Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Giorgio Agamben, Το Παράδοξο της Κυριαρχίας/Giorgio Agamben Homo Sacer Kυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή Εκδόσεις: ''Scripta''/ αναδημοσίευση απο το Die Bestimmung des Menschen ή ταξικές μηχανικές στην τάξη του χρόνου




Giorgio Agamben
Homo Sacer Kυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή
Εκδόσεις: ''Scripta''
Μετάφραση: Παναγιώτης Τσιαμούρας
Επιμέλεια-Επίμετρο: Γιάννης Σταυρακάκης


Μεταφέρω τις σελίδες 37-58. Θα με συγχωρέσουν οι εκδότες, αλλά το μόνο πνευματικό δικαίωμα που καταπατάται είναι το δικαίωμα της ανθρωπότητας στη δωρεάν γνώση, πόσο μάλλον όταν αυτή σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με την επαναστατική θεωρία. Δημοσιεύω εδώ ένα μικρό, αλλά αντιπροσωπευτικό απόσπασμα, ασκώντας αυτό το δικαίωμα.


Το απόσπασμα αυτό λοιπόν, που αποτελεί το πρώτο υποκεφάλαιο του πρώτου μέρους του βιβλίου (''Η Λογική της Κυριαρχίας''), τιτλοφορείται ''Το Παράδοξο της Κυριαρχίας''. Για λόγους δικής μου έλλειψης χρόνου έχω απλοποιήσει τη στίξη, χωρίς να αλλοιώνεται ουσιωδώς το νόημα. Η σκοπιμότητα αυτής της ανάρτησης είναι α) σε σχέση με τη θεωρία των συστημάτων, τη διαλεκτική και το μαρξισμό, για τα οποία συζητήσαμε σπερματικά σε προηγούμενες αναρτήσεις β) σε σχέση με την την ιστορική συγκυρία της καπιταλιστικής κρίσης και την ''κατάσταση εξαίρεσης'' που χρησιμοποιείται ως όρος για να περιγράψει πραγματικά φαινόμενα σε οικονομικό, δικαιικό, πολιτικό, κοινωνικό επίπεδο. Πιστεύω πως καλό είναι να υπάρχει δημοσιευμένο στο διαδίκτυο και εύκολα προσβάσιμο το γενικό πλαίσιο αυτών των αναλυτικών εργαλείων. Στα σχόλια θα πω ορισμένα παραπάνω πράγματα και προσωπικά συμπεράσματα, αν γίνει κάποια κουβέντα.
TO ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ


1.1. Το παράδοξο της κυριαρχίας συνίσταται στο γεγονός ότι ''ο κυρίαρχος βρίσκεται την ίδια στιγμή εντός και εκτός της έννομης τάξης''. Αν, πράγματι, κυρίαρχος είναι αυτός στον οποίο η έννομη τάξη αναγνωρίζει την εξουσία να κηρύσσει την κατάσταση εξαίρεσης και να αίρει, με αυτόν τον τρόπο, την ισχύ της τάξης, τότε ''ο ίδιος βρίσκεται έξω από την κανονικά ισχύουσα έννομη τάξη και ωστόσο ανήκει σ' αυτήν, εφόσον είναι αρμόδιος για τη λήψη της απόφασης αν η ισχύς του συντάγματος μπορεί να ανασταλεί in toto [εξ ολοκλήρου]''(1). Η έκφραση ''την ίδια στιγμή'' αποτελεί μια απαραίτητη αποσαφήνιση, και κάθε άλλο παρά ως κοινότοπη ή περιττή θα πρέπει να εκληφθεί: ο κυρίαρχος, έχοντας τη νόμιμη εξουσία να αναστέλλει την ισχύ του νόμου, τίθεται νομίμως εκτός νόμου. Τούτο σημαίνει ότι το παράδοξο μπορεί να διατυπωθεί και ως εξής: «ο νόμος βρίσκεται έξω από τον ίδιο τον εαυτό του'', με άλλα λόγια: ''εγώ, ο κυρίαρχος, που βρίσκομαι εκτός νόμου, δηλώνω πως δεν υφίσταται τίποτε εκτός του νόμου''.
Αξίζει να εξετάσουμε διεξοδικά την τοπολογία που λανθάνει στο παράδοξο αυτό, γιατί μόνο αν κατανοηθεί η δομή του θα καταστεί σαφές σε ποιο βαθμό η κυριαρχία οροθετεί (με τη διττή έννοια του σκοπού και της αρχής) την έννομη τάξη. Ο Schmitt παρουσιάζει αυτή τη δομή ως εκείνη της εξαίρεσης (Ausnahme):
«Η εξαίρεση δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο νομικής υπαγωγής• δεν επιδέχεται γενική σύλληψη, συνάμα όμως αποκαλύπτει σε απόλυτη καθαρότητα ένα ειδοποιό νομικό τυπολογικό στοιχείο: την απόφαση. Στην απόλυτη μορφή της η κατάσταση έκτακτης ανάγκης [εξαίρεσης] έχει ανακύψει τότε μόνον, όταν πρέπει να δημιουργηθεί εξαρχής η κατάσταση εκείνη μέσα στην οποία ισχύουν κανόνες δικαίου. Κάθε γενικός κανόνας απαιτεί μια κανονική διαμόρφωση των βιοτικών συνθηκών, οι οποίες θα υπαχθούν ως πραγματικά περιστατικά υπό τη νομοτυπική μορφή του και τις οποίες υποτάσσει στην κανονιστική του ρύθμιση. Ο κανόνας χρειάζεται ομοιογενή αγωγό. Τούτη η απτά δεδομένη κανονικότητα δεν αποτελεί απλώς μια «εξωτερική προϋπόθεση» που ο νομικός μπορεί και να την αγνοήσει- απεναντίας, συμφύεται με την εγγενή ισχύ του κανόνα. Δεν υπάρχει κανόνας που θα μπορούσε να εφαρμοστεί σ ένα χάος. Για να έχει νόημα η έννομη τάξη πρέπει να έχει αποκατασταθεί η τάξη. Πρέπει να δημιουργηθεί μια κανονική κατάσταση, και κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει τελεσίδικα αν πράγματι επικρατεί αυτή η κανονική κατάσταση. Κάθε δίκαιο είναι «δίκαιο ορισμένης κατάστασης». Ο κυρίαρχος δημιουργεί και εγγυάται την κατάσταση ως σύνολο και στην ολότητά της. Έχει το μονοπώλιο τούτης της έσχατης απόφασης. Εδώ έγκειται η ουσία της κρατικής κυριαρχίας, η οποία επομένως από νομική άποψη πρέπει να οριστεί ορθά όχι ως μονοπώλιο του καταναγκασμού ή της εξουσίας, αλλά ως μονοπώλιο της απόφασης (η λέξη «απόφαση» χρησιμοποιείται εδώ με τη γενική έννοια που θ' αναπτύξουμε παρακάτω). Η περίπτωση έκτακτης ανάγκης [εξαίρεσης] αποκαλύπτει εναργέστερα απ' οτιδήποτε άλλο την ουσία της κρατικής εξουσίας. Εδώ διαχωρίζεται η απόφαση από τον κανόνα δικαίου και (για να το διατυπώσουμε παραδοξολογικά) η εξουσία αποδεικνύει ότι για να δημιουργήσει δίκαιο δεν χρειάζεται να 'χει δίκιο... Η εξαίρεση είναι πιο ενδιαφέρουσα από την κανονική περίπτωση. Το κανονικό δεν αποδεικνύει τίποτε, η εξαίρεση αποδεικνύει τα πάντα. Δεν επιβεβαιώνει απλώς τον κανόνα, παρά ο κανόνας ζει από την εξαίρεση και μόνο... Ένας προτεστάντης θεολόγος, ο οποίος απέδειξε πόση ζωτική ένταση είναι ικανός να 'χει ο θεολογικός στοχασμός ακόμα και στον 19ο αι., το είπε: «Η εξαίρεση εξηγεί το γενικό και τον εαυτό της. Κι αν θέλει κανείς να μελετήσει σωστά το γενικό, χρειάζεται απλώς ν' αναζητήσει μια πραγματική εξαίρεση. Αυτή τα φανερώνει όλα πολύ πιο ξεκάθαρα απ' ό,τι το ίδιο το γενικό. Τελικά αηδιάζει κανείς με την ασταμάτητη φλυαρία για το γενικό. Υπάρχουν εξαιρέσεις. Αν δεν μπορούμε να τις εξηγήσουμε, τότε δεν μπορούμε να εξηγήσουμε ούτε το γενικό. Συνήθως δεν παρατηρούμε τη δυσκολία, γιατί το γενικό ούτε καν το στοχαζόμαστε με πάθος, παρά με μια βολική επιφανειακότητα. Αντίθετα, η εξαίρεση στοχάζεται το γενικό με ενεργό πάθος» (2).
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Schmitt, για να δώσει τον ορισμό της εξαίρεσης, αναφέρεται στο έργο ενός θεολόγου (που δεν είναι άλλος από τον Sοren Kierkegaard). Ο Vico είχε υποστηρίξει με όχι και πολύ διαφορετικούς όρους την ανωτερότητα της εξαίρεσης, ως «έσχατης διαμόρφωσης των γεγονότων», επί του θετικού δικαίου: «Indidem jurisprudentia non censetur, qui beata memoria jus theticum sive summum et generale regularum tenet; sed qui acri judicio videt in caussis ultimas factorum peristases seu circumstantias, quae aequitatem sive exceptionem, quibus lege universali eximantur, promereant»(3). Ωστόσο δεν υφίσταται, στη σφαίρα των νομικών σπουδών, θεωρία της εξαίρεσης, η οποία να της αναγνωρίζει μια τόσο περίοπτη θέση. Και τούτο γιατί εκείνο που διακυβεύεται, σύμφωνα με τον Schmitt, στην κυρίαρχη εξαίρεση είναι η ίδια η συνθήκη δυνατότητας της εγκυρότητας του δικαιικού κανόνα και, μαζί με αυτήν, το ίδιο το νόημα της κρατικής αρχής. Ο κυρίαρχος μέσω της κατάστασης εξαίρεσης «δημιουργεί και εγγυάται την κατάσταση», την οποία το δίκαιο χρειάζεται για τη δική του ισχύ. Τι είναι όμως αυτή η «κατάσταση», ποια είναι η δομή της, από τη στιγμή που δεν έγκειται παρά μόνο στην αναστολή του νόμου;
? Η βικιανή αντίθεση μεταξύ θετικού δικαίου (jus theticum) και εξαίρεσης εκφράζει εύστοχα το ιδιόμορφο καθεστώς που διέπει την εξαίρεση. Στο δίκαιο, η εξαίρεση συνιστά ένα στοιχείο που υπερβαίνει το θετικό δίκαιο, υπό τη μορφή της αναστολής του. Η σχέση της προς το θετικό δίκαιο είναι ανάλογη με εκείνη της αποφατικής θεολογίας προς την καταφατική. Πράγματι, ενώ η καταφατική κηρύττει και διαβεβαιώνει ότι ο Θεός διαθέτει ορισμένες ιδιότητες, η αποφατική (ή μυστική) θεολογία, με το δικό της μήτε... μήτε... απορρίπτει και αναστέλλει την απόδοση στον θεό οποιουδήποτε κατηγορήματος. Ωστόσο δεν κείται εκτός της θεολογίας, αλλά λειτουργεί, αν το καλοεξετάσουμε, ως η αρχή που θεμελιώνει τη γενικότερη δυνατότητα ενός πράγματος, όπως μία θεολογία. Μόνο επειδή η θεότητα προϋποτέθηκε αποφατικώς ως αυτό που υφίσταται έξω από κάθε δυνατό κατηγόρημα, μπορεί να γίνει υποκείμενο μιας απόφανσης. Με ανάλογο τρόπο, μόνο επειδή η ισχύς του θετικού δικαίου αναστέλλεται στο καθεστώς εξαίρεσης, μπορεί αυτό να ορίσει την κανονική περίπτωση ως σφαίρα της εγκυρότητάς του (4).
1.2. Η εξαίρεση είναι ένα είδος αποκλεισμού• αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση, η οποία αποκλείεται από τον γενικό κανόνα. Εκείνο όμως που χαρακτηρίζει ακριβώς την εξαίρεση είναι πως ό,τι αποκλείεται δεν στερείται, για τον λόγο αυτόν, κάθε σχέσης με τον κανόνα• αντιθέτως, ο κανόνας εξακολουθεί να διατηρεί τη σχέση του με την εξαίρεση υπό τη μορφή της αναστολής. Ο κανόνας εφαρμόζεται στην εξαίρεση απεφαρμοζόμενος, δηλαδή μέσω της μη τήρησής του, της ανάκλησης του από αυτήν. Συνεπώς, η κατάσταση εξαίρεσης δεν είναι το χάος που προηγείται της τάξης, αλλά η κατάσταση που προκύπτει από την αναστολή της. Πράγματι, υπό αυτή την έννοια, σύμφωνα και με το έτυμο, η εξαίρεση βγαίνει έξω, εκβάλλεται (ex-capere)-(5), και δεν είναι απλώς αποκλεισμένη.
Έχει συχνά επισημανθεί ότι η δικαιικο-πολιτική οργάνωση έχει τη δομή μιας περίληψης εκείνου που ταυτοχρόνως απωθείται προς τα έξω. Έτσι ο Deleuze μπόρεσε να γράψει ότι «η κυριαρχία δεν βασιλεύει παρά μόνο πάνω σε ό,τι είναι σε θέση να εσωτερικεύσει»(6). Σχετικά μάλιστα με τον grand enfermement (7) που ο Foucault περιέγραψε στο έργο του Η ιστορία της τρέλας (8), ο Blanchot έκανε λόγο για μια απόπειρα «εγκλεισμού του έξω» (enfermer le dehors) από μέρους της κοινωνίας, δηλαδή συγκρότησής του «σε μια εσωτερικότητα προσμονής ή εξαίρεσης». Αντιμέτωπο με μια περίσσεια, το σύστημα εσωτερικοποιεί μέσω μιας απαγόρευσης ό,τι το υπερβαίνει και, με αυτόν τον τρόπο, «προσδιορίζεται ως εξωτερικό προς τον εαυτό του» (9). Εντούτοις η εξαίρεση που προσδιορίζει τη δομή της κυριαρχίας είναι ακόμα πιο πολύπλοκη. Εκείνο που βρίσκεται εκτός εδώ περιλαμβάνεται όχι απλώς μέσω μιας απαγόρευσης ή ενός εγκλεισμού, αλλά αναστέλλοντας την εγκυρότητα της έννομης τάξης, επιτρέποντάς της έτσι να αποσυρθεί από την εξαίρεση, να την εγκαταλείψει. Δεν είναι η εξαίρεση που δεν επιδέχεται τον κανόνα, αλλά ο κανόνας που, καθώς αναστέλλεται, δίνει χώρο στην εξαίρεση και μόνο με αυτόν τον τρόπο συγκροτείται ως κανόνας, διατηρώντας τη σχέση του με εκείνη. Η ιδιαίτερη «ισχύς» του νόμου συνίσταται σε αυτή την ικανότητά του να διατηρείται σε σχέση με μια εξωτερικότητα. Αποκαλούμε σχέση εξαίρεσης αυτή την ακραία μορφή της σχέσης η οποία περιλαμβάνει κάτι μόνο μέσω του αποκλεισμού του.
Ως εκ τούτου η κατάσταση που δημιουργείται στην εξαίρεση έχει αυτό ακριβώς το ξεχωριστό στοιχείο, ότι δεν μπορεί να οριστεί ούτε ως μια κατάσταση εκ των πραγμάτων (situazione di fatto) ούτε ως μια κατάσταση εκ του νόμου (situazione di diritto), αλλά θεσπίζει μεταξύ αυτών ένα παράδοξο κατώφλι αδιαφορίας (soglia di indifferenza). Δεν είναι ένα γεγονός, γιατί δημιουργήθηκε μόνο από την αναστολή του κανόνα• για τον ίδιο λόγο, όμως, δεν είναι ούτε και ένα δικαιικό παράδειγμα εν προκειμένω, μολονότι προσφέρει τη δυνατότητα ισχύος του νόμου. Αυτό είναι το έσχατο νόημα του παραδόξου που διατύπωσε ο Schmitt, επισημαίνοντας ότι η κυρίαρχη απόφαση «αποδεικνύει ότι για να δημιουργήσει δίκαιο δεν χρειάζεται να 'χει δίκιο». Πράγματι, στην περίπτωση της κυρίαρχης εξαίρεσης το ζητούμενο δεν είναι τόσο ο έλεγχος ή η εξουδετέρωση μιας περίσσειας, όσο, πρωτίστως, η δημιουργία και ο καθορισμός του ίδιου του χώρου εντός του οποίου μπορεί να έχει ισχύ η δικαιικο-πολιτική τάξη. Υπό αυτή την έννοια, η κυρίαρχη εξαίρεση είναι η θεμελιώδης ετοπιοποίηση/τοπο-θέτηση (Ortung [localizzazione]), η οποία δεν περιορίζεται στη διάκριση μεταξύ εκείνου που βρίσκεται εντός και εκείνου που βρίσκεται εκτός, της κανονικής κατάστασης και του χάους, αλλά χαράσσει μεταξύ αυτών ένα κατώφλι (την κατάσταση εξαίρεσης), εκκινώντας από την οποία εσωτερικό και εξωτερικό εισέρχονται σε εκείνες τις πολύπλοκες τοπολογικές σχέσεις οι οποίες καθιστούν δυνατή την εγκυρότητα της ισχύουσας τάξης.
Επομένως, η «τακτοποίηση του χώρου», στην οποία συνίσταται για τον Schmitt ο κυρίαρχος Νόμος, δεν είναι μόνο «πάρσιμο της γης» (Landnahme), παγίωση μιας δικαιικής (ταξι-θέτηση) (Ordnung) και εδαφικής (τοπο-θέτηση) (Ortung) τάξης, αλλά πρωτίστως «πάρσιμο του έξω», εξαίρεση (Ausnahme).
? Δεδομένου ότι «δεν υφίσταται κανένας κανόνας που να μπορεί να εφαρμοστεί στο χάος», αυτό θα πρέπει πρώτα να περιληφθεί στην ισχύουσα τάξη μέσω της δημιουργίας μιας ζώνης αδιαφορίας μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού, χάους και φυσιολογικής κατάστασης: της κατάστασης εξαίρεσης. Πράγματι, ένας κανόνας, για να αναφέρεται σε κάτι, πρέπει να προϋποθέτει αυτό που βρίσκεται έξω από τη σχέση (το ασχέτιστο, εκείνο που δεν έχει κανενός είδους σχέση με οτιδήποτε άλλο) και, παρ' όλα αυτά, να οικοδομεί έτσι μια σχέση μαζί του. Με τον τρόπο αυτόν η σχέση εξαίρεσης εκφράζει απλώς την αρχέγονη τυπική δομή της δικαιικής σχέσης. Η κυρίαρχη απόφαση περί εξαίρεσης είναι, υπ' αυτή την έννοια, η αρχέγονη πολιτικο-δικαιική δομή, και μόνο εκκινώντας από αυτήν εκείνο που περιλαμβάνεται στην τάξη και εκείνο που αποκλείεται από αυτήν αποκτούν το νόημά τους. Στην αρχετυπική της μορφή, λοιπόν, η κατάσταση εξαίρεσης είναι η αρχή κάθε δικαιικής εντοπιοποίησης/τοποθέτησης, γιατί μόνο αυτή διανοίγει τον χώρο στον οποίο καθίσταται για πρώτη φορά δυνατή η παγίωση μιας τάξης και μιας σαφώς προσδιορισμένης εδαφικής επικράτειας. Ως τέτοια όμως, αυτή η ίδια είναι ουσιωδώς μη εντοπιοποιήσιμη, δεν υπόκειται δηλαδή σε τοπο-θέτηση (μολονότι από καιρού εις καιρόν μπορεί να της αποδοθούν καθορισμένα χωρο-χρονικά όρια).
Ο δεσμός μεταξύ εντοπιοποίησης/τοπο-θέτησης (Ortung) και ταξι-θέτησης (Ordnung, που συγκροτεί τον «νόμο της γης»(10) είναι, λοιπόν, ακόμα πιο πολύπλοκος από όσο τον περιγράφει ο Schmitt και στο εσωτερικό του εμπεριέχει μια θεμελιώδη ασάφεια, μια μη εντοπιοποιήσιμη ζώνη αδιαφορίας ή εξαίρεσης, η οποία, σε τελική ανάλυση, καταλήγει απαραιτήτως να ενεργεί εναντίον του ως μια αρχή άπειρης εκτόπισης και απεντοπιοποίησης. Σύμφωνα με μία από τις θέσεις που υποστηρίζονται στην παρούσα διερεύνηση, στην εποχή μας, η κατάσταση εξαίρεσης, ως θεμελιώδης πολιτική δομή, αναδεικνύεται όλο και περισσότερο σε πρώτο πλάνο και τείνει να καταστεί τελικά ο κανόνας. Κάθε φορά που η εποχή μας αποπειράθηκε να δώσει μια ορατή διαρκή εντοπιοποίηση/τοπο-θέτηση σε αυτό το μη εντοπιοποιήσιμο, το αποτέλεσμα ήταν το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Πράγματι, το στρατόπεδο, και όχι η φυλακή, είναι ο χώρος που αντιστοιχεί σε αυτή την αρχέγονη δομή του νόμου. Αυτό φαίνεται μεταξύ άλλων και στο γεγονός ότι, ενώ το σωφρονιστικό δίκαιο δεν βρίσκεται έξω από την κανονική τάξη, αλλά συνιστά μονάχα μια ξεχωριστή σφαίρα του ποινικού δικαίου, ο δικαιικός αστερισμός που κατευθύνει το στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι, όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, ο στρατιωτικός νόμος ή η κατάσταση πολιορκίας. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν είναι δυνατόν στην ανάλυση του στρατοπέδου συγκέντρωσης να ακολουθήσουμε κατά γράμμα τις εργασίες του Foucault, από την Ιστορία της σεξουαλικότητας μέχρι το Επιτηρηση και τιμωρία (11). Ως απόλυτος χώρος εξαίρεσης, το στρατόπεδο είναι τοπολογικώς διαφορετικό από μιαν απλή ειρκτή. Και είναι αυτός ο χώρος εξαίρεσης, εντός του οποίου ο δεσμός μεταξύ εντοπιοποίησης/τοπο-θέτησης και ταξι-θέτησης διαρρηγνύεται οριστικώς, που προκάλεσε την κρίση του παλαιού «νόμου της γης».
1.3. Η εγκυρότητα ενός δικαιικού κανόνα δεν συμπίπτει με την εφαρμογή του στη μεμονωμένη περίπτωση, για παράδειγμα, σε μια δίκη ή σε μια εκτελεστική πράξη• αντιθέτως, ο κανόνας, ακριβώς στον βαθμό που είναι γενικός, πρέπει να ισχύει ανεξαρτήτως της μεμονωμένης περίπτωσης. Στο σημείο αυτό η σφαίρα του δικαίου αποκαλύπτει την ουσιαστική εγγύτητά της με εκείνη της γλώσσας. Όπως μια λέξη αποκτά τη δύναμη να δηλώσει ένα τμήμα της πραγματικότητας, αναλόγως των απαιτήσεων μιας ενεργεία ομιλίας, μόνο στον βαθμό που αυτή έχει νόημα ακόμη και τη στιγμή που δεν δηλώνει [δηλαδή ως langue(12) διακριτή από την parole(13)]: ως όρος εξεταζόμενος στην καθαρή λεξικολογική βαρύτητά του, ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης χρήσης του στην ομιλία), έτσι και ο κανόνας μπορεί να αναφέρεται στη μεμονωμένη περίπτωση μόνο επειδή, στην κυρίαρχη εξαίρεση, ισχύει ως καθαρή δύναμη, καθώς αναστέλλεται κάθε πραγματική αναφορά. Και όπως η γλώσσα προϋποθέτει το μη γλωσσικό ως αυτό με το οποίο πρέπει να μπορεί να διατηρηθεί σε δυνητική σχέση (στη μορφή μιας langue, ή, ακριβέστερα, ενός γραμματικού παιχνιδιού, δηλαδή μιας ομιλίας, η ενεργεία δήλωση της οποίας διατηρείται απροσδιορίστως σε εκκρεμότητα), ώστε να μπορέσει εν συνεχεία να τη φανερώσει στην ενεργεία ομιλία, έτσι και ο νόμος προϋποθέτει το μη δικαιικό (για παράδειγμα, την καθαρή βία ως φυσική κατάσταση) ως αυτό με το οποίο ο ίδιος παραμένει σε μια δυνάμει σχέση στην κατάσταση εξαίρεσης. Η κυρίαρχη εξαίρεση (ως ζώνη αδιαφορίας μεταξύ φύσης και δικαίου) αποτελεί την προϋπόθεση της δικαιικης αναφοράς υπό τη μορφή της αναστολής της. Σε κάθε κανόνα που επιβάλλει ή απαγορεύει οτιδήποτε (για παράδειγμα, στον κανόνα που απαγορεύει την ανθρωποκτονία) εγγράφεται, ως προϋποτιθέμενη εξαίρεση, η καθαρή και ανεπικύρωτη μορφή του συγκεκριμένου αδικήματος που, σε μια κανονική περίπτωση, θα πραγμάτωνε την ίδια την υπέρβασή του (στο παράδειγμα, ο φόνος ενός ανθρώπου όχι ως φυσική βία, αλλά ως κυρίαρχη βία στην κατάσταση εξαίρεσης).
? Πρώτος ο Hegel κατανόησε σε βάθος αυτή την προϋποθέτουσα δομή της γλώσσας, χάρη στην οποία τίθεται, ταυτοχρόνως, εκτός και εντός του εαυτού της, ενώ το άμεσο (το μη γλωσσικό) αποκαλύπτεται ότι δεν αποτελεί παρά μια προϋπόθεση της γλώσσας. «Το τέλειο στοιχείο», έγραψε στη Φαινομενολογία του Πνεύματος, «στο οποίο η εσωτερικότητα είναι εξίσου εξωτερική όσο η εξωτερικότητα είναι εσωτερική, είναι η γλώσσα»(14). Όπως μόνο η κυρίαρχη απόφαση περί της κατάστασης εξαίρεσης ανοίγει τον χώρο όπου μπορούν να χαραχτούν σύνορα μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού και συγκεκριμένοι κανόνες μπορούν να κατανεμηθούν σε συγκεκριμένες εδαφικές περιοχές, έτσι μόνο η γλώσσα ως καθαρή δύναμη σήμανσης εγκαταλείπει κάθε συγκεκριμένη στιγμή ομιλίας, διαχωρίζει το γλωσσικό από το μη γλωσσικό και επιτρέπει το άνοιγμα διαφορετικών σημαινουσών σφαιρών λόγου, όπου σε συγκεκριμένους όρους αντιστοιχούν συγκεκριμένες καταδηλώσεις. Η γλώσσα είναι ο κυρίαρχος που, σε διαρκή κατάσταση εξαίρεσης, διακηρύττει πως δεν υφίσταται τίποτε εκτός γλώσσας, ότι βρίσκεται πάντοτε πέραν του εαυτού της. Η ιδιαίτερη δομή του δικαίου θεμελιώνεται σε αυτή την προϋποθέτουσα δομή της ανθρώπινης γλώσσας. Αυτή εκφράζει τον δεσμό του περιληπτικού αποκλεισμού, του αποκλεισμού που εμπερικλείει, στον οποίο υπόκειται ένα πράγμα, επειδή βρίσκεται εντός της γλώσσας, επειδή κατονομάζεται. Υπ' αυτή την έννοια να λες είναι πάντοτε jus dicere (15).
1.4. Στην προοπτική αυτή, η εξαίρεση τοποθετείται σε συμμετρική θέση προς το παράδειγμα, με το οποίο δημιουργεί σύστημα. Εξαίρεση και παράδειγμα συνιστούν τους δύο τρόπους μέσω των οποίων ένα σύνολο επιζητά να θεμελιώσει και να διατηρήσει τη συνοχή του. Αλλά ενώ η εξαίρεση είναι, από την άποψη που εξετάσαμε, ένας περιληπτικός αποκλεισμός, ένας αποκλεισμός που περιλαμβάνει (esclusione inclusiva), (που χρησιμοποιείται, δηλαδή, για να περιλάβει αυτό που αποβάλλεται), το παράδειγμα λειτουργεί ακριβώς ως περίληψη που αποκλείει (inclusione esclusiva). Ας πάρουμε την περίπτωση του γραμματικού παραδείγματος(16): εδώ το παράδοξο συνίσταται στο γεγονός ότι μια ενική απόφανση, η οποία δεν διακρίνεται σε τίποτα από άλλες περιπτώσεις του ιδίου γένους, απομονώνεται από αυτές ακριβώς στον βαθμό που ανήκει στον αριθμό τους. Αν, για να δώσουμε το παράδειγμα ενός επιτελεστικού ομιλιακού ενεργήματος (atto di discorso), προφέρεται το σύνταγμα «σ' αγαπώ»: από τη μια πλευρά, αυτό δεν μπορεί να εννοηθεί ως εάν να βρίσκεται εντός ενός κανονικού συγκείμενου, αλλά, από την άλλη, για να μπορέσει να λειτουργήσει ως παράδειγμα, θα πρέπει να το πραγματευτούμε ως πραγματική απόφανση. Αυτό που δείχνει το παράδειγμα είναι το γεγονός πως το σύνταγμα ανήκει σε μια τάξη, αλλά ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο η παραδειγματική περίπτωση εξέρχεται από αυτή την τάξη την ίδια στιγμή που την επιδεικνύει και την οριοθετεί (έτσι, στην περίπτωση ενός γλωσσικού συντάγματος, αυτό καταδεικνύει τη σήμανσή του και με τον ίδιο τρόπο αναστέλλει το νόημά του). Στην περίπτωση, τώρα, που διερωτηθούμε αν ο κανόνας εφαρμόζεται στο παράδειγμα, η απάντηση δεν είναι εύκολη, γιατί αυτός εφαρμόζεται στο παράδειγμα μόνο ως κανονική περίπτωση και όχι, προφανώς, ως παράδειγμα. Δηλαδή, το παράδειγμα αποκλείεται από την κανονική περίπτωση όχι γιατί δεν συνιστά τμήμα της, αλλά, αντιθέτως, γιατί αποκαλύπτει ότι ανήκει σε αυτήν. Συνιστά, λοιπόν, ένα πραγματικό παράδειγμα με την ετυμολογική σημασία του όρου: εκείνο που «δείχνεται στο πλάι» (παρά+δείκνυμι), και μια τάξη μπορεί να περιέχει τα πάντα, αλλά όχι το παράδειγμά της.
Ο μηχανισμός της εξαίρεσης είναι διαφορετικός. Αν το παράδειγμα αποκλείεται από το σύνολο καθόσον ανήκει σε αυτό, η εξαίρεση περιλαμβάνεται στην κανονική περίπτωση, ακριβώς γιατί δεν συνιστά μέρος της. Κι όπως το ανήκειν σε μια τάξη μπορεί να αποδειχτεί μόνο από ένα παράδειγμα, δηλαδή έξω από εκείνη, έτσι και το μη ανήκειν μπορεί να αποδειχτεί μόνο στο εσωτερικό της, δηλαδή με μια εξαίρεση. Σε κάθε περίπτωση (όπως φανερώνει και η έριδα μεταξύ ανωμαλικών και αναλογικών στους κόλπους των αρχαίων γραμματικών)-(17), εξαίρεση και παράδειγμα είναι έννοιες συσχετιζόμενες μεταξύ τους, που τείνουν, οριακά, να αναμειχτούν και παρεμβαίνουν κάθε φορά που χρειάζεται να προσδιορίσουμε το ίδιο το νόημα του ανήκειν των ατόμων, της αίσθησης ότι αποτελούν μέρος μιας κοινότητας. Σε κάθε λογικό σύστημα, όπως και σε κάθε κοινωνικό σύστημα, η σχέση μεταξύ του εντός και του εκτός, της αλλοτριότητας και της οικειότητας είναι εξίσου πολύπλοκη.
? Η exceptio (18) του ρωμαϊκού δικονομικού δικαίου αποδεικνύει καθαρά αυτή την ξεχωριστή δομή της εξαίρεσης. Για τον εναγόμενο συνιστά ένα εργαλείο υπεράσπισης, που αποσκοπεί στην εξουδετέρωση των αιτιάσεων και των συμπερασμάτων που υποστήριξε ο ενάγων, στην περίπτωση που η κανονική εφαρμογή του jus civile (19) αποδεικνυόταν άνιση ή άδικη. Οι Ρωμαίοι θεωρούσαν την exceptio μια μορφή αποκλεισμού στρεφόμενη εναντίον της εφαρμογής του jus civile [Πανδέκται 44.1.2.• Ulpianus [Ουλπιανός] 74: «Exceptio dicta est quasi quaedam exclusio, quae opponi actioni solet ad excludendum id, quod in intentionem condemnationemve deductum est»-20)]. Υπ' αυτή την έννοια η exceptio δεν είναι καθόλου κάτι που βρίσκεται εκτός του δικαίου, αλλά, αντιθέτως, αποκαλύπτει μια σύγκρουση μεταξύ δύο δικαιικών απαιτήσεων, η οποία στο ρωμαϊκό δίκαιο παραπέμπει στην αντιπαράθεση μεταξύ jus civile και jus honorarium, δηλαδή του δικαίου που εισήγαγε ο πραίτορας για να μετριάσει την υπερβολική γενικότητα των κανόνων του αστικού δικαίου.
Στην τεχνική της έκφραση, στο ρωμαϊκό δικονομικό σύστημα η exceptio λαμβάνει έτσι τη μορφή μιας υπό όρους αρνητικής ρήτρας η οποία παρεντίθεται μεταξύ της intentio και της condemnatio, μέσω της οποίας η καταδίκη του εναγόμενου εξαρτάται από την ανυπαρξία της υπεράσπισης, εξαιρουμένης από αμφότερες (για παράδειγμα: si in ea re nihil malo A. Agerii factum sit neque fiat, δηλαδή, αν δεν υπήρξε δόλος). Η περίπτωση εξαίρεσης αποκλείεται έτσι από την εφαρμογή του jus civile, χωρίς όμως τούτο να σημαίνει ότι αμφισβητείται το γεγονός πως η σχετική περίπτωση ανήκει στην κανονιστική πρόβλεψη. Η κυρίαρχη εξαίρεση αντιπροσωπεύει ένα περαιτέρω κατώφλι: μετατοπίζει τη σύγκρουση μεταξύ των δύο δικαιικών απαιτήσεων σε μια σχέση-όριο μεταξύ εκείνου που βρίσκεται εντός και εκείνου που βρίσκεται εκτός του δικαίου.
Ίσως να φαίνεται άτοπο να επιδιώκουμε να ορίσουμε τη δομή της κυρίαρχης εξουσίας με όλες τις οδυνηρές πραγματολογικές συνεπαγωγές της, διαμέσου δύο ακίνδυνων γραμματικών κατηγοριών. Κι όμως υφίσταται μια περίπτωση στην οποία ο αποφασιστικός χαρακτήρας του γλωσσικού παραδείγματος και η οριακή αδυναμία διάκρισης του από την εξαίρεση, μαρτυρούν μια προφανή ανάμειξη με την εξουσία σε ζητήματα ζωής και θανάτου. Πρόκειται για το επεισόδιο των Κριτών 12: 5-6 όπου οι Γαλααδίτες αναγνωρίζουν τους Εφραιμίτες οι οποίοι προσπαθούν να διαφύγουν πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό ζητώντας τους να προφέρουν τη λέξη Στάχυς, την οποία αυτοί δεν ήταν σε θέση να προφέρουν («καΐ είπαν αύτοΐς οι άνδρες Γαλαάδ• μή Έφραθίτης εί; και ειπεν ού. και είπαν αύτω• εϊπον δή Στάχυς• καΐ ού κατηύθυνε τοϋ λαλήσαι ούτως, και έπελάβοντο αύτοΰ, και εθυσαν αυτόν προς τάς διαβάσεις τοϋ Ίορδάνου»)-(21). Στο «Στάχυς» παράδειγμα και εξαίρεση δεν μπορούν να διακριθούν και συγχωνεύονται. Πρόκειται για μια παραδειγματική εξαίρεση ή για ένα παράδειγμα που λειτουργεί ως εξαίρεση. (Υπ' αυτή την έννοια δεν προκαλεί έκπληξη τo γεγονός ότι σε μια κατάσταση εξαίρεσης προτιμώνται οι παραδειγματικές τιμωρίες.)
1.5. Η θεωρία των συνόλων προχωρεί σε μια σημαντική διάκριση: όταν ένας όρος ανήκει σε ένα σύνολο, τούτο δεν σημαίνει ότι ταυτοχρόνως περιλαμβάνεται σε αυτό. Η περίληψη παρατηρείται όταν ένας όρος αποτελεί τμήμα ενός συνόλου, με την έννοια ότι όλα τα στοιχεία του είναι ταυτοχρόνως και στοιχεία εκείνου του συνόλου (τότε λέμε ότι το b αποτελεί υποσύνολο του a, και η σχέση τους γράφεται: b ? a). Αλλά ένας όρος μπορεί και να ανήκει σε ένα σύνολο χωρίς να περιλαμβάνεται σε αυτό (η έννοια του ανήκειν είναι σε τελική ανάλυση η πρωταρχική έννοια της θεωρίας των συνόλων και γράφεται b ? a), ή, αντιστρόφως, μπορεί να περιλαμβάνεται σε ένα σύνολο δίχως να ανήκει σε αυτό. Σε ένα βιβλίο που εξέδωσε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Alain Badiou πραγματεύεται και αναπτύσσει αυτή τη διάκριση για να τη μεταφράσει σε πολιτικούς όρους. Για τον Badiou η έννοια του ανήκειν αντιστοιχεί στην παράσταση και εκείνη της περίληψης στην αναπαράσταση (ανα-παράσταση). Έτσι λέμε ότι ένας όρος ανήκει σε μια κατάσταση (είναι μέλος της), αν αυτός παρίσταται και υπολογίζεται ως μονάδα σε αυτή την κατάσταση (και για να χρησιμοποιήσουμε πολιτικούς όρους, τα άτομα στην ενικότητά τους στον βαθμό που ανήκουν σε μια κοινωνία). Αντιθέτως, θα πούμε ότι ένας όρος περιλαμβάνεται σε μια κατάσταση αν αναπαρίσταται στη μεταδομή (το κράτος), στην οποία με τη σειρά της η δομή της κατάστασης υπολογίζεται ως μονάδα (τα άτομα, στον βαθμό που ανακωδικοποιούνται από το κράτος σε τάξεις, για παράδειγμα ως «εκλογείς»). Ο Badiou θεωρεί κανονικό έναν όρο ο οποίος παρίσταται και αναπαρίσταται ταυτοχρόνως (δηλαδή ανήκει και περιλαμβάνεται), έκφυμα έναν όρο ο οποίος αναπαρίσταται, αλλά δεν παρίσταται (ο οποίος, δηλαδή, περιλαμβάνεται σε μια κατάσταση χωρίς να ανήκει σε αυτή), ενικό έναν όρο ο οποίος παρίσταται, αλλά δεν αναπαρίσταται (που ανήκει, χωρίς να περιλαμβάνεται)-(22).
Ποια είναι η θέση της κυρίαρχης εξαίρεσης σε αυτό το σχήμα; Με μια πρώτη ματιά θα μπορούσαμε να σκεφτούμε πως εντάσσεται στην τρίτη περίπτωση, ότι δηλαδή η εξαίρεση προβάλλει ως μορφή που ανήκει χωρίς να περιλαμβάνεται. Και ασφαλώς έτσι είναι από την οπτική γωνία που υιοθετεί ο Badiou. Εκείνο όμως που προσδιορίζει τον χαρακτήρα της κυρίαρχης αξίωσης είναι ακριβώς το γεγονός ότι εφαρμόζεται στην εξαίρεση παύοντας να εφαρμόζεται, απεφαρμοζόμενη• ότι περιλαμβάνει αυτό που βρίσκεται έξω από αυτήν. Δηλαδή, η κυρίαρχη εξαίρεση είναι η φιγούρα στην οποία η ενικότητα αναπαρίσταται ως τέτοια, δηλαδή ως μη αναπαραστάσιμη. Ό,τι δεν μπορεί να περιληφθεί σε κάποια περίπτωση, εμπερικλείεται στη μορφή της εξαίρεσης. Στο σχήμα του Badiou η εξαίρεση εισάγει μια τέταρτη φιγούρα, ένα κατώφλι αδιαφορίας μεταξύ εκφύματος (αναπαράστασης άνευ παράστασης) και ενικότητας (παράστασης άνευ αναπαράστασης), κάτι σαν μια παράδοξη περίληψη του ίδιου του ανήκειν. Αποτελεί, λοιπόν, το στοιχείο εκείνο το οποίο δεν μπορεί να περιληφθεί στην ολότητα στην οποία ανήκει και δεν μπορεί να ανήκει στο σύνολο στο οποίο πάντοτε ήδη περιλαμβάνεται. Αυτό που αναδεικνύεται σε τούτη την οριακή φιγούρα είναι η ριζική κρίση κάθε δυνατότητας να διακρίνουμε με σαφήνεια μεταξύ ανήκειν και περίληψης, δηλαδή μεταξύ εκείνου που βρίσκεται εκτός και εκείνου που βρίσκεται εντός, μεταξύ εξαίρεσης και κανόνα.
? Στην προοπτική αυτή η σκέψη του Badiou είναι μια αυστηρή σκέψη της εξαίρεσης. Πράγματι, η κεντρική κατηγορία της, εκείνη του συμβάντος, αντιστοιχεί στη δομή της εξαίρεσης. Ο Badiou ορίζει το συμβάν ως στοιχείο μιας κατάστασης τέτοιας που είναι αδύνατο να αποφασίσουμε αν, από την οπτική γωνία της κατάστασης, ανήκει σε αυτήν. Για τον λόγο αυτόν στο κράτος το συμβάν προβάλλει αναπόφευκτα ως έκφυμα. Συν τοις άλλοις, σύμφωνα με τον Badiou, η σχέση μεταξύ ανήκειν και περίληψης σημαδεύεται από μια θεμελιώδη ανεπάρκεια, εξαιτίας της οποίας η περίληψη υπερβαίνει πάντοτε το ανήκειν (θεώρημα του σημείου περίσσειας). Η εξαίρεση εκφράζει ακριβώς αυτή την αδυναμία ενός συστήματος να κάνει να συμπέσουν περίληψη και ανήκειν, να συνενώσει όλα τα μέρη του.
Σε γλωσσικό επίπεδο, είναι δυνατόν να εξομοιώσουμε την περίληψη με το νόημα και το ανήκειν με την καταδήλωση. Τότε στο θεώρημα του σημείου περίσσειας θα αντιστοιχήσει το γεγονός ότι μια λέξη έχει πάντοτε περισσότερο νόημα από όσο πραγματικά μπορεί να δηλώσει και μεταξύ νοήματος και δήλωσης υφίσταται πάντοτε μια ανυπέρβλητη διάσταση. Και ακριβώς αυτή η διάζευξη βρίσκεται υπό εξέταση τόσο στη θεωρία του Claude Levi-Strauss περί συστατικού επιπολασμού του σημαίνοντος προς το σημαινόμενο («σε κάθε περίπτωση υφίσταται ένα έλλειμμα ισοδυναμίας μεταξύ των δύο, το οποίο μπορεί να λύσει μόνο μια θεϊκή διάνοια, και το οποίο καταλήγει στην ύπαρξη περίσσειας του σημαίνοντος ως προς τα σημαινόμενα επί των οποίων εδράζεται»-(22)] όσο και στη θεωρία του Emile Benveniste περί μη αναγώγιμης αντίθεσης μεταξύ σημειωτικού και σημαντικού. Η σκέψη της εποχής μας, σε κάθε σφαίρα της, καλείται να αναμετρηθεί με τη δομή της εξαίρεσης. Η αξίωση απόλυτης κυριαρχίας της γλώσσας θα συνίσταται λοιπόν στην απόπειρα να κάνει να συμπέσουν νόημα και καταδήλωση, να δημιουργήσει μεταξύ των δύο μια ζώνη αδιακρισίας, όπου θα διατηρείται σε σχέση με τα denotata (24) της εγκαταλείποντάς τα και αποσυρόμενη από αυτά σε μια καθαρή langue (η γλωσσική «κατάσταση εξαίρεσης»). Αυτό είναι που πράττει η αποδόμηση, θέτοντας τα μη αποφασίσιμα σε μιαν άπειρη περίσσια αναφορικά με κάθε πραγματική δυνατότητα νοήματος.
1.6. Για τον λόγο αυτόν στον Schmitt η κυριαρχία παρουσιάζεται με τη μορφή μιας απόφασης επί της εξαίρεσης. Εδώ η απόφαση δεν είναι η έκφραση της θέλησης ενός προσώπου ιεραρχικώς ανώτερου από κάθε άλλον, αλλά αντιπροσωπεύει την εγγραφή, στο σώμα του νόμου, της εξωτερικότητας που το ζωοδοτεί και το νοηματοδοτεί. Ο κυρίαρχος δεν αποφασίζει το έννομο και το έκνομο, αλλά την πρωταρχική συνεπαγωγή του ζωντανού όντος στη σφαίρα του δικαίου, ή, για να ακολουθήσουμε τα λόγια του Schmitt, «την κανονική δόμηση των σχέσεων ζωής», την οποία χρειάζεται ο νόμος. Η απόφαση δεν αφορά ούτε ένα quaestio juris (25) ούτε ένα quaestio facti, αλλά την ίδια τη σχέση μεταξύ δικαίου και γεγονότος. Στο σημείο αυτό δεν έχουμε μόνο, όπως φαίνεται να υποδεικνύει ο Schmitt, την εισόρμηση της «πραγματικής ζωής», που, στην εξαίρεση, «διαρρηγνύει την κρούστα ενός μηχανισμού που έχει καταστεί άκαμπτος, εξαιτίας της επανάληψης», αλλά ενός πράγματος που αφορά την ίδια την ενδότερη φύση του νόμου. Το δίκαιο έχει κανονιστικό χαρακτήρα, είναι «κανόνας» (ακριβώς με την έννοια του «γνώμονα»), όχι γιατί κελεύει και επιτάσσει, αλλά στον βαθμό που οφείλει πρωτίστως να δημιουργήσει τη σφαίρα της αναφοράς του στην πραγματική ζωή, να την κανονικοποιησει. Για τούτο -στον βαθμό, δηλαδή, που παγιώνει τις συνθήκες αυτής της αναφοράς, και συνάμα τις προϋποθέτει- η πρωταρχική δομή του κανόνα είναι πάντοτε του τύπου: «Αν [στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγου χάριν, si membrum rupsit (27)], τότε [νομική συνέπεια, λόγου χάριν: talio esio (28)]», όπου ένα γεγονός περιλαμβάνεται στη δικαιική τάξη διαμέσου του αποκλεισμού του και η παράβαση φαίνεται να προηγείται και να καθορίζει την έννομη περίπτωση. Το γεγονός ότι ο νόμος έχει αρχικώς τη μορφή ενός lex talionis (talio, ίσως από το talis, πάει να πει: το αυτό πράγμα) σημαίνει ότι η δικαιική τάξη καταρχάς δεν εμφανίζεται απλώς ως κύρωση της παραβατικής πράξης, αλλά, μάλλον, ότι συγκροτείται, διαμέσου της επανάληψης της ίδιας πράξης δίχως κάποια κύρωση, δηλαδή ως περίπτωση εξαίρεσης. Αυτή δεν είναι μια τιμωρία της πρώτης πράξης, αλλά αντιπροσωπεύει την περίληψή της στη δικαιική τάξη, τη βία ως πρωτογενές δικαιικό γεγονός [permittit enim lex parem vindictam (29), Pompeius Festus, De verborum significatione 496, 15). Υπ' αυτή την έννοια, η εξαίρεση είναι η αρχέγονη μορφή του δικαίου.
Απόρροια αυτής της αιχμαλώτισης της ζωής στο δίκαιο δεν είναι η κύρωση (η οποία δεν αποτελεί καθόλου αποκλειστικό γνώρισμα του δικαιικού κανόνα), αλλά η ενοχή (όχι με την τεχνική σημασία που αυτή η έννοια έχει στο ποινικό δίκαιο, αλλά με την αρχέγονη, εκείνη που φανερώνει μια κατάσταση, ένα είμαι-σε-χρέος. Πάει να πει, να-είμαι-ένοχος: in culpa esse)• δηλαδή, ακριβώς, ότι ένα πράγμα περιλαμβάνεται μέσω ενός αποκλεισμού, ότι βρίσκεται σε σχέση με κάτι από το οποίο αποκλείεται ή το οποίο δεν μπορεί να αναληφθεί πλήρως. Η ένοχη δεν αναφέρεται στην παράβαση, δηλαδή στον προσδιορισμό του έννομου και του εκνομου, αλλά στην καθαρή ισχύ του νόμου, στην απλή αναφορά του σε κάτι. Αυτό είναι το απώτατο θεμέλιο της δικαιικής αρχής-ξένης προς κάθε ηθική- σύμφωνα με την οποία η άγνοια του νόμου δεν εξαλείφει την ενοχή. Σε αυτή την αδυναμία να αποφασίσουμε αν είναι η ενοχή που θεμελιώνει τον κανόνα ή ο κανόνας που θέτει την ενοχή, έρχεται στο φως και η αδιακρισία μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού, μεταξύ ζωής και δικαίου που χαρακτηρίζει την κυρίαρχη απόφαση περί της εξαίρεσης. Η «κυρίαρχη» δομή του νόμου, η ιδιαίτερη και πρωτότυπη «ισχύς» του έχει τη μορφή μιας κατάστασης εξαίρεσης, όπου γεγονός και δίκαιο δεν μπορούν να διακριθούν (μολονότι θα πρέπει να αποφασιστούν). Η ζωή, η οποία βρίσκεται έτσι υπό-χρέος, μπορεί σε τελευταία ανάλυση να υπαχθεί στη σφαίρα του δικαίου μόνο προϋποθέτοντας τον περιληπτικό αποκλεισμό της, μόνο σε μια exceptio. Υφίσταται μια φιγούρα-όριο, μια οριακή μορφή, της ζωής, ένα κατώφλι όπου αυτή είναι, ταυτοχρόνως, εντός και εκτός της δικαιικής τάξης, και αυτό το κατώφλι είναι ο τόπος της κυριαρχίας.
Επομένως η δήλωση σύμφωνα με την οποία «ο νόμος θρέφεται μόνο με την εξαίρεση» θα πρέπει να ερμηνευτεί κατά γράμμα. Το δίκαιο δεν έχει άλλη ζωή παρά μόνο εκείνη που επιτυγχάνει να αιχμαλωτίσει εντός του μέσω του περιληπτικού αποκλεισμού της exceptio: θρέφεται με αυτή, και δίχως αυτή μένει νεκρό γράμμα. Υπό αυτή την έννοια πράγματι το δίκαιο «στερείται καθαυτό οιασδήποτε ύπαρξης, αλλά η ίδια η ζωή των ανθρώπων αποτελεί το είναι του». Η κυρίαρχη απόφαση χαράσσει και από καιρού εις καιρόν ανανεώνει αυτό το κατώφλι αδιαφορίας μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού, αποκλεισμού και περίληψης, νόμου και φύσης, όπου η ζωή βρίσκεται αρχικώς εξαιρούμενη στο δίκαιο. Η απόφαση του είναι η θέση ενός μη αποφασίσιμου.
? Δεν είναι τυχαίο που η πρώτη εργασία του Schmitt είναι ολοκληρωτικώς αφιερωμένη στον προσδιορισμό της δικαιικής έννοιας της ενοχής. Εκείνο που προκαλεί αμέσως εντύπωση σε αυτή τη μελέτη είναι η απόφαση με την οποία ο συγγραφέας απορρίπτει κάθε τεχνικοτυπικό προσδιορισμό της έννοιας της ενοχής, για να την περιγράψει αντιθέτως με όρους οι οποίοι εν πρώτοις φαίνονται μάλλον ηθικοί παρά νομικοί. Πράγματι, εδώ (σε αντίθεση με το αρχαίο δικαιικό ρητό που υποστηρίζει ειρωνικά ότι «δεν υπάρχει ενοχή δίχως κανόνα») η ενοχή είναι πρωτίστως μια «διαδικασία της εσωτερικής ζωής» (Vorgang des Innerlebens), κάτι ουσιωδώς «ενδοϋποκειμενικό» (Innersubiektives)-(30), που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια αληθινή «κακή θέληση» (bosen Willen), η οποία συνίσταται σε «μια ενσυνείδητη θέση σκοπών αντίθετων προς τους σκοπούς της δικαιικής τάξης»-(31).
Δεν είμαστε σε θέση να συμπεράνουμε αν ο Benjamin γνώριζε αυτό το κείμενο, όταν έγραφε τα Schicksal und Charakter και Για μια κριτική της βίας είναι όμως βέβαιο ότι ο ορισμός που δίνει ο ίδιος για την ενοχή ως αρχέγονη δικαιική έννοια, η οποία καταχρηστικώς χρησιμοποιείται στην ηθικο-θρησκευτική σφαίρα, συνάδει απολύτως προς τη θέση του. Schmitt - μολονότι κινείται προς μια διαμετρικώς αντίθετη κατεύθυνση. Ενώ για τον Benjamin το ακριβές ζητούμενο είναι να ξεπεραστεί η κατάσταση δαιμονιακής ύπαρξης, της οποίας το δίκαιο είναι ένα υπόλειμμα, και να απελευθερωθεί ο άνθρωπος από την ενοχή (η οποία δεν είναι άλλο από την εγγραφή της φυσικής ζωής στην τάξη του δικαίου και του πεπρωμένου), στον πυρήνα του ισχυρισμού του C. Schmitt, περί του δικαιικού χαρακτήρα και της κεντρικότητας της έννοιας της ενοχής, δεν τοποθετείται η ελευθερία του ηθικού ανθρώπου, παρά η κατασταλτική εξουσία του κυρίαρχου (κατέχων), που, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μπορεί μόνο να επιβραδύνει την κυριαρχία του Αντίχριστου.
Μία ανάλογη σύμπλευση σημειώνεται και σχετικά με την έννοια του χαρακτήρα. Τόσο ο Schmitt όσο και ο Benjamin προχωρούν στην ευκρινή διάκριση μεταξύ χαρακτήρα και ενοχής [«η έννοια της ενοχής» γράφει ο Schmitt, «έχει να κάνει με ένα operari (32) και όχι με ένα esse»-(33)]. Εντούτοις στον Benjamin είναι αυτό ακριβώς το στοιχείο (ο χαρακτήρας στον βαθμό που διαφεύγει από κάθε ενσυνείδητη θέληση), που παρουσιάζεται ως αρχή ικανή να απαλλάξει τον άνθρωπο από την ενοχή και να επιβεβαιώσει τη φυσική αθωότητά του.
1.7. Αν η εξαίρεση είναι η δομή της κυριαρχίας, τότε η κυριαρχία δεν αποτελεί ούτε μια έννοια αποκλειστικώς πολιτική ούτε μια κατηγορία αποκλειστικώς δικαιική ούτε μια δύναμη εξωτερική προς το δίκαιο (Schmitt) ούτε τον υπέρτατο κανόνα της δικαιικής τάξης (Kelsen): αυτή είναι η αρχέγονη δομή όπου το δίκαιο αναφέρεται στη ζωή και την περιλαμβάνει εντός του μέσω της αναστολής του. Επιστρατεύοντας μια υπόδειξη του Jean-Luc Nancy, θα αποκαλέσουμε ανάθεμα {[bando], από τον αρχαίο γερμανικό όρο που απεικονίζει τόσο τον αποκλεισμό από την κοινότητα όσο και το διακριτικό γνώρισμα του κυρίαρχου), αυτή τη δύναμη (ακριβώς με την έννοια της αριστοτελικής δύναμης, η οποία είναι πάντοτε δύναμις μη ενεργείν, δυνατότητα να μη μετουσιώνεται σε πράξη) του νόμου να διατηρείται στη στέρηση του, να εφαρμόζεται απεφαρμοζόμενος, μέσω της μη τήρησής του. Η σχέση εξαίρεσης είναι μια σχέση αναθέματος. Πράγματι, αυτός που αναθεματίστηκε δεν βρίσκεται απλώς εκτός νόμου ούτε είναι αδιάφορος προς αυτόν, αλλά είναι εγκαταλελειμμένος από αυτόν, δηλαδή εκτίθεται και διακυβεύεται στο κατώφλι όπου ζωή και δίκαιο, εξωτερικό και εσωτερικό συγχέονται. Γι' αυτόν δεν μπορούμε κυριολεκτικώς να αποκριθούμε αν βρίσκεται εντός ή εκτός της δικαιικής τάξης (αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αρχικώς είμαι «αναθεματισμένος» [in bando, a bandono] στα ιταλικά σήμαινε τόσο είμαι «στο έλεος κάποιου» όσο και «θεληματικά, εκούσια, ελεύθερα», είμαι «αποκλεισμένος», αλλά και «ανοικτός σε όλους, ελεύθερος», όπως και «στρωμένο τραπέζι, έτοιμο για γεύμα»). Και είναι υπ' αυτή την έννοια που το παράδοξο της κυριαρχίας μπορεί να προσλάβει τη μορφή: «δεν υφίσταται τίποτε εκτός του νόμου». Η αρχέγονη σχέση του νόμου με τη ζωη δεν είναι η τηρηση, αλλά η Εγκατάλειψη. Η αξεπέραστη δυνατότητα του νόμου, η αρχέγονη του «ίσχύς νόμου», είναι αυτό που κρατά τη ζωή στο ανάθεμά της, εγκαταλείποντάς την.
Και αυτήν ακριβώς τη δομή του αναθέματος οφείλουμε στο σημείο αυτό να κατανοήσουμε, για να μπορέσουμε, αν χρειαστεί, να την ανακαλέσουμε και να τη θέσουμε εκ νέου υπό διερώτηση.
? Το ανάθεμα είναι μια μορφή σχέσης. Αλλά τι είδους σχέση ακριβώς είναι αυτή, από τη στιγμή που το ανάθεμα δεν έχει κάποιο θετικό περιεχόμενο και οι όροι της σχέσης φαίνεται να αλληλοαποκλείονται (και, συνάμα, να αλληλοπεριλαμβάνονται); Ποια είναι η μορφή του νόμου που εκφράζεται μέσα σε αυτή; Το ανάθεμα είναι η καθαρή μορφή αναφοράς σε κάτι γενικότερα, δηλαδή η απλή θέση μιας σχέσης με το ασχέτιστο, με εκείνο που δεν επιδέχεται κανενός είδους σχέση. Υπ' αυτή την έννοια, ταυτίζεται με την οριακή μορφή της σχέσης. Μία κριτική του αναθέματος θα πρέπει λοιπόν απαραιτήτως να θέσει υπό εξέταση την ίδια τη μορφή της σχέσης και να διερωτηθεί αν το πολιτικό γεγονός δεν είναι ενδεχομένως νοητό επέκεινα της σχέσης, δηλαδή όχι πλέον υπό τη μορφή μιας σχέσης.

Παραπομπές




1. Πολιτική θεολογία. Τέσσερα κεφάλαια γύρω από τη διδασκαλία περί κυριαρχίας, μετάφραση-σημειώσεις-επιλεγόμενα: Παναγιώτης Κονδύλης, Λεβιάθαν, 1994, σ. 17. (Σ.τ.μ.)ό.π., σσ. 19-20.
2. Πολιτική θεολογία, ό.π., σσ. 28-32. Οι αγκύλες δεν υπάρχουν στο
πρωτότυπο.
3. «Ένας αξιοσέβαστος νομικός είναι, επομένως, όχι εκείνος που με τη βοήθεια αγαθής μνήμης κατέχει το θετικό δίκαιο (ή ένα γενικό πλέγμα νόμων), αλλά μάλλον κάποιος που με κοφτερή κρίση γνωρίζει πώς να διεισδύει στις διάφορες περιπτώσεις και να διακρίνει τις βαθύτερες περιστάσεις των γεγονότων• εκείνες που αξίζουν μια σύμφωνη προς τις αρχές του δικαίου εξέταση, αλλά και τις εξαιρέσεις από τους γενικούς κανόνες» (De antiquissimina, κεφ. II). (Σ.τ.μ.)
4. Αρκετές παράγραφοι κεντρικής σημασίας, όπως και η προηγούμενη, του έργου του G. Agamben εισάγονται με το πρώτο γράμμα του εβραϊκού αλφάβητου, το περίφημο Άλεφ (?), το οποίο συμβολίζει το ον, το πνεύμα, τόσο τον άνθρωπο όσο και τον θεό, τη μητέρα όλων των αριθμών και την πρώτη ουσία, το καταληπτό αντικείμενο και τη μονάδα. (Σ.τ.μ.).
5. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την ετυμολογία του ελληνικού όρου: εξαίρεση (βγάλσιμο έξω) < εξ+αφώ. (Σ.τ.μ.)
6. Gilles Deleuze - Felix Guattari, Mille plateaux, Minuit, Παρίσι 1980, σ. 445.
7. μεγάλο εγκλεισμό. Βλ. εξάλλου και Μισέλ Φουκώ, Ο μεγάλος εγκλεισμός. Το πείραμα της ομάδας πληροφόρησης για τις φυλακές, μετάφραση: Σπύρος Παντελάκης, Μαύρη Λίστα, 1999. (Σ.τ.μ.)
8. Μισέλ Φουκώ, Η ιστορία της τρέλας, μετάφραση: Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Ηριδανός, χ.χ. (Σ.τ.μ.)
9. Maurice Blanchot, L'entretien infini, Gallimard, Παρίσι 1969, σ. 292.
10. Carl Schmitt, Das Nomas von der Erde, Duncker & Humbolt, Βερολίνο 1974, σ. 48.
11. Μισέλ Φουκώ, Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής., μετάφραση: Καίτη Χατζημήτρου, Ράππας, 1976. (Σ.τ.μ.)
12. γλώσσα. (Σ.τ.μ.)
13. φωνούμενος λόγος, ομιλία. (Σ.τ.μ.)
14. Georg Wilhelm Friedrich Hegel, «Phanomenologie des Geistes», σε G. W. F. Hegel, Werke in zwanzig Banden, τόμ. 3, Suhrkamp, Φρανκφούρτη 1971, σσ. 527-9.
15. διχαιοδοτείν, δικάζειν. (Σ.τ.μ.)
16. Jean-Claude Milner, «L'exemple et la fiction», σε Tiber Papp- Pierre Pira (επιμέλεια). Transparence et opacite, Cerf, Παρίσι 1988, σ. 176.
17. Οι αναλογικοί γραμματικοί, που ανήκαν στη φιλολογική σχολή της Αλεξάνδρειας, υποστήριζαν πως η αναλογία μεταξύ λέξης και έννοιας ήταν απαράβατος κανόνας, σε αντίθεση προς τους ανωμαλικούς, δηλαδή τους οπαδούς της σχολής της Περγάμου. (Σ.τ.μ.)
18. εξαίρεση. (Σ.τ.μ.)
19. αστικό δίκαιο, το δίκαιο του άστεως (δημόσιο και ιδιωτικό). (Σ.τ.μ.)
20. «Αποκαλείται εξαίρεση (exceptio), γιατί σειστά σχεδόν μια μορφή αποκλεισμού, ένα είδος αποκλεισμού το οποίο συνήθως αντετίθετο στη δίκη με σκοπό να αποκλείσει όσα υποστηρίζονταν στην αιτίαση (intentio) και στην κατάκριση (condemnatio)». (Σ.τ.μ.)
21. Το απόσπασμα παρατίθεται από τη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στην κοινή ελληνιστική των Εβδομήκοντα. Αν επιχειρούσαμε μια απόδοση στη νεοελληνική, θα ήταν κάπως έτσι: «Οι Γαλααδίτες ρωτούσαν τον καθένα τους: "Μήπως είσαι Εφραιμίτης;" Εκείνος απαν-τούσε: "Όχι". Οι Γαλααδίτες τού έλεγαν: "Πες τη λέξη: Στάχυς". Κα-νείς από τους Εφραιμίτες δεν την πρόφερε ορθώς. Έτσι οι Γαλααδίτες φρουροί συλλάμβαναν κάθε Εφραιμίτη και τον φόνευαν στα περάσματα του Ιορδάνη». Αυτό συνέβαινε γιατί οι Εφραιμίτες αδυνατούσαν να προ-φέρουν το γράμμα ch και γινόταν αμέσως αντιλητττό ότι ήταν Εφραιμί-τες. Οφείλουμε ωστόσο να κάνουμε μια επισήμανση, γιατί ο έλληνας αναγνώστης πιθανόν να δυσκολεύεται να κάνει ορισμένες αντιστοιχίες. Ο συγγραφέας, χρησιμοποιώντας τη λατινική απόδοση («Dicebant ei Galaaditae: numquid Ephrataeus es? Quo dicente: non sum, interro-gabant eum: die ergo Scibbolet, quod interpretatur spica. Qui respondebat: sibbolet, eadem littera spicam exprimere non valens. Statimque apprehensum jugulabant in ipso Jordanie transitu»),
αντί του «Στάχυς», δίνει «Schibboleth», την οποία οι Εφραιμίτες πρόφεραν «Sibbolet», και με τον τρόπο αυτόν καθιστά πιο ευκρινή την εικόνα. Έχει ενδιαφέρον να μνημονεύσουμε πως κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και κατά τη διάρκεια της σικελικής εξέγερσης εναντίον του γαλλικού Οίκου της Ανδεγαυΐας (Ανζού), που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως Σικελικός Εσπερινός (30 Μαρτίου 1282), όταν οι Ιταλοί επέβαλλαν στους Γάλλους να προφέρουν τη λέξη ciceri, την οποία όμως οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να προφέρουν όπως οι Ιταλοί. (Σ.τ.μ.)
22. Alain Badiou, L'etre et l'evenement. Seuil, Παρίσι 1988, σσ. 95-115.
23. Claude Levi-Strauss, «Introduction a l'oeuvre de Marcel Mauss», σε Marcel Mauss, Sociologie et anthropologie. Presses Universitaire de France, Παρίσι 1950, σ. XLIX. Γαλλικά στο πρωτότυπο.
24. καταδηλώσεις. (Σ.τ.μ.)
25. ζήτημα που αφορά το δίκαιο. (Σ.τ.μ.)
26. ζήτημα που αφορά το γεγονός. (Σ.τ.μ.)
27. εάν ένα μέλος (του σώματος: ένα χέρι, ένα πόδι κλπ.) έσπασε. (Σ.τ.μ.)
28. να εφαρμοστεί ο lex talionis (= ο νόμος της ίσης ανταπόδοσης). Πρόκειται για τον εβραϊκό νόμο της ίσης ανταπόδοσης κακού: «Κανένα δεν θα λυπάστε. Θα ανταποδίδετε ζωή αντί ζωής, οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος, χέρι αντί χεριού και πόδι αντί ποδιού» (Δευτερονόμιον 19.21). (Σ.τ.μ.)
29. πράγματι ο νόμος επιτρέπει μια εκδίκηση με πρόκληση της ίδιας βλάβης. (Σ.τ.μ.)
30. Carl Schmitt, ?ber Schuld und Schuldarten. Eine terminolo-gische Untersuchung, Schletter, Μπρεσλάου 1910, σσ. 18-24.
31. Uber Schuld und Schuldarten. Eine terminologische Untersuchung, ό.π., σ. 92.
32. τελείν, πράττειν, αλλά και ιερουργείν. (Σ.τ.μ.)
33. είναι. (Σ.τ.μ.)
34. Uber Schuld und Schuldarten. Eine terminologische Untersuchung, ό.π., σ. 46.
Δημοσιεύτηκε από τον χρήστη

2 σχόλια:

Ονειρμός είπε...

Αν μπορείς κάνε την επικόλληση από εδώ http://bestimmung.blogspot.gr/ πρόσθεσα το σύμβολο Άλεφ και κάποια ακόμα που χάθηκαν κατά τη μεταφορά.

Το βασικότερο ελάττωμά του είναι μου φαίνεται πως δεν τονίζει τον φορέα της κυριαρχίας ως φορέα της κυριαρχικής σχέσης, καταλήγοντας σε έναν νομικισμό με την έμφαση στο εκάστοτε νομικό αξίωμα (Πρόεδρος Δημοκρατίας κλπ). Τουλάχιστον σε αυτό το κείμενο θα έπρεπε να ανοιχτεί στο κοινωνικό πεδίο εκκινώντας από την κυριαρχική σχέση, όπως κάνουν οι D-G και βέβαια ο μαρξισμός.


Νοσφεράτος είπε...

αργοτερα φιλε ,,, τωρα βγαινω .. τα λέμε

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου