Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΑΡΡΩΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ ΓΡΙΠΗΣ Η1Ν1 του Παναγιώτη Σωτήρη/αναδημοσίευση απο το περιοδικό ΘΕΣΕΙΣ

Πολιτικές της αρρώστιας και του φόβου Αποθήκευση ως pdf Εκτύπωση Σύσταση με e-mail
Τεύχος 109, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2009


Εισαγωγή
Στις 11 Ιουνίου του 2009 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ανακοίνωσε και επισήμως ότι είναι σε εξέλιξη μια πανδημία της νέας γρίπης Η1Ν1, λιγότερο από δύο μήνες μετά τις πρώτες ανακοινώσεις για εκτεταμένα κρούσματα αρχικά στο Μεξικό και στη συνέχεια στις ΗΠΑ. Παρότι ανάλογο κλίμα απειλής είχε δημιουργηθεί τόσο σε σχέση με την επιδημία του SARS το 2003 όσο και σε σχέση με τα κρούσματα γρίπης των πτηνών (Η5Ν1), για πρώτη φορά η απειλή παίρνει τη μορφή μιας πραγματικής πανδημίας, έστω και εάν μέχρι τώρα τα περισσότερα κρούσματα είναι σχετικά ήπια. Το ενδιαφέρον και η ανησυχία είναι λογικά, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι τουλάχιστον για τις αναπτυγμένες χώρες η απειλή από λοιμώδη και μεταδοτικά νοσήματα έμοιαζε να είναι ένα στοιχείο που αφορούσε προηγούμενες γενιές. Αφήνοντας κατά μέρος τα αμιγώς ιατρικά ή επιδημιολογικά ερωτήματα, που αφορούν άλλους, κατά πολύ ειδικότερους, στις σημειώσεις που ακολουθούν θα ασχοληθούμε πολύ περισσότερο με την πολιτική και ιδεολογική διαχείριση της πανδημίας γρίπης Η1Ν1 σε μια προσπάθεια να καταδείξουμε ότι αυτή ούτε τεχνική ούτε ουδέτερη είναι.1
1. Η πολιτική της ζωής
1.1. Ξαναγυρνώντας στη βιοπολιτική
Ο πολιτικός χαρακτήρας των ζητημάτων που έχουν σχέση με την υγεία, δημόσια και ατομική, είναι κάτι που θεωρείται αυτονόητο. Συνήθως όμως, θεωρούμε ότι αυτός ο πολιτικός χαρακτήρας βρίσκεται εκτός του πλαισίου των καθαυτό ιατρικών πρακτικών και παρεμβάσεων και αφορά κυρίως το θεσμικό πλαίσιο, τους όρους χρηματοδότησης, τις εργασιακές σχέσεις, τη σχέση ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό. Αυτό που παραβλέπει μια τέτοια θεώρηση είναι ότι το πολιτικό διακύβευμα βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον πυρήνα του τρόπου με τον οποίο ορίζεται η ζωή, η υγεία, η υγιεινή, η ασθένεια.
Στο έργο του Μισέλ Φουκώ συναντά κανείς έναν πλούσιο προβληματισμό πάνω σε αυτά τα θέματα που διατηρεί την επικαιρότητά του. Στον πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας (Φουκώ 1978) συναντάμε τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του σχετικά με το πώς η ζωή γίνεται βασική πλευρά των σύγχρονων μορφών κυριαρχίας. Σύμφωνα με τον Φουκώ αυτό που παραδοσιακά ονομαζόταν «δικαίωμα ζωής και θανάτου» ήταν στην πραγματικότητα μετριασμένο, ήταν «το δικαίωμα να κάνεις να πεθάνουν ή να αφήνεις να ζουν» (Φουκώ 1978: 166). Αντίθετα, από το 17ο αιώνα και μετά κυριαρχεί όχι τόσο μια εξουσία θανάτου, αλλά μια εξουσία που αφορά τη ζωή, που «αναλαμβάνει να τη διαχειρίζεται, να τη μεγαλώνει, να την πολλαπλασιάζει, να ασκεί πάνω της ακριβείς ελέγχους και συνολικές ρυθμίσεις» (Φουκώ 1978: 167). Σε αυτή τη βάση εισάγει ο Φουκώ τις έννοιες της βιοπολιτικής και της βιοεξουσίας. Σε αντίθεση με μια τάση να αντιμετωπίζεται αυτή η τοποθέτηση του Φουκώ ως μια ιδιότυπη «μεταφυσική» της ζωής, ο ίδιος τη συσχετίζει άμεσα με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, διατυπώνοντας ουσιαστικά τις συνέπειες που έχει για την καπιταλιστική συσσώρευση η κεντρικότητα της ζωντανής εργασίας ως βασικής παραγωγικής δύναμης και η εμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης.
Αυτή η βιο-εξουσία υπήρξε αναμφίβολα ένα στοιχείο απαραίτητο για την ανάπτυξη του καπιταλισμού, ο οποίος δεν μπόρεσε να σιγουρευτεί παρά μόνο με τίμημα την ελεγχόμενη είσοδο των σωμάτων μέσα στον παραγωγικό μηχανισμό και σε μια προσαρμογή των πληθυσμιακών φαινομένων στις οικονομικές διαδικασίες […] η προσαρμογή της συσσώρευσης των ανθρώπων στη συσσώρευση του κεφαλαίου, η συνάρθρωση της ανάπτυξης ανθρώπινων ομάδων με την επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων και τη διαφορική κατανομή του κέρδους, έγιναν δυνατά, ως ένα βαθμό, χάρη στην άσκηση της βιο-εξουσίας με τις πολλαπλές μορφές και μεθόδους της (Φουκώ 1978: 172-73).
Ουσιαστικά, έχουμε να κάνουμε με την ανάδυση της ίδιας της έννοιας της ζωής, το πώς η ζωή γίνεται βασική έννοια, πλευρά του κυρίαρχου λόγου, ατομικό και συλλογικό βίωμα και διεκδίκηση:
Ο δυτικός άνθρωπος μαθαίνει σιγά-σιγά τι θα πει να είσαι ένα ζωντανό είδος μέσα σε ένα ζωντανό κόσμο, να έχεις ένα σώμα, συνθήκες ύπαρξης, πιθανότητες ζωής, μια ατομική και συλλογική υγεία, δυνάμεις που μπορείς να τις αλλάξεις κι ένα χώρο όπου μπορείς να τις ξαναμοιράσεις με το βέλτιστο τρόπο. Χωρίς άλλο, για πρώτη φορά στην ιστορία, το βιολογικό αντανακλάται στο πολιτικό∙ το να ζει κανείς δεν είναι πια εκείνο το απροσπέλαστο άδυτο που δεν αναδύεται παρά κάπου-κάπου, έρμαιο ενός αναπόφευκτου θανάτου∙ περνάει, ως ένα βαθμό, στο πεδίο ελέγχου της γνώσης και επέμβασης της εξουσίας (Φουκώ 1978: 174).
Θα μπορούσε κανείς εδώ να παρατηρήσει μια ιδιότυπη αναλογία ανάμεσα στην ανάδυση της έννοιας της ζωής και τη γενίκευση της εμπορευματικής μορφής. Σε αυτό το επίπεδο είναι που μπορεί κανείς να πει ότι πλάι στο φετιχισμό του εμπορεύματος εμφανίζεται και ένας φετιχισμός της ζωής, που οδηγεί και σε όλες τις παραλλαγές βιταλιστικών ιδεολογιών.2
Ξαναγυρνώντας στον Φουκώ έχει ενδιαφέρον ότι εντοπίζει την εξέλιξη διαφορετικών μορφών κοινωνικού και πολιτικού ελέγχου σε σχέση με τη διαχείριση της ζωής (και της υγείας) του πληθυσμού. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ανάδυση μιας μορφής κοινωνικής πειθαρχίας σε σχέση με την αναπαραγωγή γνωμόνων / κανόνων (norms) και όχι απαραίτητα δικαϊκών επιταγών. Αυτό εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθειά του να δει την πειθαρχική διάσταση των πρακτικών εξαναγκασμού όχι ως απλών κατασταλτικών πρακτικών, αλλά πολύ περισσότερο ως παραγωγικών πρακτικών. Μια πειθαρχία δεν σημαίνει απλώς ότι κάποιος συμμορφώνεται προς μια προσταγή, ούτε ότι απέχει από το να κάνει κάτι. Σημαίνει ότι η ζωή, η καθημερινότητά του, η ύπαρξή του, οι πρακτικές του προσανατολίζονται προς συγκεκριμένα αποτελέσματα. Οι πειθαρχικές πρακτικές είναι παραγωγικές πρακτικές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η εξέλιξη των τοποθετήσεων του Φουκώ πάνω στην έννοια των πειθαρχικών πρακτικών. Σε μια πρώτη φάση (Φουκώ 1989) κυριαρχεί η έννοια της πειθαρχίας ως του συνόλου εκείνων των κανόνων που αφορούν τη ρύθμιση της συμπεριφοράς, της εργασίας, της διαχείρισης του σώματος, της διάταξης των δραστηριοτήτων μέσα στο χώρο. Η πειθαρχία διαμορφώνει τα σώματα και τα παράγει ως τέτοια. Εκεί ο Φουκώ εντάσσει και τους μετασχηματισμούς στη διαχείριση της δημόσιας υγείας. Εντοπίζει την πειθαρχική πλευρά που έχει η οργάνωση των νοσοκομείων, η εξέταση των ασθενών, η κατάταξη υγιών και αρρώστων, η συστηματική παρακολούθηση και απογραφή της υγείας, της νοσηρότητας και της θνητότητας του πληθυσμού και συσχετίζει τη διαμόρφωση μιας «πανοπτικής» αντίληψης της κυριαρχίας με την διαχείριση των μεγάλων επιδημιών στο 17ο αιώνα. Άλλωστε, η πειθαρχική αντιμετώπιση των επιδημιών προκύπτει ακριβώς από τη συσχέτιση ανάμεσα στην αποδιάρθρωση από το λοιμό και την αποδιάρθρωση από την εξέγερση:
Ο λοιμός, ως μορφή ταυτόχρονα πραγματική και φαντασιακή της αταξίας, έχει σαν ιατρικό και πολιτικό αντίστοιχο την πειθαρχία. Πίσω από τα πειθαρχικά συστήματα βλέπει κανείς τον εφιάλτη της «μετάδοσης» του λοιμού, των εξεγέρσεων, των εγκλημάτων, της αλητείας, της λιποταξίας, των ανθρώπων που εμφανίζονται και εξαφανίζονται, ζουν και πεθαίνουν μέσα στο χάος (Φουκώ 1989: 262).
Ωστόσο, στο σεμινάριό του στο Collège de France, την ακαδημαϊκή χρονιά 1977-78 (Foucault 2004) ο Φουκώ κάνει μια σημαντική διάκριση ως προς τις βιοπολιτικές πρακτικές, εισάγοντας τη διάκριση ανάμεσα σε πειθαρχία και ασφάλεια. Κατά τον Φουκώ η έννοια της πειθαρχίας παραπέμπει σε ένα δυισμό επιτρεπτού / απαγορευμένου, ενώ η έννοια της ασφάλειας στην αναζήτηση του βέλτιστου μέσου και του προσδιορισμού αποδεκτών ορίων (Foucault 2004: 8), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα συστήματα ασφαλείας δεν προϋποθέτουν επίσης την επέκταση του δικαϊκού οπλοστασίου καθώς και των πρακτικών πειθαρχίας και επιτήρησης. Ο Φουκώ διαλέγει δύο παραδείγματα για να δείξει τη μετατόπιση από την πειθαρχία στην ασφάλεια, τη σπάνη τροφίμων και την επιδημία. Σε ό,τι αφορά την σπάνη τροφίμων ο Φουκώ θεωρεί ότι αρχικά, στην περίοδο που ταυτίζουμε με τους μερκαντιλιστές έχουμε μια πειθαρχική αντιμετώπιση του προβλήματος μέσα από ένα σύνολο αυστηρών κανόνων και νομικών ρυθμίσεων για τη διαχείριση των αποθεμάτων και την αποφυγή ελλείψεων. Στη συνέχεια, όμως, στα μέσα του 18ου αιώνα, με την άνθηση στη Γαλλία της θεωρίας των φυσιοκρατών, έχουμε μια αλλαγή. Κυριαρχεί η αντίληψη της απελευθέρωσης του εμπορίου σιτηρών και η πεποίθηση ότι μπορεί κανείς να στηριχτεί πάνω στις φυσικές διακυμάνσεις της παραγωγής και των τιμών και να τις κατευθύνει σε ένα επιθυμητό αποτέλεσμα. Ακόμη περισσότερο κατά το Φουκώ αυτή η αντίληψη θέλει να κάνει την σπάνη τροφίμων όχι ένα αναπόφευκτο ενδεχόμενο, αλλά μια χίμαιρα (Foucault 2004: 43).3 Μόνο που αυτό σημαίνει ότι αφήνουμε τα πράγματα να εξελίσσονται, ότι έχουμε μια κατεύθυνση «laissez faire – laissez passer», ότι μπορεί και να έχουμε ελλείψεις για ορισμένους ανθρώπους ή για ορισμένες αγορές, ότι μπορεί κάποιοι όντως να πεθάνουν από την πείνα, αλλά θα αποφύγουμε η σπάνη τροφίμων να έχει εκείνο τον ορμητικό, σαρωτικό χαρακτήρα που είχε άλλοτε. Είναι προφανές ότι στην περίπτωση της ασφάλειας έχουμε να κάνουμε περισσότερο με τη διαχείριση μιας διαδικασίας και των δυναμικών της, παρά με την άμεση παρέμβαση για τον έλεγχό της. Ο ίδιος ο Φουκώ εντοπίζει τρεις βασικές διαφορές: α) Η πειθαρχία είναι κεντρομόλα, επιδιώκοντας να επικεντρωθεί και να απομονώσει ένα χώρο άσκησης εξουσίας, ενώ η ασφάλεια είναι κεντρόφυγη τείνοντας να επεκτείνεται και να ενσωματώνει πρακτικές και μορφές παραγωγής. β) Η πειθαρχία δεν αφήνει τίποτε να της ξεφύγει, ελέγχοντας κάθε πλευρά, ενώ η ασφάλεια κατά κύριο λόγο αφήνει να εξελιχθεί μια διαδικασία, θεωρώντας ότι τελικά στο επίπεδο του πληθυσμού θα έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα. γ) Η πειθαρχία στηρίζεται στην αρνητική έννοια του νόμου ως απαγόρευσης και στη σχέση ανάμεσα σε απαγορευμένο και υποχρεωτικό, ενώ η ασφάλεια στηρίζεται στην ίδια την πραγματικότητα και τις τάσεις που αναπτύσσονται εκεί και τις οποίες πρέπει να αφήσουμε να εξελιχτούν, σε μια ιδιότυπη φυσική και τεχνολογία της εξουσίας. Γι’ αυτό και ο Φουκώ συσχετίζει την έννοια της ασφάλειας με το φιλελευθερισμό.
Τη διάκριση αυτή ο Φουκώ την εξετάζει και σε σχέση με τη διαχείριση των επιδημιών. Εάν σε σχέση με τις πειθαρχικές πρακτικές το πρότυπο είναι η αντιμετώπιση των επιδημιών πανώλης στο 17ο αιώνα, όπου εφαρμόστηκε ένα σύνολο πειθαρχικών μέτρων που διαχώριζαν τις πόλεις σε συνοικίες και τετράγωνα, έβαζαν αυστηρούς περιορισμούς στην έξοδο από το σπίτι και την κίνηση, επέβαλαν μορφές επιτήρησης, ο Φουκώ πιστεύει ότι το πρότυπο για τη νέα διαχείριση της ασφάλειας ήταν η αντιμετώπιση της ευλογιάς. Ενώ η αντιμετώπιση της πανώλης στηριζόταν στην πειθαρχική προσπάθεια παρεμπόδισης της εξάπλωσής της, οι πρακτικές ασφάλειας όπως ο δαμαλισμός και ο εμβολιασμός στηρίζονταν στη διαχείριση της ίδιας της πραγματικότητας της ασθένειας, υπό ελεγχόμενες συνθήκες με σκοπό την αποτροπή της πλήρους εκδήλωσής της (Foucault 2004: 61). Στο ίδιο πλαίσιο των πρακτικών ασφάλειας εντάσσει ο Φουκώ και τη διαχείριση του κινδύνου, μέσα από την ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση και επεξεργασία στοιχείων για την πιθανότητα των ασθενειών, τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα, καθώς και την εισαγωγή μιας κλίμακας εννοιών: περιστατικό, ρίσκο, κίνδυνος, κρίση. Επιπλέον, σε αντίθεση με την πειθαρχική αντιμετώπιση των επιδημιών που έτειναν προς τον αυστηρό διαχωρισμό ασθενών και υγειών, οι πρακτικές ασφάλειας αντιμετωπίζουν ένα συνεχές στο επίπεδο του πληθυσμού.
Θεωρεί μάλιστα ότι έχουμε να κάνουμε με δύο διαφορετικές μορφές κανονικοποίησης. Στην περίπτωση των πειθαρχικών πρακτικών η κανονικοποίηση παίρνει τη μορφή της συμμόρφωσης προς ένα πρότυπο και στηρίζεται στη σαφή διάκριση κανονικού (ή φυσιολογικού) και μη κανονικού, ενώ στην περίπτωση της ασφάλειας έχουμε μια «ευθυγράμμιση του κανονικού και του μη κανονικού, μια ευθυγράμμιση των διαφορετικών καμπυλών κανονικότητας» (Foucault 2004: 65), με σκοπό να μπορέσουμε να ενισχύσουμε τις τάσεις κανονικότητας σε βάρος των αντίθετων.
Ο Φουκώ θεωρεί ότι μπορούμε να δούμε και μια διαφορετική αντιμετώπιση των ίδιων των πληθυσμών. Είναι γνωστή η θέση του ότι η ανάδυση της κεντρικότητας της έννοιας του πληθυσμού σχετίζεται με τη μερκαντιλιστική αντίληψη του πληθυσμού ως βασικής παραγωγικής δύναμης που πρέπει να προστατευτεί, να πολλαπλασιαστεί, να αποτελέσει αντικείμενο μέριμνας και πειθαρχικής παρέμβασης. Θεωρεί όμως, ότι αυτή η αντίληψη είναι στενά συνδεδεμένη με μια λογική σχέσης ανάμεσα στον κυρίαρχο και τους υποτελείς του. Αντίθετα, θεωρεί ότι στους Γάλλους φυσιοκράτες έχουμε μια αντίληψη του πληθυσμού ως φυσικής διαδικασίας. Έτσι, ο στόχος δεν είναι πια να «αποσπάσουν την υπακοή των υπηκόων σε σχέση με τη βούληση του κυριάρχου, αλλά να ελέγξουν πράγματα, φαινομενικά απομακρυσμένα από τον πληθυσμό, που όμως γνωρίζουν από τον υπολογισμό, την ανάλυση και το στοχασμό ότι όντως μπορούν να έχουν δραστική επίδραση στον πληθυσμό» (Foucault 2004: 74).
Από τα παραπάνω γίνεται σαφής η συνθετότητα και η περιπλοκότητα της θέσης του Φουκώ πάνω στις παραλλαγές της βιοπολιτικής και η διάκριση που κάνει ανάμεσα σε μια προσέγγιση πειθαρχίας και μια προσέγγιση ασφάλειας. Κατά τη δική μας γνώμη στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με δυο τροπικότητες άσκησης πρακτικών εξουσιασμού που λειτουργούν συχνά αλληλοσυμπληρωτικά μέσα στους όρους αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης. Η πειθαρχική διάσταση, με τον τρόπο που την ορίζει ο Φουκώ, εντοπίζει την εντυπωσιακή αύξηση των πρακτικών έννομου εξαναγκασμού που συνοδεύουν την ανάδυση του καπιταλισμού και ιδίως την πρωταρχική συσσώρευση, την επέκταση των μορφών εξουσίας, την επιβολή της κυριαρχίας εκεί που είτε δεν υπήρχε είτε διακυβευόταν από κάθε είδους εθιμικούς περιορισμούς. Από την άλλη, οι πρακτικές ασφάλειας αφορούν τα αποτελέσματα κοινωνικής συμμόρφωσης και κανονικότητας που μπορεί να έχει η ίδια η αναπαραγωγή των κοινωνικών πρακτικών και των αυθόρμητων τάσεων της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Είναι σαφής ο συμπληρωτικός χαρακτήρας τους: οι αμιγώς πειθαρχικές πρακτικές αναλαμβάνουν είτε να προλειάνουν το έδαφος για τις διαδικασίες αυθόρμητης συμμόρφωσης, είτε να παρέμβουν στην οριακή περίπτωση. Αυτό μπορεί ακόμη να εξηγήσει γιατί ακόμη και σήμερα, εν μέσω φαινομενικής ηγεμονίας ενός φιλελεύθερου υποδείγματος ο βαθμός και η κλίμακα της κρατικής πειθαρχικής παρέμβασης γιγαντώνεται.
Έχει ενδιαφέρον ότι προς το τέλος της ζωής του ο Φουκώ αφήνει κατά μέρος την έννοια της βιο-πολιτικής και εισάγει την έννοια των τεχνολογιών εαυτού (Foucault 2001). Αυτή προκύπτει μέσα από την ενασχόλησή του με όλη την αρχαιοελληνική και ρωμαϊκή αντίληψη για την επιμέλεια εαυτού ως τέχνη βίου, όλο το σύνολο των πρακτικών με τις οποίες το άτομο / υποκείμενο αναλαμβάνει να φροντίσει για την ορθή διαχείριση της ίδιας του της ύπαρξης. Παρότι σε αρκετά σημεία – και αυτό μάλλον με επιλογή και του ίδιου του Φουκώ – το όλο ζήτημα παραπέμπει και στη δυνατότητα μιας ηθικής ή αισθητικής της ύπαρξης, εντούτοις έχει τη θεωρητική χρησιμότητα να εντοπίζει τη σημασία που έχουν οι εξατομικευμένες, υποκειμενοποιημένες και εσωτερικευμένες μορφές των βιοπολιτικών επιταγών (συχνά και με έντονη φαντασιωτική φόρτιση). Ας αναλογιστούμε πώς και στις μέρες μας πλάι στις κάθε είδους πειθαρχικές πρακτικές σε σχέση με τη δημόσια υγεία, ή τις πρακτικές διαχείρισης της ασφάλειας αναπαράγεται, περισσότερο έντονα παρά ποτέ, και μια ολόκληρη σειρά τεχνολογιών εαυτού σε σχέση με την υγεία (δίαιτα, γυμναστική, εμμονή στην υγιεινή διατροφή κλπ.).
Σε αυτή τη βάση είναι που μπορούμε να δούμε και την αξία που έχουν τέτοιες διακρίσεις σε σχέση με την αντιμετώπιση της τρέχουσας πανδημίας γρίπης και να αναδείξουμε τον πολιτικό χαρακτήρα που έχουν στον πυρήνα τους. Σκοπός μας είναι να δείξουμε ότι ο πυρήνας μεγάλου μέρους της συζήτησης και της πρακτικής αφορά την αποτύπωση πολιτικών στρατηγικών και όχι απλώς τεχνικών αντιμετώπισης ενός προβλήματος. Θεωρούμε δηλαδή ότι γύρω από την πανδημία γρίπης ξεδιπλώνεται ένα σύνολο από πρακτικές πειθαρχίας, πρακτικές ασφάλειας και τεχνολογίες εαυτού, καθώς και ένα σύνολο πολιτικών και ιδεολογικών αναπαραστάσεων που δεν αφορούν την πανδημία καθαυτή αλλά πολύ περισσότερο την τρέχουσα συγκυρία του ταξικού συσχετισμού δύναμης.
1.2. Βιοπολιτική, βιοοικονομία και σύγχρονη υποκειμενικότητα
Ας δούμε όμως πρώτα, τις κατευθύνσεις που παίρνει η βιοπολιτική διάσταση στο σύγχρονο καπιταλισμό.
Στο οικονομικό επίπεδο έχουμε τη μεγάλη ανάπτυξη του σύγχρονου ιατροφαρμακευτικού συμπλέγματος, αποτέλεσμα της αναζήτησης για νέα πεδία υπεραξίωσης του κεφαλαίου. Αυτή ενισχύεται από τη δυνατότητα παρέμβασης, τόσο προληπτικά όσο και θεραπευτικά, σε επίπεδα που μέχρι πρότινος δεν ήταν εφικτό (γενετική βιολογία και μηχανική), από την αύξηση των συνδρόμων που χαρακτηρίζονται ως παθολογικά (μέσα από την επέκταση της έννοιας της ψυχικής νόσου σε συμπεριφορές που μέχρι τώρα δεν χαρακτηρίζονταν ως τέτοιες – π.χ. η ιατροφαρμακευτική διαχείριση των προβλημάτων προσοχής και συγκέντρωσης των παιδιών ή της υπερκινητικότητας), από την επέκταση της δυνατότητας χρήσης ιατροφαρμακευτικών πρακτικών (από την πλαστική χειρουργική έως την χρήση των αντικαταθλιπτικών ως βελτιωτικών της διάθεσης), από τη βιομηχανία πρόληψης και διαχείρισης καταστάσεων που δεν συνιστούν καθαυτές νόσους αλλά παράγοντες κινδύνου, όπως είναι η χοληστερίνη, η αυξημένη αρτηριακή πίεση κλπ. (Rose 2007). Η ταχεία διόγκωση των δαπανών υγείας, που σε μεγάλο βαθμό τροφοδοτούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε αυτό τον τομέα επίσης διαμορφώνει έναν πολύ μεγάλο κλάδο με σημαντικά οικονομικά διακυβεύματα. Ως αποτέλεσμα, π.χ., οι συνολικές δαπάνες υγείας στις ΗΠΑ έφτασαν το 2007 το 16% του ΑΕΠ (OECD 2009). Αρκεί να αναλογιστούμε ότι σύμφωνα με έκθεση της εταιρείας Ernst and Young το συνολικό εισόδημα των εταιρειών που δραστηριοποιούνται παγκοσμίως στο χώρο της βιοτεχνολογίας άγγιξε το 2008 τα 89,7 δισεκατομμύρια δολάρια (Ernst and Young 2009).
Οι πολιτικές επιπτώσεις αυτών των εξελίξεων είναι πολυεπίπεδες. Καταρχάς έχουμε τις μεγάλες πολιτικές συγκρούσεις γύρω από τη διαχείριση των τεράστιων δαπανών υγείας, δημόσιων και ιδιωτικών. Έπειτα, έχουμε όλο το φάσμα των μορφών βιολογικού ελέγχου και επιτήρησης, από τις εκστρατείες πρόληψης ασθενειών και το νέο φάσμα απαγορεύσεων, έως τα ερωτήματα που γεννιούνται από την εκτεταμένη δυνατότητα προληπτικού γονιδιακού ελέγχου. Τέλος, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την αυξανόμενη βαρύτητα της βιολογίας σε σχέση με τις κατασταλτικές πρακτικές, από τη διαμόρφωση βάσεων δεδομένων DNA για εγκληματολογική χρήση έως τις θεωρίες για την γενετική προδιάθεση των εγκληματιών (Rose 2007).
Όλα αυτά, όμως, έχουν και ιδεολογικά αποτελέσματα. Πρώτα από όλα έχουμε την πραγματική και συστηματική υποτίμηση των κοινωνικών παραμέτρων. Ολοένα και περισσότερες πρακτικές και συμπεριφορές αποδίδονται σε βιολογικές παραμέτρους και αντίστοιχα η διόρθωση ή βελτίωσή τους σε αντίστοιχες παρεμβάσεις. Σ’ αυτό το πλαίσιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος που διαφοροποιείται η έννοια του κινδύνου. Η διαχείριση του κινδύνου – και όχι η απλή προσφορά προστασίας έναντι της ασθένειας – αποκτά κεντρική σημασία. Το παράδοξο είναι ότι όσο εξελίσσονται οι τεχνολογίες που προσπαθούν να βελτιστοποιήσουν τη διαχείριση αυτή και να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο, τόσο περισσότερο η έννοια του κινδύνου ενισχύεται. Οριακά ακόμη και αυτοί που θα χαρακτηρίζονταν τυπικά υγιείς αντιμετωπίζονται πλέον ως απλώς ασυμπτωματικοί ή προσυμπτωματικοί άρρωστοι (Rose 2007: 19). Αυτή η διαχείριση του κινδύνου επιτείνεται καθώς από τις νόσους με ένα προσδιορισμένο νοσογόνο παράγοντα (όπως ήταν οι μεγάλες επιδημίες) περνάμε σε νόσους που χαρακτηρίζονται όχι από μονοσήμαντους αιτιώδεις παράγοντες αλλά ένα φάσμα από προδιαθεσικούς παράγοντες. Αυτό επάγει και εξατομικευμένη αντίληψη του κινδύνου, μια αναδυόμενη μορφή υποκειμενικότητας που χαρακτηρίζεται από τη εσωτερικευμένη προσταγή, το υποκείμενο να φροντίζει να κάνει διαρκώς τις σωστές επιλογές και να ελαχιστοποιεί τους κινδύνους. Σε αυτό το πλαίσιο συναρθρώνονται οι πειθαρχικές πρακτικές (όλο το φάσμα των σύγχρονων απαγορεύσεων με εμβληματική την αντικαπνιστική υστερία), η διαρκής επανεμφάνιση μορφών ευγονικής ή γονιδιακού ρατσισμού (όλο το φάσμα της νόσων που θεωρείται ότι έχουν γενετικό υπόστρωμα) και μια εξατομικευμένη αντίληψη της επιτήρησης: το υποκείμενο πρέπει διαρκώς να προϋπολογίζει το ισοζύγιο ανάμεσα στον καταναλωτικό ηδονισμό και τους κινδύνους που αυτός συνεπάγεται (στρατηγική που επίσης συμπεριλαμβάνει τη μαζική κατανάλωση σκευασμάτων ή υπηρεσιών υγείας που προλαμβάνουν αυτούς τους κινδύνους).
Μια νέα εκδοχή βιολογικής υπευθυνότητας αναδύεται. Η προστασία εαυτού αλλά και άλλων από ενδεχόμενους κινδύνους προστίθεται στις ευθύνες του πολίτη. Παρότι, αυτό συνδυάζεται με μορφές οικολογικής συνείδησης και ιδεολογήματα σεβασμού προς τη φύση, εντούτοις είναι εμφανής και ο συντονισμός με πλευρές της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, στη μετάβαση από το κράτος πρόνοιας και από μια ελάχιστη εγγύηση προστασίας έναντι κινδύνου, προς την κυρίαρχη αντίληψη μιας κοινωνίας ατόμων που επιφορτίζονται με το βάρος της ατομικής τους ανόδου ή καταβαράθρωσης.
Αυτό αποτυπώνεται και στην ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση που δίνεται στην ατομική διάσταση των υποκειμένων. Τα περισσότερα κράτη εξακολουθούν να μην απεμπολούν τη διάσταση της προστατευτικής και ρυθμιστικής δράσης ως προς τη δημόσια υγεία, όμως ολοένα και περισσότερο δίνεται βάρος και στην ατομική ευθύνη που έχει κάθε πολίτης να εξασφαλίζει την ατομική του υγεία και ποιότητα ζωής (Rose 2007: 63), κάτι που αποτυπώνεται τόσο στην παράλληλη ανάπτυξη της βιομηχανίας της ιδιωτικής περίθαλψης και ασφάλισης όσο όμως και από ένα ολόκληρο φάσμα πρακτικών, πιέσεων, «τεχνολογιών εαυτού» που είναι εξατομικευμένες ή διασπείρονται το πολύ μέχρι το όριο της στενής κοινότητας. Όσο μεγαλώνει η κλίμακα των βιοπολιτικών προσταγών και των απαιτήσεων ως προς την υγεία και την «ποιότητα ζωής», τόσο μεγαλώνει και το βάρος αυτής της εξατομικευμένης ευθύνης.
2. Η πολιτική του φόβου
Η επίσημη διακήρυξη ότι είμαστε αντιμέτωποι με μια πανδημία γρίπης και η έμφαση στην απειλή που αυτή συνιστά, αντικειμενικά δημιουργεί ένα κλίμα φόβου, που αντανακλάται τόσο στο λόγο των επίσημων φορέων, όσο και στη ρητορική των ΜΜΕ. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι το στοιχείο του φόβου και η διαχείρισή του αποτελούν απλώς αντανακλαστικά σύμμετρα προς την απειλή της πανδημίας. Αντίθετα, καθορίζονται και παίρνουν την ιδιαίτερη φόρτισή τους από τον τρόπο που σήμερα η διαχείριση του φόβου εν γένει αποκτά χαρακτήρα κομβικής πολιτικής στρατηγικής.
2.1. Κοινωνίες της διακινδύνευσης – κοινωνίες του φόβου
Η διαχείριση του φόβου έχει γίνει όχι μόνο βασικό πολιτικό διακύβευμα αλλά και συγκεκριμένο εργαλείο άσκησης πολιτικής στις μέρες μας. Ήδη στη δεκαετία του 1980 ο Ulrich Beck είχε εισαγάγει την έννοια της κοινωνίας της διακινδύνευσης (Risikogesellschaft / risk society) για να περιγράψει την ειδική πολιτική βαρύτητα μεγάλων κινδύνων (οικολογική καταστροφή, διατροφικοί κίνδυνοι κλπ.) και τον τρόπο που αποτελούν τους κόμβους της κοινωνικής διαπάλης αλλά και των πολιτικών προτάσεων (Beck 1994).4 Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η ίδια η άνοδος των οικολογικών ευαισθησιών θα στηριχθεί σε μια αποκαλυπτική αντίληψη των οικολογικών κινδύνων και καταστροφών.5 Στο ίδιο πλαίσιο μπορεί κανείς να δει ήδη από τη δεκαετία του 1970 και την κρίση του Κράτους – Πρόνοιας, την ολοένα και κλιμακούμενη ενασχόληση με το φόβο της εγκληματικότητας σε επάλληλα κύματα σε μια σειρά από σχηματισμούς, έχοντας ως επακόλουθο και αντίστοιχες τομές στην αντι-εγκληματική πολιτική,6 αλλά και συγκεκριμένες μαζικές κοινωνικές πρακτικές, από τη φυγή προς τα προάστια έως τις περιφραγμένες κοινότητες (gated communities). Είχε προηγηθεί βέβαια και ο άλλος μεγάλος «φόβος» για τις δυτικές κοινωνίες, αυτός του «κόκκινου κινδύνου», που όμως ήδη από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1960 είχε μετριαστεί είτε λόγω της ύφεσης του Ψυχρού Πολέμου, είτε εξαιτίας του κοινωνικού και πολιτικού ριζοσπαστισμού. Όμως, δεν ισχύει το ίδιο και για τον άλλο κλιμακούμενο μετά τις αρχές τις δεκαετίας του 1990 γεωπολιτικό φόβο, την τρομοκρατία. Ήδη πριν από τη συμβολική στιγμή της 11/9/2001 η τρομοκρατία, όχι με το σαφές και συγκεκριμένο στίγμα της πολιτικής βίας της δεκαετίας του 1970, αλλά με το πολύ πιο γενικευτικό (και γενικευμένο) χαρακτήρα της «ασύμμετρης απειλής» κυριαρχεί στον πολιτικό σχεδιασμό, σε συνδυασμό με την υπερπροβολή διαφόρων «τυφλών» επιθέσεων. Το κομβικό στοιχείο είναι ότι πλέον αρχίζει και καλλιεργείται η εικόνα ενός έρποντος κινδύνου, που ανά πάσα στιγμή και χωρίς εμφανή δικαιολογία θα λάβει συγκεκριμένη υλική μορφή. Οι επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους θα δώσουν υλική μορφή σε κάτι που ιδεολογικά είχε ήδη σχηματοποιηθεί αρκετά πριν.
2.2. Η ιδεολογική αξιοποίηση του φόβου
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι πάνω στη βάση αυτών των φόβων οικοδομείται και μια ολόκληρη αυταρχική μετατόπιση και στροφή. Μέσα σε συνθήκες νεοφιλελεύθερης στροφής και κλιμάκωσης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, περιορίζονται οι δυνατότητες απόσπασης συναίνεσης μέσω ικανοποίησης έστω και υποτελώς υλικών συμφερόντων. Αυτό οδηγεί σε μια ολοένα και περισσότερο αυταρχική θωράκιση που προσπαθεί να εγγράψει αποτελέσματα πειθάρχησης, απομόνωσης και παθητικοποίησης. Στην ουσία, όμως, επιδιώκεται περισσότερο η γενικότερη μετατόπιση του πεδίου συζήτησης και των όρων άρθρωσης της διαλεκτικής ηγεμονίας / κυριαρχίας παρά η όντως «προληπτική» αντιμετώπιση «αντι-συστημικών» απειλών, δεδομένων και των ηττών του εργατικού κινήματος και της κρίσης της Αριστεράς. Άλλωστε, ο εχθρός όλο και περισσότερο ορίζεται ως ο «άλλος», σε μια προσπάθεια να αποσπαστεί, έστω και παθητικά, μια μορφή συναίνεσης ως προς την υπεράσπιση ενός «εμείς», που στην πραγματικότητα τέμνεται περισσότερο παρά ποτέ από τον ταξικό ανταγωνισμό.
Σ’ αυτή τη στροφή, η διαχείριση του φόβου είναι κομβική, καθώς το ζητούμενο δεν είναι τόσο η θετική καταγραφή της αποτελεσματικής προστασίας, όσο η διαρκής αναπαραγωγή των παραλυτικών αποτελεσμάτων του φόβου και η συνακόλουθη επέκταση αυταρχικών πρακτικών. Παίζοντας και πάλι με τις διακρίσεις του Φουκώ ανάμεσα σε πειθαρχία και ασφάλεια, θα λέγαμε ότι η τρέχουσα διαχείριση του φόβου συνδυάζει τόσο το στοιχείο της πειθαρχίας όσο και αυτό της ασφάλειας, καθώς ουδέποτε φτάνει μέχρι το σημείο του απόλυτου καθησυχασμού. Ένα μέρος του φόβου πρέπει να μένει πάντοτε ανοιχτό, πιθανό να πραγματοποιηθεί, για να μπορέσει να υπάρξει το επιθυμητό αποτέλεσμα εξατομικευμένης πειθάρχησης. Συντελεί σε αυτό η διαρκής υπενθύμιση της πιθανότητας τρομοκρατικού χτυπήματος και η προβολή κινδύνων, υπαρκτών και μη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να δει κανείς τη διαχείριση του φόβου σε σχέση με επιδημίες ή ευρύτερους κινδύνους για την υγεία. Σε αντίθεση με τον «ηρωικό» χαρακτήρα μιας συλλογικής μάχης, που μπορεί να έπαιρνε η αντιμετώπιση προηγούμενων επιδημιών (π.χ. η εκστρατεία κατά της πολιομυελίτιδας στη δεκαετία του 1950 ή η εκστρατεία κατά της ευλογιάς), εδώ έχουμε μια ιδιότυπη διαχείριση του βιο-τρόμου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα ιδιαίτερα συχνά σενάρια τρόμου σε σχέση με τον ιό Ebola στη δεκαετία του 1990 (Weldon 2001). Κομβική πλευρά της όλης διαδικασίας αποτελεί η έμφαση στην πιθανότητα βιο-τρομοκρατίας, καθώς και η σύγκλιση των διαδικασιών και πρακτικών αντιμετώπισης επιδημιών (ή άλλων «φυσικών» καταστροφών) και μαζικών τρομοκρατικών επιθέσεων, αλλά και η στρατιωτικοποίηση της πολιτικής προστασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτό το πλαίσιο υπήρξε μια μετατόπιση και στην αντιμετώπιση του AIDS ως ζητήματος ασφαλείας και όχι απλώς ως πρόκλησης για τις υποδομές δημόσιας υγείας, τάση που ενέχει σοβαρά προβλήματα ως προς την αποτελεσματικότητα της αντιμετώπισης (Elbe 2005).
Στο ίδιο πλαίσιο της ιδεολογικής διαχείρισης του φόβου μπορούμε να δούμε και τη μεγάλη συσχέτιση ανάμεσα σε μεταδοτικές ασθένειες και ρατσισμό. Αυτό παίρνει τη μορφή της απόδοσης ιδιαίτερων επιδημιολογικών κινδύνων σε συγκεκριμένες κοινωνικές ή εθνικές ομάδες. Ο στιγματισμός της ομοφυλοφιλίας σε σχέση με το AIDS είναι ένα από τα πρώτα παραδείγματα που έρχονται στο νου. Υπάρχουν, όμως, και άλλα παραδείγματα ρατσιστικής αντιμετώπισης μεγάλων εθνικών κατηγοριών ως σχετιζόμενων με τη μετάδοση συγκεκριμένων νόσων. Αυτό δεν είναι κάτι το καινοφανές. Ο σχεδιασμός των καραντινών από το 19ο αιώνα και μετά είχε και σαφείς γεωπολιτικές επιδιώξεις, π.χ. στην ιδιαίτερη πίεση προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία να αντιμετωπίσει τις επιδημίες, ιδίως χολέρας, που ξεκινούσαν από τα εδάφη της, ενώ ούτως ή άλλως η καραντίνα αποτελούσε κομβική πλευρά της ίδιας της έννοιας των συνόρων (Zylberman 2006). Ο ρατσιστικός διαχωρισμός Ευρωπαίων και ιθαγενών στις αποικιακές περιοχές επίσης δικαιολογήθηκε στο πλαίσιο μέτρων προστασίας της υγείας (Stern 2006), ενώ συλλήβδην αποδόθηκε στους Κινέζους η αιτία της έξαρσης κρουσμάτων πανώλης στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού (Zhang 2005). Έτσι σήμερα έχουμε την αντιμετώπιση των μαύρων Αφρικανών ως δυνητικών φορέων AIDS (Elbe 2005), ενώ σε πολλές χώρες η είσοδος μεταναστών από χώρες του Τρίτου Κόσμου προϋποθέτει και εκτεταμένες προκαταβολικές υποχρεωτικές ιατρικές εξετάσεις (που δεν είναι συνήθως υποχρεωτικές για τους πολίτες των ίδιων των δυτικών χωρών) που νομιμοποιούνται από την τοποθέτηση ότι όσοι προέρχονται από αυτές τις χώρες αποτελούν εν δυνάμει κίνδυνο για τη υγεία του «έθνους» (Convery et al 2006· Mawani 2006). Αντίστοιχα, οι βίαιες εκδιώξεις μεταναστών από κτίρια του κέντρου της Αθήνας το καλοκαίρι του 2009 δικαιολογήθηκαν από τους υπευθύνους από την ανάγκη προστασίας της «δημόσιας υγείας». Προσοχή: όχι της υγείας των ίδιων των μεταναστών και των προσφύγων που υφίστανται τις άθλιες συνθήκες, αλλά της δημόσιας υγείας, της υγείας του υπόλοιπου πληθυσμού.
2.3. Κοινωνίες του φόβου – κοινωνίες της ασφάλειας και της επιτήρησης
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το υποβόσκον πολιτικό σκεπτικό γίνεται περισσότερο από προφανές. Ολόκληρη η τρέχουσα προσπάθεια αυταρχικής στροφής δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί χωρίς στην καταφυγή στην επίκληση ενός ευρύτερου φάσματος αιτιών που να δικαιολογούν αυτό το φόβο. Ταυτόχρονα, η διαμόρφωση ενός ολόκληρου φάσματος από μηχανισμούς, εξειδικευμένους φορείς, «σχέδια έκτακτης ανάγκης» για την αυταρχική αντιμετώπιση, σημαίνει και μια ανάλογη ετοιμότητα για αντίστοιχες πρακτικές. Η αυταρχική αναδίπλωση οδηγεί το σύνολο των σχεδιασμών να αντιμετωπίζουν κάθε έκτακτη περίσταση ως μια ευκαιρία για τη δοκιμασία μαζικών κατασταλτικών πρακτικών. Ενδιαφέρον έχει εδώ και η ιδιότυπη ιδεολογική προβολή ότι οποιαδήποτε έκτακτη περίσταση θα οδηγήσει σε μια εικόνα γενικευμένης ανομίας, έστω και εάν αυτή η εικόνα δεν έχει επιβεβαιωθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων προβολών, συνδυασμένο με έντονα στοιχεία ρατσισμού, αποτελεί η εκτεταμένη αναφορά των ΜΜΕ σε «πλιάτσικο» και «εγκληματικότητα» των φτωχών μαύρων στην κατεστραμμένη από τον τυφώνα Κατρίνα Νέα Ορλεάνη, έστω και εάν αυτό δεν αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα (Zizek 2005). Αυτή η εικόνα μιας κοινωνίας που με το παραμικρό είναι έτοιμη να επανακάμψει σε μια προ-κοινωνική κατάσταση «πολέμου όλων εναντίον όλων» δεν είναι μόνο μια ακραία προβολή ενός επιθετικού νεοφιλελευθερισμού που προκαταβολικά αρνείται τη δυνατότητα ανάδυσης πρακτικών αλληλεγγύης και συλλογικής αντιμετώπισης προβλημάτων, αλλά και μια ιδιαίτερα βολική νομιμοποίηση πρακτικών πειθάρχησης και επιτήρησης. Ειδικά η έννοια της επιτήρησης, σε όλο το φάσμα της από την εγκατάσταση περίπλοκων τεχνικών παρακολούθησης έως την προσπάθεια για εσωτερίκευση της προσταγής για αναφορά οποιουδήποτε υπόπτου περιστατικού ή συμπτώματος, έρχεται να συμπληρώσει αυτή τη βαθιά συντηρητική εικόνα μιας κοινωνίας που δεν μπορεί να προστατευτεί από τον εαυτό της.
Επιπλέον, όλη αυτή η υπερπροβολή του στοιχείου του φόβου επιτρέπει στο στοιχείο της ασφάλειας και τη δυνατότητα ενός κράτους που θα εγγυάται αυτή την ασφάλεια να γίνονται ένα βασικό πεδίο απόσπασης συναίνεσης. Και δεδομένου ότι στην πραγματικότητα τα ίδια τα μέτρα ασφάλειας μικρή επίπτωση έχουν ως προς τις απειλές τις οποίες υποτίθεται ότι αντιμετωπίζουν – π.χ. όσο εκτεταμένες και εάν είναι οι απειλές που χαρακτηρίζονται ως «τρομοκρατικές» ποτέ δεν έφτασαν σε μια πραγματικά αποσταθεροποιητική κλίμακα – ανάγεται σε στοιχείο απόσπασης συναίνεσης η ίδια η ικανότητα διάταξης του σχετικού μηχανισμού και των μέσων του. Ο Zygmunt Bauman έχει περιγράψει ιδιαίτερα γλαφυρά την αναδίπλωση στην πολιτική του φόβου ως του μόνου εναπομείναντος πεδίου απόσπασης συναίνεσης, αλλά και τον τρόπο που τελικά όλες οι εκδοχές απειλών τελικά μπορούν να αναχθούν σε μετωνυμίες του εσωτερικού εχθρού μέσα σε κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από όλο και μεγαλύτερη πόλωση:
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, πρέπει επειγόντως να βρεθεί μια εναλλακτική νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας [...] διόλου παράξενο που σήμερα αυτή αναζητείται στην προστασία από κινδύνους κατά της προσωπικής ακεραιότητας. Στην πολιτική μεθοδολογία του κράτους πολιτικής προστασίας, το φάσμα ενός αβέβαιου μέλλοντος και της κοινωνικής υποβάθμισης, εναντίον των οποίων ορκίστηκε να διασφαλίσει τους πολίτες του το πάλαι ποτέ κοινωνικό κράτος πριν από όχι και τόσο πολύ καιρό, αντικαθίσταται σταδιακά αλλά με συνέπεια από την απειλή ενός ασύλληπτου παιδεραστή, ενός κατά συρροή δολοφόνου, ενός ενοχλητικού ζητιάνου, ληστή, κυνηγού, άρπαγα, δηλητηριαστή νερού ή τροφίμων, τρομοκράτη: ή ακόμη καλύτερα, από όλες τις απειλές αυτού του είδους στην οικονομική συσκευασία μίας από τις δυνητικά εναλλάξιμες παραστάσεις της εγχώριας κατώτατης τάξης και του παράνομου μετανάστη – ενός σώματος ξένου από γεννήσεως μέχρι θανάτου και ενός πάντοτε δυνητικού «εσωτερικού εχθρού» εναντίον του οποίου το κράτος ασφαλείας υπόσχεται να υπερασπίσει τους υπηκόους του με νύχια και με δόντια (Bauman 2007: 198-99).
2.4. Η κρυφή γοητεία των «αποκαλυπτικών» σεναρίων
Η κινδυνολογική αντιμετώπιση της προοπτικής μιας πανδημίας γρίπης δεν αφορά μόνο νεοσυντηρητικές απόψεις και τη διαχείριση μιας «πολιτικής του φόβου». Ασκεί και μια έντονη γοητεία και σε χώρους της Αριστεράς, σε θεωρητικούς που προσπαθούν να καταδείξουν ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού εκκολάπτει τους όρους μιας καταστρεπτικής πανδημίας αποκαλυπτικών διαστάσεων. Η χαρακτηριστικότερη τέτοια εκδοχή μπορεί να βρεθεί και στο βιβλίο του Mike Davis, ενός από τους γνωστότερους Αμερικανούς αριστερούς ιστορικούς, για τον κίνδυνο μιας πανδημίας γρίπης των πτηνών (Davis 2005).
Για να είμαστε δίκαιοι, θα ήταν λάθος να πούμε ότι o Davis περιορίζεται απλώς σε μια κινδυνολογική αναπαραγωγή σεναρίων για τον κίνδυνο μιας πανδημίας γρίπης. Αντίθετα, οπλισμένος με μια πλούσια ιστορική γνώση τόσο της πανδημίας του 1918 όσο και της εμφάνισης και εξάπλωσης των κρουσμάτων της γρίπης των πτηνών (Η5Ν1) δεν υποτιμά καθόλου τον ταξικό παράγοντα. Η έμφαση που δίνει στην ξεχασμένη συχνά κοινωνική και ταξική διάσταση της πανδημίας του 1918, με τον τεράστιο αριθμό θυμάτων στην Ινδία, αλλά και ο τρόπος που τονίζει τη συσχέτιση ανάμεσα σε φτώχια και νοσηρότητα αλλά και θνησιμότητα έχουν ιδιαίτερη αξία:
Η φτώχια, ο υποσιτισμός, η χρόνια νόσος και η παράλληλη ύπαρξη και άλλων λοιμωδών νοσημάτων (co-infection) καθόριζαν σε σημαντικό βαθμό το διαφορετικό τίμημα που η γρίπη του 1918 σήμαινε για διαφορετικούς πληθυσμούς. [...] Αν και το μεγαλύτερο μέρος της φιλολογίας σχετικά με την πανδημία του 1918 έχει επικεντρώσει πάνω στη ασυνήθιστη προτίμησή της για τους νεαρούς ενηλίκους, συμπεριλαμβανομένων των καλοθρεμμένων νεαρών στρατιωτών της Αμερικανικής Εκστρατευτικής Δύναμης στη Γαλλία, εξίσου εντυπωσιακή ήταν η συσχέτιση ανάμεσα στην κοινωνική τάξη και τη θνητότητα (Davis 2005: 30).
Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο που παρουσιάζει τους κοινωνικούς όρους που μπορούν να συμβάλουν κατά τη γνώμη του στην εμφάνιση μιας πανδημίας γρίπης των πτηνών: τα ειδικά χαρακτηριστικά βίαιης καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Κίνα και το Χονγκ Κονγκ αλλά και συνολικά τη Νοτιοανατολική Ασία, την υπερσυσσώρευση πληθυσμού στις σύγχρονες τεράστιες παραγκουπόλεις, το σύγχρονο πρότυπο βιομηχανικής κτηνοτροφίας, την άνιση κατανομή πόρων και υποδομών υγείας, τις μεγάλες συνέπειες των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και των συνακόλουθων περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες και τις δαπάνες υγείας.
Σ’ αυτό το πλαίσιο η βασική του θέση είναι λίγο πολύ η εξής: Μέσα στις ειδικές συνθήκες που εμφανίζονται στη Νοτιοανατολική Ασία, τη μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμού, τις κακές συνθήκες διαβίωσης και ειδικά τη συνύπαρξη ανθρώπων και ζώων, δημιουργούνται οι δυνατότητες για να λειτουργήσουν οι αναγκαίες μεταλλάξεις στο απόθεμα ιών της γρίπης και να φτιαχτεί ένα πανδημικό στέλεχος που να κάνει το άλμα ανάμεσα στα είδη και να εξαπλωθεί ταχύτατα σε μια ανθρωπότητα που αγνοεί τη σημασία της πρόληψης για μαζικές ασθένειες όπως η γρίπη, δίνει τεράστιους πόρους για τη βιοεπιτήρηση εξωτικών νόσων που υποτίθεται ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε βιολογικά όπλα αλλά όχι στην έγκαιρη παραγωγή εμβολίων και δεν στελεχώνει τους μηχανισμούς έγκαιρης επιτήρησης και αντιμετώπισης επιδημιών. Εν πολλοίς ο σύγχρονος παγκοσμιοποιημένος νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός εκκολάπτει στο εσωτερικό του επιδημιολογικούς Αρμαγεδδώνες.
Ωστόσο, τα προβλήματα αρχίζουν από τον τρόπο που ο Davis προσπαθεί να παρουσιάσει την πιθανότητα της απειλής. Σε πείσμα όλων των αναφορών του στους κοινωνικούς όρους της νοσηρότητας, όλη του η έμφαση είναι στην πιθανότητα, έστω και υποβοηθούμενη από κοινωνικές συνθήκες και περιστάσεις, να υπάρξουν εκείνες οι μικρές μεταλλάξεις του ιού που θα διαμορφώσουν εκείνη την παραλλαγή που άπαξ και εμφανιστεί θα οδηγήσει σε μια άνευ προηγούμενου πανδημία, απέναντι στην οποία η μόνη προφύλαξη θα είναι είτε ο έγκαιρος περιορισμός είτε η έγκαιρη παρασκευή εμβολίου, με τη δεύτερη κατά τη γνώμη του να υπονομεύεται από την ελλιπή διάθεση πόρων από τις δυτικές κυβερνήσεις και ιδίως την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ. Αυτό, όμως, δεν απέχει καθόλου από την κυρίαρχη επιδημιολογική αντίληψη που αντιμετωπίζει μονοδιάστατα τη νοσηρότητα στη βάση απλώς της παρουσίας ενός νοσογόνου παράγοντα σε ένα πληθυσμό χωρίς ανοσία, παραβλέποντας όλες τις άλλες παραμέτρους. Εξίσου προβληματική είναι και η επικέντρωσή του στην Ν.Α. Ασία ως μήτρα των πανδημιών, καθώς παρά τον τονισμό των κοινωνικών αιτιών, σε μεγάλο βαθμό συντονίζεται με τον υποβόσκοντα ρατσισμό των απόψεων που θεωρούν ότι οι πανδημίες σχετίζονται ειδικά με τον Τρίτο Κόσμο. Τέλος, παρότι αναφέρεται ρητά στη συσχέτιση νοσηρότητας και κοινωνικών συνθηκών, o Davis όταν αναφέρεται στην πιθανότητα μια πανδημίας γρίπης Η5Ν1 φαίνεται να παραβλέπει ότι αυτό που θα κρίνει τα πράγματα δεν θα είναι αυτή καθαυτή η εμφάνιση ενός νοσογόνου παράγοντα, αλλά οι κοινωνικές συνθήκες, η κατανομή του πλούτου, η ποιότητα ζωής.
Και αυτό ακριβώς είναι κατά τη γνώμη μας το βασικό πρόβλημα με την τοποθέτηση του Davis. Δεν θέλουμε να υποτιμήσουμε τη σημασία που έχει το κυρίαρχο μοντέλο καπιταλιστικής μεγέθυνσης στην ανάπτυξη νέων μορφών παθογένειας, ούτε την ανάγκη να καταγγελθούν έγκαιρα και τεκμηριωμένα οι κίνδυνοι από τις περικοπές των κοινωνικών δαπανών ή τη διάθεση πόρων σε κοινωνικά άχρηστες και επιζήμιες δραστηριότητες όπως οι μηχανισμοί καταστολής και ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας». Όμως, θεωρούμε ότι το πρόβλημα δεν είναι ότι στα έγκατα του σύγχρονου καπιταλισμού εκκολάπτονται ιοί - τέρατα. Αυτή η αντίληψη αποτελεί το επιδημιολογικό αντίστοιχο της καταστροφολογικής εκδοχής οικονομισμού (η οικονομική κρίση ως οικονομική «Αποκάλυψη») ή της αντίληψης της οικολογικής κρίσης ως συλλογικής παράνοιας και αυτοκαταστροφής.7 Με αυτό δεν υποτιμούμε το γεγονός ότι ο «καπιταλισμός σκοτώνει». Ο καπιταλισμός όντως σκοτώνει, όμως πολύ περισσότερο με την καθημερινότητα της εκμετάλλευσης, της κοινωνικής ανισότητας, της ολοένα και αυξανόμενης ανασφάλειας που αυξάνουν τόσο τη νοσηρότητα όσο και τη θνησιμότητα.
3. Πολιτικές της πανδημίας
Στη βάση των παραπάνω μπορούμε τώρα να σταθούμε σε ορισμένες κρίσιμες πλευρές της πολιτικής και ιδεολογικής διαχείρισης της τρέχουσας πανδημίας.
3.1. Η ασφαλειοποίηση (securitization) των υπηρεσιών δημόσιας υγείας
Η διαχείριση σήμερα του κινδύνου από την πανδημία της γρίπης Η1Ν1 δεν μπορεί να γίνει κατανοητή, εάν δεν δούμε τη μετάλλαξη των φορέων δημόσιας υγείας, τόσο στην εθνική όσο και στην υπερεθνική διάστασή τους, στο συνολικότερο πλαίσιο των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και της ηγεμονίας της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής (Νικολαΐδης 2008∙ Navarro 2009). Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών, η υποβάθμιση των δημόσιων συστημάτων υγείας και η απόδοση σημαντικού περιθωρίου δράσης στον ιδιωτικό τομέα, αντικειμενικά περιόρισαν τη δυνατότητα άσκησης εκτεταμένων δημόσιων παρεμβάσεων. Ταυτόχρονα, οδήγησαν σε μια σημαντική μετατόπιση από την έμφαση στους κοινωνικούς και οικονομικούς καθορισμούς της υγείας και της ασθένειας και επομένως στην ανάγκη καταπολέμησης των κοινωνικών ανισοτήτων, σε μια ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στις αμιγώς ιατρικές τεχνολογίες παρέμβασης. Στο ίδιο πλαίσιο λειτουργεί και η μετατόπιση από την κεντρικότητα του δημόσιου τομέα στην αυξανόμενη βαρύτητα του ιδιωτικού τομέα ή των κάθε είδους συνεργασιών ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Η μεγάλη αύξηση των δαπανών για υγεία σε ένα περιβάλλον περιοριστικών δημοσιονομικών πολιτικών αναμφίβολα επέτεινε αυτές τις τάσεις.
Όλα αυτά είχαν αποτελέσματα και στους διεθνείς οργανισμούς υγείας και ιδίως τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ). Γέννημα των μεταπολεμικών διεθνών συσχετισμών, της γενίκευσης αυτού που ονομάστηκε «κοινωνικό κράτος», αλλά και των έστω αντιφατικών αιτημάτων κοινωνικής δικαιοσύνης και ανάπτυξης που έρχονταν από τις «σοσιαλιστικές χώρες» και τις άρτι απαλλαγμένες από την αποικιοκρατία χώρες του Τρίτου Κόσμου, ο ΠΟΥ θα έχει στις δεκαετίες του 1960 και 1970 έναν έντονο προσανατολισμό σε μια κοινωνική αντίληψη της υγείας, θα τη συνδέει με την καταπολέμηση της φτώχειας και των ανισοτήτων, θα επιμένει σε μια λογική πρωτοβάθμιας περίθαλψης και θα δοκιμάσει μεγάλα προγράμματα εξάλειψης ασθενειών. Από τη δεκαετία του 1990 όμως, θα χαρακτηριστεί από αδυναμία ανάληψης μεγάλων πρωτοβουλιών, δυσκολία να πετύχει στόχους ενίσχυσης των δημόσιων υποδομών, αυξανόμενη ιδεολογική προκατάληψη απέναντι στη λογική των δημόσιων επενδύσεων στις βασικές κοινωνικές υποδομές και πίεση να συμμορφωθεί με τη λογική των χορηγιών και των ιδιωτικών χρηματοδοτήσεων (Brown et al. 2006).
Σε αυτό το τοπίο η αναδίπλωση στο συντονισμό με την όλη λογική της βιο-επιτήρησης έμοιαζε να προσφέρει διέξοδο. Ήδη από τη δεκαετία του 1990, παρατηρούμε να δίνεται έμφαση στο ενδεχόμενο «βιοτρομοκρατικής» επίθεσης ή χρήσης βιολογικών όπλων σε περίπτωση πολέμου και να αναβαθμίζεται η ανάγκη για πρακτικές βιο-επιτήρησης και βιο-ασφάλειας, τάση που οδηγεί και σε μια προσπάθεια ένταξης και των υπηρεσιών δημόσιας υγείας σε δομές και πρακτικές δημόσιας ασφάλειας (Kelle 2005∙ Kelle 2005a), ενώ στο ίδιο πλαίσιο δίνεται ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στους κινδύνους από αναδυόμενα λοιμώδη και μεταδοτικά νοσήματα, ιδίως στις ΗΠΑ (Brown et al. 2006: 88). Το αποτέλεσμα είναι να διαμορφώνεται μια νέα εικόνα για τις υπηρεσίες δημόσιας υγείας, με την έμφαση στις κοινωνικές συνθήκες να υποχωρεί σχετικά και να κυριαρχεί μια αντίληψή τους ως μηχανισμών επιτήρησης και άμυνας απέναντι σε βιολογικές απειλές.
Σε αυτό το φόντο ο τρόπος που ο ΠΟΥ επένδυσε τόσο πολύ στο να μπορέσει να διατηρήσει το ρόλο του βασικού μηχανισμού επιτήρησης και έγκαιρης αναγγελίας επικίνδυνων αναδυόμενων νόσων και η ιδιαίτερη ταχύτητα με την οποία ανέδειξε το θέμα της πανδημίας γρίπης Η1Ν1 δεν μπορεί να θεωρηθεί άσχετο με τις ευρύτερες μετατοπίσεις που παρατηρούνται στις υπηρεσίες δημόσιας υγείας και την ανάδυση ως κυρίαρχου του παραδείγματος της «βιο-ασφάλειας».
3.2. Η υποτίμηση της κοινωνικής διάστασης της υγείας.
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα των κοινωνικών προσεγγίσεων στα θέματα υγείας και ασθένειας είναι ο κοινωνικός χαρακτήρας που έχουν. Με αυτό δεν εννοούμε μόνο την κοινωνική διάσταση που μπορεί να έχουν οι ίδιες οι υπηρεσίες και οι υποδομές υγείας, το εάν είναι δημόσιες ή ιδιωτικές, τις ανισότητες στην πρόσβαση, την ποιότητα των υποδομών. Αναφερόμαστε στη σημασία που έχουν οι κοινωνικοί όροι καθαυτοί. Από τη διαπίστωση του γεγονότος ότι οι πρόοδοι στην υγεία των πληθυσμών στον 19ο αιώνα είχαν μεγαλύτερη σχέση με τη βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών, παρά με την πρόοδο της ιατρικής (Illich 1976), μέχρι όλο το φάσμα των ερευνών που έχουν καταδείξει ότι η κοινωνική ανισότητα είναι καθοριστικός παράγοντας για την υγεία μεγάλων πληθυσμών (Wilkinson 1996) και τη συνεχιζόμενη διαπίστωση της σημασίας που έχουν οι κοινωνικοί καθοριστικοί παράγοντες της υγείας (Commission on Social Determinants of Health 2009), το συμπέρασμα που βγαίνει είναι το ίδιο: τόσο η υγεία όσο και η ασθένεια δεν μπορούν να ορίζονται μονοσήμαντα ως επαφή με ένα νοσογόνο παράγοντα, αλλά ως άμεση συνάρτηση και κοινωνικών παραγόντων. Είναι σαφές ότι κοινωνίες με μικρότερες ανισότητες, δικαιότερη κατανομή του πλούτου, μικρή ανασφάλεια και έντονο αίσθημα κοινωνικής προστασίας έχουν καλύτερους δείκτες υγείας (Νικολαΐδης 2008). Και όμως αυτή η διάσταση απουσιάζει όλο και περισσότερο από τη συζήτηση για την πανδημία γρίπης (όπως απουσιάζει και από άλλες αντίστοιχες, π.χ. τις εκστρατείες για την καταπολέμηση βλαβερών συνηθειών όπως το κάπνισμα). Το πρόβλημα περιορίζεται απλώς στο εάν και σε ποια κλίμακα θα υπάρξει επαφή του πληθυσμού με τον ιό, παραβλέποντας ότι η προσπάθεια για μείωση του ψυχοκοινωνικού στρες και επιβάρυνσης,8 που σήμερα αυξάνονται από την ένταση των ανισοτήτων και την εργασιακή και κοινωνική ανασφάλεια, είναι πιθανό να έχουν μεγαλύτερη επίπτωση στην υγεία και τη συνολική ποιότητα ζωής του πληθυσμού.
3.3. Νεοφιλελευθερισμός και social distancing
Αυτή η υποτίμηση της πραγματικής κοινωνικής διάστασης που έχει η υγεία και η ασθένεια δίνει και έναν ιδιαίτερο πολιτικό χαρακτήρα στις στρατηγικές που επιλέγονται για την αντιμετώπιση της πανδημίας γρίπης Η1Ν1. Γι’ αυτό και επιμένουμε ότι οι προτάσεις και τα μέτρα που λαμβάνονται σήμερα δεν είναι ουδέτερα, αλλά συμπυκνώνουν ρητές και άρρητες πολιτικές και ιδεολογικές στρατηγικές.
Στο πλαίσιο των απαντήσεων και των μέτρων για την αντιμετώπιση μιας πανδημίας γρίπης που έχουν προταθεί, κεντρικό ρόλο έχει η έννοια της κοινωνικής αποστασιοποίησης (social distancing) (WHO 2009), που ορίζεται ως ο περιορισμός όλων εκείνων των δραστηριοτήτων που μπορεί να εκθέσουν τα άτομα στον ιό και να διευκολύνουν τη διασπορά του και ειδικά των δραστηριοτήτων σε χώρους μαζικής συνάθροισης (σχολεία, γήπεδα, θέατρα, κινηματογράφοι, μαζικοί χώροι δουλειάς, μέσα μαζικής μεταφοράς κ.ά.). Η τοποθέτηση αυτή υποστηρίζεται σε σχέση με τη γνώση που έχουμε για τους τρόπους μετάδοσης της γρίπης καθώς και έρευνες για την πιθανή αποτελεσματικότητά τους. Αυτές πάλι οι έρευνες είναι δύο ειδών. Από τη μια είναι μελέτες στατιστικής προβολής πιθανού περιορισμού της διασποράς της νόσου στη βάση υποθέσεων για την μεταδοτικότητά της καθώς και στη βάση μοντέλων κοινωνικής αλληλεπίδρασης σε υποθετικά κοινωνικά περιβάλλοντα, όπως είναι π.χ. μια μικρή Αμερικανική πόλη, που καταλήγουν σε αποτελέσματα για την πιθανή μείωση του ποσοστού προσβολής (Glass et al. 2006). Είναι προφανές ότι σε τέτοιες μελέτες έχουμε όλα τα προβλήματα με τη χρήση στατιστικών μοντέλων και προβολών σε φαινόμενα ιδιαίτερα σύνθετα και πολυπαραγοντικά όπως είναι τόσο οι επιδημίες όσο και τα δίκτυα κοινωνικών σχέσεων και πρακτικών. Η άλλη πηγή επιχειρημάτων προέρχεται από έρευνες πάνω στα διαφορετικά μέτρα καραντίνας, απομόνωσης και κοινωνικής αποστασιοποίησης στη διάρκεια της πανδημίας γρίπης του 1918-19 (Markel et al. 2006∙ Markel et al. 2007). Σύμφωνα με αυτές τις έρευνες η έγκαιρη εφαρμογή αυστηρών τέτοιων μέτρων απομόνωσης και κοινωνικής αποστασιοποίησης μπορεί να εξηγήσει τις διαφορές στις επιπτώσεις της επιδημίας σε διαφορετικές αμερικανικές πόλεις. Ιδιαίτερη έμφαση στο πλαίσιο τέτοιων μελετών δίνεται όχι απλώς στα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, αλλά και στα μέτρα «προστατευτικής απομόνωσης» (protective sequestration) που περιλαμβάνουν την προσπάθεια απομόνωσης των υγιών προσώπων, αυστηρούς φραγμούς που θα αποτρέπουν την επαφή με νοσούντες, μέτρα καραντίνας των νοσούντων και όσων ήρθαν σε επαφή μαζί τους. Τα προβλήματα με αυτές τις έρευνες αφορούν τον αναγκαστικά επιλεκτικό χαρακτήρα τους, τη θέση εντός παρενθέσεως άλλων παραμέτρων όπως είναι οι κοινωνικές διαφορές σε διαφορετικές περιοχές, η ιδιαίτερη έμφαση που δίνουν στην έγκαιρη εφαρμογή (που καθιστά μικρή τη δυνατότητα εφαρμογής τους σε συνθήκες πλατιάς διασποράς της νόσου μέσα στο γενικό πληθυσμό), αλλά και το γεγονός ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο παραπέμπουν στην επικαιρότητα των μέσων καραντίνας. Επίσης, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι με εξαίρεση την αναδρομική μελέτη της πανδημίας του 1918-9 δεν έχουμε άλλο παράδειγμα μαζικής εφαρμογής μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης και της αποτελεσματικότητας τους.9 Αντίθετα, γνωρίζουμε ότι σε άλλα παραδείγματα πανδημίας γρίπης, όπως αυτή του 1957-8, παρά τα ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά προσβολής δεν εφαρμόστηκαν μέτρα κοινωνικής απομόνωσης, καθώς κρίθηκε ότι θα ήταν αναποτελεσματικά, χωρίς αυτό να θεωρηθεί αιτία αυξημένου κινδύνου (Henderson et al. 2009). Επιπλέον, είναι πολύ πιθανό τα μέτρα κοινωνικής απομόνωσης να προσκρούσουν πάνω σε ένα πλατύ φάσμα από κοινωνικά προβλήματα, από τη δυσκολία π.χ. να κρατήσουν οι εργαζόμενες οικογένειες τα παιδιά τους εάν κλείσει προληπτικά το σχολικό σύστημα έως τις δυσκολίες που συναντούν οι εργαζόμενοι να πάρουν άδειες απουσίας από την εργασία (Levi et al. 2009).
Με αυτά τα δεδομένα θέλουμε να σταθούμε στο πώς η επιλογή μέτρων κοινωνικής απομόνωσης δεν είναι μια «αυτόματη» επιλογή στη βάση κλινικών και επιδημιολογικών δεδομένων, αλλά και μια πολιτικά και ιδεολογικά καθορισμένη και φορτισμένη επιλογή. Είναι σαφές ότι σε σύνθετα φαινόμενα όπως είναι η εξάπλωση μιας πανδημίας δεν είναι εύκολο με ένα μονοσήμαντο τρόπο να ορίσει κανείς τη συσχέτιση ανάμεσα σε δεδομένα και την επιλογή πολιτικής. Από ένα φάσμα επιλογών, που το καθένα έχει τόσο ενδείξεις όσο και αντενδείξεις αποτελεσματικότητας, η τελική επιλογή θα καθοριστεί και από πολιτικές και ιδεολογικές προδιαθέσεις. Η ιστορία της καραντίνας κάνει εμφανή τη συσχέτισή της με πολιτικά και ιδεολογικά ερωτήματα όπως είναι η κατοχύρωση της κεντρικής εξουσίας, η έμφαση στην ταξική ιεραρχία και τη διατήρηση αυστηρών ταξικών ορίων, η απομόνωση των «επικίνδυνων τάξεων», ο ρατσισμός και η διαχείριση των μειονοτήτων. Συγκεκριμένες πολιτικές πρακτικές και ιδεολογικές αναπαραστάσεις την έκαναν θεμιτή και αντίστοιχα οι αλλαγές σε αυτές την κατέστησαν περισσότερο αθέμιτη και δύσκολη να εφαρμοστεί10 και όχι μόνο η όποια διαπίστωση της αποτελεσματικότητας ή της αναποτελεσματικότητάς της. Σε αυτό το πλαίσιο είναι προφανές ότι αυτός που θεωρεί ότι η λύση βρίσκεται στην αποφυγή των χώρων συνάθροισης, όπως είναι τα θέατρα ή οι χώροι διασκέδασης (ή – γιατί όχι; – οι πολιτικές συγκεντρώσεις), στον περιορισμό των κοινωνικών επαφών (επισκέψεις σε σπίτια κλπ.) και στη διατήρηση μιας απόστασης από τους άλλους, το κάνει και επειδή τείνει να θεωρεί ότι αυτό είναι μια περισσότερο θεμιτή κοινωνική πρακτική, ή επειδή θεωρεί ότι γενικά οι άνθρωποι θα πρέπει να ασχολούνται περισσότερο με τη δουλειά τους, να μένουν περισσότερο με την οικογένειά τους σε έναν κλειστό προς τα έξω και προστατευμένο οίκο, να αξιοποιούν περισσότερο τις δυνατότητες εξατομικευμένης διασκέδασης που η σύγχρονη τεχνολογία προσφέρει, να θεωρούν ότι η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ανθρώπων στον ίδιο χώρο συνιστά εν γένει όχληση (συμπεριλαμβανομένων και των πρακτικών μαζικής διεκδίκησης). Αντίστοιχα, αυτός που πιστεύει στη δυνατότητα μαζικής επιβολής τέτοιων μέτρων αυστηρού περιορισμού και απαγόρευσης ορισμένων πρακτικών έχει μια ορισμένη αντίληψη για το πώς πρέπει να φέρεται η κρατική εξουσία ή ποια μπορεί να είναι τα όρια της παρέμβασής της απέναντι στους πολίτες.
Γι’ αυτό και θέλουμε να τονίσουμε ότι σήμερα ο τρόπος που προβάλλεται η άμεση ανάγκη λήψης μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης δεν εκφράζει μόνο επιδημιολογικές τοποθετήσεις αλλά και την ιδεολογική ηγεμονία ενός επιθετικού νεοφιλελευθερισμού που συναρθρώνεται με ένα έντονο στοιχείο αυταρχικού κρατισμού και αποτυπώνεται στην επανεμφάνιση άμεσων ή έμμεσων πρακτικών καραντίνας και την ταυτόχρονη πίεση προς τα άτομα να εσωτερικεύσουν ως ατομικές στάσεις συγκεκριμένες βιοπολιτικές προσταγές.
3.4. O ασθενής ως ένοχος
Κεντρική στις οδηγίες που απευθύνονται προς το κοινό σε σχέση με την αντιμετώπιση της πανδημίας είναι η προσταγή προς όσους νοσήσουν να μείνουν στο σπίτι τους «για να μη μεταδώσουν τη νόσο σε άλλους». Η προσταγή αυτή στηρίζεται στη γνώση που έχουμε για τους τρόπους μετάδοσης της νόσου και το μέσο χρόνο που κάποιος μένει μεταδοτικός. Έχει όμως ενδιαφέρον, ότι η έμφαση είναι σε αυτή την παράμετρο – η αποτελεσματικότητά της οποίας θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με άλλες παραμέτρους όπως π.χ. ότι κάποιος μπορεί να μεταδώσει και πριν την έναρξη των συμπτωμάτων – κυριαρχεί, ενώ απουσιάζει μια άλλη παράμετρος, που υπό κανονικές συνθήκες θα περίμενε κανείς να είναι κυρίαρχη: η ανάγκη κάποιος/α να μείνει σπίτι του για να μπορέσει να αντιμετωπίσει καλύτερα τη λοίμωξη, να ταλαιπωρηθεί λιγότερο, να αναρρώσει καλύτερα και γρηγορότερα και επίσης να αποφύγει τον κίνδυνο επιπλοκών εξαιτίας της καταπόνησής του ενόσω νοσεί. Αυτή η μετατόπιση στην έμφαση δεν είναι επίσης ουδέτερη κατά τη γνώμη μας. Αποτυπώνει μια ιδιότυπη αντιμετώπιση του ασθενούς ως ενόχου. Δεν είναι τυχαίο ότι σε επίπεδο βιοηθικής έχει αρχίσει να προβάλλεται ιδιαίτερα έντονα η λογική μιας υποχρέωσης του ατόμου, με την απειλή τιμωρίας εάν δεν συμμορφωθεί, να «αποφύγει να μολύνει άλλους» (Selgelid 2008: 256). Έχει ενδιαφέρον ότι αυτή η επέκταση της γενικής ηθικής υποχρέωσης του ατόμου να μη βλάπτει τους άλλους γίνεται για υποκείμενα – φορείς υποχρεώσεων που υπό κανονικές συνθήκες θα αντιμετωπίζονταν ως θύματα μιας άτυχης περίστασης που τους καθιστά πρώτα και κύρια δικαιούχους (π.χ. περίθαλψης, φροντίδας, άδειας απουσίας) και δευτερευόντως υπόχρεους συμμόρφωσης προς προσταγές. Φαίνεται, όμως, ότι σε συνθήκες γενίκευσης εσωτερικεύσιμων βιοπολιτικών προσταγών αυτός που ασθενεί αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως κάποιος που δεν μπόρεσε να σταθεί στο ύψος των υποχρεώσεών του.
3.5. Πόσες μέρες μπορώ να λείψω από τη δουλειά;
Ίσως ένας από τους λόγους αυτών των μετατοπίσεων να βρίσκεται και στην υπερβολική έμφαση στις συνέπειες που μπορεί να έχει η πανδημία σε σχέση με τη αύξηση των απουσιών από την εργασία. Δεκάδες είναι οι αναφορές στα Μέσα Ενημέρωσης σε σχέση με την πιθανότητα να απουσιάσει από την εργασία του ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού και αυτό να έχει ως αποτέλεσμα την κατάρρευση των υποδομών και μεγάλο οικονομικό κόστος. Οι υπολογισμοί στηρίζονται συνήθως σε ένα υπολογισμό των χαμένων ωρών, της πτώσης παραγωγικότητας, και της εν δυνάμει μείωσης της συνολικής παραγωγής (McKibbin and Sidorenko 2006). Αφήνοντας κατά μέρος τους πολιτικούς υπολογισμούς πίσω από τέτοιες «τρομοκρατικές» παρουσιάσεις των συνεπειών μιας ενδεχόμενης πανδημίας (π.χ. για να απαιτηθούν επιπλέον δαπάνες υποδομών) πρέπει να πούμε ότι συνήθως απουσιάζει από τέτοιες προβολές η τεκμηρίωση. Ούτε οι πραγματικές συνθήκες παραγωγής λαμβάνονται υπόψη, ούτε η δυνατότητα κάλυψης μέρους της παραγωγής αργότερα μέσα από την εντατικοποίηση των ρυθμών ή την αλληλοκάλυψη μεταξύ των εργαζομένων. Είναι χαρακτηριστικό ότι όσες έρευνες έχουν δοκιμάσει να στραφούν σε ιστορικές ενδείξεις έχουν αποδείξει ότι οι πανδημίες γρίπης του 20ού αιώνα (συμπεριλαμβανομένης και αυτής του 1918) δεν είχαν τόσο σημαντική αρνητική επίπτωση στην οικονομία (Economist 2009).
Αυτό που αντανακλάται εδώ είναι κάτι ευρύτερο. Μέσα σε συνθήκες επιδείνωσης της θέσης των εργαζομένων και έντασης των επιθέσεων της εργοδοσίας, ούτως ή άλλως η απουσία των εργαζομένων στιγματίζεται ή αντιμετωπίζεται ως ένας μεγάλος κίνδυνος για την οικονομία, την ανάπτυξη κλπ. Δεν είναι τυχαία η μεγάλη παραγωγή ερευνών σχετικά με το κόστος αυτών των απουσιών στην οικονομία καθώς και η αναζήτηση τακτικών αντιμετώπισής τους από τους εργοδότες (Personneltoday.com 2007). Σε αυτό το πλαίσιο, επομένως, η ιδιαίτερη ενασχόληση με τους κινδύνους από μια ολιγοήμερη απουσία από τη δουλειά κάθε άλλο παρά ουδέτερη κοινωνικά είναι.11
Στο σημείο αυτό ας μας επιτραπεί και ένα επιπλέον σχόλιο για τις οικονομικές διαστάσεις της πανδημίας. Παρότι κανείς δεν μπορεί και δεν πρέπει να πάρει στα σοβαρά τις απόψεις που υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια «κατασκευασμένη» πανδημία για να ενισχυθούν τα κέρδη των φαρμακευτικών εταιρειών (τοποθέτηση ισοδύναμη με τη θέση ότι οι πόλεμοι γίνονται με μόνο σκοπό την αύξηση των κερδών των βιομηχανιών όπλων), δεν μπορούμε παρά να τονίσουμε ότι στην όλη διαχείριση της επιδημίας υπάρχει και μια σαφής οικονομική διάσταση. Η προμήθεια από τα επιμέρους κράτη είτε αποθεμάτων αντιικών φαρμάκων είτε εμβολίων δεν συνεπάγεται μόνο μια μεγάλη κρατική δαπάνη, αλλά και μια αντίστοιχα μεγάλη ενίσχυση των πωλήσεων και των κερδών των φαρμακευτικών εταιρειών (Kappel 2009∙ Wachman 2009∙ Dawber 2009), ειδικά από τη στιγμή που θεωρείται αυτονόητο ότι δεν υπάρχει καμιά εναλλακτική διαδικασία είτε για την έρευνα και εξέλιξη φαρμάκων και εμβολίων είτε για την εναλλακτική παρασκευή τους ως προς αυτή που υπαγορεύουν οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες.12 Και όλα αυτά τη στιγμή που άλλες ασθένειες που είναι εφικτό, με μικρό σχετικά κόστος, είτε να προληφθούν είτε να θεραπευθούν, όπως είναι η ελονοσία, η φυματίωση, η λοιμώδης διάρροια, ή ασθένειες που μπορεί να περιοριστεί η δραστικότητά τους (όπως το AIDS) σαρώνουν τους πληθυσμούς του Τρίτου Κόσμου, χωρίς καμιά αντίστοιχη πρόνοια για μαζική επένδυση και διάθεση πόρων.
3.6. Η εκπαίδευση στο φόβο
Είναι αλήθεια ότι σε επίπεδο επίσημων διακηρύξεων συστηματικά συνιστάται η αποφυγή πανικού, κάτι που διευκολύνεται και από τη σχετικά ήπια μορφή των περισσότερων κρουσμάτων. Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί το στοιχείο της διαχείρισης του φόβου. Από τις συνεχείς διαφημίσεις και ανακοινώσεις για τους τρόπους αντιμετώπισης, έως τις οδηγίες για τη διαχείριση των κρουσμάτων στα σχολεία, το στοιχείο του φόβου και της απειλής είναι παραπάνω από έντονο. Το ιδεολογικό αποτέλεσμα πειθάρχησης αυτών των τακτικών, η βιοπολιτική τους διάσταση, είναι παραπάνω από εμφανείς. Ο πανικός μπορεί να είναι μια μη θεμιτή πρακτική, όμως, η ελεγχόμενος φόβος, ο (αυτο)περιορισμός δραστηριοτήτων και η τροποποίηση της καθημερινότητας, η συμμόρφωση με επιταγές και έκτακτα μέτρα, η «κατανόηση» για περιορισμούς στην ελευθερία κίνησης, ολοένα και περισσότερο θεμιτοποιούνται. Και αυτό μπορεί να είναι ίσως, το σημαντικότερο ιδεολογικό ίχνος που μπορεί να αφήσει η διαχείριση αυτής της πανδημίας, ιδίως εάν επιμένουμε ότι η διάχυση και αναπαραγωγή ιδεολογικών αναπαραστάσεων περνάει πρώτα και κύρια από την εμπλοκή των υποκειμένων σε πρακτικές, δραστηριότητες, ακόμη και τελετουργίες που συμπυκνώνουν και αναπαράγουν αυτές τις αναπαραστάσεις (Αλτουσέρ 1978).
Εν κατακλείδι
Στις σημειώσεις που προηγήθηκαν προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι η διαχείριση και αντιμετώπιση της τρέχουσας πανδημίας γρίπης Η1Ν1 ούτε ουδέτερη είναι ούτε αμιγώς καθοδηγούμενη από τη διάθεση προστασίας της δημόσιας υγείας. Αντίθετα, πολιτικές και ιδεολογικές προτεραιότητες και στρατηγικές εμπλέκονται άμεσα και δίνουν τον ιδιαίτερο τόνο. Η κριτική προσέγγιση και ανάδειξή τους παραμένει προτεραιότητα ακόμη και εν μέσω μιας εξελισσόμενης πανδημίας.
Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση
Αλτουσέρ, Λουί 1978, Θέσεις, Αθήνα: Θεμέλιο.
Bauman, Zygmunt 2007, Ρευστός φόβος, Αθήνα: Πολύτροπον.
Δημούλης, Δημήτρης 1996, «“Κοινωνία της Διακινδύνευσης”, ανθρώπινα δικαιώματα και πολιτική. “Οικολογικοποίηση” της πολιτικής θεωρίας;», Θέσεις 55: 121-139.
Νικολαΐδης, Γιώργος 2008, Ιστορία των Επιστημών της Υγείας, Αθήνα: συνάψεις.
Φουκώ, Μισέλ 1978, Ιστορία της Σεξουαλικότητας. Τ. 1. Η δίψα της Γνώσης, Αθήνα: εκδ. Ράππα.
Φουκώ, Μισέλ 1989, Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Αθήνα: εκδ. Ράππα.
Wacquant, Loïc 2001, Οι φυλακές της μιζέριας, Αθήνα: Πατάκης.
Ξενόγλωσση
Bashford, Alison (ed.) 2006, Medicine at the border. Disease, Globalization and Security, 1850 to the Present, Houndsmills: Palgrave.
Beck, Ulrich 1994, Risk Society. Towards a New Modernity, London: Sage.
Brown, Theodore M., Marcos Cueto and Elizabeth Fee 2009. “The World Health Organization and the Transition form ‘International’ to ‘Global’ Health”, in Bashford (ed.) 2006.
Commission on Social Determinants of Health 2009, Closing the Gap in a Generation. Health Equity through Action on the Social Determinants of Health, Geneva: World Health Organization.
Convery, Ian, John Welshman and Alison Bashford 2006, “Where is the Border?: Screening for Tuberculosis in the United Kingdom and Australia, 1950-2000”, in Bashford 2006.
Davis, Mike 1996, “Cosmic Dancers on History’s Stage? The Permanent Revolution in the Earth Sciences”, New Left Review 217: 48-84.
Davis, Mike 2005, The Monster at Our Door. The Global Threat of Avian Flu, New York: The New Press.
Dawber, Alistair 2009, “Glaxo Mum on Swine Flu Vaccine Price”, Business Week 15 September 2009.
Economist 2009, “The economic impact of swine flu may not be that bad”, Economist 23 July 2009.
Ernst & Young 2008, “Global financial crisis making biotech business model unsustainable according to Ernst & Young”, http://www.ey.com/ (ανάκτηση 28/09/2009).
Farmer, Paul 2003, Pathologies of Power. Health, Human Rights and the New War on the Poor, Berkeley: University of California Press.
Foucault, Michel 2001, L’herméneutique du sujet, Paris: Gallimard / Le Seuil.
Foucault, Michel 2004, Sécurité, territoire, population, Paris: Gallimard / Seuil.
Glass, Robert J., Laura M. Glass, Walter E. Beyeler, and H. Jason Min 2006, “Targeted Social Distancing Design for Pandemic Influenza”, Emerging Infectious Diseases 12: 11 http://www.cdc.gov/ncidod/EID/vol12no11/pdfs/06-0255.pdf (ανάκτηση 30/08/2009).
Henderson, D. A., Brooke Courtney, Thomas V. Inglesby, Eric Toner, and Jennifer B. Nuzzo 2009, “Public Health and Medical Responses to the 1957-58 Influenza Pandemic”, Biosecurity and Bioterrorism: Biodefense Strategy, Practice, and Science, Volume 7, Number 3. http://www.upmc-biosecurity.org (ανάκτηση 30/08/2009).
Illich, Ivan 1976, Medical Nemesis. The expropriation of Health, New York: Pantheon Books.
Kappel, Kelly 2009, “GlaxoSmithKline: A Swine Flu Windfall?”, Business Week 22 July 2009.
Kelle, Alexander 2005, “Securitization of International Public Health – Implications for Global Health Governance and the Biological Weapons Prohibition Regime”, Bradford Regime Review Paper No.1.
Kelle, Alexander 2005a, “Bioterrorism and the Securitization of Public Health in the United States of America - Implications for Public Health and Biological Weapons Arms Control”, Bradford Regime Review Paper No.2.
Levi, Jeffrey ,Thomas V. Inglesby, Laura M. Segal and Serena Vinter 2009, “Pandemic Flu Preparedness: Lessons from the Frontlines”, http://www.upmc-biosecurity.org (ανάκτηση 30/08/2009).
Markel, Howard, Alexandra M. Stern, J. Alexander Navarro, Joseph R. Michalsen, Arnold S. Monto, and Cleto DiGiovanni Jr 2006, “Nonpharmaceutical Influenza Mitigation Strategies, US Communities, 1918-1920 Pandemic” Emerging Infectious Diseases 12: 12 http://www.cdc.gov/ncidod/eid/vol12no12/pdfs/06-0506.pdf (ανάκτηση 30/08/2009).
Markel, Howard, Harvey B. Lipman, J. Alexander Navarro, Alexandra Sloan, Joseph R. Michalsen, Alexandra Minna Stern, Martin S. Cetron, “Nonpharmaceutical Interventions Implemented by US Cities During the 1918-1919 Influenza Pandemic”, JAMA. 2007; 298(6): 644-654.
Mawani, Renisa 2006, “Screening out Diseased Bodies: Immigration, Mandatory HIV Testing, and the Making of a Healthy Canada”, in Bashford 2006.
McKibbin, Warwick and Alexandra Sidorenko 2006, “Global Macroeconomic Connsequenses of Pandemic Influenza”, Lowy Institute of International Policy.
Navarro Vicente 2009, “What We Mean by Social Determinants of Health”, International Journal of Health Services Vol 39 (3): 423-441.
OECD 2009, “OECD Health Data 2009 – Frequently Requested Data”, http://www.irdes.fr/EcoSante/DownLoad/OECDHealthData_FrequentlyRequestedData.xls (ανάκτηση 28/09/2009).
Selgelid, M.J. 2008, “Pandethics”, Public Health 123: 255-259.
Stern, Alexandra Minna 2006, “Yellow Fever Crusade: US Colonialism, Tropical Medicine and the International Politics of Mosquito Control, 1900-1920”, in Bashford 2006.
Stuckler, David, Lawrence King and Martin McKee 2009, “Mass privatisation and the post-communist mortality crisis: a cross-national analysis”, The Lancet Vol 373(3661): 399 - 407.
Wachman, Richard 2009, “Drugs giant GlaxoSmithKline predicts swine flu gold rush”, The Guardian 22 July 2009.
Weldon, Rebecca A. 2001, “The Rhetorical Reconstruction of the Predatorial Virus: A Burkian
Analysis of Nonfiction Accounts of the Ebola Virus”, Qualitative Health Research Vol 11 (1): 5-25.
Wilkinson, Richard G. 1996, Unhealthy Societies. The Afflictions of Inequality, London and New York: Routledge.
World Health Organization 2009, Pandemic Influenza Preparedness and Rerponse. A WHO Guidance Document, Geneva: WHO Press.
Zheng, Da 2005, “Encountering the Other: SARS, Public Health, and Race Relations”, Americana: The Journal of American Popular Culture (1900-present), Spring 2005, 4: 1
http://www.americanpopularculture.com/journal/articles/spring_2005/zheng.htm (ανάκτηση 30/08/2009).
Zizek, Slavoj 2005, “The Subject Supposed to Loot and Rape. Reality and fantasy in New Orleans”, In These Times http://www.inthesetimes.com/article/2361/ (ανάκτηση 29/08/2009).
Zylberman, Patrick 2006, “Civilizing the State: Borders, Weak States and International Health in Modern Europe”, in Bashford (ed.) 2006.
1 To άρθρο αυτό αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης προσπάθειας θεωρητικής προσέγγισης των κοινωνικών προεκτάσεων της διαχείρισης της πανδημίας της νέας γρίπης Η1Ν1, σε συνεργασία με το Γιώργο Νικολαΐδη. Ως εκ τούτου αρκετά από τα σημεία που διατυπώνονται εδώ στηρίζονται στη συζήτηση και την ανταλλαγή απόψεων μαζί του. Επίσης, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Άλκη Ψυχογιό και τον Γιάννη Μηλιό για τις παρατηρήσεις τους πάνω στην πρώτη εκδοχή του κειμένου.
2 Η έννοια του φετιχισμού της ζωής έχει χρησιμοποιηθεί από την Donna Haraway στο πλαίσιο της προσέγγισης των φαινομένων που σχετίζονται με την ανάπτυξη της γενετικής μηχανικής. Εμείς τη χρησιμοποιούμε σε σχέση με την ευρύτερη ανάδυση της κεντρικότητας της έννοιας της ζωής στην περίοδο που ορίζεται από την ηγεμονία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
3 “[H] σπάνη τροφίμων γίνεται μια χίμαιρα. Φαίνεται από τη μια ότι δεν μπορεί να υπάρξει και ότι όταν υπάρχει μακράν του να είναι μια πραγματικότητα, μια πραγματικότητα φυσική κατά κάποιο τρόπο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποκλίνον αποτέλεσμα ενός αριθμού τεχνητών μέτρων που με τη σειρά τους ήταν αποκλίνοντα» (Foucault 2004: 43).
4 Για μια κριτική προσέγγιση των απόψεων του Βeck βλ. Δημούλης 1996.
5 Που βέβαια ήταν προφανώς μεγάλες και με τραγικά αποτελέσματα: Σοβέζο, Three Mile Island, Μποπάλ, Τσερνόμπιλ.
6 Για τη συσχέτιση ανάμεσα σε νεοφιλελευθερισμό και την αντιεγκληματική πολιτική βλ. Wacquant 2001.
7 Θα πρέπει εδώ να πούμε ότι ο Davis γοητεύεται ούτως ή άλλως από την έννοια των απότομων μεγάλων καταστροφών και των συνεπειών τους. Αυτό είχε φανεί και σε ένα άρθρο του το 1996 πάνω στη σημασία των εξωτερικών καταστροφικών γεγονότων, όπως είναι οι συγκρούσεις με αστεροειδείς, στη γεωλογική εξέλιξη της γης (Davis 1996).
8 Η σημασία του ψυχοκοινωνικού στρες έχει καταδειχτεί με ιδιαίτερα εναργή τρόπο από κοινωνιολογικές έρευνες που έχουν καταδείξει τη συσχέτιση ανάμεσα στην μαζική και βίαιη ιδιωτικοποίηση στις τέως Σοβιετικές Δημοκρατίες και την αύξηση της θνησιμότητας (Stuckler et al. 2009).
9 Σημειώνουμε εδώ ότι τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης (αποφυγή χώρων συνάθροισης κλπ.) προτείνονται ούτως ή άλλως κάθε χρόνο ως μέτρο πρόληψης για το κοινό κρυολόγημα και τις εξάρσεις της εποχιακής γρίπης, χωρίς ωστόσο ούτε σε μεγάλη κλίμακα να εφαρμόζονται, ούτε να έχουμε κάποιες ενδείξεις ότι συμβάλουν σημαντικά στην πιθανότητα να νοσήσει κάποιος.
10 Φυσικά όχι παντού και όχι με τον ίδιο τρόπο. Η τραγική μεταχείριση και η απομόνωση σε πρακτικές καραντίνας των προσφύγων στις ΗΠΑ από την Αϊτή εξαιτίας του υψηλού ποσοστού μόλυνσης από HIV/AIDS στη δεκαετία του 1990 είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των συνεπειών από σύγχρονες πρακτικές καραντίνας (Farmer 2003).
11 Σημειώνουμε εδώ ότι στο ίδιο πλαίσιο του περιορισμού των απουσιών υπάρχει και μια ολόκληρη βιομηχανία αναζήτησης θεραπειών ή ανακούφισης από το κοινό κρυολόγημα, που αποσκοπούν απλώς και μόνο στο να διευκολύνουν τους εργαζομένους να το «περάσουν στο πόδι».
12 Και βέβαια αυτό συνεπάγεται και μια διαφορετική κουλτούρα των ίδιων των ερευνητών. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι ο Jonas Salk, που ανακάλυψε το πρώτο εμβόλιο κατά της πολιομυελίτιδας αρνήθηκε να κατοχυρώσει οποιαδήποτε ευρεσιτεχνία για το εμβόλιό του, ενώ ο Norbert Bischofberger, που ήταν επικεφαλής της έρευνας για το Tamiflu το βασικό αντιικό σκεύασμα κατά της νέας γρίπης Η1Ν1, αυξάνει τα εισοδήματά του με κάθε κουτί που πουλιέται…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου