Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπενγιαμιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπενγιαμιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Γνωρίζοντας τον Benjamin μέσα από τον Michael LöwyΤου Κώστα Σβόλη.αποσπασμα : ναδημοσιευση απο το www.hitandrun.g

lowy_book
Στο συγκεκριμένο βιβλίο, ο Löwy επιχειρεί μια δικιά του ανάγνωση του έργου του Benjamin Για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας (1940). Μια ανάγνωση που προσπαθεί να δει πέρα από τις τρεις κυρίαρχες σχολές ερμηνευτικής των θέσεων, τις οποίες αναπτύσσει ο Benjamin στο συγκεκριμένο έργο. Δηλαδή:
Α) Την Υλιστική σχολή, κατά την οποία ο W.B. είναι ένας μαρξιστής και οι θεολογικές του διατυπώσεις πρέπει να θεωρηθούν ως μεταφορές.
Β) Τη Θεολογική σχολή, κατά την οποία ο W.B. είναι πάνω από όλα ένας Εβραίος θεολόγος και ο μαρξισμός του είναι απλώς ορολογία.
Γ) Την σχολή των Αντιφάσεων, κατά την οποία η προσπάθεια του W.B. να συμβιβάσει τον υλισμό με το μεσσιανισμό είναι αποτυχημένη, αφού αυτά τα δύο ζεύγη είναι ασύμβατα. Στην ανάγνωση του Löwy o W.B. είναι ταυτόχρονα μαρξιστής και θεολόγος και προσπαθεί να ξεπεράσει τις αντιφάσεις αυτών των δυο αντιλήψεων με το να τις επανερμηνεύει, να τις μεταμορφώνει, να τις τοποθετεί σε μια σχέση αμοιβαίας διαύγασης. Δεν ξέρω εάν η ερμηνεία του Löwy είναι η πιο κοντινή σε αυτό που ήθελε να διατυπώσει ο ίδιος ο W.B. με τις θέσεις του. Νομίζω, όμως, ότι αυτό που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η ουσία αυτής της ερμηνείας, και όχι το πόσο αποδίδει ή όχι το πνεύμα του W.B.
Έχει, όμως, σημασία να δούμε το ιστορικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο ο W.B. γράφει τις θέσεις Για τη Φιλοσοφία της ιστορίας στις αρχές του 1940, λίγο πριν την προσπάθεια του συγγραφέα να ξεφύγει από την Γαλλία του Vichy. Μερικούς μήνες μετά, ο Benjamin αυτοκτονεί στα γαλλοϊσπανικά σύνορα το Σεπτέμβρη του 1940, ενώ έχει εμπιστευτεί το χειρόγραφο στην Χάννα Άρεντ, με την παραγγελία να το παραδώσει στους Αντόρνο και Χορκχάιμερ, τους εξόριστους στις ΗΠΑ στοχαστές της Σχολής της Φρανκφούρτης. Έχει προηγηθεί η άνοδος του φασισμού και του ναζισμού στην Ευρώπη, την οποία η ευρωπαϊκή αριστερά (τόσο η σοσιαλδημοκρατία, όσο και τα ορθόδοξα κομμουνιστικά κόμμα) όχι μόνο δεν κατάφεραν να αναχαιτίσουν, αλλά σε μεγάλο βαθμό υποτίμησαν ως κίνδυνο (είναι χαρακτηριστικό ότι το 1933 το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν πεπεισμένο ότι η νίκη του Χίτλερ ήταν εφήμερη). Ήδη αποτελούν ιστορία και το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης τον Αύγουστο του 1939 και η κατοχή του μεγαλύτερου μέρους της Ευρώπης από τα ναζιστικά στρατεύματα.
Εάν βρίσκω αρκετά ενδιαφέρον να ασχοληθεί κανείς με τις θέσεις του Benjamin και την ανάγνωση του Löwy, αυτό οφείλεται στο ότι ανοίγουν μια σειρά από κριτικές θεωρήσεις πάνω σε αντιλήψεις, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό, ακόμα και σήμερα, είναι υπολογίσιμες μέσα στo ριζοσπαστικό αντικαπιταλιστικό κίνημα. Πρόκειται για ζητήματα όπως ο ντετερμινισμός, ο θετικισμός, η ιδεολογία της προόδου, ο ιστορικισμός. Η επίθεση του W.B. στο συντηρητικό ιστορικισμό, το σοσιαλδημοκρατικό εξελικτισμό και το χυδαίο υλισμό φαίνεται να έχει τη σημασία της ακόμα και στις μέρες μας. Η επίθεση του W.B. στην ιδεολογία της προόδου δε γίνεται στο όνομα του παρελθοντολογικού συντηρητισμού, αλλά στο όνομα της επανάστασης. Σε ένα από τα πρώτα άρθρα του W.B., δημοσιευμένο το 1913, με τίτλο Ramantik επαναλαμβάνει πολλές από τις στιγμές της ρομαντικής κριτικής στη νεωτερικότητα, που όμως είναι κοινές με την επαναστατική κριτική στη νεωτερικότητα- τη μεταμόρφωση των ανθρώπινων όντων σε «μηχανές για εργασία», την υποβίβαση της εργασίας σε μια απλή τεχνική, την απελπισμένη υποταγή των ανθρώπων στον κοινωνικό μηχανισμό, την αντικατάσταση των «ηρωικών επαναστατικών προσπαθειών του παρελθόντος» από την θλιβερή πορεία (μια πορεία σαν του κάβουρα) της εξέλιξης και της προόδου.
Στις θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας, ο Benjamin επιτίθεται στο σοσιαλδημοκρατικό μαρξισμό, μείγμα θετικισμού, δαρβινικού εξελικτισμού και τελετουργίας της προόδου. Ο στόχος του είναι να εμβαθύνει και να ριζοσπαστικοποιήσει την αντίθεση ανάμεσα στο μαρξισμό και τις αστικές φιλοσοφίες της ιστορίας, να οξύνει την επαναστατική δυνατότητα της και να ανυψώσει το κριτικό περιεχόμενο. Και, όπως επισημαίνει και ο Löwy, βρίσκει ένα στήριγμα στο έργο του Καρλ Κορς, ενός από τους πιο αξιόλογους στοχαστές του ρεύματος του συμβουλιακού κομμουνισμού. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι η στροφή του W.B. στο μαρξισμό συντελέστηκε όταν διάβασε το βιβλίο του Λούκατς Ιστορία και ταξική συνείδηση. Ενάντια στο ντετερμινισμό ο Benjamin συλλαμβάνει την επανάσταση όχι ως το «φυσικό» ή το «αναπόφευκτο» αποτέλεσμα της τεχνικής και επιστημονικής προόδου (της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων), αλλά ως τη διακοπή μιας ιστορικής εξέλιξης, η οποία οδηγεί στην καταστροφή. Η τοποθέτηση του W.B. προσεγγίζει την τοποθέτηση της Rosa Luxemburg και την περίφημη ρήση της «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Ο W.B. είναι από τους λίγους αριστερούς στοχαστές εκείνης της εποχής που είχε την προαίσθηση των φρικιαστικών συμφορών, τις οποίες θα γεννούσε η κρίση του βιομηχανικού και αστικού πολιτισμού. Ο σοσιαλιστικός ντετερμινισμός, που διαπερνούσε τόσο την σοσιαλδημοκρατία, όσο και τον ορθόδοξο κομμουνισμό, ήταν (και σε ένα βαθμό είναι ακόμα) ιδεολογικά κυρίαρχος στην ευρύτερη αριστερά. Πρόκειται για έναν μηχανικό υλισμό, κατά τον οποίο η εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων, η οικονομική πρόοδος, οι «σιδερένιοι νόμοι της ιστορίας» οδηγούν ντε φάκτο στην κρίση του καπιταλισμού και τη νίκη του προλεταριάτου. Ο Benjamin ασκεί κριτική στο ζήτημα της θεμελιώδους πίστης του απλού και αναγωγικού μαρξισμού κοινή και στα δυο κύρια ρεύματα της αριστεράς: η ποσοτική συσσώρευση των παραγωγικών δυνάμεων, των κεκτημένων του εργατικού κινήματος, του αριθμού των οπαδών και των ψηφοφόρων του κόμματος, σε ένα γραμμικό κίνημα προόδου, ακαταμάχητο και «αυτοματικό». Πρόκειται για έναν σοσιαλιστικό ντετερμινισμό που φιλοσοφικά δε διαφέρει και πολύ από τον αστικό ντετερμινισμό, όπως δυο χρόνια πριν τις θέσεις για τη φιλοσοφία είχε καταδείξει ο Α. Πάνεκουκ (1938) με το βιβλίο του Ο Λένιν σαν φιλόσοφος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ιστορική φράση του Λένιν «σοσιαλισμός ίσον εξελικτισμός» αποδίδει με τον πιο συνεκτικό τρόπο την αντίληψη της προόδου, με την οποία έρχεται σε αντιπαράθεση ο Benjamin. Η αντιπαράθεση με αυτό το σοσιαλιστικό ντετερμινισμό, ο οποίος βλέπει την αναπόφευκτη επικράτηση της άλλης κοινωνίας, έχει νόημα και σήμερα, γιατί η γενιά του Benjamin μπορεί να ήταν η πρώτη που διαπίστωσε ότι ο καπιταλισμός δε θα πεθάνει από φυσικό θάνατο, αλλά αυτή η διαπίστωση ακολουθεί πλέον όλες της μετέπειτα γενιές.
«Λύτρωση»- Δικαίωση/ «Αναμνημόνευση»- Ενάντια στη Λήθη
Στις θέσεις του Benjamin  βασικό ρόλο έχουν οι έννοιες της λύτρωσης και της αναμνημόνευσης. Ξεκινώντας από την ιουδαϊκή θρησκευτική παράδοση, ο W.B. ανασκευάζει αυτές τις δύο έννοιες για να μπορέσει να τις εντάξει, ως δομικά στοιχεία, στη δική του αντίληψη για την επανάσταση. Για τον W.B., η λύτρωση δεν αφορά το παρόν, αλλά την αποκατάσταση των αδικιών των παρελθόντος. Η αδικία είναι ήδη πραγματωμένη και περίκλειστη. Οι δολοφονημένοι υπήρξαν αληθινά δολοφονημένοι… Η λύτρωση, για να μπορέσει να πραγματωθεί, πρέπει να επιτευχθεί η αποκατάσταση της οδύνης, της θλίψης των ηττημένων γενεών και η εκπλήρωση των στόχων, για τους οποίους έχουν αγωνισθεί και δεν κατάφεραν να επιτύχουν. Όμως, σε αντίθεση με τη θέση του Benjamin, δεν είναι οι ηττημένοι του παρελθόντος που έχουν ανάγκη την λύτρωση- δικαίωση (για να χρησιμοποιήσουμε έναν πιο οικείο σε εμάς όρο), αλλά εμείς στο τώρα. Μέσα από την προσπάθειά μας να δικαιώσουμε τους επαναστάτες- προγόνους μας, ελπίζουμε ότι ακόμα και εάν οι δικοί μας αγώνες ηττηθούν, δε θα πάνε χαμένοι, θα δικαιωθούν από τους αγώνες των επόμενων γενιών των εξεγερμένων απέναντι στην εκμετάλλευση και την κυριαρχία. Είναι αυτή η ελπίδα της δικαίωσης που κρατάει σε εγρήγορση την διάθεση για αγώνα, ακόμα και όταν αυτός φαντάζει τελείως μάταιος. Τελικά, σύμφωνα με τον Michael Löwy, στον Benjamin και στην διαδικασία της λύτρωσης, όπως την παρουσιάζει: Ο Θεός είναι απών και το μεσσιανικό έργο έχει εξ ολοκλήρου μεταβιβαστεί στις ανθρώπινες γενιές. Ο μόνος πιθανός Μεσσίας είναι συλλογικός- είναι η ίδια η ανθρωπότητα. Η λύτρωση είναι μια αυτολύτρωση, της οποίας μπορούμε να βρούμε το εκκοσμικευμένο ισοδύναμο στον Marx: Οι άνθρωποί δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, η χειραφέτηση των εργατών θα είναι έργο τον ίδιων των εργατών… Στον Benjamin, η βιαιότητα της προφητικής παράδοσης και η ριζοσπαστικότητα της μαρξιστικής κριτικής συνενώνονται στην απαίτηση μιας σωτηρίας, που δεν είναι μόνο αποκατάσταση του παρελθόντος, αλλά και δραστική μεταμόρφωσης του παρόντος. Υπάρχει, όμως, ένα ακόμα σημείο που έχει μεγάλη σημασία για τον Benjamin, το οποίο πάει πέρα από την εργατική τάξη και τον καπιταλισμό και έχει να κάνει με την αποκατάσταση της κοινωνικής αδικίας σε όλη την ανθρώπινη ιστορία. Το σημαντικό στα μάτια του συγγραφέα των θέσεων, είναι ότι η τελευταία υποδουλωμένη τάξη, το προλεταριάτο, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως τον κληρονόμο των αγώνων όλων των αιώνων ή των χιλιετιών, τον κληρονόμο των μαχών, στις οποίες ηττήθηκαν οι σκλάβοι, οι δουλοπάροικοι, οι χωρικοί και οι χειροτέχνες. (Πολύ θα ήθελα να έχει δίκιο ο W.B., αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος…).
Η αναμνημόνευση αποτελεί ένα βασικό στοιχείο της διαδικασίας της Λύτρωσης. Το να μη χαθούν όχι μόνο τα βάσανα και οι οδύνες των καταπιεσμένων και των εκμεταλλευομένων, αλλά κυρίως οι αγώνες και οι εξεγέρσεις τους κάτω από το πέπλο της λήθης που επιβάλλει η ήττα, είναι αναπόσπαστο κομμάτι του ίδιου του αγώνα για την αποτίναξη της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης. Οι νικητές γράφουν την ιστορία εξαφανίζοντας ακόμα και τα σημάδια της ήττας των ηττημένων, η εξουσία τους πρέπει να σταθεί πάνω στο βάθρο της αιώνιας ταξικής γαλήνης. Μιας γαλήνης που δεν πρέπει να ταράζουν ούτε καν οι σκιές των εξοντωμένων αγωνιστών του παρελθόντος. Ακόμα και αυτές οι σκιές αποτελούν την υπενθύμιση ότι, όσο υπάρχει εκμετάλλευση και κυριαρχία, κάποιοι άνθρωποι θα εξεγείρονται εναντίον τους. Η αναμνημόνευση του W.B. παίζει το ρόλο της υπενθύμισης. Για τον Benjamin, γράφει ο Löwy, δεν πρόκειται για τις γενιές που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, αλλά για τις γενιές που του παρελθόντος και του παρόντος. Το χρέος μας είναι προς εμάς τους ίδιους και προς τους ηττημένους τους παρελθόντος, και εάν και εμείς ηττηθούμε, αφήνουμε το δικό μας χρέος στους επόμενους. Αφήνουμε το χρέος να μη λησμονηθούν οι αγώνες μας, να μη ματαιωθούν οι ελπίδες μας. Η αναμνημόνευση αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις, για να μπορεί κανείς να αγωνίζεται, χωρίς να είναι από πριν σίγουρος για την έκβαση του αγώνα, ενώ η ελπίδα ότι το πέπλο της λήθης δε θα καλύψει μια για πάντα τις πράξεις μας, μας κάνει να αγωνιζόμαστε χωρίς να έχουμε ανάγκη την πίστη σε ένα ντετερμινισμό που υπόσχεται την ντε φάκτο επερχόμενη νίκη του προλεταριάτου, τη Δευτέρα Παρουσία. Η αναμνημόνευση νοηματοδοτεί τον αγώνα εδώ και τώρα, δίνει περιεχόμενο στο «κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος». Η μνήμη αυτή έχει μια ανατρεπτική ικανότητα, στο βαθμό που δεν είναι εργαλειοποιημένη στην υπηρεσία μιας οποιαδήποτε εξουσίας.
Ο ρόλος της ταξικής πάλης στον Benjamin
Η ταξική πάλη στον W.B. απαιτεί ως προϋπόθεση την ταξική συνείδηση. Δεν αρκεί η τάξη καθ’ εαυτήν, απαιτείται η τάξη δι’ εαυτήν. Ο Benjamin αποδίδει κεφαλαιώδη σημασία στις πνευματικές και ηθικές δυνάμεις στην ταξική πάλη, και συνεχίζει ο Löwy, η διακινδύνευση του αγώνα είναι υλική, αλλά το κίνητρο των κοινωνικών φορέων είναι πνευματικό. Αν δεν εμψυχωνόταν από ορισμένες ηθικές, ποιότητες, η καταπιεσμένη τάξη δε θα γνώριζε πώς να αγωνισθεί για την απελευθέρωση της… Η πιο ουσιώδης έννοια του ιστορικού υλισμού δεν είναι, για τον Benjamin, ο αφηρημένος φιλοσοφικός υλισμός, είναι η πάλη των τάξεων… Είναι ο τόπος, όπου θεωρία και πράξη συμπίπτουν.. Σε αντίθεση με τη θέση του Λένιν, όπως αυτή καταγράφεται στο Τι να κάνουμε κατά τον οποίο η συνείδηση εισέρχεται στην τάξη «από έξω», από τους θεωρητικούς και τους διανοούμενους του «κόμματος», ο Benjamin καταθέτει τη θέση ότι το υποκείμενο της ιστορικής γνώσης είναι η ίδια η αγωνιζόμενη τάξη, η καταπιεζόμενη τάξη. Αν για τον Μαρξ «η χειραφέτηση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας της τάξης», είναι η Ρόζα Λούξεμπουργκ αυτή που το κάνει πιο συγκεκριμένο. Στο βιβλίο της Μαζική Απεργία, Κόμμα και Συνδικάτα, που αναλύει ότι η συνείδηση της τάξης- άρα και η γνώση- προκύπτουν κατ” αρχάς από την πρακτική του αγώνα, από την εμπειρική δραστηριότητα της εργατικής τάξης, γράφει για τη ρώσικη επανάσταση του 1905: «Ένας χρόνος επανάστασης, έδωσε στο ρώσικο προλεταριάτο τόση μόρφωση, όση δεν μπόρεσαν τεχνητά να δώσουν στο γερμανικό προλεταριάτο 30 χρόνια κοινοβουλευτικών και συνδικαλιστικών αγώνων». Ακόμα όμως παραπέρα, ο Lowy ανακαλύπτει στις θέσεις του W.B. το ζήτημα της ιδεολογικής ηγεμονίας- Η εξουσία μιας κυρίαρχης τάξης δεν προκύπτει απλά από την οικονομική και πολιτική της ισχύ, από την κατανομή της ιδιοκτησίας ή από τις μεταλλαγές του παραγωγικού συστήματος: εμπλέκει πάντα έναν ιστορικό θρίαμβο στον αγώνα ενάντια στις υποδεέστερες τάξεις.
Το ερώτημα για την ιστορική χρονικότητα
Η ανοικτή ιστορία Το ζήτημα της Ιστορίας και του Ιστορικού χρόνου είναι αφετηριακό για τις θέσεις του W.B. Απέναντι στη γραμμική αντίληψη του Ιστορικού Χρόνου και την εξελικτική ιστοριογραφία, που εκείνη την εποχή είναι η κυρίαρχη αντίληψη όχι μόνο στις αστικές επιστημονικές αντιλήψεις, αλλά και στις θεωρητικές απόψεις της σοσιαλδημοκρατίας και του ορθόδοξου κομμουνισμού, ο Benjamin προσπαθεί μέσα από τις θέσεις του να καταθέσει μια δικιά του, διαλεκτική αντίληψη για την ιστορία και τον ιστορικό χρόνο. Μια αντίληψη για την «ανοικτή ιστορία» τόσο ως δυνατότητα του Παρόντος και του Μέλλοντος, αλλά και ως δυνατότητα ανάγνωσης και επαναδιαπραγμάτευσης του παρελθόντος. Όσο η ιστορία δε σταματά, δεν μπορούμε να πούμε την τελευταία λέξη για το παρελθόν. Για τον W.B., η ιστορία δεν μπορεί να είναι ουδέτερη, δεν μπορεί πολύ απλά να αναπαριστά το παρελθόν «έτσι όπως ακριβώς ήταν». Η ουδετερότητα και το ότι η ιστορία είναι μια συνεχής πρόοδος, που επικαλούνται οι θετικιστές ιστορικοί, δεν είναι απλά ένας μύθος, αλλά στην πραγματικότητα απλώς τονίζει την άποψη των νικητών. Η ιστορία των νικητών, όπου οι νίκες των καταπιεστών και των εκμεταλλευτών συνθέτουν την συνεχή πρόοδο, δεν αποτελεί παρά ένα εργαλείο στα χέρια των τάξεων που κυριαρχούν. Μέσω αυτής της γραμμικής ιστορικής προόδου, η νίκη του σύγχρονου εχθρού απειλεί ακόμα και τους νεκρούς, μέσα από την παραποίηση ή την λησμονιά των αγώνων τους. Για να μη συμβεί αυτό, η ιστορία πρέπει να παραμένει ανοικτή και στη δυνατότητα της νίκης της επανάστασης, αλλά και στη δυνατότητα ανασύστασης της ιστορίας των ηττών των καταπιεσμένων όλων των εποχών, μέσω αυτής της νίκης. Και εδώ ο Löwy χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την εξέγερση των Ζαπατίστας και πώς οι ιθαγενείς αγωνιστές του EZLN απελευθέρωσαν τις εκρηκτικές ενέργειες του θρύλου του Emiliano Zapata, αποσπώντας τον από τον κομφορμισμό της επίσημης ιστορίας.
Όπως η ιστορία για τον W.B. δεν είναι περίκλειστη αλλά ανοικτή, και ο ιστορικός χρόνος δεν είναι γραμμικός και ποσοτικός, αλλά ασυνεχής και ποιοτικός. Την στιγμή του κινδύνου, όταν η διαλεκτική εικόνα «λάμπει σαν αστραπή», ο ιστορικός- ή ο επαναστάτης- πρέπει να έχει ετοιμότητα, για να αδράξει αυτή τη μοναδική στιγμή, αυτή τη φευγαλέα και αβέβαιη ευκαιρία σωτηρίας, πριν είναι πολύ αργά. Η χρονικότητα στον καπιταλισμό είναι συνεχής και γραμμική, χωρίς τέλος, ούτε ρωγμή, την οποία η επανάσταση (ή η εξέγερση)  διακόπτει με ένα διαλεκτικό άλμα. Η επανάσταση αποτελεί μια εύθραυστη στιγμή, μια στιγμιαία συναστρία, την οποία πρέπει να ξέρουμε να την αδράξουμε. Αν στον καπιταλισμό ο χρόνος μετριέται ως ο ατέρμονος παραγωγικός χρόνος του ρολογιού, με τον οποίο η αέναη διαδικασία της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας διεκδικεί την αιωνιότητά της, για τον Benjamin οι εκμεταλλευόμενοι και οι καταπιεσμένοι πρέπει να μετράνε το χρόνο με τα ημερολόγια, τα ημερολόγια της αντίστασης. Τα ημερολόγια αντιπροσωπεύουν, για τον Benjamin, το αντίθετο του κενού χρόνου: είναι η έκφραση ενός ιστορικού χρόνου, ετερογενούς, φορτωμένου μνήμη και επικαιρότητα. Απέναντι στη χρονικότητα των ρολογιών, απέναντι σε ένα χρόνο καθαρά μηχανικό, αυτόματο, ποσοτικό, πάντα αναλλοίωτο ως προς τον εαυτό του, απέναντι στο χρόνο που λειτουργεί ως το μέτρο της αξίας των εμπορευμάτων, ο Benjamin αντιπαραθέτει τον ιστορικό χρόνο της επανάστασης ο οποίος εμφανίζεται με τη μορφή των θραυσμάτων που αποτελούν οι στιγμές της εξέγερσης. Ο ιστορικός χρόνος δεν είναι μια κενή, αφηρημένη και γραμμική κατηγορία, αλλά είναι αδιαχώριστος από το περιεχόμενό του (θέση που ο Benjamin αντλεί και από την εβραϊκή μεσσιανική παράδοση). Ο ιστορικός χρόνος δεν ποσοτικοποιείται, δε μετριέται ως διάνυσμα, γιατί είναι γεμάτος με πυκνώσεις και αραιώσεις των γεγονότων και των στιγμών της ταξικής πάλης, είναι ο ποιοτικός χρόνος του ιστορικού γίγνεσθαι, όπου η κάθε στιγμή έχει άλλη βαρύτητα, ανάλογα με το περιεχόμενό της. Στο βαθμό που η αντίληψη του γραμμικού, ποσοτικού χρόνου, γίνεται αντίληψη της ίδιας της αριστεράς, αυτή επηρεάζει την επαναστατική της διαθεσιμότητα. Περιμένοντας τα «πράγματα να ωριμάσουν», επιδιδόμενη σε μια «συσσώρευση δυνάμεων» και την ανάπτυξη των «αντικειμενικών συνθηκών» μεταθέτει την επαναστατική δυνατότητα διαρκώς στο αύριο. Αλλά κυρίως την μεταθέτει έξω από την ίδια την ταξική πάλη, έξω από την ανθρώπινη πράξη, στους «νόμους της ιστορίας». Την μεταθέτει σε μια «αντικειμενική συνθήκη» ανεξάρτητη από τον ίδιο τον αγώνα. Αυτό που οι επαναστάτες πρέπει να κάνουν, είναι να είναι καλά προετοιμασμένοι για εκείνη τη μέρα, όπως οι χριστιανοί για τη Δευτέρα Παρουσία. Αν πιστεύουν ότι γνωρίζουν το μέλλον, είναι ταγμένοι στην παθητικότητα, στην αναμονή του αναπόφευκτου. Η θέση αυτή του Benjamin δεν έχει ως αφετηρία ένα επαναστατικό βερμπαλισμό ή μια βουλησιακή αντιμετώπιση της ιστορίας, όπου όλα εξαρτώνται από την αποφασιστικότητα και τη θέληση μιας επαναστατικής πρωτοπορίας . Νομίζω ότι η αφετηρία της βρίσκεται σε εκείνη τη θεώρηση που βλέπει ότι η ταξική πάλη και οι κοινωνικοί αγώνες δε διαμορφώνουν μόνο την ταξική συνείδηση , αλλά επιδρούν, μεταβάλλουν την ίδια την καπιταλιστική σχέση, διαμορφώνοντας σε ένα μεγάλο βαθμό τους όρους για την ανατροπή της. Η ανοιχτότητα της ιστορίας βρίσκεται μέσα στις δυνατότητες που μπορούν να δημιουργήσουν οι ίδιοι οι αγώνες, οι απρόσμενες πιθανότητες, οι απρόβλεπτες ευκαιρίες που μπορούν να εμφανιστούν ανά πάσα στιγμή. Αυτή η θεώρηση βέβαια δεν αποτελεί κάποια πρωτοτυπία του Benjamin. Έρχεται ως συνέχεια της κριτικής στη σοσιαλδημοκρατία που άσκησε η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο Μεταρρύθμιση ή επανάσταση, όπου κριτικάρει τον Μπερνστάιν και τις κυρίαρχες θέσεις της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας: «η θεωρία- του Μπερνστάιν- στις πιο κρίσιμες καμπές της πάλης καταδικάζει το προλεταριάτο σε αδράνεια, δηλαδή στην παθητική προδοσία της ίδιας του της υπόθεσης».
Επαναστατικός πεσιμισμός/ Να οργανώσουμε τον πεσιμισμό
Ο Επαναστατικός Πεσιμισμός του W.B. εδράζεται πάνω στις νίκες των κυρίαρχων τάξεων. Κάθε κυρίαρχος είναι κληρονόμος όλων των νικητών. Όμως ο επαναστατικός πεσιμισμός των Benjamin είναι γεμάτος από οργή, και όχι από μελαγχολία. Αντίθετα θεωρεί ότι το μελαγχολικό συναίσθημα της παντοδυναμίας του πεπρωμένου αφαιρεί κάθε αξία από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Οδηγεί, κατά συνέπεια, στην ολοκληρωτική υποταγή στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Ο κατ’ εξοχήν μελαγχολικός, κυριευμένος από την νωθρότητα της καρδίας, είναι ο αυλικός. Η προδοσία είναι το στοιχείο του, διότι η υποταγή του στο πεπρωμένο τον κάνει πάντα να προσχωρεί στο στρατόπεδο των νικητών. Εναντίον αυτού του δουλοπρεπή ιστορικισμού εξεγείρεται ο Benjamin. Για τον ιστορικό, η αρετή συνίσταται στο να αντιστέκεται στην τυραννία του πραγματικού, να «κολυμπά ενάντια στα κύματα της ιστορίας» και στο να ξέρει πώς να αγωνίζεται εναντίον τους. Ο επαναστατικός πεσιμισμός του Benjamin αρνείται την μελαγχολία του πραγματισμού, δεν αποδέχεται να αναγνωρίσει τους θριάμβους- θηριωδίες των κυρίαρχων ως ιστορική πρόοδο και ως εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Αυτή η άρνηση, οδηγεί τον W.B. ακόμα παραπέρα, στο να αρνηθεί την επανάσταση σαν φυσικό επακόλουθο της πορείας των πραγμάτων, σαν αναπόφευκτη πρόοδο. Γιατί, ακόμα κι όταν ο ιστορικισμός έχει επαναστατικό προσωπείο, οδηγεί στη νωθρότητα της προσμονής του επαναστατικού πεπρωμένου. Μια νωθρότητα, σαν αυτή που υπέδειξαν τα σοσιαλδημοκρατικά και κομμουνιστικά κόμματα και που οδήγησε στην άνοδο του φασισμού και του ναζισμού. Αντιτάσσεται, λοιπόν, ο W.B. τόσο στη μελαγχολική μοιρολατρία της «νωθρότητας της καρδίας», όσο και στην αισιόδοξη μοιρολατρία της επίσημης αριστεράς, που είναι βέβαιη για την «αναπόφευκτη» νίκη των «προοδευτικών δυνάμεων».
Η διαλεκτική ανάμεσα στην κουλτούρα και τη βαρβαρότητα/ Να γράψουμε την Ιστορία ανάστροφα
Όμως οι κυρίαρχες τάξεις δε στηρίζουν την ηγεμονία τους μονάχα στο ότι γράφουν την ιστορία ως νικήτριες, αλλά και στη συγκρότηση της κυρίαρχης κουλτούρας με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξυπηρετεί τις δικές τους αφηγήσεις και τα δικά τους συμφέροντα. Δεν υπάρχει κανένα τεκμήριο κουλτούρας που να μην είναι και τεκμήριο βαρβαρότητας. Αυτή η κριτική θέση του Benjamin έχει δυο όψεις. Από τη μια, είναι η κουλτούρα των κυρίαρχων που εμπεριέχει ταυτόχρονα τη βαρβαρότητα της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης. Οι Αψίδες του θριάμβου είναι ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα των μνημείων κουλτούρας, που είναι ταυτόχρονα και αδιάσπαστα μνημεία βαρβαρότητας τα οποία εξυμνούν τον πόλεμο και την καταστροφή. Η διαλεκτική ανάμεσα στην κουλτούρα και τη βαρβαρότητα ισχύει επίσης και για πολλά άλλα πολύτιμα έργα, τα οποία έχουν παραχθεί από την «ανώνυμη αναγκαστική εργασία» των καταπιεσμένων, όλων των εποχών. Η υψηλή κουλτούρα δε θα μπορούσε να υπάρχει με την ιστορική της μορφή χωρίς την ανώνυμη εργασία των άμεσων παραγωγών-σκλάβων χωρικών ή εργατών- των ίδιων αποκλειόμενων από την απόλαυση των πολιτισμικών αγαθών. Οι τελευταίοι είναι, λοιπόν, τα «τεκμήρια της βαρβαρότητας», που τους γέννησε η αδικία της τάξης, η κοινωνική και πολιτική καταπίεση. Η άλλη όψη, ίσως και πιο σημαντική, αφορά την προσπάθεια αφομοίωσης της κουλτούρας των ηττημένων, ώστε να την εντάξει στο δικό της οπλοστάσιο ενάντια στους καταπιεσμένους και τους εκμεταλλευομένους. Σε κάθε περίπτωση, η κυρίαρχη ελίτ σφετερίζεται- δια των κατακτήσεων ή και με άλλα βάρβαρα μέσα- την προηγούμενη  κουλτούρα και την ενσωματώνει στο δικό της σύστημα κοινωνικής και ιδεολογικής κυριαρχίας.
Ο Benjamin αντιμετωπίζει την κουλτούρα ως ένα ακόμα πεδίο της ταξικής πάλης. Η ιστορία της κουλτούρας πρέπει να ενσωματωθεί στην ιστορία της πάλης των τάξεων. Η αντίληψη του Benjamin δεν οδηγεί την απαίτηση μιας «επαναστατικής» ή προλεταριακής κουλτούρας, αλλά στην ανάδειξη και τον πολλαπλασιασμό των ανατρεπτικών ρωγμών, που συνεχίζουν να υπάρχουν στο επίπεδο της κουλτούρας. Πρόκειται λοιπόν για την εκ νέου ανακάλυψη των ουτοπικών ή των ανατρεπτικών στιγμών που βρίσκονται κρυμμένες στην πολιτιστική «κληρονομιά». Μόνο θραύοντας το πραγμοποιημένο κέλυφος της επίσημης κουλτούρας οι καταπιεσμένοι θα μπορέσουν να γίνουν κάτοχοι αυτής της εμπλουτισμένης ουτοπικής κριτικής. Η ανάδειξη των ανατρεπτικών μορφών κουλτούρας είναι μια μάχη απέναντι στην προσπάθεια της κυρίαρχης τάξης να τις μετατρέψει σε ταριχευμένες, ουδετεροποιημένες, ακαδημαϊκές πτυχές της κυρίαρχης κουλτούρας. Η αντίσταση στον κομφορμισμό που κυριαρχεί στην κουλτούρα είναι προϋπόθεση για την υπεράσπιση της «φλόγας που καίει ακόμα».
Πάνω σε αυτό ο Löwy φέρνει ένα πολύ πετυχημένο παράδειγμα: πώς ο εορτασμός των 500 χρόνων από την «ανακάλυψη» της Αμερικής αντιστράφηκε και μετατράπηκε σε καταγγελία της αποικιοκρατικής βαρβαρότητας, σε μια γιορτή επανόρθωσης (έστω και σε συμβολικό επίπεδο). Σημαίνει ότι θεωρούμε κάθε μνημείο της αποικιακής κουλτούρας- τους καθεδρικούς ναούς της πόλης του Μεξικού ή τις Λίμας, το ανάκτορο του Κορτέζ στην Κουερναβάκα- ως ένα επιπλέον τεκμήριο της βαρβαρότητας, ένα προϊόν πολέμου, εξόντωσης και ανελέητης καταπίεσης.
Φασισμός/ Περί τυφλότητας της αριστεράς
Το πιο άμεσο πολιτικό διακύβευμα των θέσεων του W.B. ήταν η ανάδειξη της τυφλότητας της επίσημης αριστεράς απέναντι στον φασιστικό κίνδυνο, τυφλότητα που αφορμάται από την αντίληψη για την ιστορία που κυριαρχούσε και κυριαρχεί στην αριστερά. Για την επίσημη αριστερά, ο φασισμός είναι μια εξαίρεση στον κανόνα της προόδου, μια ανεξήγητη οπισθοδρόμηση, μια παρένθεση στην εξέλιξη της ανθρωπότητας. Αντίθετα, για την άποψη του Benjamin (και όχι μόνο) είναι  η πιο πρόσφατη και η πιο βίαιη έκφραση της «διαρκούς κατάστασης εκτάκτου ανάγκης», που είναι η ιστορία της καταπίεσης της τάξης. Ήταν ακριβώς αυτή η αντίληψη της αριστεράς, ότι ο φασισμός αποτελούσε μια παρένθεση στην ιστορική πρόοδο, μια οπισθοδρόμηση σε σχέση με τον ίδιο τον καπιταλισμό, ότι δεν ήταν παρά ένα αμάρτημα του παρελθόντος, αναχρονιστικό και προνεωτερικό, που την έκανε να υποτιμήσει τον φασιστικό κίνδυνο και να προσπαθήσει να τον αντιμετωπίσει όταν πλέον αυτός είχε εδραιώσει την δύναμη του. Ήταν ακριβώς η επαίσχυντη πράξη της Σοβιετικής Ένωσης να υπογράψει σύμφωνο μη επίθεσης με την Ναζιστική Γερμανία τον Αύγουστο του 1939, που για τον Benjamin σήμαινε την οριστική και αμετάκλητη διάσπαση ανάμεσα στη σοβιετική πραγματικότητα και την κομμουνιστική ιδέα. Είναι η ίδια ακριβώς αντίληψη που έχει όχι μόνο η αριστερά, αλλά ευρύτερα τμήματα του αντικαπιταλιστικού κινήματος, ότι σήμερα δεν υπάρχει η δυνατότητα επανεμφάνισης μιας νέας μορφής του φασισμού και ότι η άκρα δεξιά θα παραμένει πάντα στο περιθώριο του πολιτικού συστήματος.
Αντίθετα, σύμφωνα με τον Benjamin, θα πρέπει να τοποθετήσουμε το φασισμό μέσα στην συνεχόμενη σειρά της παράταξης των νικητών, ως κεφαλή της Μέδουσας, ως κορυφαίο και έσχατο πρόσωπο της ανάδρομης βαρβαρότητας των ισχυρών. Είναι, λοιπόν, επίκαιρη η κριτική του Benjamin σε όσους εκπλήσσονται που ο φασισμός είναι «ακόμη» πιθανός στον 20ο αιώνα (και στον 21ο θα έλεγα εγώ), τυφλωμένοι από την ψευδαίσθηση ότι η επιστημονική, βιομηχανική και τεχνολογική πρόοδος είναι ασύμβατη με την κοινωνική και πολιτική βαρβαρότητα; Νομίζω πως ναι! Η τοποθέτηση του φασισμού έξω από την νεωτερικότητα οδηγεί στην αδυναμία κατανόησης του φασισμού και κατά συνέπεια στην ήττα. Για να μπορέσουμε να δούμε ότι το «προμήνυμα κινδύνου» μπορεί να ισχύει και στις μέρες μας χρειαζόμαστε μια σύλληψη της ιστορίας χωρίς ψευδαισθήσεις προόδου. Η κατανόηση ότι ο φασισμός μπορεί να θριαμβεύσει σε πιο «πολιτισμένες» χώρες και ότι «η πρόοδος» δεν τον εξαφανίζει αυτόματα, θα μας επιτρέψει να βελτιώσουμε τη θέση μας στον αντιφασιστικό αγώνα. Σε μια εποχή που τα στρατόπεδα συγκέντρωσης επανεμφανίζονται στην Ευρώπη, που ο ρατσισμός αποκτάει πλέον την υπόσταση επίσημης κρατικής πολιτικής με την ευγενική υποστήριξή του συνόλου των ΜΜΕ και η άνοδος της άκρας δεξιάς δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο, ο Benjamin είναι πεσιμιστικά επίκαιρος .
Κριτική των καπιταλιστικών μορφών αλλοτρίωσης
O W.B., σε κάποια από τα κείμενα του μεταξύ 1936-1938, χρησιμοποιεί την ιδέα της μεταμόρφωσης του προλεταριάτου σε αυτόματο, ξαναπιάνοντας το ζήτημα της αλλοτρίωσης, όπως αυτό μπαίνει στην μαρξική σκέψη. «Με την επέκταση των μηχανών και τον καταμερισμό της εργασίας η δουλειά των προλετάριων έχασε κάθε ανεξάρτητο χαρακτήρα, και μαζί έχασε κάθε θέλγητρο για τον εργάτη» αναφέρει ο Mαρξ στο Μανιφέστο. Η ιδεολογία της «εργασίας», την οποία προωθούσε η σοσιαλδημοκρατία, ήταν μια εκκοσμικευμένη μορφή της προτεσταντικής ηθικής της εργασίας. Είναι μια ιδεολογία που τοποθετεί την εργασία έξω από την σχέση κεφαλαίου- εργασίας και για αυτό δε λαμβάνει υπόψη της το γεγονός ότι στο καπιταλιστικό σύστημα ο εργαζόμενος υποβιβάζεται στις συνθήκες μιας νεοτερικής σκλαβιάς και βρίσκεται αποψιλωμένος- από τους κατέχοντες- από τα πλούτη που ο ίδιος παράγει.
Όμως ο Benjamin δε μένει απλώς στην αλλοτρίωση της εργασίας μέσα στη σχέση του κεφαλαίου εργασίας. Η αποξένωση του προλετάριου όχι μόνο από τα πλούτη που ο ίδιος παράγει, αλλά από την ίδια την εργατική του δύναμη (ικανότητα για εργασία), που αποσπάται από το κεφάλαιο και μετατρέπεται σε εμπόρευμα με μέτρο το χρόνο, είναι η μια από τις κυρίαρχες μορφές της αλλοτρίωσης που γεννά ο καπιταλισμός. Η αλλοτρίωση της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση μέσα από τον υποβιβασμό της σε πρώτη ύλη της βιομηχανίας, σε ένα «δωρεάν» εμπόρευμα, σε ένα αντικείμενο, στο οποίο μπορεί να ασκηθεί απεριόριστη κυριαρχία και εκμετάλλευση, απασχολεί εξίσου τον Benjamin, ο οποίος δεν μπορεί να δει ξέχωρα την κατάργηση της εκμετάλλευσης της ανθρώπινης εργασίας από την εκμετάλλευση της φύσης.
Ο Benjamin και το επαναστατικό κίνημα
Η σχέση του Benjamin με το επαναστατικό κίνημα είναι σίγουρα μια ιδιόμορφη σχέση, ο λόγος του ακόμα και στα πιο πολιτικά κείμενα του δεν παύει να είναι περισσότερο ένας υπαινικτικός, αλληγορικός λόγος, παρά ένας καθαρά θεωρητικός λόγος, παραμένει όμως πάντα πολιτικά μάχιμος και στρατευμένος λόγος. Είτε αφορά το παρελθόν είτε αφορά το μέλλον, το άνοιγμα της ιστορίας στον Walter Benjamin είναι αδιαχώριστο από μια ηθική, κοινωνική και πολιτική θέση που έχει επιλέξει ο Benjamin για τα θύματα της καταπίεσης και για αυτούς, οι οποίοι την αντιμάχονται. Τα μέτωπα, όμως, που ανοίγει ο Benjamin δεν είναι μόνο προς τον καπιταλισμό, το φασισμό, την κυριαρχία και την εκμετάλλευση. Είναι σε μεγάλο βαθμό μέτωπα που αφορούν και το εσωτερικό του επαναστατικού κινήματος.
Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Löwy, στόχος του Benjamin είναι να αποσπάσει τον ιστορικό υλισμό από τον γραφειοκρατικό κομφορμισμό, ο οποίος τον απειλεί τόσο, εάν όχι περισσότερο, όσο και ο εχθρός. Ο Benjamin «συναντιέται» με εκείνα τα ρεύματα της επαναστατικής σκέψης, που αμφισβήτησαν την γοητεία, την οποία άσκησε στη μαρξική σκέψη το επιστημονικό- φυσικό μοντέλο και που γοητεύτηκαν από τη διαλεκτική- κριτική διαύγεια που υπήρχε ταυτόχρονα στο έργο του Μαρξ. Όπως αναφέρει και ο Löwy, αυτοί οι δισταγμοί (ανάμεσα στο επιστημονικό- φυσικό μοντέλο και τη διαλεκτική- κριτική διεργασία) εξηγούν και την ποικιλία των μαρξισμών που φιλονικούν για την κληρονομιά του μαρξικού έργου. Ο Benjamin εμπνέεται από κείμενα όπως τα Χειρόγραφα του 1844, τα ιστορικά κείμενα για την επανάσταση του 1844-1850 ή την Κομμούνα του Παρισιού, το κεφάλαιο για τον φετιχισμό του εμπορεύματος ή, ακόμη από την κριτική στο πρόγραμμα της Gotha. Οι εμπνεύσεις του και οι αναφορές του είναι κοινές σχεδόν με όλο το φάσμα του κριτικού μαρξισμού και τον επαναστατικών ρευμάτων που είχαν αναφορά σε αυτόν, από τους συμβουλιακούς κομμουνιστές και τον Λούκατς μέχρι τους καταστασιακούς, κομμάτια της ιταλικής αυτονομίας, τον Χολλογουέϊ κλπ.
Παρόλο που η προσπάθεια του είναι μια εκ νέου επεξεργασία, μια κριτική επαναδιατύπωση του μαρξισμού, ενσωματώνοντας στη μάζα του ιστορικού υλισμού μεσσιανικά, ρομαντικά, απελευθερωτικά «θραύσματα», η πολεμική του ενάντια στο ρεύμα της κυρίαρχης τάσης της ιστορικής αριστεράς, που είχε συχνά περιορίσει τον σοσιαλισμό στους οικονομικούς στόχους, οι οποίοι ενδιέφεραν τη βιομηχανική εργατική τάξη (και αυτή η ίδια περιορισμένη στο αρσενικό, λευκό, «εθνικό» τμήμα της) συναντάει στο «δια ταύτα» τα πιο ριζοσπαστικά ρεύματα του επαναστατικού ρεύματος, που αγωνίζονται για ένα επαναστατικό πρόταγμα, το οποίο έχει στόχο τη γενική χειραφέτηση από την σκοπιά της πολλαπλότητας  των συλλογικών ή ατομικών υποκειμένων.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ- ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Για μια κριτική της βίας, Walter Benjamin, εκδόσεις ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, 2002
Μαρξισμός και φιλοσοφία, Καρλ Κορς, εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ, 1981
Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, Γκέοργκ Λούκατς, εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ, 1975
Ο Λένιν σαν φιλόσοφος, Αντόν Πάνεκουκ, εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ, 1981
Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς, εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 1975
Κριτική του προγράμματος της Γκότα, Κ. Μαρξ, εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 1994
Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία, Κ. Μαρξ, εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΣΚΕΨΗ- ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ, 2001
Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Κ. Μαρξ, εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, 1986
Μαζική απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα, Ρόζα Λούξεμπουργκ, εκδόσεις ΚΟΡΟΝΤΖΗΣ, 1979
Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση;, Ρόζα Λούξεμπουργκ, εκδόσεις ΚΟΡΟΝΤΖΗΣ, 1984
Τι να κάνουμε, Β.Ι. Λένιν, εκδόσεις ΘΕΣΕΙΣ, 1977


 πηγη
πηγη 

Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΒΑΛΤΕΡ ΜΠΕΝΓΙΑΜΙΝ, Michael Löwy /αναδημοσίευση απο το ΕΝΕΚΕΝ

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΒΑΛΤΕΡ ΜΠΕΝΓΙΑΜΙΝ, Michael Löwy




άνοδος του φασισμού στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα στην Ιταλία, στη Γερμανία, στην Αυστρία και στην Ισπανία συχνά συνάντησε την υποστήριξη, τη νομιμοποίηση και τις ευλογίες της χριστιανικής θεολογικής επιχειρηματολογίας. Ο Καρλ Σμιτ είναι ένας από τους πλέον καταρτισμένους και αφοσιωμένους εκπροσώπους αυτής της αντιδραστικής χρήσης της θεολογικής κληρονομιάς. Ωστόσο βρίσκουμε τόσο σε χριστιανούς όσο και σε Εβραίους συγγραφείς μια θεολογική ερμηνευτική στην υπηρεσία του αντιφασισμού και του σοσιαλισμού, ουτοπική, ελευθεριακή ή μαρξιστική. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν (1892-1940) είναι ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του εγχειρήματος αυτού. Η σκέψη του εμπνέεται κυρίως από τις εβραϊκές μεσσιανικές αναφορές αλλά στον πολιτικό και θεολογικό του λόγο συναντάμε επίσης, όπως θα δούμε, χριστιανικές μορφές και παραστάσεις.
   Ο Μπένγιαμιν ήταν από τους πρώτους διανοούμενους της γερμανικής αριστεράς που κατήγγειλε τη φασιστική ιδεολογία. Το 1930 θα δημοσιεύσει μια κριτική ενάντια στη μυστικιστική λατρεία του πολέμου του Ernst Jünger με τίτλο Théories du fascisme allemand. Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: απέναντι στον «μαγικό» λόγο του φασισμού για τον πόλεμο θα πρέπει να αντιτάξουμε τη μαρξιστική ταχυδακτυλουργία, τη μόνη ικανή να παγιδεύσει τη «σκοτεινή ρουνική μαγεία» —δηλαδή τη μετατροπή του πολέμου σε «εμφύλιο»1. Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Ναζί και την εξορία (1933), η μάχη ενάντια στον φασισμό δεν έπαψε να στοιχειώνει τη σκέψη του. Χαρακτηριστικό το περίφημο συμπέρασμα στο δοκίμιο για το Έργο τέχνης την εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής (1935): απέναντι στη φασιστική αισθητικοποίηση της πολιτικής, οι μαρξιστές πρέπει να απαντούν με την πολιτικοποίηση της τέχνης. Εάν στα κείμενα αυτά ο φασισμός εμφανίζεται ως ένα παράδοξο αμάλγαμα αρχαϊκών πολιτισμών και τεχνολογικού μοντερνισμού, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930 είναι η δεύτερη πτυχή που κυριαρχεί στα κείμενά του.  
   Στο τελευταίο κείμενο του βιβλίου του Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας 1939 (1940), υπάρχει μια καυστική κριτική για τις αυταπάτες της αριστεράς —εγκλωβισμένης στη γραμμική αντίληψη της προόδου— αναφορικά με τον φασισμό που φαίνεται να αποτελεί εξαίρεση στη νόρμα της προόδου, μια ανεξήγητη «υποχώρηση», μια παρένθεση στην πορεία της ανθρωπότητας προς τα εμπρός.
   Δύο παραδείγματα μας επιτρέπουν να δούμε την επιχειρηματολογία  του Μπένγιαμιν: για τη σοσιαλδημοκρατία ο φασισμός είναι ένα αναχρονιστικό και προνεωτερικό κατάλοιπο του παρελθόντος. Σε κείμενά του ο Καρλ Κάουτσκυ στη δεκαετία του 1920 εξηγούσε ότι ο φασισμός θα μπορούσε να επικρατήσει σε μια ημιαγροτική χώρα όπως η Ιταλία, αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να επιβληθεί σε ένα σύγχρονο και αναπτυγμένο έθνος όπως η Γερμανία...
   Αλλά και στο επίσημο (σταλινικό) κομμουνιστικό κίνημα ήταν πεπεισμένοι ότι η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία ήταν προσωρινή, ζήτημα ορισμένων εβδομάδων ή μηνών πριν το ναζιστικό καθεστώς σαρωθεί από προοδευτικές δυνάμεις και την εργατική τάξη υπό την πεφωτισμένη καθοδήγηση του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD). 
   O Μπένγιαμιν είχε κατανοήσει πλήρως τη νεωτερικότητα του φασισμού, τη δομική του σχέση με τη σύγχρονη βιομηχανική-καπιταλιστική κοινωνία. Εξού και η κριτική του, όπως διατυπώνεται στη Θέση VIII, απέναντι σε αυτούς —πάντα οι ίδιοι— που απορούσαν πώς ο φασισμός είναι «ακόμη» δυνατός στον 20ό αιώνα, τυφλωμένοι από την αυταπάτη ότι η επιστημονική, βιομηχανική και τεχνολογική πρόοδος είναι ασυμβίβαστη με την κοινωνική και πολιτική βαρβαρότητα. 
   Χρειαζόμαστε, παρατηρεί ο Μπένγιαμιν σε μια από τις προπαρασκευαστικές σημειώσεις των Θέσεων, μια θεωρία της ιστορίας βάσει της οποίας μπορεί να αποκαλύπτεται ο φασισμός (gesichtet)2. Μόνο μια θεωρία χωρίς τις αυταπάτες της προόδου μπορεί να εκτιμήσει ένα φαινόμενο όπως ο φασισμός που είναι βαθιά ριζωμένο στη σύγχρονη τεχνολογική και βιομηχανική «πρόοδο», που σε τελική ανάλυση δεν ήταν δυνατή παρά τον 20ό αιώνα. Η κατανόηση ότι ο φασισμός μπορεί να θριαμβεύσει «πολιτισμένα» και ότι «η πρόοδος» δεν θα οδηγήσει αυτομάτως στην εξαφάνισή του μας επιτρέπει, σκέφτεται ο Μπένγιαμιν, να βελτιώσουμε τη θέση μας στον αντιφασιστικό αγώνα. Ένας αγώνας, τελικός στόχος του οποίου είναι η δημιουργία ενός «αυθεντικού ειδικού καθεστώτος», δηλαδή της κατάργησης της κυριαρχίας και της δημιουργίας της αταξικής κοινωνίας. 
   Από το 1939, κι ακόμη αρκετά μετά τη συμφωνία του Μονάχου το 1938, στα μάτια του Μπένγιαμιν, όπως και σε πολλούς άλλους διανοούμενους της αριστεράς στην Ευρώπη, η Σοβιετική Ένωση εμφανίζεται ως ο μοναδικός σύμμαχος απέναντι στη φασιστική απειλή, το ύστατο ανάχωμα στους ιμπεριαλιστικούς στόχους του Τρίτου Ράιχ. Σε επιστολή του στις 3. 8. 1938 στον Μαξ Χορκχάιμερ, ο Μπένγιαμιν, με πολλές επιφυλάξεις, εκφράζει την ελπίδα «τουλάχιστον προς το παρόν» το σοβιετικό καθεστώς —το οποίο χαρακτηρίζει απερίφραστα ως «μια προσωπική δικτατορία με όλη της την τρομοκρατία»— ως «τον παράγοντα των συμφερόντων μας σε έναν μελλοντικό πόλεμο». Και προσθέτει πως πρόκειται για έναν παράγοντα που «κοστίζει το πλέον αδιανόητα υψηλό κόστος στον βαθμό που πρέπει να πληρώνεται με θυσίες που διαβιβρώσκουν εξαιρετικώς ειδικά τα συμφέροντα που μας είναι οικεία ως παραγωγοί» —μια έκφραση που αναμφισβήτητα αναφέρεται στη χειραφέτηση των εργαζόμενων και στον σοσιαλισμό3. Το 1939 ωστόσο το σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ θα επιφέρει σκληρό χτύπημα σε αυτή την ύστατη αυταπάτη. 
   Αναμφισβήτητα στη Θέση Χ γίνεται αναφορά στο γεγονός αυτό όταν γράφει ότι: «ανατρέπονται οι πολιτικοί στους οποίους οι αντίπαλοι του φασισμού είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους», οι οποίοι «επιβάρυναν την ήττα τους προδίδοντας τον ίδιο τους τον σκοπό». Η διατύπωση αυτή αφορά αναμφισβήτητα στους κομμουνιστές (σταλινικούς) «που πρόδωσαν τον στόχο τους» κάνοντας ειρήνη με τον Χίτλερ. Ειδικότερα η φράση αναφέρεται στο Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα K.P.D. το οποίο, αντίθετα από το σοβιετικό ΚΚ, «σερνόταν στη γη». Ο Μπένγιαμιν στηρίζει τις ελπίδες του για ένα συνεπή αγώνα ενάντια στο φασισμό περισσότερο στο κομμουνιστικό κίνημα παρά στη σοσιαλδημοκρατία. Το Σύμφωνο ωστόσο τσάκισε την ελπίδα αυτή. Η «προδοσία» σημαίνει όχι μόνο το Σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ, αλλά επίσης και τη νομιμοποίησή της εκ μέρους των κομμουνιστικών κομμάτων που θα υιοθετήσουν τη σοβιετική «γραμμή»4. Και πράγματι ο Μπένγιαμιν συμμερίζεται απόλυτα την κατηγορηματική καταδίκη του Συμφώνου από πολλούς άλλους Γερμανούς κομμουνιστές εξόριστους στο Παρίσι, όπως o φίλος του Heinrich Blücher, σύζυγος της Άννα Άρεντ, ο Willy Münzenberg ή ο Manes Sperber5. 
   Έτσι από το 1938 μια θεολογική διάσταση, ήδη έντονα παρούσα  από τα γραπτά της νεότητάς του —θα κάνει την εμφάνισή της και θα διαποτίσει έντονα την αντιφασιστική του σκέψη— χωρίς ωστόσο να παύσουν οι αναφορές του στον ιστορικό μαρξιστικό υλισμό.
   Τη χρονιά εκείνη (1938) ο Μπένγιαμιν δημοσιεύει ένα άρθρο για το μυθιστόρημα της εξόριστης Γερμανοεβραίας κομμουνίστριας Anna Seghers, Die Rettung (Η διάσωση), με τον τίτλο «Ένα χρονικό των Γερμανών ανέργων». Αυτό το εκπληκτικό από πολλές απόψεις κείμενο μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος συνέχειας του μεγάλου δοκιμίου για τον Αφηγητή του 1936: η Seghers παρουσιάζεται όχι ως μυθιστοριογράφος αλλά ως αφηγήτρια (Erzählerin), και το βιβλίο της ένα είδος χρονικού (Chronik), γεγονός που στα μάτια του απογραφέα, του προσδίδει μια ιδιαίτερα υψηλή πνευματική και πολιτική αξία. O Μπένγιαμιν θα συγκρίνει την τέχνη της με αυτή της μινιατούρας πριν την προοπτική ή με αυτή των χρονικογράφων του Μεσαίωνα, τα πρόσωπα των οποίων ζουν σε μια εποχή, η οποία «αντιλαμβάνεται το βασίλειο του Θεού ως καταστροφή». Μια καταστροφή που έπεσε πάνω στους άνεργους και τους Γερμανούς εργάτες, το Tρίτο Ράιχ είναι ακριβώς το αντίθετο του θεϊκού Ράιχ: «είναι κάτι σαν την αντεστραμμένη εικόνα (Gegenbild), η εμφάνιση του Αντίχριστου. Όπως γνωρίζουμε, αυτό σημαίνει την ευλογημένη υπόσχεση της μεσσιανικής περιόδου. Με ανάλογο τρόπο το Τρίτο Ράιχ σημαίνει τον σοσιαλισμό»6. Αυτό που περιγράφει ο Μπένγιαμιν εδώ —με την ευκαιρία ενός μυθιστορήματος κομμουνιστικής έμπνευσης— είναι ένα είδος θεολογικής κριτικής —ιουδαιοχριστιανικής— του ναζισμού ως ψευδούς, ως Αντιχρίστου, ως διαβολικής εκδήλωσης ενός πονηρού και απατηλού κακού. Όπως γνωρίζουμε, ο Αντίχριστος είναι μια αρχαϊκή φυσιογνωμία που εμφανίζεται για πρώτη φορά στα αποστολικά του Ιωάννη αλλά αντλεί την καταγωγή του από την έννοια του αντιμεσσία παρούσα ήδη στον ιουδαϊσμό. Εσχατολογικής φύσης, προσδιορίζει ένα σατανικό απατεώνα που επιχειρεί, λίγο πριν το τέλος του κόσμου, να υποκαταστήσει τον Ιησού Χριστό.
   Έτσι ο σοσιαλισμός ερμηνεύεται θεολογικά από τον Μπένγιαμιν ως το ισοδύναμο της μεσσιανικής υπόσχεσης, ενώ το χιτλερικό καθεστώς, αυτή η τεράστια μυστικοποίηση που υποτίθεται ότι είναι «εθνική σοσιαλιστική», αποκαλύπτει τον Αντίχριστο δηλαδή τις δυνάμεις της κόλασης: η έκφραση «ακτινοβόλα ναζιστική κόλαση» (die strahlende Nazihölle) θα χρησιμοποιηθεί πιο κάτω στο κείμενο.
   Αναμφίβολα ο Μπένγιαμιν εμπνεύστηκε, για να υπογραμμίσει αυτή την εντυπωσιακή παράλληλο, από την αλληλογραφία και τα κείμενα του φίλου του προτεστάντη θεολόγου —που ήταν και επαναστάτης σοσιαλιστής αγωνιστής— του Ελβετού Fritz Lieb, ο οποίος από το 1934, είχε χαρακτηρίσει τον ναζισμό ως τον σύγχρονο Αντίχριστο. Σε μια διάλεξη το 1938 ο Lieb εξέφρασε την ελπίδα του να δει την ήττα του Αντίχριστου στην τελευταία του μάχη ενάντια στους Εβραίους, που θα απέβλεπε στην εμφάνιση του Μεσσία —του Χριστού— και την εγκαθίδρυση της Χιλιετούς Βασιλείας του7.
   Έχοντας πλέξει το εγκώμιο της Anna Seghers για το ότι μπόρεσε να αναγνωρίσει θαρραλέα και χωρίς υπεκφυγές την ήττα της επανάστασης στη Γερμανία, ο Μπένγιαμιν καταλήγει με αγωνία: «Αυτοί οι άνθρωποι θα μπορέσουν άραγε να απελευθερωθούν;» (Werden sich diese Menschen befreien?) Η μόνη ελπίδα θα ήταν μια σωτηρία (Erlösung) —ακόμη μια μεσσιανική έννοια— αλλά από πού θα προέλθει; Αυτή τη φορά η απάντηση είναι ιερόσυλη· η σωτηρία θα προέλθει από τα παιδιά, τα παιδιά των προλετάριων που αναφέρει το μυθιστόρημα
   Ξαναβρίσκουμε την έννοια του Αντίχριστου στις Θέσεις του 1940.  Σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν —στη Θέση VI,— «ο μεσσίας δεν θα έρθει μόνον ως ο σωτήρας, αλλά ως ο νικητής του Αντίχριστου». Σχολιάζοντας το σημείο αυτό ο Tiedemann διαπιστώνει ένα εντυπωσιακό παράδοξο: «Πουθενά αλλού ο Μπένγιαμιν δεν μιλά με τρόπο τόσο άμεσα θεολογικό, αλλά πουθενά αλλού οι προθέσεις του δεν είναι τόσο υλιστικές». Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο Μεσσίας της προλεταριακής τάξης είναι ο Αντίχριστος των κυρίαρχων τάξεων8. ....
απόσπασμα από το δοκίμιο του Michael Löwy  που δημοσιεύεται στο τεύχος 31ο του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Walter Benjamin - Πέντε κείμενα Το νόημα του χρόνου στο σύμπαν της ηθικής / Το δικαίωμα στη χρήση βίας / Μοίρα και χαρακτήρας / Κόσμος και χρόνος / Ο καταστροφικός χαρακτήρας/ ΜΤΦ Radical Desire/από lenin reloaded και "ΚΟΙΝΑ κ ΑΔΙΑΙΡΕΤΑ"

Walter Benjamin - Πέντε κείμενα


Το νόημα του χρόνου στο σύμπαν της ηθικής / Το δικαίωμα στη χρήση βίας / Μοίρα και χαρακτήρας / Κόσμος και χρόνος / Ο καταστροφικός χαρακτήρας
Walter Benjamin
Το νόημα του χρόνου στο σύμπαν της ηθικής 
Σπάραγμα του 1921· ανέκδοτο κατά την διάρκεια της ζωής του συγγραφέα
Μτφρ. Radical Desire
Είναι σύνηθες να θεωρούμε τους νομικούς θεσμούς οι οποίοι μας επιτρέπουν να θεμελιώσουμε τα γεγονότα και τις κρίσεις που κυριαρχούσαν σε μακρινούς καιρούς ως τίποτε άλλο από τις παγιοποιημένες προθέσεις της ηθικής. Όμως αυτό το οποίο επενδύει τον νόμο με τούτο το ενδιαφέρον για το μακρινό παρελθόν και με αυτή την ισχύ επάνω του είναι κάτι πολύ διαφορετικό, πράγματι, από ότι η αναπαράσταση της παρουσίας της ηθικής στο παρελθόν. Είναι η τάση στην αντεκδίκηση. Στον σύγχρονο νόμο, η αντεκδίκηση περιορίζεται σε τριάντα χρόνια --μια γενιά-- ακόμα και στην ακραία περίπτωση του φόνου -- σαν να φοβόταν να ξεπεράσει το μήκος μιας ανθρώπινης ζωής. Κι όμως, γνωρίζουμε από παλαιότερες μορφές του νόμου ότι η ισχύς της αντεκδίκησης μπορούσε να επεκτείνεται σε διαδοχικές, όλο και πιο μακρινές στον χρόνο γενιές. Η αντεκδίκηση είναι ουσιαστικά αδιάφορη στο πέρασμα του χρόνου, εφόσον διατηρεί την ισχύ της ανέπαφη για αιώνες, και ακόμα και σήμερα υπάρχει μια κατά βάθος ειδωλολατρική αντίληψη που απεικονίζει ακόμα την Τελική Κρίση με τέτοιους όρους. Η Τελική Κρίση γίνεται αντιληπτή ως η μέρα όπου τελειώνουν όλες οι αναβολές και όπου δίνεται πλήρης ελευθερία στην αντεκδίκηση. Αυτή η ιδέα όμως, που σαρκάζει το μάταιο  κάθε καθυστέρησης, δεν μπορεί να κατανοήσει την απροσμέτρητη σημασία της Τελικής Κρίσης, αυτής της διαρκώς αναβαλόμενης ημέρας που ξεγλιστρά τόσο αποφασιστικά στο μέλλον μετά από κάθε διάπραξη αδικίας. Η σημασία αυτή αποκαλύπτεται όχι στον κόσμο του νόμου, όπου κυριαρχεί η αντεκδίκηση, αλλά μόνο σε ένα σύμπαν της ηθικής, όπου η συγχώρεση έρχεται να την συναντήσει. Για να αντιπαρέλθει την αντεκδίκηση, η συγχώρεση βρίσκει έναν ισχυρό σύμμαχο στον χρόνο. Διότι ο χρόνος, όπου η Άτις κυνηγά αυτόν που διέπραξε κακό, δεν είναι η μοναχική ηρεμία του φόβου αλλά η θυελλώδης καταιγίδα της συγχώρεσης, η οποία προηγείται της έλευσης της Τελικής Κρίσης και ενάντια στην οποία η Άτις δεν μπορεί να προχωρήσει. Η καταιγίδα αυτή δεν είναι απλώς η φωνή μέσα στην οποία πνίγεται η κραυγή τρόμου αυτού που διέπραξε κακό· είναι επίσης το χέρι που εξαλείφει τα ίχνη του κακού που διαπράχθηκε, ακόμα και αν για να το πετύχει αυτό χρειαστεί πρώτα να ερειπώσει τον κόσμο. Καθώς ο εξαγνιστικός κυκλώνας προχωρά με ταχύτητα μπροστά από τις βροντές και τις αστραπές, η οργή του Θεού βρυχάται δια της ιστορίας μέσα στην καταιγίδα της συγχώρεσης, έτσι ώστε να παρασύρει στο διάβα της οτιδήποτε μπορεί να αναλωθεί για πάντα στους κεραυνούς της θείας οργής.
Αυτό το οποίο εκφράσαμε εδώ μεταφορικά θα πρέπει να μπορεί να διατυπωθεί ξεκάθαρα και με σαφήνεια σε εννοιολογική μορφή: το νόημα του χρόνου στην οικονομία του σύμπαντος της ηθικής. Σ' αυτό, ο χρόνος δεν εξαλείφει απλώς τα ίχνη κάθε άδικης πράξης αλλά επίσης --και λόγω της διάρκειάς του, πέρα από κάθε μνήμη και κάθε λήθη-- βοηθά, με τρόπους ολότελα μυστήριους, να ολοκληρωθεί η διαδικασία της συγχώρεσης, αν και ποτέ αυτή της συμφιλίωσης.
Walter Benjamin
Το δικαίωμα στη χρήση βίας (1920)*
Μτφρ.: Radical Desire
*Το κείμενο αποτελείται από κριτικές σημειώσεις για το άρθρο του Herbert Vorwerk, "Das Recht zur Gewaltanwendung" ("Το δικαίωμα στη χρήση βίας"), που δημοσιεύτηκε το 1920 στο Περιοδικό για τον θρησκευτικό σοσιαλισμό, έτος 1, τευχ. 4. 
 
Σχετικά με το πρώτο τμήμα
1. "Το νομικό σύστημα τείνει να αντιδρά σε απόπειρες καταστροφής του καταφεύγοντας στον εξαναγκασμό, είτε με στόχο να εξαναγκάσει την διατήρηση είτε την αποκατάσταση της ορθής τάξης."
Αυτή η πρόταση είναι σωστή η ίδια, αλλά είναι λάθος να την εξηγούμε μέσω αναφοράς στην εγγενή τάση του νόμου να εδραιώνει την εξουσία του. Αυτό το οποίο διακυβεύεται εδώ είναι μια δευτερεύουσα πραγματικότητα στην οποία απευθείνεται ο νόμος. Αυτό που διακευβεύεται εδώ είναι ο βίαιος ρυθμός της ανυπομονησίας στον οποίο υφίσταται και βρίσκει την χρονική του τάξη ο νόμος, σε αντιπαράθεση με τον αγαθό (;) ρυθμό της αναμονής στον οποίο ξεδιπλώνονται τα μεσιανικά συμβάντα.
[...]
δεν μπορεί να διακριθεί αντίφαση επί της αρχής ανάμεσα στη βία και την ηθική· από την άλλη [...] μια επί της αρχής αντίφαση μπορεί όντως να γίνει αντιληπτή στην σχέση ηθικής και κράτους (ή νόμου). Η έκθεση αυτής της οπτικής γωνίας είναι ένας από τους στόχους της ηθικής μου φιλοσοφίας, και σ' αυτά τα συμφραζόμενα ο όρος αναρχισμός μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει μια θεωρία που αρνείται το ηθικό δικαίωμα όχι στην ίδια την βία αλλά σε κάθε ανθρώπινο θεσμό, κοινότητα, ή ατομικότητα που είτε διεκδικεί μονοπώλιο πάνω της, είτε με οποιονδήποτε τρόπο διεκδικεί αυτό το δικαίωμα για τον εαυτό της από οποιαδήποτε οπτική γωνία**, ακόμα και ως απλή γενική αρχή, αντί να το σέβεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ως δώρο που δίνεται από μια θεία δύναμη, ωςαπόλυτη ισχύς.
[...]
Είναι τόσο εφικτό όσο και απαραίτητο να φτάσουμε σε ένα οικουμενικά ισχύον συμπέρασμα για το δικαίωμα στη χρήση βίας, γιατί η αλήθεια για την ηθική δεν σταματά στην ψευδαίσθηση της ηθικής ελευθερίας. -Παρ' όλα αυτά, αν αφήσουμε στην άκρη αυτό που ήδη υποστηρίξαμε και επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ενδώσει σε επιχειρήματα ad hominem, θα μπορέσουμε να δούμε ότι δεν μπορούμε να έχουμε μια υποκειμενική απόφαση υπέρ ή εναντίον της χρήσης βίας αφηρημένα, διότι μια πραγματικά υποκειμενικήαπόφαση μάλλον είναι νοητή μόνο υπό το φως συγκεκριμένων στόχων και επιθυμιών.
** Πρβλ. Μονόδρομος, συγγ. 1923-26, δημ. 1928: 
"Ο φόνος ενός εγκληματία μπορεί να είναι ηθικός· ποτέ όμως η νομιμοποίησή του."Selected Writings, τομ. 1, σ. 481.


Walter Benjamin
Μοίρα και χαρακτήρας (1919)
Μτφρ. Radical Desire


[...] Αν, συνεπώς μπορούμε να φτάσουμε σε μια έννοια της μοίρας, θα πρέπει να την διακρίνουμε ξεκάθαρα από αυτή του χαρακτήρα, πράγμα που με τη σειρά του δεν μπορεί να επιτευχθεί ωσότου η δεύτερη έννοια να έχει οριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια. Στη βάση αυτού του ορισμού, οι δύο έννοιες θα καταστούν εντελώς αποκλίνουσες· εκεί όπου υπάρχει χαρακτήρας είναι βέβαιο ότι δεν θα υπάρχει μοίρα, και ο χαρακτήρας δεν θα βρίσκεται στην περιοχή που ορίζει η μοίρα. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να προσέξουμε ώστε να αποδώσουμε και τις δύο έννοιες σε σφαίρες στις οποίες δεν θα σφετερίζονται την βαθμίδα υψηλότερων σφαιρών και εννοιών, όπως συμβαίνει στην καθομιλουμένη. Διότι ο χαρακτήρας τοποθετείται συνήθως σε ηθικά συμφραζόμενα, ενώ η μοίρα [τοποθετείται] σε θρησκευτικά συμφραζόμενα. Θα πρέπει να εξορίσουμε τις έννοιες αυτές και από τις δύο περιοχές, αποκαλύπτοντας το σφάλμα της τοποθέτησής τους εκεί. Το σφάλμα αυτό πηγάζει, σε ό,τι αφορά την έννοια της μοίρας, μέσω της σύνδεσής της με αυτή της ενοχής. Έτσι, για να αναφερθούμε σε μια αντιπροσωπευτική περίπτωση, η κακοτυχία που επιβάλλεται απ' τη μοίρα γίνεται αντιληπτή ως ανταπόκριση του Θεού ή των θεών σε κάποια θρησκευτική παράβαση. Δημιουργούνται όμως αμφιβολίες σχετικά με αυτή την εικασία από το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία παράλληλη σχέση της έννοιας της μοίρας με την έννοια που αναπόφευκτα συνοδεύει αυτή της ενοχής στην σφαίρα της ηθικής: την αθωότητα. Στην αρχαιοελληνική εξέλιξη της ιδέας της μοίρας, η ευτυχία που προσφέρεται στον άνθρωπο γίνεται αντιληπτή όχι ως ανταμοιβή για την αθώα συμπεριφορά στη ζωή, αλλά ως πειρασμός για την διάπραξη της χειρότερης παράβασης, της ύβρεως. Συνεπώς, δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στην μοίρα και την αθωότητα. Και --αυτό το ερώτημα πηγαίνει ακόμα βαθύτερα-- έχει μήπως η μοίρα κάποια σχέση με την καλή τύχη, με την ευτυχία; Είναι η ευτυχία εγγενής κατηγορία της μοίρας, όπως χωρίς αμφιβολία είναι η κακοτυχία; Η ευτυχία είναι μάλλον αυτό το οποίο απελευθερώνει τον ευτυχή άνθρωπο από την εμπλοκή των Μοιρών και από το δίχτυ της δικής του μοίρας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χέλντερλιν αποκαλεί τους ευδαίμονες Θεούς "χωρίς μοίρα". Η ευτυχία και η ευδαιμονία λοιπόν δεν ανήκουν στη σφαίρα της μοίρας περισσότερο από όσο ανήκει η αθωότητα. Αλλά μια τάξη της οποίας οι μόνες εγγενείς έννοιες είναι αυτές της κακοτυχίας και της ενοχής, μια τάξη μέσα στην οποία δεν υπάρχει κανένα αντιληπτό μονοπάτι για την χειραφέτηση (διότι, στον βαθμό που κάτι είναι μοίρα είναι επίσης κακοτυχία και ενοχή) -- μια τέτοια τάξη δεν μπορεί να είναι θρησκευτικού χαρακτήρα, άσχετα από το πόσο η παρεξηγημένη έννοια της ενοχής φαίνεται να δείχνει το αντίθετο. Πρέπει λοιπόν να αναζητηθεί μια άλλη σφαίρα, στην οποία η κακοτυχία και η ενοχή και μόνο να έχουν βάρος, μια ζυγαριά όπου η ευδαιμονία και η αθωότητα θα αποδεικνύονται υπερβολικά ελαφριές και θα αιωρούνται στον αέρα. Αυτή η ζυγαριά είναι η ζυγαριά του νόμου. Οι νόμοι της μοίρας --κακοτυχία και ενοχή-- εξυψώνονται από τον νόμο σε μέτρα του ατόμου· θα ήταν σφάλμα να νομίζουμε ότι το μόνο που υπάρχει στο νομικό πλαίσιο αναφοράς είναι η ενοχή· μπορεί να αποδειχθεί ότι κάθε νομική ενοχή δεν είναι παρά κακοτυχία. Λόγω σφάλματος, εξαιτίας της σύγχυσής της με την σφαίρα της δικαιοσύνης, η τάξη του νόμου --που δεν είναι παρά υπόλειμμα του δαιμονικού σταδίου της ανθρώπινης ύπαρξης, όταν οι νομικές διατάξεις δεν καθόριζαν απλώς τις ανθρώπινες σχέσεις αλλά επίσης την σχέση τους με τούς θεούς-- συντηρείται πολύ μετά από το χρονικό σημείο της επικράτησης πάνω στους δαίμονες. Δεν ήταν στον νόμο αλλά στην τραγωδία που το κεφάλι της ευφυίας υψώθηκε για πρώτη φορά από την ομίχλη της ενοχής, γιατί στην τραγωδία παραβιάζεται η δαιμονική μοίρα. Αυτό όμως δεν γίνεται επειδή η ατέρμονη ειδωλολατρική αλυσίδα ενοχής και εξιλέωσης ξεπερνιέται από την αγνότητα του ανθρώπου που έχει εξιλεωθεί για τα αμαρτήματά του, και που συμφιλιώνεται με τον καθαρό θεό. Μάλλον, στην τραγωδία ο ειδωλολατρικός άνθρωπος γίνεται ενσυνείδητος για το γεγονός ότι είναι καλύτερος από τον θεό του, αλλά αυτή του η συνειδητοποίηση του κλέβει τη μιλιά, παραμένει άρρητη. Χωρίς να διακηρύξει τον εαυτό της, ψάχνει κρυφά να συγκεντρώσει δυνάμεις. Δεν μετρά δίκαια την ενοχή και την εξιλέωση στη ζυγαριά, αλλά τις συνυφαίνει αδιάκριτα. Δεν τίθεται ζήτημα της αποκατάστασης της "ηθικής τάξης του κόσμου"· μάλλον, ο ηθικός ήρωας, ακόμα σιωπηλός, ακόμα ανήλικος --ως τέτοιος αποκαλείται ήρωας-- προσπαθεί να εξυψώσει τον εαυτό του ταρακουνώντας τον βασανισμένο κόσμο. Το παράδοξο της γέννεσης της ευφυίας στην ηθική βουβαμάρα, στην ηθική νηπιακότητα, είναι το Υψηλό στην τραγωδία. Είναι μάλλον η βάση κάθε Υψηλού, στο οποίο εμφανίζεται η ευφυία και όχι ο Θεός. -Η μοίρα αποκαλύπτεται, συνεπώς, στην οπτική της ζωής, ως καταδικασμένη, ως το να έχεις ουσιαστικά πρώτα καταδικαστεί και μετά καταστεί ένοχος. Ο Γκαίτε εκφράζει και τις δύο φάσεις συνοπτικά στη φράση "ο φτωχός που τον άφησες να γίνει ένοχος". Ο νόμος δεν καταδικάζει σε τιμωρία, αλλά σε ενοχή. Η μοίρα είναι το πλαίσιο ενοχής για τους ζωντανούς.


Walter Benjamin
Κόσμος και χρόνος
Σπάραγμα του 1919-20
Μτφρ.: Radical Desire
1. Κόσμος και χρόνος.
Κατά την αποκάλυψη του θείου, ο κόσμος --το θέατρο της ιστορίας-- υπόκειται σε μια μεγάλη διαδικασία αποσύνθεσης, ενώ ο χρόνος --η ζωή αυτού που τον αναπαριστά-- υπόκειται σε μια μεγάλη διαδικασία εκπλήρωσης. Το τέλος του κόσμου: η καταστροφή και η απελευθέρωση μιας (δραματικής) αναπαράστασης. Λύτρωση της ιστορίας από αυτόν που την αναπαριστά. / Αλλά ίσως με την έννοια αυτή, η βαθύτερη αντίθεση στον "κόσμο" να μην είναι ο "χρόνος" αλλά "ο κόσμος που θα έρθει."
2. Καθολικισμός--η διαδικασία της ανάπτυξης της αναρχίας.
Το πρόβλημα του Καθολικισμού είναι αυτό της (ψευδούς, κοσμικής) θεοκρατίας. Η βασική αρχή εδώ είναι: η αυθεντική θεία δύναμη μπορεί να εκδηλωθεί μη καταστροφικάμόνο στον κόσμο που θα έρθει (τον κόσμο της εκπλήρωσης). Αλλά εκεί όπου η θεία δύναμη εισέρχεται στον κοσμικό κόσμο, ανασαίνει καταστροφή. Για αυτό σε αυτόν κόσμο δεν μπορεί να βασιστεί στην θεία δύναμη τίποτε μόνιμο και καμία μορφή οργάνωσης, πόσο μάλλον η επικυριαρχία ως ανώτατή του αρχή. (Σύγκρινε επίσης τις σημειώσεις για την κριτική της θεοκρατίας).
3α. Ο ορισμός μου για την πολιτική: Η εκπλήρωση μιας ανθρωπότητας που δεν έχει βελτιωθεί.
3β. Θα ήταν λάθος να μιλάμε για μια άθρησκη νομοθεσία που επιτάσσει η θρησκεία αντί να μιλάμε για μια [άθρησκη νομοθεσία] που η θρησκεία προαπαιτεί. Οι νόμοι του Μωυσή, και αυτό μάλλον χωρίς εξαίρεση, δεν απαρτίζουν μέρος τέτοιας νομοθεσίας. Αντίθετα, ανήκουν στην νομοθεσία που διέπει τη σφαίρα του σώματος με την ευρύτερη έννοια (υποθετικά) και καταλαμβάνουν έναν πολύ ειδικό χώρο: καθορίζουν την τοποθεσία και την μέθοδο της άμεσης θείας παρέμβασης. Και εκεί ακριβώς που η τοποθεσία αυτή έχει τα σύνορά της, εκεί όπου υποχωρεί, βρίσκουμε τη ζώνη της πολιτικής, του άθρησκου, ενός σωματικού χώρου που είναι χωρίς νόμο με την θρησκευτική έννοια. 
3γ. Το νόημα της αναρχίας για την σφαίρα του άθρησκου θα πρέπει να καθοριστεί από τη θέση της ελευθερίας στη φιλοσοφία της ιστορίας. (Πράγμα δύσκολο να αποδειχθεί: εδώ βρίσκουμε το βασικό ερώτημα της σχέσης της ατομικότητας με το σώμα).
4. Στην παρούσα του κατάσταση, το κοινωνικό είναι μια έκφανση φαντασματικών και δαιμονικών δυνάμεων, συχνά, είναι η αλήθεια, σε κατάσταση μέγιστης έντασης με τον Θεό, στην προσπάθειά τους να υπερβούν τον εαυτό τους. Το θείο επιδεικνύει τον εαυτό του σ' αυτές μόνο μέσω της επαναστατικής ισχύος. Μόνο στην κοινότητα, και πουθενά στην "κοινωνική οργάνωση" αποκαλύπτει τον εαυτό του το θείο, είτε δια της ισχύος είτε όχι. (Σ' αυτόν τον κόσμο, η θεία δύναμη είναι μεγαλύτερη από την θεία αδυναμία. Στον κόσμο που θα ρθει, η θεία αδυναμία είναι μεγαλύτερη από τη θεία δύναμη). Τέτοιου είδους εκφάνσεις πρέπει να γίνουν αντιληπτές όχι στη σφαίρα του κοινωνικού, αλλά στην αντίληψη που έχει ως προσανατολσμό την αποκάλυψη και, πρώτα από όλα, στη γλώσσα, και κυρίως στην ιερή γλώσσα.
5α. Αυτό το οποίο είναι το ζήτημα εδώ δεν είναι η "πραγμάτωση" της θείας δύναμης. Από τη μία, αυτή η διαδικασία είναι η ανώτατη πραγματικότητα. Από την άλλη, η θεία δύναμη περιέχει αυτή την πραγματικότητα στον εαυτό της. (Προβληματική ορολογία!)
5β. Το ζήτημα της "έκφανσης" είναι ουσιώδες.
5γ. Το "θρησκευτικό" είναι ανοησία. Δεν υπάρχει ουσιώδης διάκριση ανάμεσα στην θρησκεία και την θρησκευτική ομάδα όπου ανήκει κανείς [denomination], αλλά η δεύτερη έννοια είναι στενότερη και στα περισσότερα πλαίσια αναφοράς, περιφερειακής σημασίας.
Walter Benjamin
Ο καταστροφικός χαρακτήρας (1931)
Δημ. Frankfurter Zeitung
Μτφρ.: Radical Desire


[...] Ο καταστροφικός χαρακτήρας γνωρίζει μόνον ένα σύνθημα: φτιάξε χώρο. Και μόνο μια δραστηριότητα: καθάρισε τον τόπο. Η ανάγκη του για καθαρό αέρα και ανοιχτό χώρο είναι δυνατότερη από κάθε μίσος.
Ο καταστροφικός χαρακτήρας είναι νέος και εύθυμος. Γιατί η καταστροφή αναζωογονεί, επειδή καθαρίζει τα ίχνη της δικής μας ηλικίας· δίνει καλή διάθεση, επειδή όλα όσα καθαρίζονται σημαίνουν για τον καταστροφέα μια πλήρη απίσχνανση, στην πραγματικότητα ένα ξερίζωμα, της δικής του κατάστασης. Πράγματι, μόνο η αντίληψη του πόσο δραστικά απλοποιείται ο κόσμος όταν τον δοκιμάζεις σε ό,τι αφορά το πόσο αξίζει να καταστραφεί* οδηγεί σε μια τέτοια Απολλώνεια εικόνα του καταστροφέα. Αυτός είναι ο μεγάλος δεσμός που αγκαλιάζει και ενώνει όλα όσα υπάρχουν. Είναι ένα θέαμα που προσφέρει στον καταστροφικό χαρακτήρα την αίσθηση της βαθύτερης δυνατής αρμονίας.
Ο καταστροφικός χαρακτήρας εργάζεται πάντα ατάραχα. Η Φύση είναι αυτή που υπαγορεύει τους ρυθμούς του, τουλάχιστον έμμεσα, διότι πρέπει να την προλάβει. Αλλιώς θα αναλάβει αυτή την καταστροφή.
Ο καταστροφικός χαρακτήρας δεν βλέπει καμία εικόνα να αιωρείται εμπρός του. Έχει λίγες ανάγκες, και η μικρότερη από αυτές είναι το να ξέρει τι θα αντικαταστήσει ό,τι καταστράφηκε. Πρώτα από όλα, τουλάχιστον για μια στιγμή, ο άδειος χώρος -- ο χώρος όπου στεκόταν το πράγμα ή ζούσε το θύμα. Σίγουρα κάποιος θα βρεθεί που να χρειάζεται τον χώρο αυτό χωρίς να τον καταλαμβάνει.
Ο καταστροφικός χαρακτήρας κάνει τη δουλειά του· η μόνη δουλειά που αποφεύγει είναι η δημιουργική. Όπως ο δημιουργός αναζητά την μοναξιά, έτσι και ο καταστροφέας πρέπει να περιβάλλεται διαρκώς από ανθρώπους, μάρτυρες της επάρκειάς του.
[...]
 
Ο καταστροφικός χαρακτήρας δεν ενδιαφέρεται να γίνει κατανοητός. Οι απόπειρες σε αυτή την κατεύθυνση τού φαίνονται επιπόλαιες. Το να παρεξηγείται δεν του κάνει κακό. Αντιθέτως, το προκαλεί, όπως το προκαλούσαν τα μαντεία, αυτοί οι καταστροφικοί θεσμοί του κράτους. Το πιο μικροαστικό από όλα τα φαινόμενα, το κουτσομπολιό, ανακύπτει μόνο επειδή οι άνθρωποι δεν θέλουν να παρεξηγούνται. Ο καταστροφικός χαρακτήρας ανέχεται την παρεξήγηση· δεν προωθεί το κουτσομπολιό.
[...] Ο καταστροφικός χαρακτήρας εξαλείφει ακόμα και τα ίχνη της καταστροφής.
Ο καταστροφικός χαρακτήρας στέκεται μπροστά από την εμπροσθοφυλακή των παραδοσιακών. Μερικοί άνθρωποι κληροδοτούν πράγματα στις μετέπειτα γενιές, καθιστώντας τα ανέγγιχτα και έτσι συντηρώντας τα· άλλοι κληροδοτούν καταστάσεις, καθιστώντας τις δεκτικές πρακτικής υλοποίησης, και έτσι εξαλείφοντάς τις. Οι δεύτεροι αποκαλούνται καταστροφικοί. 
Ο καταστροφικός χαρακτήρας έχει την συνείδηση του ιστορικού ανθρώπου, του οποίου το βαθύτερο συναίσθημα είναι μια αξεπέραστη καχυποψία για την πορεία των πραγμάτων και μια ετοιμότητα ανά πάσα στιγμή να αναγνωρίσει ότι τα πάντα μπορούν να πάνε στραβά. Για αυτό τον λόγο, ο καταστροφικός χαρακτήρας είναι η ίδια η φερεγγυότητα.
Ο καταστροφικός χαρακτήρας δεν βλέπει τίποτε ως μόνιμο. Αλλά για αυτόν ακριβώς τον λόγο διακρίνει δρόμους παντού. Εκεί που οι άλλοι βλέπουν τοίχους ή βουνά, εκεί επίσης βλέπει έναν δρόμο. Αλλά επειδή διακρίνει δρόμους παντού, πρέπει να τους καθαρίσει από εμπόδια παντού. Όχι πάντα με την ωμή βία· μερικές φορές με την πιο εκλεπτυσμένη. Επειδή βλέπει παντού δρόμους, στέκεται πάντοτε στο σταυροδρόμι. Καμία στιγμή δεν μπορεί να γνωρίζει τι φέρνει η επόμενη. Αυτό που υπάρχει το κάνει συντρίμμια -- όχι για χάρη των συντριμμιών, αλλά για χάρη του δρόμου που περνά ανάμεσά τους.
Ο καταστροφικός χαρακτήρας ζει όχι εξαιτίας του συναισθήματος ότι αξίζει να ζεις, αλλά ότι δεν αξίζει τον κόπο η αυτοκτονία.
 

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Walter Benjamin, από τις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας, 1940.Lenin Reloaded /αρχική πηγή Γιώργος Μίχος

Walter Benjamin, από τις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας, 1940.


Ι
Πρέπει, λένε, να είχε υπάρξει ένας αυτόματoς μηχανισμός που να ήταν κατασκευασμένος έτσι ώστε να κερδίζει μια παρτίδα στο σκάκι, απαντώντας σε κάθε κίνηση του αντιπάλου με μία αντίθετη. Μια κούκλα με τουρκική στολή, στο στόμα ένα ναργιλέ, καθόταν μπροστά στη σκακιέρα, που ήταν τοποθετημένη σε ένα απλόχωρο τραπέζι. Ένα σύστημα καθρεπτών δημιουργούσε την ψευδαίσθηση πως αυτό το τραπέζι ήταν διαφανές από όλες τις πλευρές. Στην πραγματικότητα, ένας καμπούρης νάνος, που ήταν πρωταθλητής στο σκάκι, καθόταν εκεί μέσα και κατεύθυνε το χέρι της κούκλας με νήματα. Κάποιος μπορεί να φανταστεί ένα αντίστοιχο αυτού του μηχανισμού στη φιλοσοφία. Η κούκλα, που ονομάζεται "ιστορικός υλισμός" είναι απαραίτητο να κερδίζει πάντοτε. Μπορεί δίχως άλλο να αντιμετωπίσει οποιονδήποτε, εάν δέχεται τις υπηρεσίες της θεoλoγίας*, η οποία σήμερα, όπως ξέρουμε, είναι κοντή και κακόμορφη και πρέπει να κρατιέται έξω απ' το προσκήνιο.

II
"Στα πιο αξιoσημείωτα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ψυχής", λέει ο Lotze, "συγκαταλέγεται... δίπλα στην τόσο μεγάλη φιλαυτία σε επιμέρους ζητήματα, η γενική απουσία φθόνου κάθε παρόντος σε σχέση με το μέλλον". Αυτός ο συλλoγισμός μας δείχνει πως η εικόνα που διατηρούμε για την ευτυχία είναι πλήρως εμποτισμένη στο χρόνο, στον οποίο μας αποδόθηκε κάποτε η ροή της ίδιας μας της ύπαρξης. Το είδος της ευτυχίας που θα μπορούσε να μας προκαλέσει φθόνο, υπάρχει μόνο στον αέρα που έχουμε αναπνεύσει, με ανθρώπους στους οποίους θα μπoρούσαμε να μιλήσουμε, με γυναίκες που θα μπορούσαν να μας δοθούν. Με άλλα λόγια, η εικόνα που έχουμε για την ευτυχία είναι αδιάρρηκτα συνδεμένη με εκείνη της απoλύτρωσης. Το ίδιο συμβαίνει με την εικόνα του παρελθόντος, πράγμα που εισαγάγει την ιστορία στις υποθέσεις του. Το παρελθόν κουβαλάει ένα μυστικό δείκτη, που το παραπέμπει στην απολύτρωση. Δεν μας αγγίζει μήπως κι εμάς μια πνοή του αέρα που περιέβαλε τους προηγούμενούς μας; Δεν υπάρχει μια ηχώ αυτών που έχουν πια σιωπήσει, στις φωνές που φθάνουν σήμερα στα αυτιά μας; Δεν έχουν οι γυναίκες, για τις οποίες ενδιαφερόμαστε, αδελφές που δεν τις αναγνωρίζουν πια; Αν είναι έτσι, τότε υπάρχει μια μυστική συμφωνία μεταξύ των γενεών που πέρασαν και της δικής μας. Επειδή η άφιξή μας στη γη ήταν αναμενόμενη. Επειδή μας είχε δωριστεί, όπως σε κάθε γενιά που προηγήθηκε, μια ασθενική μεσιανική δύναμη, πάνω στην οποία το παρελθόν εγείρει αξιώσεις. Αυτές οι αξιώσεις δεν είναι δυνατό να ικανοποιηθούν με φθηνό τίμημα. Ο ιστορικός υλιστής γνωρίζει το γιατί.

III
Ο χρονικoγράφoς που αφηγείται τα περιστατικά χωρίς να κάνει διάκριση μεγάλων και μικρών, ενεργεί σύμφωνα με την αλήθεια πως οτιδήποτε συνέβη κάποτε, δεν μπορεί να θεωρηθεί χαμένο για την ιστορία. Στην πραγματικότητα, μόνον η απολυτρωμένη ανθρωπότητα είναι σε θέση να δεχτεί ολoκληρωτικά το παρελθόν της. Που σημαίνει: μόνο στην απολυτρωμένη ανθρωπότητα είναι δυνατό να αποδοθεί το παρελθόν της στην κάθε στιγμή του. Κάθε στιγμή που έχει βιώσει γίνεται μια citation a l' ordre du jour**- κι αυτή η μέρα είναι ακριβώς η Ημέρα της Κρίσεως.

IV
Φροντίστε πρώτα για τρόφιμα και ρουχισμό δικό σας,
ύστερα το Επoυράvιo Βασίλειο θα σας δοθεί από μόνο του.
Hegel, 1807

Η ταξική πάλη, που δεν χάνει από τα μάτια του κανένας ιστορικός που έχει διδαχτεί από τον Marx, είναι μια πάλη για πράγματα ανεπεξέργαστα και υλικά, χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να υπάρξουν τα εκλεπτυσμένα και πνευματικά. Παρ' όλα αυτά, δεν είναι με τη μορφή της λείας που πέφτει στα χέρια του νικητή, που αυτά τα τελευταία κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην ταξική πάλη. Εκδηλώνονται σ' αυτή την πάλη σαν θάρρος, σαν αυτοπεποίθηση, σαν χιούμορ, σαν επιτηδειότητα και επενεργούν βαθιά πίσω στην άχλη του χρόνου. Θέτουν πάντα και κάθε φορά σε αμφισβήτηση κάθε νίκη που έχει ποτέ επιτευχθεί από τους κυρίαρχους. Σαν λουλούδια που γυρίζουν τους κάλυκές τους προς τον ήλιο, έτσι προσπαθούν και τα περασμένα, εξαιτίας ενός ηλιοτροπισμού μυστικής φύσης, να στραφούν προς την κατεύθυνση εκείνου του ήλιου που ανατέλλει στον ουρανό της ιστορίας. Ο ιστορικός υλιστής πρέπει να είναι γνώστης αυτού του πιο αφανούς από όλους τους μετασχηματισμούς.

V
Η αυθεντική εικόνα του παρελθόντος γλιστρά φευγαλέα. Το παρελθόν μπορεί να συλληφθεί μόνο σαν εικόνα που αστράφτει την στιγμή ακριβώς της αναγνώρισης της και μετά χάνεται μια για πάντα. "Η αλήθεια δεν θα μας ξεφύγει" - το σχόλιο αυτό του Gottfried Keller εντοπίζει με ακρίβεια το σημείο τομής του ιστορικού υλισμού από την ιστορική εικόνα του ιστορικισμού. Γιατί κάθε εικόνα του παρελθόντος που δεν αναγνωρίζεται από το παρόν αναφορικά με αυτό, απειλεί να εξαφανιστεί αμετάκλητα.

VI
Ανασύνθεση του παρελθόντος δεν σημαίνει αναγνώρισή του "με τον τρόπο που υπήρξε πραγματικά". Σημαίνει το άρπαγμα μιας μνήμης καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου. Για τον ιστορικό υλισμό το ζήτημα είναι να συλλάβει μια εικόνα του παρελθόντος, καθώς αυτή εμφανίζεται απροσδόκητα στο ιστορικό υποκείμενο τη στιγμή του κινδύνου. Ο κίνδυνος απειλεί τόσο το περιεχόμενο της παράδοσης όσο και τους παραλήπτες του. Και για τους δύο είναι ο ίδιος: να γίνουν όργανα της κυρίαρχης τάξης. Κάθε εποχή πρέπει να κάνει τη δύσκολη προσπάθεια για την εκ νέου αρπαγή της παράδοσης από τον κoνφoρμισμό, που είναι έτoιμoς να την καταδυναστεύσει. Γιατί ο Μεσίας δεν έρχεται μόνο σαν λυτρωτής, αλλά και σαν νικητής του αντίχριστου. Το χάρισμα να αναζωπυρώνει τη σπίθα της ελπίδας στο παρελθόν έχει εκείνος μόvο ο ιστορικός που είναι απόλυτα πεισμένος ότι ούτε ακόμη και οι νεκροί δεν θα 'ναι ασφαλείς από τον εχθρό, εάν αυτός νικήσει. Και ο εχθρός αυτός δεν έχει πάψει να νικά.

VII
Συλλογιστείτε το σκοτάδι και την παγωνιά
Σε τούτη την κοιλάδα που ηχεί απ' τους θρήνους.
Brecht, Η όπερα της πεντάρας

Ο Fustel de Coulanges συνιστά στον ιστορικό που θέλει να ξαναζήσει μια εποχή, πως πρέπει να βγάλει απ' το μυαλό του όλα όσα γνωρίζει από τη μετέπειτα εξέλιξη της ιστορίας. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος χαρακτηρισμού της μεθόδου με την οποία ήρθε σε ρήξη ο ιστορικός υλισμός. Πρόκειται για μια διαδικασία ταύτισης. Αφετηρία της είναι η νωθρότητα της καρδιάς, η ακηδία, που αρνείται απεγνωσμένα να συλλάβει την αυθεντική ιστορική εικόνα, που τόσο φευγαλέα αστράφτει. Οι θεολόγοι του μεσαίωνα τη θεωρούσαν ως την πρωταρχική πηγή της θλίψης. Ο Flaubert, που του ήταν οικεία, γράφει: "Peu de gens deνineront combien il a fallu etre triste pour ressusciter Carthage"***. H φύση αυτής της θλίψης γίνεται σαφέστερη όταν τίθεται το ερώτημα με ποιόν ταυτίζεται στ' αλήθεια ο ακολουθητής του ιστορικισμού. Η απάντηση είναι αναμφισβήτητη: με τον νικητή. Όμως οι εκάστοτε κυρίαρχοι είναι οι κληρονόμοι όλων όσων νίκησαν κατά το παρελθόν. Έτσι η ταύτιση με τον νικητή αποβαίνει κάθε φορά προς όφελος των εκάστοτε κυρίαρχων. Ο ιστορικός υλιστής ξέρει τι σημαίνει αυτό. Όποιοι μέχρι σήμερα αναδείχτηκαν νικητές βαδίζουν στη θριαμβευτική πομπή μαζί με τους σημερινούς κυρίαρχους πάνω από τους υποταγμένους. Τα λάφυρα συνοδεύουν, όπως συνέβαινε πάντοτε, τη θριαμβευτική πομπή. Ονομάζονται όλα αυτά πολιτιστική κληρονομιά και στο πρόσωπο του ιστορικού υλιστή θα συναντήσουν έναν αποστασιοποιημένο παρατηρητή. Γιατί, χωρίς εξαίρεση, οτιδήποτε εξετάζει από αυτά έχει μια καταγωγή που δεν μπορεί να τη σκεφτεί δίχως φρίκη. Χρωστάνε την ύπαρξή τους όχι μόνο στον κόπο των μεγαλοφυών που τα δημιούργησαν, αλλά και στην ανώνυμη βαριά δουλική εργασία των συγχρόνων τους. Δεν έχει υπάρξει ποτέ τεκμήριο πολιτισμού που να μην είναι ταυτόχρονα τεκμήριο βαρβαρότητας. Κι όπως ένα τέτοιο τεκμήριο δεν στερείται βαρβαρότητας, το ίδιο ισχύει και για τη διαδικασία μεταβίβασης, με την οποία πέφτει από το ένα χέρι στο άλλο. Γι' αυτό ο ιστορικός υλιστής απομακρύνεται από αυτό όσο γίνεται περισσότερο. Θεωρεί καθήκον του την κάθαρση της ιστορίας ενάντια στο ρεύμα****.

VIII
Η παράδοση των καταπιεσμένων μας διδάσκει ότι η "κατάσταση έκτακτης ανάγκης" που ζούμε τώρα δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας. Πρέπει να κατορθώσουμε να συλλάβουμε την ιστορία έχοντας αυτή την επίγνωση. Τότε θα διαπιστώσουμε καθαρά ότι αποστολή μας είναι να δημιουργήσουμε μια πραγματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης και έτσι θα βελτιωθεί η θέση μας στον αγώνα κατά του φασισμού. Ένας λόγος που ο φασισμός έχει μια ευκαιρία είναι γιατί, στο όνομα της προόδου, αντιμετωπίζεται από τους αντιπάλους του σαν ιστορικό μέτρο. Η έκπληξη για το πως τα πράγματα που ζούμε είναι "ακόμα" και στον εικοστό αιώνα δυνατά, δεν είναι φιλοσοφική. Δεν είναι η απαρχή μιας γνώσης - εκτός κι αν πρόκειται για τη γνώση πως η αντίληψη της ιστορίας από την οποία κατάγεται δεν ευσταθεί.

IX
Για πέταγμα η φτερούγα μου αvoιχτή
Θα ήθελα να γυρίσω πίσω
Γιατί αν έμενα για ατέλειωτο χρόνο
Θα είχα πολύ λίγη τύχη.
Gerhard Scholem, Χαιρετισμός του Αγγέλου

Υπάρχει ένας πίνακας του Klee με το όνομα Angelυs Novus. Απεικονίζεται εκεί ένας άγγελος που φαίνεται έτοιμος να απομακρυνθεί από κάτι όπου μένει προσηλωμένο το βλέμμα του. Τα μάτια του είναι διάπλατα ανοιχτά, το στόμα του ανοιχτό και οι φτερούγες του τεντωμένες. Έτσι ακριβώς πρέπει να είναι και ο άγγελος της ιστορίας. Το πρόσωπό του είναι στραμμένο προς το παρελθόν. Όπου εμείς βλέπουμε μια αλυσίδα γεγονότων, αυτός βλέπει μία μοναδική καταστροφή, που συσσωρεύει αδιάκοπα ερείπια επί ερειπίων και τα εκσφενδονίζει μπροστά στα πόδια του. Θα ήθελε να σταματήσει για μια στιγμή, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να στήσει ξανά τα χαλάσματα. Μια θύελλα σηκώνεται όμως από τη μεριά του Παράδεισου αδράχνοντας τις φτερούγες του και είναι τόσο δυνατή που δεν μπορεί πια ο άγγελος να τις κλείσει. Η θύελλα τον ωθεί ακαταμάχητα προς το μέλλον, στο οποίο η πλάτη του είναι στραμμένη, ενώ ο σωρός από τα ερείπια φθάνει μπροστά του ως τον ουρανό. Αυτό που εμείς αποκαλούμε πρόοδο, είναι αυτή η θύελλα.

X
Τα θέματα που υποδείκνυαν οι μοναστηριακοί κανόνες στους καλόγερους για περισυλλογή είχαν ως στόχο να κάνουν απωθητικό τον κόσμο και την πορεία του. Ο τρόπος σκέψης που αναπτύσσουμε εδώ πρόκυψε από μια παρόμοια θεώρηση. Τη στιγμή που οι πολιτικοί, στους οποίους οι εχθροί του φασισμού στήριζαν τις ελπίδες τους, έχουν καταπέσει και έχουν επικυρώσει την ήττα τους με την προδοσία των ίδιων των ιδανικών τους, ο τρόπος αυτός αποσκοπεί στην απελευθέρωση του πολιτικού ανθρώπου από τα δίχτυα στα οποία αυτοί τον παγίδευσαν. Ο συλλογισμός μας έχει σαν αφετηρία την αντίληψη ότι η άκαμπτη πίστη αυτών των πολιτικών στην πρόοδο, η εμπιστοσύνη στη "μαζική βάση" τους και τέλος η δουλική ένταξή τους σ' έναν ανεξέλεγκτο μηχανισμό, απoτέλεσαν τρεις όψεις του ίδιου πράγματος. Προσπαθεί να δώσει μια ιδέα για το πόσο ακριβά θα πρέπει να πληρώσει η προσαρμοσμένη σκέψη μας για μια σύλληψη της ιστορίας που αποφεύγει κάθε εμπλοκή με τον τρόπο σκέψης στον οποίο αυτοί οι πολιτικοί εξακολουθούν να υποτάσσονται.

XI
Ο κομφορμισμός, με τον οποίο απ' την αρχή ήταν εξοικειωμένη η σοσιαλδημοκρατία, έγκειται όχι μόνο στην πολιτική τακτική της, αλλά και στις οικονομικές της αντιλήψεις. Αποτελεί μία από τις καθοριστικές αιτίες της μετέπειτα κατάρρευσης. Τίποτε δεν έχει διαφθείρει τη γερμανική εργατική τάξη σε τόσο μεγάλο βαθμό, όσο η άποψη πως αυτή πλέει με το ρεύμα. Αντιμετώπισε τις τεχνικές εξελίξεις ως την κοίτη του ρεύματος, μες στο οποίο θεωρήθηκε ότι κολυμπούσε. Από κει ήταν μόλις ένα βήμα η αυταπάτη, πως η εργασία στο εργοστάσιο, που υποτίθεται πως έτεινε να εξελίσσεται τεχνολογικά, αντιπροσωπεύει ένα πολιτικό κατόρθωμα. Η παλιά προτεσταντική ηθική της εργασίας αναβίωσε με κοσμική μορφή ανάμεσα στους γερμανούς εργάτες. Στο Πρόγραμμα της Gotha διακρίνονται ήδη τα ίχνη αυτής της σύγχυσης. Η εργασία ορίζεται εκεί σαν "η πηγή κάθε πλούτου και κάθε πολιτισμού". Υποπτευόμενος το χειρότερο, ο Marχ ανταπάντησε στο σημείο αυτό ότι ο άνθρωπος που δεν έχει καμιά ιδιοκτησία εκτός από την εργατική δύναμή του, αναγκάζεται να γίνει "ο δούλος άλλων ανθρώπων που έχουν κάνει τους εαυτούς τους ιδιοκτήτες..." Παρ' όλα αυτά, η σύγχυση μόνο εντάθηκε και πολύ σύντομα ο Josef Dietzgen διακήρυξε: "Ο σωτήρας των μοντέρνων καιρών ονομάζεται εργασία... Στη βελτίωση... της εργασίας... συνίσταται ο πλούτος, που μπορεί σήμερα να αποφέρει όσα κανένας λυτρωτής δεν κατόρθωσε μέχρι τώρα". Αυτή η χυδαία μαρξιστική αντίληψη για το τί είναι η εργασία, δεν μπαίνει καν στον κόπο να απαντήσει στο ερώτημα, πώς μπορούν οι εργάτες να επωφεληθούν του προϊόντος τους, εφ' όσον δεν είναι πλέον στη διάθεσή τους. Αναγνωρίζει μόνον την πρόοδο της επικυριαρχίας πάνω στη φύση και όχι την οπισθοδρόμηση της κοινωνίας. Κουβαλάει ήδη τα τεχνοκρατικά σημάδια που θα βρεθούν αργότερα στο φασισμό. Σ' αυτά συμπεριλαμβάvεται μία αντίληψη της φύσης που διαφοροποιείται δυσοίωνα από εκείνη των σοσιαλιστικών ουτοπιών, που προηγήθηκαν της επανάστασης του 1848. Η εργασία, όπως γίνεται πλέον αντιληπτή, ισοδυναμεί με την εκμετάλλευση της φύσης, η οποία αντιπαρατίθεται με αφελή ικανοποίηση στην εκμετάλλευση του προλεταριάτου. Συγκρινόμενες μ' αυτή τη θετικιστική σύλληψη, οι φανταστικές επινοήσεις -που έδωσαν τόσο άφθονο υλικό για το χλευασμό του Fourier- επιδεικνύουν μια εκπληκτικά υγιή ευαισθησία. Σύμφωνα με τον Fourier, σαν αποτέλεσμα μιας αριστοτεχνικής συλλογικής εργασίας, τέσσερα φεγγάρια θα φώτιζαν τη γήινη νύχτα, οι πάγοι θα αποσύρονταν από τους πόλους, το νερό της θάλασσας δεν θα είχε πια αλμυρή γεύση και τα άγρια θηρία θα έμπαιναν στην υπηρεσία του ανθρώπου. Όλα αυτά απεικονίζουν μια εργασία, η οποία πολύ πέρα από την εκμετάλλευση της φύσης, είναι ικανή να την γονιμοποιήσει ώστε να φέρει στο φως το κάθε λογής δημιούργημα που κείτεται αδρανές στην αγκαλιά της σαν δυνατότητα. Στην διεφθαρμένη αντίληψη της εργασίας αντιστοιχεί, σαν λογικό της συμπλήρωμα, μια φύση τέτοια, που σύμφωνα με την έκφραση του Dietzgen, "υπάρχει εκεί δωρεάν".

XII
Χρειαζόμαστε μια ιστορία, με διαφορετικό όμως
τρόπο απ' ότι την χρειάζεται ο κακομαθημένος
κηφήνας στον κήπο της γνώσης.
Nietzsche, Για τη χρήση και κατάχρηση της ιστορίας στη ζωή

Υποκείμενο της ιστορικής γνώσης είναι η ίδια η μαχόμενη, καταπιεσμένη τάξη. Στον Marx εμφανίζεται σαν η τελευταία υποδουλωμένη, σαν η εκδικήτρια τάξη, που ολοκληρώνει το έργο της απελευθέρωσης στο όνομα γενεών ηττημένων. Αυτή η συνείδηση, που είχε μια σύντομη αναβίωση στον "Σπάρτακο", ήταν ανέκαθεν απορριπτέα από τους σοσιαλδημοκράτες. Κατόρθωσαν αυτοί μέσα σε τρεις δεκαετίες να εξαλείψουν σχεδόν το όνομα ενός Blanqui, που είχε συγκλονίσει με το μεταλλικό ήχο του τον περασμένο αιώνα. Κολάκευαν τον εαυτό τους αποδίδοντας στην εργατική τάξη του ρόλου ενός λυτρωτή των μελλουσών γενεών, ακρωτηριάζοντας έτσι τα νεύρα της πιο πολύτιμης δύναμής της. Με μια τέτοια διδασκαλία η τάξη ξέχασε τόσο το μίσος όσο και το πνεύμα θυσίας. Γιατί τρέφονται και τα δύο από την εικόνα των υποδουλωμένων προγόνων και όχι από το ιδανικό των απελευθερωμένων εγγονών.

XIII
...γιατί η υπόθεσή μας γίνεται ολοένα πιο καθαρή
και οι άνθρωποι πιο έξυπνοι.
Josef Dietzsgen, Σοσιαλδημοκρατική φιλοσοφία

Η σοσιαλδημοκρατική θεωρία, και πολύ περισσότερο η πρακτική της, καθορίζονταν από μια αντίληψη της προόδου, που δεν βασιζόταν στην πραγματικότητα, αλλά πρόβαλε δογματικούς ισχυρισμούς. Η πρόοδος, όπως ήταν ζωγραφισμένη στα μυαλά των σοσιαλδημοκρατών, ήταν, πρώτο, μια εξέλιξη της ίδιας της ανθρωπότητας (όχι μόνο των ικανοτήτων και των γνώσεών της). Δεύτερο, ήταν κάτι το ατέρμονο (αντίστοιχο με την αδιάκοπη τελείωση της ανθρωπότητας). Τρίτο, θεωρούνταν σαν κάτι ουσιαστικά αναπότρεπτο (σαν ένα αυτοκινούμενο που διατρέχει μια ευθεία ή σπειροειδή τροχιά). Κάθε ένα από αυτά τα κατηγορήματα είναι επίμαχο, κάθε ένα επιδεχόμενο κριτικής. Πρέπει όμως η κριτική, όταν τα ψέματα τελειώσουν, να διεισδύσει πίσω από αυτά τα κατηγορήματα και να επικεντρωθεί σε κάτι που τους είναι κοινό. Η αντίληψη της προόδου της ανθρωπότητας στην ιστορία δεν μπορεί να διαχωριστεί από την αντίληψη της εξέλιξης της μέσω ενός ομογενούς και κενού χρόνου. Μια κριτική της αντίληψης αυτής της εξέλιξης πρέπει να αποτελέσει το θεμέλιο για κάθε κριτική της αντίληψης της προόδου της ίδιας.

XIV
Αφετηρία είναι o σκοπός.
Karl Kraus, Worte in Versen 1

Η ιστορία είναι το αντικείμενo μιας κατασκευής, τον τόπο της οποίας δεν διαμoρφώνει ο ομογενής και κενός χρόνος, αλλά ο χρόνος που είναι πλήρης από τον "χρόνο του τώρα"*****. Η αρχαία Ρώμη αποτελούσε έτσι για τον Rοbespierre ένα παρελθόν φορτισμένο από το χρόνο του τώρα [jetztzeit], το οποίο αυτός ανατίναζε από το συνεχές της ιστορίας. Η γαλλική επανάσταση θεωρούσε τον εαυτό της μετενσάρκωση της Ρώμης. Αντέγραφε κατά γράμμα την αρχαία Ρώμη, όπως η μόδα τα ρούχα του παρελθόντος. Η μόδα οσφραίνεται το επίκαιρο, όπου κι αν κινείται αυτό στη λόχμη του κάποτε. Είναι το άλμα της τίγρης στο παρελθόν. Μόνο που το άλμα γίνεται σε μια αρένα όπου δεσπόζει η κυρίαρχη τάξη. Το ίδιο άλμα κάτω από τον ελεύθερο ουρανό της ιστορίας είναι το διαλεκτικό, που είναι ο τρόπος που ο Marx εννοούσε την επανάσταση.

XV
Η συνείδηση ότι πρόκειται να ανατινάξουν το συνεχές της ιστορίας είναι χαρακτηριστικό των επαναστατικών τάξεων τη στιγμή της δράσης τους. Η Μεγάλη Επανάσταση καθιέρωσε ένα καινούριο ημερολόγιο. Η μέρα με την οποία τίθεται σε ισχύ ένα ημερολόγιο λειτουργεί σαν ιστορικός πυκνωτής του φιλμ του χρόνου. Και ουσιαστικά είναι η ίδια μέρα που επανέρχεται ολοένα με τη μορφή των εορτών, που είναι ημέρες ανάμνησης. Γι' αυτό τα ημερολόγια δεν μετρούν το χρόνο όπως τα ρολόγια. Αποτελούν μνημεία μιας ιστορικής συνείδησης, ίχνη της οποίας δεν διακρίνονται πια ούτε αμυδρά στην Ευρώπη εδώ κι εκατό χρόνια. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του Ιούλη παρεμβλήθηκε ένα επεισόδιο που έδειξε πως αυτή η συνείδηση είναι ακόμη ζωντανή. Με τον ερχομό της πρώτης βραδιάς των συγκρούσεων συνέβη να πυροβοληθούν, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο και ταυτόχρoνα, τα ρολόγια των πύργων σε πολλά σημεία του Παρισιού. Ένας αυτόπτης μάρτυρας, που οφείλει ενδεχόμενα τη διορατικότητά του στην ομοιοκαταληξία, έγραψε:

Qui le croirait! on dit, qu' irrites contre l' heure
De nouveaux Josues au pied de chaque tour,
Tiraient sur les cadrans pour arreter le jour.
[Ποιος θα το πίστευε! Λένε, πως εξοργισμένοι με το χρόνο
Νέοι Ιωσίες, στη βάση κάθε πύργου
Πυροβολούσαν τις πλάκες των ρολογιών για να σταματήσουν τη μέρα.]

XVI
Ο ιστορικός υλιστής δεν μπορεί να παραιτηθεί από την αντίληψη ενός παρόντος -που δεν αποτελεί σημείο μετάβασης- στο οποίο ο χρόνος πιστοποιείται και στέκει ακίνητος. Γιατί αυτή η αντίληψη οριοθετεί εκείνο ακριβώς το παρόν, στο οποίο αυτός, για το άτομό του, γράφει ιστορία. O ιστορικισμός δίνει την "αιώνια" εικόνα του παρελθόντος· ο ιστορικός υλισμός παρέχει μια μοναδική εμπειρία με το παρελθόν. Ο ιστορικός υλιστής αφήνει τους άλλους να εξαντληθούν με την πόρνη που ονομάζεται "Μια φορά κι ένα καιρό" στο μπουρδέλο του ιστορικισμού. Παραμένει κύριος των δυνάμεών του: ώριμος αρκετά για να ανατινάξει το συνεχές της ιστoρίας.

XVII
Ο ιστορικισμός δικαιολογημένα ολοκληρώνεται με την παγκόσμια ιστορία. Η υλιστική ιστοριογραφία διαχωρίζεται απ' αυτήν ως προς τη μέθοδο με τη μεγαλύτερη ίσως σαφήνεια από ότι με οποιαδήποτε άλλη. Η παγκόσμια ιστορία δεν διαθέτει θεωρητικό εξοπλισμό. Η μέθοδός της είναι προσθετική: προσφέρει ένα πλήθος στοιχείων για να γεμίσει τον ομογενή και κενό χρόνο. Η υλιστική ιστοριογραφία, απ' τη μεριά της, βασίζεται σε μία εποικοδομητική αρχή. Στη σκέψη δεν συγκαταλέγεται μόνο η κίνηση των ιδεών, αλλά και η ακινητοποίηση****** τους. Εκεί όπου η σκέψη ξαφνικά σταματά σε έναν αστερισμό πλημμυρισμένο από εντάσεις, του προκαλεί ένα σοκ, μέσω του οποίου αυτός ο αστερισμός αποκρυσταλλώνεται ως μονάδα. Ο ιστορικός υλιστής προσεγγίζει ένα ιστορικό αντικείμενο αποκλειστικά και μόνο όταν το αντιμετωπίζει ως μονάδα. Σ' αυτή τη δομή αναγνωρίζει το σημάδι μιας μεσιανικής ακινητοποίησης [stillstellung]******* των γεγονότων ή, διαφορετικά διατυπωμένο, μιας επαναστατικής δυνατότητας στον αγώνα για το υποδουλωμένο παρελθόν. Το αντιλαμβάνεται αυτό, για να εκτινάξει μια συγκεκριμένη εποχή από την ομογενή πορεία της ιστορίας· ανατινάζοντας έτσι μια συγκεκριμένη ζωή από την εποχή ή ένα συγκεκριμένο έργο από το έργο ζωής. Το καθαρό όφελος αυτής της μεθόδου συνίσταται στο εξής: το έργο ζωής διαφυλάσσεται μέσα στο έργο και ταυτόχρονα αναιρείται********, η εποχή μέσα στο έργο ζωής και ολόκληρη η ιστορική πορεία μέσα στην εποχή. Ο πλούσιος καρπός αυτού που είναι ιστορικά αντιλαμβανόμενο περιέχει το χρόνο σαν πολύτιμο, αλλά άνοστο, πυρήνα.

XVIII
"Σε σχέση με την ιστορiα της οργανικής ζωής πάνω στη γη" γράφει ένας σύγχρονος βιολόγος, "οι πενιχρές πενήντα χιλιετίες του homo sapiens αναλογούν σε δύο δευτερόλεπτα στο τέλος μιας μέρας εικοσιτεσσάρων ωρών. Η συνολική ιστορία της πολιτισμένης ανθρωπότητας θα συμπλήρωνε σ' αυτή την κλίμακα το ένα πέμπτο του τελευταίου δευτερολέπτου της τελευταίας ώρας". Ο χρόνος του τώρα [jetztzeit], το οποίο ως μοντέλο του μεσιανικού χρόνου περιλαμβάνει την ιστορία ολόκληρης της ανθρωπότητας σε μια τερατώδη συντομογραφία, συμπίπτει με απόλυτη ακρίβεια με εκείνο το μέγεθος που έχει η ιστορία της ανθρωπότητας μέσα στο σύμπαν.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ
Α
Ο ιστορικισμός ικανοποιείται εδραιώνοντας μια αιτιώδη συνάφεια μεταξύ διαφόρων στιγμών μέσα στην ιστορία. Αλλά κανένα γεγονός δεν γίνεται κιόλας ιστορικό, επειδή αποτελεί ένα αίτιο. Γίνεται εκ των υστέρων με τη μεσολάβηση συμβάντων που απέχουν ίσως και χιλιετίες από αυτό. Ο ιστορικός που έχει αυτό σαν αφετηριακό σημείο, δεν επιτρέπει στις συνέπειες των ενδεχόμενων να γλιστρήσουν μέσα από τα δάχτυλά του σαν τους κόμπους ενός κομποσκοινιού. Αντίθετα, αρπάζει τον αστερισμό όπου η δική του εποχή έρχεται σε επαφή με μια συγκεκριμένη προγενέστερη. Εδραιώνει έτσι μία αντίληψη του παρόντος όπως αυτή του "χρόνου του τώρα" [jetztzeit], που είναι διάσπαρτος με θραύσματα του μεσιανικού χρόνου.

Β
Οι μάντεις, που προμηνούσαν τι κρύβει στους κόλπους του το μέλλον, σίγουρα δεν είχαν την εμπειρία ούτε ενός χρόνου ομογενή, ούτε κενού. Όποιος έχει αυτό στο μυαλό του, αποκτά ίσως μια ιδέα για το πως γινόταν αντιληπτός ο παρελθών χρόνος ως ανάμνηση: δηλαδή, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Είναι γνωστό ότι στους Εβραίους ήταν απαγορευμένη η διερεύνηση του μέλλοντος. Αντίθετα, η πεντάτευχος κι οι προσευχές τους καθοδηγούσαν στο δρόμο προς την ανάμνηση. Αυτό απογύμνωσε το μέλλον απ' τη μαγεία του, στην οποία υποκύπτουν εκείνοι που συμβουλεύονται τους μάντεις. Ωστόσο, γι' αυτό το λόγο, το μέλλον δεν έγινε στους Εβραίους ένας ομογενής και κενός χρόνος. Γιατί το κάθε δευτερόλεπτό του ήταν η μικρή πύλη μέσα από την οποία θα μπορούσε να εισέλθει ο Μεσίας.

Σημειώσεις
* "Η σκέψη μου συμπεριφέρεται στη θεολογία όπως το στυπόχαρτο στη μελάνη. Έχει πλήρως διαποτιστεί από αυτή. Αν ακολουθούσαμε όμως το στυπόχαρτο, τίποτα απ' όσα γράφτηκαν δεν θα απέμενε." (Από σημειώσεις του Benjamin).
** Γαλλικά στο πρωτότυπο. Citation a l' ordre du jour: παραπομπή στην ημερήσια διάταξη.
*** Ελάχιστοι άνθρωποι μπορούν να μαντέψουν πόσο χρειάστηκε να είναι κανείς θλιμμένος για να αναστηθεί η Καρχηδόνα.
**** "...ακόμη και με πυρακτωμένη λαβίδα, αν χρειαστεί". Έτσι ολοκλήρωνε το συλλογισμό ο Benjamin στις σημειώσεις του.
***** "Jetztzeit" στο πρωτότυπο, σε εισαγωγικά. Jetzt: τώρα - Zeit: χρόνος.
****** Stillstellung στο πρωτότυπο. Κυριολεκτικά: ήρεμη θέση. Σε ορισμένες αγγλικές μεταφράσεις ο όρος αναφέρεται και ως "zero-hour". Στη σκέψη του Benjamin ο όρος έχει μια ιδιαίτερη διάσταση που αναφέρεται στην ενεργητική διακοπή μιας διαδικασίας.
******* Από σημειώσεις του Benjamin: "Για την μεσιανική ακινητοποίηση του γεγονότος θα μπορούσε να προταθεί ο ορισμός του 'κλασικού στυλ' του Focillon: Πρόσκαιρη στιγμή της πλήρους κατοχής των μορφών, εμφανίζεται... σαν φευγαλέα ευτυχία, σαν την ακμή [το σημείο όπου στηρίζεται η φάλαγγα του ζυγού] των ελλήνων· 'η φάλαγγα του ζυγού δεν ταλαντεύεται πια παρά αμυδρά. Αυτό που προσδοκώ δεν είναι να τη δω σε λίγο να ξαναγέρνει, ούτε πολύ λιγότερο να σταθεροποιηθεί απόλυτα, άλλα μέσα στο θαύμα αυτής της διστακτικής ακινησίας, το ελαφρύ σκίρτημα, το ανεπαίσθητο, που μου υποδηλώνει την ύπαρξή της'. Henri Focillon, Ζωή των Μορφών, Παρίσι, 1934."
********Ο Benjamin χρησιμοποιεί εδώ τον χεγκελιανό όρο "aufheben", που σημαίνει "διατηρώ, αναπτύσσω, αναβαθμίζω" αλλά ταυτόχρονα και "τερματίζω, ακυρώνω, παύω".

Πηγή: Γιώργος Μίχος

Η Φωλιά του Κούκου τότε ( 1975 ) και σήμερα

Η ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ( 1975 ) ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΙΔΑ 51 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ...ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ( ΚΑΙ ..ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ) . - Ξανά είδα ...