Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Νόρμαν Κον, Αγώνες για την έλευση της Χιλιετούς Βασιλείας του θεού:εκδοσεις ΝΗΣΙΔΕΣ

Νόρμαν Κον,
Αγώνες για την έλευση της Χιλιετούς Βασιλείας του θεού:

νησιδες
Το κλασικό βιβλίο αναφοράς για τις χριστιαννικές αιρέσεις κατά τον Μεσαίωνα
O Nόρμαν Kον γεννήθηκε το 1915 στο Λονδίνο και σπούδασε στην Oξφόρδη. Mετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο δίδαξε σε πολλά πανεπιστήμια της Aγγλίας, της Σκοτίας, της Iρλανδίας, των H.Π.A. και του Kαναδά. Eκτός από το ανά χείρας βιβλίο, που θεωρείται κλασικό έργο αναφοράς για τις μεσαιωνικές αιρέσεις, έγραψε και τα εξής: Warrant for Genocide Europe' s Inner Demons Cosmos, Chaos, and the World to Come Noah' s Flood Mε πρόλογο του συγγραφέα για την ελληνική έκδοση O Mεσαίωνας κληρονόμησε από την αρχαιότητα μία παράδοση προφητειών και της έδωσε νέα ζωή. H παράδοση αυτή προέβλεπε μία Xιλιετή Bασιλεία του Θεού στην οποία οι άνθρωποι θα χαίρονταν τον επίγειο Παράδεισο, απαλλαγμένοι από τα βάσανα και τις αμαρτίες. H μία γενιά μετά την άλλη προσδοκούσαν να γίνει ξαφνικά και θαυματουργικά μία πλήρης μεταμόρφωση του κόσμου. Συχνά η προσδοκία αυτή συνδυαζόταν με κοινωνική αναταραχή, και τότε δημιουργούνταν κοινωνικά κινήματα που τράνταζαν συθέμελα τη μεσαιωνική κοινωνία. Aντλώντας από μεσαιωνικές εκκλησιαστικές και λαϊκές πηγές, το κλασικό αυτό έργο διηγείται την ιστορία των κάθε λογής φανατικών που πίστευαν στην έλευση της Xιλιετούς Bασιλείας του Θεού (Millenium) και αγωνίστηκαν γι' αυτήν. "Πολύ πρωτότυπο και δυνατό βιβλίο... Aξίζει να το διαβάσουμε και να το πάρουμε ως πρότυπο". Isaiah Berlin "Πλούσιο υλικό, με συναρπαστικές λεπτομέρειες... Kαλύπτει ένα αχανές ανεξερεύνητο πεδίο". Hugh Trevor-Roper "Mε πάμπολλες πληροφορίες και γλαφυρά γραμμένο... φωτίζει πολλά άγνωστα γεγονότα... Πολύ ερεθιστικό". Christopher Hill
Ο Νόρμαν Κον πέθανε τον Ιούλιο του 2007.

Διαδηλώσεις εναντίον του 666 που προμηνύει την έλευση της βασιλείας του Σατανά, τηλεοπτικές εκπομπές για τις προφητείες του Νοστράδαμου, ταινίες και αναγνώσματα για το επικείμενο τέλος του κόσμου, Αντβεντιστές, Μάρτυρες του Ιεχωβά, Χιλιαστές εν γένει, κίνημα New Age, Μορμόνοι Ο «αμύητος» αισθάνεται μπερδεμένος μπροστά σ έναν κόσμο όπου ορισμένοι αριθμοί και ορισμένες έννοιες φαίνεται να έχουν μυστηριώδη ρόλο: η χιλιετία, ο Αντίχριστος, ο Σατανάς, ο Χιλιασμός, η Βαβυλώνα, το θηρίο, οι ιππότες, ο Αρμαγεδδών, Ιερουσαλήμ, Μεσσίας, το 1000, το 7 και πολλά άλλα αποτελούν την πανοπλία των συγχρόνων μας «μυστικιστών», που τους επιτρέπει να καταλαμβάνουν τα Μ.Μ.Ε. και καμιά φορά το πεζοδρόμιο, για να εκφράσουν τους φόβους και τις προσδοκίες τους, που είναι κυρίως σωτηριολογικές. Αυτές οι τελευταίες έρχονται να συναντηθούν με άλλες προσδοκίες που προδόθηκαν ή εξανεμίστηκαν όσο προχώρησε ο αιώνας μας και είδε να καταρρέουν τα μεγάλα συστήματα που είχε επινοήσει για να εξασφαλίσει την αιώνια ευδαιμονία των ανθρώπων, βιωμένη με ισότητα και δίκαιη κατανομή των υποχρεώσεων. Προσδοκία που είχε θρέψει η ίδια η ελπίδα στις απεριόριστες δυνατότητες της βιομηχανικής επανάστασης κι ένας 18ος αι. που προμήνυε τον καλύτερο των κόσμων. Βρισκόμαστε, άραγε, μπροστά σε μια καινούργια πραγματικότητα; Ή απλώς κάτω από το βάρος της Ιστορίας και των φαινομένων μακράς διαρκείας; Και για να το διατυπώσουμε πιο απλά: Μήπως το παρελθόν διαρκεί πολύ; Μπορούμε ν απαντήσουμε καταφατικά και στις τρεις υποθέσεις, διαβάζοντας τουλάχιστον το κλασικό βιβλίο (1η αγγλ. έκδ. 1957) του Νόρμαν Κον που μετέφρασε άψογα ο Βασίλης Τομανάς. Αξίζει να τονίσουμε τη μεταφραστική επιτυχία αυτού του έργου (ακόμη και αν προσωπικά διαφωνούμε με μια-δυο επιλογές), αφού ο μεταφραστής κατανοεί εις βάθος το κείμενο που διαβάζει και το μεταφέρει σε γλαφυρά και σωστά ελληνικά. Όλα φαίνεται να ξεκινούν από την Αποκάλυψη (20, 1-15): Αυτός αιχμαλώτισε τον δράκοντα, τον όφη τον αρχαίο που είναι ο διάβολος και ο σατανάς, που παραπλανάει την οικουμένη, και τον έδεσε για χίλια χρόνια. Η υπόσχεση της ίδρυσης ενός βασιλείου που θα διαρκούσε χίλια χρόνια πριν από την έσχατη κρίση τροφοδότησε πολλές ερμηνείες, κυριολεκτικές και μεταφορικές, όπου μάρτυρες και τυραννισμένοι πιστοί θα έβρισκαν τη σωτηρία τους σ αυτό το σχήμα. Εν συντομία, γεννήθηκε μια σωτηριολογική θεολογία και επινοήθηκαν πολλές μέθοδοι για την επίτευξη αυτής της σωτηρίας: βίαιες, ειρηνικές, πνευματικές, υλικές. Σ αυτές ανέτρεξαν αριστοκράτες και πλούσιοι έμποροι αλλά και φτωχοί ξεριζωμένοι των πόλεων και της υπαίθρου. Οι αμαρτωλοί θα εξοντώνονταν και δυστυχώς οι κατ εξοχήν αμαρτωλοί, εκτός από τους μουσουλμάνους και τις μάγισσες, ταυτίζονταν με τους εβραίους, από τον Μεσαίωνα έως τον Λούθηρο και τον Χίτλερ ενώ οι άγιοι (οι ξεριζωμένοι ταυτίζονταν εύκολα μ αυτούς) θα θριάμβευαν σ ένα βασίλειο χωρίς βάσανα και αμαρτία. Στο καταστατικό κείμενο της Αποκάλυψης (όπου χρωστάμε και τη διάχυση του αριθμού 1.000) πρέπει να προσθέσουμε και τις πολυάριθμες προφητείες που έτρεχαν από τον αρχαίο κόσμο των Ισραηλιτών (Προφήτες), των Ρωμαίων (Συβιλλικά βιβλία), των Ελλήνων και των Περσών (περιοδολόγηση κατά χιλιετίες, αγώνας του καλού και του κακού), κυρίως, όπου κυκλοφορούσαν ιδέες για τον περιούσιο λαό, την εξέγερσή του, τον ξανακερδισμένο παράδεισο, την ημέρα της οργής, τις τιμωρίες, την κρίση, το σκοτείνιασμα εκείνης της ημέρας, ένα δίκαιο κόσμο όπου θα προστατεύονταν οι φτωχοί. Αλλά ύστερα από χίλια χρόνια ευτυχίας ο απελευθερωμένος Σατανάς, αυτός ο άρχων του κόσμου, ο νικητής του Αδάμ στον επίγειο παράδεισο, θα ξαναρχόταν για μια τελευταία μάχη του καλού και του κακού. Τον Σατανά θα εκπροσωπούσε ο Αντίχριστος, η ενσάρκωσή του, απέναντι στις δυνάμεις του Χριστού. Αναφορά στον Αντίχριστο υπήρχε στις επιστολές του Ιωάννη και η φυσιογνωμία του γρήγορα ταυτίστηκε με το θηρίο της Αποκάλυψης, ενώ το όνομά του επιδεχόταν δύο μεταφράσεις: ο προ Χριστού [ante Christum] και ο αντίπαλος του Χριστού. Για πολλούς, η άφιξή του στη γη δεν θ αργούσε, για άλλους, ήταν ήδη πάνω στη γη. Αλλά εφ όσον τον νικούσε ο Χριστός, η Δευτέρα Παρουσία θα ήταν επιτέλους εφικτή. Κατά τον 14ο και τον 15ο αι. είχαν συγκεντρωθεί όλες οι προϋποθέσεις ώστε να εμφανιστεί ο Αντίχριστος. Η ανθρωπότητα, στο δυτικό τουλάχιστον μέρος της, ζούσε τη συντέλεια του κόσμου: σχίσμα στην Εκκλησία (1378-1417) και τρεις Πάπες συγχρόνως (οι αντίπαλοι αποκαλούσαν ο ένας τον άλλο Αντίχριστο), πανούκλα (1348) που σκότωσε τρεις στους τέσσερις ευρωπαίους, προέλαση των Τούρκων, Εκατονταετής πόλεμος και πολυάριθμες εξεγέρσεις. Το «Αποκαλυψιακό κλίμα» ταίριαζε στην εποχή πιο πολύ από όσο ταίριαζε στο ίδιο το έτος 1000, και μέσα απ αυτό το κλίμα θα γεννηθεί και η μεγάλη θρησκευτική Μεταρρύθμιση. Για τον Ουίκλιφ, ο Πάπας ενσάρκωνε τον Αντίχριστο και η Ρώμη, ποιον άλλο; τη Βαβυλώνα, πόλη όλων των αμαρτιών, κυρίως της λαγνείας. Κατηγορώντας τον Πάπα ως Αντίχριστο, δεν εκτοξευόταν μια αθώα ύβρις, αλλά διατυπωνόταν μια θεολογική θεωρία. Ανακηρύσσοντας έναν αυτοκράτορα Αντίχριστο ή, το αντίθετο, εκπρόσωπο του Κυρίου, διατυπωνόταν ένα πολιτικό πρόγραμμα σε συμφωνία με τις παλιές προφητείες που όλοι πίστευαν. Ο Καθολικισμός αντέδρασε, για να διαφοροποιηθεί από τους προτεστάντες, επανεισάγοντας τη μεταφορική ερμηνεία της Αποκάλυψης και κυρίως τη σωτηρία ως προσωπική υπόθεση και όχι ως συλλογική εμπειρία που θα την ολοκλήρωνε η Δευτέρα Παρουσία. Ο προτεσταντισμός κράτησε τις εσχατολογικές θεωρίες στις παραδόσεις του, όπως μαρτυρούν ακόμη και σήμερα ορισμένα περιθωριακά του κινήματα, όπως των Μορμόνων, των Μαρτύρων του Ιεχωβά και των Αντβεντιστών. Οι εσχατολογικές θεωρίες δεν άφησαν ανέγγιχτη την επίσημη Εκκλησία, παρά τα ερμηνευτικά σχήματα του ιερού Αυγουστίνου που από πολύ νωρίς είχε δει τους κινδύνους (αφού είχε και ο ίδιος γευτεί τον χιλιασμό) μιας εξήγησης που θα στηριζόταν στην επίγεια πραγματοποίηση της σωτηρίας. Ο Ιωακείμ της Φλόρα, κιστερσιανός μοναχός από την Καλαβρία (1132-1202), με μεγάλη επιρροή στους κοσμικούς κύκλους της εποχής του, θα προτείνει ένα σχήμα που θα επηρεάσει τους φραγκισκανούς μοναχούς στη διατύπωση μιας πραγματικά επαναστατικής θεωρίας, όπου οι έσχατοι έσονται πρώτοι και οι μακάριοι πτωχοί τω πνεύματι θα κυριαρχούσαν επιγείως. Οι πολιτικές εξουσίες ανησύχησαν, το καταλαβαίνουμε, μπροστά σε μια τέτοια ιδεολογία. Αλλωστε, αυτές οι θεωρίες είχαν κερδίσει από πολύ νωρίτερα πολλές περιθωριακές ομάδες που στελέχωναν οι απόκληροι του φεουδαλισμού και του πρώιμου καπιταλισμού των πόλεων, παρασύροντάς τους να σχηματίζουν συμμορίες με έναν ψευδοπροφήτη επικεφαλής και να ξεκινούν σταυροφορίες ή να παίρνουν μέρος σ αυτές. Στο κάτω-κάτω, έτσι μπορούσαν ν ανακτήσουν ένα μέρος της περιουσίας που είχαν χάσει μέσα από τις βαθιές οικονομικές αλλαγές της εποχής. (Ας συσχετίσουμε λίγο τη σημερινή ύφεση με την επανεμφάνιση τέτοιων τάσεων.) Ο Ιαν Χους (πέθανε το 1415), κορυφαία μορφή της πρώτης Μεταρρύθμισης, και το κίνημα των Ταβοριτών, που ήταν η «αριστερά» του Χους, πίστεψαν στο επικείμενο τέλος του κόσμου και άρα στην επικείμενη σωτηρία εκείνων που θα σκότωναν τους εχθρούς του Κυρίου και θα ζούσαν κοινοβιακά. Φυσικά, τους έκαψαν το 1423 στην Πράγα. Αντίστοιχη τύχη είχαν παρόμοιες θεωρίες έναν αιώνα αργότερα, όταν αυτοί που κάτω από τον Ιωάννη του Λάυντεν και τον Θωμά του Μίντσερ προσπάθησαν να σωθούν μοιράζοντας μεταξύ τους αγαθά και γυναίκες. Η κατάκτηση του Νέου Κόσμου προτείνει και μια νέα γεωγραφία γι αυτούς που ήλπιζαν σε μια επίγεια σωτηρία και έναν επίγειο παράδεισο: Βόρεια Αμερική για τους προτεστάντες, Νότια για τους Καθολικούς. Διαπιστώνουμε εδώ τη σημασία που έχουν ακόμη και σήμερα για τη συλλογική ταυτότητα των Ηνωμένων Πολιτειών τα εσχατολογικά κινήματα. Από τη στροφή στον επίγειο παράδεισο της Αμερικής και ύστερα, θα ακολουθήσει μια αργή διαδικασία μετάβασης στη σοσιαλιστική και μαρξιστική σωτηριολογία. Σήμερα όλοι ψάχνουν ένα υποκατάστατο της σοσιαλιστικής ελπίδας, και δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν πως με το πέρασμα από το ζώδιο των Ιχθύων στο ζώδιο του Υδροχόου θα μπούμε κατά το 2000 σε μια νέα χιλιετία συμφιλίωσης του ανθρώπου με τον Κόσμο και άρα ευτυχίας. Αρκετά για να αποδειχθεί ο μακρόχρονος βίος των χιλιαστικών παραδόσεων και η συγγένειά τους με τον σημερινό κόσμο.

(Ν. Ε. Καραπιδάκης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 30.5.1999)

Ο τίτλος του βιβλίου του Νόρμαν Κον θα τραβήξει το βλέμμα όχι μονάχα των ειδικών ή των φιλομαθών αλλά και όλων εκείνων που επιζητούν να αναγνωρίσουν στην έλευση του έτους 2000 τα σημεία (και τα τέρατα) ενός κάποιου τέλους. Οι τελευταίοι μάλλον θα απογοητευτούν. Η αλήθεια είναι ότι το βιβλίο για τα θρησκευτικά κινήματα στη μεσαιωνική Δύση που τώρα μεταφράστηκε στα ελληνικά είναι ένα κλασικό βιβλίο ιστορίας (πρωτοεκδόθηκε το 1957) που εμπλουτίζει την ισχνότατη ελληνόγλωσση βιβλιογραφία για τον δυτικό Μεσαίωνα. Αν λοιπόν η έκδοσή του συμβαδίζει με κάποια επικαιρότητα, αυτή είναι αφ ενός η διαπίστωση ότι ορισμένες από τις ιδέες που υποκινούν θρησκευτικά κινήματα, όπως για παράδειγμα ο χιλιασμός, παρουσιάζουν εντυπωσιακή διάρκεια και αφ ετέρου η ανανεωμένη συζήτηση για τον ρόλο της θρησκευτικής εμπειρίας στις κοινωνίες του παρελθόντος. Στις μεσαιωνικές κοινωνίες δεν έλειπαν οι εντάσεις εκείνες που έθρεψαν κοινωνικά κινήματα, μεγάλα ή μικρά, ειρηνικά ή βίαια, και πολλές φορές τα ίχνη τους τα οφείλουμε στις αρχές που ανέλαβαν την καταστολή τους. Η φύση όμως αυτών των κινημάτων, των κοινωνιών μέσα στις οποίες άνθησαν και έσβησαν και των αρχών με τις οποίες συναλλάχθηκαν ήταν τέτοιες που θα ήταν αδύνατο να τα κατανοήσουμε χωρίς να συζητήσουμε τη θρησκευτική διάσταση της «εξέγερσης», πόσο μάλλον όταν αυτή είναι κυρίαρχη και ρητή, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα βέβαια την περίπτωση των αιρετικών κινημάτων. Γενικότερα, η θρησκεία τον Μεσαίωνα δεν αποτελούσε έναν ξεχωριστό τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας, δεν διακρινόταν από τον «πολιτισμό». Η θρησκεία τον Μεσαίωνα σήμαινε συμμετοχή σε συμβολικές πρακτικές που έδιναν νόημα στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, ανάμεσα στους ανθρώπους και τη φύση, ανάμεσα στους ανθρώπους και τα θεία. Στο βιβλίο του ο Κον εξετάζει τα χιλιαστικά κινήματα από τον 11ο έως και τον 16ο αι. Ο χιλιασμός εδώ νοείται υπό την ευρεία έννοια, ως σωτηριολογικό κίνημα που εμπνέεται από την πίστη στην επικείμενη, επίγεια, συλλογική και θαυματορυγή σωτηρία των χριστιανών. Η πίστη αυτή συνθέτει έναν συνεκτικό κοινωνικό μύθο ο οποίος αιτιολογεί τα βάσανα, υπόσχεται ανταμοιβή, καθησυχάζει και χαρίζει μιαν αίσθηση ασφάλειας. Συχνά, η πίστη στον τελικό θρίαμβο του δικαίου προκάλεσε σε κάποιους την επιθυμία να επισπεύσουν την έλευση αυτής της στιγμής ακολουθώντας έναν αυτόκλητο μεσσία. Η πηγή από την οποία άντλησαν, σύμφωνα με τον Κον, όλα αυτά τα κινήματα ήταν η εβραϊκή μεσσιανική παράδοση, όπως απαντάται στα όνειρα του προφήτη του Δανιήλ, η οποία κληροδοτήθηκε στους χριστιανούς και εμφανίζεται στην Αποκάλυψη. Απέναντι λοιπόν σε μια λόγια ορθοδοξία, που εκφράζεται με τον σαφέστερο ίσως τρόπο στην ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ του Αυγουστίνου η οποία θεωρεί την Αποκάλυψη πνευματική αλληγορία, ταυτίζει την έλευση του Millenium [Χιλιετούς βασιλείας του Θεού] με τη γέννηση του χριστιανισμού και της Εκκλησίας και διδάσκει την καρτερική αναμονή, διαμορφώνεται μια λαϊκή θρησκεία στην οποία διατηρείται ο μύθος της Χιλιετούς βασιλείας. Ο μύθος αυτός τρέφεται, όπως είπαμε, από τον συγκερασμό εβραϊκών και χριστιανικών στοιχείων (αλλά και παγανιστικών, τα οποία ο Κον δεν τονίζει αρκετά) και γεννά μια μεγάλη ποικιλία κινημάτων με χαρακτήρα επαναστατικό. Στις λαϊκές Σταυροφορίες του 11ου αι. η μεσσιανική πίστη κινητοποίησε την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ αλλά και τη βία κατά των εβραίων που κατείχαν εξέχουσα θέση στη λαϊκή δαιμονολογία, ενώ με το κίνημα των Ποιμένων, το 1251, και καθώς οι περιθωριακοί πληθαίνουν στις πόλεις, τα μεσσιανικά κινήματα θα γίνουν ανοιχτά εχθρικά προς τους πλούσιους. Ορισμένες φορές, πάνω στο μοτίβο του κοιμισμένου αυτοκράτορα, εμφανίζεται κάποιος από καιρό χαμένος και έτοιμος να ανατρέψει την αδικία και να εγκαθιδρύσει μια ευτυχισμένη εποχή που αναγγέλλει το τέλος του κόσμου, ενώ άλλοτε κάποιος «φωτίζεται» και αποκαλύπτει το προφητικό νόημα των Γραφών, που μπορεί να είναι εκρηκτικό, απειλητικό για την Εκκλησία, όπως στην περίπτωση του Ιωακείμ του Φιόρε. Αλλοτε πάλι, πιστοί οργανώνονται σε σέκτες που αντιλαμβάνονται τη μετάνοια ως μίμηση του Χριστού, αυτομαστιγώνονται και η πράξη τους εξασφαλίζει τη σωτηρία τους αλλά έχει και εσχατολογική αξία. Σε ορισμένες περιοχές, όπως στην Ιταλία και τη Ν. Γαλλία, το κίνημα δεν απειλεί την Εκκλησία, ενώ αλλού, στη Γερμανία, στρέφεται εναντίον της. Στον ύστερο Μεσαίωνα ο εξισωτικός χιλιασμός αποτελεί μια διάσταση της εξέγερσης των άγγλων αγροτών το 1381. Ο ηγέτης των αγροτών Τζον Μπαλ κήρυττε ότι είχε φτάσει ο καιρός για το εξισωτικό βασίλειο στην πραγματικότητα των αγροτών. Στη Βοημία οι Ταβορίτες και οι Χουσίτες στρέφονται κατά της πλούσιας Εκκλησίας. Βασική θέση του Κον είναι ότι όλα αυτά τα κινήματα, τα οποία ξεσπούν από τον 11ο αι., πηγάζουν από τις νέες συνθήκες της αστικής ζωής, ότι ο επαναστατικός χιλιασμός βλάστησε στις άθλιες υλικές συνθήκες ζωής και συνεπήρε τους «ξεριζωμένους φτωχούς». Με άλλα λόγια, τα κινήματα αυτά ευνοήθηκαν από τις συνθήκες ανασφάλειας, και οι εξεγέρσεις εξέφρασαν το αίσθημα ματαίωσης των προσδοκιών για μια καλύτερη ζωή. Σύμφωνα με τον Κον, λοιπόν, υπάρχει ένας σταθερός ψυχολογικός παράγοντας που εξηγεί τα επαναστατικά ξεσπάσματα. Βασικό πλεονέκτημα της θεώρησης του συγγραφέα παραμένει η ανάδειξη των επαναστατικών παραδόσεων του χριστιανισμού, οι οποίες συχνά καλύφτηκαν από το επίσημο δόγμα ή την καταστολή που επέβαλαν οι εκκλησιαστικοί θεσμοί, και η αναζήτηση των περιστάσεων που ευνόησαν τα χιλιαστικά κινήματα. Στον επίλογο του βιβλίου, ο Κον υποστηρίζει μιαν ενδαφέρουσα ιδέα, την οποία έχει αναπτύξει και σε άλλες μελέτες του (π.χ. Warrant for Genocide), σύμφωνα με την οποία η Αποκαλυψιακή φαντασίωση της τεταμένης αναμονής ενός τελικού αποφασιστικού αγώνα και η απαίτηση να εξαγνιστεί ο κόσμος δια μέσου της καταστροφής των παραγόντων της διαφθοράς επιβίωσε στα ολοκληρωτικά κινήματα του 20ού αι., εμπνέοντας έναν φανατισμό που παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με ορισμένα μεσαιωνικά θρησκευτικά κινήματα. Κάθε χιλιαστικό κίνημα διανύει πάντως μια ξεχωριστή «διαδρομή», παρουσιάζει διαφορετική οργάνωση και σχεδιασμό, η κοινωνική και πνευματική προέλευση των ηγετών του διαφέρει κτλ. Στο πανόραμα που παρουσιάζει ο Κον οι διαφορές αυτές εν μέρει αναδεικνύονται. Ωστόσο οι δύο ερμηνευτικές σταθερές (οι πόλεις και ο ψυχολογικός παράγοντας) αποτελούν μέρος μονάχα του παζλ. Ο Κον υποστηρίζει ότι ο κόσμος της χιλιαστικής ανάτασης και ο κόσμος της κοινωνικής αναστάτωσης επικαλύπτονταν. Ωστόσο πολλές φορές το ιστορικό πρόβλημα, δηλαδή το πώς συνδέονταν το Αποκαλυψιακό ιδεώδες με τις φάσεις των κινημάτων και τις πράξεις στις οποίες επιδόθηκαν οι πιστοί, διαφεύγει της προσοχής του συγγραφέα. Πιθανές συσχετίσεις μάς οδηγούν στον μετασχηματισμό της ίδιας της Εκκλησίας, στις επιρροές από την Ανατολή, στις ταξικές αντιθέσεις σε μια ολόκληρη περιοχή κτλ. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει ένα μοναδικό πρότυπο ανάπτυξης χιλιαστικού κινήματος. Διαφορετικοί παράγοντες, ή και ο συνδυασμός τους, μπορούν να εξηγήσουν την εμφάνιση και την πορεία τους. Αξίζει ειδική μνεία στις εκδόσεις ΝΗΣΙΔΕΣ που έκαναν προσιτό στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένα σημαντικό βιβλίο.

(Ρίκα Μπενβενίστε, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ, 25.4.1999)

Τα πολυπληθή κινήματα που κάτω από θρησκευτικό μανδύα και συνεχίζοντας μια μακραίωνη, γνωστικιστικών και πανθεϊστικών αποχρώσεων παράδοση θρησκευτικής ανταρσίας η οποία διασχίζει ολόκληρο τον δυτικό Μεσαίωνα, αντιστάθηκαν με τρόπο ηρωικό και απελπισμένο στον νεοδημιουργούμενο αστικό κόσμο γύρω στον 16ο και 17ο αι., αληθινοί πρόγονοι του σύγχρονου επαναστατικού (εργατικού και αναρχικού) κινήματος που σφράγισε τον περασμένο αιώνα και τις απαρχές του καπιταλισμού, είχαν παραμεληθεί σοβαρά έως τώρα από την ιστοριογραφία. Μόλις σήμερα, υπό την εμπειρία των αντισυμβατικών και κατά το μάλλον ή ήττον ανορθόδοξων επαναστατικών μορφών που γέννησε η δεκαετία του 1960, μια γενιά ιστορικών αρχίζει να ρίχνει τα φώτα της έρευνας σ αυτά τα παραμελημένα φαινόμενα της νεότερης ιστορίας. Προδρομική σημασία είχε για όλο αυτό το εγχείρημα το περίφημο έργο του Ερνστ Μπλοχ, του μεγάλου αριστερού μεσσιανιστή του αιώνα μας, πάνω στο κίνημα του Μύντσερ και τον Πόλεμο των Χωρικών στη Γερμανία στα χρόνια του Λούθηρου. Ωστόσο η σπουδαιότερη, η πιο περιεκτική ώς αυτή τη στιγμή και πράγματι ανεκτίμητη ιστορική μελέτη που διαθέτουμε είναι το παρόν έργο του βρετανού μελετητή Νόρμαν Κον, που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1957 κι έχει από τότε γνωρίσει αλλεπάλληλες εκδόσεις και μεταφράσεις, το οποίο, χάρη στη φροντίδα του Βασίλη Τομανά και των εκδόσεων ΝΗΣΙΔΕΣ έχουμε για πρώτη φορά τώρα και στην ελληνική γλώσσα. Αν υπάρχει ένα είδος δυτικής πολιτισμικής ταυτότητας, συστατικά στοιχεία της οποίας αποτέλεσαν ο Διαφωτισμός και η αστική και καπιταλιστική νεωτερικότητα, πρέπει να δούμε καθαρά ότι αυτή είχε αρχίσει να διαμορφώνεται πολλούς αιώνες πριν στη μεσαιωνική Δύση, και καταστατικός παράγοντας για τη γέννησή της υπήρξε η μεγάλη μονοθεϊστική παράδοση όπως κυρίως αποκρυσταλλώθηκε στις «ορθόδοξες», δηλαδή στις κυρίαρχες μορφές χριστιανισμού. Η ιδέα ενός επιβλητικού Λόγου ως οντολογικού θεμελίου του κόσμου, η εκκλησιαστική ιεραρχία ως πρόπλασμα του μεταγενέστερου κράτους, το φαντασιακό μόρφωμα μιας κοινωνικής ιεραρχίας από την οποία επήγασαν οι νεότερες κοινωνικές τάξεις, η αξιακή κατασκευή ενός «έλλογου» υποκειμένου που διαχωρίζεται από τις τυφλές παρορμήσεις και τα πάθη, όλα αυτά συνιστούν το αποτύπωμα που άφησε ο χριστιανισμός στον νεότερο κόσμο, τη βαθύτατα προβληματική και αμφίσημη κληρονομιά της νεωτερικότητας. Αυτά όμως αποτελούν μια μόνο όψη, την επαρκώς φωτισμένη, της ιστορίας που αναγνωρίζουμε ως «δική μας». Γιατί αυτό το γιγαντιαίο κοσμοπλαστικό εγχείρημα δεν ολοκληρώθηκε χωρίς αντιστάσεις, ούτε η νίκη του υπήρξε εύκολη, μια για πάντα εδραιωμένη και μονοσήμαντη. Σε όλα τα βήματα της πορείας του σημαδεύτηκε από μιαν απειλητική σκιά, που δεν ήταν άλλη από τη λυσσαλέα αντίσταση την οποία δεν έπαψαν να ορθώνουν τοπικοί πολιτισμοί, λαϊκές παραδόσεις και ήθη, εκτοπισμένες ομάδες και ξεριζωμένα στρώματα στη μεγάλη ρωμαιοκαθολική και αργότερα αστική ηγεμονία. Και αν στη ραγδαία εκκοσμικευόμενη νεότερη εποχή αναγνωρίζουμε αυτούς τους θύλακες αντίστασης υπό τη μορφή επαναστατικών κινημάτων και ουτοπικών προγραμμάτων ανακατανομής του πλούτου και της πολιτικής εξουσίας, μένει να διακρίνουμε εκείνο που μέσα στο πλαίσιο των θρησκευτικών αναπαραστάσεων, αξιών και μορφών ζωής, οι οποίες διαπότιζαν όλη την κοινωνική ζωή του Μεσαίωνα, υπήρξε ο φυσικός τους πρόγονος: το μακραίωνο, ποικιλόμορφο, διάσπαρτο και αναγεννώμενο διαρκώς μες από τις στάχτες του κίνημα της θρησκευτικής ανταρσίας. Την ιστορία αυτού του κινήματος, από τον 11ο έως τον 17ο αι., προσπάθησε να ανασυστήσει στο μεγάλο αυτό έργο ο Νόρμαν Κον. Ανιχνεύοντας τις πηγές του στην Αποκαλυψιακή γραμματεία, από το Βιβλίο του Δανιήλ ώς την Αποκάλυψη του Ιωάννη, και στον λαϊκό μεσσιανισμό όπως αυτός συνέχισε να ζει και να αναβιώνει στις ποικίλες χριστιανικές αιρέσεις (Μοντανισμός, Γνωστικισμός κτλ.), βλέπει να αποκρυσταλλώνεται σε ένα λίγο-πολύ σταθερό, παρά τις ατελείωτες παραλλαγές του, όραμα το οποίο μπορούμε να ονομάσουμε χιλιαστικό: την ιδέα, δηλαδή, ότι επίκειται η άμεση εγκαθίδρυση της βασιλείας του Θεού, ύστερα από μια περίοδο ζόφου και αίματος όπου θα επικρατήσουν προσωρινά οι δυνάμεις του Αντίχριστου, και τότε όλοι οι πιστοί θα λυτρωθούν και θ αποζημιωθούν για τις φριχτές στερήσεις αυτής της ζωής, ενώ οι άπιστοι θα σφαγούν θριαμβευτικά, και είναι οι ίδιοι οι πιστοί που θα πρέπει να επισπεύσουν αυτό το έργο. Ο ίδιος ο χριστιανισμός, πρέπει εδώ να πούμε, ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του σαν ένα χιλιαστικό κίνημα τέτοιου είδους, ωστόσο η εδραίωση μιας εκκλησιαστικής εξουσίας έθεσε από νωρίς τέρμα σε αυτού του είδους τους οραματισμούς, μετατοπίζοντάς τους σε ένα αφηρημένο πνευματικό επίπεδο και διδάσκοντας την αυτοσυγκράτηση και την καρτερική αναμονή. Ωστόσο η δυσαρέσκεια των πληβειακών στρωμάτων ξεχείλιζε, και ιδίως σε περιόδους πολιτισμικής κρίσης όπου παραδοσιακοί ρόλοι και μορφές ζωής θρυμματιζόμενα δεν ήταν σε θέση να αντιρροπήσουν την απλή υλική ανέχεια, αυτοσχέδιοι προφήτες και λαϊκοί ιεροκήρυκες ξαναζωντάνευαν τα άγρια αυτά οράματα και η συσσωρευμένη στέρηση, αγωνία και οργή ξεσπούσε με ανατριχιαστική βιαιότητα σε πραγματικούς και φανταστικούς εχθρούς, τους «στρατιώτες του Αντιχρίστου»: τον ρόλο αυτό έπαιζαν κατά κανόνα οι πλούσιοι, ο επίσημος κλήρος αλλά και οι εβραίοι. Τα κινήματα, τα οποία περιγράφει αρκετά διεξοδικά, κάποτε με συναρπαστική ζωντάνια ο συγγραφέας, είναι οι λαϊκές σταυροφορίες του 11ου αι. και το κίνημα των Ποιμένων του 1251, διάφοροι μεμονωμένοι μεσσίες, Χριστοί και επανενσαρκώσεις θρυλικών βασιλιάδων-λυτρωτών (όπως ο Ταφούρ, ο Βαλδουίνος, ο Φρειδερίκος), το κίνημα του Ιωακείμ του Φιόρε στην Ιταλία και το μακάβριο κίνημα των Μαστιγουμένων που πήρε βίαιες ανατρεπτικές μορφές στην Ευρώπη του 14ου αι., η εξέγερση των άγγλων αγροτών του 1381 υπό τον Τζον Μπολ, η πολυπρόσωπη αίρεση του Ελεύθερου Πνεύματος που εκφράστηκε μέσα από ποικίλα αιρετικά κινήματα όπως αυτά των Καθαρών, των Αλβιγηνών, των Μασσαλιανών, των Αμωριτών, των Βεγάρδων και άλλων, στα οποία πρέπει να περιλαμβάνεται και το κίνημα των Θαβωριτών στη Βοημί τον 15ο αι., καθώς και μια αναβιωμένη τους μορφή στους Ελευθερόστομους της εποχής του Κρόμγουελ, η μεγάλη εξέγερση των χωρικών της Θουριγγίας του 16ου αι. συνδεόμενη με το όνομα του Τόμας Μύντσερ, τέλος οι ποικίλες μορφές του Αναβαπτισμού που ήρθαν σε μετωπική σύγκρουση με τις εξουσίες της εποχής και με τη Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία, από το κίνημα του Μίνστερ, της λεγόμενης «Νέας Ιερουσαλήμ», στην Ολλανδία και την αυτόνομη κοινότητα του Ιωάννη του Λάυντεν, ώς τον Αντινομισμό του Γιοχάννες Αγκρίκολα, ο οποίος μεταφέρθηκε στην Αγγλία για να προκαλέσει μια σειρά επαναστατικών αιρέσεων και πυρήνων μέσα στο ίδιο το αντιμοναρχικό κίνημα των Πουριτανών. Εν πάση περιπτώσει, στις ιδέες και στις πρακτικές πολλών από αυτά τα κινήματα, από τον ρωμαλέο πανθεϊσμό τους και τη νοσταλγία μιας εξισωτικής φυσικής κατάστασης έως την κατάργηση της ιδιοκτησίας και την οργιάζουσα σεξουαλική δραστηριότητα, διαφαίνεται ένα στοιχείο που δύσκολα μπορεί να αναχθεί στον Απκαλυψιασμό των πηγών και στον ιουδαιοχριστιανικής προελεύσεως μεσσιανισμό: πρόκειται για την αντίσταση των αυτόχθονων παγανιστικών παραδόσεων στην πολιτισμική ηγεμονία. Παρ ότι τα αρχικά τους συστατικά διαλύονται ραγδαία και επανεμφανίζονται κάτω από ποικίλες συγκρασιακές μορφές, είναι αναγνωρίσιμο και δηλωτικό το στοιχείο ενός σφύζοντος, ακατάβλητου λαϊκού οργιασμού. Ακριβώς ανάλογα φαινόμενα έχουμε άλλωστε παρατηρήσει και στην πολιτισμική επικράτεια του Ισλάμ, με τη μορφή ορισμένων τουλάχιστον σουφικών ταγμάτων. Μια τελευταία εκδοτική παρατήρηση μόνο: το τιτάνειο έργο με το οποίο είχε να αναμετρηθεί ο μεταφραστής ενός τέτοιου βιβλίου, παρ όλο τον αξιέπαινο τρόπο με τον οποίο το έφερε εις πέρας, θα απαιτούσε την ορολογική επιμέλεια από έναν ειδικό μεσαιωνολόγο, η έλλειψη της οποίας είναι εμφανής για τον απαιτητικό αναγνώστη σε ολόκληρο το βιβλίο. Από την άλλη μεριά, βεβαίως, αναγνωρίζουμε το δυσβάστακτο κόστος μιας τέτοιας επιλογής για μια μικρή και ηρωική εκδοτική προσπάθεια που δεν έχει πίσω της τα κεφάλαια και τους διαύλους διανομής των μεγάλων εκδοτών.

(Φώτης Τερζάκης, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, 25.6.1999)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου