Σπηλιά του Μοντεχρήστου


Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Λάχεσις (του cirut)



Λάχεσις






Το βρέφος κοιμόταν στο λίκνο του. Οι γονείς του το κοιτούσαν με περιέργεια και γλυκιά αναστάτωση. Κοριτσάκι ασυνήθιστα όμορφο. Ένα σπάνιο πετράδι σε κούνια. Οι γονείς καμάρωναν για το ανεπάντεχο ουράνιο δώρο. Επιδερμίδα φωτεινή, λαξευτές γραμμές τα φρύδια, όμορφα μήλα, ήρεμο ύφος. Οι κόρες του Δία από την Ευρυνόμη, οι Χάριτες, βιάστηκαν και πέρασαν πρώτες. Ήρθαν απ΄ το Βοιωτικό Ορχομενό παίζοντας αυλούς και τραγουδώντας. Έδωσαν στο κορίτσι ανοιχτόχερα όλη την ομορφιά της κυράς τους, της Αφροδίτης. Το κορίτσι κοιμόταν γαλήνια σαν να συμμετείχε με το δικό του τρόπο στη συντροφιά και στο χρίσμα. Τα ξωτικά στον κόσμο της διάστασης τους και οι άνθρωποι στο δικό τους.





Η Ευφροσύνη άγγιξε με το ραβδί της το στόμα και ευχήθηκε στο παιδί να νιώσει τη γλύκα της μέλισσας, που ρουφάει το νέκταρ, το στάγμα του ανθού και φτιάχνει κερήθρα και κόκκους μελιού. Η Θάλεια έχρισε τα μάτια της για να βλέπουν τα αριά νυκτερινά σύννεφα και την αστρική γύρη. Της έχρισε ακόμα την ακοή και της έδωσε πολύχρωμο σάϊσμα για να ξαπλώνει στους αέρινους κυματισμούς της μουσικής. Της μίλησε σιγανά για τις μουσικές στις σπηλιές του Ποσειδώνα, που τόσοι αδήμονες θνητοί δεν άκουσαν. Η Αγλαΐα της έταξε να πιάσει στο χέρι της τα όνειρα και τη χρυσόσκονη των πεταλούδων, για να τις κάνει να γυρίζουν σ΄ αυτή. Ακόμα να οσφραίνεται την υγρασία των ωκεανών και το βιαστικό πέρασμα της ομίχλης. Οι Χάριτες έφυγαν.





Πανώρια κοπέλα πέρασε ύστερα τον τοίχο ήσυχα και μπήκε στο σπίτι πετώντας. Θάταν δυο-τρία ανθρώπινα μπόϊα ψηλή. Μαλλιά μακριά, γυαλιστερά μαύρα κάτω απ’ τη μέση, μικρό χρυσό στέμμα μυρτιάς στην κεφαλή και στο χέρι ραβδί μαγικό. Κύματα αφρισμένα σα πέπλα στο σώμα της αντί για ρούχα. Στο πρόσωπο της παιδική αθωότητα και ομορφιά ουρανού. Ήταν η τρομερή Λάχεσις. Η αφέντρα της τύχης. Αυτή που έριχνε τους λαχνούς για τη ζωή του καθένα μας. Κόρη του Δία, στον ίδιο θρόνο μαζί του. Πίσω της οι αδελφές της η Κλωθώ και η Άτροπος, πιο σεμνές και ήσυχες. Ήταν οι τρεις Μοίρες, κόρες κι αυτές του Δία και της Νύχτας. Αρχόντισσες όλες μαζί του ριζικού ανθρώπων και θεών, της ζωής και του θάνατου.





Η Άτροπος η ίδια ήταν αφέντρα του θάνατου, αφού έδινε έτσι μια στο νήμα της ζωής και τόκοβε. Η Λάχεσις περήφανο ατίθασο άτι των απέραντων αποστάσεων, σαν είδε πρώτη το μωρό συγκλονίστηκε. Τη μάγεψε η θωριά του. Ένιωθε πως είναι ό,τι ομορφότερο και γλυκύτερο είχε δει. Για πρώτη φορά φοβήθηκε να αφήσει την τύχη να διαλέξει. «Συγχωρέστε με, θεοί», ψέλλισε. «Δεν μπορώ να ρίξω τους λαχνούς μου. Αυτής της ομορφιάς της πρέπει όλη η γη και όλη η ευτυχία της Πλάσης και γω θα της τα δώσω, ό,τι κι αν χρειαστεί να πληρώσω». Καμώθηκε πως ταιριάζει τους λαχνούς και μ’ ένα επιδέξιο γύρισμα ανάγγειλε πανηγυρικά. «Ευτυχία, αγάπη και θαυμασμός. Χαρά, έρωτας, γαλήνη και περηφάνια»! Γύρισε προς την Άτροπο την κοίταξε στο βυθό των ματιών της και της μήνυσε άηχα. «Να γίνεις ευτυχισμένη, μέχρι το βάθος των γερατειών σου», μίλησε δασκαλεμένη η Άτροπος κοιτάζοντας πλάγια την αυστηρή Λάχεση.





Η κραυγή της Κλωθώς ακούστηκε ξαφνική, σφυριχτή. Ήταν τόσο τρομακτική, που διαπέρασε τις διαστάσεις, ακόμα και το μωρό βλεφάρισε, ενώ οι γονείς σήκωσαν τα κεφάλια τους κοιτώντας τον αγέρα παράξενα. «Κλεψύδρα, κλεψύδρα εδώ στο προσκεφάλι της, υπάρχει κλεψύδρα». Η Άτροπος ένιωσε κεραυνό στο μέτωπο της. Η Λάχεσις πλησίασε το λίκνο χωρίς να πιστεύει αυτό που άκουσε, πάγωσε όταν είδε την κλεψύδρα με τη λιγοστή άμμο, πνίγηκε από ορμητικό αναφιλητό, το όμορφο πρόσωπο της μάνιασε, έγινε χαλκός και γάνα. Άρχισε να τραβά τα μαλλιά της και να τα βγάζει τούφες, τούφες. Ύστερα άρπαξε ουρλιάζοντας την κλεψύδρα, τη σήκωσε ψηλά και ετοιμάστηκε να τη θρυμματίσει. Το σπίτι έτρεμε τώρα. Οι γονείς ανακουρκούρισαν ψάχνοντας να δουν τι συμβαίνει.





«Μη», ούρλιαξε με τη σειρά της η Άτροπος. «Αν τη σπάσεις το παιδί θα πεθάνει τώρα». Μα η Λάχεσις δεν άκουγε. «Εμείς και κανείς άλλος είμαστε η ζωή κι ο θάνατος. Εμείς είμαστε οι Μοίρες. Εμείς διαφεντεύουμε το μέλλον ανθρώπων και θεών. Αυτό το παιδί θα ζήσει, ζωή μεγάλη. Θάναι στην προστασία μου. Και θάναι ευτυχισμένο ως τα γεράματα του». Με τα δυο της χέρια σμιχτά πέταξε την κλεψύδρα με λύσσα κάτω… Δεν έσπασε. Το παιδί κινήθηκε απότομα. Με μια μεγάλη βουτιά η Άτροπος, έπιασε την κλεψύδρα πριν φτάσει στο δάπεδο. Σηκώθηκε αργά, τελετουργικά. Η ομορφιά της Λάχεσης είχε χαθεί. Τα μαλλιά της όρθια σα μέγαιρας, τα κυμάτινα πέπλα της ανάκατα. Αφροί έβγαιναν από το στόμα της και σφυριχτά με ανέμους η ανάσα της. Το βλέμμα της πέταγε φωτιές στην αδελφή της.





Η Άτροπος έβαλε την κλεψύδρα ξανά στο προσκέφαλο. «Ό,τι κι αν έγινε εδώ, εγώ πρέπει να το λύσω. Για το θάνατο αποφασίζω εγώ». Η Λάχεσις χαμογέλασε σκωπτικά. «Θα σπάσεις εσύ την κλεψύδρα δηλαδή και θα απελευθερώσεις το παιδί απ’ αυτή; Για να το δω». Η Άτροπος συνοφρυώθηκε. Καταλάβαινε πως κάποιος άλλος, μα ποιος, αποφάσισε εδώ. Ήταν η πρώτη φορά που μάλωνε με την αδερφή της κι ένιωθε περίεργα και δυστυχισμένη. Και κει, πριν προλάβει κανείς, με μια κοφτή κίνηση η Λάχεσις άρπαξε την κλεψύδρα και χάθηκε πετώντας μέσα από τους τοίχους…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου