάλο ανάστημα. Και τους
είχαν φτιάξει μεγαλόσωμους, γιατί και το καθήκον τους ήταν μεγάλο. Εσείς
θα τους λέγατε γίγαντες, εκείνοι όμως χρησιμοποιούσαν τη λέξη
«μεγάλοι». Αυτοί οι άντρες και αυτές οι γυναίκες είχαν αναλάβει, λόγω
του αναστήματός τους, να προχωρούν δείχνοντας το δρόμο έτσι ώστε, όταν
απομακρύνονταν πολύ, οι άνθρωποι που ακολουθούσαν να μπορούν να τους
βλέπουν από μακριά, ακόμη και ψηλότερα από τα δέντρα. Στην αρχή
τα πράγματα πήγαιναν καλά, ήρθε όμως η στιγμή που αυτό ξύπνησε τη ζήλια
και την οργή των μικρών, των μικρόσωμων, και δημιουργήθηκε μεγάλο
πρόβλημα.
Συγκεντρώθηκαν τότε οι πρώτοι θεοί, αυτοί που γέννησαν τον κόσμο,
και είπαν: «Λοιπόν, εδώ έχουμε δημιουργήσει ένα πρόβλημα» – εκείνοι δεν
ήταν όπως οι σημερινές κυβερνήσεις, όταν τα θαλάσσωναν το
αναγνώριζαν. «Τι κάνουμε;» Και είπαν: «Θα πρέπει με κάποιον τρόπο να
κρύψουμε το μεγάλο ανάστημα αυτών των αντρών και των γυναικών». Και
αποφάσισαν να τους κάνουν μικρούς. Δηλαδή, παρέμειναν γίγαντες, μόνο που
είχαν μικρό ανάστημα. Όμως, καθώς λογομαχούσαν και χόρευαν με
τη μαρίμπα και διασκέδαζαν –γιατί ήταν θεοί πολύ χαρούμενοι και πολύ
χορευταράδες–, ξέχασαν μια λεπτομέρεια: τους είχαν αλλάξει το ανάστημα
αλλά όχι το βάρος. Με αποτέλεσμα, αυτοί οι άντρες και αυτές οι γυναίκες,
που πριν ήταν γίγαντες, να έχουν γίνει μικροί αλλά να ζυγίζουν σαν
γίγαντες και να αφήνουν ίχνη.
Ο γερο-Αντόνιο έλεγε ότι για να αντιληφθεί κάποιος τον τρόπο των ιθαγενών Μάγιας πρέπει να μάθει να κοιτάζει προς τα κάτω.
Ο υποδιοικητής Μάρκος είπε αυτή την ιστορία σε μια ομιλία του στην Πλάγια δελ Κάρμεν της πολιτείας Κιντάνα Ρο, σε συνέλευση με περιβαλλοντιστές και συμπαθούντες, τον Γενάρη του 2006. Η ιστορία περιέχεται στο βιβλίο "ιστορίες για τους ανθρώπους του καλαμποκιού", ιστορίες που διηγείται ο υποδιοικητής, ένα βιβλίο που εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη το 2009 από τις εκδόσεις των ξένων, σε μετάφραση Αντωνίας Μ., Εύης Π. και Νάντιας Τ.
Leon Gieco - el Sr Durito y yo (JawarOOO)
Η ιστορία για τ'
αγάλματα και τα πουλιά, είναι ακόμη μια από τις ιστορίες για τους
ανθρώπους του καλαμποκιού, με πρωταγωνιστή ένα σκαθάρι, τον
περιπλανώμενο ιππότη της ζούγκλας Λακαντόνα, Δον Ντουρίτο:
Ο
Ντουρίτο λέει πως η Εξουσία δεν δημιουργεί αγάλματα για να γράψει ή να
αναπαράγει την ιστορία της, αλλά για να τάξει στον εαυτό της την
αιωνιότητα και την παντοδυναμία. «Για να διηγηθούμε την ιστορία της
Εξουσίας», λέει ο Ντουρίτο, «αρκεί να περιγράψουμε τα αγάλματα που
υπάρχουν ανά τον κόσμο, στη γεωγραφία του χρόνου και του χώρου».
«Διότι», λέει ο Ντουρίτο, «εκεί που λείπει η λογική, αφθονούν τα αγάλματα. Όταν η Εξουσία δεν υφίσταται ακόμα ως Εξουσία αλλά αγωνίζεται να γίνει, τα δόγματά της γίνονται διακηρύξεις αρχών, προγράμματα, σχέδια δράσης, με λίγα λόγια, είναι εικονικά αγάλματα. Όταν η Εξουσία μετατρέπεται σε καρέκλα της Εξουσίας, τα δόγματά της γίνονται νόμοι, συντάγματα, διατάξεις, με λίγα λόγια, είναι αγάλματα χάρτινα που γίνονται πέτρινα στη συνέχεια. Την Εξουσία δεν την ενδιαφέρει η συναίνεση, η συμφωνία, ο λόγος που γεννιέται στον καθένα. Την ενδιαφέρει η κυριαρχία. Η συμφωνία νομιμοποιεί, η Εξουσία επικυρώνει. Στην Εξουσία, η έλλειψη της νομιμοποίησης λύνεται με δόγματα, δηλαδή με αγάλματα».
Λέει ο Ντουρίτο πως ένα άγαλμα είναι μια ΑΛΗΘΕΙΑ (έτσι, με κεφαλαία) που κρύβει κάτω από την πέτρα την ανικανότητά της να αποδείξει οτιδήποτε και την αυθαιρεσία της ύπαρξής της. Διότι, σύμφωνα με τον Ντουρίτο, όπως η “αλήθεια” είναι η αυτοεπιβεβαίωσή μας και η περιθωριοποίηση του άλλου, του ακατανόητου, ένα άγαλμα είναι η αυτοεπιβεβαίωση του κυρίαρχου και η περιθωριοποίηση του κυριαρχούμενου.
«Αλλά, όπως προκύπτει, η ιστορία προχωράει, μετ’ εμποδίων μεν, αλλά προχωράει», λέει ο Ντουρίτο, «και, στο αύριο που είμαστε εμείς, ούτε που θα θυμόμαστε τον σημερινό νικητή του αγάλματος, όσο κι αν οι επιγραφές μάς λένε, μάταια, ότι “αυτό είναι το άγαλμα του Μαρκησίου της Αιώνιας Αλήθειας, και τα λοιπά”. Ο “έξυπνος” κόσμος της Εξουσίας προσποιείται πως είναι περίπλοκος, αλλά είναι αρκετά απλός, αποτελείται από δόγματα και αγάλματα. Και η γενεαλογία της Εξουσίας βασίζεται μόνο στη διανοητική διαμάχη για το ποιο υπήρξε πρώτα, το δόγμα ή το άγαλμα.
» Υπάρχουν αυτοί που κάνουν άγαλμα (ή δόγμα, το ίδιο είναι) τα λόγια μας. Άλλοι κάνουν πέτρα τη σκέψη μας, για να την ανατρέψουν αργότερα μπροστά σε πολλά κάτοπτρα, σε στρογγυλά τραπέζια, σε στήλες εφημερίδων, σε συζητήσεις καφενείου. Άλλοι μετατρέπουν σε δόγμα τις ιδέες μας, τις εγκωμιάζουν και αργότερα τις αλλάζουν με κάποιο άλλο δόγμα, που είναι περισσότερο στη μόδα, πιο κατάλληλο, πιο ad hoc».
Λέει ο Ντουρίτο πως και οι μεν και οι δε αγνοούν ότι ο ζαπατισμός δεν είναι ούτε δόγμα ούτε άγαλμα, ο ζαπατισμός, όπως και η εξέγερση, είναι μόλις ένα από τα χιλιάδες πουλιά που πετούν.
«Ο ζαπατισμός, όπως κάθε πουλί, γεννιέται, μεγαλώνει, τραγουδάει, αναπαράγεται με το άλλο και μέσα στο άλλο, πεθαίνει και, όπως πρέπει να κάνουν τα πουλιά, χέζει τα αγάλματα», λέει ο Ντουρίτο καθώς πετάει και προσπαθεί να υιοθετήσει, μάταια, «ένα ύφος μεταξύ τρυφερού και σκληρού, σαν ένα σπουργίτι».
υποδιοικητής Μάρκος,
από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού
Μάης 2003
Σαν τα σπουργίτια που πετούν
δίχως καθόλου βιάση
και δίχως διόλου να επαιτούν,
να 'χαμε παλαβιάσει·
σαν ζαπατιστικός μπελάς,
με κουτσουλιές - οβίδες,
σ' αγάλματα Κυρίων νταμπλάς,
σε δόγματα πυξίδες.
Να 'χαμε μόνο, δηλαδή,
τη φαντασία σπείρει,
να 'χε η κομμούνα σαν κλαδί
απ' τον καημό μας γείρει,
απ' τον καημό που κάρπισε
κι αξιόπρεπα χιμάει
και την ψυχή τη ράπισε
να 'ν' έτοιμη για Μάη.
———————————————
Εψές σ ’ένα ταξίδι με τον Νου μου
Είδα στο όνειρο μου τον Παππού μου
Ήταν στο σπίτι το παλιό με την Τουλούμπα
-Πως ταφερε όλα η ζωή μας : Τούμπα-
Στεκόταν πλάι στο ξερό ,παλιό πηγάδι
Πουταν βαθύ , κι είχε στο βάθος του Σκοτάδι
-Κι εκεί στον πάτο είχε κρυμμένο ένα πετράδι-
Βαστούσε ένα Καρπούζι στη μασχάλη
Οταν τον είδα μου ρθε κάτι σαν μια Ζάλη
Και με κοιτουσε κι ακατάληπτο είπε κάτι
Κι ύστερα σαν να μου ’έκλεισε το μάτι
Κι έκανε κρυο όπως και τώρα ,καλή ώρα
Κι ένοιωσα πως μου είπε ένα :’’Προχώρα’’
Κι ύστερα σα να μου γύρισε τη πλάτη
Κι έσβησε καβαλλώντας ενα Άτι ‘’
http://luciferidis.wordpress.com/2008/09/16/%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CF%80%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF-%CE%BC%CE%BF%CF%85/
κι εν τελει αναλωνεσαι σε καθε αψιμαχία
Μου φαινεται σε κουρασε το μεσα και το εξω
μου θελεις επανασταση, μα θελω να διαλέξω
κιετσι ορμάς στα συννεφα φωναζοντας Αερα
κι ‘επικαλεισαι στα κρυφα το Ονομα του Πατέρα
——————————————————
πλαι σε καθε αληθεια μας υπάρχει ενα Ισως
μα μα που εσύ διαλεξες της αμυνας το Μίσος
Κι ετσι Μισός πορευεσαι μεσα την Ου-τοπία
και μαλλον σου προχωρησε πολύ κι’η Μυωπία…..
Εγωισμό , τη ζήλια και τα σχετικά
Σε ευχαριστούμε !!!–θες να κάνουμε και Φόνο;
Παιδιά του Κάιν με φωτιά στα σωθικά
Η μοχθηρία μας ,ο φθόνος κι η κακία
-ως το μεδούλι αυτού του κόσμου διαπερνά
Στα κόκαλα μας – χαραγμένη η αμαρτία
Σα μια ρουφήχτρα που το αίμα μας ρουφά
Κι εσύ Αφέντη που μας παίρνεις στάλα στάλα
Το μερτικό σου από τον Πόνο τον κρυφό
Εσύ φωλιάζεις μες την Πιο παλιά Κουφάλα
Μέσα στο Δάσος των ψυχών το σκοτεινό..
http://nosferatos.blogspot.com/2008/07/blog-post_8548.html
Κι απ’ τη ζωή δεν πρόλαβε να δρέψει ούτε μήλο
Από’ τα βουνά της Λαζικής τον φεραν εδώ πέρα
Τον ρίξαν σ’ άνυνδρη γωνιά μα με βουνίσιο αέρα
Και στους καιρούς του Μεταξά του είπαν : ‘’Βγαλτα πέρα’’
Κι ύστερα ηρθε η κατοχή κι ’έψαχνε τα παιδιά του
Που πήγαν στο αντάρτικο και ράγισε η καρδιά του
Όταν τον γυιο του τον μικρό πήραν στην Γερμανία
Τον έριξαν στην κόλαση να σκάβει στ’ ορυχεία
Και η μεγάλη κόρη του πήγε στους Ελασιτες
Και τον Παππού τον σκότωσαν ματοβαμμένοι Χιτες
http://nosferatos.blogspot.com/2008/08/blog-post_5925.html
Που πηδάει χαρούμενα την
ιπποποταμινα του μέσα στη λάσπη
μουγκρίζοντας
Χωρίς να τον Νοιάζει αν –πάνω στα
δέντρα- οι γατζωμένοι Πίθηκοι τον
κοροϊδεύουν και του πετάνε Διάφορα
πράγματα
Ν α είσαι σαν τον Ιπποπόταμο
Που όταν βγαίνει από το έλος, περπατά καμαρωτός και γυαλίζοντας και με μουσούδα όλο χάρη και μ’ένα πονηρo γελάκι
Ενώ κολλάνε πάνω του διάφορα έντομα και βδέλλες και παράσιτα
Ν α είσαι σαν τον Ιπποπόταμο
Που όταν ανοίγει την στοματάρα του,ρουφάει τον ουρανό ολόκληρο , σφυρίζοντας(κι αστράφτουν διαμαντένια τα δυο μπροστινά μοναχικά του δόντια)
Και όταν Πλατσουρίζει ευτυχισμένος στον βάλτο του ευγνωμονεί τη θεά Ιπποποταμίνα για τα καλούδια του,
Γιατί δεν είναι αχάριστος
Και είναι και φτερωτός …
Κι όταν δίνει ένα σάλτο και πηδά από τον Βάλτο ,απογειώνεται Μαζί με τα ιπτάμενα γαϊδούρια που τα λένε Πηγάσσους , και τους ρινόκερους, τιςνεράιδες, τις μπεκάλτσες ,τους καναρινόγατους και τους Μηρμυγκολέοντες
-Και τα καρχαρίνια με τα φτερά νυχτερίδας και τα χελιδονόψαρα
Και στήνουμε ουράνια πάρτι για πάρτη τους και γελάνε μέχρι δακρύων , -και μετά κλαίνε-κι ύστερα ξαναγυρνούν όλοι στο βάλτο και κάνουν λασπόλουτρο και κοιμούνται –άπαντες- μακάριοι ….
ευτυχισμένοι
http://luciferidis.wordpress.com/2008/09/15/%CE%BD%CE%B1-%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%84%CE%BF%CE%BD%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C-%CE%B9%CF%80%CF%80%CE%BF%CF%80%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%BF/
που κάποτε στην άκρη του υπήρχε ενα μήλο
και ηταν στον Παράδεισο και ητανε της Γνώσης
κι ο Οφις μας προέτρεπε : Ελα να το Δαγκώσεις…
κι ηταν πικρή η γεύση του και ηταν σαν φαρμάκι
και ολο το ξυλο τόφαγε της Μοίρας το σαράκι
και ο Θεός -Δημιουργός που εφτιασε το Ξύλο
-εχει στη θεση της καρδιας φαρμακωμένο μηλο..
-και μοιάζει ναναι βατραχος που κατοικεί σε λίμνη-
ή σαν Αστρι του Δειλινού και σαν Αποσπερίτης
και σαν σκυλί που αλυχτά -εντόσθιος Κοπρίτης -
Κθε λέξη που γράφουμε ειναι προγόνων αίμα
-ειν’ η αλήθεια μέσα μας πλεγμένη με το ψέμα -
ειν΄ολα τα μελουμενα που λάμπουνε σα Θάμα
Ειν’ η Γιαγια μας πούκανε -από το Μνήμα -τάμα
-
Ειναι οι λέξεις της Ψυχής ,αναλαμπές της νιότης
ειν’οι ψυχάλες της δροσιας , ειν΄ολη η ανθρωπότης
Το Λαμπερό το υφασμα της Χαμερπους ζωής μας
η πιο βαθιά μας ‘πεθυμιά,μια στάλα της Ψυχής μας.
σαν Ζωγραφιά που σβηνεται , Ως Παγετών που λυώνει
σαν το νερό που Χύνεται απο ‘ναν Καταρράχτη
Η σαν σφαχτάρι που θρηνεί στα Χερια ενός Σφάχτη
Ακομα και στην Ποίηση οπως και στην Αγάπη
ολα πέρνουν το τελος τους , στην Ωρα του Χασάπη
και τοτε αποκαλύπτεται ξανά, ωμή Αλήθεια
να σπαρταρά στα στήθεια μας ,σαν ψάρι μες τα διχτυα…