Αναγνώστες

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Μελαγχολία και Οικονομία/αναδημοσιευση απο το danger.few!!! Το επίσημο blog των happyfew


Μελαγχολία και Οικονομία


… Παρουσιάζουμε λοιπόν μια δική μας περίληψη από το άρθρο «L’ homo oeconomicus peut-il être mélancolique ?», της Céline Spector, στο εξαιρετικό φιλοσοφικό περιοδικό Klesis (2012). Οι επιμέρους τίτλοι είναι δικοί μας. - Σημ. HS
Από το 19ο αιώνα, η ιστοριογραφία καταπιάστηκε με το λεγόμενο «πρόβλημα Άνταμ Σμιθ». Είναι το εξής: ενώ στον Πλούτο των Εθνών (στο εξής ΠτΕ), που κυκλοφόρησε το 1776, ο Σμιθ ορίζει το ιδιοτελές συμφέρον ως θεμελιακό κίνητρο της κοινωνικής τάξης πραγμάτων, η κατά 20 χρόνια νεώτερη Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων (ΘΗΣ) στηρίζεται στην έννοια της συμπόνιας και της ενσυναίσθησης, της ικανότητας «να μπαίνεις στη θέση του άλλου», η οποία απαγορεύει να σκεφτόμαστε τον άνθρωπο σαν ένα υπολογιστικό κι εγωϊστικό πλάσμα, οχυρωμένο μέσα στην υποκειμενικότητά του. Η φράση με την οποία ξεκινάει η ΘΗΣ είναι σαφέστατη:
«Όσο εγωϊστή κι αν θεωρήσουμε τον άνθρωπο, υπάρχουν χωρίς αμφιβολία μέσα στη φύση του ορισμένα στοιχεία, που τον οδηγούν να νοιάζεται για τη μοίρα των άλλων και κάνουν αναγκαία γι’ αυτόν την ευτυχία των άλλων, έστω κι αν δεν αποκομίζει από αυτό τίποτε άλλο πέρα από το να τους βλέπει ευτυχισμένους. Τέτοιου είδους στοιχεία είναι το έλεος και η συμπόνια» (μέρος Α’, κεφ. 1) .
Με δυο λόγια, ο Σμιθ φαίνεται να πλάθει δυο διαφορετικούς τύπους ανθρώπου: ο ένας τύπος ανάγει όλα τα πάθη στην επιθυμία βελτίωσης της ατομικής μοίρας, βεβαιώνοντας ότι η κοινωνία μπορεί να επιβιώσει χωρίς να υπάρχει καθόλου καλοσύνη και αρετή∙ ο άλλος θεωρεί αποφασιστικής σημασίας τα ηθικά συναισθήματα.
Είναι όμως έτσι;
Είναι γνωστό ότι ο ΠτΕ δεν είναι εγχειρίδιο ηθικής φιλοσοφίας. Θέματά του είναι το ύψος των μισθών, η συσσώρευση του κεφαλαίου και το ποσοστό κέρδους. Εδώ, ο Σμιθ υποστηρίζει πως οι άνθρωποι, στην τεράστια πλειοψηφία τους, αγωνίζονται να βελτιώσουν τη μοίρα τους «μέσα από την αύξηση της ατομικής περιουσίας τους»∙ και πως «από εδώ προκύπτει τόσο ο δημόσιος κι ο εθνικός όσο και ο ιδιωτικός πλούτος» (ΠτΕ, μέρος Β’, κεφ. 3).
Ωστόσο, ούτε η ΘΗΣ αποκλείει τα ιδιοτελή κίνητρα. Υποστηρίζει μάλιστα ότι, παρ’ όλο που μια κοινωνία ευημερεί περισσότερο και είναι πιο ευτυχισμένη όταν ανθίζουν εντός της «οι αρετές», αυτές δεν είναι αναγκαίες για να επιβιώσει ως κοινωνία.
Στην πραγματικότητα, ο Σμιθ τηρεί στη ΘΗΣ αποστάσεις τόσο από τον επικούρειο ή χομπσιανό αναγωγισμό (που ανάγουν όλες τις αρετές στην φιλαυτία και την ιδιοτέλεια), όσο και από τον ηθικισμό του Φράνσις Χάτσεσον (που υποστήριζε την πανανθρώπινη και παντελώς ανιδιοτελή καλοσύνη)∙ και μάλιστα καταγγέλλει την άποψη ότι «η ιδιοτέλεια δεν μπορεί να είναι ενάρετη ποτέ, σε κανένα βαθμό και σ’ οποιαδήποτε κατεύθυνση κι αν στραφεί» (μέρος Β', κεφ. 3). Ίσα-ίσα, λέει, δεν πρέπει να υπερτιμάται η καλοσύνη και να υποτιμάται η ιδιοτέλεια: «Σε πολλές περιπτώσεις, το να νοιάζεται κανείς για το συμφέρον του και την ατομική του ευτυχία μπορεί να είναι ένα αξιοσέβαστο κίνητρο δράσης» (στο ίδιο).
Επομένως, αν κάτι αξίζει να μας προβληματίσει στο πέρασμα από το συμπονετικό κόσμο της ΘΗΣ στον ανελέητο κόσμο της ΠτΕ, δεν είναι τόσο η εξαφάνιση της έννοιας της συμπόνιας, όσο η εμφάνιση ενός στοχασμού πάνω στις ανορθολογικές συνέπειες της απληστίας, ειδικά στην πιο στενή ή πρωτογενή μορφή της. Και είναι χαρακτηριστικό ότι, εδώ, πολύ περισσότερο απ’ τους έμπορους –οι οποίοι νοιάζονται μόνο για το πώς θα επικρατήσουν στον ανταγωνισμό, ακόμα και σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος–, ο Σμιθ δείχνει με το δάχτυλο τους Κονκισταδόρες, που τυφλωμένοι από την απληστία, έτρεχαν ν’ ανακαλύψουν το μυθικό Ελντοράντο χωρίς να σκέφτονται ότι, όσο περισσότερο χρυσάφι ανακάλυπταν, τόσο περισσότερο θα υποτιμούνταν και θα έπεφτε η τιμή του χρυσού (ΘΗΣ, μέρος Α’, κεφ. 11)! Οι άνθρωποι λοιπόν, συμπεραίνει, αφήνονται συχνά να παρασυρθούν από «παράξενες ψευδαισθήσεις».
Η μελαγχολία ως αποκάλυψη 

Προκύπτει έτσι το ερώτημα: μήπως θα ήταν σωστότερο να πούμε ότι ο Άνταμ Σμιθ δεν έβλεπε καμιά αντίθεση μεταξύ συμφέροντος και συμπόνιας, ή μεταξύ οικονομίας και ηθικής, αλλά μάλλον μια αντίθεση μεταξύ δυο διαφορετικών τύπων ­συμφέροντος; Από τη μια, δηλαδή, ένα συμφέρον ενσυνείδητο και διαυγές, έστω κι αντίθετο καμιά φορά προς το δημόσιο συμφέρον, και από την άλλη ένα συμφέρον τυφλό και επιρρεπές σε ψευδαισθήσεις;

Τα ερωτήματα αυτά μας επιβάλλουν να ξαναγυρίσουμε τη ΘΗΣ για να δούμε μήπως μπορούμε να διακρίνουμε σε αυτήν μια συγκεκριμένη άποψη πάνω στην κοινωνία και τη λειτουργία της εμπορευματικής τάξης πραγμάτων στο εσωτερικό της. Αν η οικονομία είναι απλώς ένας τομέας της κοινωνίας στον οποίο δεν βασιλεύει η συμπόνια, τότε μήπως θα πρέπει να εξετάσουμε και να κρίνουμε τις οικονομικές συμπεριφορές μέσα από τη σκοπιά του κοινωνικού; Τι ρόλο παίζει εδώ το ιδιοτελές συμφέρον;
Στο τέταρτο μέρος της ΘΗΣ, με τίτλο «Η επίδραση της χρησιμότητας στο αίσθημα της επιδοκιμασίας», ο Σμιθ εξηγεί ότι η απόλαυση που νιώθει ένας φτωχός όταν βλέπει αντικείμενα τέχνης και χλιδής, μπορεί να εξηγηθεί αν τη δούμε σαν μια έκφραση της ικανότητας «να μπαίνεις στη θέση του άλλου» –εν προκειμένω, του πλούσιου. Έτσι ο φτωχός νιώθει, προς στιγμήν, πλούσιος. Όμως την ίδια στιγμή, ο Σμιθ τονίζει πόσο ανορθολογική είναι η ματαιοδοξία που συνδέεται με την κατοχή αυτών των συμβόλων πλούτου: η απόκτηση ενός σωρού επιπόλαιων μπιχλιμπιδιών δεν μπορεί ποτέ να φέρει την ποθούμενη ευδαιμονία.
Γράφει πάνω σ’ αυτό:
«(…) με την κατάπτωση που φέρνουν η αρρώστια και τα γερατειά, χάνεται και η κενοδοξία του μεγαλείου. Δεν λέει πια τίποτα στον άρρωστο και το γέρο. Ο γιός του φτωχού που μεγαλοπιάστηκε, κακολογεί μες στην καρδιά του τη φιλοδοξία και μετανιώνει για τη ραθυμία της νιότης του, για τις οποίες μάταια θυσιάστηκε κυνηγώντας αυτά που τώρα πια, που τα ‘χει αποκτήσει, δεν του δίνουν καμιά αληθινή ικανοποίηση. Όποιος χτυπιέται απ’ τη μελαγχολία ή την αρρώστεια, παύει να μεγαλοπιάνεται και προσέχει τώρα να εξετάσει προσεκτικά την κατάσταση στην οποία έχει βρεθεί, ώστε να δει τι είναι αυτό που πραγματικά του λείπει για να είναι ευτυχισμένος. Τότε, ο πλούτος και η ισχύς φανερώνουν το αληθινό τους πρόσωπο: δεν είναι τίποτε άλλο παρά τεράστιες πολύπλοκες μηχανές, καμωμένες από τα πιο λεπτά κι ευαίσθητα κίνητρα, για να παράγουν μάταια υλικά μπιχλιμπίδια κυρίως για την ικανοποίηση του σώματος.»
Αυτή είναι η μεγάλη ψευδαίσθηση, λέει ο Σμιθ, πάνω στην οποία θεμελιώνεται η εμπορική-εμπορευματική­ κοινωνία. Ο γιός του φτωχού τσακίζεται στη δουλειά όλη του τη ζωή ελπίζοντας να γλυτώσει απ’ τα δεινά που γεννάει η ίδια του η δουλειά. Κι όπως ονειρεύεται ν’ αποκτήσει όλα εκείνα που πιστεύει πως υπόσχονται την υπέρτατη ευδαιμονία, στο τέλος τού απομένουν μόνο βάσανα, έγνοιες και ταλαιπωρίες. Κοιτάζοντας έτσι προς τα πίσω τη ζωή του, ο γιός του φτωχού καταλαβαίνει πως ο φρενιτιώδης αγώνας του ήταν εντελώς μάταιος. Η πολύπλοκη και σπάταλη «μηχανή» του πλούτου δεν παράγει παρά κάποια επιδερμικά μπιχλιμπίδια, για το σώμα περισσότερο παρά για το πνεύμα. Τότε, συνεχίζει, εμφανίζεται η μελαγχολία, αποκαλύπτοντας την αλήθεια των πραγμάτων κι εξανεμίζοντας τις ψευδαισθήσεις: χάρη στη μελαγχολία, το άτομο συνειδητοποιεί στο τέλος της ζωής του πως το κυνήγι του πλούτου και του μεγαλείου δεν μπόρεσε να του προσφέρει τα αγαθά, την ασφάλεια και τη χαρά που τόσο ποθούσε.
Με άλλα λόγια, η μελαγχολία φαίνεται πως αποκαλύπτει την αλήθεια του homo oeconomicus, ο οποίος δουλεύει ασταμάτητα και ξεθεώνεται για να «πετύχει». Αυτό που μας δείχνει η μελαγχολία, είναι η αδυσώπητη αποτυχία ενός τέτοιου σχεδίου και οράματος ζωής –άρα, με μια έννοια, τη βαθιά ανορθολογικότητα της οικονομικής ορθολογικότητας.
Η χρησιμότητα των ψευδαισθήσεων
Όμως αυτό σήμαινε για τον Άνταμ Σμιθ πως η ίδια η οικονομική τάξη πραγμάτων, και επομένως η εμπορευματική κοινωνία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας κόσμος πλάνης και ψευδαισθήσεων, ανίκανος να εξασφαλίσει στους ανθρώπους την ευτυχία που τους υπόσχεται; Πρότεινε μήπως μια επιστροφή στην αριστοτελική κριτική της «χρηματιστικής», δηλαδή της επιθυμίας που καθώς συγχέει τους σκοπούς με τα μέσα γίνεται αχαλίνωτη;
Όχι!, απαντάει ο φιλόσοφος Σμιθ τονίζοντας, απεναντίας, την καταπληκτική χρησιμότητα αυτής της πλάνης: 
«Ευτυχώς που η φύση μάς ξεγελάει μ’ αυτό τον τρόπο. Διότι αυτή η πλάνη, αυτή η ψευδαίσθηση βάζει μπροστά και συντηρεί την αδιάκοπη κίνηση της ανθρώπινης επινοητικότητας. Αυτή παρακίνησε τους ανθρώπους να καλλιεργήσουν τη γη, να χτίσουν σπίτια, να ιδρύσουν πόλεις και Κράτη, να κάνουν εφευρέσεις και να βελτιώσουν όλες τις επιστήμες κι όλες τις τέχνες που ομορφαίνουν κι εξευγενίζουν την ανθρώπινη ζωή. Αυτή άλλαξε ολοκληρωτικά την όψη του κόσμου, μεταμόρφωσε τα φυσικά κι άγρια δάση σε γόνιμες κι ευχάριστες πεδιάδες, αυτή πήρε τον αδιάβατο κι άγονο ωκεανό και τον έκανε πηγή τροφής και γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στα διαφορετικά έθνη της γης.» (ΘΗΣ, στο ίδιο κεφάλαιο)!!!
Με άλλα λόγια, αν και η μελαγχολία αποκαλύπτει την οικονομική ανορθολογικότητα, η αλήθεια της εμπορευματικής κοινωνίας δεν βρίσκεται στην απομάγευσή της, διότι σε τελική ανάλυση, κατά τον Σμιθ, η μελαγχολία δεν αποτελεί τη γνήσια, ορθολογική και ηθική οπτική γωνία από την οποία μπορούμε να κρίνουμε την εμπορευματική κοινωνία. Ίσα-ίσα, σε ένα στάδιο της ανάπτυξής της τουλάχιστον, η κοινωνία αυτή λειτουργεί, λέει, χάρη στη δύναμη της φαντασίας, η οποία διεγείρει το θαυμασμό –τη μάγευση– των συμβόλων επίδειξης του πλούτου και της επιτυχίας, και μ’ αυτό τον τρόπο δικαιολογεί τους κόπους και τις θυσίες των ανθρώπων. Διότι,
«αμέσως μόλις μας αφήσει λίγο η μελαγχολία, μας συνεπαίρνει και πάλι ο θαυμασμός για τα πλούτη των ανακτόρων και των ισχυρών, θαυμάζουμε ξανά το πώς είναι έτσι καμωμένα ώστε να τους εξασφαλίζουν την ευδαιμονία, να προλαβαίνουν τις ανάγκες τους, να ικανοποιούν τις επιθυμίες τους, να διασκεδάζουν ακόμα και τις πιο επιπόλαιες ορέξεις τους. Βέβαια, αν εξετάζαμε αυτή καθαυτή την αληθινή ικανοποίηση που μπορούν όλ’ αυτά να τους προσφέρουν, θα βρίσκαμε πως είναι μηδαμινή και τιποτένια. Όμως πολύ σπάνια την εξετάζουμε μ’ αυτή την αφηρημένη και φιλοσοφική ματιά. Τον περισσότερο καιρό την συγχέουμε στη φαντασία μας με την τάξη, την αρμονική και ομαλή κίνηση του συστήματος, της μηχανής ή της οικονομίας, χάρη στην οποία παράγεται. Γι’ αυτό το λόγο, οι απολαύσεις του πλούτου και της ισχύος διεγείρουν τη φαντασία μας σαν να είναι αυτές οι ίδιες κάτι το σπουδαίο, το όμορφο και το ευγενές, που η απόκτησή του δικαιολογεί απόλυτα τους κόπους και το άγχος που του αφιερώνουμε» (στο ίδιο).
Ένα φατούρο από αόρατα χέρια...

Με αυτό τον τρόπο, η ΘΗΣ σκιαγραφεί ένα μοντέλο εναρμόνισης των ιδιωτικών συμφερόντων μέσω της χλιδής, κίνητρο της οποίας δεν είναι άλλο από τη ματαιοδοξία. Διότι, λέει, μόλις οι πλούσιοι κι οι ισχυροί ικανοποιήσουν τις «ανάγκες του στομαχιού», θ’ αρχίσουν να διανέμουν το περίσσευμα σε όλους εκείνους που μετέχουν στην οικονομία του πλούτου τους (όσους φτιάχνουν τα μπιχλιμπίδια που τους αρέσουν, συγυρίζουν τα παλάτια τους, τους υπηρετούν, κ.ο.κ.). Ας είναι δηλαδή καλά οι πλούσιοι κι οι ισχυροί, που μαγεύονται από τη χλιδή, κι έτσι μένει περίσσευμα ώστε να τρώνε κάτι κι οι φτωχοί!

Συμπέρασμα;
«Οδηγημένοι λοιπόν από ένα αόρατο χέρι, οι άνθρωποι πραγματοποιούν τελικά την ίδια πάνω-κάτω διανομή των απαραίτητων προς το ζην με αυτήν που θα πραγματοποιούνταν εάν η γη μοιράζονταν σε ίσα κομμάτια σε όλους τους κατοίκους της –κι έτσι, άθελά τους, οι πλούσιοι κι οι ισχυροί, υπηρετούν τα συμφέροντα της κοινωνίας και παρέχουν τα μέσα για τον πολλαπλασιασμό του ανθρώπινου είδους» (στο ίδιο)!!!
Μεγαλείο! 

Βρισκόμαστε με άλλα λόγια ήδη μέσα στον κόσμο του ΠτΕ;  Ναι, αλλά και όχι ακριβώς. Διότι ενώ στη ΘΗΣ, όπως το είδαμε, το απατηλό κυνηγητό του πλούτου και της χλιδής οδηγεί τελικά στην οικονομική ευμάρεια της κοινωνίας, στην ΠτΕ, αντίθετα, αυτό το ίδιο κυνηγητό οδήγησε στην κατάρρευση τη φεουδαρχία καθώς οι φεουδάρχες έπαψαν σιγά-σιγά να συντηρούν τους υπηρέτες και τους υποτελείς τους προτιμώντας τα βιοτεχνικά προϊόντα –με αποτέλεσμα τον πραγματικό θρίαμβο της εμπορευματικής κοινωνίας και του δικού της, «κυριολεκτικά ορθολογικού» κατά τον Σμιθ, τρόπου διακυβέρνησης.
Παρ’ όλα αυτά, η διαφορά αυτή ανάμεσα στη ΘΗΣ και την ΠτΕ είναι περισσότερο μια διαφορά πάνω στα μέσα επίτευξης του ίδιου σκοπού. Επί της ουσίας, ο μελαγχολικός άνθρωπος, με τη διαυγή επίγνωση της ματαιότητας των ακατάπαυστων κόπων του, εξαφανίζεται τελικά από τη σκέψη του Άνταμ Σμιθ για χάρη της ωδής «στην πρόοδο και την ευμάρεια της κοινωνίας».
Κι όποιον πάρει ο χάρος...

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

για τον ''Διπλό δεσμό'' που παραγει η Κριση






Πέτρος  Θεοδωρίδης

μιλάμε συχνά για την Κριση και ισως ξεχναμε πως αυτή συνέπεσε με την ρευστή νεωτερικοτητα που περιγραφει ο Μπαουμαν : Οχι πια με ενα μοντελο καπιταλισμου που στηριζοταν στην Βιομηχανία ,στις σχετικά κλειστες ομαδωσεις, στα συνδικάτα και στην εστω Πυρηνική οικογενεια αλλά σε ενα Μεταβιομηχανικο μοντελο οπου η Υποπολιτική καθοριζει περισσοτερα απο την πολιτική, η οικογενεια δεν υφισταται πλεον ως προστατευτική δομη, οπου το Ιντερνετ καταβροχθιζει τον εντυπο λογο και οπου οι σχεσεις - ακομα και οι πιο στενες -γινονται ρευστες οπως καιη αγαπη. Σε ενα τετοιο περιβαλλον η Κριση συναντιεται με τις παλιες νεωτερικές δομές με αποτελεσμα να παραγονται διαρκώς μικρες κρισεις σε πολιτικά και κοινωνικά υποσυστηματα: Το κρατος να κινειται σε κινουμενη αμμμο - κατι που αυξανει στην περιπτωση της Ε.Ε γιατι εχουμε συνασπισμό κρατων που το καθενα εχει λόγο στο ..αλλο και ολα μαζί σε ..ολα , τα κομματα μετασχηματιζονται Διαρκώς :- καθε μερα κυριολεκτικά - αναδυονται νεα και καταβυθιζονται παλιοτερα . Η Κριση δεν συναντηθηκε με ενα μοντελο παραγωγικου βιομηχανικου ανθρωπου οπου ατομο σημαινε . ανδρας αρχηγος μιας πυρηνικής οικογενειας αλλά με ενα μοντελο Εξατομικευμένου καταναλωτικου ατομου με πολλάπλά εγω συναρτημένα με τα πολλά καταναλωτικά περιβαλλοντα . Ο Υπερκαταναλωτισμος(και ο συνακολουθος δανεισμος ) που μεχρι τωρα υπακουε σε μια περιπου -αλά Καντ - Κατηγορική προσταγή ΑΠΟΛΑΥΣΕ - Διακοπηκε Αιφνης απο την Κριση -η οποια επισης συνδεθηκε με αλλη Εντολή : Αποταμιευε και ..Μη καταναλώνεις . Σημερα οι δυο αυτές αντιφατικές εντολές διδονται ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ με συνεπεια τον 'Διπλο Δεσμο'' και την παραλυση συν ενα αισθημα τραυματικής ματαιωσης......
........ Σ'αυτην την κρίση- η οποία  μετατρέπει την ανοιχτη κοινωνια που φανταστηκε ο Κ Ποππερ ,σε ανοιχτη πληγη,οι εθνικισμοί, λαικισμοι και φονταμενταλισμοι διαδεχονται ο ενας τον αλλον με εκπληκτική  ταχυτητα ως εναλασσομενες  επιδημιες:ειναι ομως εξατομικευμένοι εθνικισμοί, λαικισμοι και φονταμενταλισμοι   , σημαδεμένοι απο την μετακαταναλωτική  κοινωνια , εθνικισμοι  που δεν νοσταλγουν τοσο  την  αρχική '''χαμενη'' παραδεισιακή ''οργανική' κοινοτητα ,οπως οι εθνικισμοι της πρωτης νεωτερικοτητας  αλλά την μεχρι προτινος  ευημερια ,  εθνικισμοι  κλπ  της ''χαμενης απολαυσης ''. Αυτή την νοσταλγια μεταμφιεζουν συχνα - απωθωντας την σε ..Αυτοτιμωρητική διαθεση-μεσω του Ψυχολογικου μηχανισμου της ''Ταυτισης με τον  Επιτιθεμενο ''

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

Παρόν και παρελθόν: οι αρχαίοι Έλληνες και εμείς Η αρχαία και η νέα Ελλάδα, το έθνος και η γλώσσα τις παραμονές του 1821 του Βασίλη Κάλφα αναδημοσιευση απο τα enthemata.wordpress.com

Η αρχαία και η νέα Ελλάδα, το έθνος και η γλώσσα τις παραμονές του 1821  του Βασίλη Κάλφα Ο Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806), ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού κατά τον 18ο αιών…
enthemata.wordpress.com
 
 
 
Η αρχαία και η νέα Ελλάδα, το έθνος και η γλώσσα τις παραμονές του 1821
 του Βασίλη Κάλφα
Φώτης Κόντογλου, «Αρματολοί και κλέφτες»
Φώτης Κόντογλου, «Αρματολοί και κλέφτες»
Ο Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806), ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού κατά τον 18ο αιώνα, θα πρέπει να είναι ο πιο μορφωμένος Έλληνας της γενιάς του. Αφού έχει συγγράψει τη δική του Λογική, αφού έχει διδάξει μαθηματικά και φυσικές επιστήμες στις περισσότερες από τις φημισμένες σχολές του υπόδουλου ελληνισμού, αφού έχει μεταφράσει στα ελληνικά τον Λοκ, τον Βολταίρο και τον Βολφ, το 1791-92 εκδίδει στην Αγία Πετρούπολη μια μετάφραση της Αινιάδας του Βιργιλίου «εν ηρωικώ τω μέτρω»: σε δακτυλικό εξάμετρο, δηλαδή, και στη γλώσσα του Ομήρου.[1] Η Αινιάδα έχει περίπου 11.000 στίχους, υπολογίστε λοιπόν πόσο καιρό θέλει κανείς, ακόμη κι αν αυτός είναι ο ακαταπόνητος Βούλγαρης, για να τη μεταφράσει σε ομηρικό δακτυλικό εξάμετρο. Ο δυσθεώρητος αυτός μόχθος καταβλήθηκε για να μεταφραστεί ένα σημαντικό ποίημα από τα λατινικά, από μια γλώσσα δηλαδή που καταλάβαιναν κατά τον 18ο αιώνα όλοι οι μορφωμένοι Ευρωπαίοι αλλά και οι Έλληνες, στην ομηρική γλώσσα που δεν καταλάβαινε σχεδόν κανένας. Η στάση του Βούλγαρη, όσο κι αν μας φαίνεται σήμερα παράλογη, είναι σαφής: η γλώσσα του ελεύθερου από την τουρκική σκλαβιά Έλληνα πρέπει να είναι η αρχαία ελληνική.
Από τον Βούλγαρη στον Κοραή και την έκδοση των Πολιτικών του Αριστοτέλη
Μια γενιά αργότερα, ο πολύ πιο συνετός και προσγειωμένος Αδαμάντιος Κοραής, επίσης ο πιο μορφωμένος Έλληνας του καιρού του, τον Σεπτέμβρη του 1821 εκδίδει στο Παρίσι τα Πολιτικά του Αριστοτέλη. Με τον τρόπο αυτό ο Κοραής θεωρεί ότι συμμετέχει από μακριά στην Ελληνική Επανάσταση που μόλις είχε ξεσπάσει — την οποία ωστόσο θεωρεί πρόωρη και άκαιρη με βάση το μορφωτικό επίπεδο των υπόδουλων Ελλήνων. Στα «Προλεγόμενά» του εξηγεί σε κατανοητή γλώσσα τη χρησιμότητα των Πολιτικών του Αριστοτέλη στη δεδομένη συγκυρία και προβάλλει ορισμένες από τις προωθημένες θέσεις του: την υπεράσπιση της αβασίλευτης δημοκρατίας, τη διάκριση των εξουσιών, τη διάδοση των νεωτερικών ιδεών της Ευρώπης, την αποδέσμευση της ελληνικής εκκλησίας από το Πατριαρχείο. Η κίνηση του Κοραή έχει συμβολικό χαρακτήρα. Ο μεγάλος διαφωτιστής δεν αυταπατάται θεωρώντας ότι τα πρωτότυπα κείμενα του Αριστοτέλη θα διαβαστούν από τους εξεγερμένους, ούτε είναι από εκείνους που πιστεύουν ότι η εξοικείωση με το ένδοξο παρελθόν αρκεί για την παλιγγενεσία των Ελλήνων. Το μήνυμα του Κοραή είναι πως κανένα σύγχρονο έθνος δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του αν δεν έχει πρόσβαση στις βασικές ιδέες που διαμόρφωσαν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Απομόνωσα δυο στιγμές του Νεοελληνικού Διαφωτισμού (η σημασία του οποίου στην προετοιμασία της Ελληνικής Επανάστασης είναι δεδομένη), για να επισημάνω δύο στοιχεία που θα καθορίσουν την ιδιοσυστασία του αναδυόμενου ελληνικού έθνους: τη σχέση νέας και αρχαίας Ελλάδας, τη σύνδεση ελληνικού έθνους και ελληνικής γλώσσας. Για εμάς, διακόσια χρόνια μετά το 1821, τα στοιχεία αυτά φαίνονται αυτονόητα. Δεν ήταν όμως εξίσου αυτονόητα στις αρχές του 19ου αιώνα.
«Οι τρεις καπεταναίοι συμφιλιωθέντες» (Μάρκος Μπότσαρης, Οδυσσέας Ανδρούτσος και Αθανάσιος Διάκος). Έργο του Θεόφιλου
«Οι τρεις καπεταναίοι συμφιλιωθέντες» (Μάρκος Μπότσαρης, Οδυσσέας Ανδρούτσος και Αθανάσιος Διάκος). Έργο του Θεόφιλου
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, το ενοποιητικό στοιχείο των υπόδουλων πληθυσμών στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων ήταν η ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Αυτή καθόριζε τη διαφορά τους από τον κατακτητή, αυτή κράτησε ζωντανό το πνεύμα της αντίστασης, και αυτή είναι που κινητοποίησε τους δρώντες πρωταγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα: οι υπόδουλοι Χριστιανοί διεκδικούν την ελευθερία τους από τους Τούρκους, προσβλέποντας συνήθως στη βοήθεια της ομόδοξής τους Ρωσίας. Η έννοια του έθνους-κράτους είναι νεωτερική σύλληψη, και, ειδικά σ’ αυτήν την περιοχή του κόσμου, άγνωστη. Ούτε καν οι αρχαίες πόλεις-κράτη, παρότι ανεξάρτητες, δεν αποτέλεσαν μια ενιαία κρατική οντότητα, και φυσικά αυτό δεν συνέβη ούτε μετά τη μακεδονική επικράτηση και τη ρωμαϊκή κατάκτηση ούτε τον καιρό του Βυζαντίου. Η ελληνική γλώσσα, από την άλλη, χάρη στη συνέχεια και τη γραπτή της παράδοση, την ευρεία της διάδοση σε αλλόγλωσσους πληθυσμούς και στο γεγονός ότι ήταν η γλώσσα των Ευαγγελίων και της Καινής Διαθήκης, λειτούργησε ως βασική αναφορά. Έτσι, ο Ρήγας Φεραίος μπορεί να προτείνει μια ριζοσπαστική και δημοκρατική βαλκανική ομοσπονδία, δεν αμφιβάλλει όμως καθόλου ότι η γλώσσα του νέου κρατικού σχηματισμού θα είναι η ελληνική. Αλλά και στον αντίποδα του Ρήγα, οι συντηρητικοί κύκλοι του Φαναριού και του ανώτερου κλήρου, που έβλεπαν με καχυποψία κάθε επαναστατική κίνηση, έχοντας αντιταχθεί σταθερά στη μετάφραση του Ευαγγελίου σε οποιοδήποτε κατανοητό τοπικό ιδίωμα (και στη νέα ελληνική γλώσσα), ευνοούσαν τη σχέση της Ορθοδοξίας με την αρχαία ελληνική γλώσσα.
Στην καμπή του 17ου αι.: Η διαμάχη των Αρχαίων και των Νεωτέρων
Επανέρχομαι στον Διαφωτισμό. Ο 17ος αιώνας είναι για τους Ευρωπαίους ο αιώνας της επιστημονικής επανάστασης, της δημιουργίας των εθνικών κρατών, της επικράτησης των εθνικών γλωσσών αλλά και της βαθμιαίας διαμόρφωσης μια νέας συνείδησης που στηρίζεται στη ρήξη με το παρελθόν. Στο τέλος του 17ου αιώνα ο όρος «Ευρώπη» ως συλλογικός προσδιορισμός αντικαθιστά τον παλαιότερο όρο «Christianity» (χριστιανοσύνη).[2] Στο πέρασμα από τον 17ο στον 18ο αιώνα ξεσπά σε όλη την ανεπτυγμένη Ευρώπη μια διαμάχη, που κινητοποιεί σημαντικούς διανοουμένους και θεωρείται καθοριστική για την αυτοσυνείδηση της Ευρώπης: η διαμάχη έμεινε γνωστή ως η «Διαμάχη των Αρχαίων και των Νεωτέρων» (Querelle des Anciens et des Modernes) ή ως η «Μάχη των Βιβλίων». Το διακύβευμα, συνοπτικά, ήταν αν οι επιτεύξεις της Αρχαιότητας ή της νεώτερης Ευρώπης είναι ανώτερες. Και έληξε, κατά γενική ομολογία, με την νίκη των Νεωτέρων, που στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στην υπεροχή της σύγχρονης επιστήμης έναντι της ουμανιστικής κλασσικής παιδείας, της αποτελεσματικής εμπειρικής γνώσης έναντι της αυθεντίας του αρχαίου κειμένου, του παρόντος έναντι του παρελθόντος.
Κατά περίεργο ωστόσο τρόπο, η κριτική προς τους αρχαίους δεν στράφηκε κατά της αρχαίας ελληνικής σκέψης αλλά κατά του διδύμου Ρώμη/Ιερουσαλήμ, δηλαδή κατά της λατινικής γραμματείας και της σχολαστικής θεολογίας. Έτσι ο 18ος αιώνας, ο αιώνας του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, θα είναι και ο αιώνας της ανακάλυψης της Ελλάδας — της αρχαίας Ελλάδας αρχικώς και, πολύ αργότερα, και εμμέσως, της νεώτερης Ελλάδας. Με την αυτοπεποίθηση που αντλούν από τη νέα τους ταυτότητα, οι Ευρωπαίοι αναζητούν τις ρίζες του δικού τους πολιτισμού και τις ανακαλύπτουν ή τις τοποθετούν στην αρχαία Ελλάδα. Μέσα από τα περιηγητικά κείμενα του 18ου αιώνα, αλλά και τα έργα του Μοντεσκιέ, του Βολταίρου, του Γίββωνος και του Βίνκελμαν, η κλασική Ελλάδα (και ειδικά η κλασική Αθήνα) γίνεται αντιληπτή ως «η αφετηρία, ο τόπος καταγωγής της νεώτερης Ευρώπης».[3] Η τάση αυτή θα κορυφωθεί στις αρχές του 19ου αιώνα και θα εκβάλει στο ισχυρό ρεύμα του φιλελληνισμού. Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 η αγάπη και ο θαυμασμός προς την αρχαία Ελλάδα θα γίνει συμπόνια και συμπαράσταση προς τους αγωνιζόμενους Έλληνες, και θα έχει ευεργετικές επιπτώσεις στη θετική κατάληξη και την αποδοχή της Επανάστασης.
Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι στο πρόγραμμα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, που αναπτύσσεται λίγο αργότερα, η αρχαία Ελλάδα και η γλώσσα της καταλαμβάνουν σημαντική θέση πλάι στη διάδοση των νεωτερικών ευρωπαϊκών ιδεών και τη διδασκαλία της εμπειρικής επιστήμης και της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας. Κατά τον Κοραή, η «μετακένωση» των ευρωπαϊκών ιδεών στο υπόδουλο έθνος έχει διπλό στόχο: τον φωτισμό του γένους με τα Φώτα της Ευρώπης, αλλά και «την επανασύνδεση με τους αρχαίους Έλληνες στους οποίους οφείλουν τον αρχικό τους φωτισμό οι Ευρωπαίοι».[4] Το εξεγερμένο έθνος θα πρέπει λοιπόν να διεκδικήσει ρητώς την αρχαιοελληνική του καταγωγή. Βασικό στοιχείο της νέας του, υπό διαμόρφωση, ταυτότητας θα είναι η οργανική σύνδεση νέου και αρχαίου ελληνισμού.
«Απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου Έθνους των Eλλήνων…»
Είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς ποια ήταν η εμβέλεια μια τέτοιας σύνδεσης στη συνείδηση των πρωταγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης, ιδίως των απλών αγωνιστών, μια σημαντική μερίδα των οποίων, ως γνωστόν, ήταν Αρβανίτες ή Βλάχοι ορθόδοξοι χριστιανοί. Βασικό αρχικό έναυσμα ήταν, ασφαλώς, η καταπίεση των Τούρκων που γεννούσε τον πόθο της ελευθερίας. Η μεγάλη ανθεκτικότητα ωστόσο των επαναστατών και η υπέρβαση των ποικίλων δυσκολιών που προέκυψαν στο πολεμικό πεδίο μαρτυρούν τη βαθμιαία δημιουργία μιας συλλογικής συνείδησης και την αναπόφευκτη προβολή της στο μέλλον. Το γεγονός πάντως είναι ότι ήδη στη διακήρυξη της Πρώτης Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου (Ιανουάριος 1822) οι εξεγερμένοι αυτοπροσδιορίζονται ως «απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου Έθνους των Eλλήνων, σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Eυρώπης». Ενώ στο προσωρινό Πολίτευμα, που προήλθε από την ίδια Εθνοσυνέλευση, αφού προσδιοριστεί ότι «επικρατούσα θρησκεία εις την Ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορδοδόξου του Χριστού Εκκλησίας» και ότι «η Ελληνική Διοίκησις ανέχεται πάσαν άλλην Θρησκείαν», ορίζεται πιο προσεκτικά ότι «όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της επικράτειας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν εισίν Έλληνες […] και όσοι έξωθεν ελθόντες κατοικοίσωσιν ή παροικοίσωσιν εις την επικράτειαν της Ελλάδος εισίν όμοιοι με τους αυτόχθονες κατοίκους ενώπιον του Νόμου». Ακόμη πιο ενδεικτική, στην ίδια κατεύθυνση, είναι η υιοθέτηση της εικόνας της θεάς Αθηνάς στην πρώτη επίσημη σφραγίδα του νέου ελληνικού κράτους (και όχι της Παναγίας ή του σταυρού), μια επιλογή που δεν φαίνεται να συνάντησε αντιδράσεις, από όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε.[5]
Η ιστορία μάς έχει διδάξει ότι η εθνική ταυτότητα σε ένα νεότευκτο κράτος είναι σε μεγάλο βαθμό μια κατασκευή — το παρελθόν οριοθετείται και ανασυγκροτείται για να εξυπηρετήσει το παρόν (έχουμε απτά πρόσφατα δείγματα τέτοιων κατασκευών στη γεωγραφική περιοχή μας). Στην περίπτωση ωστόσο της νεώτερης Ελλάδας, η σύνδεση με την αρχαία Ελλάδα θα λέγαμε ότι ήρθε απολύτως φυσιολογικά και ήταν απολύτως δικαιολογημένη — υπήρξε σε μεγάλο βαθμό μονόδρομος. Στην κατεύθυνση αυτή οδηγούσαν τόσο ο γεωγραφικός χώρος όπου επικράτησε η Επανάσταση, με τα αρχαιοελληνικά μνημεία να παραμένουν ορατά, όσο και η ομιλούμενη γλώσσα που σε όλες της τις εκδοχές διατηρούσε εμφανώς τη συνέχειά της με τα αρχαία ελληνικά, ενώ καθοριστική υπήρξε, ακόμη, η εικόνα που είχαν διαμορφώσει και επέβαλαν οι Ευρωπαίοι για την Ελλάδα. Πού αλλού θα μπορούσε να στηριχθεί η επιδιωκόμενη ενότητα και συνοχή των εξεγερμένων; Η ορθοδοξία παρέμενε ένα σημαντικό ενοποιητικό στοιχείο, το εθνικό όμως κράτος δεν μπορούσε να οικοδομηθεί στις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ο ορθόδοξος ραγιάς του Ρήγα ονομάστηκε λοιπόν μετά το 1821 Έλληνας, και μάλιστα «απόγονος», όπως είδαμε, «του σοφού και φιλανθρώπου Έθνους των Eλλήνων».
Επαναπροσδιορισμοί υπήρξαν και στην περίπτωση της Ελλάδας. Στην περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και στα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους, η αρχαία Ελλάδα τέλειωνε με τη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ. Χρειάστηκε να φθάσουμε στη δεκαετία του 1860 για να επανεκτιμηθεί καταρχάς ο ρόλος του Μακεδόνων και του Μεγάλου Αλεξάνδρου και στη συνέχεια να βρει μια θέση στην ελληνική ιστορία το Βυζάντιο.[6] Έτσι προτάθηκε και εμπεδώθηκε το δόγμα της διαρκούς συνέχειας του ελληνισμού, με τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο που ανέλαβε να απαντήσει στην επίθεση του Φαλμεράιερ. Η συνέχεια του ελληνισμού, ή καλύτερα η συνέχεια του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, έγινε η κυρίαρχη ιδεολογία του νεοελληνικού κράτους.
Nίκος Εγγονόπουλος, «Ο προπάππους Χριστόφορος Περραιβός»
Nίκος Εγγονόπουλος,
«Ο προπάππους Χριστόφορος Περραιβός»
Οι Νεοέλληνες, ωστόσο, σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους του 18ου αιώνα, δεν αναμετρήθηκαν ποτέ με την αρχαία κληρονομιά τους. Η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας σύντομα μετατράπηκε σε άκριτη προγονοπληξία και στοίχειωσε την πνευματική ατμόσφαιρα της νεότερης Ελλάδας. Η αρχαιολατρία μας εξαντλήθηκε στην απεγνωσμένη επιβολή της εκμάθησης της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, ενώ καμία προσπάθεια δεν έγινε για την ουσιαστική γνώση της σκέψης και του πολιτισμού των Αρχαίων. Σε όλο τον 19ο αιώνα, αρχίζοντας από την περίοδο του Όθωνα, η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών ξεκινά από το δημοτικό και καταλαμβάνει ένα ποσοστό γύρω στο 45% των ωρών διδασκαλίας στη Μέση Εκπαίδευση. Αν προσθέσουμε τα λατινικά και τα θρησκευτικά (άλλο ένα 30%), καταλαβαίνουμε γιατί για τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες περισσεύουν, στην καλύτερη περίπτωση 3 ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας, ενώ η νέα ελληνική γλώσσα δεν διδάσκεται καθόλου.[7] Η ίδια περίπου κατάσταση συνεχίστηκε και στον 20ο αιώνα, αφού έπρεπε να φτάσουμε στο 1964 για να παραδεχθεί το ελληνικό κράτος ότι ο μαθητής μετά από εξάχρονη εξαντλητική διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών δεν είναι σε θέση να διαβάσει ένα αρχαιοελληνικό κείμενο από το πρωτότυπο, και να αναδειχτεί, παρά τις έντονες αντιδράσεις, η αξία και η παιδαγωγική εμβέλεια των μεταφράσεων των αρχαίων κειμένων.
Καταφέραμε λοιπόν, μετά από δύο αιώνες εντατικής αρχαιομάθειας, να αγνοούμε στην ουσία την αρχαία σκέψη. Το αρχικό πλεονέκτημα –η ευλογία, θα έλεγε κανείς, και η τύχη– να ζεις στον ίδιο τόπο με τους αρχαίους Έλληνες, να έχεις το ίδιο όνομα, και να μιλάς μια εκδοχή της ίδιας γλώσσας, μετατράπηκε με τα χρόνια σε τροχοπέδη, που εμπόδισε την αυτόνομη ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας.
Έλληνες αεί παίδες
Τελειώνοντας, θα υιοθετήσω προς στιγμήν το δόγμα της συνέχειας του ελληνισμού צ πράγμα που σημαίνει ότι κάτι μπορούμε να διδαχτούμε από ανάλογες περιστάσεις του παρελθόντος.
Κατά τον Πλάτωνα λοιπόν, ο Σόλων, όπως όλοι οι Έλληνες σοφοί, επισκέφτηκε κάποια στιγμή την Αίγυπτο — τον παλαιότερο δηλαδή πολιτισμό που γνώριζαν οι αρχαίοι Έλληνες, στον οποίο δεν δίσταζαν να αποδίδουν πολύ σημαντικές πραγματικές ανακαλύψεις, όπως την ανακάλυψη της γραφής, ή ακόμη και δικές τους, ελληνικές ανακαλύψεις, όπως της γεωμετρίας. Ο Σόλων μαθαίνει για τα γραπτά αρχεία των Αιγυπτίων, που λείπουν από τους Έλληνες, και ακούει τον Αιγύπτιο ιερέα να του λέει: «Ω Σόλων, Σόλων. Έλληνες αεί παίδές έστε, γέρων δε Έλλην ουκ έστιν. Πως τι τούτο λέγεις; Νέοι εστέ τας ψυχάς πάντες» (Τίμαιος 22b). (Σόλων, εσείς οι Έλληνες είστε πάντοτε παιδιά. Έλληνας γέρος δεν υπήρξε ποτέ. Τι εννοείς; ρώτησε ο Σόλων. Είστε όλοι σας νέοι στην ψυχή, του απάντησε εκείνος).
Τι νομίζετε; Ο αναγνώστης του Πλάτωνα (αλλά και ο σημερινός αναγνώστης), ακούει τα λόγια του ιερέα σαν μομφή ή σαν έπαινο; Αν διατηρείτε κάποια αμφιβολία ότι πρόκειται για ύψιστο έπαινο, σας παραπέμπω στον Θουκυδίδη και στον περίφημο Επιτάφιο του Περικλή.
Για να τιμήσει τους πεσόντες του πρώτου χρόνου του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Περικλής επιλέγει να μην μιλήσει για το παρελθόν της Αθήνας αλλά για το παρόν της. Φθάνει λοιπόν μέχρι την ύβρη, όταν τολμά να ξεστομίσει τα εξής:
«Η πόλη μας είναι ένα πραγματικό σχολείο για την Ελλάδα, και καθένας από εμάς θα μπορούσε χωρίς δυσκολία να ανταποκριθεί με τη μεγαλύτερη ευστροφία και χάρη στις πιο διαφορετικές μορφές δράσης. Ότι αυτά δεν είναι περιαυτολογίες και λόγια της στιγμής αλλά αλήθεια πραγματική το φανερώνει η ίδια η δύναμη της πόλης που αποκτήθηκε χάρη σ’ αυτούς ακριβώς τους τρόπους. Διότι είναι η μόνη σύγχρονη πόλη που την ώρα της δοκιμασίας αποδεικνύεται ανώτερη από τη φήμη της… Έχοντας δώσει τρανά δείγματα και αψευδείς μαρτυρίες για τη δύναμή μας, θα μας θαυμάσουν οι σύγχρονοι και οι μεταγενέστεροι, δίχως καθόλου να χρειαζόμαστε κανέναν Όμηρο ή άλλον ποιητή για να μας επαινέσει…» (2.41).
Ο ισχυρισμός ότι η δόξα της πόλης σου είναι τόσο μεγάλη ώστε δεν χρειάζεται ένας Όμηρος για να την υμνήσει αποτελεί αναμφίβολα ύβρι για τους Έλληνες, αφού ο Όμηρος είναι ακριβώς το κοινό παρελθόν τους, η κοινή τους παιδεία. Χρειάζεται λοιπόν τεράστια αυτοπεποίθηση, και πίστη στην αξία του παρόντος σου, για να τολμήσεις να πεις κάτι τέτοιο. Είναι ωστόσο βέβαιο ότι τόσο ο Περικλής όσο και ο Πλάτων διέθεταν, για διαφορετικούς λόγους, μια τέτοια αυτοπεποίθηση και μια τέτοια πίστη.
Το αρχαιοελληνικό λοιπόν δίδαγμα είναι: Το σημαντικό παρόν μειώνει την ανάγκη της επίκλησης του παρελθόντος. Δίδαγμα, που στη νεοελληνική του εκδοχή θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: Όσο πιο συχνά και αστόχαστα επικαλούμαστε το ένδοξο μας παρελθόν, τόσο πιο ανασφαλείς αισθανόμαστε για το αδύναμο παρόν μας.
Ο Βασίλης Κάλφας, διδάσκει αρχαία ελληνική φιλοσοφία στο Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το κείμενο είναι ο λόγος που εκφώνησε κατά τον φετινό εορτασμό της επετείου της 25ης Μαρτίου στο ΑΠΘ.
[1] Βιργίλιος [70-19 π.Χ.] Της Αινειάδος τα ΙΒ΄ βιβλία εν ηρωικώ τω μέτρω, 3 τόμοι, Αγία Πετρούπολη, 1791-1792· [Βιργίλιος [70-19 π.Χ.] Των Γεωργικών τα Δ΄ βιβλία εν ηρωικώ τω μέτρω, Αγία Πετρούπολη, 1786]
[2] Νάσια Γιακωβάκη, Ευρώπη μέσω Ελλάδας. Μια καμπή στην ευρωπαϊκή αυτοσυνείδηση, 17ος και 19ος αιώνας, Αθήνα 2006.
[3] Στο ίδιο, σ. 11.
[4] Ν.Δ. Βαρμάζης, Αδαμάντιος Κοραής, Αθήνα 2016, σ. 30-31.
[5] Λουκία Δρούλια, «Η θεά Αθηνά, θεότητα έμβλημα του νέου ελληνισμού», στο Οι χρήσεις της αρχαιότητας από τον νέο Ελληνισμό, Αθήνα 2002, σ. 221-240.
[6] Δημήτρης Κυρτάτας, «Η κατάκτηση της αρχαίας ελληνικής ιστορίας από τον νέο ελληνισμό κατά τον 18ο και 19ο αιώνα με τη μεσολάβηση της Δύσης», στο ίδιο, σ. 251-66
[7] Αλέξης Δημαράς, Νεοελληνική εκπαίδευση. Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, 2 τόμοι, Αθήνα 1990· Ν. Βαρμάζης, Η αρχαία ελληνική γλώσσα και γραμματεία ως πρόβλημα της νεοελληνικής εκπαίδευσης, Θεσσαλονίκη 1992.

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Υπάρχει πάντα γύρω μας μια ανεξερεύνητη ήπειρος



Υπάρχει πάντα γύρω μας μια ανεξερεύνητη ήπειρος
Στο θρόισμα των φύλλων την άνοιξη ,
τα βράδια
διψούμε όπως πάντα για φιλιά και οι πληγές ανοίγουν..

υπάρχει γύρω μας μια θάλασσα
γεμάτη ψάρια αλλά και τέρατα στα βάθη της . αβύσσου
πάντα φοβάμαι μη πνιγείς , μωρό μου

Υπάρχει μέσα μας ένα άλλο Σύμπαν . οι πλάνητες του
Είναι ρευστά απόκοσμοι γεμάτοι Άλλους – μη τους εξερευνήσεις ,θα χαθείς
Στις Συμπληγάδες μέσα σου , άσε
και που καραδοκούν οι Ερινύες
Π. Θ 

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Πέτρος Θεοδωρίδης, "έρωτας θνητός, απωθημένος θάνατος" απο το βιβλιο Η ΑΠΑΤΗΛΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ - αναδημοσιευση απο το Μπλογκ http://filosofiatheoritikis.blogspot.gr Φιλοσοφικά και όχι μόνο..

Πέτρος Θεοδωρίδης, "έρωτας θνητός, απωθημένος θάνατος"


Η έννοια «χρόνος» είναι ούτως ή άλλως μια αφαίρεση: κανένα ζωντανό ον δεν υπάρχει μέσα στον απόλυτο χρόνο.Και, βέβαια, οι άνθρωποι είναι θνητοί: «Και στο μεταξύ, ο χρόνος συνεχίζει το πανάρχαιο έργο του να κάνει τους πάντες να μοιάζουν, αλλά και να νιώθουν άσχημα».
Κάποια αρχαία ελληνική παράδοση, που διηγείται ο Nietzsche, λέει πως, ο βασιλιάς Μίδας,κάποτε,κυνήγησε πολλή ώρα στο δάσος το γέρο Σειληνό, τον σύντροφο του Διόνυσου, χωρίς να μπορέσει να τον φτάσει. Όταν επιτέλους κατόρθωσε να τον πιάσει, ο βασιλιάς τον ερώτησε τι είναι για τον άνθρωπο το πιο επιθυμητό και πιο πολύτιμο αγαθό. Ακίνητος και πεισμωμένος ο δαίμων έμενε άφωνος, έως ότου, εξαναγκασμένος από τον νικητή του, ξέσπασε στα γέλια και άφησε να του ξεφύγουν αυτά τα λόγια:
«Φυλή άθλια κι εφήμερη , παιδί της τύχης και της οδύνης, γιατί με αναγκάζεις να σου αποκαλύψει πράγματα που θα ήταν καλύτερα για σένα να μη γνωρίσεις ποτέ; Ό,τι περισσότερο απ όλα πρέπει να επιθυμείς, σου είναι αδύνατον να τα αποκτήσεις: το καλύτερο για σένα είναι να μην έχεις ποτέ γεννηθεί , να μην υπάρχεις, να πέσεις στην ανυπαρξία. Ύστερα από αυτό ό,τι περισσότερο πρέπει να επιθυμείς, είναι να πεθάνεις το γρηγορότερο».
Ο θάνατος ,όπως και η γέννηση , συμβαίνουν μόνο μια φορά και δεν υπάρχει τρόπος να μάθει κανείς «να το κάνει σωστά την επόμενη φορά», γιατί πρόκειται για ένα συμβάν που δεν θα το ξαναζήσει. Λίγα πράγματα πλησιάζουν τόσο πολύ το θάνατο –λέει ο Ζ. Μπάουμαν - όσο ο έρωτας: «Κανείς δεν μπορεί να μπει στον έρωτα ή στο θάνατο δυο φορές. Είναι και οι δυο πιο μοναδικοί ακόμα και από τον ηρακλείτιο ρου. Είναι, πράγματι, και κεφάλι και ουρά, που αποκλείουν και αγνοούν καθετί άλλο».
Κάθε εμφάνιση του ενός από τους δυο είναι φαινόμενο μοναδικό, παντοτινό,ανεπίδεκτο,επανάληψης, ανάκλησης ή αναστολής. Κάθε ον γεννιέται για πρώτη φορά ή ξαναγεννιέται, όποτε συμβαίνει , ερχόμενο πάντα από το πουθενά, από το έρεβος μιας ανυπαρξίας, χωρίς παρελθόν ή μέλλον.
Καθώς ξετυλίγεται ο χρόνος, το αναπόφευκτο των αλλαγών, η πίεση των πάμπολλων ερεθισμάτων επιθυμούμε να τον σταματήσουμε, να τον ακινητοποιήσουμε, να τον εντάξουμε σε προκαθορισμένα σχήματα. Αναπολούμε, νοσταλγούμε και εκλαμβάνουμε το παρελθόν και το μέλλον ως πάγιες οντότητες, ακλόνητες, αδιαπέραστες από τον ρυθμό των μεταβολών.Αυτή η τάση οντοποίησης του χρόνου, ως νοσταλγία του παρελθόντος ή ως θεοποίηση του μέλλοντος, ξεκινά από το φόβο της εξαφάνισης , του θανάτου. Όμως όπως μας προειδοποιεί οRichard Rorty η έκφραση «φόβος της εξαφάνισης » δεν υφίσταται. Δεν υπάρχει φόβος της ανυπαρξίας,παρά μόνο φόβος μιας συγκεκριμένης απώλειας.
«Θάνατος » και «ανυπαρξία» είναι όροι εξίσου ηχηροί και εξίσου κενοί. Το να λέμε πως μας φοβίζουν είναι το ίδιο αδέξιο όσο και η προσπάθεια του Επίκουρου να πει, γιατί δεν θα έπρεπε να μας φοβίζουν. Ο Επίκουρος λοιπόν έλεγε: Όσο υπάρχουμε, ο θάνατος δεν είναι παρών κι όταν πάλι είναι παρών, τότε εμείς δεν υπάρχουμε. Αντίθετα από ότι πίστευε ο Επίκουρος εμείς υπάρχουμε χάρη στο θάνατο.
Ο Θάνατος, δίνει μορφή,σχήμα και νόημα στη πεπερασμένη ζωή μας . Ο Θάνατος είναι παρών , εδώ ,τώρα τη στιγμή που ζούμε. Δεν βρίσκεται στο τέρμα της ζωής – όπως υποθέτουμε αλλά παραμονεύει από κάτω της, ως το υπόστρωμα της ή το βάθρο της.
Ο προσανατολισμός προς τον θάνατο -έλεγε ο Μαξ Σελερ - υπονοείται ουσιωδώς από την εμπειρία κάθε ζωής.
Ο θάνατος αποκτά τη μορφή και την υφή, που ο καθένας του δίνει ανάλογα με την προσωπικότητά του, αλλά και την εποχή στην οποία ζει. Είναι ένα πλαίσιο, χωρίς το οποίο δεν θα υπήρχε η εικόνα μιας ζωής. «Αν σβήσουμε με τη σκέψη μας την ενορατική βεβαιότητα του θανάτου, ευθύς θα προέκυπτε μέσα στο μέλλον μια ριζικά διαφορετική στάση από την πραγματική μας στάση. Θα βλέπαμε τότε μπροστά μας την ίδια μας τη ζωή να εκτυλίσσεται σαν μια διαδικασία ατελεύτητη και εκ φύσεως ατέρμονη λόγω της απουσίας προοπτικής μέσα στη σφαίρα αναμονής και κάθε μια από τις έμπειρες μας θα έπαιρνε άλλη όψη και κάθε συμπεριφορά μας θα ήταν διαφορετική από ό,τι είναι στη πραγματικότητα.
Στ’ αλήθεια, τι άλλο μπορεί να ήταν η αθανασία των θεών, πάρα εκείνη η αιώνια βαρεμάρα ,«η
ήμερη λαχτάρα χωρίς συγκεκριμένο στόχο », όπως την περιέγραφε ο Σοπενχάουερ: Σύμφωναμε τον Κίρκεργκορ «Οι θεοί βαριούνταν και γι’ αυτό έφτιαξαν τα ανθρώπινα όντα .»Η μονότονη πλήξη , μοιάζει συχνά επουράνια. Είναι, λες και το άπειρο ήρθε σε αυτό τον κόσμο από το υπερπέραν. Αλλά αυτό το άπειρο ,η μονοτονία ,διαφέρει από αυτό που περιγράφουν οι μυστικιστές.
Η Simon Weil γράφει: «Η μονοτονία είναι ταυτοχρόνως το πιο όμορφο και το πιο αποκρουστικό πράγμα που υπάρχει. Είναι το πιο όμορφο, αν αντανακλά την αιωνιότητα και το πιο αποκρουστικό, αν είναι ένδειξη κάτι ατέλειωτου και απαράλλακτου. Τοσύμβολο της όμορφης μονοτονίας είναι ο κύκλος. Το σύμβολο της άσπλαχνης μονοτονίας είναι ο χτύπος του εκκρεμούς».
Στο διήγημα του Μπόρχες «ο Αθάνατος », ο Ιωσήφ Καρτάφιλος από τη Σμύρνη, φτάνει στην Πολιτεία των Αθανάτων. Καθώς περιπλανιέται στο λαβυρινθώδες ανάκτορο, πού αποτελούσε την πολιτεία, καταπλήσσεται από την εντύπωση μιας παλαιότητας που κόβει την ανάσα, και από την εντύπωση του ημιτελούς, το απροσδιόριστου, του απολύτως άνευ νοήματος.
«Το πρώτο, που μου έκανε εντύπωση - διηγείται ο Ιωσήφ Καρτάφιλος – σ’ εκείνο το απίστευτο μνημείο,ήταν η παλαιότητα του. Αισθάνθηκα ότι ήταν αρχαιότερο των ανθρώπων, αρχαιότερο της γης. Αυτή η πανηγυρική του παλαιότητα (παρόλο που , κατά κάποιο τρόπο, τρόμαζε το βλέμμα) μου φάνηκε απολύτως ταιριαστή για έργο που έφτιαξαν αθάνατοι τεχνίτες.
Στην αρχή με προφυλάξεις, ύστερα με αδιαφορία και στο τέλος με απόγνωση ,περιπλανήθηκα στις κλίμακες και στα πλακόστρωτα του ανεξιχνίαστου ανακτόρου. … Αυτό το ανάκτορο είναι έργο των θεών, σκέφτηκα στην αρχή. Όταν εξερεύνησα το ακατοίκητο εσωτερικό του διόρθωσα την σκέψη μου: Οι θεοί που το έχτισαν έχουν πεθάνει . Όταν πρόσεξα τις παραδοξότητες του, αποφάνθηκα : Οι θεοί που το έχτισαν ήταν τρελοί ».
Το ανάκτορο ήταν γεμάτο αδιέξοδους διαδρόμους: πανύψηλα απροσπέλαστα παράθυρα,φανταχτερές πόρτες που έβγαζαν σε ένα κελί ή ένα πηγάδι, απίστευτες ανάστροφες σκάλες ή κρεμαστές στο πλάι ενός μνημειώδους τοίχου που δεν κατέληγαν πουθενά.Στο ανάκτορο που το έχτισαν αθάνατοι, τίποτε δεν είχε νόημα , τίποτε δεν υπηρετούσε κάποιο σκοπό. Επρόκειτο για μια πολιτεία όχι των οποιωνδήποτε αθανάτων αλλά κάποιων που γνώρισαν την εμπειρία του να είναι θνητοί, διδάχθηκαν δεξιότητες που αντιστοιχούσαν με μια τέτοια εμπειρία και μετά ,κατά κάποιο τρόπο, απέκτησαν την αθανασία. Εκείνη την στιγμή, ένιωθαν ακόμη την ανάγκη να εκφράσουν τη συνταρακτική ανακάλυψη ότι όλα όσα είχαν μάθει έγιναν ξαφνικά άχρηστα και εντελώς κενά νοήματος.
Τώρα όμως είχαν εγκαταλείψει ακόμη και τα ανάκτορο που έχτισαν τη στιγμή της ανακάλυψης , και ο Ιωσήφ τους βρήκε μέσα σε αβαθή πηγάδια στην άμμο:«Από εκείνες τις άθλιες τρύπες ξεπρόβαλλαν κάτι άνθρωποι γυμνοί , με γκρίζοδέρμα , με ατημέλητες γενειάδες. Δεν μιλούσαν και καταβρόχθιζαν φίδια».Τα συμπεράσματα είναι διαυγή: Τα πάντα στην ανθρώπινη ζωή έχουν σημασία, επειδή οι άνθρωποι είναι θνητοί και το ξέρουν. Όσα κάνουν οι θνητοί άνθρωποι ,έχουν νόημα ,εξαιτίας αυτής της επίγνωσης. Αν νικιόταν κάποτε ο θάνατος, δεν θα είχαν πια νόημα όλα αυτά, που με τόσο μόχθο συνέθεσαν οι άνθρωποι ,προκειμένου να ενσταλάξουν κάποιο σκοπό στην τόσο σύντομη ζωή τους. Ο ανθρώπινος πολιτισμός–«συνελήφθη στον τόπο της τραγικής κι ωστόσο αποφασιστικής συνάντησης, ανάμεσα στην πεπερασμένη έκταση της σωματικής ανθρώπινης ύπαρξης και στην απεραντοσύνη της ανθρώπινης πνευματικής ζωής.»
Το μηδέν ,το κενό ,ο θάνατος ,είναι συστατική διάρθρωση του υπάρχοντος. Ζούμε μόνο μια φορά. Το όριο το μηδενός ,(ή του θανάτου),την περιορίζει και ορίζει την πεπερασμένη μοναδική ζωή μας: όπως το κενό στο κέντρο ενόςδακτυλιδιού ,συγκροτεί και το ίδιο το δαχτυλίδι.
Ο ποιητής Φίλιπ Λάρκιν έγραψε για το θάνατο:"Μονάχα με τον καιρό,μισοαναγνωρίζουμε το τυφλό αποτύπωμα, που φέρουν όλες μας οι συμπεριφορές. Μα κι αν ομολογήσουμε, εκείνο το άωροαπόγευμα που αρχίζει ο θάνατος μας ,τι ακριβώς ήταν, μικρή παρηγοριά,γιατί αφορούσε μόνο έναν άνθρωπο μια φορά, Και τούτον στο κατώφλι του θανάτου. Και τι απομένει από τον εαυτό στο κατώφλι του θανάτου;"
Όταν το τέλος πλησιάζει, έγραψε ο Καρτάφιλος στο διήγημα του Μπόρχες , δεν μένουν πια αναμνήσεις εικόνων μένουν μόνο λέξεις,δάνειες και ακρωτηριασμένες λέξεις, λέξεις άλλων, να ποια ήταν η ισχνή ελεημοσύνη που του άφησαν οι ώρες και οι αιώνες».




Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο Φίλιπ Κ. Ντικ (KLIK)



Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο
Ντικ Φίλιπ K.
Μετάφραση: Λιθαρής Χριστόδουλος
Cult Stories. Επιστημονική Φαντασία::. Κλασική Λογοτεχνία
Ενα από τα πλέον γνωστά, ίσως και το σπουδαιότερο μυθιστόρημά του, όπου το εύρημα των παράλληλων κόσμων χρησιμοποιείται και εδώ συμβολικά για να κριτικάρει τη σύγχρονη Ιστορία, είναι το «Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο», 1962. Σύμφωνα με το εξωτερικό περίγραμμα του μύθου του, η ναζιστική Γερμανία έχει κερδίσει τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, κι έχει υποδουλώσει την Ευρώπη και τη μισή Αμερική. Η υπόλοιπη έχει περιέλθει στους Ιάπωνες. Οι Σύμμαχοι έχουν χάσει τον πόλεμο, και ο νέος φίρερ, δρ Γκέμπελς, έχοντας κατακτήσει τη Σελήνη και τους άλλους πλανήτες, προετοιμάζεται να εξαπολύσει μια πλήρη γενοκτονία. Κάπου στα Βραχώδη Ορη ένας διανοούμενος μελετητής, απομονωμένος σ' ένα κάστρο, γράφει ένα βιβλίο στο οποίο «φαντάζεται» έναν κόσμο όπου οι Σύμμαχοι έχουν νικήσει και ο Αξονας έχει ηττηθεί. Η ανθρώπινη κατάπτωση, υπό την πίεση και το βάρος ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, καθώς και οι εφιαλτικές επιπτώσεις του μιλιταρισμού πάνω στον ανθρώπινο παράγοντα περιγράφονται με ανατριχιαστική ακρίβεια και αληθοφάνεια.
πηγη :
αποσπασμα :
''Εκείνη είπε: «Τι είναι η «ιστορικότητα;»«Όταν κάτι περιέχει ιστορία. Άκουσέ με. Ο ένας από αυτούς τους δύο αναπτήρες ήταν στην τσέπη του Φράνκλιν Ντιλάνο Ρούσβελτ όταν τον δολοφόνησαν. Ο άλλος δεν ήταν. Ο ένας έχει ιστορικότητα, διαβολεμένα μεγάλη. Ποτέ, κανένα αντικείμενο δεν είχε τόση. Ο άλλος τίποτε. Το νιώθεις;» Τη σκούντηξε. «Δεν μπορείς. Δεν μπορείς να καταλάβεις ποιος είναι ο ένας και ποιος ο άλλος. Δεν υπάρχει ούτε “μυστικιστική πλασμική παρουσία'', ούτε ''αύρα'' γύρω του»…''

ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΙΛΙΠ ΝΤΙΚ

Η Φωλιά του Κούκου τότε ( 1975 ) και σήμερα

Η ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ( 1975 ) ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΙΔΑ 51 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ...ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ( ΚΑΙ ..ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ) . - Ξανά είδα ...