Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Οι λαϊκιστικές δυνάμεις δεν είναι ανόητες - θέτουν εύλογα ερωτήματα για την σημερινή κατάσταση της δημοκρατίας του Κριστομπάλ Ροβίρα Κάλτβάσσερ αναδημοσίευση - απο Μετά την κρίση

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Οι λαϊκιστικές δυνάμεις δεν είναι ανόητες - θέτουν εύλογα ερωτήματα για την σημερινή κατάσταση της δημοκρατίας

του Κριστομπάλ Ροβίρα Κάλτβάσσερ  
  
Πηγή: © Democratic Audit UK - Cristóbal Rovira Kaltwasser: Populist forces are not foolish – they are posing legitimate questions about the state of democracy 04/02/2015
πρώτη ελληνική δημοσίευση © ιστότοπος «Κοίτα τον Ουρανό» - Οι λαϊκιστικές δυνάμεις δεν είναι ανόητες, του Cristóbal Rovira Kaltwasser (μετάφραση Θώμη Γάκη)
 
Πως πρέπει να αξιολογούμε τα νέα λαϊκιστικά κινήματα που ριζώνουν σε κάθε γωνιά της Ευρώπης; Ο Cristóbal Rovira Kaltwasser τονίζει, πως άν και οι λαϊκιστές σε όλο τον κόσμο προκαλούν κατά καιρούς δυσάρεστες εκπλήξεις, εντούτοις θέτουν εύλογα ερωτήματα για την παρούσα κατάσταση της δημοκρατίας.
  
Το γεγονός ότι ο λαϊκισμός είναι μια παθολογία που όλο και περισσότερο επηρεάζει τις δημοκρατικές κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο, είναι ένα επιχείρημα που προωθείται από έναν αυξανόμενο αριθμό ειδικών και ακαδημαϊκών. Αυτός ο ισχυρισμός συνοδεύεται συνήθως από μια προειδοποίηση για την ανάδειξη των λαϊκιστικών δυνάμεων, οι οποίες υποθετικά επιζητούν να αποδιοργανώσουν τους ελέγχους και τις ισορροπίες που είναι εγγενείς στο φιλελεύθερο δημοκρατικό καθεστώς. Παρόλο που αυτή είναι μια βάσιμη ανησυχία, θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί όταν κρίνουμε τη σχέση του λαϊκισμού με τη δημοκρατία. Όπως έχω υποστηρίξει και αλλού, οι λαϊκιστικές δυνάμεις δεν είναι παθολογικές per se [καθεαυτές]. Αντιθέτως, η άνοδος του λαϊκισμού συνδέεται με την ικανότητά του να προσφέρει απλές απαντήσεις σε δυο δημοκρατικά διλήμματα που δεν έχουν ξεκάθαρη δημοκρατική λύση: το πρόβλημα της οριοθέτησης (πώς να ορίσεις τον λαό;) και των ορίων της αυτό-διακυβέρνησης (πώς να ελέγξεις αυτούς που ασκούν τον έλεγχο;).
Το πρόβλημα της οριοθέτησης παραπέμπει στην αδυναμία να ορίσουμε το ποιοι είμαστε «εμείς, ο λαός» [we, the people’ - όπως γράφει το Προοίμιο του Συντάγματος των ΗΠΑ]  με έναν δημοκρατικό τρόπο. Η ιστορία μας λέει ότι «ο λαός» γεννιέται πάντα μέσα από έναν συνδυασμό εξαναγκασμού και πειστικής αφήγησης, παρά μέσω μιας ορθολογικής συζήτησης που οδηγεί στον σχηματισμό μιας εθελοντικής οργάνωσης. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες δημοκρατίες του κόσμου έχουν υιοθετήσει μια στενή έννοια του «λαού», αποκλείοντας πολλές φορές διάφορες ομάδες που υπάρχουν μέσα στα κρατικά εδάφη τους (π.χ. αφροαμερικανούς, μετανάστες, γυναίκες κτλ.). Κατά συνέπεια, πολλοί δημοκρατικοί στοχαστές υποστηρίζουν ότι «ο λαός» θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια συνεχώς εξελισσόμενη οντότητα, η οποία διαμορφώνεται και από τη μετανάστευση αλλά και από τις μεταβαλλόμενες προτιμήσεις του εκλογικού σώματος. Επιπλέον, οι αποφάσεις τις οποίες λαμβάνουμε «εμείς, ο λαός» σήμερα, έχουν αντίκτυπο στις μελλοντικές γενιές - ας σκεφτούμε απλώς το δημόσιο χρέος.
Οι δημοκρατίες έρχονται επίσης αντιμέτωπες με το πρόβλημα του ελέγχου πάνω σε αυτούς που ασκούν τον έλεγχο. Στα σύγχρονα δημοκρατικά καθεστώτα είναι χαρακτηριστική η ύπαρξη αυτόνομων θεσμών, οι οποίοι αν και δεν εκλέγονται (απευθείας) από τον «λαό» έχουν παρόλα αυτά αρκετά μεγάλη δύναμη. Τα συνταγματικά δικαστήρια, οι διεθνείς οργανισμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι κεντρικές τράπεζες αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιου είδους θεσμών, οι οποίοι θεωρητικά επιδιώκουν το κοινό καλό. Παρόλα αυτά, οι πολίτες δεν έχουν σχεδόν καμία δυνατότητα να παρακολουθήσουν την λειτουργία τους και να αντιτεθούν σε αυτούς. Και ενώ αυτοί οι θεσμοί σίγουρα μπορούν να βοηθήσουν στο να επιλυθούν αντικρουόμενα συμφέροντα και να κατανείμουν πόρους, έως ένα βαθμό αντιπροσωπεύουν ένα πρόβλημα για την δημοκρατία. Εξάλλου, οι δημοκρατίες στηρίζονται στην ιδέα ότι η τελική πολιτική εξουσία ανήκει στο λαό και όχι σε θεϊκές δυνάμεις ή (μη εκλεγμένα) όργανα που αποτελούνται από ειδικούς και τεχνοκράτες.
Τα ερωτήματα του πως ορίζεται ο λαός και πως μπορούν να ελέγχονται αυτοί που ασκούν έλεγχο κερδίζουν έδαφος τα τελευταία χρόνια. Η ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία για την μετανάστευση και την αυξανόμενη ανισότητα δείχνουν ότι δεν είναι εύκολο να αποφασιστεί το ποιος δικαιούται να συμμετάσχει στη συλλογική διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Επιπλέον, η αυξανόμενη δύναμη των αυτόνομων θεσμών ασκεί πίεση στην δημοκρατία αφού δεν είναι πάντα ξεκάθαρο το εάν σε τελική ανάλυση συμβάλλουν στο κοινό καλό. Έχει ενδιαφέρον το ότι ο λαϊκισμός προσφέρει μια απλή απάντηση σε κάθε μια από αυτές τις ερωτήσεις ενώ από την άλλη, η εκλογική απήχηση των λαϊκιστικών ηγετών συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την ικανότητά τους να προωθούν απλές λύσεις για αυτά τα δύο δημοκρατικά διλήμματα.
Μέσα από την προώθηση αυτών των λύσεων, η ίδια η ουσία της έννοιας του λαϊκισμού κρυσταλλώνεται. Τα τελευταία χρόνια, υπάρχει αυξανόμενη ακαδημαϊκή συναίνεση για τον ορισμό του λαϊκισμού ως μιας ιδεολογίας ή ενός λόγου, ο οποίος όχι μόνο ισχυρίζεται ότι πολιτική είναι η εκτέλεση της λαϊκής βούλησης, αλλά απεικονίζει επίσης την κοινωνία ως διαιρεμένη ανάμεσα «στον αγνό λαό» και την «διεφθαρμένη ελίτ». Όπως αναφέρεται και εναλλακτικά, ο λαϊκισμός θα πρέπει να γίνει αντιληπτός ως μια ηθική και μανιχαϊστική γλώσσα, σύμφωνα με την οποία το κατεστημένο θεωρείται ανέντιμο και ο λαός απεικονίζεται ως μια ενάρετη κοινότητα η οποία θα πρέπει να σταθεί όρθια και να ανακτήσει την δικαιωματική της κυριαρχία.
Ακολουθώντας αυτή την αντίληψη για τον λαϊκισμό, μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα τις απαντήσεις που δίνει για τα δυο δημοκρατικά διλήμματα που σκιαγραφήσαμε παραπάνω. Πως λύνει ο λαϊκισμός το πρόβλημα της οριοθέτησης; Προκειμένου να απαντήσουν σε αυτήν την ερώτηση, οι λαϊκιστικές δυνάμεις έχουν την τάση να προβάλλουν δυο είδη απαντήσεων: το έθνος και τους πληβείους. Από την μια μεριά, ο αποκλειστικός [exclusionary, αυτός που αποκλείει κάποιους] λαϊκισμός στηρίζεται σε μια οργανική αντίληψη του «αγνού λαού» (έθνος με τη στενή μη συνταγματική έννοια, ethnos), σύμφωνα με την οποία τα άτομα που μοιράζονται φυλετικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά συνθέτουν την εθνική κοινότητα. Από την άλλη πλευρά, ο συμπεριληπτικός [inclusionary] λαϊκισμός υποστηρίζει ότι «ο καθαρός λαός» αποτελείται από τους κοινωνικοοικονομικά ηττημένους (τους πληβείους), οι οποίοι υφίστανται διακρίσεις εξαιτίας ενός δόλιου κατεστημένου. Με μια πρώτη ματιά, μπορεί να φαίνεται ότι ο αποκλειστικός [exclusionary] λαϊκισμός (π.χ. το UKIP στην Μ. Βρετανία ή το Εθνικό Μέτωπο στην Γαλλία) αποτελεί μια δημοκρατική απειλή, ενώ ο συμπεριληπτικός [inclusionary] λαϊκισμός θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια διορθωτική κίνηση της δημοκρατίας (π.χ. το Podemos στην Ισπανία ή ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα). Παρόλα αυτά, είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι όλα τα είδη των λαϊκιστικών δυνάμεων αποτελούν πρόβλημα για την δημοκρατία, αφού χρησιμοποιούν έναν ηθικό λόγο σύμφωνα με τον οποίο η πιθανότητα της κατάληξης σε συμφωνίες είναι σχεδόν ανύπαρκτη - θυμηθείτε ότι ο λαϊκισμός είναι μια ηθική γλώσσα η οποία θεωρεί ότι πολιτική είναι η πραγματοποίηση της (υποθετικά αυτονόητης) θέλησης του λαού.
Και ποια είναι η θέση του λαϊκισμού όσον αφορά τα όρια της αυτο-διακυβέρνησης; Σε γενικά πλαίσια, είναι δυνατό να αναγνωρίσουμε δυο διαφορετικές λύσεις. Από την μια μεριά, υπάρχουν λαϊκιστικές δυνάμεις που ισχυρίζονται ότι η υποκείμενη συνταγματική τάξη είναι νόμιμη. Και γι' αυτό το λόγο, η σιωπηλή πλειοψηφία και όχι οι διεφθαρμένοι παράγοντες, θα έπρεπε να είναι υπεύθυνοι των αυτόνομων θεσμών που είναι εγγενείς στο φιλελεύθερο δημοκρατικό καθεστώς. Από την άλλη πλευρά, κάποιες λαϊκιστικές δυνάμεις ισχυρίζονται ότι η ήδη υπάρχουσα συνταγματική τάξη έχει δημιουργηθεί για να προστατεύσει τα συμφέροντα του κατεστημένου. Θεωρούν για αυτόν τον λόγο ότι έφτασε η ώρα να πραγματοποιηθούν συνταγματικές μεταρρυθμίσεις ή να συγκληθεί μια συντακτική συνέλευση η οποία θα δημιουργήσει ένα νέο νομικό πλαίσιο που θα βρίσκεται σε αρμονία με τις ιδέες και τα συμφέροντα του «αγνού λαού».
Φυσικά, οι ειδικοί καθώς και οι ακαδημαϊκοί μπορεί να μην συμφωνούν με τις λύσεις που προωθούνται από τις λαϊκιστικές δυνάμεις όσον αφορά τα δυο δημοκρατικά διλήμματα που συζητάμε εδώ. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι ο λαϊκισμός είναι παθολογικός. Είτε μας αρέσει είτε όχι, οι λαϊκιστές ανά τον κόσμο θέτουν εύλογα ερωτήματα για την τωρινή κατάσταση της δημοκρατίας, ιδιαίτερα όταν μέτρα λιτότητας επιβάλλονται από (αυτόνομους) διεθνείς οργανισμούς και οι πολιτικοί προτιμούν να ισχυρίζονται ότι «η πολυπολιτισμικότητα απέτυχε» παρά να υιοθετούν μια λογική προσέγγιση για την μετανάστευση.
Αντί να περιγράφουν τους λαϊκιστές ως ανόητους παράγοντες ή ψηφοφόρους, οι ερευνητές και αυτοί που χαράσσουν την πολιτική θα έπρεπε να σκεφτούν τον τρόπο με τον οποίο ο λαϊκισμός βοηθάει να δοθεί φωνή σε ομάδες που δεν νιώθουν ότι εκπροσωπούνται από το κατεστημένο. Επιπλέον, αυτοί που ανησυχούν για την άνοδο του λαϊκισμού, θα έπρεπε να αξιολογήσουν εάν έχουν λογικές και συγκροτημένες απαντήσεις όταν προκύπτει το θέμα της αντιμετώπισης του προβλήματος της οριοθέτησης και των ορίων της αυτο-διακυβέρνησης. Ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε, λοιπόν, δεν συνίσταται στη δαιμονοποίηση των λαϊκιστικών δυνάμεων. Μάλλον το αντίθετο: πρέπει να αρχίσουμε να δίνουμε πολύ περισσότερη προσοχή στις βάσιμες ερωτήσεις που θέτουν οι λαϊκιστικοί παράγοντες.
Ο Cristóbal Rovira Kaltwasser, με διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου, εργάστηκε στο Αναπτυξιακό Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών (UNDP), διετέλεσε μεταδιδακτορικός υπότροφος στο Ερευνητικό Κέντρο Κοινωνικών Επιστημών του Βερολίνου (WZB) και Marie-Curie Intra-European υπότροφος σε διετές ερευνητικό πρόγραμμα για τον λαϊκισμό στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική. 
Σήμερα είναι βοηθός καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Diego Portales, Σαντιάγο, Χιλή.
Αν και ο "λαϊκισμός" έχει καταλήξει έννοια του συρμού στις πολιτικές συζητήσεις, μελετάται ανά χώρα ή ανά περιοχή. Αναλύοντας τρέχουσες εμπειρίες λαϊκισμού στην Ευρώπη και την Αμερική, καταδεικνύεται ότι ο λαϊκισμός μπορεί να αποτελεί παράλληλα απειλή και διόρθωση για τη δημοκρατία. Καταδεικνύονται επίσης οι ενδιαφέρουσες ομοιότητες μεταξύ δεξιόστροφου και αριστερόστροφου λαϊκισμού: αμφότεροι  ρέπουν προς την υπεράσπιση ενός πολιτικού μοντέλου που δεν είναι ενάντια στη δημοκρατία per se, αλλά μάλλον σε ασυμφωνία με τη φιλελεύθερη δημοκρατία.
Κας Μούντε - Ερνέστο Λακλάου: Λαϊκισμός, το φάντασμα της Βαϊμάρης, η Λατινική Αμερική και το μέλλον της Ευρώπης

Ινίγκο Ερρεχόν - Ερνέστο Λακλάου, θεωρητικός της ηγεμονίας


Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...