Σπηλιά του Μοντεχρήστου


Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Τουλίπες… (του Απολλωδιου )

Τουλίπες…









Κάτω:


Μα εκείνος, δε βλέπει άλλο, από πανοπλίες που κλείνουν και κράνη×

και τη φωτιά, που καίει στο μυαλό, και ανεβάζει τους ατμούς, που θολώνουν



το βλέμμα.



Είναι που είναι μαζεμένα, τα πυκνά μαύρα σύννεφα, στον ουρανό

Τι θες βρε παιδί μου και εσύ, να παίζεις εδώ πέρα;



Φύγε! Είναι στοιχειωμένη, σου λέω, τούτη η αλάνα 'φύγε.



Πόλεις με πίστη: Μαύρες τουλίπες της τρέλας



λιβάδια απέραντα, να μη βλέπεις τη γη× κουνιούνται αλαφρά, με τον αέρα.



Γύρω και ενδιάμεσα: στεγνοί, οι δρόμοι των καταραμένων



Οι δρόμοι των κρεμασμένων× που δεν παν πουθενά.



Πηγαίνει αλήθεια, -όπως λεν- κάτι τελείως λάθος με τούτο, τον τόπο μας



Ή εμείς φυγοπονούμε, απλά, ονειρευόμενοι, εύκολους παραδείσους;



Όντας κομμένοι, όμως, με πρότυπα περιορισμένα και φριχτά ίδια, με εκείνα,



Που λέμε να μισούμε.



-Μπορούμε να γίνουμε δένδρα (να μία ιδέα!)



Να στέκουμε, ψηλά× τόσο, όπου ψίθυρος θα είναι, η φωνή του πλήθους, τουλίπες.



Από εκεί να κοιτούμε, το ένα το άλλο, και ίσως, και, να χαιρετιόμαστε.



Γιατί τα δένδρα, βλέπουν από ψηλά, και από εκεί κοιτάς μακριά.



(ςςςςςςςςς…κουράγιο, θα φτάσουμε)





Δένδρο:



Στους κορμούς μας και τα κλαδιά μας τα χαμηλά, τρίζουνε βαριά, τα σχοινιά των πεθαμένων με τον αέρα.



Εκεί είναι που χορεύουν οι δήμιοι, από κάτω, τα βράδια× γύρω από φωτιές.



Και που μαζεύονται παρέες: ανθρωποφάγοι, να γλεντήσουν×



Χαίρουνται βλέπεις, το φως απ΄τα φανάρια, που μπορούνε, να κρεμάνε ψηλά.



-Κοίτα…ο άνεμος που περνά× από τα φύλλα μας σπέρνει, τουλίπες



και τα μικρά δένδρα λίγα, μακριά, όλα ζωσμένα× τρεκλίζουν, για λίγο αέρα



και απορούν…



-Μα τι να κάναμε; Πόλεμος είναι! Δε κάναμε τίποτα λάθος…



-Άκου…φωνές× τις ακούς;



-Οχι× είναι ψηλά εδώ πάνω, μάλλον, δεν φτάνουν.



-Άκου! Άκου Θεέ μου! κάτω ψοφάνε× κάτω πεθαίνουν× ακούω να ουρλιάζουν



…δεν, πρέπει, να ήτανε αυτό, που θέλησα.



Θέλησα μόνο, να σταθώ αλλιώς× μακριά από το λιβάδι: πάνω από τις τουλίπες



Και τους κρεμασμένους, που βρωμούν× πάνω από τους δήμιους και τον καπνό,



ψηλά, εκεί που αυτός συντάσσεται: σύννεφα.



Μα…δεν είναι έτσι× οι φωνές, δε με αφήνουν.



Τελικά, ίσως η φυγή, να μην είναι επιλογή.



Είναι η φύση μας, εδώ! Μαθαίνεις με τον καιρό, πως όλοι μας φέρουμε,



Το ανεξίτηλο, το μοιραίο σημάδι του Κάιν. Πιο πολύ για τον εαυτό σου, βέβαια,



παρά για τους άλλους.



Δεν είναι τίποτα να πεις, μη προσπαθείς× είναι έτσι.



Ίσως βέβαια, και να είναι, απλά, νωρίς ακόμα.



Ίσως. Να δούμε.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου