Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σορέλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σορέλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Giorgio Agamben, Εμείς οι πρόσφυγες http://bestimmung.blogspot.gr/2015/10/ https://nomadicuniversality.wordpress.com/2011/







Πηγή: https://nomadicuniversality.wordpress.com/2011/06/02/%CE%B5%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CF%82-%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%B5%CF%82/


του Τζόρτζιο Αγκάμπεν[1]
1. Το 1943, σε ένα μικρό εβραϊκό περιοδικό, το The Menorah Journal, η Χάννα Άρεντ δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Εμείς oι πρόσφυγες». Σε αυτό το σύντομο αλλά σημαντικό δοκίμιο, η Άρεντ, αφού σκιαγραφήσει κατά πολεμικό τρόπο ένα πορτρέτο του κ. Cohn, του αφομοιωμένου Εβραίου που είχε γίνει 150 τοις εκατό Γερμανός, 150 τοις εκατό Βιεννέζος και 150 τοις εκατό Γάλλος, αλλά τελικά διαπιστώνει με πίκρα ότι «on ne parvient pas deux fois»*, αντιστρέφει τη κατάσταση του πρόσφυγα και του προσώπου χωρίς χώρα –στην οποία η ίδια ζούσε- και προτείνει την κατάσταση αυτή ως υπόδειγμα [paradigm] μιας νέας ιστορικής συνείδησης. Ο πρόσφυγας που έχει χάσει όλα τα δικαιώματα, κι ωστόσο παύει να θέλει να αφομοιωθεί πάση θυσία σε μια νέα εθνική ταυτότητα προκειμένου να στοχαστεί με διαύγεια την κατάστασή του, γίνεται λιγότερο δημοφιλής, αλλά ως αντάλλαγμα λαμβάνει ένα ανεκτίμητο πλεονέκτημα: «Γι’ αυτόν, η ιστορία δεν είναι πλέον ένα κλειστό βιβλίο, και η πολιτική παύει να είναι το προνόμιο των εθνικών. Ξέρει ότι, αμέσως μετά την εξορία του εβραϊκού λαού στην Ευρώπη, ακολούθησε η εξορία των περισσότερων ευρωπαϊκών λαών. Οι πρόσφυγες που απελαύνονται από τη μια χώρα στην επόμενη εκπροσωπούν την πρωτοπορία του λαού τους».
Αξίζει να στοχαστούμε πάνω στο νόημα αυτής της ανάλυσης, η οποία σήμερα, πενήντα ακριβώς χρόνια αργότερα, δεν έχει χάσει καθόλου την επικαιρότητά της. Όχι μόνο το πρόβλημα προκύπτει εξίσου επιτακτικά, τόσο στην Ευρώπη όσο και αλλού, αλλά και, στα πλαίσια της αδυσώπητης παρακμής του έθνους-κράτους και της γενικής διάβρωσης των παραδοσιακών νομικο-πολιτικών κατηγοριών, ο πρόσφυγας είναι ίσως η μόνη φιγούρα του λαού που μπορούμε να φανταστούμε στις μέρες μας. Τουλάχιστο μέχρι να τερματιστεί η διαδικασία διάλυσης του έθνους-κράτους και της κυριαρχίας του, ο πρόσφυγας είναι η μόνη κατηγορία στην οποία είναι δυνατό σήμερα να διαβλέψουμε τις μορφές και τα όρια μιας πολιτικής κοινότητας που θα έρθει. Μάλιστα, αν θέλουμε να σταθούμε στο ύψος των απολύτως νέων καθηκόντων που τίθενται μπροστά μας, ίσως να πρέπει να εγκαταλείψουμε χωρίς δισταγμούς τις βασικές έννοιες με τις οποίες έχουμε αναπαραστήσει τα πολιτικά υποκείμενα μέχρι τώρα (ο άνθρωπος και ο πολίτης με τα δικαιώματά τους, αλλά και ο κυρίαρχος λαός, οι εργαζόμενοι κ.λπ.) και να ανακατασκευάσουμε την πολιτική μας φιλοσοφία αρχίζοντας από αυτή τη μοναδική φιγούρα.
2. Η πρώτη εμφάνιση προσφύγων ως μαζικό φαινόμενο προέκυψε κατά το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, όταν η κατάρρευση της ρωσικής, της αυστροουγγρικής και της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και η νέα τάξη που δημιούργησαν οι συνθήκες ειρήνης, αναστάτωσε βαθιά τη δημογραφική και εδαφική δομή της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ενάμισι εκατομμύριο Λευκορώσοι, επτακόσιες χιλιάδες Αρμένιοι, πεντακόσιες χιλιάδες Βούλγαροι, ένα εκατομμύριο Έλληνες και εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί, Ούγγροι και Ρουμάνοι άφησαν τις χώρες τους και μετακινήθηκαν αλλού. Σε αυτές τις μάζες εν κινήσει πρέπει να προσθέσουμε την εκρηκτική κατάσταση που προέκυψε από το γεγονός ότι, στα νέα κράτη που δημιουργήθηκαν με τις συνθήκες ειρήνης πάνω στο μοντέλο του έθνους-κράτους (για παράδειγμα, στη Γιουγκοσλαβία και την Τσεχοσλοβακία), περίπου 30 τοις εκατό των πληθυσμών περιλάμβαναν μειονότητες που έπρεπε να προστατευθούν μέσω μιας σειράς διεθνών συνθηκών (τις λεγόμενες συνθήκες περί μειονοτήτων), οι οποίες πολύ συχνά παρέμειναν νεκρό γράμμα. Μερικά χρόνια αργότερα, οι φυλετικοί νόμοι στη Γερμανία και ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία διέσπειραν ένα νέο και ογκώδες κύμα προσφύγων σε όλη την Ευρώπη.
Συνηθίζουμε να διακρίνουμε μεταξύ απάτριδων και προσφύγων, αλλά η διάκριση αυτή, τώρα όπως και τότε, δεν είναι τόσο απλή όσο μπορεί να φαίνεται με την πρώτη ματιά. Από την αρχή, πολλοί πρόσφυγες που από τεχνική άποψη δεν ήταν απάτριδες, προτίμησαν να γίνουν παρά να επιστρέψουν στην πατρίδα τους (αυτό συνέβη με τους Πολωνούς και Ρουμάνους Εβραίους που βρέθηκαν στη Γαλλία ή τη Γερμανία στο τέλος του πολέμου, ή σήμερα με τα θύματα πολιτικών διώξεων, καθώς και με εκείνους για τους οποίους η επιστροφή στην πατρίδα θα σήμαινε αδυναμία επιβίωσης). Από την άλλη, οι Ρώσοι, Αρμένιοι και Ούγγροι πρόσφυγες αμέσως στερήθηκαν την υπηκοότητα από τις νέες κυβερνήσεις της Σοβιετικής Ένωσης ή της Τουρκίας, κ.λπ. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, αρχίζοντας από την περίοδο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, πολλά ευρωπαϊκά κράτη άρχισαν να ψηφίζουν νόμους που επέτρεπαν την απο-πολιτογράφηση και τη στέρηση ιθαγένειας από τους πολίτες τους. Το πρώτο ήταν η Γαλλία, το 1915, όσον αφορά τους πολιτογραφημένους πολίτες «εχθρικής» καταγωγής· το 1922 το παράδειγμα αυτό το ακολούθησε το Βέλγιο, το οποίο ανακάλεσε την πολιτογράφηση ανθρώπων που είχαν προβεί σε «αντεθνικές» ενέργειες κατά τη διάρκεια του πολέμου· το 1926 το φασιστικό καθεστώς στην Ιταλία πέρασε έναν παρόμοιο νόμο σχετικά με τους πολίτες που είχαν αποδειχθεί «ανάξιοι της ιταλικής υπηκοότητας»· το 1933 ήταν σειρά της Αυστρίας, και ούτω καθεξής, μέχρι το 1935 που οι νόμοι της Νυρεμβέργης διαίρεσαν τους Γερμανούς πολίτες σε πλήρεις πολίτες και σε πολίτες χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Οι νόμοι αυτοί –και οι μάζες απάτριδων που δημιούργησαν- συνιστούν μια αποφασιστική καμπή στη ζωή του νεωτερικού έθνους-κράτους και την οριστική του χειραφέτηση από τις αφελείς έννοιες του «λαού» και του «πολίτη».
Δεν είναι εδώ η κατάλληλη θέση για μια επισκόπηση τη ιστορίας των διάφορων διεθνών επιτροπών μέσω των οποίων τα κράτη, η Kοινωνία των Εθνών και, πιο πρόσφατα, τα Ηνωμένα Έθνη προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα των προσφύγων –από το γραφείο Nansen για τους Ρώσους και τους Αρμένιους πρόσφυγες (1921) μέχρι την Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες από τη Γερμανία (1936), τη Διακυβερνητική Επιτροπή για τους Πρόσφυγες (1938) και το Διεθνή Οργανισμό Προσφύγων των Ηνωμένων Εθνών (1946), μέχρι την τωρινή Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες (1951)- των οποίων η δραστηριότητα, σύμφωνα με το καταστατικό τους, έχει μόνο «ανθρωπιστικό και κοινωνικό», όχι πολιτικό, χαρακτήρα. Το βασικό σημείο είναι ότι κάθε φορά που οι πρόσφυγες δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά μαζικό φαινόμενο (όπως συνέβη το μεσοπόλεμο, και όπως συμβαίνει πάλι τώρα), τόσο αυτές οι οργανώσεις όσο και τα μεμονωμένα κράτη, παρά τις επίσημες επικλήσεις των αναφαίρετων δικαιωμάτων του ανθρώπου, έχουν αποδειχθεί απολύτως ανίκανες όχι μόνο να επιλύσουν το πρόβλημα αλλά έστω και να το αντιμετωπίσουν στοιχειωδώς. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το σύνολο του ζητήματος μεταφέρθηκε στα χέρια της αστυνομίας και των ανθρωπιστικών οργανώσεων.
3. Οι λόγοι αυτής της ανικανότητας δεν έγκεινται απλώς στον εγωισμό και την τύφλωση των γραφειοκρατικών μηχανισμών, αλλά στις ίδιες τις βασικές έννοιες που ρυθμίζουν την εγγραφή τού ιθαγενούς στοιχείου (δηλαδή της ζωής) στην έννομη τάξη του έθνους-κράτους. Η Χάννα Άρεντ τιτλοφόρησε το κεφάλαιο 5 του βιβλίου της Ιμπεριαλισμός, που είναι αφιερωμένο στο πρόβλημα των προσφύγων, «Η παρακμή του έθνους-κράτους και το τέλος των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Τη διατύπωση αυτή –που συνδέει αναπόσπαστα τη μοίρα των δικαιωμάτων του ανθρώπου με εκείνη του σύγχρονου εθνικού κράτους, έτσι ώστε το τέλος του τελευταίου να συνεπάγεται απαραίτητα την έκπτωση των πρώτων- πρέπει να την πάρουμε σοβαρά. Το παράδοξο εδώ είναι ότι ακριβώς η φιγούρα που θα έπρεπε κατ’ εξοχήν να ενσαρκώνει τα δικαιώματα του ανθρώπου, ο πρόσφυγας, συνιστά αντίθετα τη ριζική κρίση αυτής της έννοιας. «Η έννοια των δικαιωμάτων του ανθρώπου», γράφει η Άρεντ, «βασισμένη στην υποτιθέμενη ύπαρξη κάποιου ανθρώπινου όντος καθαυτού, κατέρρευσε σε κομμάτια μόλις εκείνοι που την διακήρυσσαν βρέθηκαν για πρώτη φορά αντιμέτωποι με ανθρώπους που είχαν πραγματικά χάσει κάθε άλλη συγκεκριμένη ιδιότητα και δεσμό εκτός από το απλό γεγονός ότι ήταν άνθρωποι». Στο σύστημα των εθνών-κρατών, τα λεγόμενα ιερά και αναφαίρετα δικαιώματα του ανθρώπου αποδεικνύονται τελείως απροστάτευτα ακριβώς τη στιγμή που δεν είναι πλέον δυνατό να χαρακτηριστούν ως δικαιώματα των πολιτών κάποιου κράτους. Αν το καλοσκεφτούμε, αυτό το υπονοεί ήδη η αμφισημία του ίδιου του τίτλου της Διακήρυξης του 1789, Declaration des droits deI‘homme et du citoyen, στον οποίο είναι ασαφές εάν οι δύο όροι ονομάζουν δύο πραγματικότητες, ή εάν αντιθέτως αποτελούν ένα σχήμα «εν δια δυοίν», όπου ο δεύτερος όρος στην πραγματικότητα περιέχεται ήδη στον πρώτο.
Το ότι δεν υπάρχει κανένας αυτόνομος χώρος μέσα στην πολιτική τάξη του έθνους-κράτους για κάτι σαν τον καθαρό άνθρωπο καθαυτόν είναι εμφανές τουλάχιστον από το γεγονός ότι, ακόμη και στην καλύτερη των περιπτώσεων, η θέση του πρόσφυγα θεωρείται πάντα μια προσωρινή κατάσταση που πρέπει να οδηγήσει είτε στην πολιτογράφηση είτε στον επαναπατρισμό. Ένα μόνιμο καθεστώς «ανθρώπου καθαυτόν» είναι αδιανόητο για το δίκαιο του έθνους-κράτους.
4. Είναι καιρός να πάψουμε να βλέπουμε τις Διακηρύξεις Δικαιωμάτων από το 1789 μέχρι σήμερα σαν να ήταν εξαγγελίες αιώνιων, μεταδικαιικών αξιών που δεσμεύουν τους νομοθέτες να τις τηρούν, και να τις αντιμετωπίσουμε ανάλογα με την πραγματική λειτουργία τους στο σύγχρονο κράτος. Στην ουσία, τα δικαιώματα του ανθρώπου εκπροσωπούν πάνω απ’ όλα την πρωταρχική μορφή εγγραφής της γυμνής φυσικής ζωής στη νομικο-πολιτική τάξη του έθνους-κράτους. Αυτή η γυμνή ζωή (το ανθρώπινο πλάσμα) η οποία στο ancien regime ανήκε στο Θεό, στον δε κλασικό κόσμο ήταν σαφώς διακριτή (ως ζωή*από την πολιτική ζωή (βίος*), καταλαμβάνει τώρα την κεντρική σκηνή στις μέριμνες του κράτους και γίνεται, ούτως ειπείν, το επίγειο θεμέλιό του. Το έθνος-κράτος σημαίνει ένα κράτος που καθιστά τη γέννηση, τον τοκετό (δηλαδή τη γυμνή ανθρώπινη ζωή) θεμέλιο της κυριαρχίας του. Αυτό είναι το (αρκετά σαφές εξάλλου) νόημα των πρώτων τριών άρθρων της Δήλωσης του 1789: μόνο επειδή ενέγραψε το στοιχείο της ιθαγένειας στον πυρήνα οποιασδήποτε πολιτικής ένωσης (άρθρα 1 και 2) ήταν σε θέση η Δήλωση αυτή να προσδέσει σταθερά (στο άρθρο 3) την αρχή της κυριαρχίας στο έθνος (κατά το έτυμόν της, αρχικά η natio σήμαινε απλώς «γέννηση»). Το πλάσμα [fiction] που υπονοείται εδώ είναι ότι η γέννηση γίνεται αμέσως έθνος, έτσι ώστε δεν μπορεί να υπάρξει διάκριση μεταξύ των δύο στιγμών. Τα δικαιώματα, δηλαδή, αποδίδονται στον άνθρωπο μόνο στο βαθμό που είναι η αμέσως εξαφανιζόμενη προϋπόθεση του πολίτη (ο οποίος μάλιστα δεν πρέπει ποτέ να εμφανιστεί απλώς ως άνθρωπος).
5. Εάν στο σύστημα του έθνους-κράτους ο πρόσφυγας συνιστά ένα τόσο ανησυχητικό στοιχείο, αυτό συμβαίνει πάνω απ’ όλα επειδή, σπάζοντας την ταυτότητα μεταξύ ανθρώπου και πολίτη, μεταξύ γέννησης και εθνικότητας, ο πρόσφυγας βυθίζει σε κρίση την πρωταρχική μυθοπλασία της κυριαρχίας. Φυσικά, μεμονωμένες εξαιρέσεις στην αρχή αυτή πάντοτε υπήρξαν· η καινοτομία της εποχής μας, που απειλεί τα ίδια τα θεμέλια του έθνους-κράτους, είναι ότι όλο και περισσότερα τμήματα της ανθρωπότητας δεν μπορούν πλέον να εκπροσωπηθούν μέσα σε αυτή. Γι’ αυτό –επειδή δηλαδή ο πρόσφυγας αποδιαρθρώνει την παλαιά τριάδα κράτος/έθνος/έδαφος- αυτή η φαινομενικά οριακή φιγούρα αξίζει να θεωρηθεί μάλλον ως κεντρική φιγούρα της πολιτικής μας ιστορίας. Θα ήταν καλό να μην ξεχνάμε ότι τα πρώτα στρατόπεδα στην Ευρώπη χτίστηκαν ως χώροι για τον έλεγχο των προσφύγων, και ότι η χρονική διαδοχή –στρατόπεδα εγκλεισμού, στρατόπεδα συγκέντρωσης, στρατόπεδα εξόντωσης- εκπροσωπεί μια απολύτως πραγματική σχέση καταγωγής. Ένας από τους λίγους κανόνες που οι Ναζί τήρησαν πιστά κατά τη διάρκεια της «τελικής λύσης» ήταν ότι μόνο αφού οι Εβραίοι και οι τσιγγάνοι είχαν χάσει κάθε ιθαγένεια (ακόμη και εκείνη την δεύτερης κατηγορίας ιθαγένεια που διέθεταν μετά τους νόμους της Νυρεμβέργης) μπορούσαν να σταλούν στα στρατόπεδα εξόντωσης. Όταν τα δικαιώματα του ανθρώπου δεν είναι πλέον δικαιώματα του πολίτη, τότε αυτός είναι στ’ αλήθεια ιερός, με την έννοια που είχε ο όρος αυτός στο αρχαϊκό ρωμαϊκό δίκαιο: προορισμένος να πεθάνει.
6. Είναι ανάγκη να διαχωρίσουμε αποφασιστικά την έννοια του πρόσφυγα από αυτή των «δικαιωμάτων του ανθρώπου», και να πάψουμε να θεωρούμε το δικαίωμα του ασύλου (που ούτως ή άλλως περιορίζεται δραστικά στη νομοθεσία των ευρωπαϊκών κρατών) ως την εννοιολογική κατηγορία πάνω στην οποία θα πρέπει να εντυπωθεί το φαινόμενο (μια ματιά στο πρόσφατο Test sul diritto d‘asilo της Α. Heller δείχνει ότι σήμερα αυτό μπορεί μόνο να οδηγήσει σε μια αποκρουστική σύγχυση). Ο πρόσφυγας πρέπει να θεωρηθεί ως αυτό που είναι, δηλαδή τίποτα λιγότερο από μια οριακή έννοια που θέτει υπό ριζική διερώτηση τις αρχές του έθνους-κράτους και, ταυτόχρονα, μας βοηθά να καθαρίσουμε το έδαφος για μια ανανέωση των κατηγοριών μας, την οποία δεν μπορούμε να αναβάλλουμε άλλο. Στο μεταξύ, το φαινόμενο της λεγόμενης παράνομης μετανάστευσης στις χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχει προσλάβει (και θα προσλαμβάνει όλο και περισσότερο τα επόμενα χρόνια, αφού αναμένονται 20 εκατομμύρια μετανάστες από τις χώρες της κεντρικής Ευρώπης) χαρακτηριστικά και διαστάσεις που να δικαιολογούν πλήρως αυτή την επανάσταση στην οπτική. Αυτό με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωπα σήμερα τα βιομηχανοποιημένα κράτη είναι μια μάζα μη πολιτών που διαμένουν μόνιμα, και που ούτε μπορούν, ούτε θέλουν να πολιτογραφηθούν ή να επαναπατριστούν. Συχνά αυτοί οι μη πολίτες έχουν μια υπηκοότητα προέλευσης, αλλά, αφού προτιμούν να μην χρησιμοποιήσουν την προστασία του κράτους τους, είναι, όπως και οι πρόσφυγες, «απάτριδες de facto». Για αυτούς τους μη πολίτες και μόνιμους κατοίκους, ο Τ. Hammar δημιούργησε το νεολογισμό denizens, ο οποίος έχει το προσόν να δείχνει ότι η έννοια του πολίτη δεν είναι πλέον επαρκής για να περιγράψει την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα των σύγχρονων κρατών. Από την άλλη, οι πολίτες των προηγμένων βιομηχανικά κρατών (τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην Ευρώπη), με την αυξανόμενη λιποταξία τους από τις κωδικοποιημένες στιγμές πολιτικής συμμετοχής, εκδηλώνουν μια εμφανή τάση να μετασχηματιστούν σε denizens. Με βάση τη γνωστή αρχή ότι ουσιαστική αφομοίωση με την ταυτόχρονη παρουσία τυπικών διαφορών εντείνει την έχθρα και την έλλειψη ανοχής, οι ξενόφοβες αντιδράσεις και οι αμυντικές κινητοποιήσεις θα αυξηθούν.
7. Προτού ανοίξουν πάλι τα στρατόπεδα εξόντωσης στην Ευρώπη (κάτι που αρχίζει ήδη να συμβαίνει), τα έθνη-κράτη πρέπει να βρουν το θάρρος να θέσουν υπό διερώτηση την ίδια την αρχή της εγγραφής της γέννησης –και την τριάδα κράτος/έθνος/έδαφος που βασίζεται σε αυτήν. Είναι αρκετό εδώ να προτείνουμε μία δυνατή κατεύθυνση. Όπως είναι γνωστό, μια από τις επιλογές που εξετάζονται για το πρόβλημα της Ιερουσαλήμ είναι να γίνει η πρωτεύουσα, ταυτόχρονα και χωρίς εδαφικές διαιρέσεις, δύο διαφορετικών κρατών. Η παράδοξη κατάσταση της αμοιβαίας εξωεδαφικότητας* (ή, καλύτερα, α-εδαφικότητας) που αυτό θα συνεπαγόταν, θα μπορούσε να γενικευτεί ως πρότυπο νέων διεθνών σχέσεων. Αντί για δύο εθνικά κράτη που τα χωρίζουν αβέβαια και απειλητικά σύνορα, θα μπορούσαμε να φανταστούμε δύο πολιτικές κοινότητες που κατοικούν στην ίδια περιοχή και βρίσκονται σε κατάσταση εξόδου η μια προς την άλλη, που χωρίζονται η μια από την άλλη με μια σειρά αμοιβαίων ετεροδικιών, στην οποία η καθοδηγητική έννοια δεν θα ήταν πλέον το ius του πολίτη, αλλά μάλλον το refugium του ανθρώπου. Υπό παρόμοια έννοια, θα μπορούσαμε να δούμε την Ευρώπη όχι ως μια αδύνατη «Ευρώπη των εθνών», τα καταστροφικά αποτελέσματα της οποίας μπορούν ήδη να γίνουν αντιληπτά βραχυπρόθεσμα, αλλά ως έναν α-εδαφικό ή εξωεδαφικό χώρο στον οποίο όλοι οι κάτοικοι των ευρωπαϊκών κρατών (πολίτες και μη πολίτες) θα ήταν σε μια θέση εξόδου ή καταφυγίου, και το καθεστώς του Ευρωπαίου θα σήμαινε ότι οι πολίτες τελούν εν εξόδω (ακόμη και αν μένουν ακίνητοι, προφανώς). Ο ευρωπαϊκός χώρος θα αναπαριστούσε έτσι ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ της γέννησης και του έθνους, στο οποίο η παλαιά έννοια του λαού (που, όπως καλά ξέρουμε, είναι πάντα μια μειονότητα) θα μπορούσε να αποκτήσει ξανά ένα πολιτικό νόημα ερχόμενη σε αποφασιστική αντίθεση προς την έννοια του έθνους (η οποία μέχρι τώρα την έχει αθέμιτα σφετεριστεί).
Αυτός ο χώρος δεν θα συνέπιπτε με κάποιο ομοιογενές εθνικό έδαφος, ούτε με το τοπογραφικό άθροισμα κάποιων εδαφών, αλλά θα επενεργούσε σε αυτά τα εδάφη, ανοίγοντας τρύπες σε αυτά και διαιρώντας τα τοπολογικά όπως σε ένα βάζο του Λέιντεν ή σε μια λωρίδα του Mαίμπιους, όπου το εξωτερικό και το εσωτερικό είναι απροσδιόριστα. Σε αυτόν το νέο χώρο, οι ευρωπαϊκές πόλεις, εισερχόμενες σε μια σχέση αμοιβαίας εξωεδαφικότητας, θα ανακάλυπταν πάλι την αρχαία κλίση τους ως πόλεις του κόσμου. Σήμερα, σε μία «γη του κανενός» μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ, υπάρχουν τετρακόσιοι είκοσι πέντε Παλαιστίνιοι που απελάθηκαν από το κράτος του Ισραήλ. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Χάννα Άρεντ, αυτά τα άτομα αποτελούν «την πρωτοπορία του λαού τους». Αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως –ή δεν σημαίνει μόνο- ότι μπορεί να αποτελούν τον αρχικό πυρήνα ενός μελλοντικού εθνικού κράτους, το οποίο πιθανώς θα έλυνε το παλαιστινιακό πρόβλημα τόσο ανεπαρκώς όσο και το Ισραήλ επέλυσε το εβραϊκό ζήτημα. Αντίθετα, η «γη του κανενός» όπου αυτοί έχουν βρει καταφύγιο έχει αντεπιδράσει στο έδαφος του κράτους του Ισραήλ, ανοίγοντας τρύπες σε αυτό και αλλάζοντάς το κατά τέτοιο τρόπο ώστε η εικόνα αυτού του χιονοσκεπούς λόφου να έχει γίνει ένα πιο εσωτερικό τμήμα του εδάφους αυτού από οποιαδήποτε άλλη περιοχή του Ερέτζ Ισραήλ. Μόνο σε ένα έδαφος όπου οι χώροι των κρατών θα έχουν διαπεραστεί και θα έχουν παραμορφωθεί τοπολογικά, και που ο πολίτης θα έχει μάθει να αναγνωρίζει τον εαυτό του ως τον πρόσφυγα που είναι, είναι σήμερα νοητή η πολιτική επιβίωση του ανθρώπου.
 Μετάφραση – σημειώσεις: Άκης Γαβριηλίδης

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Η «μαμή της Ιστορίας»ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΟΥΔΗΣ''Φαίνεται σήμερα ευνόητο, γιατί λίγο πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Sorel συμμάχησε με την ακροδεξιά εθνικιστική οργάνωση «Action Francaise» (Γαλλική Δράση) του Ch. Maurras και γιατί αμέσως μετά τον πόλεμο ο Mussolini τον αναγνώρισε ως τον πρώτο ιδεολογικό δάσκαλό του.''

πηγη:

Η «μαμή της Ιστορίας»

Δημοσιεύθηκε στις 2/07/2009
Συντάκτης: ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΟΥΔΗΣ

αποσπασμα:
''..Ο Marx ήταν, όπως θα έπρεπε να αναμένεται, και στο θέμα αυτό πολύ πιο συγκεκριμένος από τους θιασώτες και τους παραχαράκτες του: Ο Marx χρησιμοποιεί, ρητορικά, αυτή τη μεταφορά στον 1ο τόμο του «Κεφαλαίου» (1867), στο σημείο στο οποίο εξετάζεται η «πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου» στις πρώτες καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης (Ισπανία, Πορτογαλία, Ολλανδία, Γαλλία, Αγγλία) από το 17ο αιώνα, με διάφορες μεθόδους: «Οι μέθοδοι αυτές στηρίζονται εν μέρει πάνω στην κτηνώδη βία, όπως π.χ. το αποικιοκρατικό σύστημα.
Ολοι όμως χρησιμοποιούσαν την κρατική εξουσία, τη συγκεντρωμένη και οργανωμένη βία της κοινωνίας, για να αναπτύξουν, σαν σε θερμοκήπιο, τη διαδικασία της μεταμόρφωσης του φεουδαρχικού στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και να συντομέψουν αυτή τη μετάβαση.
Η βία είναι η μαμή κάθε παλαιάς κοινωνίας, που εγκυμονεί μια νέα. Αυτή η ίδια είναι μια οικονομική δύναμη».
Τριπλό συμπέρασμα:
α) Στη βάση κάθε βίας είναι η οικονομία -η βία είναι κατά βάσιν οικονομική βία.
 β) Πάνω σ’ αυτή την οικονομική βάση στηρίζεται η κοινωνική βία συγκεντρωμένη στην κρατική εξουσία (στα γερμανικά η λέξη Gewalt σημαίνει ταυτόχρονα: βία και εξουσία).
γ) Στις ταξικές κοινωνίες (φεουδαρχία, καπιταλισμός) η βία, οικονομική και κρατική, είναι ταξική. Στην ταξική κοινωνία «το κράτος αναλαμβάνει το στόχο να διατηρήσει με τη βία τους όρους διαβίωσης και κυριαρχίας της άρχουσας πάνω στην εξουσιαζόμενη τάξη» (Engles, «Αντι-Ντύριγκ», 1878).
Για τον Marx («Κομουνιστικό Μανιφέστο», 1848) και η νέα, η εργατική – προλεταριακή, Επανάσταση στηρίζεται, όπως και όλες οι προηγούμενες, πάνω στη βία.
 Σε αντίθεση όμως μ’ αυτές, στόχος της προλεταριακής (αντι)βίας είναι η κατάργηση κάθε ταξικής, οικονομικής και πολιτικής, βίας· η νέα αυτή επαναστατική βία δεν μπορεί να είναι ατομική και εθνική, αλλά μαζική και διεθνής: «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!».
Ωστόσο, για τον Engels («Κριτική του σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος», 1891), είκοσι χρόνια μετά την Παρισινή Κομούνα (1871), δεν αποκλείεται η ειρηνική, χωρίς τη χρήση βίας, μετάβαση στο σοσιαλισμό κάτω από ορισμένες συνθήκες, όπως π.χ. σε χώρες πολύ προχωρημένες στην εποχή του στους δημοκρατικούς θεσμούς (Αγγλία, Γαλλία, Αμερική).
Το διαβόητο έργο του G. Sorel «Στοχασμοί για τη βία» («Reflexions sur la violence», 1908) αποτελεί το κοινό σημείο αναφοράς για την περί βίας θεωρία στον 20ό αιώνα: Σε ριζική αντίθεση με τους «κλασικούς» Marx και Engels, ο Sorel μυθοποιεί και απολυτοποιεί την προλεταριακή βία.
Εχοντας μαθητεύσει στο σχολείο του γαλλικού σοσιαλ-ουτοπισμού (Proudhon) και αναρχοσυνδικαλισμού (Reclus) και του συγχρόνου του μπερξονισμού («ζωτική ορμή») και νιτσεϊσμού (θέληση για δύναμη, ηρωισμός, Υπεράνθρωπος), ο Sorel κατασκευάζει ένα εκρηκτικό μίγμα, που περιέχει αρκετό ακτιβισμό, βολονταρισμό, ανορθολογισμό και ρατσισμό (εκτροφή μιας «ανώτερης» πολεμικής ράτσας). Μ’ αυτή την ιδεολογική βόμβα μολότοφ, ο Sorel καλεί το προλεταριάτο να αναλάβει «άμεση δράση» (action direct) με γενικές απεργίες, μποϊκοτάρισμα, σαμποτάζ και καταλήψεις εργοστασίων, με στόχο τη δημιουργία μιας ιδανικής ράτσας, που θ’ αποτελείται από μιαν elite εργατών-παραγωγών και ηρώων-πολεμιστών – αφήνοντας άθιχτη την οικονομική βάση του συστήματος: τον ίδιον τον καπιταλισμό.
Φαίνεται σήμερα ευνόητο, γιατί λίγο πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Sorel συμμάχησε με την ακροδεξιά εθνικιστική οργάνωση «Action Francaise» (Γαλλική Δράση) του Ch. Maurras και γιατί αμέσως μετά τον πόλεμο ο Mussolini τον αναγνώρισε ως τον πρώτο ιδεολογικό δάσκαλό του....'''

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Αντώνης Λιάκος, H αισθητική της καταστροφής :''Θα συμβούλευα μάλιστα όσους, στα καθ' ημάς, αναζητούν τις πηγές της βίας στον Μαρξ να διαβάσουν επισταμένως Ζορζ Σορέλ, αυτόν το θεωρητικό που στέκεται στο κατώφλι του αναρχοσυνδικαλισμού προς τον φασισμό, για να καταλάβουν αυτή τη σχέση αισθητικής και βίας.''

H αισθητική της καταστροφής
Τι άλλαξε;
αποσπασμα :
...............................
''H κοινωνική αλλαγή γι' αυτούς τους εστέτ της βίας δεν είναι κοινωνική διαδικασία με τους συμβιβασμούς και τις αναστροφές της, με την πεζότητα της καθημερινής πράξης, αλλά ηρωική πράξη, στίλβουσα μορφή. Οπου στη μορφή θυσιάζεται το περιεχόμενο. H κοινωνική αλλαγή γι' αυτούς τους εστέτ της βίας δεν είναι κοινωνική διαδικασία με τους συμβιβασμούς και τις αναστροφές της, με την πεζότητα της καθημερινής πράξης, αλλά ηρωική πράξη, στίλβουσα μορφή. Οπου στη μορφή θυσιάζεται το περιεχόμενο. Θα συμβούλευα μάλιστα όσους, στα καθ' ημάς, αναζητούν τις πηγές της βίας στον Μαρξ να διαβάσουν επισταμένως Ζορζ Σορέλ, αυτόν το θεωρητικό που στέκεται στο κατώφλι του αναρχοσυνδικαλισμού προς τον φασισμό, για να καταλάβουν αυτή τη σχέση αισθητικής και βίας. Και ακόμη, να αναζητήσουν τα πολλαπλά ζεύγματα αντι-ορθολογισμού και αισθητισμού, αισθητισμού και ναρκισσισμού, ναρκισσισμού και ενόρμησης του θανάτου. Ο ίδιος ο Φρόιντ έγραψε για την τυφλή μανία καταστροφής ως ναρκισσιστική απόλαυση. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν υποστήριζε το 1935 ότι ο φασισμός εισήγαγε την αισθητική στην πολιτική.

  Δίπλα στις καλά σκηνοθετημένες εικόνες της μαζικής λατρείας του φύρερ και του ντούτσε, δημιούργησε μια τεράστια μηχανή παραγωγής τελετουργικών εικόνων. Το πρώτο live, μεγάλης κλίμακας τηλεοπτικό show ήταν η αναμετάδοση των Ολυμπιακών του 1936 από τη Λένι Ρίφενσταλ. Τότε, εκεί, σχημάτισε τη θεωρία του για το «στάδιο του καθρέφτη» ο γάλλος ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν και την ανακοίνωσε στο Μαρίενμπαντ. Ο σχηματισμός τού εγώ, υποστήριζε, συμβολίζεται στα όνειρα από φρούρια και στάδια. H οθόνη ως τεράστιος καθρέφτης. Ολες αυτές οι προσπάθειες να φέρουν στην πολιτική την αισθητική κορυφώθηκαν στον πόλεμο. Για όλους αυτούς ο πόλεμος ήταν η ύπατη έκφραση της πραγματοποιημένης αισθητικής. Ο Μαρινέτι, ηγέτης των φουτουριστών, έκανε το αισθητικό εγκώμιο του πολέμου όταν έγραφε ότι ο πόλεμος είναι όμορφος γιατί οι εκπυρσοκροτήσεις των πυροβόλων μοιάζουν με πύρινες ορχιδέες, γιατί επινοούνται νέα γεωμετρικά σχέδια όπως τα τανκς και τα βομβαρδιστικά αεροπλάνα, γιατί μεταλλοποιείται το ανθρώπινο σώμα, γιατί η μάχη του πολέμου μοιάζει με συμφωνία. Για τον λόγο αυτόν καλούσε τους συγγραφείς, τους καλλιτέχνες και τους μουσικούς να εμπνευστούν από την αισθητική του πολέμου. Και ακόμη, να αναζητήσουν τα πολλαπλά ζεύγματα αντι-ορθολογισμού και αισθητισμού, αισθητισμού και ναρκισσισμού, ναρκισσισμού και ενόρμησης του θανάτου. Ο ίδιος ο Φρόιντ έγραψε για την τυφλή μανία καταστροφής ως ναρκισσιστική απόλαυση. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν υποστήριζε το 1935 ότι ο φασισμός εισήγαγε την αισθητική στην πολιτική. Δίπλα στις καλά σκηνοθετημένες εικόνες της μαζικής λατρείας του φύρερ και του ντούτσε, δημιούργησε μια τεράστια μηχανή παραγωγής τελετουργικών εικόνων. Το πρώτο live, μεγάλης κλίμακας τηλεοπτικό show ήταν η αναμετάδοση των Ολυμπιακών του 1936 από τη Λένι Ρίφενσταλ. Τότε, εκεί, σχημάτισε τη θεωρία του για το «στάδιο του καθρέφτη» ο γάλλος ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν και την ανακοίνωσε στο Μαρίενμπαντ. Ο σχηματισμός τού εγώ, υποστήριζε, συμβολίζεται στα όνειρα από φρούρια και στάδια. H οθόνη ως τεράστιος καθρέφτης. Ολες αυτές οι προσπάθειες να φέρουν στην πολιτική την αισθητική κορυφώθηκαν στον πόλεμο. Για όλους αυτούς ο πόλεμος ήταν η ύπατη έκφραση της πραγματοποιημένης αισθητικής. Ο Μαρινέτι, ηγέτης των φουτουριστών, έκανε το αισθητικό εγκώμιο του πολέμου όταν έγραφε ότι ο πόλεμος είναι όμορφος γιατί οι εκπυρσοκροτήσεις των πυροβόλων μοιάζουν με πύρινες ορχιδέες, γιατί επινοούνται νέα γεωμετρικά σχέδια όπως τα τανκς και τα βομβαρδιστικά αεροπλάνα, γιατί μεταλλοποιείται το ανθρώπινο σώμα, γιατί η μάχη του πολέμου μοιάζει με συμφωνία. Για τον λόγο αυτόν καλούσε τους συγγραφείς, τους καλλιτέχνες και τους μουσικούς να εμπνευστούν από την αισθητική του πολέμου.''

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

O Πουλαντζας για τον Σορέλ και την επιδραση του στον Ιταλικο φασισμό Πηγή :Νίκος Πουλατζάς - Φασισμός και Δικτατορία (ολόκληρο το βιβλίο) Μέρος 5



Νίκος Πουλατζάς - Φασισμός και Δικτατορία (ολόκληρο το βιβλίο) Μέρος 5 

 αποσπασμα

Ας υπενθυμίσουμε απλώς ότι, πριν από τον πόλεμο του 1914, ο Σορέλ, απογοητευμένοζ από τους «συνδικαλιστές», είχε ευθυ-γραμμιοτεί με την [εθνικιοτική] Action frangaise (Γαλλική Δράση) και τον Μωράς (Maurras).7

Η ΙΤΑΛΙΑ
233
Αυτά τα ιδεολογικά ρεύματα είχαν σημαντική επίπτωση στην ιτα-λική εργατική τάξη: παραμένουν ανθηρά από τις αρχές του οαώνα κοα αναζωογονούνται στη διάρκεια του εκφασισμού8

Ήδη το 1904, η ε-πιρροή Σορέλ εκδηλώνεται μέσα στα έργα του Αρτούρο Λαμπριόλα, του Ενρίκο Λεόνε (Leone), του Ε. Λονγκομπάρντι (Longobardi), οτον ιταλικό συνδικαλισμό των περιοχών του Βορρά, ιδιαίτερα της Πάρμας, του Μιλάνου, της Μπολόνιας, της Μόντενας, αλλά επίσης και της Νά-πολης. To καλοκαίρι του 1904, οι σορελικοί επαναστάτες συνδικαλι-στές συντελούν στην κήρυξη μιας μεγάλης γενικής απεργίας. Τη στιγ-μή της δημιουργίας της ιταλικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (1906), ο σορελικοί, υπό τον Αλσέστ ντε Αμπρί (Alceste de Ambris), συγκροτούν μειοψηφική ομάδα, την «Άμεσο Δράση», που αντιπροσω-πεύει 200.000 μέλη. To 1912, δημιουργούν την Unione Sindacale Italiana (Ιταλική Συνδικαλιστική Ένωση) -που επηρεάζετοα από την εμπειρία των Bourses du travail του Πελλουτιε (Pelloutier) και του Μο-νάτ (Monatte)- και που αριθμεί 100.000 μέλη ένα χρόνο μετά. Διχα-ομένοι, πάνω στο ζήτημα του πολέμου, το 1914, με τον Εντμόντο Ρο-σόνι, τον Μ. Μπιάνκι (Bianchi) και τους αδελφούς Ντε Αμπρί, ιδρύουν την Unione Italiana del Lavoro (Ιταλική Ένωοη Εργαοίας) που επρό-κειτο να παίξει πολύ σημαντικό ιδεολογικό ρόλο μετά τον πόλεμο. Η Ένωση οργανώνει, στην Dalmine το 1919, μι,α μεγάλη γενική απεργία, «εθνικού» χαρακτήρα και «αυτοχειραφέτησης»• οι εργαζόμενοι κατα-λαμβάνουν το εργοστάσιο κοα ουνεχίζουν την παραγωγή.
Και φτάνουμε έτοι οτη δεύτερη όψη του προβλήματος, που είναι η άμεοη συμπαιγνία φασισμού και σορελικού επαναστατικού συνδικα-λισμού. Ο ίδιος ο Μουσολίνι, θιασώτης της συμμετοχής στον πόλεμο, θεωρεί τον εαυτό του κατασταλαγμένο οπαδό του Σορέλ. Η απεργία της Dalmine χαιρετίζεται ανοιχτά από τον Μουσολίνι και τους fasci. To πρόγραμμα της Unione Italiana del Lavoro, τον Ιανουάριο του 1919, που προβλέπει την οργάνωση των «παραγωγών» οε σωματεία, υιοθετείται απευθείας από το φααιστικό κόμμα. Οι σορελικοί επανα-οτάτες προσχωρούν μαζικά στο φασιστικό κόμμα, οργανώνοντας τα φασιστικά συνδικάτα, με τους Ροσόνι, Μπιάνκι, Ντε Αμπρί και Φα-ρινάτσι.

8. R. Paris, Les origines du fascism, a. 30 κ.ε.
234

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Βασιλική Γεωργιάδου:ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ:Zeev Sternhell, Ο Αντι-Διαφωτισμός. Από τον 18ο Αιώνα ως τον Ψυχρό Πόλεμο, μτφ. Άννα Καρακατσούλη, επιμ. Α. Κιούπκιολης, Εκδ. Πόλις, Αθήνα 2009 (τίτλος πρωτοτ. Les anti-Lumières. Du XVIIIe siècle à la guerre froide, Librairie Arthème Fayard, 2006), 627 σελ

*


Zeev Sternhell, Ο Αντι-Διαφωτισμός. Από τον 18ο Αιώνα ως τον Ψυχρό Πόλεμο, μτφ. Άννα Καρακατσούλη, επιμ. Α. Κιούπκιολης, Εκδ. Πόλις, Αθήνα 2009 (τίτλος πρωτοτ. Les anti-Lumières. Du XVIIIe siècle à la guerre froide, Librairie Arthème Fayard, 2006), 627 σελ.






Η ιστορία των πολιτικών ιδεών του Αντιδιαφωτισμού ή, όπως αναφέρεται στο βιβλίο, ‘η ανάλυση των στοχαστών που στάθηκαν πολέμιοι του Διαφωτισμού’, βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του συγγραφέα Zeev Sternhell. Για τις ανάγκες της ανάλυσης, ο Sternhell, καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ και σπουδαίος μελετητής της ιστορίας των πολιτικών ιδεών, εντρυφεί με εξαιρετική δεινότητα και με τρόπο που προδίδει ερευνητικό πάθος, στα έργα των στοχαστών αυτών, μεταξύ των οποίων σημαίνουσα θέση κατέχουν ο Vico, ο Burke, ο Herder, ο Taine, ο de Maistre, ο Carlyle, ο Renan, ο Barrès, ο Croce, ο Spengler, αλλά και ο Berlin, ο Kristol και άλλοι.



Επιχειρώντας μια πρώτη, γενική αξιολόγηση του βιβλίου, θα λέγαμε ότι αναμφίβολα πρόκειται για ένα έργο ιδιαιτέρως σημαντικό, ‘ορόσημο’ στο πεδίο της ιστορίας των ιδεών, χαρακτηρίζεται από τον R. Wolin, ο οποίος δραστηριοποείται ερευνητικά σε ένα συναφές με τον Sternhell γνωστικό πεδίο.1 Όπως φαίνεται από την ευρύτερη επιστημονική παραγωγή του συγγραφέα, ο Sternhell από χρόνια καταγίνεται με τη διερεύνηση της ιδεολογικής μήτρας από όπου φασισμός και ναζισμός άντλησαν τις ιδέες τους.2 Στο βιβλίο αυτό επιτυγχάνεται μια ‘δεξιοτεχνική σύνθεση’, σύμφωνα με τον S. Friedländer,3 των ιστορικών καταβολών του φασισμού/ναζισμού και των ιδεών του Αντιδιαφωτισμού. Πρόκειται για μια ‘σύνθεση’ που θα ανοίξει νέους δρόμους στην έρευνα, θα προκαλέσει συζητήσεις και ερωτήματα, με πρώτο τον ίδιο τον συγγραφέα να αναρωτιέται: ‘Δεν υπάρχει κανένας συσχετισμός μεταξύ της λατρείας της εθνικής ιδιαιτερότητας και τη θεώρηση της ιστορίας στη Γερμανία του Χέρντερ και των γεγονότων της δεκαετίας του 1930 και του 1940;’ Για να απαντήσει στο ερώτημα αυτό ο Sternhell κάνει ένα μακρύ ταξίδι στην ιστορία των ιδεών, γι’αυτό και πιο πολύ από την απάντησή του στο παραπάνω ερώτημα (‘η εξέγερση ενάντια στον ορθολογισμό’, μας λέει, ‘τον 20ό αιώνα θα αποκληθεί φασισμός και ναζισμός’), ενδιαφέρον παρουσιάζει το ίδιο το ‘ταξίδι’ στις ιδέες εκείνων που από τον 18ο αιώνα εναντιώθηκαν στο Διαφωτισμό.



Η ιδιαίτερη αξία του βιβλίου βρίσκεται κατ’αρχάς στην αναλυτική δεινότητα, με την οποία ο συγγραφέας του προσεγγίζει το έργο και εντοπίζει τις εκλεκτικές συγγένειες και τα ‘κοινά πνευματικά θεμέλια’ στη σκέψη των προαναφερθέντων στοχαστών. Χωρίς να παραγνωρίζει τις αντιφάσεις (π.χ. μεταξύ του πρώιμου και του ύστερου Renan ή μεταξύ ενός φιλελεύθερου και ενός αντιφιλελεύθερου Berlin), ο Sternhell δίνει έμφαση στα κοινά στοιχεία και στις αλληλοεπιρροές στο έργο τους, που συντείνουν στην ανάδειξη του Αντιδιαφωτισμού ως ενός πνευματικού ρεύματος και μιας ‘παράδοσης’ ενάντια στην ‘ορθολογιστική νεωτερικότητα’ και στον γαλλο-καντιανό Διαφωτισμό. Επιπλέον, εκείνο που αναδεικνύει ο συγγραφέας (και στο σημείο αυτό η συμβολή του εικάζεται ήδη ότι θα προκαλέσει θυελλώδεις συζητήσεις4) έχει να κάνει με την εμφανιζόμενη διάρκεια και συνέχεια αναφορικά με το περιεχόμενο των ιδεών αυτών, κατά το μακρύ χρονικό διάστημα από τον 18ο αιώνα ως τον Ψυχρό Πόλεμο, που αποτελεί και τον ιστορικό ορίζοντα του βιβλίου. Η φράση του Sternhell είναι χαρακτηριστική των παραπάνω και αποκαλυπτική του επιχειρήματος της συνέχειας που υποστηρίζει ο συγγραφέας του Αντι-Διαφωτισμού: ‘Οι μομφές που απευθύνει ο Ταιν στο πνεύμα του Διαφωτισμού’, γράφει, ‘επαναλαμβάνουν τα κύρια επιχειρήματα που ανέπτυξαν ο Μπέρκ και ο Χέρντερ και τροφοδοτούν τη σκέψη της γενιάς μετά το 1945’.



Για να γίνουμε ακριβέστεροι: αυτό κυρίως που επιδιώκει να αναδείξει ο Sternhell είναι τα σημεία της σύγκλισης στο έργο των στοχαστών που μελετά, την αντιδιαφωτιστική συνιστώσα που διαπερνά το έργο τους και την κοινή μήτρα των ιδεών από όπου αντλεί το έργο αυτό. Επ’αυτού ένα παράδειγμα: με συγκεκριμένες αναφορές στο έργο του Berlin, ο Sternhell εντοπίζει τις ‘επιθέσεις’ του τελευταίου κατά των ιδεών του Διαφωτισμού – κατά του οικουμενισμού και του αμετάβλητου χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης, ισχυριζόμενος ο Sternhell ότι ‘από τον Βίκο και τον Χάμαν, μέχρι τον Σορέλ και τον Μπερλίν, κυριαρχεί ο ίδιος τρόπος σκέψης: ο αντι-διαφωτισμός…’. Βεβαίως, ο συγγραφέας των ‘Δύο Αντιλήψεων της Ελευθερίας’, εκείνο στο οποίο επιδίδεται σε πολλά σημεία του έργου του δεν είναι (μόνο) να ‘επιτίθεται’ αυτοπροσώπως, αλλά και να ανακαλύπτει, όπως γράφει, τις ‘επιθέσεις’ των Διαφωτιστών (π.χ. του Montesquieu ή και του Hume) εναντίον των αρχών που υπερασπίζεται το ρεύμα στο οποίο ανήκουν και, επίσης, τις επιθέσεις των Αντιδιαφωτιστών (Vico, Herder, Hamann) στον ορθολογισμό, τον οικουμενισμό και τον ατομικισμό.5



Όπως από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου γίνεται φανερό, ο Sternhell δεν αντιλαμβάνεται τον Αντιδιαφωτισμό (η πατρότητα του όρου αποδίδεται μάλλον στον Nitzsche, ενώ πολύ αργότερα εισάγεται από τον Berlin στον αγγλόφωνο χώρο) ως μια πεπερασμένη φάση των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Όπως γράφει, ο Αντιδιαφωτισμός ‘γίνεται ένας πραγματικός χείμαρρος’ ήδη στα τέλη του 18ου αιώνα, που μετατρέπεται σε ένα ‘πολιτικό κίνημα’ αμφισβήτησης του Διαφωτισμού, το οποίο διαρκεί μέχρι σήμερα. Το κίνημα αυτό διακρίνεται από εσωτερική πολυμορφία, αλλά και από διάρκεια και συνέχεια. Από τον Vico και τον Herder μέχρι τους νεοσυντηρητικούς του Kristol και της Himmelfarb ο δρόμος είναι όχι μόνο εξαιρετικά μακρύς, αλλά και με πολλές παρακάμψεις και με εναλλακτικές ή και κρυφές διαδρομές· όμως, εκείνο που διατηρείται ανέπαφο σε όλη αυτή την πορεία είναι, σύμφωνα με τον Sternhell, η άρνηση των αρχών του Διαφωτισμού από στοχαστές και πολιτικά ρεύματα που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έβαλαν τη σφραγίδα τους στη νεωτερικότητα.



Στο επίπεδο των πολιτικών στοχαστών, ο Sternhell αναζητά τους ‘κρίκους’ που συγκροτούν το κίνημα του Αντιδιαφωτισμού. Κι αν στον ‘πρώτο κρίκο’ τοποθετεί τον Giambattista Vico, το γεγονός ότι ο συγγραφέας του Scienza nuova παρέμεινε άγνωστος εκτός της Νάπολης ως τις αρχές του 19ου αιώνα, ωθεί τον Sternhell να δώσει τα πρωτεία της αντιδιαφωτιστικής σκέψης στον Johann Gottfried Herder και τον Edmund Burke. Ο Sternhell ασχολείται εκτενώς με τις απόψεις και το έργο του Herder και του Burke, διαπιστώνοντας (παρά τις όποιες μεταξύ τους διαφορές που δεν τις παραβλέπει) τις ισχυρές συγκλίσεις τους, οι οποίες συνοπτικά εντοπίζονται στην ευθεία άρνηση του ορθού λόγου και στην κοινή τους μετωπική ‘μάχη’ κατά του Διαφωτισμού. Η κοινή αυτή μάχη καταλήγει σε μια ‘μεγάλη διαίρεση των δύο κλάδων της νεωτερικότητας’, μας λέει ο Sternhell. Ο ισχυρισμός αυτός έχει κομβική σημασία στην ανάλυσή του, καθώς, κατ’αυτόν τον τρόπο, θεμελιώνεται το επιχείρημα περί της διάρκειας και της συνέχειας του Αντιδιαφωτισμού. Επιπλέον, ο Sternhell δεν κατανοεί τον Αντιδιαφωτισμό ως μια αντι-νεωτερικότητα, αλλά ως μια ‘άλλη’, ‘ανορθολογική νεωτερικότητα’, που εχθρεύεται, όπως χαρακτηριστικά λέει, τη ‘φωτισμένη νεωτερικότητα του φιλελευθερισμού’: η τελευταία ‘οδηγεί στη δημοκρατία’, ενώ η πρώτη υπονομεύει και διαβρώνει τα θεμέλια της δημοκρατίας· η φιλελεύθερη νεωτερικότητα στηρίζει την ελευθερία και την αυτονομία του ατόμου, το οποίο γίνεται ‘κύριος της μοίρας’ του, ενώ η άλλη νεωτερικότητα στρέφεται κατά της ελευθερίας και της αυτονομίας αυτής, όπως και κατά της οικουμενικότητας και της παγκοσμιότητας των αξιών του Διαφωτισμού.



Με άλλα λόγια, η αντιδιαφωτιστική σκέψη, σύμφωνα με τον Sternhell, δεν βρίσκεται εκτός του περιγράμματος της νεωτερικότητας, αλλά κινείται εντός του περιγράμματος ‘μιας άλλης νεωτερικότητας’. Αυτή η ‘άλλη νεωτερικότητα’ συνιστά τον ‘αντίποδα’ της φιλελεύθερης νεωτερικότητας. Με την τελευταία να θεμελιώνει την ύπαρξή της στην ορθολογικότητα, την οικουμενικότητα και την ατομικότητα, η άλλη νεωτερικότητα έχει ως συστατικό στοιχείο της την άρνηση του ορθού λόγου: οι Αντιδιαφωτιστές προτάσσουν τη φαντασία και το μύθο (Vico), το ένστικτο (Herder, Taine), την ‘καρδιά’, τη θέρμη’ και το ‘αίμα’ (Herder) στη θέση του Λόγου, της αφηρημένης σκέψης και της διάνοιας. Στον άνθρωπο δεν κυριαρχεί η λογική, αλλά τα ‘ζωώδη ένστικτα’, υποστηρίζει ο Taine, ενώ ο Burke αρνείται ακόμη και τη δυνατότητα του ανθρώπου να είναι ορθολογικό ον (όπως, βεβαίως, αρνείται και τη δυνατότητα του ορθού λόγου να παίξει πρωταρχικό ρόλο στην ιστορία). Γι’αυτό και ο άνθρωπος δεν γεννιέται ελεύθερος (Renan), αλλά αποτελεί ‘μέρος της κοινωνίας’ και δη μιας κοινωνίας ‘δεσποτικής’ και ‘πατριαρχικής’, σύμφωνα με τον Herder. Οι στοχαστές του Αντιδιαφωτισμού υποτιμούν τον άνθρωπο: ‘μυρμήγκι, εσύ’, είναι η χαρακτηριστική προσφώνηση του Herder στον άνθρωπο, που τον θεωρεί ‘ένα τίποτα’, ενώ αντιθέτως ‘το σύνολο είναι τα πάντα’. Αυτό ‘το σύνολο’ –την κοινωνία, το έθνος, το λαό, τον πολιτισμό–, αντιλαμβάνονται οι Αντιδιαφωτιστές ως ένα οργανικό όλον, θεμέλιο του οποίου είναι οι ‘σχέσεις αίματος’. ‘Η ρίζα της πλάνης’ των Διαφωτιστών, σύμφωνα με τους Αντιδιαφωτιστές, είναι ότι αναφέρονται στον άνθρωπο, ενώ αυτός δεν υπάρχει, τουλάχιστον ο de Maistre ‘δεν συνάντησ(ε) ποτέ κανέναν τέτοιο στη ζωή (τ)ου’, αν και έχει δει, όπως λέει, Γάλλους, Ιταλούς, Ρώσους κλπ. Αφού, λοιπόν, αρνούνται την ύπαρξη του ανθρώπου, δεν μπορεί να είναι η κοινωνία το αποτέλεσμα της συμφωνίας ανθρώπων που δεν υπάρχουν. Στη σκέψη των Αντιδιαφωτιστών η άρνηση της ιδέας του κοινωνικού συμβολαίου είναι θεμελιακή και ο Sternhell αξιοποιεί την άρνηση αυτή προκειμένου να αναδείξει τις συνέπειές της. Αν το άτομο δεν έχει συναινέσει στους νόμους και την εξουσία που υπακούει (και κάτι τέτοιο λέει ρητά ότι συμβαίνει ο Taine), τότε αυτό σημαίνει ότι οι νόμοι και η εξουσία δεν είναι δυνατόν να αναθεωρηθούν, καθώς είναι αιώνιοι και αμετάβλητοι. Ο Burke υπήρξε υπέρμαχος της ιδέας μιας ‘αιώνιας κοινότητας’ ζωντανών, νεκρών και όσων πρόκειται να γεννηθούν, η οποία αντιστοιχούσε σ’αυτό που ο Taine ονόμαζε ‘ζωντανό σώμα’ και ο Herder αποκαλούσε πολιτισμό. Βασικό στοιχείο κάθε πολιτισμού είναι η ‘ιδιαιτερότητά’ του και η αρχή της ιδιαιτερότητας αποτελεί κληρονομιά του ιστορισμού, με τον οποίο ταυτίστηκε το ρεύμα του Αντιδιαφωτισμού.



Ο ‘ιστορισμός’ (Historismus) αποτελεί τον κοινό παρονομαστή στο στοχασμό των Αντιδιαφωτιστών, οι οποίοι υποστηρίζουν την αρχή της ‘διαφοράς’, δηλαδή της ‘μοναδικότητας’ και της ‘ατομικότητας των πολιτισμών’ (Spengler, Maurras, Barrès), όπως και την αρχή του ‘πλουραλισμού’ και της ‘ασυμβατότητας’ λαών, εθνών και πολιτισμών που είναι διαφορετικοί μεταξύ τους (Berlin). Στο σημείο αυτό η ανάλυση του Sternhell είναι εξαιρετικά διαφωτιστική: αναπτύσσει κατ’αρχάς με σαφήνεια το περιεχόμενο του ιστορισμού,6 για να αποκαλύψει εν συνεχεία το ‘συγκεκαλυμμένο’ περιεχόμενο των εννοιών της ‘διαφοράς’ και του ‘πλουραλισμού’, αλλά και της κριτικής στον ‘ευρωκεντρισμό’ που ενυπάρχει στον ιστορισμό των Αντιδιαφωτιστών. Όσον αφορά τους τελευταίους, δεν είναι λίγες οι φορές που δανείζονται ιδέες από τον Διαφωτισμό (χαρακτηριστική η περίπτωση του Herder), τον οποίο όμως ‘παραποιούν’, εμφανίζοντάς τον ‘ως ένα βασίλειο της μισαλλοδοξίας και απολυταρχίας’ (εδώ ο Sternhell αναφέρεται ειδικά στον Berlin). Πίσω από τις αντιλήψεις περί ‘διαφοράς’, ‘πλουραλισμού’ και ‘ιδιαιτερότητας των πολιτισμών’ και πίσω, επίσης, από τον προβαλλόμενο ‘θεωρητικό σεβασμό για όλες τις κουλτούρες’, ο συγγραφέας του βιβλίου Αντι-Διαφωτισμός διέκρινε το πρόκριμα των στοχαστών με τους οποίους ασχολείται υπέρ ‘μιας φυλετικής, κλειστής κοινωνίας’ και την κλίση τους για ‘φυλετικό ντετερμινισμό’ που, όπως διατείνεται, ‘βρίσκεται στα όρια του ρατσισμού’. Μάλιστα, τα όρια αυτά τα φτάνουν και τα ξεπερνούν πολλές φορές οι στοχαστές του Αντιδιαφωτισμού, κατά τρόπο που ενίοτε σοκάρει τον αναγνώστη (τέτοιες είναι π.χ. οι περιγραφές του Herder για τους Εβραίους) και δεν αφήνει αμφιβολίες για το αντισημιτικό (βλ. και Renan), για το γεμάτο σεξισμό και προκαταλήψεις και για το φυλετικό υπόβαθρο της σκέψης τους.



Η αρχή της ιδιαιτερότητας προωθεί την ιδέα για το ‘μεγαλείο της πατρίδας’, στην οποία εμπεριέχεται ένα αίσθημα πολιτιστικής (εθνικής) ανωτερότητας, γράφει ο Sternhell αναλύοντας το έργο του Michelet, ο οποίος περιέγραφε την υψηλή (ανώτερη) ‘εκπολιτιστική αποστολή’ της Γαλλίας που, όμως, κινδύνευε από τον μιμητισμό και τον κοσμοπολιτισμό: όταν η διαφορά καταλύεται, έρχεται απλώς η ‘αυτοκτονία’ και ο ‘θάνατος’ των πολιτισμών, έγραφε ο Michelet. Το έργο του, στο οποίο αναπτύσσονται αυτές οι απόψεις (Ο Λαός), ‘εδωσε στον Sternhell ένα επιπλέον επιχείρημα υπέρ της άποψης, ότι ο ιστορισμός δεν υπερασπίζεται την πολιτισμική ιδιαιτερότητα μόνο, αλλά η ιδέα της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας συνιστά ένα καμουφλάζ για την ιεράρχηση των πολιτισμών· η ιεράρχηση αυτή επιχειρείται με πολιτισμικά κριτήρια, καταλήγει όμως πάντα σε μια φυλετική ιεράρχιση, υποστηρίζει ο Sternhell. Η ενασχόλησή του με το έργο του Renan (Histoire du People d’Israël και L’Avenir de la Science) του δίνει την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσει στέρεα υπέρ της άποψης ότι οι πολιτισμικές διαφορές (εν προκειμένω αυτές αφορούσαν τις διαφορές ινδοευρωπαϊκών και σημιτικών λαών) κατασκευάζουν πολιτισμικές ιεραρχήσεις (κατά τον Renan οι ινδοευρωπαϊκοί λαοί είναι διαφορετικοί από τους σημιτικούς, καθώς οι τελευταίοι δεν διαθέτουν φιλοσοφία, μυθολογία και έπος) και ότι αφ’ης στιγμής διατυπωθούν ιεραρχημένες πολιτισμικές διαφορές, αυτές καταλήγουν σε διακρίσεις φυλετικές, όπως π.χ. τέτοιες είναι οι διακρίσεις του Renan για τη σημιτική φυλή που δεν διαθέτει ‘τον υψηλό πνευματικό πολιτισμό’ της Ινδίας και της Γερμανίας ή οι ακόμη πιο σκληρές διακρίσεις του Carlyle για τη λευκή και τη μαύρη φυλή, κ.ο.κ.



Ο Sternhell αναδεικνύει την αλληλουχία που διέπει τις επιμέρους αρχές του ιστορισμού: η αρχή της ιδιαιτερότητας παραπέμπει σε εκείνη της ιεράρχισης και αυτή με τη σειρά της στον φυλετικό ντετερμινισμό. Επιπλέον, αναλύοντας τον ιστορισμό, ο Sternhell δείχνει τη συνέχεια των ιδεών αυτών από τον Vico και τον Herder, στον Renan, τον Michelet, τον Barrès και τον Maurras, μέχρι τον Berlin και την Himmelfarb, κ.ά. Η ανακύκλιση των αντιδιαφωτιστικών ιδεών και η λογική της συνέχειας δεν πρέπει να εκληφθεί, ως αποτέλεσμα πνευματικής δύναμης, αλλά μάλλον ως σημάδι πνευματικής καθήλωσης των Αντιδιαφωτιστών: ‘Αυτό (που) συμβαίνει με όλους τους εχθρούς του Διαφωτισμού’, γράφει ο Sternhell, είναι ότι ‘από τη στιγμή που αρνούνται τις προτάσεις του ορθολογισμού, δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι για να επιτεθούν στον γαλλο-καντιανό 18ο αιώνα’. Ένας από τους τρόπους αυτούς, απολύτως συναφής με τους προαναφερθέντες, είναι η περιφρόνηση και η δυσφήμηση της αρχής της ισότητας: χαρακτηρίστηκε ‘διαστροφή’ της φυσικής τάξης (Carlyle) και ‘μεγαλύτερη αιτία πολιτικής εξασθένισης’ (Renan). Ο ανοιχτός πόλεμος των Αντιδιαφωτιστών στην αρχή της ισότητας φανερώνει την εναντίωσή τους στο φυσικό δίκαιο, ενώ επιπλέον η υπεράσπιση της ανισότητας εγείρεται σε προϋπόθεση για τη διατήρηση της διαφοράς και, ταυτοχρόνως, για την απόρριψη της δημοκρατίας: ‘Διαλύουμε την ανθρωπότητα, εάν δεν δεχόμαστε ότι ολόκληρες τάξεις πρέπει να ζουν από τη δόξα και την απόλαυση των άλλων’, έγραφε ο Renan. Εξάλλου, πριν απ’όλα, η δημοκρατία είναι ‘ένα φαινόμενο ενάντια στη φύση’.



Η φράση αυτή του Burke μας εισάγει σε μια θεματική, που είναι κεντρική στους στοχαστές του Αντιδιαφωτισμού και αφορά τις αντιλήψεις τους για τη δημοκρατία. O Sternhell αφιερώνει ένα κεφάλαιο (το 5ο), πέραν των πολλών διάσπαρτων αναφορών που υπάρχουν σε όλο το βιβλίο του, προκειμένου να αναπτύξει συστηματικά τη σκέψη των Αντιδιαφωτιστών στη θεματική αυτή, δίνοντας προπάντων έμφαση στις σχετικές απόψεις του Burke. Στο κεφάλαιο αυτό, εκτός του ότι αναλύεται διεξοδικά το έργο του Burke, γίνεται μια κατατοπιστική εξιστόρηση του αγγλικού κοινοβουλευτισμού και εξετάζεται η πορεία του αντιπαραβαλλόμενη προς τις ιδέες του ‘Ιρλανδού λιβελογράφου’ – έτσι αποκαλεί ο Sternhell τον Burke (τον χαρακτηρίζει και ‘λυσσαλέο αντιδημοκράτη’, ‘ελιτιστή στο έπακρο’, κλπ.), καυτηριάζοντας τις υπερσυντηρητικές απόψεις του συγγραφέα του Reflections on the Revolution in France και βουλευτή του Κόμματος των Ουίγων για την αντιδραστική στάση του στα μεταρρυθμιστικά σχέδια που εκπονούνταν επί των ημερών του. Ο Burke υπήρξε υπέρμαχος του αγγλικού κοινοβουλευτισμού, που θα παρέμενε περιχαρακωμένος σε ένα σύστημα ‘εικονικής’ ή ‘de facto αντιπροσώπευσης’, όπως εκείνο που ίσχυε επί των ημερών του και διασφάλιζε την εκλογή των βουλευτών όχι από τον λαό, αλλά την αντιπροσώπευση του λαού από τις ελίτ. Αντιθέτως, η εκλογή των μελών της Βουλής των Κοινοτήτων από τον λαό, εκτός του ότι θα αποτελούσε ‘τεράστιο κακό’, σύμφωνα με τον Burke, θα ήταν και πράξη αχρείαστη, αφού η ‘αλληλεγγύη των συναισθημάτων και των επιθυμιών’ ελίτ και λαού καθιστούν τις πρώτες ‘φυσικούς ηγέτες’ του δεύτερου. Επιπλέον, το αγγλικό πολίτευμα, έτσι όπως ίσχυε τότε, ‘ήταν τόσο κοντά στην τελειότητα’, σύμφωνα με τον Burke, ώστε οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις θα προκαλούσαν την καταστροφή του. Ο Burke δεν ήταν θέσει πολέμιος των μεταρρυθμίσεων, αλλά ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ‘πολιτικής κουλτούρας των προκαταλήψεων’. Η έννοια της ‘προκατάληψης’ αποτελεί μια έννοια-κλειδί για την κατανόηση των στοχαστών του Αντιδιαφωτισμού: οι προκαταλήψεις δηλώνουν την ιδιαιτερότητα ενός έθνους, μιας εποχής, ενός λαού και γι’αυτό θεωρούνται αξιοσέβαστες, πηγή ευτυχίας και ζωτικότητας, που δένουν τα έθνη, τις εποχές και τους λαούς με τις καταβολές τους, εξηγεί ο Sternhell. Το πολίτευμα που υπερασπίζεται ο Burke έχει ως θεμέλιο του τις προκαταλήψεις, στηρίζεται δηλαδή στην ιστορία και στηρίζει την καθεστηκυία τάξη. Η τελευταία (ο θρόνος, ο κλήρος, η αριστοκρατία) κατέχει την εξουσία βάσει της ‘αρχής της χρησικτησίας’, που σημαίνει ότι η ‘μέσω χρήσης’ ‘νόμιμη ιδιοκτησία’ της εξουσίας της είναι ‘βράχος’ (Burke) και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Γι’αυτό, ούτε τα φυσικά δικαιώματα ούτε οι ατομικές ελευθερίες μπορεί να καταστούν πηγή του δικαίου και της νομιμότητας, όπως υποστηρίζουν οι οπαδοί του Διαφωτισμού. Το ισχύον πολίτευμα, επομένως, δεν μπορεί να αλλάξει, εκτός κι αν συναινούσαν σε κάτι τέτοιο όλα τα μέρη που κατέχουν και ασκούν την εξουσία (ο θρόνος, ο κλήρος, η αριστοκρατία) σε μια κάποια βραδεία αλλαγή, ισχυρίζεται ο Burke. Στο πολίτευμα που θεωρεί ιδανικό ο Burke, ένας κοινοβουλευτισμός χωρίς ελευθερίες και δικαιώματα συγκροτεί το περιεχόμενό του. Στην τελική του κρίση για τον Burke ο Sternhell είναι κατηγορηματικός: το αντιδιαφωτιστικό πνεύμα κυριαρχεί και ο Burke ‘υπήρξε ένας από τους μεγάλους κήρυκες του ανορθολογισμού… Ενώ είναι αστός στην οικονομική του σκέψη, απεχθάνεται το ιδεολογικό σύστημα που διαπνέει τη φιλελεύθερη αστική τάξη και, πρώτα απ’όλα, την ισότητα των πολιτικών δικαιωμάτων: ως προς αυτό είναι ο πρώτος απόστολος της αντι-διαφωτιστικής νεωτερικότητας’, σημειώνει ο Sternhell.



Ο συγγραφέας του Αντιδιαφωτισμού εντοπίζει στη λεγόμενη επαναστατική δεξιά του 20ού αιώνα (Barrès, Maurras, Croce, Spengler, Sorel) το δυναμικό της αντιδιαφωτιστικής νεωτερικότητας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση από τον Sternhell του έργου του Croce, ο οποίος πίστευε ότι ο φασισμός ως ‘παρένθεση’ μπορεί να σώσει την Ιταλία από τη δημοκρατία και τον σοσιαλισμό, χωρίς να στιγματίσει την εθνική ιστορία της. Το ίδιο ενδιαφέρουσες είναι και οι αναλύσεις του έργου του Spengler, ο οποίος θεωρούσε τον φασισμό (και τον Μουσολίνι ειδικώς, με τον οποίο αλληλοθαυμάζονταν) ασπίδα κατά της παρακμής της δυτικής κουλτούρας που προέρχεται από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Αναφερόμενος στο ρεύμα του Αντιδιαφωτισμού κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, ο Sternhell επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στο στοχασμό του Berlin, το έργο του οποίου συνολικά εξεταζόμενο, παρά τις αντιφάσεις που το διακρίνουν, συνιστά μια ‘επίθεση κατά του γαλλικού Διαφωτισμού’, αποφαίνεται ο Sternhell. Ο ιστορικός σχετικισμός του Berlin, η απόδοση εκ μέρους του της μομφής του μονισμού στη διαφωτιστική σκέψη, σε συνδυασμό με τον εθνικιστικής υφής πλουραλισμό που υπερασπίστηκε ο καθηγητής της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ο θαυμασμός του για τον Machiavelli και η επίκληση του ιστορισμού του Herder, μα πιο πολύ ο καταλογισμός της ευθύνης στον Διαφωτισμό για τις ιδεολογικο-πολιτικές θηριωδίες του 20ού αιώνα, δίνουν επιχειρήματα στον Sternhell να εντάξει τον Berlin στους Αντιδιαφωτιστές. Πρόκειται για μια άποψη από εκείνες που θα προκαλέσουν συζητήσεις και στα παραπάνω αναφερθήκαμε ήδη σε κάποιες κρίσεις του Sternhell για το έργο του Berlin που πιθανώς θα δώσουν τροφή σε αντιρρήσεις.



Τροφή σε αντιρρήσεις θα προκαλέσουν οι αναφορές του Sternhell στο έργο της Arendt The Origins of Totalitarianism, καθώς και η ένταξη των νεοσυντηρητικών (Kristol κ.ά.) στο ρεύμα του Αντιδιαφωτισμού. Σύμφωνα με την ανάλυση του Sternhell, η Arendt φαίνεται να δικαιώνει τις απόψεις του Burke για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία διασφαλίζονται υπό την προϋπόθεση της θέσπισης ή της αποκατάστασης των εθνικών δικαιωμάτων. Η Arendt όντως αναφέρεται στον Burke λέγοντας ότι οι απόψεις του στο σημείο αυτό επιβεβαιώνονται, όμως ‘κατά τρόπο ειρωνικό’, όπως χαρακτηριστικά συμπληρώνει προκειμένου να πάρει τις αποστάσεις της από τον –κατά Sternhell– ‘Ιρλανδό λιβελογράφο’. ‘Η μοναδική πηγή του δικαίου που απομένει’, αυτό γράφει η Arendt, ‘όταν οι νόμοι της φύσης και οι εντολές του Θεού δεν μπορούν να ισχύουν, φαίνεται πράγματι να είναι το έθνος’. Η άποψη του Burke, ότι δηλαδή ‘από το έθνος και όχι από κάπου αλλού αναδύονται δικαιώματα’, χαρακτηρίζεται από ‘πραγματιστική ορθότητα’, σύμφωνα με την Arendt, καθώς όταν χάνεται κάθε ‘κοινωνική και πολιτική ποιότητα’, όπως συνέβη στην περίπτωση των Εβραίων, τότε τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορεί να στεριώσουν, καθώς αυτά δεν στεριώνουν με την επίκληση και μόνο της αφηρημένης ανθρώπινης οντότητας, υποστηρίζει η Arendt. ‘Η αφηρημένη γύμνια του να είσαι τίποτα άλλο εκτός από άνθρωπος’ (‘the abstract nakedness of being nothing but human’), γράφει η Arendt (και όχι ‘η αφηρημένη γύμνια του απλού ανθρώπου’,7 όπως φαίνεται να γράφει ο Sternhell στην ελληνική μετάφραση του βιβλίου του), για τους επιζήσαντες από τα στρατόπεδα εξόντωσης ήταν συνώνυμη της ‘φυσικής κατάστασης’ και της ‘βαρβαρότητας’ και αυτό δεν χρειάζεται κανένας Burke για να τους το επιβεβαιώσει. Σε αυτά, λοιπόν, τα θύματα του ναζισμού που κυρίως αναφέρεται η Arendt, ήταν ‘ύποπτα’ τα ανθρώπινα δικαιώματα θεμελιωμένα μόνο στην ‘αφηρημένη γύμνια του να είσαι τίποτα άλλο εκτός από άνθρωπος’, ακριβώς διότι έτσι μοιράζονταν τα ίδια δικαιώματα με τους ‘βαρβάρους’ – εν προκειμένω με τους εξολοθρευτές τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Και αυτοί που οδηγήθηκαν ή και εξολοθρεύτηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης επειδή ήταν Εβραίοι, αλλά και όσοι άλλοι οδηγήθηκαν εκεί, ‘αγκιστρώνονταν στην εθνικότητά τους διότι γνώριζαν ότι ακόμη κι αν από αυτήν δεν απορρέει κανένα δικαίωμα ή προστασία, είναι η μοναδική ιδιότητα που τους διακρίνει από τους βάρβαρους’, έγραφε ο Arendt.



Αυτά που γράφει η Arendt δεν είναι εκείνα ακριβώς που αποκρούονται από τον Sternhell. Η Arendt δεν ισχυρίζεται ότι η εθνικότητα λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά ότι όταν τα ανθρώπινα δικαιώματα καταλύονται κατά τρόπο απόλυτο και ακραίο, όπως συνέβη στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, η διατήρηση της ανθρώπινης υπόστασης απαιτεί κάτι ακόμη –μια ιδιότητα που να δημιουργεί διαφορά από εκείνους που σφετερίζονται τα δικαιώματα– από την αφηρημένη γύμνια της φυσικής ανθρώπινης κατάστασης. Διαφορετικά διατυπωμένο, εκείνο που ισχυρίζεται η Arendt είναι ότι τα φυσικά δικαιώματα δεν προστατεύουν τον άνθρωπο από τον σφετερισμό των δικαιωμάτων του· ούτε η εθνικότητα τον προστατεύει, αλλά τον διακρίνει από τον έτερο φορέα δικαιωμάτων που καταλύει τα δικαιώματα κάποιου άλλου. Οι Εβραίοι εξολοθρεύτηκαν όχι επειδή ήταν άνθρωποι, αλλά επειδή ήταν Εβραίοι, παρατηρεί ο Sternhell, αλλά και η επιχειρηματολογία της Arendt στηρίζει τον ισχυρισμό, ότι και εκείνοι που τους οδήγησαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στους θαλάμους αερίων δεν ήταν μόνο εξολοθρευτές, αλλά και Γερμανοί-ναζί και μια τέτοια διάκριση για να γίνει χρειάζεται εκείνη την άλλη ‘πολιτική και κοινωνική ποιότητα’ που επικαλείται η Arendt, εν προκειμένω το εθνικό κράτος και την εθνικότητα. Την ίδια ‘πολιτική ποιότητα’ επικαλείται και ο Sternhell για να αντικρούσει τον Croce: να μην θεωρηθεί ο φασισμός ‘παρένθεση’, όπως ήθελε ο Croce, αλλά μέρος της εθνικής ιστορίας της Ιταλίας. Πάντως, σε εκείνο που δεν συμφωνεί ο Sternhell με την Arendt είναι στην αναφορά της στον Burke. Μια τέτοια αναφορά δημιουργεί στον Sternhell την υποψία του ιστορισμού, ενώ εκείνο στο οποίο επιδίδεται η Arendt είναι η κριτική, προς μια κατεύθυνση στην οποία κινήθηκαν και οι συγγραφείς της Διαλεκτικής του Διαφωτισμού.



Με αναφορά στους νεοσυντηρητικούς, που θεωρεί ‘επιγόνους του Μπερκ’, ολοκληρώνεται το βιβλίο του Sternhell. Είναι οι νεοσυντηρητικοί του Kristol αντιδιαφωτιστές και το Reflections on the Revolution in France αποτελεί το ‘πιστοποιητικό’ τους, όπως γράφει ο Sternhell: Τα ερωτήματα θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν: είναι η Himmelfarb ‘η μεγάλη ιέρεια του αμερικανικού νεοσυντηρητισμού’ και το μανιφέστο των νεοσυντηρητικών που συνέταξε ο Kristol το 1973 αποτελεί μια επίθεση κατά του ορθολογισμού, όπως επίσης διατείνεται ο Sternhell; Τα ερωτήματα αυτά είναι μεγάλα και ο Sternhell είναι αλήθεια ότι τα πραγματεύεται με κάποια σχετική βιασύνη στον Επίλογο του βιβλίου του. Αν η αναγωγή στον Διαφωτισμό των ιδεών που οδήγησαν στα ‘μαρξιστικά’ καθεστώτα του μεταπολεμικού κόσμου (έτσι αναφέρονται από τον Kristol οι κομμουνιστικές χώρες) θεωρείται επαρκής λόγος για την ένταξη εκείνων που προβαίνουν σε μια τέτοια αναγωγή στο ρεύμα του Αντιδιαφωτισμού, τότε σίγουρα υπάρχουν καλοί λόγοι για να καταταγούν και οι νεοσυντηρητικοί στο ρεύμα αυτό. Ό,τι όμως τους διακρίνει από το αντιδιαφωτιστικό ρεύμα είναι: πρώτον, η έλλειψη νοσταλγικής διάθεσης και ‘αγάπης για το παρελθόν’, συνεπώς η απουσία του στοιχείου της παραδοσιοκρατίας που κυριαρχεί στους συντηρητικούς, όπως και της κατά Burke ‘προκατάληψης’· δεύτερον, η υπεράσπιση εκ μέρους των νεοσυντηρητικών της ιδέας της συνεχούς προόδου (παρότι προτιμούν την λέξη ‘βελτίωση’ από την λέξη ‘πρόοδο’), γεγονός που τους καθιστά μη-αρνητές οικουμενικών ιδεών· τέλος, η αναγνώριση ενός πρωτείου της πολιτικής έναντι ενός πρωτείου των αξιών αποδυναμώνει τον αποδιδόμενο σε αυτούς (και από τον Sternhell) αντιφιλελευθερισμό.8 Με τα παραπάνω δεν λέμε ότι ο Sternhell έχει άδικο στις επισημάνσεις τους για τους νεοσυντηρητικούς· λέμε, όμως, ότι οι επισημάνσεις αυτές δεν επαρκούν για να θεωρηθούν ‘επίγονοι του Μπερκ’ ο Kristol και η Himmelfarb – και αυτό, βεβαίως, όχι διότι η τελευταία ανήκει στους αγαπημένους συγγραφείς του Βρετανού Εργατικού Πρωθυπουργού G. Brown. Αντιθέτως, από το βιβλίο του Sternhell απουσιάζουν οι αναφορές στο κίνημα της Νέας Δεξιάς και στα έργα του A. de Benoist αλλά και του P. Krebs, αν και οι αρχές που υπερασπίζονται –εθνο-πλουραλισμός και διαφορική ισότητα– εκείνοι που έβγαλαν την μεταπολεμική άκρα δεξιά από το τέλμα των ιδεών στο οποίο βρισκόταν μετά τον πόλεμο, αντλούν απευθείας από τη δεξαμενή του Αντιδιαφωτισμού: προπάντων από τον Herder (ιστορισμός), τον Burke (προκατάληψη) και από τους Michelet και Spengler (ιεράρχηση των πολιτισμών).



Το βιβλίο του Sternhell είναι ένα απαιτητικό βιβλίο, είναι όμως παρόλα αυτά ένα βιβλίο που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Σε αυτό συμβάλλει ιδιαιτέρως το αιχμηρό συγγραφικό ύφος του Sternhell, συν το γεγονός ότι ο συγγραφέας ασχολείται με το γνωστικό πεδίο της ιστορίας των ιδεών, παράλληλα όμως δημιουργεί μια ιστορία των πολιτικών ιδεών του Αντιδιαφωτισμού. Με την επισήμανση αυτή θέλουμε να τονίσουμε ότι αυτό που χαρακτηρίζει το βιβλίο του Sternhell, καθιστώντας το ελκυστικό για τον αναγνώστη, είναι η συνεκτική δομή και η συνοχή της επιχειρηματολογίας του. Όσον αφορά την ελληνική έκδοση του βιβλίου, η μετάφραση είναι σε γενικές γραμμές καλή, έχει αδυναμίες όμως η επιμέλεια του βιβλίου. Η επιλογή των υπευθύνων της έκδοσης να μεταγράψουν τα ονόματα με ελληνικούς χαρακτήρες διευκολύνει τη ροή της ανάγνωσης, δυσκολεύει, όμως, τον αναγνώστη στην αναζήτηση και τον έλεγχο των βιβλιογραφικών πηγών. Μάλιστα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η έκδοση συνοδεύεται από σημειώσεις τέλους (όχι από υποσημειώσεις), ενώ απουσιάζει ένας βιβλιογραφικός κατάλογος, αλλά και ένα index ονομάτων, καθίσταται ακόμη δυσκολότερη μια τέτοια αναζήτηση και έλεγχος των πηγών.





Βασιλική Γεωργιάδου

*δημοσιευτηκε στο περιοδικό ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ 22-23ο τεύχος

Ιστοσελίδα περιοδικού: http://www.media.uoa.gr/sas/

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Το επίφοβο κενό / του Νικολα Σεβαστακη. απο τα ΕΝΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΥΓΉΣ

Το επίφοβο κενό
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 22/05/2011
του Νικολα Σεβαστακη
Μια απεργιακή πορεία χιλιάδων ανθρώπων αντιμετωπίζει τη βαναυσότητα των ΜΑΤ με αποτέλεσμα πολλούς σοβαρά τραυματίες και έναν άνθρωπο τριάντα χρόνων, τον Γιάννη Καυκά, σε κρίσιμη κατάσταση στην εντατική. Στη συνέχεια οργανώνεται πορεία εναντίον της αστυνομικής βίας και των ρατσιστικών επιθέσεων στο κέντρο της Αθήνας. Και, κάποια στιγμή, μια ομάδα κρετίνων αποφασίζει να παίξει πόλεμο με την αστυνομία περνώντας μέσα από τον κόσμο μιας λαϊκής αγοράς. Αποτέλεσμα; Τραυματίες με σοβαρά εγκαύματα και ένας άνθρωπος στα πρόθυρα του θανάτου από εισπνοή τοξικών αερίων. Πώς να χωρέσουν άραγε όλες αυτές οι στιγμές σε μια αφήγηση της παρούσας κατάστασης; Πώς να χωρέσουν τόσα συντρίμμια το νόημα που θα ήθελε να τους δώσει ο καθένας μας;
Αυτό τον καιρό καταλαβαίνω κάπως περισσότερο όλους εκείνους που τηρούν επιφυλακτική στάση απέναντι στον δημόσιο σχολιασμό και στην έκφραση θέσης. Ακόμα και εκείνους που ισχυρίζονται ότι σε αυτούς τους καιρούς ο πρώτος λόγος «πρέπει να ανήκει στους ειδικούς» και όλοι εμείς οι υπόλοιποι καλό θα ήταν «να κάνουμε απλώς τη δουλειά μας».
Καταλαβαίνω, δίχως βεβαίως να συμφωνώ. Είναι σίγουρα πιο ανακουφιστικό να γράφεις μια επιφυλλίδα για τις μεταφορές στον Σεφέρη ή ένα άρθρο για τις υποθετικές κρίσεις στον Καντ, από το να αγγίζεις μια πραγματικότητα που μοιάζει συχνά με παραλήρημα. Και μάλλον λέμε ψέματα στον εαυτό μας ότι ετούτη η πραγματικότητα μπορεί να πιαστεί από κάπου, ότι μπορούμε να εξηγήσουμε την τάση ή το γενικό πλάνο των εξελίξεων. Τα ίδια τα γεγονότα έρχονται να στραπατσάρουν με αναίδεια θεωρήματα και διανοητικές κατασκευές. Τα γεγονότα ως πολλαπλασιαστές απορίας και επιταχυντές της διάλυσης των όποιων βεβαιοτήτων χτίστηκαν την προηγουμένη.
Μια τέτοια όλο και πιο αγριεμένη πολυπλοκότητα δημιουργεί εκνευρισμό και αμήχανες αποσιωπήσεις. Σα να έχουμε πλέον διαβεί το κατώφλι όπου «όλα είναι δυνατά». Και πάντως δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε. Βρισκόμαστε και πάλι μπροστά σε μεταβολές για τις οποίες είμαστε απροετοίμαστοι. Τα όσα, ας πούμε, κυοφορούνται εδώ και καιρό στην αθηναϊκή μητρόπολη προαναγγέλλουν ένα παρόμοιο αινιγματικό κακό, για το οποίο μάλλον δεν διαθέτουμε το κατάλληλο όνομα. Θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε άνοδο της απανθρωπιάς. Ή, αλλιώς, μια συνθήκη πανικόβλητης εχθροπάθειας. Η επένδυση αυτής της εχθροπάθειας στον ρατσισμό του μαχαιροβγάλτη ή στους φετιχισμούς της αντεκδίκησης μπορεί να συνιστά απλώς την εξωτερική περίμετρο που αποκρύπτει μια ολόκληρη «τοπογραφία του φόβου», για να δανειστώ την εύστοχη έκφραση της Λίλας Λεοντίδου.
Ποια σχέση έχει άραγε αυτή η διογκωμένη εχθροπάθεια με την αίσθηση αδυναμίας και ταπείνωσης των ανθρώπων; Να ίσως το πιο άβολο ερώτημα για το άμεσο μέλλον. Και είναι το πιο δύσκολο ερώτημα, διότι μέρα τη μέρα αποκαλύπτεται ότι υπάρχει αδυναμία να αναπαραστήσουμε τον αντίπαλο και τη σχέση μας μαζί του. Όσο μάλιστα περισσότερο ακατανόητη γίνεται η σύσταση των παθών και των συναισθημάτων που κυκλοφορούν στον αέρα, τόσο μεγαλώνει και ο πειρασμός της παραγνώρισής τους.
Η εχθροπάθεια, το φάντασμα της συνωμοσίας, η αφελής προσωποποίηση του πολιτικού κακού, όλα αυτά δείχνουν ότι δεν λειτουργεί πλέον (μια ή άλλη) κοινωνική αναπαράσταση των κινδύνων και των δυνατοτήτων αλλά μια σειρά κρότων, απότομων σιωπών και αιφνιδιασμών. Αυτή η ακολουθία σπασμών στο κενό κοινωνικής αντιπροσώπευσης και συμβολικής αναπαράστασης της «εξόδου από την κρίση» φτιάχνει κάτι βουβό και επίφοβο. Από τη βουβαμάρα της ξεκούρδιστης ζωής προκύπτει και το κραυγαλέο, η μετατροπή δηλαδή της κοινωνικής κρίσης σε σκηνικό ενός μακάβριου χάπενινγκ όπου όλα πια μπορείς να τα περιμένεις.
Τι κυοφορεί άραγε αυτό το σκοτεινό χάπενινγκ; Θεωρητικά, πάντοτε, όλα είναι ανοιχτά για το καλύτερο ή για το χειρότερο. Μέχρις στιγμής ωστόσο η παρτίδα τείνει προς το χειρότερο. Εννοώ συγκεκριμένα την εκκόλαψη ενός (αντι)πολιτικού πρωτογονισμού με ακροδεξιά χαρακτηριστικά. Η ιδιομορφία της συγκυρίας ευνοεί εμφανώς την εδραίωση ενός χώρου μνησίκακης εκκαθάρισης, ενός χώρου ο οποίος ήδη λειτουργεί ως το αρνητικό είδωλο της αντισυστημικής δυσαρέσκειας.
Προσοχή όμως: αυτό το αρνητικό είδωλο δεν είναι απλώς η παρωδία και η ιδεολογική φενάκη που προορίζεται να διαλυθεί με το «βάθεμα της κρίσης» και την αποτίναξη κάποιων ψευδαισθήσεων. Ήδη έχει γίνει φανερό ότι οι φορείς του μπορεί να ιδιοποιούνται τα πάντα και να «γίνονται τα πάντα» διαστρέφοντας νοήματα και σημασίες. Τα λεξιλόγια της άμεσης δημοκρατίας, της αυτοοργάνωσης του απλού πολίτη, της ρήξης με τον ελιτίστικο καθεστωτισμό, όλα αυτά μπορεί να γίνονται εργαλεία της ίδιας της «ριζοσπαστικοποιημένης» ακροδεξιάς. Και μάλιστα αυτή η τελευταία επιδιώκει να καθορίσει το πεδίο της σύγκρουσης με τους δικούς της κυνικούς όρους. Επειδή κινείται με άνεση εντός της «τοπογραφίας του φόβου» μπορεί να εμφανίζεται συγχρόνως ως κορύφωση του ηθικού αναβρασμού και ως άσβεστη επιθυμία για αστυνομία, ως εξέγερση του πολίτη και ως λαχτάρα για εκείνη την «ακλόνητη» τάξη που θα τερματίσει το χάος από το οποίο και η ίδια τρέφεται. Ξεκινώντας από την ιδέα της γενικής παλιανθρωπιάς και της καθολικής απάτης, τούτη η ακροδεξιά «ριζοσπαστικοποίηση» γνωρίζει να κολυμπά καλύτερα από όλους τους αριστερούς στα βαλτώδη της κρίσης.
Ίσως λοιπόν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακροδεξιά αντιστροφή των αξιών, σε εκδοχές οργής οι οποίες μεταφράζουν τον πιο παράδοξο από όλους τους εξτρεμισμούς: τον εξτρεμισμό του νοικοκύρη, την έκτακτη πολεμική κινητοποίηση των ίδιων των «κοινών τόπων» τους οποίους ακούει κανείς στα λεωφορεία και στα ταξί.
Δεν έχουμε φτάσει, ακόμα, σε ένα τέτοιο σημείο. Τίποτα όμως δεν εγγυάται ότι δεν θα πλησιάσουμε, και ίσως σύντομα, προς τα εκεί. Όσες απαντήσεις για το χρέος και το Μνημόνιο και αν κατατεθούν στις ημερίδες της Αριστεράς.
Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

Πηγές περι Σορέλ 1. ZEEV STERNHELL O ΑΝΤΙΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ Εκδ ΠΟΛΙΣ ΠΗΓΗ ΝΟ 2: Robert O. Paxton Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ Κεδρος 2006. επίσης:Νίκος Πουλατζάς - Φασισμός και Δικτατορία .....



Όποιος θέλει πραγματικά να μάθει τι είπε ο Σορέλ ..΄ας διαβάσει ένα   από τα καλυτερα μεταφρασμένα Βιβλία  του μεγάλου συγχρόνου μελετητή της 'επαναστατικής  -άκρας - δεξιας'' 

ZEEV STERNHELL

O  ΑΝΤΙΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ
Εκδ ΠΟΛΙΣ ,2009

ΜΤΦ ΑΝΝΑ ΚΑΡΑΚΑΤΣΟΥΛΗ
σ 411 κ.ε.

δειτε και την αντιμετωπιση ενος  εξαιρετικου εργου , στα σχόλια εδώ :

Carlo Salzani-Η βία ως καθαρή πράξη: Μπένγιαμιν και Σορέλ (πρώτο μέρος)

Carlo Salzani-Η βία ως καθαρή πράξη (δεύτερο μέρος)

Carlo Salzani-Η βία ως καθαρή πράξη (τρίτο μέρος)

 http://radicaldesire.blogspot.com/search/label/Sorel

Carlo Salzani-Η βία ως καθαρή πράξη (έκτο μέρος)

για τον     ZEEV STERNHELL

http://nosferatos.blogspot.com/2011/04/zeev-sternhell-wikipedia-free.html
για να διουμε  καιτιι ηταν αυτος ο.. 

Bertrand de Jouvenel 

(λεω..Μηπως ηταν κανας ..αριστερος ...!)

(σημειωση: Ελπίζω να μην χρειαστει να κανω καμμια αναρτηση για τά πλαστα  Πρωτοκολλα .. )

για το Ουτε Αριστερά ουτε Δεξια  του Στερνχελ δειτε  μια προχειρη αναζητηση στο Γκουγκλ
http://nosferatos.blogspot.com/2011/04/ne-destra-ne-sinistra-la-nascita.html

ΠΗΓΗ ΝΟ 2:  Robert O. Paxton Η   ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ μτφ Κατερινα Χαλμουκου , Κεδρος  2006  σ 73 κατω
ΠΗΓΗ νο 3 Φρανσουά Σατελέ , Οι πολιτικές αντιλήψεις του 20ου αιωνα , Εκ Ραππα 1982 ..σ 156, 278.κε

ΠΗΓΗ ΝΟ 4    :

Πουλαντζας για τον Σορέλ και την επιδραση του στον Ιταλικο φασισμό Πηγή :Νίκος Πουλατζάς - Φασισμός και Δικτατορία (ολόκληρο το βιβλίο) Μέρος 5

 επισης. Α. Λιακου  
H αισθητική της καταστροφής
Τι άλλαξε;

http://nosferatos.blogspot.com/2011/04/h_788.html

Η «μαμή της Ιστορίας»ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΟΥΔΗΣ''Φαίνεται σήμερα ευνόητο, γιατί λίγο πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Sorel συμμάχησε με την ακροδεξιά εθνικιστική οργάνωση «Action Francaise» (Γαλλική Δράση) του Ch. Maurras και γιατί αμέσως μετά τον πόλεμο ο Mussolini τον αναγνώρισε ως τον πρώτο ιδεολογικό δάσκαλό του.''

 

 

Georges Sorel: Biography from Answers.com

]
Disappointed by the CGT, Sorel associated himself for a period in 1909-1910 with Charles Maurras' Action française,

περι Στερνχελ δειτε:

Βασιλική Γεωργιάδου:ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ:Zeev Sternhell, Ο Αντι-Διαφωτισμός. Από τον 18ο Αιώνα ως τον Ψυχρό Πόλεμο, μτφ. Άννα Καρακατσούλη, επιμ. Α. Κιούπκιολης, Εκδ. Πόλις, Αθήνα 2009 (τίτλος πρωτοτ. Les anti-Lumières. Du XVIIIe siècle à la guerre froide, Librairie Arthème Fayard, 2006), 627 σελ

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

ποιος ητο ο Bertrand de Jouvenel ο οποιος μηνυσε τον Στερνχελ και τον οποιον επικαλουνται οι Συγχρονοι Σορελιανοι;... Και μερικά περι zeev Stenhell παλι απο την Wiki ...

http://en.wikipedia.org/wiki/Bertrand_de_Jouvenel

Bertrand de Jouvenel

From Wikipedia, the free encyclopedia
Bertrand de Jouvenel
Full name Bertrand de Jouvenel
Born 31 October 1903
Paris, France
Died 1 March 1987 (aged 83)
Paris, France
Was 20th century French philosophy
Region Western Philosophy
Bertrand de Jouvenel des Ursins, usually known only as Bertrand de Jouvenel (31 October 1903, Paris – 1 March 1987) was a French philosopher, political economist, and futurist.

Contents

[hide]

Life

Bertrand was the heir of an old family from the French nobility, coming from the Champagne region. He was the son of Henri de Jouvenel and Sarah Boas, the daughter of a Jewish industrialist. Henri divorced Sarah in 1912 to become the second husband of French writer Colette. In 1920, when he was a mere 16, Bertrand began an affair with his stepmother, who was then in her late 40s. The affair ended Colette's marriage and caused a scandal. It lasted until 1924. Some believe Bertrand to be the role model for the title character in Colette's novel Chéri, but in fact she had published about half the book, in serial form, before she and her stepson met for the first time, in the spring of 1920. In the 1930s, he participated to the Cahiers Bleus, the review of Georges Valois' Republican Syndicalist Party. From 1930 to 1934, De Jouvenel had an affair with the American war correspondent Martha Gellhorn. They would have married had his wife agreed to a divorce.[1]
In his memoirs, The Invisible Writing, Arthur Koestler recalled that in 1934, Jouvenel was among a small number of French intellectuals who promised moral and financial support to the newly-established Institut pour l'Étude du Fascisme, a supposedly self-financing enterprise of the Popular Front. Other personalities to offer support were Professor Langevin, the Joliot-Curies, André Malraux, etc.[2]
However, that same year, Jouvenel was impressed by the riot of the antiparliamentary leagues that occurred on February 6, 1934, became disillusioned with traditional political parties and left the Radical Party. He began a paper with Pierre Andreu called La Lutte des jeunes (The Struggle of the Young) while at the same time contributing to the right wing paper Gringoire, for which he covered the 1935 Nuremberg Congress in Germany where the infamous Nuremberg Laws were passed. He began frequenting royalist and nationalist circles, where he met Henri de Man and Pierre Drieu la Rochelle.[3]
He was in favour of Franco-German rapprochement and created the « Cercle du grand pavois », which supported the Comité France–Allemagne (Franco-German Committee). Here he became friends with Otto Abetz, the future German ambassador to Paris during the occupation.[4] In February 1936 he interviewed Adolf Hitler for the journal Paris-Midi, for which he was criticised for being too friendly to the dictator.
That same year he joined Jacques Doriot's Parti populaire français (PPF).[5] He became the editor in chief of its journal L'Émancipation nationale (National Emancipation), wherein he supported facsism. He broke with the PPF in 1938 when Doriot supported the Munich Agreement.
Jouvenel's mother passionately supported Czechoslovakian independence, and so he began his career as a private secretary to Edvard Beneš, Czechoslovakia's first prime minister. In 1947, along with Friedrich Hayek, Jacques Rueff, and Milton Friedman, he founded the Mont Pelerin Society. Later in life, de Jouvenel established the Futuribles International in Paris.
Jouvenel was among the very few French intellectuals to pay respectful attention to the economic theory and welfare economics that emerged during the first half of the 20th century in Austria, Italy, the United Kingdom, and the United States. This understanding of economics is shown by his The Ethics of Redistribution.
Dennis Hale of Boston College has co-edited two volumes of essays by Jouvenel.[1]

The Sternhell Controversy

Zeev Sternhell published a book, Ni Droite, ni gauche ("Neither Right nor Left"), accusing De Jouvenel of having had fascist sympathies in the 1930s and 40s. De Jouvenel sued in 1983, claiming nine counts of libel, two of which the court upheld. However, Sternhell was required neither to publish a retraction, nor to strike any passages from future printings of his book.[6]

Notes

  1. ^ For a detailed account of Jouvenel's affair with Martha Gellhorn see Caroline Moorehead: Martha Gellhorn: A Life, Chatto & Windus, London 2003, ISBN 0701169516 (hardback).
  2. ^ Arthur Koestler, The Invisible Writing, Collins and Hamish Hamilton, London 1954. Republished in 1969 by Hutchinson (Danube edition) ISBN 0090980301. p. 297
  3. ^ The century intellectuals Winock Michel, ed. Threshold, p.410.
  4. ^ Bertrand de Jouvenel, A traveler in the century (1903-1945), tome 1, Editions Robert Laffont, Paris, 1979
  5. ^ Laurent Kestel, "The commitment of Bertrand de Jouvenel the WP from 1936 to 1939, intellectual party and political entrepreneur," French Historical Studies, n.30, Winter 2007, p. 105-125
  6. ^ Robert Wohl, 1991, "French Fascism, Both Right and Left: Reflections on the Sternhell Controversy", The Journal of Modern History 63: 91-98.

Bibliography

  • On Power: The Natural History of Its Growth
  • The Ethics of Redistribution
  • Sovereignty: An Inquiry into the Political Good
  • The Pure Theory of Politics
  • The Art of Conjecture

Further reading

Zeev Sternhell

From Wikipedia, the free encyclopedia
Zeev Sternhell
Born 1935 (age 75–76)
Przemysl , Poland
Alma mater Hebrew University of Jerusalem , Institute d'Études Politiques de Paris
Occupation Historian, writer
Known for Research on the roots of Fascism
Religion Jewish
Spouse Ziva
Children Two daughters
Awards Israel Prize, 2008
Zeev Star Hell ( Hebrew : זאב שטרנהל , born 1935) is an Israeli historian and one of the world's leading experts on Fascism . [ 1 ] Hell star headed the Department of Political Science at the Hebrew University of Jerusalem and writes for Haaretz newspaper.

Contents

[hide]

[edit] Biography

Zeev Sternhell was born in Przemyśl, Poland to an affluent secular Jewish family with Zionist tendencies. His grandfather and father were textile merchants.[2] When Russia occupied eastern Poland, Russian troops took over part of his home. His father died of natural causes. A few months after Operation Barbarossa, the family was sent to the ghetto.[2] His mother and older sister, Ada, were killed by the Nazis when he was seven years old. An uncle who had a permit to work outside the ghetto smuggled him to Lwow.[3] The uncle found a Polish officer who was willing to help them. Supplied with false Aryan papers, Sternhell lived with his aunt, uncle and cousin as a Polish Catholic. After the war, he was baptized, taking the Polish name Zbigniew Orolski.[2] He became an altar boy in the Cathedral of Krakow. In 1946, at the age of 11, Sternhell was taken to France on a Red Cross children's train, where he lived with an aunt. He learned French and was accepted to a school in Avignon despite stiff competition.[2]
In the winter of 1951, at the age of 16, Sternhell immigrated to Israel under the auspices of Youth Aliyah, and was sent to Magdiel youth village.[3] In the 1950s, Sternhell served as a platoon commander in the Golani infantry brigade, including the Sinai war. He fought as a reservist in the Six-Day War, the Yom Kippur War and the Lebanon War.[2]
In 1957-1960, he studied history and political science at the Hebrew University of Jerusalem, graduating with a BA cum laude. In 1969, he was awarded a Ph.D. from the Institut d'Études Politiques de Paris[4] for his thesis on The Social and Political Ideas of Maurice Barrès.
Sternhell lives in Jerusalem with his wife Ziva, an art historian. They have two daughters.

[edit] Academic career

In 1976, Sternhell became co-editor of The Jerusalem Quarterly, remaining an active contributor until 1990. In 1981, he became a professor of political science at the Hebrew University of Jerusalem. In 1989, he was elected to the Léon Blum Chair of Political Science at the Hebrew University and became a member of the Editorial Board of History and Memory. In 1991, the French government awarded him the title of "Chevalier de l'Ordre des Arts et des Lettres" for his outstanding contribution to French culture. In 1996, he was a member of the Editorial Board of the Journal of Political Ideologies.

[edit] Awards

In 2008, Sternhell was awarded the Israel Prize, for Political Science.[5][6][7]

[edit] Research

Zeev Sternhell traces the roots of Fascism to revolutionary far-left French movements, adding a branch, called the 'revolutionary right', to the three traditional right-wing families cited by René Rémond - (legitimism, orleanism and bonapartism). The main influences, according to Sternhell were:
His research has sparked criticism, in particular from French scholars who argue that the Vichy regime (1940–1944) was of a more traditional conservative persuasion, although belonging to the far-right, than it was counter-revolutionary, counter-revolutionary ideas being a main characteristic of fascism. René Rémond has questioned Sternhell's attribution of 'boulangisme' to the revolutionary right-wing movements. Some scholars say that Sternhell's thesis may shed important light on intellectual influences of fascism, but fascism in itself was not born of a sole ideology and its sociological make-up and popularity among the working classes must also be taken into account.
Stanley G. Payne, for example, remarks in A History of Fascism that "Zeev Sternhell has conclusively demonstrated that nearly all the ideas found in fascism first appeared in France".[8] But Fascism itself developed as a political movement in Italy, from where it exercised a prolonged influence on Nazism.
Sternhell's identification of Spiritualism with Fascism has also given rise to debate, in particular his claim that Emmanuel Mounier's personalism movement "shared ideas and political reflexes with Fascism". Sternhell has argued that Mounier's "revolt against individualism and materialism" would have led him to share the ideology of Fascism.[9]

[edit] Controversies

Sternhell was taken to court by Bertrand de Jouvenel, in 1983, after Sternhell published his work Ni Droite, ni gauche (Neither Right nor Left). Jouvenel sued Sternhell on nine counts, and Sternhell was subsequently convicted for defamation. In his book, Sternhell accused Jouvenel of having had Fascist sympathies. Convicted on two counts, Sternhell did not however need to retract his remarks from the book.[10]
In a 2001 Hebrew op-ed piece in the Israeli Haaretz newspaper, Sternhell wrote that he recognized the legitimacy of Arab terror in Judea and Samaria, and suggested that the Arab terrorists focus their killings on the settlers living in Judea and Samaria. This would have the benefit of underlining the border between Israel within the green line and Judea and Samaria.[11]
He similarly wrote in Davar in 1988 that "only those prepared to demolish Ofra with tanks would be able to stop the fascist erosion which threatens the Israeli Democracy".[12]

[edit] Political views

Regarding Zionism, Sternhell said in an interview with Haaretz:
I am not only a Zionist, I am a super-Zionist. For me, Zionism was and remains the right of the Jews to control their fate and their future. I consider the right of human beings to be their own masters a natural right. A right of which the Jews were deprived by history and which Zionism restored to them. That is its deep meaning. And as such, it is indeed a tremendous revolution that touches the lives of each of us. I felt that revolution when I immigrated to Israel alone at the age of 16. Only then, when I disembarked at Haifa from the ship Artza, did I stop being an object of others' action and became a subject. Only then did I become a person who is in control of himself and not dependent on others.[13]
Sternhell is a long-time supporter of the Israeli peace camp and writes critically in the Israeli press about the Israeli occupation and policy toward the Palestinians. In The Founding Myths of Israel (published in Hebrew in 1995) Sternhell says the main moral justification the Zionists gave for the founding of Israel in 1948 was the Jews' historical right to the land. In the epilogue, he writes:
In fact, from the beginning, a sense of urgency gave the first Zionists the profound conviction that the task of reconquering the country had a solid moral basis. The argument of the Jews' historical right to the land was merely a matter of politics and propaganda. In view of the catastrophic situation of the Jews at the beginning of the century, the use of this argument was justified in every way, and it is all the more legitimate because of the threat of death hanging over the Jews. Historical rights were invoked to serve the need of finding a refuge.[14]
Sternhell argues that after the Six-Day war in 1967, the threat to the Jews had disappeared, which changed the moral basis for retaining conquests:
No leader was capable of saying that the conquest of the West Bank lacked the moral basis of the first half of the twentieth century, namely the circumstances of distress on which Israel was founded. A much-persecuted people needed and deserved not only a shelter, but also a state of its own. [...] Whereas the conquests of 1949 were an essential condition for the founding of Israel, the attempt to retain the conquests of 1967 had a strong flavor of imperial expansion.[15]
Sternhell sees Jewish settlement on the West Bank as a wish of religious Zionism and part of labour Zionism, that the more moderate part of labour Zionism was unable to withstand because this wish was in line with deep Zionist convictions. He sees settlement on the West Bank as a danger to "Israel's ability to develop as a free and open society", because it puts nationalistic aims over social and liberal aims.
He says something fundamental changed with the Oslo agreements: "In the history of Zionism the Oslo agreements constitute a turning point, a true revolution. For the first time in its history, the Jewish national movement recognized the equal rights of the Palestinian people to freedom and independence."[16] He ends the epilogue with: "The only uncertain factor today is the moral and political price Israeli society will have to pay to overcome the resistance that the hard core of the settlers is bound to show to any just and reasonable solution."[17]

[edit] Controversy with settler movement

Sternhell won the Israel Prize in political science in February 2008. His political views provoked a stormy reaction amongst supporters of the settlers' movement. Supporters of Sternhell have said he was repeatedly threatened with violence for his views.[18] His opponents tend to claim that Sternhell's writings support terrorism and promote state violence against Jewish settlers in the West Bank.[19]

[edit] Attack

On September 25, 2008, Sternhell was the victim of a pipe bomb attack at his home, and was lightly hurt.[20] Jerusalem police, who found fliers offering more than 1 million shekels (approximately $300,000) to anyone who kills members of Peace Now at the scene, suspected that he was attacked by right-wing settler extremists for his views. From his hospital bed, Sternhell said that "the very occurrence of the incident goes to illustrate the fragility of Israeli democracy, and the urgent need to defend it with determination and resolve". "On the personal level," he continued, "if the intent was to terrorize, it has to be very clear that I am not easily intimidated; but the perpetrators tried to hurt not only me, but each and every one of my family members who could have opened the door, and for that there is no absolution and no forgiveness."[21]
After his release from hospital, he said he will continue to voice his opinions. French Foreign Minister Bernard Kouchner condemned the attack, saying "The assault on Professor Sternhell is an assault on values of peace and brotherhood that served as an inspiration to Israel's founding fathers".[22] When the investigation was launched, right wing settlers groups made claims that the bombing had been carried out by agents provocateurs.[23]
In October 2009, Israel police arrested Yaakov “Jack” Teitel, a Florida-born religious Jew, for the attack on Zeev Stenhell. Teitel (aged 36), a father of four, lived in Israel for several months in 1997 and subsequently emigrated to Israel in 2000. He was arrested after handing out posters in an ultra-orthodox Jerusalem neighbourhood praising a shooting at a Tel Aviv gay club. Israel police revealed that Teitel, who apparently acted alone, also admitted a string of other terrorist attacks and attempted attacks, including murdering a Palestinian taxi driver and a West Bank shepherd in 1997 and an attack on the home of a Messianic Jew in Ariel in 2008.[24][25]

[edit] Published work

  • "Fascist Ideology", Fascism, A Reader's Guide, Analyses, Interpretations, Bibliography, edited by Walter Laqueur, University of California Press, Berkeley, 1976. pp 315–376.
  • Neither right nor left. Fascist Ideology in France , Paris: Editions du Seuil, 1983, transl. Neither Right nor Left: Fascist Ideology in France , Princeton Univ. Press, 1995 ( ISBN 0-691-00629-6 )
  • The Birth of Fascist Ideology, with Mario Sznajder and Maia Asheri, published by Princeton University Press, 1989, 1994 (ISBN 0-691-03289-0) (ISBN 0-691-04486-4)
  • The Founding Myths of Israel: Nationalism, Socialism, and the Making of the Jewish State Princeton Univ. Press, 1999 (ISBN 0-691-00967-8; e-book ISBN 1-4008-0770-0) (abstract)
  • Maurice Barrès nationalisme et le français ("Maurice Barrès and French nationalism") - Bruxelles: Editions Complexe, 1985; Originally published by A. Colin, 1972.
  • The revolutionary right, 1885-1914. French origins of Fascism , Paris: Seuil, 1978 and Paris: Gallimard, "Folio History, 1998.
  • "Paul Déroulède and the origins of modern French nationalism," Journal of Contemporary History, vol. 6, no. 4, 1971, pp. 46–70.
  • "The Roots of Popular Anti-Semitism in the Third Republic", in Frances Malino and Bernard Wasserstein, eds. The Jews in Modern France, Hanover and London: University Press of New England, 1985.
  • The political culture of nationalism ", in Robert Tombs, ed. Nationhood and Nationalism in France, from Boulanger to the Great War, 1889-1918 , London: Harper Collins, 1991.
  • The anti-Enlightenment tradition of the seventeenth century to the Cold War , Paris: Fayard, 2006 and Paris: Gallimard, "Folio History (Revised and Expanded Edition), 2010; transl.: The Anti-Enlightenment Tradition , Yale University Press , 2009 (ISBN13 9780300135541, ISBN10: 0300135548)

[edit] See also

[edit] References

  1. ^ Roger Griffin. The Nature of Fascism. Routledge. 1993. p. 6
  2. ^ a b c d e Amazing grace - Haaretz - Israel News
  3. ^ a b Haaretz's Ze'ev Sternhell wins Israel Prize in political science - Haaretz - Israel News
  4. ^ Zeev Sternhell (nias)
  5. ^ Ha'aretz 8 February 2008 Haaretz's Sternhell wins Israel Prize in political science By Tamara Traubmann
  6. ^ "Israel Prize Official Site (in Hebrew) - Recipient's C.V.".
  7. ^ "Israel Prize Official Site (in Hebrew) - Judges' Rationale for Grant to Recipient".
  8. ^ Stanley G. Payne, A History of Fascism, pg 291.
  9. ^ See Zeev Sternhell, "Fascism Sur le et sa version française," in Le Débat , November 1984, "Emmanuel Mounier et la contestation de la démocratie dans la France des années liberal 30", in Revue française de science politique , December 1984 And Also John Hellman 's book, from Which he Takes Of His many sources, Emmanuel Mounier and the New Catholic Left, 1930-1950 , University of Toronto Press, 1981. See also Denis de Rougemont , Mounier et Mme Jean-Marie Domenach dans Le personnalisme d'Emmanuel Mounier hier et demain , Seuil, Paris, 1985.
  10. ^ Robert Wohl. French Fascism, Both Right and Left: Reflections on the Sternhell Controversy. The Journal of Modern History, Vol. 63, No. 1, (1991), pp. 91-98.
  11. ^ http://www.haaretz.co.il/hasite/spages/33854.html מול ממשלה סהרורית
  12. ^ http://www.haaretz.co.il/hasite/spages/1024731.html הסדין האדום של הימין
  13. ^ Amazing grace
  14. ^ Z. Sternhell, 1998, 'The Founding Myths of Israel', ISBN 0-691-01694-1, p.338
  15. ^ Z. Sternhell, 1998, 'The Founding Myths of Israel', ISBN 0-691-01694-1, p.336
  16. ^ Z. Sternhell, 1998, The Founding Myths of Israel, ISBN 0-691-01694-1, p.339
  17. ^ Z. Sternhell, 1998, 'The Founding Myths of Israel', ISBN 0-691-01694-1, p.345
  18. ^ Dichter: Prof attack takes us back to days of Rabin assassination Shahar Ilan and Roni Singer-Heruti, Haaretz, 26/09/2008
  19. ^ Israel Prize to go to Pro-Terror, Pro-Civil War Prof, Gil Ronen, Arutz Sheva
  20. ^ Rory McCarthy (September 26, 2008). "Israeli peace advocate attacked". The Guardian. Retrieved 2008-10-03.
  21. ^ Dichter: Prof attack takes us back to days of Rabin assassination, by Shahar Ilan and Roni Singer-Heruti, Haaretz, 26 September 2008
  22. ^ Glickman, Aviad (26/09/2008). "Prof. Sternhell: I'll continue to voice my views" . Ynetnews . Retrieved 9/26/2008 .
  23. ^ Ha'aretz news in Brief' October 05, 2008. The Campaign for Saving the People and the Country claims that the bombing, generally believed to have been carried out by right-wing extremists in response to Sternhell's left-wing political activism, was a provocation aimed at turning public opinion against the settlers to make future evacuations easier. "The timing and nature of the operation leave no room for doubt it was the work of a provocateur," it wrote. (Ofra Edelman)
  24. ^ The Irish Times, 2nd November 2009. http://www.irishtimes.com/newspaper/world/2009/1102/1224257903312.html
  25. ^ Haaretz 1st November 2009 http://www.haaretz.co.il/hasen/spages/1125062.html

[edit] External links

    Η Φωλιά του Κούκου τότε ( 1975 ) και σήμερα

    Η ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ( 1975 ) ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΙΔΑ 51 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ...ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ( ΚΑΙ ..ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ) . - Ξανά είδα ...