το Μπλόκαρε το Fb Συμπαρασταθείτε στη Σπηλιά του Μοντεχρήστου


Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Η πτώση της Λόλα Μοντές

Lola Montes.








http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=53183

ΚΡΙΤΙΚΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ
Η ζωή της Λόλα Μοντές, της «πιο σκανδαλώδους γυναίκας του κόσμου», σε ένα πρωτοποριακό αριστούργημα του παγκόσμιου κινηματογράφου, γυρισμένο το 1955 από τον Μαξ Οφίλς αποσπασμα


''Η ζωή της Λόλα Μοντές, της «πιο σκανδαλώδους γυναίκας του κόσμου», σε ένα πρωτοποριακό αριστούργημα του παγκόσμιου κινηματογράφου, γυρισμένο το 1955 από τον Μαξ Οφίλς Lola Montes. Γαλλία, 1955. Σκηνοθεσία: Μαξ Οφίλς. Σενάριο: Σεσίλ Σεντ-Λοράν, Αννέτ Βαντμάν. Ηθοποιοί: Μαρτίν Καρόλ, Πίτερ Ουστίνοφ, Αντόν Γουόλμπρουκ, Οσκαρ Βέρνερ. 110'
******
Σε επανέκδοση ένα από τα μεγάλα, πρωτοποριακά αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου. Η ζωή της Λόλα Μοντές, της «πιο σκανδαλώδους γυναίκας του κόσμου», μέσα από φλας-μπακ, σε σκηνές δοσμένες με πρωτοτυπία, έξαρση και λυρισμό, με έξοχα κοστούμια και μια κάμερα που κινείται με άνεση μέσα από φαντασμαγορικά, βουτηγμένα σε μια μπαρόκ ατμόσφαιρα, ντεκόρ.
Τον Δεκέμβριο του 1955 κυκλοφόρησε στις παρισινές αίθουσες, σε στερεοφωνικό ήχο και σινεμασκοπική οθόνη, η «Λόλα Μοντές», τελευταία ταινία του μεγάλου Γερμανού σκηνοθέτη Μαξ Οφίλς (θα πεθάνει λίγους μήνες αργότερα σε ηλικία 55 χρόνων). Η πιο ακριβή μέχρι τότε παραγωγή του γαλλικού κινηματογράφου, ταυτόχρονα ήταν και ταινία πρωτοποριακή, με ανάμικτους γλωσσικά διαλόγους, με συνεχή φλας-μπακ που ανέτρεπαν τη γραμμική της αφήγηση, καινοτομίες που σόκαραν το κοινό και μερίδα της κριτικής - μόνο προσωπικότητες όπως ο Ροσελίνι, ο Κοκτό, ο Ζακ Μπεκέρ και ο Ζακ Τατί την υπερασπίστηκαν με ανοιχτή επιστολή στη γαλλική «Φιγκαρό». Τρομοκρατημένοι, οι παραγωγοί απέσυραν την ταινία, την ντουμπλάρανε εξ ολοκλήρου στα γαλλικά, έκοψαν σκηνές και άλλαξαν το μοντάζ, σε μια προσπάθεια να κάνουν πιο «κατανοητή», όπως πίστευαν, την ταινία. Αποτέλεσμα: πλήρης εμπορική αποτυχία της ταινίας που από τότε μόνο σε ταινιοθήκες προβαλλόταν. Ωσπου, προς τα τέλη της δεκαετίας του '60, έγινε μια πρώτη προσπάθεια αποκατάστασης της ταινίας από τους Γάλλους παραγωγούς-διανομείς της ταινίας. Αποκατάσταση που ολοκληρώθηκε μόλις το 2008 χάρη στη Γαλλική Ταινιοθήκη, ξαναδίνοντας στην ταινία την αρχική, όπως τη θέλησε ο Οφίλς, μορφή της, με τα θαυμάσια χρώματα και την ανάμιξη διάφορων γλωσσών, σύμφωνα πάντα με τους χαρακτήρες που τη μιλάνε.
Η ταινία αφηγείται τη ζωή της Λόλα Μοντές, της «πιο σκανδαλώδους γυναίκας του κόσμου», ερωμένης διάφορων αντρών, ανάμεσά τους του Φραντς Λιστ και του βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας. Η ιστορία αρχίζει με τη Λόλα (Μαρτίν Καρόλ), κύρια «ατραξιόν» σ' ένα τσίρκο της Νέας Ορλεάνης, με τον παρουσιαστή του Πίτερ Ουστίνοφ να διηγείται την τρικυμιώδη ζωή της, που την παρακολουθούμε με ενδιάμεσα φλας-μπακ, ενώ παράλληλα γύρω της περιφέρονται χορευτές, κλόουν, ακροβάτες και νάνοι. Επίκεντρο της ιστορίας, η σχέση της Λόλα με τον βασιλιά της Βαυαρίας (Αντόν Γουόλμπρουκ), αλλά και μ' έναν ιδεαλιστή φοιτητή (Οσκαρ Βέρνερ) που θα τη βοηθήσει την τελευταία στιγμή, όταν η Λόλα κινδυνεύει από τους εξοργισμένους υπηκόους του βασιλιά που του αρνούνται το δικαίωμα στον έρωτα. Ιστορία εκπληκτική, «παραμυθένια», που ο Οφίλς την παρουσιάζει μέσα από την πτώση της μοιραίας αυτής γυναίκας (οι σκηνές του φινάλε, με το κοινό του τσίρκου να περνάει και να της φιλά το χέρι για ένα δολάριο, είναι από τις πιο τραγικές που μας έδωσε η οθόνη).
Εκείνο που ξεχωρίζει στην ταινία του Οφίλς («Μαντάμ Ντε...», «Το γράμμα μιας άγνωστης») είναι η πρωτοτυπία και η ευρηματικότητα με την οποία αντιμετωπίζει το θέμα του. Η στιλιζαρισμένη σκηνοθεσία, με τα διάφορα επιλεκτικά φλας-μπακ που προχωράνε ακόμη πιο πέρα, αυτό που είχε τολμήσει μέχρι τότε ο Ορσον Γουέλς στον «Πολίτη Κέιν», η ανάμιξη της γλώσσας, οι χρωματικοί τόνοι που κυριαρχούν στις διάφορες σκηνές, η ηχητική μπάντα (από τις πιο πλούσιες και πρωτότυπες που έχουμε ακούσει σε ταινία), η εμπνευσμένη χρήση της σινεμασκοπικής οθόνης, οι άψογες, με θαυμάσια ροή, κινήσεις της μηχανής, μέσα από φανταστικά ντεκόρ, καθρέφτες και αξεσουάρ που τονίζουν την όλη μπαρόκ ατμόσφαιρα της ταινίας. Με τελικά το τσίρκο-θέαμα μεταφορικά να μετατρέπεται σε κινηματογράφο-θέαμα (μια άλλη ανάγνωση της ταινίας), με όλη την ομορφιά και τη γοητεία που αυτό προσφέρει....
-------------------------------------------------------------------------------------------------
Μαξ Οφίλς
πηγη:
Ο Μαξ Οφίλς γεννήθηκε ως Μαξιμίλιαν Οπενχάιμερ στη Γερμανία, αλλά από την αρχή της καριέρας του στο θέατρο και τον κινηματογράφο χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Οφίλς, θέλοντας να προστατεύσει τον πατέρα του από την ντροπή που θα συνδεόταν με το επίθετό του, εάν τυχόν αποτύγχανε στη ζωή!
Το πρώτο του βήμα στον κόσμο του θεάματος έγινε με ρόλο θεατρικού ηθοποιού, το 1919 – πέντε χρόνια αργότερα αναλάμβανε θεατρικές παραγωγές και σύντομα πήρε τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή στο Burgtheater της Βιέννης, υπογράφοντας το ανέβασμα τουλάχιστον 200 έργων. Στον κινηματογράφο τον προσκάλεσε ο Ανατόλ Λίτβακ, καθιστώντας τον σκηνοθέτη των σκηνών διαλόγου στις ταινίες που γύρισε για την UFA στο Βερολίνο. Σκηνοθέτησε την πρώτη μικρού μήκους ταινία του, με τον ευφάνταστο τίτλο «Θα Προτιμούσα Λάδι από Συκώτι Μπακαλιάρου», το 1931.
Προβλέποντας την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, ο Εβραίος Οφίλς μετοίκισε το 1933 στη Γαλλία και το 1938 πήρε τη γαλλική υπηκοότητα. Μετά την υποταγή και της Γαλλίας στη Γερμανία, ο σκηνοθέτης διέσχισε την Ελβετία και την Ιταλία για να καταλήξει, το 1941, στην Αμερική, μετανάστης, ασφαλής, αλλά σε απόλυτη δημιουργική αδράνεια. Ο άνθρωπος που τον στήριξε και τον εισήγαγε στις ταινίες του Χόλιγουντ, δεν ήταν άλλος από τον μεγάλο του θαυμαστή, τον σκηνοθέτη Πρέστον Στάρτζες. Για μια δεκαετία, περίπου, ο Μαξ Οφίλς δούλεψε στην Αμερική, κέρδισε την εκτίμηση της κριτικής, το σεβασμό των συνεργατών του και τη λατρεία του κοινού. Επέστρεψε στην Ευρώπη το 1950. Πέθανε στο Αμβούργο, αλλά ο τάφος του βρίσκεται στο Νεκροταφείο Père Lachaise στο Παρίσι. Είχε σκηνοθετήσει είκοσι πέντε ταινίες και είχε κατακτήσει μια θέση στον κύκλο των ανθρώπων που οδήγησαν την τέχνη τους σε νέους δρόμους.


Ως μεγάλος σκηνοθέτης, ο δημιουργός Μαξ Οφίλς είχε σταθερές εμμονές, και στο περιεχόμενο και στη φόρμα των ταινιών του. Ένας από τους ελάχιστους άνδρες φεμινιστές της δεκαετίας του ’40, υπερτόνιζε τη γυναικεία χειραφέτηση, την ομορφιά, δύναμη και ικανότητα του ασθενούς φύλου. Με την ίδια λογική, στις ταινίες του που πραγματεύονται τη διαμάχη δύο αντρών, το σίγουρο είναι ότι θα κερδίσει ο πιο αδύναμος. Από την άλλη πλευρά, η απόλαυση του Οφίλς στο γύρισμα ήταν η όσο πιο απαιτητική, τεχνικά, σκηνοθεσία: η βελούδινή κίνηση της κάμεράς του είναι, πάντα, αποτέλεσμα σύνθετων γυρισμάτων με γερανό ή εκτεταμένων τράβελινγκ, το σήμα κατατεθέν του Οφίλς, από το οποίο εμπνεύστηκε το ύφος του ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ στις αρχές της καριέρας του. Μεταξύ των θαυμαστών του συγκαταλέγονται ο Μάρτιν Σκορσέζε, ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, ο Τοντ Χέινς, αλλά και οΠέδρο Αλμοδόβαρ, ο οποίος, μάλιστα, αποτίει έκδηλο φόρο τιμής στο Μια Λάθος Στιγμή, με τη σκηνή της μυστικής ταφής στο Volver. Το 13ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας», επιλέγει τα καλύτερα και σπανιότερα από τη φιλμογραφία του Μαξ Οφίλς, συμπεριλαμβάνοντας τα μεγαλοπρεπή δράματα εποχής, τις συγκλονιστικές λογοτεχνικές διασκευές και τα εξπρεσιονιστικά φιλμ νουάρ, ενδεχομένως τα καλύτερα στο είδος και παρουσιάζει τις ταινίες Λιμπελάι (1933), Το Γράμμα μιας Αγνωστης (1948), Παγιδευμένη (1949),Μια Λάθος Στιγμή (1949), Το Γαϊτανάκι του Ερωτα (1950), Ηδονή (1952), Τα Σκουλαρίκια της Μαντάμ ντε… (1953) και Λόλα Μοντές (1955).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου