Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Μικρά ηθικά: Οίκτος και συμπόνοια αναδημοσιευση απο το Lenin Reloaded






Μικρά ηθικά: Οίκτος και συμπόνοια

..αποσπασμα 

. Όταν μιλούμε για "οίκτο" και "συμπόνοια", μιλούμε, πρώτα από όλα, για δύο τύπους βλεμμάτων, για δύο εγκλήσεις του βλέμματος, και για αυτό θεώρησα χρήσιμο να ξεκινήσω την συζήτηση εστιαζόμενος σε μια φωτογραφία που είναι πιθανόν να εμπλέκει και τα δύο.

Το βλέμμα του οίκτου: Το βλέμμα του οίκτου είναι ένα στιγμιαίο βλέμμα, ένα βλέμμα που δεν αντέχει να κοιτά, ένα βλέμμα που καταλήγει άμεσα στην αποστροφή, στο κεφάλι που στρέφεται μακριά απ' το θέαμα. Το βλέμμα του οίκτου είναι τραυματισμένο βλέμμα· μαρτυρά ένα τραύμα σ' αυτόν που κοιτά, στο υποκείμενο του βλέμματος. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, όμως, είναι επίσης ένα βλέμμα που θα ήθελε αυτό που κοιτά να πάψει να υπάρχει, με οποιονδήποτε τρόπο· να πάψει, δηλαδή, όντας το ίδιο τραυματισμένο, να τραυματίζει. Και επειδή ένας τέτοιος τρόπος δεν βρίσκεται, το βλέμμα του οίκτου καταλήγει να απο-στρέφεται, να στρέφεται μακριά απ' το τραυματικό θέαμα. Αποστρέφομαι βέβαια σημαίνει επίσης σιχαίνομαι, απεχθάνομαι, και το βλέμμα του οίκτου κρύβει και την αντίστροφη όψη του τραύματος στο υποκείμενο: αυτό της ασυνείδητης επιθυμίας άσκησης βίας κατά του αντικειμένου. Είναι αυτή η διαλεκτική του τραυματισμένου υποκειμένου του οίκτου με το σαδιστικό υποκείμενο, με το υποκείμενο που νιώθει μια ανομολόγητη ορμή να εξαλείψει αυτό που κοιτάζει, για την οποία μαρτυρά και η σημαντική συζήτηση του Rawson για τις παραδοξότητες του "σοσιαλισμού" των Shaw και Wilde. Ο "σοσιαλισμός" αυτός συγχέει το μίσος για τη φτώχεια με το μίσος για τους φτωχούς, την επιθυμία εξάλειψης της φτώχειας κάποτε στο μέλλον με την εξάλειψη των φτωχών τώρα. Είναι ο σοσιαλισμός του τραυματισμένου αστικού ναρκισισμού, και φέρει ακέραιες τις ψυχικές του παραμορφώσεις: το αισχρό παραπλήρωμα του οίκτου είναι η επιθυμία εξάλειψης αυτού τον οποίο λυπάμαι.

Το βλέμμα της συμπόνοιας: Ο άνθρωπος που συμπονά δεν αποστρέφει το βλέμμα. Δεν το αποστρέφει γιατί το θέαμα που αντικρίζει δεν το εκλαμβάνει ασυνείδητα ως μια επίθεση κατά του του "ιδανικού εγώ" του. Η συμπόνοια υπαγορεύει στο υποκείμενο ένα συγκρατημένο και ατάραχο βλέμμα, για το οποίο το θέαμα του άλλου δεν είναι κάτι που με απειλεί, αλλά κάτι που με βοηθά να έρθω σε επαφή, να αναγνωρίσω την σύνδεσή μου με τον άλλο, να αποδεχτώ το κομμάτι εκείνο σε μένα και στον άλλο που μαρτυρά για την θνητότητα και την περατότητά μας, αλλά έτσι, και το κομμάτι που και στους δύο παραμένει μοναδικό και αθάνατο. Η συμπόνοια δεν καθυπαγορεύει μια άμεση αντίδραση όπως η αποστροφή του βλέμματος εξαιτίας του αβάσταχτου για το υποκείμενο χαρακτήρα τού θεάματος. Ενσταλάζεται σωρευτικά και αργά μέσα στο υποκείμενο και επιστρωματώνεται με κάθε παρόμοια συνάντηση. Ο άνθρωπος που συμπονά δεν είναι ικανός να συγχύσει την εξάλειψη του προβλήματος με την εξάλειψη των θυμάτων του, δεν οδηγείται από ένα συναίσθημα τυφλού πανικού που καταλήγει να ισοπεδώσει τον απρόσωπο και συστημικό χαρακτήρα του προβλήματος με το μοναδικό πρόσωπο του ανθρώπου που υποφέρει. Αν η συμπόνοια περιέχει επίσης, σε δυνητική μορφή, τη βία, η βία αυτή δεν στρέφεται στην εξάλειψη της συγκυριακής πηγής του τραύματος. Γιατί η βία εδώ διατηρεί το καταφατικό ίχνος της σύνδεσης με τον άλλο, και όχι, όπως συμβαίνει με τον οίκτο, τον πανικό που δημιουργεί η ανάγκη προστασίας του εαυτού. Είναι, με άλλα λόγια, μια βία που κωδικοποιείται ως απαραίτητο κομμάτι της μέριμνας για τον κόσμο ως πλέγμα ανεξάλειπτων σχέσεων μεταξύ εν μέρει περατών και εν μέρει αθάνατων υπάρξεων, και όχι ως μέρος της μέριμνας για την αυτοπροστασία της ακεραιότητας του εγώ.

Ο οίκτος είναι πάντα ένα συναίσθημα από μια θέση ανωτερότητας για μια θέση κατωτερότητας, είναι πάντα μια έκφραση της διαλεκτικής αφέντη-δούλου. Η συμπόνοια είναι ένα συναίσθημα που απορρέει από την αντίληψη του κοινού, αυτού που μοιράζονται στον ίδιο βαθμό οι άνθρωποι, αυτού που τους εξισώνει άμεσα: του ευάλωτου της υλικής τους ύπαρξης, από την μία πλευρά, και της μοναδικότητας της κάθε μίας υλικής ύπαρξης, από την άλλη: Είμαστε ίσοι γιατί είμαστε από κοινού ευάλωτοι, είμαστε ίσοι επειδή είμαστε όλοι μοναδικοί.

Ο οίκτος είναι αδιανόητος εάν δεν προηγείται η βεβαιότητα για την συνολική μειονεξία του άλλου. Η συμπόνοια ανακαλύπτει στην μειονεξία αυτή κάτι συγκυριακό το οποίο όμως επιβάλλει ένα εσωτερικό όριο στον εαυτό, κάτι που παρεμποδίζει την δύναμη του εαυτού να καταφάσκει, να λέει "ναι" στον εαυτό του. Αλλά ανακαλύπτοντάς το, εξυψώνει την σημασία του άλλου για μένα, και μαζί, διευρύνει το πεδίο του τι σημαίνει "εαυτός" και μέριμνα για τον εαυτό (σημαίνει, επίσης, άλλος, και μέριμνα για τον άλλο).

Ο οίκτος χωρίζει· η συμπόνοια ενώνει.

Ο οίκτος παραλύει· η συμπόνοια κινητοποιεί.

Ο οίκτος αναλώνεται στην στιγμή· η συμπόνοια χτίζει τα θεμέλια της άσβεστης θέλησης για δικαιοσύνη.

Ο οίκτος είναι η κόλαση του ενοχικού και εν ψευδή συνειδήσει αστού· η συμπόνοια γεννάει επαναστάτες.

2 σχόλια:

bernardina είπε...

Ο οίκτος είναι μια από τις απεχθέστερες μορφές μίσους. Συνήθως τον επιφυλάσσω για ό,τι περιφρονώ βαθύτατα.
Η συμπόνοια ίσως και να είναι μια ανώτερη μορφή αγάπης -κάτι σαν την απροϋπόθετη προαποδοχή- γιατί εκείνο το -συν πριν από τον πόνο είναι που σε οδηγεί στην ενσυναίσθηση. Όχι "ακόμα κι όταν" αυτό που συμπονάς σού μοιάζει, αλλά κυρίως επειδή η συμπόνια σε κάνει να συμπάσχεις με ό,τι ΔΕΝ σου μοιάζει -προσφέροντάς σου έτσι την ευλογία της υπέρβασης του εγώ σου

Νοσφεράτος είπε...

αλλά κυρίως επειδή η συμπόνια σε κάνει να συμπάσχεις με ό,τι ΔΕΝ σου μοιάζει''
δηλαδή με τοπλησιον σου..
ωραιο μπερναντινα

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου