Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Η ΕΠΕΚΤΑΣΗ του ΠΕΔΙΟΥ της ΠΑΛΗΣ απο CYNICAL/ Μισέλ Ουελμπέκ

 

Μισέλ Ουελμπέκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Michel Houellebecq, Warsaw (Poland), June 9, 2008

Michel Houellebecq (2008)
Commons logo
Τα Κοινά έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Ο Μισέλ Ουελμπέκ (γαλλ. Michel Houellebecq) (miʃɛl wɛlˈbɛk) είναι σύγχρονος Γάλλος συγγραφέας, τιμημένος με το Βραβείο Γκονκούρ (2010).

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφικά στοιχεία

Γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1956, στην Γαλλία. Ακολούθησε θετικές σπουδές και εργάστηκε στο Παρίσι στον τομέα της πληροφορικής. Το 1994 δημοσιεύτηκε το πρώτο του μυθιστόρημα Extension du domaine de la lutte (μεταφράστηκε στα Ελληνικά από τον Αλέξη Εμμανουήλ σαν Η επέκταση του πεδίου της πάλης). Το βιβλίο, που δεν είχαν δεχτεί να εκδώσουν μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και ο συγγραφέας του έγινε γνωστός.
Το δεύτερο μυθιστόρημά του Les Particules élementaires (Τα στοιχειώδη σωματίδια), που εκδόθηκε το 1998, του έφερε διακρίσεις και αναγνώριση. Με το τρίτο του μυθιστόρημα Plateforme, που εκδόθηκε το 2001, κέρδισε πλατιά φήμη διεθνώς, αλλά κατηγορήθηκε για ρατσισμό και "εξύβριση" του Ισλάμ, χωρίς όμως να καταδικαστεί στην σχετική δίκη που ακολούθησε στο Παρίσι.
Έζησε για κάποιο διάστημα στην Ιρλανδία και σήμερα ζει στην Ισπανία.

Το έργο του

Θεωρείται από τις αιρετικές φωνές στην σύγχρονη γαλλική λογοτεχνία και ανήκει στην "ανανεωτική" τάση του γαλλικού μυθιστορήματος. Η ματιά του και η στάση του απέναντι στον σύγχρονο κόσμο είναι οξυδερκής και διαπεραστική. Οι καταστάσεις που περιγράφει είναι καθημερινές, δοσμένες με χιούμορ, που φτάνει τα όρια του σαρκασμού.

Βιβλιογραφία

  • Η επέκταση του πεδίου της πάλης - (τίτλος πρωτοτύπου: Extension du domaine de la lutte, μετάφραση Αλέξη Εμμανουήλ, Βιβλιοπωλείο της "Εστίας" Ι.Δ. Κολλάρου & ΣΙΑΣ Α.Ε., Αθήνα 2001, ISBN 960-05-0838-0) - 1994
  • Les Particules élémentaires - (Τα στοιχειώδη σωματίδια) - 1998
  • Plateforme - (Πλατφόρμα) - 2001
  • La Possibilité d'une île - (Η πιθανότητα ενός νησιού) - 2005
  • La Carte et le Territoire (Ο Χάρτης και το Έδαφος) (Βραβείο Γκονκούρ 2010)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Η ΕΠΕΚΤΑΣΗ του ΠΕΔΙΟΥ της ΠΑΛΗΣ  CYNICAL


Ο Μισέλ Ουελμπέκ, αυτή τη στιγμή, είναι ο πλέον εξαγώγιμος συγγραφέας της Γαλλίας, άσχετο αν τα τελευταία χρόνια επέλεξε να ζει στην Ιρλανδία, κι αυτό έχοντας στο ενεργητικό του τέσσερα μόνο βιβλία και πολλές κρίσεις και επικρίσεις στην πλάτη του για τάχατες μη-πολιτικώς ορθές αναφορές κυρίως σε άραβες και μουσουλμάνους. Φυσικά δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα, παρά διάφοροι, όπως πιστεύω κριτικοί, καχεκτικοί στο σώμα και στο μυαλό εκμεταλλευόμενοι κάποιες φράσεις του συγγραφέα επεδίωξαν να δημιουργήσουν εντυπώσεις περί ρατσιστικών προδιαθέσεων με πιθανό στόχο να εξασφαλίσουν καλύτερη δουλειά σε κάποιο έντυπο μεγαλύτερης κυκλοφορίας. As simple as that!

Ο Ουελμπέκ, δεν είναι ρατσιστής, δεν είναι τίποτα απ’ όλα αυτά. Είναι ισχνός, έως καχεκτικός, κιτρινιάρης, μετρίου αναστήματος και μετρίας σωματικής διάπλασης, κοντεύει τα πενήντα, καπνίζει σαν αράπης και πίνει σα νεροφίδα. Φτύνει, χλευάζει, δυσφορεί, σφάζει, προς όλες τις κατευθύνσεις με λέξεις στιλέτα όλο οργή και απέχθεια, είναι ανελέητος και κυνικός. Σιχαίνεται τους άραβες όπως σιχαίνεται και όλους τους άλλους ανθρώπους. Γιατί να δείξει επιείκεια προς αυτούς, γιατί να τους εξαιρέσει;

Δεν χαρίζεται σε κανέναν παρά το γεγονός ότι όταν τον συναντήσεις από κοντά σου δίνει την εντύπωση ανθρώπου που τραυλίζει, χαμένου στον εαυτό του, ήπιων τόνων και μαζεμένου. Το πιο πιθανό βέβαια είναι να είναι αρκετά μεθυσμένος ώστε να μην έχει άλλη επιλογή. Ή, να βρίσκεται κάτω από την επήρεια κατασταλτικών για ν’ αντέξει το άλγος απ’ την απαγόρευση του τσιγάρου που επιβάλλεται στους δημόσιους χώρους.

Θα τολμούσα να πω ότι ο Ουελμπέκ στα βιβλία του δεν κρύβει την καταγωγή του απ’ τους Γάλλους υπαρξιστές, Σάρτρ και Καμύ. Είναι όμως σύγχρονος και κατά συνέπεια αποστερημένος από κάθε μεταφυσική διάσταση. Διαβάζοντας Σαρτρ και Καμύ ο αναγνώστης νοιώθει να μπαίνει σε μια άλλα διάσταση, σε κάποια άλλη πραγματικότητα. Τουλάχιστον, έτσι νομίζω ότι αισθανόμουν όταν τους διάβαζα καιρό πριν. Με τον Ουελμπέκ δεν είναι έτσι. Τον νοιώθεις να πατάει γερά σε κάποια πραγματικότητα που δεν σου είναι ξένη, τα πρόσωπα είναι οικεία, δεν έχουν τίποτα το αλλόκοτο πάνω τους, αλλά είναι κούφια από μέσα, ξερά και κρύα, παρ’ όλα αυτά αληθινά. Δεν είναι ότι ο Ουελμπέκ δεν μπορεί, δεν ενδιαφέρεται να περιγράψει την εσωτερικότητα. Απλώς δεν τη βρίσκει για να την περιγράψει. Παρ’ όλα αυτά είναι στοχαστικός και αναλυτικός.

Διάβασα την «Πλατφόρμα» και αμέσως μετά την «Επέκταση του Πεδίου της Πάλης», το πρώτο του μυθιστόρημα το οποίο βρήκα πιο άμεσο, πιο ανεπεξέργαστο, αλλά και πιο σκοτεινό.
Αυτό, το πρώτο του μυθιστόρημα, από τις εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, σε μετάφραση Αλέξη Εμμανουήλ, σκοπεύω να περιγράψω εν συντομία.


Ο ΤΙΣΕΡΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Ο ήρωας είναι μεσαίο στέλεχος μιας εταιρίας πληροφορικής, γύρω στα τριάντα και ζει στο Παρίσι. Πίνει πολύ όταν το καλούν οι περιστάσεις και ξερνάει, καπνίζει πολύ, είναι μόνος, μοναχικός και χωρίς φίλους, γεμάτος αηδία για τον κόσμο που τον περιτριγυρίζει, με φτωχή, σχεδόν ανύπαρκτη σεξουαλική ζωή. Αηδία, τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άντρες. Βρίσκεται ανάμεσά τους αλλά από απόσταση και τους παρατηρεί. Δεν αναμειγνύεται, ούτε μπλέκεται συναισθηματικά, παρά τους κρίνει, τους χλευάζει, τους παρωδεί, τους απαξιώνει. Στον Ουελμπέκ, η παγωνιά, η έλλειψη τρυφερότητας, η αδιαφορία, η αηδία ποτίζει κάθε πρόταση, κάθε σελίδα. Μας αρρωσταίνει όπως αρρωσταίνει στην κυριολεξία και τον ίδιο τον ήρωα σε κάποια στιγμή της αφήγησης.

Είναι απελπισμένος και κυνικός αλλά όχι αυτοκτονικός.
«...Για καιρό πιστεύατε στην ύπαρξη μιας άλλης όχθης, όμως σήμερα ξέρετε πως δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Ωστόσο, συνεχίζετε να κολυμπάτε, και κάθε σας κίνηση σας φέρνει και πιο κοντά στον πνιγμό. Ασφυκτιάτε, τα πνευμόνια σας καίνε...», λέει κάπου στο κείμενο.

«...Η διάρθρωση του κόσμου μου προξενεί οδύνη, δεν μου ταιριάζει. Οι σχέσεις γίνονται ολοένα και πιο αδύνατες, όλο και πιο ακατόρθωτες και αυτό οφείλεται φυσικά στον πολλαπλασιασμό των βαθμίδων ελευθερίας. Ο Ζαν-Υβ δεν είχε γνωρίσει κανέναν ερωτικό δεσμό. Η κατάσταση ελευθερίας του είναι άπειρη», σελ. 54.

Το βιβλίο μοιάζει αυτοβιογραφικό. Αποτελεί μάλλον μια διαδοχή συμβάντων τόσο δικών του όσο και κάποιων ανθρώπων τους οποίους συναντά, κυρίως στους χώρους εργασίας του, παρά μια σφιχτοδεμένη ιστορία με πλοκή. Περιγράφονται οι σκέψεις κυρίως του αφηγητή έχοντας σαν φόντο τον τεχνοκρατικό κόσμο των επιχειρήσεων και των δικτύων, κι όλα αυτά με διεισδυτικότητα και στοχαστικότητα για την ζωή και την ύπαρξη.

Το μεγαλύτερο κομμάτι του βιβλίου αναφέρεται στο ταξίδι που κάνει ο ήρωας με έναν συνάδελφό του, τον Τισεράν στην επαρχία, στη Ρουέν, για να εκπαιδεύσουν τους υπαλλήλους κάποιας δημόσιας υπηρεσίας σ’ ένα καινούργιο λογισμικό. Η ατμόσφαιρα είναι παγωμένη τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Δεν έχουν τίποτε να πουν, τίποτε να ανταλλάξουν. Ο Ουελμπέκ παρακολουθεί και περιγράφει τον Τισεράν και τον ψυχισμό του, καθ’ όλη τη διάρκεια του επαγγελματικού τους ταξιδιού. Ο Τισεράν είναι πολύ άσχημος, λίγο μετά τα τριάντα και αυτός, και έχει αφιερώσει όλη του την έγνοια και το δυναμικό στο να βρει κάποια κοπέλα να σχετιστεί. Όσο περνούν οι μέρες ο συγγραφέας εκμαιεύει όλο και πιο πολύ από τον εσωτερικό κόσμο του Τισεράν την μύχια του ανύπαρκτη ζωή, την απελπισία του, τον πόνο για το ότι ως τα τώρα καμιά κοπέλα δεν δέχτηκε να μοιραστεί το κρεβάτι του, για τις συνεχείς προσπάθειες που κάνει προς αυτή την κατεύθυνση, για τις συνεχείς του αποτυχίες.

Η στάση του Ουελμπέκ είναι όμως τέτοια που δεν μας αφήνει να νοιώσουμε κανέναν οίκτο, καμιά λύπηση. Είναι ψυχρή και κυνική σαν του δολοφόνου. Μοιάζει να χειρίζεται το θύμα του, με έναν υφέρποντα σαδισμό, σα να θέλει να το σπρώξει ακόμα πιο πολύ στην καταστροφή. Άλλωστε σ’ ένα κόσμο όπου όλοι είναι θύματα δεν έχει νόημα να λυπάσαι για κανέναν.
Πράγματι, ο συγγραφέας σε κάποια στιγμή που ο Τισεράν είναι μεθυσμένος και πολύ απελπισμένος, του δίνει σκόπιμα ένα μαχαίρι για να σκοτώσει έναν τυχαίο, άγνωστό του νεαρό του οποίου το μόνο έγκλημα είναι ότι μπορεί να φεύγει αγκαλιά με μια όμορφη κοπέλα από το μπαρ, πράγμα αδιανόητο πλέον για τον ίδιο. Εκδίκηση τυφλή στη μοίρα του και την άχαρη ζωή του. Εδώ ο συγγραφέας φαντάζει πολύ Νιτσεϊκός. Το παίζει κάπως σαν θεός, όπου οι άχρηστοι καλό είναι να μας αδειάζουν τη γωνιά! Ένας άνθρωπος που δεν μπόρεσε να δημιουργήσει τίποτε το ελκυστικό επάνω του, που δεν τράβηξε ποτέ την αγάπη και το βλέμμα μιας γυναίκας, γιατί να πρέπει να συνεχίζει να ζει; Ο Τισεράν δέχεται κατ’ αρχήν, αλλά στο δια ταύτα ...



Η ΒΕΡΟΝΙΚ ΚΑΙ Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Παράλληλα με την ιστορία του Τισεράν, ο συγγραφέας αναφέρεται και στην τραυματική ερωτική σχέση που είχε παλιότερα με την Βερονίκ. Ο Ουελμπέκ αγαπά την Βερονίκ, δίνεται σ’ αυτήν, μα η άσπλαχνη Βερονίκ τον πετάει κάποια στιγμή στο δρόμο με τις κλωτσιές. Η αιτία;

Ακούστε την. Μάλλον, διαβάστε την!

«...Η Βερονίκ έκανε ψυχανάλυση. Σήμερα μετανιώνω που τη συνάντησα. Μιλώντας γενικότερα, δεν υπάρχει τίποτε να βγάλεις από τις γυναίκες που ψυχαναλύονται. Η γυναίκα που πέφτει στα χέρια των ψυχαναλυτών γίνεται αναπόδραστα ακατάλληλη για οποιαδήποτε χρήση, το έχω διαπιστώσει άπειρες φορές. Αυτό το φαινόμενο, δεν πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον αποτέλεσμα της ψυχανάλυσης, αλλά ούτε λίγο, ούτε πολύ ως ο πρωταρχικός σκοπός της. Υπό το πρόσχημα της αναδόμησης του Εγώ, οι ψυχαναλυτές προβαίνουν στην πραγματικότητα σε μια σκανδαλώδη καταστροφή της ανθρώπινης ύπαρξης. Αθωότητα, γενναιοδωρία, αγνότητα... όλα αυτά αλέθονται ταχύτητα μες τα χοντροκομμένα χέρια τους. Οι ψυχαναλυτές, που αμείβονται πλουσιοπάροχα, είναι υπερφίαλοι και ανόητοι και εκμηδενίζουν αμετάκλητα στους υποτιθέμενους ασθενείς τους κάθε ικανότητα για αγάπη, τόσο πνευματική όσο και σωματική. Συμπεριφέρονται εν ολίγοις σαν αληθινοί εχθροί της ανθρωπότητας. Αδυσώπητη σχολή του εγωισμού η ψυχανάλυση επιτίθεται με τον μεγαλύτερο κυνισμό σε μια χαρά κορίτσια που τα έχουν λιγάκι χαμένα για να τα μεταμορφώσει σε ελεεινές ασημαντότητες που παραληρούν εγωκεντρικά και δεν καταφέρνουν παρά να προκαλούν μια καθ’ όλα δικαιολογημένη απέχθεια.
Δεν πρέπει να έχετε καμιά εμπιστοσύνη, σε καμιά περίπτωση, σε γυναίκα που έχει περάσει από χέρια ψυχαναλυτών. Μικροπρέπεια, εγωισμός, υπεροπτική ηλιθιότητα, παντελής απουσία ηθικής αντίληψης, χρόνια ανικανότητα ν’ αγαπήσει: αυτό είναι το ολοκληρωμένο πορτρέτο μιας αναλυμένης γυναίκας...».

Μ’ αρέσει τελικά ο Μισέλ! Πολύ.
 Tετάρτη, 7 Aυγούστου 2013

Στο τελευταίο του μυθιστόρημα, το τρομερό παιδί των γαλλικών γραμμάτων σχολιάζει υβριστικά μουσουλμάνους και Ισλαμισμό Της Αγγελικής Στουπάκη
Στο τελευταίο βιβλίο του, που φέρει τον τίτλο «Plateforme» και κυκλοφόρησε στα τέλη Αυγούστου, ο Μισέλ Ουελμπέκ βάζει τον ήρωά του (που ονομάζεται κι αυτός Μισέλ) να σχολιάζει υβριστικά τους μουσουλμάνους και τον Ισλαμισμό. Εχει προηγηθεί βέβαια ο φόνος της αγαπημένης του από ισλαμιστές, οπότε ως μυθιστορηματικό πρόσωπο είναι δικαιολογημένος να εκφράζεται έτσι. Λίγο όμως μετά την έκδοση του βιβλίου, ο ίδιος ο συγγραφέας, σε συνέντευξή του στο Lire, απάντησε όταν ερωτήθηκε για το επίμαχο θέμα, ότι «πράγματι, το Ισλάμ είναι η πιο ηλίθια θρησκεία στον κόσμο».
Η θύελλα που ξέσπασε, με τις διαμαρτυρίες εκπροσώπων της μουσουλμανικής κοινότητας της Γαλλίας και της Ligue Arabe, δεν μετριάστηκε όταν ο Ουελμπέκ δήλωσε πως η άποψή του αυτή δεν είχε ρατσιστικό χαρακτήρα και ότι δεν ταυτίζει τους Αραβες με τον μουσουλμανισμό. Ολ' αυτά ξεκίνησαν πριν από τα φοβερά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου και, όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, το σκάνδαλο λειτούργησε σαν δωρεάν διαφήμιση. Οι πωλήσεις του βιβλίου, που είχε διχάσει την κριτική, πλησίασαν τα 400.000 αντίτυπα.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο «καλτ» συγγραφέας δημιουργεί θόρυβο με το περιεχόμενο των βιβλίων του ή τις δηλώσεις του. Ο Μισέλ Ουελμπέκ έχει αποκληθεί «μετρ της προβοκάτσιας» και πολλοί τον κατηγορούν ότι σκόπιμα προκαλεί σκάνδαλα εκμεταλλευόμενος τη γενική αμφιθυμία απέναντι στο «πολιτικώς ορθό». Εχει κατά καιρούς χαρακτηριστεί αντισημίτης, μισογύνης, ομοφοβικός, εχθρός του ανδρικού φύλου, σταλινικός, νεοναζί και πολλά άλλα αλληλοσυγκρουόμενα. Ωστόσο, η τελευταία πρόκληση θα έλεγε κανείς ότι είχε ένα μοιραίο «τάιμινγκ», καθώς η τρομακτική επίθεση στις ΗΠΑ και τα επακόλουθά της ήρθαν να φέρουν στο προσκήνιο, σε υψηλούς τόνους, τη συζήτηση για τις σχέσεις της Δύσης με τον μουσουλμανικό κόσμο.
Η πρώτη επιτυχίαΗ είσοδος του Ουελμπέκ στο γαλλικό λογοτεχνικό στερέωμα κάθε άλλο παρά θορυβώδης ήταν. Το 1994, ο μικρός εκδοτικός οίκος Maurice Nadeau τύπωσε το μυθιστόρημά του «Επέκταση του πεδίου της πάλης» (εκδόθηκε στα ελληνικά από την «Εστία», σε μετάφραση Αλέξη Εμμανουήλ). Η κριτική το αγνόησε, ωστόσο οι πρώτοι λίγοι αναγνώστες «ανακάλυψαν θησαυρό» και φρόντισαν να το διαδώσουν. Ετσι αθόρυβα, το βιβλίο διαφημίστηκε από στόμα σε στόμα και έγινε η εκδοτική επιτυχία-έκπληξη της χρονιάς. Ο 36χρονος τότε συγγραφέας έγινε αντικείμενο έντονου ενδιαφέροντος και απέκτησε «φαν κλαμπ» με ιστοσελίδα στο Διαδίκτυο, κάτι που καθόλου δεν συνηθίζεται στη Γαλλία.
Γεννημένος το 1958 στη Ρεϊνιόν -γαλλική κτήση στον Ινδικό Ωκεανό-, ο Μισέλ Ουελμπέκ έζησε στα έξι του χρόνια τη διάλυση του γάμου των γονιών του και ανατράφηκε από τους γονείς του πατέρα του, στο Kρεσί-λα-Σαπέλ (Ουελμπέκ είναι το επώνυμο της γιαγιάς του, που τη λάτρευε). Σπούδασε αγρονόμος - μηχανικός και όταν εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα δούλευε στη Βουλή ως αναλυτής προγραμματιστής.
Χρήμα και σεξουαλική έλξηΑυτό ήταν και το επάγγελμα του ήρωά του στην «Επέκταση». Είναι ένας τριαντάρης «πληροφορικός» που δεν βρίσκει κανένα ενδιαφέρον στην, οικονομικά αποδοτική ωστόσο, δουλειά του. Ενας ευφυής απροσάρμοστος που βλέπει με διεισδυτικό σαρκασμό τούς γύρω του και κατατάσσει τον εαυτό του στους χαμένους του παιχνιδιού. Οπως λέει, στον κόσμο του οικονομικού φιλελευθερισμού και της σεξουαλικής ελευθεριότητας, η επιτυχία μετριέται με δύο κριτήρια, το χρήμα και τη σεξουαλική έλξη. Αν και στο πρώτο πεδίο δεν ανήκει στους περιθωριοποιημένους, στο δεύτερο, εκεί όπου ο σεξουαλικός φιλελευθερισμός έχει δημιουργήσει ένα εξίσου μεγάλο χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους (σε ερωτικά θέλγητρα και κατακτήσεις) και άπορους, νιώθει πιο κοντά στο στρατόπεδο των μη προνομιούχων.
«Στερημένος από ομορφιά καθώς και από προσωπική γοητεία, θύμα συχνών καταθλιπτικών κρίσεων, διόλου δεν είμαι αυτό που οι γυναίκες ψάχνουν κατά προτίμηση» - έτσι περιγράφει τον εαυτό του ο πρωταγωνιστής. Οι όποιες νεανικές ψευδαισθήσεις ανήκουν στο παρελθόν, όπως και η μοναδική σοβαρή ερωτική σχέση του, που τέλειωσε άδοξα. Διάγοντας έναν «μινιμαλιστικό» βίο, έχει αποδεχθεί τη μοναξιά του κι έχει παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια. Σ' ένα επαγγελματικό ταξίδι ρουτίνας στη γαλλική επαρχία, τον συνοδεύει ένας συνάδελφος ακόμη πιο στερημένος, ο οποίος όμως, παρά το ότι είναι αποκρουστικός στις γυναίκες, δεν έχει χάσει την αγωνιστική του διάθεση στο ερωτικό πεδίο. Ο φουκαράς αυτός ξυπνάει στον ήρωά μας ένα αίσθημα οίκτου ανάμικτου με σαδισμό. Τον εξετάζει με ψυχρή παρατηρητικότητα, τον σπρώχνει να ξεπεράσει τα όριά του και τον παρασύρει σε μια απελπισμένη, αυτοκαταστροφική «εκδίκηση». Για να βυθιστεί ο ίδιος κατόπιν στο τέλμα της κατάθλιψης, ανίκανος πλέον να τηρεί τα προσχήματα μιας, υποτυπώδους έστω, «φυσιολογικής» ζωής.
Η φωνή των ναυαγισμένωνΣτο ολιγοσέλιδο αυτό μυθιστόρημα ο Ουελμπέκ καταφέρνει να ρίξει φως σε όψεις της σύγχρονης ζωής που μένουν στο περιθώριο, σκιαγραφώντας το πορτρέτο μιας κοινωνίας που κρύβει τις πληγές της πίσω από την πολύχρωμη πρόσοψη της απεριόριστης ελευθερίας. Δίνει φωνή στους ναυαγισμένους μιας μετέωρης γενιάς, γυμνής από ιδέες και ιδανικά, χωρίς το συνεκτικό ιστό του οποιουδήποτε συλλογικού οράματος. Με τη φωνή του δυσθυμικού ήρωά του, λέει πράγματα απ' αυτά που συχνά σκεφτόμαστε αλλά σπάνια εκφράζουμε, από εγωισμό ή από ευγένεια.
Αφοριστικός, χωρίς πολλά «ναι μεν αλλά» και φωτοσκιάσεις, είναι οδυνηρά πειστικός μέσα στην υπερβολή της μιζέριας που περιγράφει. Είναι ένας «διαυγής πεσιμιστής». Η αφήγησή του διαθέτει εκείνη την ευφυή δριμύτητα που ευφραίνει, μια αφοπλιστική αμεσότητα που παράγει αβίαστα σπινθήρες χιούμορ. Πικρό και τονωτικό σαν ένας καφές την ώρα που τον χρειάζεσαι, το βιβλίο δικαίως ξεχώρισε μέσα σ' ένα λογοτεχνικό τοπίο γεμάτο νυσταλέα κοκτέιλ και αεριούχα ηδύποτα.
Η αρχή είχε γίνει και η συνέχεια έδειξε ότι ο Μισέλ Ουελμπέκ δεν ήταν ο συγγραφέας του ενός βιβλίου, ένας διάττοντας αστέρας που είπε αυτό που είχε να πει και ξεθύμανε, αλλά ένας άνθρωπος με φιλοδοξίες. Αλλωστε, παρά τις ομοιότητες με τον πρωταγωνιστή της «Επέκτασης» -που θεωρήθηκε σχεδόν αυτοβιογραφική-, ο συγγραφέας κάθε άλλο παρά αυτοκαταστροφικό δρόμο έχει πάρει για να αντιμετωπίσει τα αδιέξοδά του. Ηδη, πριν από το πρώτο μυθιστόρημα, είχε δημοσιεύσει συλλογές ποιημάτων, μια αξιόλογη μελέτη για τον Λάβκραφτ και διάφορα άρθρα σε λογοτεχνικά περιοδικά. «Το πρώτο βήμα για τον ποιητή είναι να επιστρέψει στην αρχή, δηλαδή στην οδύνη», είχε γράψει στο ποίημα «Μέθοδος για να παραμείνεις ζωντανός». Μετά την περιπέτεια του πρώτου μυθιστορήματος, επέστρεψε για λίγο στην ποίηση και το 1998 δημοσίευσε, αυτή τη φορά από το μεγάλο εκδοτικό οίκο Φλαμαριόν, το μυθιστόρημα «Τα στοιχειώδη σωματίδια» (ελλ. έκδοση «Εστία»).
«Στοιχειώδη σωματίδια» με δηλητηριώδη σχόλια
Στοιχεία που υπήρχαν ήδη στο πρώτο βιβλίο -δυσανεξία στις ανθρώπινες αδυναμίες, ωμός νατουραλισμός, περιφρόνηση των κανόνων του «πολιτικώς ορθού» και του «ωραίου στυλ», έφεση στις επιστημονικές και φιλοφοφικές αναφορές- γιγαντώνονται στα «Στοιχειώδη σωματίδια». Με όχημα την ιστορία δύο ετεροθαλών αδελφών -πολύ διαφορετικών αλλά με κοινή τη χρεοκοπία της προσωπικής τους ζωής- ο Ουελμπέκ παίρνει φόρα και πολυβολεί με ριπές σαρκασμού τα πάντα: τη γερασμένη χίπικη κουλτούρα που επιβιώνει σε κάμπινγκ «εναλλακτικών» διακοπών, τα θλιβερά απομεινάρια του Μάη του '68, τη σεξουαλική απελευθέρωση και τον φεμινισμό, που τα επιτεύγματά τους τα παρουσιάζει να έχουν γυρίσει σαν μπούμερανγκ εναντίον των σημαιοφόρων τους, το παζάρι του New Age με όλα τα παρδαλά του εμπορεύματα κοκ. Kαι πάνω απ' όλα, τον ατομικισμό που κυριαρχεί στη σύγχρονη υλιστική κοινωνία και που ακραία του συνέπεια είναι η μιζέρια της απομόνωσης.
ΜετάλλαξηΑυτόν τον ατομικισμό βάζει στο στόχαστρο ο συγγραφέας ως το κύριο αίτιο για το ανέφικτο της ευτυχίας και, κάνοντας ένα άλμα στην επιστημονική φαντασία, τον... εξαλείφει. Το μυθιστόρημα περιέχει την πρόβλεψη μιας πρωτότυπης ουτοπίας: Στο μέλλον, χάρη στην εξέλιξη της γενετικής, το ανθρώπινο είδος θα υποστεί αυτοβούλως μια μετάλλαξη που θα εξαφανίσει τόσο τις ατομικές διαφορές όσο και τον «φυσικό» τρόπο αναπαραγωγής. Οι άνθρωποι θα είναι τότε πραγματικά αδέλφια - ομοζυγώτες πολύδυμοι, πανομοιότυποι κλώνοι που, σαν τα δίδυμα αδέλφια, θα νιώθουν και θα αγαπούν απεριόριστα ο ένας τον άλλο, ή μάλλον η μία την άλλη, καθώς από τα δύο γένη θα επιλεγεί, ως πιο κατάλληλο για τον «νέο ωραίο κόσμο», το θηλυκό.
Η φουτουριστική φαντασία του Ουελμπέκ δεν ήταν αυτό που κυρίως συζητήθηκε μετά την έκδοση των «Σωματιδίων». Ενώ οι κριτικοί διχάζονταν ως προς τη λογοτεχνική του αξία και το βιβλίο προχωρούσε ακάθεκτο στην κορυφή των πωλήσεων, οι αντιδράσεις στα δηλητηριώδη σχόλια που περιέχει άφθονα στις τετρακόσιες τόσες σελίδες του έπαιρναν διαστάσεις σκανδάλου. Kαι οι, σπαρταριστές ομολογουμένως, κακίες που εκτόξευσε περιγράφοντας το «εναλλακτικό» κάμπινγκ και τους θαμώνες του προκάλεσαν πολύ έντονες διαμαρτυρίες από τους υπεύθυνους της «λέσχης διακοπών», που φωτογραφιζόταν παραμορφωτικά στο βιβλίο (η αναφορά γινόταν με την πραγματική επωνυμία της επιχείρησης). Kατέφυγαν στα δικαστήρια και το αποτέλεσμα ήταν να υποχρεωθεί ο εκδότης, μετά την εξάντληση των πρώτων είκοσι χιλιάδων αντιτύπων, να αλλάξει τον τίτλο του κάμπινγκ.
Σ' ένα νησίΤο βιβλίο που άλλοι χαρακτήρισαν «ρυπαρή σαπουνόφουσκα» και άλλοι «το μεγαλύτερο γαλλικό μυθιστόρημα του τέλους του 20ού αιώνα» έφτασε να πουλήσει 1.300.000 αντίτυπα, μεταφρασμένο σε πάνω από 25 γλώσσες.
Εν τω μεταξύ, ο Μισέλ Ουελμπέκ έφυγε από το Παρίσι και εγκαταστάθηκε σ' ένα νησάκι της Ιρλανδίας κοντά στο Δουβλίνο, μαζί με τη Μαρί-Πιερ Γκοτιέ, τη δεύτερη σύζυγό του. Το καινούργιο «τρομερό παιδί» της γαλλικής λογοτεχνίας προτίμησε να παίξει ένα παράξενο κρυφτό με τη δημοσιότητα, ζώντας κατά κάποιον τρόπο στο περιθώριο αλλά χωρίς πραγματικά να εξαφανιστεί - κάθε άλλο.
Kαι συνεντεύξεις έδωσε, και νέα ποιητικά και θεωρητικά πονήματα δημοσίευσε, και σε φεστιβάλ τραγούδησε - εκτός των άλλων, ο Ουελμπέκ επιδίδεται στη στιχουργική και στο τραγούδι, έχει μάλιστα εκδώσει και CD. Ολα αυτά στον ελεύθερο χρόνο του, γιατί η συγγραφή του τρίτου μυθιστορήματος είχε ήδη αρχίσει.
Τα έργα του ΟυελμπέκΟ Μισέλ Ουελμπέκ έχει γράψει τρία μυθιστορήματα:
-«Η επέκταση του πεδίου της πάλης», γαλλική έκδοση Maurice Nadeau, 1994, ελληνική έκδοση «Εστία», 1999, μετάφραση Αλέξη Εμμανουήλ, 202 σελ.
-«Τα στοιχειώδη σωματίδια», γαλλική έκδοση Flammarion, 1998, ελληνική έκδοση «Εστία», 2000, μετάφραση Αλέξη Εμμανουήλ, 420 σελ.
-«Plateforme», εκδ. Flammarion, 2001, 370 σελ.
Εκτός από τα μυθιστορήματα, στη συγγραφική παραγωγή του Μισέλ Ουελμπέκ περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα έργα Lovecraft, contre le monde, contre la vie (Editions du Rocher), Rester vivant, methode, (εκδ. Difference), οι ποιητικές συλλογές Le sens du Combat, La poursuite du bonheur, Renaissance, καθώς και το Lanzarote, ένα φωτογραφικό άλμπουμ με κείμενα, το οποίο έχει εκδοθεί στα ελληνικά από την «Εστία».
Τρις εξαμαρτείν με την «Πλατφόρμα»Η «Πλατφόρμα» είχε προγραμματιστεί να εκδοθεί το 2002, αλλά στις αρχές του φετινού καλοκαιριού ο φίλεργος συγγραφέας παρέδωσε το χειρόγραφό του στον εκδότη, έτοιμο για να προλάβει τη «ραντρέ», την παραδοσιακά πλούσια σε εκδοτικά γεγονότα φθινοπωρινή σεζόν. Στο νέο του μυθιστόρημα, που ταξίδεψε αρκετά για να το τεκμηριώσει, καταπιάνεται με τον σεξουαλικό τουρισμό, τον ανθηρό αυτό κλάδο της σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης οικονομίας που έχει μετατρέψει μεγάλες περιοχές του «αναπτυσσόμενου» κόσμου σε πορνο-ντίσνεϊλαντ.
Πρωταγωνιστής της «Πλατφόρμας» είναι ο Μισέλ, ένας σαραντάρης μικροαστός «προσαρμοσμένος στην εποχή της πληροφορικής, δηλαδή στο τίποτα», που ταξιδεύει στην Ταϊλάνδη για να ξεδώσει από τη μονοτονία της ζωής του. Η αφήγηση των περιπετειών του δίνει την ευκαιρία στον Ουελμπέκ να εξαπολύσει και πάλι τις προκλήσεις του δεξιά κι αριστερά. Γιατί, ρωτάει, εξεγειρόμαστε υποκριτικά εναντίον του σεξουαλικού τουρισμού; Δεν είναι μήπως μια απολύτως χρήσιμη και θεμιτή συναλλαγή; Ο άνθρωπος της Δύσης, παρηκμασμένος και ανίκανος να αγαπήσει, αγοράζει από τους πεινασμένους του Νότου όχι πλέον την εργατική τους δύναμη, αλλά τη «δύναμη ηδονής» των σωμάτων τους.
Kατά των τουριστικών οδηγώνΜέσα από τα λόγια και τις σκέψεις του Μισέλ (που μπορεί να μοιάζει στον συγγραφέα, αλλά, προσοχή, λένε οι υπερασπιστές του Ουελμπέκ, δεν πρέπει να τους ταυτίζουμε) χλευάζονται οι δημοφιλέστατοι στη Γαλλία τουριστικοί οδηγοί Guide du routard (με τις «πολιτικώς ορθές» συμβουλές τους για την αποφυγή του σεξουαλικού τουρισμού), αλλά και γενικώς το όλο ιδεολογικό οικοδόμημα που στηρίζεται στη επίκληση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Επικρίνονται επίσης οι γυναίκες της Δύσης που δεν ξέρουν πια να προσφέρουν αγάπη - ο Μισέλ συναντά μια εξαίρεση αυτού του κανόνα, τη Βερονίκ, ατυχώς όμως τη χάνει σε μια τρομοκρατική απόπειρα ισλαμιστών. Kαι φτάνουμε έτσι στις υβριστικές για το Ισλάμ παρατηρήσεις που αναφέραμε στην αρχή.
Οι μηνύσεις εναντίον του Ουελμπέκ από ενώσεις μουσουλμάνων της Γαλλίας έπεσαν βροχή, ώσπου τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου ήρθαν να υπερκαλύψουν αυτό το τοπικής εμβέλειας σκάνδαλο. Τα ερωτήματα που αφορούν τη Δύση και την Ανατολή, τον Βορρά και τον Νότο του κόσμου μας, το πόσο «παγκοσμιοποιημένος» ή διαιρεμένος είναι, αποκτούν τώρα πολύ μεγαλύτερο βάρος και κρισιμότητα. Το βιβλίο του Ουελμπέκ ίσως να ανήκει πλέον σ' εκείνα που διαβάζει κανείς αναζητώντας όχι τόσο απαντήσεις στα ερωτήματα όσο τα στοιχεία που συγκροτούν τα αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου.
 
το βημα  δΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  22/05/2011 05:45
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Ο Μισέλ δολοφονεί τον Ουελµπέκ
Το νέο µυθιστόρηµα του γάλλου συγγραφέα αναφέρεται στην πολιτισµική αποσύνθεση των σύγχρονων κοινωνιών
Ο Μισέλ δολοφονεί τον Ουελµπέκ

8
εκτύπωση 
 


«Κι εµείς είµαστε προϊόντα» λέει ο συγγραφέας Μισέλ Ουελµπέκ ξεφυλλίζοντας το εγχειρίδιο χρήσης της καινούργιας φωτογραφικής µηχανής του νεαρού καλλιτέχνη Ζεντ Μαρτέν. «Είµαστε πολιτισµικά προϊόντα. Κι εµάς θα µας χτυπήσει η αχρηστία. Η λειτουργία του µηχανισµού είναι πανοµοιότυπη –µε τη διαφορά ότι συνήθως δεν γίνεται κάποια εµφανής τεχνική ή λειτουργική βελτίωση. Αποµένει µόνο το αίτηµα για καινοτοµία στην αγνή του µορφή» καταλήγει ο ήρωας του πολυσυζητηµένου γάλλου συγγραφέα Μισέλ Ουελµπέκ που δεν είναι άλλος απ’ τον ίδιο του τον εαυτό σε µυθοποιηµένη περσόνα.

Ο χάρτης και η επικράτεια, που µόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά, είναι το πέµπτο του µυθιστόρηµα και απέσπασε τοβραβείο Γκονκούρ το 2010, τη µεγαλύτερη διάκριση για τη γαλλική λογοτεχνία που στις µέρες µας δεν περνά και την πιο εµπνευσµένη φάση της ιστορίας της.

Ο 53χρονος σήµερα Μισέλ Ουελµπέκ, ανεξάρτητα από το αν αρέσει ή όχι ως προσωπικότητα, είναι ο µείζων σύγχρονος γάλλος συγγραφέας. Το να ασχολείται σήµερα κανείς µε τη γαλλική λογοτεχνία σηµαίνει να ασχολείται, καλώς ή κακώς, µε τον Μισέλ Ουελµπέκ. Εχει µετατρέψει αυτή την τεράστια λογοτεχνική υωποτονικότητα της πατρίδας του σ’ ένα προσωπικό πλεονέκτηµα.

Το καινούργιο του βιβλίο, µια συνολική και κάπως χαιρέκακη επίθεση στην οργάνωση του δυτικού τρόπου ζωής είναι προορισµένο να γίνει κλασικό (τουλάχιστον µεταξύ των έργων του), ακριβώς επειδή συνοψίζει τη στάση του απέναντι στις λέξεις και στα πράγµατα. Το µοναδικό είδος καταγγελίας που κάνει ο συγγραφέας Ουελµπέκ, ο «διαυγής πεσιµιστής», είναι πολιτισµικής φύσεως και µόνο.

Ο σύγχρονος κόσµος µπαίνει στο µικροσκόπιο του συγγραφέα µέσω του φακού του κεντρικού του ήρωα Ζεντ Μαρτέν ο οποίος ισχυρίζεται ότι αυτοπροσδιορίζεται πάνω απ’ όλα ως τηλεθεατής (καταναλωτής εν γένει). Αριβίστας χωρίς πρόθεση Ο καλλιτέχνης, που µεγάλωσε µέσα στη κλασική παιδεία ενός κολεγίου Ιησουιτών, γόνος ενός εύπορου αρχιτέκτονα και µιας µάνας που αυτοκτόνησε όταν εκείνος ήταν µικρός, ξεκίνησε την καλλιτεχνική του πορεία φωτογραφίζοντας µεταλλουργικά αντικείµενα. Αλλά όταν είδε (και) τον εµπορικό χαρακτήρα που ενείχε το εγχείρηµά του, αποφάσισε να στραφεί στη ζωγραφική, στην αναπαράσταση του κόσµου «ως παράθεση, όπως η ποίηση». Και σε αυτό το πεδίο τον κυνηγά όµως η αγορά. Χωρίς ο ίδιος να το επιδιώκει και πολύ, µέσα σε µια µετριοπαθέστατη αποστασιοποίηση, µπλέκεται στους κύκλους της σύγχρονης τέχνης και του αδυσώπητου µάρκετινγκ, γίνεται γνωστός και οι πίνακες των «σύγχρονων επαγγελµάτων» που αποφάσισε στο µεταξύ να ζωγραφίζει φτάνουν στο διαδίκτυο να κοστολογούνται µε αστρονοµικά ποσά.

«Ο Μπιλ Γκέιτς και ο Στιβ Τζοµπς συνοµιλούν για το µέλλον της πληροφορικής» και «Ο Ντέιµιεν Χέρστ και ο Τζεφ Κουνς µοιράζονται την αγορά της τέχνης» είναι χαρακτηριστικά παραδείγµατα του κατ’ εξοχήν καπιταλιστικού µυστηρίου κατά τον Ουελµπέκ, που είναι η διαµόρφωση της τιµής τώρα που κυριαρχεί η «σοσιαλδηµοκρατία των γκρέµλιν» και η οικονοµική επιστήµη διδάσκει «αντιφατικούς παραλογισµούς σε αριβίστες κρετίνους».

Ο Ζεντ Μαρτέν είναι ένας αριβίστας χωρίς πρόθεση, ένας καλλιτέχνης που τον εκµεταλλεύεται το αδηφάγο σύστηµα της εποχής του όπου «όλα είναι µέτρια» και όπου «η επιτυχία µε τους όρους της αγοράς δικαιολογεί και επικυρώνει το οτιδήποτε» αντικαθιστώντας όλες τις θεωρίες.

Μικρός διάβαζε τα γαλλικά ρεαλιστικά µυθιστορήµατα του 19ου αιώνα όπου ο αδίστακτος νεαρός σκαρφαλώνει προς την επιτυχία µέσω µιας γυναίκας. Με αφορµή αυτό το βιβλίο η γαλλική κριτική διείδε στο έργο του Ουελµπέκ αναλογίες µε τον Μπαλζάκ, ακόµη και µε τον Σελίν. Είναι γεγονός πως στο επίπεδο της σύλληψης της εποχής του ο συγγραφέας απηχεί τους κλασικούς (υπάρχει η σκιά του Λυσιέν ντε Ρυµπαµπρέ στις «Χαµένες ψευδαισθήσεις» του Μπαλζάκ ή του Ζυλιέν Σορέλ στο «Κόκκινο και το µαύρο» του Σταντάλ). Επίσης, ο Φερδινάνδος Μπαρνταµού στο «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν είναι µάλλον η εκκωφαντική αντήχηση του µισανθρωπισµού που γονιµοποιεί και τον κατεδαφιστικό λόγο του Ουελµπέκ.

Στο τρίτο και πιο απολαυστικό µέρος του βιβλίου, που φλερτάρει µε το αστυνοµικό µυθιστόρηµα, ο ήρωας-συγγραφέας Μισέλ Ουελµπέκ έχει αναλάβει να γράψει ένα κείµενο για µια έκθεση που ετοιµάζει ο Ζεντ Μαρτέν. Αναπτύσσουν µια υποτυπώδη σχέση την οποία όµως έρχεται να διακόψει βίαια η τροµερή δολοφονία του συγγραφέα και του σκύλου του (εµπνευσµένη από το έργο του αµερικάνου ζωγράφου του αφηρηµένου εξπρεσιονισµού Τζάκσον Πόλοκ).

Tο «κακό παιδί»
Ο Μισέλ Ουελμπέκ γεννήθηκε το 1958 στο νησί Ρεϊνιόν, άλλοτε γαλλική αποικία στον Ινδικό uni03A9κεανό. Εμφανίστηκε στον χώρο του μυθιστορήματος κατά τη δεκαετία του 1990 με την «Επέκταση του πεδίου της πάλης» και κυρίως με τα «Στοιχειώδη σωματίδια». Το δεύτερο βιβλίο του απέσπασε δύο γαλλικά βραβεία το 1998, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και έκανε τον συγγραφέα παγκοσμίως γνωστό. Την ίδια χρονιά ο υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας τού απένειμε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων. Ακολούθησαν η νουβέλα «Λανθαρότε» (2000), η «Πλατφόρμα» (2001), που προκάλεσε τον ισλαμικό κόσμο, και «Η δυνατότητα ενός νησιού» (2005). Θεωρείται το «κακό παιδί» των γαλλικών Γραμμάτων και του έχουν αποδώσει χαρακτηρισμούς όπως «επαγγελματίας προβοκάτορας», «αντισημίτης», «μισογύνης», «ομοφοβικός», «σταλινικός» και «νεοναζί». Είναι το δεύτερο μυθιστόρημά του που μεταφράζει εξαιρετικά η Λίνα Σιπητάνου στα ελληνικά.

Ολα τα βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις της Εστίας.

 ΡΙΤΙΚΗ



Στις 22 Οκτωβρίου ο Γάλλος συγγραφέας Μισέλ Ουελμπέκ αθωώθηκε από την κατηγορία για «πρόκληση σε ρατσισμό, μίσος και βία εναντίον μιας ομάδας που ανήκει σε μια θρησκεία», όπως ακριβώς ήταν το κατηγορητήριο. Η υπόθεση είχε συζητηθεί πρωτοδίκως στις 17 Σεπτεμβρίου 2002, όταν ο Ουελμπέκ κάθισε για πρώτη φορά στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Τον είχαν μηνύσει πέντε μουσουλμανικές οργανώσεις της Γαλλίας και η Ενωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ο λόγος; Το ότι ο Ουελμπέκ σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Le Monde» στις 2 και 3 Σεπτεμβρίου 2001, ανάμεσα στ άλλα, υποστήριξε πως το Ισλάμ είναι μια μ...... θρησκεία και πως όταν κανείς διαβάζει το Κοράνι καταρρέει, ενώ στο τελευταίο και πολυσυζητημένο μυθιστόρημά του Πλατφόρμα ο ήρωας λέει, σ ένα σημείο, πως «δεν θα είχε κανένα πρόβλημα αν σκοτονώταν μια έγκυος Παλαιστίνια». Ωστόσο, η δίκη προκάλεσε και τις έντονες αντιδράσεις του συγγραφικού κόσμου, που τοποθετήθηκε στο πλευρό του συγγραφέα. Ο Σαλμάν Ρούσντι, μάλιστα, ήταν ιδιαίτερα καυστικός σε σχετικό άρθρο του στη «Liberation» με τίτλο «Ο Ουελμπέκ έχει δικαίωμα να γράφει», ενώ ο Ροντ Λιντλ στον «Guardian» ούτε λίγο ούτε πολύ χαρακτήριζε τη δίκη βλάσφημη, που μας γυρίζει πίσω στο 17ο αιώνα.

Το ζήτημα είναι πως ο Μισέλ Ουελμπέκ κατάφερε για μία ακόμη φορά να αναστατώσει το σύμπαν και μάλιστα να φτάσει μέχρι το εδώλιο του κατηγορουμένου. Ο πολυσυζητημένος συγγραφέας γεννήθηκε το 1958 στο νησί Ρεϊνιόν, πρώην γαλλική αποικία στον Ινδικό Ωκεανό. Μεγάλωσε όμως στη Γαλλία, όπου τον ανάθρεψαν οι παππούδες του από την πλευρά του πατέρα του, όταν η μητέρα του εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη. Δεν είναι τυχαίο πως κρατά το επώνυμο της αγαπημένης του γιαγιάς. Η ανορθόδοξη αυτή οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα η συμπεριφορά της μητέρας του φαίνεται πως επηρέασαν έντονα το μετέπειτα συγγραφέα κι αυτό θα αποτυπωθεί στη ματιά με την οποία, στα μυθιστορήματά του, αντιμετωπίζει τα ζητήματα των ερωτικών σχέσεων και ιδιαίτερα τις σύγχρονες γυναίκες της Δύσης. Να πούμε ακόμη πως ο Ουελμπέκ, τα τελευταία χρόνια, γύρισε τις πλάτες στο άξενο μητροπολιτικό γαλλικό κέντρο, επιλέγοντας την Ιρλανδία για τόπο διαμονής του, για φορολογικούς λόγους, όπως δηλώνει.

Ο Μισέλ Ουελμπέκ εμφανίζεται στα γαλλικά γράμματα ως ποιητής αρχικά, ως δοκιμιογράφος αργότερα, για να μεταπηδήσει στο μυθιστόρημα το 1994 εκδίδοντας την Επέκταση του πεδίου της πάλης. Ηδη με το μυθιστόρημα αυτό, που μεταφέρεται και στον κινηματογράφο, προκαλεί τις πρώτες συζητήσεις, που θα διευρυνθούν με τα Στοιχειώδη σωματίδια και θα φτάσουν έως τα δικαστήρια με την Πλατφόρμα. Μεσολαβεί η νουβέλα Λανθαρότε, που ουσιαστικά αποτελεί τον προάγγελο της Πλατφόρμας, χωρίς όμως -πιστεύω- ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία. Και το ερώτημα που τίθεται είναι: Γιατί ο Ουελμπέκ προκαλεί τόσο πολύ;



Καθρεφτίζοντας το σύγχρονο ελλειμματικό κόσμο



Στο Γράμμα προς τον Λάκη Προγκίδη που δημοσιεύτηκε στη «Νέα Εστία» το Μάιο του 2000, ο Μισέλ Ουελμπέκ γράφει ανάμεσα στ άλλα: «Το μυθιστόρημα είναι ένας φυσικός τόπος για την έκφραση συζητήσεων και φιλοσοφικών ρήξεων. Αποτελεί ευφημισμό να ιχυριζόμαστε ότι ο θρίαμβος του επιστημονισμού περιορίζει επικίνδυνα το χώρο αυτών των συζητήσεων, την έκταση αυτών των ρήξεων». Αν συνδυάσουμε τις παραπάνω απόψεις με εκείνη του ήρωά του στο τελευταίο και πολυσυζητημένο του μυθιστόρημα Πλατφόρμα πιθανότατα ακουμπάμε στην ...πλατφόρμα της λογοτεχνίας του Ουελμπέκ. Συγκεκριμένα, στη σελ. 268 ο ήρωας και αφηγητής σκέφτεται: «Αυτός είναι ο ρους του κόσμου, σκέφτηκα, τον διαπιστώνω. Προχωρώ εμπειρικά, με απόλυτα καλή πίστη και τον διαπιστώνω, δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο, μονάχα να τον διαπιστώνω». Δεν έχουμε λοιπόν παρά να παραδεχθούμε πως ο Ουελμπέκ προσπαθεί να εφαρμόσει στο μυθιστορηματικό κόσμο που οικοδομεί μια σύνθεση ιδεών και προσωπικών διαπιστώσεων, που εκκινούν από τις δικές του εμπειρίες και φορτίσεις πάσης φύσεως. Κυρίως όμως προχωρεί εμπειρικά και διαπιστώνει. Τουτέστιν, ούτε ερμηνεύει ούτε βαθαίνει. Αναφισβήτητα όμως προσκαλεί και προκαλεί τους αναγνώστες του να το κάνουν, οργίζοντάς τους ή όχι. Αν διαβάσει κανείς τα Στοιχειώδη σωματίδια και πολύ περισσότερο την Πλατφόρμα φτάνει στα εξής συμπεράσματα: Πρώτον, ο Ουελμπέκ δυναμιτίζει όλο το σύστημα των δυτικών αξιών που οικοδομήθηκε το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Δεύτερον, οι διαπιστώσεις του φτάνουν έως τα όρια της υπερβολής, έτσι ώστε να προκαλούν συναισθήματα φόβου -κυρίως- απειλής, απέχθειας, και οργής. Τρίτον, ο Ουελμπέκ κεντράρει -έως ψυχαναγκασμού θα έλεγα, και όχι τυχαία, αν συνυπολογίσει κανείς τη διαταραγμένη προσωπική οικογενειακή ιστορία του- στα μεγάλα ελλείμματα που παρουσιάζει πλέον ο δυτικός άνθρωπος σε αγάπη, ειλικρινή προσωπική επαφή, ανιδιοτελείς σχέσεις, και στη βίωση μιας σεξουαλικότητας που δεν εδράζεται στην άμεσότητα της επιθυμίας και την πρωτογενή απόλαυση, αλλά στη διαμεσολάβηση στερεοτύπων που -κατά το συγγραφέα- παίρνουν τη μορφή του ψυχαναγκασμού και επιβλήθηκαν το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, όπως σεξουαλική απελευθέρωση, φεμινισμός, διάλυση των οικογενειακών σχέσεων, αποξένωση των δύο φύλλων κ.λπ. Τέταρτον, οι ήρωες του Ουελμπέκ -φανερά alter ego του, στα Στοιχειώδη σωματίδια ο ένας από τα δύο αδέλφια ονομάζεται Μισέλ, στην Πλατφόρμα είναι ο Μισέλ που γράφει αυτές τις σελίδες όπως μαθαίνουμε- είναι μισεροί, συναισθηματικά ανάπηροι, φοβικοί, ανίκανοι ν αγαπήσουν, με κολοβές οικογενειακές ιστορίες, κυνικοί, παράδοξοι, στην περίπτωση του Μισέλ των Στοιχειωδών σωματιδίων ιδιοφυείς επιστήμονες, άντρες που προσπαθούν να γεμίσουν τα απύθμενα συναισθηματικά τους ελλείματα με το σεξ, είτε το πληρωμένο είτε στα ειδικά κλαμπ είτε κάνοντας σεξουαλικό τουρισμό στους ασιατικούς «παραδείσους». Στο βάθος βέβαια της τρομαγμένης και παιδικής ψυχής τους ένα είναι το ζητούμενο: μια γυναίκα που δεν θα τους φοβίζει, που δεν θα ακολουθεί το πρότυπο της δυτικής -και κυρίως Αμερικανίδας- φεμινίστριας, που δεν θα αμφισβητεί την αρσενικότητά τους, που δεν θα στέκεται ανταγωνιστικά απέναντί τους, αλλά θα είναι διατεθειμένη να προσφέρει αγάπη, παραδοχή και απόλαυση. Στην Πλατφόρμα ο Μισέλ βρίσκει επιτέλους μια διαφορετική γυναίκα, τη Βαλερί, που κατά την άποψή του απέχει κατά πολύ από το σύγχρονο πρότυπο του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου ο οποίος έχει «χάσει εντελώς το αίσθημα της προσφοράς».

Εκκινώντας από την παραπάνω οπτική ο Ουελμπέκ -η οποία πραγματικά τολμά να θέσει επί τάπητος, έστω και προκλητικά, βασικότατες παραμέτρους της ζωής του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου- επιχειρεί να την επεκτείνει και στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο, χρησιμοποιώντας κι ένα φιλοσοφικό επίστρωμα που φτάνει έως και τις σύγχρονες επιστημονικές ανακαλύψεις της γενετικής και της βιολογίας. Κι εκεί εμφανίζεται μια ιδεολογική σύγχυση, η οποία, όμως, πιστεύω πως αντανακλά τη γενικότερη ιδεολογική σύγχυση που επικρατεί στο σύγχρονο κόσμο, αφού καινούρια ερωτήματα και προβλήματα ελάχιστα μπορούν ν απαντηθούν με παλαιότερα ιδεολογικά σχήματα. Κι αυτό φαίνεται έντονα στην Πλατφόρμα.

Ο σαραντάρης ήρωάς του Μισέλ, ένας άνθρωπος μόνος, φοβικός, με έντονη όμως οξυδέρκεια που αγγίζει τα όρια του κυνισμού -η άλλη πλευρά της απελπισίας- μεσαίο και παντελώς αδιάφορο στέλεχος μιας παρισινής επιχείρησης, μετά το θάνατο του πατέρα του, έχοντας κληρονομήσει μια αξιοσέβαστη περιουσία, αποφασίζει να κάνει τουρισμό στην Ταϊλάνδη, έναν εξωτικό τόπο όπου, ως γνωστόν, οι Δυτικοί, πάσης φύσεως, τάξεως και προελεύσεως, τον επιλέγουν για τις σεξουαλικές... τουριστικές του «προσφορές», φυσικά με το αζημίωτο. Με το ίδιο γκρουπ ταξιδεύει και η 28χρονη Βαλερί, ανερχόμενο στέλεχος μεγάλου τουριστικού ομίλου με παγκόσμιες διασυνδέσεις. Η Βαλερί έχει μια διττή προσωπικότητα· από τη μια, αντιπροσωπεύει το στερεότυπο του γιαπισμού, από την άλλη, εκείνο της γυναίκας -ξεχασμένο πια κατά τον Μισέλ- που προσφέρεται και απολαμβάνει το σεξ μαζί με την αγάπη. Ετσι αρχίζει μια σχέση μεταξύ τους και ο ήρωας αισθάνεται πως υπάρχει ελπίδα, υπάρχει φως στο τούνελ της αποαισθηματοποίησης των πάντων. Κάποια στιγμή ο τουριστικός όμιλος όπου εργάζεται η Βαλερί, ακολουθώντας τις επιταγές της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, προσπαθεί να επεκτείνει τις δραστηριότητές του που έχουν αρχίσει να παρουσιάζουν στασιμότητα. Επικεφαλής αυτής της νέας επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι η Βαλερί και ο Ζαν Ιβ, ένας ακραιφνής γιάπης, με προβληματική οικογενειακή και σεξουαλική ζωή. Και τότε ο Μισέλ ρίχνει την ιδέα της εκμετάλλευσης του σεξουαλικού τουρισμού, τον οποίον και ο ίδιος είχε γνωρίσει στις διακοπές του στην Ταϊλάνδη.

Η λογική της πρότασής του είναι ότι: αφού οι Δυτικοί τα προσμετρούν όλα με το χρήμα, αφού στη Δύση οι ερωτικές σχέσεις πάνε κατά διαόλου, αφού οι Δυτικοί άντρες,νιώθοντας καταρρακωμένοι και φτυσμένοι σεξουαλικά από τις σύγχρονες γυναίκες, αναγκάζονται να ψάχνουν το παλιό καλο σεξ στις χώρες της Ασίας και αφού οι χώρες αυτές δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και το μόνο που μπορούν να πουλήσουν είναι τα νιάτα και η ομορφιά τους, γιατί να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας και να μην προχωρήσουμε σε μια επίσημη οικονομική ανταλλαγή, στο πλαίσιο της αγίας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας μας; Αναφισβήτητα, λογική που σκοτώνει, που ωστόσο, στην ακρότητά της, καθρεφτίζει τις υποκρισίες ενός ανελέητου παγκόσμιου συστήματος.

Το τέλος της Πλατφόρμας είναι ανατριχιαστικά προφητικό. Το κλαμπ, που ο τουριστικός όμιλος της Βαλερί εγκαινιάζει στην Ταϊλάνδη με όλες τις σεξουαλικές ανέσεις, τινάζεται στον αέρα από μια ομάδα ενόπλων Μαλαισιανών μουσουλμάνων, οι οποίοι επιτίθενται και δεν αφήνουν τίποτε όρθιο. Ανάμεσα στους νεκρούς και η Βαλερί.

Σ αυτό το σημείο ο ήρωας λέει την περιβόητη φράση για την Παλαιστίνια. Διαφωνώντας βέβαια ριζικά μ αυτήν, θα τολμήσω να πω πως δεν είναι έξω από το γενικότερο κλίμα του βιβλίου και του συγκεκριμένου ακραίου επεισοδίου, ούτε από την ψυχοσύνθεση του ήρωα, ο οποίος χάνοντας ό,τι πολυτιμότερο έχει συναντήσει επιτέλους στη ζωή του, τη Βαλερί, και νιώθοντας απροσμέτρητο πόνο και ίσως και μίσος, εκστομίζει μια τέτοια φράση. Ωστόσο, η γενικότερη στάση του Ουελμπέκ και για το Ισλάμ αλλά και για τους οικονομικούς μετανάστες -μουσουλμάνους στην πλειονότητά τους- είναι -κατά την άποψή μου- ιδιαίτερα έμφοβη και προβληματική. Δεν είναι τυχαίο πως στην Πλατφόρμα συναντούμε σποραδικά περιγραφές ακραίων βίαιων επεισοδίων σε υποβαθμισμένα παρισινά προάστια όπου κυρίως ζουν μουσουλμάνοι μετανάστες, έτσι ώστε να δημιουργείται μια έντονη απειλητική ατμόσφαιρα.

Θα τονίσω όμως και πάλι πως τα βασικά του πυρά ο Ουελμπέκ τα κατευθύνει στο δυτικό κόσμο και τις αξίες του, τον οποίο κυριολεκτικά μηδενίζει. Αποτέλεσμα ο κόσμος που περιγράφει, να φαίνεται ακόμη πιο απειλητικός, ακόμη πιο φοβικός, ακόμη πιο τρομοκρατικός και ελλειματικός. Ωστόσο, έστω κι έτσι, ο Μισέλ Ουελμπέκ είναι ένας συγγραφέας που ταράζει και κινητοποιεί το σύγχρονο αναγνώστη. Θα πρέπει να προσθέσω πως όλα τα βιβλία του Ουελμπέκ έτυχαν ιδιαίτερης μεταφραστικής φροντίδας, τα τρία πρώτα από τον Αλέξη Εμμανουήλ και η Πλατφόρμα από τον πεζογράφο Κώστα Κατσουλάρη. Ολα τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις της «Εστίας».



ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 20/12/2002
 http://www.protoporia.gr/platforma-p-141462.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου