Αναγνώστες

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Αγρια Δύση




Αγρια Δύση
Στην ερημια αυτου του μίζερου αιώνα

Ειμαστε μόνοι, σαν κογιοτ στην Αριζόνα

Σε μια Δυση που την τρώει γκρίζα σκόνη

Κι αλογοκλέφτες που λυντσάρουν στην Αγχονη


ειμαστε μόνοι μες τη στέπα, ειμαστε Λύκοι-

Στη λιγοστή ζωή που μας ανήκει

Και ολο κατρακυλάμε ως τον Πάτο

κι ο θανατος παραμονευει από κάτω..

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

H oρατή ακροδεξιά Του Νικόλα Σεβαστάκη/αναδημοσιευση απο το redNote book

H oρατή ακροδεξιά

Του Νικόλα Σεβαστάκη


Η ρατσιστική ακροδεξιά ριζώνει, στρατολογεί, οργανώνει «τάγματα ασφαλείας». Η φυσική παρουσία των ανθρώπων της πάει παράλληλα με τη διείσδυση των απόψεών της στις διαδικτυακές κυψέλες, στον σχολιασμό των μπλογκς και στο δηλητήριο των social media.  Φυσικά για όποιον μπαίνει καθημερινά δυο και τρεις φορές σε λεωφορεία ή ψωνίζει ακόμα από μικρά μαγαζιά, τα σχήματα ερμηνείας του κόσμου και οι συνταγές ορθοπραξίας της ακροδεξιάς καταγράφουν αξιοσημείωτη παρουσία. Μια ολόκληρη γωνιά του  ελληνικού «καφενείου», των τόπων της λαϊκής κοινωνικότητας, αναδίδει την ατμόσφαιρά της. Το ίδιο συμβαίνει στους δρόμους και στις λαϊκές αγορές.

Οι εξηγήσεις για το φαινόμενο, παρά τις σημαντικές αποχρώσεις, εντάσσονται στο γενικό και μάλλον νωθρό σχήμα «η μεγάλη κρίση υποθάλπει τα άκρα». Οι συντηρητικές φιλελεύθερες φωνές σπεύδουν να κατακεραυνώσουν, κατά τα συνήθη, τον «λαϊκισμό της ανομίας» ως τον βασικό φορέα εκκόλαψης όλων των κοινωνικών και πολιτιστικών δεινών. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, το ίδιο νήμα συνδέει τα πιο διαφορετικά φαινόμενα λαϊκής διαμαρτυρίας, κοινωνικού θυμού και απείθειας των τελευταίων δυο χρόνων: ανάμεσα στην Κόρινθο της Χρυσής Αυγής και στις Κερατέες ή στα Δεν Πληρώνω των προηγούμενων χρόνων, δεν υφίσταται καμιά ουσιαστική διαφορά. Το πνεύμα της ανομίας και της άρνησης απλώθηκε σαν ζοφερό πέπλο πάνω από την ελληνική κοινωνία στο όνομα της δυσφορίας για τα Μνημόνια και της αγανάκτησης για την κατάρρευση του μοντέλου ευημερίας το οποίο διαμορφώθηκε στη διάρκεια μιας αριστερόστροφης (η περίφημη «αριστερή ιδεολογική ηγεμονία») Μεταπολίτευσης.

Απέναντι σε αυτή την πασίγνωστη πια αφήγηση, το σύνολο σχεδόν της Αριστεράς θεωρεί ότι ο εκφασισμός της κοινωνίας είναι συνέπεια της οικονομικής αιμορραγίας των λαϊκών και μικροαστικών στρωμάτων. Το επιχείρημα λέει ότι το οξύ κοινωνικό πρόβλημα και συγχρόνως η εμπλοκή των νεοφιλελεύθερων ελίτ διακυβέρνησης στην αναπαραγωγή του, ωθούν στην απόγνωση μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, το πρόβλημα της ακροδεξιάς δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το γενικότερο ζήτημα  των αυταρχικών εκτροπών που προωθούνται και από φορείς του mainstream πολιτικού συστήματος. Η αντιμετώπισή του φαινομένου επαφίεται στην ανάπτυξη ενός ισχυρού κοινωνικού κινήματος το οποίο και θα υπερασπιστεί τις αξίες της κοινωνικής αλληλεγγύης απέναντι στον πολύμορφο κοινωνικό δαρβινισμό και στις ρατσιστικές του εκβλαστήσεις.

Όπως και αν οργανώνεται όμως η εξήγηση για το ακροδεξιό ρεύμα, οι δυο παραδοσιακοί της πυλώνες, ο φιλελεύθερος νομικισμός και ο κοινωνιοκεντρικός οικονομισμός, δυσκολεύονται απέναντι σε αυτόν τον αντίπαλο. Ο φιλελεύθερος νομικισμός σπεύδει να εντάξει την ακροδεξιά στη χώρα του «ανορθολογισμού» ή αλλιώς στην επικράτεια των λαϊκιστικών παρεκκλίσεων από τη νομιμότητα. Συνηθίζοντας στις συνοπτικές αναγωγές και σε μια ορισμένη σοφία του κοινού νου, καλλιεργεί την ιδέα ότι η έξοδος από την κρίση (μέσα από την ορθολογική καπιταλιστική αναμόρφωση μιας ιδιαίτερης περίπτωσης, της ελληνικής) θα γεννήσει μια πιο θετική κοινωνική ψυχολογία και συγχρόνως μια νέα ιστορική ευκαιρία για την ηγεμονία του ορθολογικού Κέντρου. Τα άκρα (δηλαδή, κατά το οικείο σχήμα, αμφότεροι οι αριστεροί και δεξιοί αρχαϊσμοί) θα χάσουν σταδιακά την αίγλη τους με το κοπιώδες πέρασμα σε μια νέα φάση ευρωπαϊκής ασφάλειας για τη χώρα και την τραυματισμένη μεσαία τάξη της. 

Ας σκεφτούμε όμως και την αριστερή στάση απέναντι στην πρόκληση της διάχυτης ακροδεξιάς. Εδώ και πολλούς μήνες  ένα πράγμα έχει γίνει κάτι παραπάνω από φανερό: ότι η συνηθισμένη προσφυγή στο «κοινωνικό» δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση των εθνικιστικών/ ρατσιστικών λόγων και πρακτικών. Πολύ απλά: το κοινωνικό δεν αρκεί διότι η ακροδεξιά, όπως διαμορφώνεται πλέον στη βάναυση «κασιδιάρικη» εκδοχή της, είναι με τον δικό της τρόπο κοινωνική και πληβειακή, προστατευτική και «αντικατοχική»˙ διεκδικεί, δηλαδή, τη δική της εκδοχή κοινοτισμού και φιλολαϊκού «κοινωνισμού» προωθώντας έναν σωβινισμό της πρόνοιας στο πλαίσιο μιας επιθετικής αμφισβήτησης των ελίτ και των καθεστωτικών ισορροπιών τους. Αυτό σημαίνει ότι το αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο και η διαρκής επικέντρωση στις κοινωνικές καταστροφές των μνημονιακών πολιτικών δεν αγγίζουν την υπόγεια δυναμική του ωμού αντιφιλελεύθερου ριζοσπαστισμού: αυτός ο τελευταίος επιχειρεί πλέον την αντιστροφή/ επανιδιοποίηση των αξιών του αντιφατικού κινήματος των πλατειών, ένα εναλλακτικό προς την Αριστερά μοντέλο λαϊκής εξέγερσης. Παράγει μια απτή, ευανάγνωστη και δραστική μετάφραση των διάσπαρτων αντι-ελίτ και ηθο-αναμορφωτικών  ευαισθησιών που κυκλοφορούν ευρέως. Κολυμπάει, άνετα, στο γενικευμένο τιμωρητικό σύνδρομο το οποίο εκτρέφεται από την ατομική δυσθυμία και την κοινωνική ατροφία. 

Τέλος, υπάρχει ένα θέμα πιο μακρινό από τα άμεσα και συγχρόνως περισσότερο απαιτητικό για τη σκέψη μας. Σε ένα από τα γνωστότερα κείμενά του, την Επιστολή για τον Ανθρωπισμό, ο Xάιντεγκερ, μιλώντας για τον μαρξισμό, λέει το εξής: η διάσταση της κοινωνικής αλλοτρίωσης είναι ιστορικά ουσιώδης αλλά όχι οντολογικά πρωταρχική. Το οντολογικά πρωτεύον, συνεχίζει, είναι η «απώλεια του οίκου», το ξερίζωμα και η εμπειρία της ανεστιότητας. Για τον Χάιντεγκερ, ο οποίος στο σημείο αυτό επαναλαμβάνει μια βασική πεποίθηση των οπαδών της «συντηρητικής Επανάστασης» του Μεσοπολέμου, η κοινωνική θεωρία της αλλοτρίωσης, ιδίως στην εκδοχή της ως αποξένωσης των παραγωγών στην καπιταλιστική συνθήκη, δεν είναι ικανή να αναγνωρίσει αυτή την άλλη θεμελιακή διάσταση.

Διαχρονικά, ο δεξιός ριζοσπαστισμός (είτε ως «αντιπλουτοκρατικός» σωβινισμός είτε ως εθνοφυλετισμός) επενδύει περισσότερο στις εμπειρίες του ξεριζώματος, του αποπροσανατολισμού και της απώλειας του κόσμου. Από την προδρομική εποχή του Μωρίς Μπαρές μέχρι σήμερα, η ακροδεξιά ορίζει ως έσχατο δεινό τον «ξεριζωμένο» όχι τον εκμεταλλευόμενο ή ταξικά δυναστευόμενο άνθρωπο. Η αντιμεταναστευτική ρητορεία βασίζεται άλλωστε στην ιδέα ότι ο Έλληνας έγινε ξένος στον τόπο του, ότι ο τόπος μας «έχει κατακτηθεί» από μια ξένη δύναμη. Με άλλα λόγια, η εθνική/ εθνοτική αλλοτρίωση, έτσι όπως την προβάλλει ο ακροδεξιός ριζοσπαστισμός, εμφανίζεται ως η ουσία των υλικών και πολιτικών ηττών μιας ολόκληρης περιόδου. 
Θα αναρωτηθεί κάποιος ποια σχέση μπορεί να έχει η ακροδεξιά των μαχαιρωμάτων, των στολών παραλλαγής και των καταδρομικών επιχειρήσεων για την «εκκαθάριση της χώρας» με την ανεστιότητα. Το ερώτημα φυσικά δεν εγείρεται με αυτή τη γελοία μορφή. Αυτό που εννοώ εδώ είναι ότι υπάρχουν διάχυτες προ-πολιτικές αγωνίες ταυτότητας και μια δυσφορία εξαιτίας της θλιβερής μεταμόρφωσης των πλαισίων ζωής, του βιωματικού τοπίου των ανθρώπων. Η εικόνα του «κέντρου της Αθήνας» λειτουργεί πλέον ως συμβολικό ισοδύναμο κάθε υπαρξιακού ξεριζωμού και βιοτικού ξεπεσμού ανεξάρτητα από τα αίτιά τους. Η «απώλεια του οίκου» συνδέεται με τη συρροή μη ελεγχόμενων και παράδοξων αλλαγών στη δομή της καθημερινότητας. Μια τέτοια αίσθηση απώλειας και βιωματικής πρόσκρουσης σε ένα «χαοτικό πραγματικό» επιτείνεται αλλά δεν παράγεται από την προϊούσα οικονομική κατάρρευση συγκεκριμένων κοινωνικών στρωμάτων. 

Πέρα λοιπόν από την κοινωνική οδύνη λειτουργούν εν τέλει και άλλες κλίμακες φόβων σε αστικά (και όχι μόνο σε αστικά) περιβάλλοντα όλο και πιο εχθρικά. Δεν έχει νόημα να στιγματίζει κανείς αυτούς τους φόβους ως ανορθολογικούς ή συντηρητικούς: αποτελούν μια διάσταση υπαρκτή, έναν παράγοντα σημαντικό για την πρακτική ζωή αλλά και για τις μύχιες πολιτικές διαθέσεις των ανθρώπων σε μια εποχή όπου αυτοί (όλοι μας δηλαδή) καταμετρούν κάθε λογής απώλειες και όχι μόνο τα χαμένα τους εισοδήματα.

Η Αριστερά πιστεύει κατά κανόνα ότι η σκοπιά του κοινωνικού συμφέροντος, δηλαδή ένα είδος οικονομικού ορθολογισμού των στρωμάτων που πλήττονται, θα καταφέρει να διαλύσει τον  ζόφο που πλανιέται πάνω από τη χώρα. Πολλές φορές ωστόσο άλλες αγωνίες, ξένες προς το κοινωνικό πρόβλημα, παράδοξες για κάθε ανάλυση με όρους συμφερόντων και κατανομής πόρων, προσδιορίζουν τις κοινωνικές συμπεριφορές και την αυτοσυνείδηση των πολιτών. Η διείσδυση του εθνορατσισμού και η νομιμοποίηση της ακροδεξιάς «τιμωρητικής βίας» είναι φαινόμενα που μπορεί να έχουν μεγαλύτερο βάθος και συνέπειες στο μέλλον. Για αυτό τον λόγο πρέπει να αναθεωρηθεί η αντίληψη που θεωρεί ότι μια «ταξική» ορθολογική επιλογή αποτελεί την μοναδική απάντηση.    

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Οικογενεια, σεξουαλικοτητα, γυναικες: απο ενα βιβλιο του Κριστοφερ Λας. ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Πέτρος Θεοδωριδης


Κρίστοφερ Λας, Λιμάνι σ΄έναν άκαρδο κόσμο, Η οικογένεια υπό πολιορκίαν, Μτφ Βασίλης Τομανάς ,Εκδοσεις Νησιδες ,(1979), 2007
βιβλιοπαρουσιαση 
στο ΕΝΕΚΕΝ



Περί τα τέλη του 18ου αιώνα τα κυρία χαρακτηριστικά του αστικού οικογενειακού συστήματος είχαν στέρεα εδραιωθεί στην Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ : Ο γάμος γινόταν σε σχετικά μεγάλη ηλικία και πολλοί άνθρωποι έμεναν άγαμοι. Ο γάμος έτεινε να κανονίζ εται από τους μέλλοντες συζύγους και όχι από τους γονείς και τους πρεσβυτερους..Οι πρεσβύτεροι επέτρεπαν στα νεαρά ζευγάρια να φλερτάρουν καταλαβαίνοντας ότι η αυτοσυγκράτηση των νέων θα έπαιρνε τη θέση της επιτήρησης από τους ενηλίκους.



Συγχρόνως άνδρες και γυναίκες δεν εγκατέλειπαν εύκολα στο γάμο τις συνήθειες της επιφυλακτικότητας που είχαν αποκτήσει κατά τη περίοδο του φλερτ . Εν τελει το Δυτικό σύστημα γάμου γέννησε μεγάλη σεξουαλική ένταση και κακή προσαρμογή,που έγινε πιο έντονα αισθητή από όσο θα γινόταν αλλού επειδή ο γάμος , ιδεατά , βασιζόταν στην οικειότητα και στην αγάπη. Η ανατροπή του γάμου του προσχεδιασμένου από άλλους επηλθε στο όνομα της ρομαντικής αγάπης και μιας νέας σύλληψης της οικογένειας ως καταφύγιου από τον πολύ ανταγωνιστικό κόσμο της αγοράς . : Οι δυο σύζυγοι έμελλε να βρουν παρηγοριά και πνευματική ανανέωση ο ένας στη συντροφιά του άλλου. Ειδικότερα η γυναίκα έμελλε να χρησιμεύσει, σύμφωνα με μία διάσημη ρήση του 19ου αιώνα ως ‘’Άγγελος της παρηγοριάς’’



· Το παιδί ,που δεν το έβλεπαν πια απλώς ως μικρό ενήλικο έφτασε να θεωρείται πρόσωπο με δικα του χαρακτηριστικά –ευάλωτα αθωότητα- που απαιτούσε μια θερμή , προστατευμένη και παρατεταμένη περίοδο ανατροφής . Ενώ παλαιοτέρα τα παιδιά μπλέκονταν ελεύθερα με τις συντροφιές των ενηλίκων οι γονείς τώρα επιδίωκαν να τα κρατήσουν μακριά από την πρόωρη επαφή με διαφθειρουσες επιρροές . Εκπαιδευτικοί και ηθικολόγοι άρχισαν να τονίζουν την ανάγκη του παιδιού για παιχνίδι, για αγάπη για κατανόηση και για το σταδιακό , άπιαστο ξεδίπλωμα της φύσης του. Αποτέλεσμα είναι ότι η ανατροφή των παιδιών έγινε πιο απαιτητική και οι συναισθηματικοί δεσμοί μεταξύ γονέων και παιδιών έγιναν πιο έντονοι, ενώ συγχρόνως οι δεσμοί με συγγενείς έξω από την στενή οικογένεια ασθένησαν . . Εδώ ήταν μια άλλη πηγή μόνιμης έντασης στην οικογένεια της μεσαίας τάξης , η συναισθηματική υπερφόρτιση της σχέσης γονέα και παιδιού



· Μια άλλη πηγή έντασης ήταν η αλλαγή της καταστατικής θέσης των γυναικών : Η αστική οικογένεια συγχρόνως υποτίμησε και εξύψωσε τις γυναίκες . Από τη μια τους αναίρεσε πολλές παραδοσιακές τους ασχολίες καθώς το σπίτι έπαψε να είναι κέντρο παραγωγής και αφιερώθηκε στην ανατροφή των παιδιών . . Από την άλλη , οι νέες απαιτήσεις της ανατροφής των παιδιών κατέστησαν αναγκαίο το να εκπαιδευτούν οι γυναίκες για τα νέα τους οικιακά καθήκοντα .: Έτσι οι γυναίκες έπρεπε να γίνουν πιο πολύ Χρήσιμες παρά διακοσμητικές . Στις κοινωνικές κατηγορίες που αποθανάτισε η Τζεην Ωστιν οι γυναίκες έπρεπε να παραιτηθούν από την ευαισθησία προς όφελος της Λογικής .




· Το σύστημα της αστικής οικογένειας έφτασε στην πλήρη άνθιση του τον 19ο αιώνα: Βασίστηκε στον συντροφικό γάμο, στο σπιτικό που έχει ως επίκεντρο το παιδί, στην χειραφέτηση η στην οιωνει χειραφέτηση των γυναικών και στη δομική απομόνωση της πυρηνικής οικογένειας από το σύστημα των συγγενών και από την κοινωνία εν γένει . Η οικογένεια βρήκε ιδεολογική στήριξη και δικαιολόγηση στη σύλληψη της οικιακής ζωής ως συναισθηματικού καταφύγιου σε μια ψυχρή και ανταγωνιστική κοινωνία . Η έννοια της οικογένειας ως λιμανιού σε έναν άκαρπο κόσμο θεώρησε δεδομένο τον ριζικό διαχωρισμό ανάμεσα σε εργασία και σε ελεύθερο χρόνο και ανάμεσα σε δημόσια και ιδιωτική ζωή . Η ανάδυση της πυρηνικής οικογένειας αντανακλούσε τη μεγάλη αξία που έδινε η νεωτερική κοινωνία στην ιδιωτικοτητα και με τη σειρά της η εξύμνηση της ιδιωτικότητας αντανακλούσε την απαξίωση της εργασίας ( σ 26)Γιατί όσο η παραγωγή γινόταν πιο περίπλοκη και αποδοτική η εργασία γινόταν ολοένα πιο εξειδικευμένη , κατακερματισμένη και ρουτινιέρικη. Έτσι η εργασία που πια δεν θεωρείται ικανοποιητική ασχολία από μόνη της , έπρεπε να ανα-οριστεί ως τρόπος επίτευξης ικανοποιήσεων και παρηγοριάς εξ από την εργασία .



Ετσι και κατά βάθος , η εξύμνηση της ιδιωτικής ζωής και της οικογένειας αντιπροσώπευε την άλλη πλευρά της αστικής αντίληψης της κοινωνίας ως ξένου πράγματος, απρόσωπου, απόμακρου και αφηγημένου- ενός κόσμου από όπου είχαν φύγει περίτρομα ο οίκτος και η τρυφερότητα . Οι στερήσεις που βίωναν οι άνθρωποι στο δημόσιο κόσμο έπρεπε να αντισταθμίζονται στη σφαίρα της ιδιωτικότητας


· Όμως περί τα τέλη του 19ου αιώνα οι αμερικανικές εφημερίδες γέμισαν με σκέψεις για τη κρίση του γάμου και της οικογένειας . Τέσσερις εξελίξεις προκάλεσαν μια σταθερά αυξανομένη αίσθηση συναγερμού: Η αύξηση του ποσοστού των διαζυγίων , η πτώση του ρυθμού των γεννήσεων στους κόλπους των ‘’καλύτερων ανθρώπων ‘(δηλαδή της ανώτερης τάξης) , η μεταβληθείσα θέση των γυναικών και η λεγομένη επανάσταση στα ήθη : Μεταξύ 1870 και 1920 τα διαζύγια δεκαπενταπλασσιαστηκαν . Στο μεταξύ ‘’η μείωση του ρυθμού των γεννήσεων στις ανώτερες φυλές ‘’ όπως το διατύπωσε ο Τεοντορ Ρουσβελτ το 1897 γέννησε το φόβο μήπως σύντομα οι ανώτερες φυλές ξεπεραστούν αριθμητικά από τους κατωτέρους , πουλεγοταν ότι πολλαπλασιαζονταν αδιαφορώντας τελείως για το αν είχαν την δυνατότητα να μεγαλώσουν τα παιδιά τους .Κατά τους συντηρητικούς επίσης η μεσαία τάξη είχε γίνει μαλθακή και εγωιστική ιδίως οι γυναίκες της που προτιμούσαν την κοινωνική τύρβη από τις πιο σοβαρές απολαύσεις της μητρότητας



Η μεταβαλλόμενη καταστατική θέση των γυναικών ήταν ένα από τα πιο έκδηλα σημεία της εποχής : Όλο και περισσότερες γυναίκες φοιτούσαν σε κολεγιά και εισέρχονταν στην εργασιακή δύναμη .Οι συντηρητικοί επιτίθενται στον φεμινισμό με τον ισχυρισμό ότι η εργασία της γυναικάς είναι αυτοεκπλρωτική ακριβώς χάρη στα ιερά της καθήκοντα ως συζύγου και μητέρας . ( σ 29)Όμως σιγά η συντηρητική ρητορεία για αυτά τα ιερά καθήκοντα άρχισε να φαίνεται παρωχημένη : Οι επικριτές του φεμινισμού άρχισαν να υποστηρίζουν ότι η μητρότητα και η δουλειά της νοικοκυράς αποτελούσαν ικανοποιητικές καριέρες που απαιτούσαν ειδική εκπαίδευση στη ‘’δημιουργία σπιτικού’’, την οικιακή επιστήμη’’ και στην οικονομία του σπιτιού’’ ως μια απόπειρα να υψώσουν την δουλειά του νοικοκυριού στο επίπεδο ενός επαγγέλματος .
· Παράλληλα η κίνηση για απελευθέρωση της ‘’σεξουαλικότητας ενόχλησε πολύ περισσότερο τους συντηρητικούς . Η ‘’νέα ηθική ‘’ κήρυξε τις απολαύσεις του σώματος , υποστήριξε το διαζύγιο και τον έλεγχο των γεννήσεων αμφισβήτησε τη μονογαμία και καταδίκασε την παρέμβαση του κράτους στη σεξουαλική ζωή.



· Όμως οι υποστηρικτές της οικογένειας αντί να προσπαθήσουν να εκμηδενίσουν την νέα ηθική αρκεστηκαν στο να την εξημερώσουν : αφαιρεσαν από την ιδεολογία της σεξουαλικής χειραφέτησης ο, τι απειλούσε την μονογαμία , ενώ εξύμνησαν μια πιο ελεύθερη και πεφωτισμένη σεξουαλικότητα μέσα στο γάμο . Υποστήριξαν ότι οι Αμερικανοί είχαν απορρίψει όχι τον γάμο αλλά απλώς το ιδεώδες του σεξουαλικού μονοπωλίου’ με το οποίο ο γάμος είχε μάλλον περιττά συνδεθεί . Αφού η έμφαση την αποκλειστική σεξουαλική κατοχή’’ είχε γίνει επικίνδυνη , μπορούσε να εγκαταλειφθεί . Κάθε συζυγικό ζεύγος επέτρεπε να αποφασίζει μόνο του αν θα θεωρούσε την συζυγική απιστία ένδειξη μη πίστης … Παράλληλα οι υποστηρικτές της οικογένειας προπασπθουν να απαλλάξουν από την άποψη ότι γάμος δεν έπρεπε να έχει συγκρούσεις και εντάσεις : Οι συζυγικοί καβγάδες έπρεπε να θεωρούνται φυσιολογικά σύμβαντα που αντιμετωπίζονται με άνεση και να χρησιμοποιούνται για παραγωγικούς σκοπούς . Οι καβγάδες θα μπορούσαν μάλιστα να έχουν και ευεργετικό αντίκτυπο αν ‘’σκηνοθετουνταν ‘’ σωστά και ολοκληρώνονταν ‘’καλλιτεχνικά’’



Την ιδία εποχή έχουμε και μια άγρια επίθεση στην ρομαντική αγάπη Θεωρήθηκε ότι η ρομαντική αγάπη έθετε ανέφικτα υψηλούς γνώμονες αφοσίωσης και συζυγικής πίστης που ο γάμος αδυνατούσε πια να καλύψει.Στο μυαλό των ριζοσπαστών αλλά και των συντηρητικών η ρομαντική αγάπη συνδεόταν με ψευδαισθήσεις , επικίνδυνες φαντασιώσεις και αρρώστια , απειλούσε την ψυχική ηρεμία . Οι ειδικοί σε θέματα γάμου είπαν ότι ο γάμος αντιπροσώπευε την τέχνη της προσωπικής ‘’αλληλεπίδρασης : ο γάμος όπως και όλα τα άλλα εδραζόταν σε καθαρή τεχνική : στη τεχνική της σκηνοθετησης των καβγάδων , της αμοιβαίας συμφωνίας για το πόση μοιχεία μπορούσαν να ανεχτούν , στη τεχνική του τι να κάνουμε στο κρεβάτι και πώς να το κάνουμε . Οι ειδικοί θεωρούσαν ότι η ‘’ψευδαίσθηση ‘’ η φαντασίωση , η εσωτερική ζωή αποτελούσαν απειλές για τη σταθερότητα και ισορροπία . Το πρόγραμμα τους διάβρωσε τη διάκριση ανάμεσα στην ιδιωτική ζωή και στην εργασία μετατρέποντας όλες τις μορφές παιχνιδιού , ακόμα και το σεξ σε εργασία . Έτσι η επίτευξη ‘’ του οργασμού, συμφωνά με τους γιατρούς και ψυχιάτρους , απαιτούσε όχι μόνο σωστή τεχνική αλλά και προσπάθεια , αποφασιστικότητα και συναισθηματικό έλεγχο

Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον- Μετάφραση κειμένου του Christopher Lasch

Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον- Μετάφραση κειμένου του Christopher Lasch(Μέρος 1ο)

αναδημοσιευση (κατοπιν αδειας ) απο το Blog

Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον

(ανταπάντηση στην φεμινίστρια Λίλιαν Ρούμπιν)

Αυτή η μπαγιάτικη πολεμική, γεμάτη από ηθική αγανάκτηση και θεωρητικό πυρωμένο αέρα, ανεπίγνωστα μας δείχνει γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον. Ανίκανη να εξηγήσει την επιμονή της θρησκευτικής, υπερ- της- οικογένειας συμπεριφοράς, και μία ηθική προσωπικής ευσυνειδησίας εκτός ως μία έκφραση ψευδούς συνείδησης- ως το προϊόν της πλύσης εγκεφάλου  ή μίας ανορθολογιστικής προσκόλλησης σε “απλές και εύκολες λύσεις” μετά από “δυο δεκαετίες κοινωνικής αναταραχής” -η Αριστερά βρίσκει τον εαυτό της χωρίς έναν ακόλουθο. Εφ’όσον αρνείται να πάρει τις λαϊκές συμπεριφορές σοβαρά, να “υποθάλψει την υπάρχουσα λαϊκή συνείδηση”, κατά την περίεργη και αποκαλυπτική έκφραση της Λίλιαν Ρούμπιν, μπορεί να ελπίζει μόνο να μετασχηματίσει την κοινωνία μόνο μπροστά σε μία λαϊκή αντίσταση ή αδιαφορία. Ο ισχυρισμός ότι η Αριστερά μιλάει για τους απλούς-κοινωνικούς ανθρώπους πλέον δεν εμπεριέχει την παραμικρή πεποίθηση. Αλλά η προσπάθεια να διατηρηθεί χωρίς πεποίθηση είναι αποηθικοποιητική, ενώ η προσπάθεια να προχωρήσει χωρίς αυτήν -να εγκαταλείψει τον μύθο της δημοκρατίας και να οδηγήσει τους ανθρώπους στην γη της επαγγελίας ενάντια στην δική τους κρίση και τάσεις- είναι ακόμη λίγο αλλόκοτη για ριζοσπάστες που ανατράφηκαν μέσα σε μία δημοκρατική πολιτική παράδοση. Συνέπεια η νότα της [σ.ph.υπαρξιακής] αγωνίας που διατρέχει αυτά τα μηνύματα, τόσο αποκαλυπτικά της Αριστερίστικης νοοτροπίας.
Αντιμέτωπη με το πρόξενο αμηχανίας κενό μεταξύ της Αριστερίστικης ιδεολογίας και της “υπάρχουσας λαϊκής συνείδησης”- ένα κενό που αυτοαποκαλύπτεται ήδη τόσο νωρίς όσο η δεκαετία του 1940- η Αμερικανική Αριστερά είχε να διαλέξει, κατά συνέπεια, μεταξύ δύο εξ ίσου στερούμενων νοήματος και αυτοαναιρετικών στρατηγικών: είτε να περιμένει απελπισμένη για την επανάσταση καθώς κατακεραυνώνει τον “καπιταλισμό” είτε να προσπαθήσει να προσκτήσει τους αντικειμενικούς της στόχους υπερφαλαγγίζοντας την γνώμη του κοινού, εγκαταλείποντας την ελπίδα της δημιουργίας ενός λαϊκού συνεχούς/κοινότητας για κοινωνικό μετασχηματισμό, και βασιζόμενη αντ’αυτού στα δικαστήρια, στα ΜΜΕ, και στην διοικητική γραφειοκρατία. Ως πολεμικοί από εκτός ή γραφειοκράτες από εντός, οι ριζοσπάστες έχουν κατορθώσει μόνο στο να θέσουν τις βάσεις για ένα συντηρητικό κίνημα που έχει καταφέρει να παρουσιάσει τον εαυτό του, παροργιστικά, ως μία μορφή λαϊκότητας στην κουλτούρα, παρά το ότι το δικό του πρόγραμμα, ιδιαίτερα το οικονομικό του πρόγραμμα, ζητά μονάχα να διαιωνίσει την υπάρχουσα κατανομή του πλούτου και της [σ.ph.:πολιτικής] ισχύος- όντως, να ανατρέψει τα δημοκρατικά αποκτήματα που όντως επιτεύχθηκαν τις τελευταίες πέντε δεκαετίες.
Ως ανάλυση της καπιταλιστικής οικονομίας, ακόμη και μία φρέσκια και αιχμηρή ανάλυση(σε αντίθεση με την χωρίς ζωή θεωρητικολογία του Λίχτμαν), αφ’εαυτής της θα συνεισέφερε πολύ λίγο σε μία κατανόηση της πολιτικής κατάστασης αυτής της χώρας. Γιατί μία οικονομική περιστολή [σ.ph.:πρβλ. αποανάπτυξη, στασιμότητα ΑΕΠ] θα στερούσε τον λιμπεραλισμό από το “κατασταστικό” του, όπως εκδέχεται ο Λίχτμαν; Κάποιος θα μπορούσε να αναμένει ότι αυτό θα είχε το αντίθετο αποτέλεσμα, όπως έκανε κατά την δεκαετία του 1930. Κατά την Μεγάλη Ύφεση, οι φιλελεύθεροι δημοκράτες [σ.ph.: liberals, "λιμπεραλιστές"] επιχειρηματολόγησαν ότι οι ερωτήσεις για την ανακατανομή του πλούτου, σκοτασμένες στο παρελθόν από μία μακρά ιστορία οικονομικής επέκτασης, δεν θα μπορούσαν πια να αναβληθούν. Η απροθυμία των λιμπεραλιστών να εμβάλουν ένα τέτοιο ζήτημα σήμερα, όταν θα ήταν εξ ίσου επιβλητικό σε ένα κλίμα ελαττούμενων προσδοκιών, δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς αναφορά στην κατάρρευση της πολιτικής ανάφλεξης που διατήρησε τον λιμπεραλισμό στο παρελθόν· και αυτή η εξέλιξη, πάλι, δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς αναφορά στα πολιτισμικά θέματα που έχουν διαχωρίσει τους λιμπεραλιστές(liberals) από το κοινωνικό τους συνεχές [σ.ph.:κοινό] . Οι διαιρετικές πολιτικές συνέπειες σε αυτόν τον πολιτιστικό εμφύλιο πόλεμο τεκμηριώνονται σε πολλές ιστορικές μελέτες- παραδείγματος χάριν, στην χρήσιμη έρευνα του Φρέντερικ Σήγκελ της αμερικανικής ιστορίας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, “Περιπετειώδες Ταξίδι”. Συνιστώ αυτό το βιβλίο σε καθένα που θέλει να καταλάβει γιατί η Αριστερά έχει πέσει σε σκληρούς καιρούς, ως ένα υποκατάστατο για το είδος της θεωρητικοποίησης που υποθέτει ότι η επίκληση των μαγικών λέξεων, καπιταλισμός και σοσιαλισμός, θα εξηγήσει τα πάντα από αυτά που χρειάζονται να εξηγηθούν.

 

Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον- Μετάφραση κειμένου του Christopher Lasch(Μέρος 2ο)

 

Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον- Μετάφραση κειμένου του Christopher Lasch(Μέρος 2ο)

Από philalethe00
Σε αναγνώστες που είναι κουρασμένοι από συνταγές, μπορώ ακόμη να συστήσω μία μακρά σειρά εργασιών πάνω στον καταναλωτισμό, την μαζική κουλτούρα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης- μεταξύ άλλων, αυτά του Τζάκσον Λίαρς, Ρίτσαρντ Φοξ, Στιούαρτ Ιούεν, Γουίλιαμ Λητς, και Τοντ Γκίτλιν. Διαβάστε τον Γκίτλιν πάνω στην υπερβολή των ΜΜΕ [επί] του φοιτητικού κινήματος της δεκαετίας του ’60 και μετά προσπαθήστε να πείσετε τον εαυτό σας ότι μία αντιδραστική πολιτική μεροληψία είναι υπεύθυνη για όλα. Αλλά μην φοβηθείτε να βασιστείτε στις δικές σας παρατηρήσεις, που θα έπρεπε να είναι αρκετές, αφ’ εαυτών τους, για να αυξήσουν την αμφιβολία για το δόγμα ότι  τα ΜΜΕ προμοτάρουν μια δεξιόστροφη ιδεολογία της “αφοσίωσης, …πατριωτισμού, και αντιδιανοουμενισμού, ελιτισμού και αντικομμουνισμού”, και  μη-κριτική συναίνεση. Ρωτήστε τον εαυτό σας πώς είναι δυνατόν να πιστεύουν τόσο πολλοί άνθρωποι ότι τα Μέσα, ελεγχόμενα από το “ανατολικό λιμπεραλιστικό [σ.ph: των Αμερικανών "liberals"] κατεστημένο”, προωθούν μία διαμετρικά αντίθετη ιδεολογία, μία μιας ανόθευτης λιμπεραλιστικής [σ.ph: φιλελεύθερης] ορθοδοξίας.
Αυτή η δοξασία δεν είναι λιγότερο πεπλανημένη από όσο το αριστερόστροφο δόγμα ότι τα μήντια είναι ολοκληρωτικά κυριαρχημένα από τα “συμφέροντα”. Αλλά καμιά δοξασία δεν μπορεί να απορριφθεί εξ αρχής. Αντί να απαντούμε σε ένα δόγμα με ένα άλλο, πρέπει να τα πάρουμε σοβαρά αρκετά ώστε να καταλάβουμε πώς συνέβη να υιοθετηθούν και τι τα κάνει να μοιάζουν σαν ενδεχόμενες περιγραφές της πραγματικότητας. Η άρνηση να δώσουμε προσοχή σε δημοφιλείς αντιλήψεις ή να ακούσουμε οποιαδήποτε γνώμη που δεν συμφωνούμε είναι μία συνταγή, δεν χρειάζεται να το πούμε, για την άγνοια.
Όσον αφορά για την ερώτηση αν οι Αμερικανοί πιστεύουν ό,τι βλεπουν στην τηλοψία, δεκαπέντε λεπτά σε ένα μπαρ θα όφειλαν να τακτοποιήσουν το ζήτημα. Μόνο η πολιτική αγωνία, μία αμείλικτα αφηρημένη διανοητική ποιότητα, ή η απουσία οποιασδήποτε έκθεσης στη καθημερινή ζωή -ή ένας συνδυασμός αυτών των αναπηριών- θα είχε οδηγήσει τον Λίχτμαν να πει ότι “η μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικανών απορροφούν, οιονεί από ώσμωση, την αχανή πλειοψηφία των απατών, ψευδών και παραμορφώσεων της Κυβέρνησης…” Θα ήταν δύσκολο να βρεθεί μία απλή δήλωση που καλύτερα να αποσαφηνίζει την κατάσταση της Αριστεράς- την ελαττωμένη της δυναμική όχι μόνο για ανάλυση σφριγώδη των κοινωνικών συνθηκών αλλά για απλή παρατήρηση, την ασφυκτιώσα της αυτοδικαίωση, την ανικανότητα να επικαλεστεί όλο τον στοιχειώδη πολιτικό ρεαλισμό που θα ξεκινούσε προσπαθώντας να καταλάβει την βάση της πολιτικής αίγλης του αντιπάλου, πάνω από όλα την απουσία οποιασδήποτε πολιτικής προοπτικής της ίδιας. Αν η “τεράστια πλειοψηφία των Αμερικανών” καθίστανται τόσο εύκολα κοροϊδευμένοι όσο ο Λίχτμαν νομίζει, τότε δεν θα δεχτούν ποτέ τον σοσιαλισμό, παρά στην θέα ενός όπλου. Είναι δύσκολο να αποδράσουμε από το συμπέρασμα ότι ο σοσιαλισμός -”προσεκτικά τώρα!”- έχει απήχηση στον Λίχτμαν, όπως και σε τόσους από εκείνους τους “ριζοσπάστες” που περιπαθώς επιθυμούν την φήμη του ρηξικέλευθου χωρίς την συνοδευτική ριψοκινδύνευση, μόνον επειδή είναι ηπίως μη-δημοφιλής(παρ’ ότι προορισμένος, φυσικά, για απόλυτη επιτυχία) και συνεπώς διατηρεί ένα ωχρό ουράνιο τόξο του επικίνδυνου και απαγορευμένου, ενώ ταυτόχρονα παρέχει όλη την διανοητική άνεση ενός ασφαλούς, προβλέψιμου, παγιωμένου, ανάλλακτου σώματος δογμάτων.

 

 

Η Φωλιά του Κούκου τότε ( 1975 ) και σήμερα

Η ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ( 1975 ) ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΙΔΑ 51 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ...ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ( ΚΑΙ ..ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ) . - Ξανά είδα ...