Αναγνώστες

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Zizek on Tarkovsky´s Solaris


Tarkovsky-THE MIRROR


Η «μαμή της Ιστορίας»ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΟΥΔΗΣ''Φαίνεται σήμερα ευνόητο, γιατί λίγο πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Sorel συμμάχησε με την ακροδεξιά εθνικιστική οργάνωση «Action Francaise» (Γαλλική Δράση) του Ch. Maurras και γιατί αμέσως μετά τον πόλεμο ο Mussolini τον αναγνώρισε ως τον πρώτο ιδεολογικό δάσκαλό του.''

πηγη:

Η «μαμή της Ιστορίας»

Δημοσιεύθηκε στις 2/07/2009
Συντάκτης: ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΟΥΔΗΣ

αποσπασμα:
''..Ο Marx ήταν, όπως θα έπρεπε να αναμένεται, και στο θέμα αυτό πολύ πιο συγκεκριμένος από τους θιασώτες και τους παραχαράκτες του: Ο Marx χρησιμοποιεί, ρητορικά, αυτή τη μεταφορά στον 1ο τόμο του «Κεφαλαίου» (1867), στο σημείο στο οποίο εξετάζεται η «πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου» στις πρώτες καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης (Ισπανία, Πορτογαλία, Ολλανδία, Γαλλία, Αγγλία) από το 17ο αιώνα, με διάφορες μεθόδους: «Οι μέθοδοι αυτές στηρίζονται εν μέρει πάνω στην κτηνώδη βία, όπως π.χ. το αποικιοκρατικό σύστημα.
Ολοι όμως χρησιμοποιούσαν την κρατική εξουσία, τη συγκεντρωμένη και οργανωμένη βία της κοινωνίας, για να αναπτύξουν, σαν σε θερμοκήπιο, τη διαδικασία της μεταμόρφωσης του φεουδαρχικού στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και να συντομέψουν αυτή τη μετάβαση.
Η βία είναι η μαμή κάθε παλαιάς κοινωνίας, που εγκυμονεί μια νέα. Αυτή η ίδια είναι μια οικονομική δύναμη».
Τριπλό συμπέρασμα:
α) Στη βάση κάθε βίας είναι η οικονομία -η βία είναι κατά βάσιν οικονομική βία.
 β) Πάνω σ’ αυτή την οικονομική βάση στηρίζεται η κοινωνική βία συγκεντρωμένη στην κρατική εξουσία (στα γερμανικά η λέξη Gewalt σημαίνει ταυτόχρονα: βία και εξουσία).
γ) Στις ταξικές κοινωνίες (φεουδαρχία, καπιταλισμός) η βία, οικονομική και κρατική, είναι ταξική. Στην ταξική κοινωνία «το κράτος αναλαμβάνει το στόχο να διατηρήσει με τη βία τους όρους διαβίωσης και κυριαρχίας της άρχουσας πάνω στην εξουσιαζόμενη τάξη» (Engles, «Αντι-Ντύριγκ», 1878).
Για τον Marx («Κομουνιστικό Μανιφέστο», 1848) και η νέα, η εργατική – προλεταριακή, Επανάσταση στηρίζεται, όπως και όλες οι προηγούμενες, πάνω στη βία.
 Σε αντίθεση όμως μ’ αυτές, στόχος της προλεταριακής (αντι)βίας είναι η κατάργηση κάθε ταξικής, οικονομικής και πολιτικής, βίας· η νέα αυτή επαναστατική βία δεν μπορεί να είναι ατομική και εθνική, αλλά μαζική και διεθνής: «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!».
Ωστόσο, για τον Engels («Κριτική του σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος», 1891), είκοσι χρόνια μετά την Παρισινή Κομούνα (1871), δεν αποκλείεται η ειρηνική, χωρίς τη χρήση βίας, μετάβαση στο σοσιαλισμό κάτω από ορισμένες συνθήκες, όπως π.χ. σε χώρες πολύ προχωρημένες στην εποχή του στους δημοκρατικούς θεσμούς (Αγγλία, Γαλλία, Αμερική).
Το διαβόητο έργο του G. Sorel «Στοχασμοί για τη βία» («Reflexions sur la violence», 1908) αποτελεί το κοινό σημείο αναφοράς για την περί βίας θεωρία στον 20ό αιώνα: Σε ριζική αντίθεση με τους «κλασικούς» Marx και Engels, ο Sorel μυθοποιεί και απολυτοποιεί την προλεταριακή βία.
Εχοντας μαθητεύσει στο σχολείο του γαλλικού σοσιαλ-ουτοπισμού (Proudhon) και αναρχοσυνδικαλισμού (Reclus) και του συγχρόνου του μπερξονισμού («ζωτική ορμή») και νιτσεϊσμού (θέληση για δύναμη, ηρωισμός, Υπεράνθρωπος), ο Sorel κατασκευάζει ένα εκρηκτικό μίγμα, που περιέχει αρκετό ακτιβισμό, βολονταρισμό, ανορθολογισμό και ρατσισμό (εκτροφή μιας «ανώτερης» πολεμικής ράτσας). Μ’ αυτή την ιδεολογική βόμβα μολότοφ, ο Sorel καλεί το προλεταριάτο να αναλάβει «άμεση δράση» (action direct) με γενικές απεργίες, μποϊκοτάρισμα, σαμποτάζ και καταλήψεις εργοστασίων, με στόχο τη δημιουργία μιας ιδανικής ράτσας, που θ’ αποτελείται από μιαν elite εργατών-παραγωγών και ηρώων-πολεμιστών – αφήνοντας άθιχτη την οικονομική βάση του συστήματος: τον ίδιον τον καπιταλισμό.
Φαίνεται σήμερα ευνόητο, γιατί λίγο πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Sorel συμμάχησε με την ακροδεξιά εθνικιστική οργάνωση «Action Francaise» (Γαλλική Δράση) του Ch. Maurras και γιατί αμέσως μετά τον πόλεμο ο Mussolini τον αναγνώρισε ως τον πρώτο ιδεολογικό δάσκαλό του....'''

MHNYMAL: αλλού στη γάστρα κι αλλού βυζάστρα

MHNYMAL: αλλού στη γάστρα κι αλλού βυζάστρα
mhnymal.blogspot.s


Είναι περίεργο που έχουμε μνήμες, από ήχους και εικόνες, από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Θα ήμουν το πολύ 5 - 6 χρονών, μα θυμάμαι το γαϊδουράκι φορτωμένο στο δρόμο από το Σοποτό για το σπίτι. Καλοκαίρι, κάτω απ' τον ήλιο. Όταν κοντοστεκόταν, ο παππούς το χτυπούσε με μια βέργα. Θυμάμαι τα καπούλια του γδαρμένα, σταγόνες αίμα. Οι πρώτες μνήμες από οικόσιτα ζώα έρχονται από την Κρήτη, από τα καλοκαίρια των διακοπών στο χωριό. Οι όρθες στην αυλή της γιαγιάς, το γαϊδούρι, η φοράδα του μπαρμπα-Σπύρου, που είχα καβαλήσει κι εγώ, η αγελάδα που έπινε ένα καζάνι νερό απνευστί και τα οζά. Πηγαίναμε στα οζά με τη φοράδα. Σε πολλά χωριά οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν κοντά στα ζώα. Έχουν αλλάξει πολλά, η διατροφή δεν βασίζεται πια κυρίως στην τοπική γεωργία και κτηνοτροφία, όμως τα πρόβατα δεν είναι μονάχα πλαστικά ομοιώματα για τη φάτνη του χριστουγεννιάτικου δέντρου, το πρωί σε ξυπνούν τα κουδούνια τους, στους δρόμους θα δεις καβαλίνες. 

Σ' αυτό το χωριό των διακοπών των παιδικών μου χρόνων, τα ζώα και η μεταχείρισή τους από ανθρώπους έγιναν το περασμένο καλοκαίρι αιτία μιας μεγάλης αναστάτωσης. Η αντίδραση των κατοίκων στην εγκατάσταση ενός χώρου περίθαλψης αδέσποτων σκυλιών, η απίστευτη πράξη της δηλητηρίασης δεκάδων από αυτά, τα πρόβατα που κατασπάραξαν αδέσποτα σκυλιά που είχαν ξεφύγει από τον χώρο τους ή που κάποιοι τα είχαν ξεφορτωθεί απέξω... Η Κάινα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας, που λένε. Το θέμα απασχόλησε το BBC, κάποιοι απείλησαν ότι θα διώξουν τον τουρισμό απ΄την περιοχή, ή απ' όλη την Κρήτη, σαν αντίποινα στη λογική της συλλογικής ευθύνης. Οι κάτοικοι του μικρού χωριού στον Αποκόρωνα Χανίων ένιωσαν τις ωδίνες της μετάβασης από την οικοσιτιστική στη μεταοικοσιτιστική εποχή. 




"Η εκλεπτυσμένη κοινωνία πίστευε συνήθως ότι η κακομεταχείριση των ζώων ήταν ένα κουσούρι των κατώτερων τάξεων, χωρίς να αναλογίζεται ότι τα μέλη της δικής της τάξης ποτέ δεν δούλευαν σαν ζωέμποροι, χασάπηδες, αγωγιάτες ή αμαξάδες", παρατηρεί ο R. Bulliet στο βιβλίο του Κυνηγοί, βοσκοί και χάμπουργκερ που αναφέρεται στο παρελθόν και το μέλλον των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων και άλλων ζώων και κυκλοφορεί σε μετάφραση Ν. Κούρκουλου. Ο Bulliet διακρίνει την ιστορία αυτών των σχέσεων σε τέσσερις περιόδους. Στη μεταοικοσιτιστική εποχή μας, οι άνθρωποι ζουν από τη μια απομακρυσμένοι από τα ζώα που παράγουν τροφή, ύφασμα και δέρμα και δεν βλέπουν ποτέ πώς έρχονται σε σεξουαλική επαφή ούτε πώς σφάζονται· από την άλλη, έχουν στενές σχέσεις με ζώα συντροφιάς. Κι ενώ καταναλώνουν ζωικά προϊόντα, "δοκιμάζουν αισθήματα ενοχής, ντροπής και αποστροφής" για όσα ξέρουν ότι τραβάνε τα ζώα - πρώτες ύλες των βιομηχανιών τροφίμων, ένδυσης κλπ. Στην οικοσιτιστική  περίοδο οι άνθρωποι, ιδιαίτερα της υπαίθρου, ζούσαν μαζί με τα ζώα. Όχι με τα ζώα συντροφιάς, με τ' άλλα, που παράγουν. Στην προοικοσιτιστική περίοδο δεν υπήρχαν οικόσιτα ζώα, η κρεοφαγία ήταν δυνατή χάρη στο κυνήγι, αλλά οι σχέσεις ανθρώπων και ζώων ενείχαν στοιχεία ιερότητας. Τέλος, στο πρώτο στάδιο, του διαχωρισμού, οι πρόγονοί μας απέκτησαν συνείδηση της ανθρωπιάς τους, της διαφορετικότητάς τους από τ' άλλα ζώα. 

Η επαφή ενός τουρίστα του οικοσιτισμού με την πιο βίαιη πλευρά του, με τη σφαγή του ζώου, είναι οδυνηρή. Πριν λίγες δεκαετίες χρειάστηκε να βοηθήσω στο σφάξιμο ενός γουρουνιού που είχε εκτραφεί για να μας προσφέρει το αγνά ταϊσμένο κρέας του για μπριζόλες, σελινάτο κλπ. Ήταν Χριστούγεννα, λίγο πριν. Έπρεπε να το τραβάω με δύναμη μ' ένα σχοινί. Αυτό στύλωνε τα πόδια κι έβγαζε μια φρικιαστική κραυγή. Χωρίς διακοπή. Ήμουν σίγουρος ότι ήξερε τι θα συμβεί από λεπτό σε λεπτό. Ήμουν σίγουρος ότι και το ταίρι του, που παρακολουθούσε τη σκηνή, μάντευε το δικό του αιμόφυρτο μέλλον. Μια μπαλταδιά στο κεφάλι, κι αμέσως το μαχαίρι στο λαρύγγι, αίμα πηχτό που πλατάγιζε, λίγα βήματα, αντανακλαστικές κινήσεις σφαγίου, κι έπειτα στο έλεος των σφαγέων: για γδάρσιμο και για τεμάχισμα. 



Τρεις παπάδες τρία αγγούρια
κυνηγούσαν μια γαϊδούρα.
Δω την έχουν κει την έχουν
μες στο ρέμα την κατέχουν.
Στέκα βρε ευλογημένη
που είναι η πούτσα καυλωμένη
άμα παρ' και ξεφουσκώσει
ποιος αδειάζ' να στο χώσει; 

Πριν από 16 χρόνια, η ομάδα του Ιού της τότε Ελευθεροτυπίας δημοσίευσε ένα αφιέρωμα στη μακριά γαϊδούρα που βασίστηκε στη δημοσιευμένη στο Παρίσι μελέτη της Marie-Christine Anest Κτηνοβασία, ομοφυλοφιλία, διαβατήριες τελετές και ανδρική μύηση στη σύγχρονη Ελλάδα, που περιελάμβανε το πιο πάνω δημοτικό τραγούδι. Το δημοσίευμα, μάλλον ασυνήθιστο για τους γενικούς προσανατολισμούς του Ιού, είχε θέμα τη μακριά γαϊδούρα, ένα παιχνίδι που, σύμφωνα με την Anest, 
αποτελεί "επιβίωση (ή συμπλήρωμα) των παραδοσιακών τελετών που συνοδεύουν την ενηλικίωση των ελληνόπουλων και περιλαμβάνουν σημαντικά στοιχεία ομαδικής κτηνοβασίας και ομοφυλοφιλίας". Στο βιβλίο περιγράφονται οι επαφές της μετάβασης στην ενηλικίωση με τη γαϊδάρα στο ρόλο της "πρώτης γυναίκας", που επιβίωναν μέχρι τις μέρες εκπόνησης της μελέτης της, κυρίως στην Κύπρο και την Κρήτη. 

Ο Bulliet αφιερώνει στον γάιδαρο ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου του, αφού, όπως αποκαλύπτει, το βιβλίο προέκυψε από την περιέργειά του για τον θρησκευτικό και σεξουαλικό συμβολισμό του γαϊδάρου, συμβόλου και του μεσσία και του σατανά, συμβόλου, τελικά, της μωρίας. Στο κεφάλαιο για τον Μεταοικοσιτισμό, αναφέρεται στον "πρωτοπόρο της σεξολογίας" Χάβελοκ Έλις, ο οποίος θεωρούσε κοινότερο, αλλά όχι μοναδικό, σεξουαλικό παρτενέρ τη γουρούνα. Σε έρευνες που γίνονταν στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, είχε παρατηρηθεί ότι νέοι άντρες, που είχαν μεγαλώσει σε αγροτικές περιοχές, παραδέχονταν ότι ομήλικοί τους είχαν σεξουαλικές εμπειρίες με ζώα, ποτέ όμως οι ίδιοι. "Ένας Τούρκος πληροφορητής", διαβάζουμε, "που είχε παραδεχτεί ότι νεαροί συγχωριανοί του συνουσιάζονταν με γαϊδούρες, όταν έμαθε ότι για τους Αμερικάνους η συνουσία με πρόβατο αποτελεί το στερεότυπο της κτηνοβασίας, παρατήρησε: "Με πρόβατο; Τι αηδιαστικό!"."

Η σεξουαλική διάσταση των σχέσεων ανθρώπου και άλλων ζώων έχει το μερίδιό της και στη λογοτεχνία. Στο δεύτερο μέρος της τριλογίας του Εμπειρίκου Τα χαϊμαλιά του Έρωτα και των Αρμάτων, το πρώτο ήταν η Αργώ, η θηριοδαμάστρια Ζεμφύρα ανακαλύπτει τη θηλυκή ηδονή χάρη στις θωπείες του Ζαμβέζη, ενός λιονταριού που η γλώσσα του "θερμή, λακταριστή και κάθυγρος, λείχουσα και περιλείχουσα τους σφύζοντας ελαστικούς μαστούς της δαμαζομένης νεάνιδος" της έδωσε να καταλάβει ότι "δεν ήτο θύμα του άρρενος το θήλυ, αλλ' απαραίτητον συμπλήρωμά του". Ο Εμπειρίκος περιγράφει στον πρώτο τόμο του πρώτου μέρους του Μεγάλου Ανατολικού τη συνεύρεση της διάσημης Αγγλίδος ηθοποιού Τζέην Μπόσουελ με τον μολοσσό Μπομπ: "οι ωθήσεις του πελωρίου σκύλου ήσαν τόσον σφοδραί, ώστε μόλις εισεχώρησε το εξωγμωμένον γεννητικόν του όργανον εις την χαίνουσαν διά να το δεχθή μουνότρυπαν, με την πρώτην παλινδρομικήν κίνησιν εξήλθε πάλιν, εισήλθε και εξήλθε εκ νέου...", βεβαίως, "...ενώ η Τζέην, σείουσα πάντοτε τον λευκόν της κώλον, και τινάσσουσα σφορδώς το αιδοίον της προς τα οπίσω, εις πλήρην ανταπόδοσιν των γαμικών ωθήσεων του επιβήτορός της, οίμωζε και ολόλυζε από ηδονήν..."

Όμως, την πάτησα σαν τον Bulliet. Ξεκίνησα με σκοπό να γράψω άλλα· για την κρεοφαγία και δη τη γουρουνοφαγία των ημερών ανάμνησης της έλευσης επί γης του θεανθρώπου. 




Η κρεοφαγία, από την προοικοσιτιστική εποχή, ήταν συνδεμένη με το ιερό και προϋπέθετε τη θυσία. "Ένα τυπικό χαρακτηριστικό", γράφει ο Burkert, "είναι η συλλογή των οστών, ιδιαίτερα των μηριαίων οστών, του θύματος και η απόθεσή τους σε κάποιον ιερό χώρο, και το στήσιμο του κρανίου του ζώου επάνω σε ένα δέντρο ή έναν πάσσαλο. Αυτό μαρτυρείται από την Παλαιολιθική εποχή και αποτελεί τον πυρήνα της ελληνικής θυσιαστήριας πρακτικής: το κάψιμο των μηριαίων οστών επάνω στο βωμό, μηρία καίειν, και το στήσιμο βουκρανίων για να σημαδευτεί ένα ιερό ή ένας βωμός. Εξηγώντας την πρακτική αυτή με λόγια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ζώο "δίνεται πίσω" στον υπερφυσικό ιδιοκτήτη του και να αναφέρει ένα μύθο που αφηγείται πώς ένα ζώο ξεπήδησε από τα συλλεγμένα οστά του, ξαναγεννημένο και ζωνταντό·". Οι τελετουργίες συνεχίστηκαν και με το πέρασμα στην εποχή της γεωργίας, και του οικοσιτισμού - θα πρόσθετε ο Bulliet, με αυξημένη συμβολική σημασία. 

Σ' ένα από τα κείμενα του βιβλίου Θυσία και Μαγειρική στην Αρχαία Ελλάδα, ο Jean-Luis Durand αναλύει την "τοπολογία των βρώσιμων σωμάτων" εξετάζοντας κυρίως μιαν ιωνική υδρία, που λεπτομέρειά της απεικονίζεται πιο κάτω. Ό,τι παρουσιάζεται σ' αυτήν έπεται της θανάτωσης του ζώου. Όπως περίπου η πράξη της θανάτωσης δεν έχει θέση στη σκηνή του αρχαίου δράματος. Βρήκε πάντως θέση πιο πάνω, σαν ανάμνηση εμού του βλασφήμου. 
Η αιδώς των αγγείων δεν προδίδεται ποτέ, ο θάνατος και η θυσία διαχωρίζονται πάντοτε. Η χειρονομία που ανοίγει πέρασμα στον θάνατο μέσω του λαιμού των ζώων δεν αναπαρίσταται ποτέ. Το μαχαίρι πλησιάζει, κάποτε μάλιστα πολύ κοντά, αλλά η ίδια η πράξη που αιματοβάφει το μαχαίρι και τον βωμό δεν αναπαρίσταται. Όταν το λαρύγγι κόβεται από το σίδερο, η έννοια της θυσίας απομακρύνεται από την εικόνα. Τότε, το ανοιχτό λαρύγγι δεν δείχνει τίποτα περισσότερο από τον θάνατο του ζώου, έναν θάνατο που δύσκολα καταλαβαίνουμε, μυστηριακό, που δεν αναφέρεται πλέον παρά σ' αυτόν. 
Ο Durand περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την τελετουργία της θυσίας, την ανατομία του ζώου που γνωρίζουν άριστα όσοι συμμετέχουν στην τελετή, την αντίληψη του ζώου σαν μέσου για την επικοινωνία με τους θεούς. Ο ιερέας, για λογαριασμό τους, θα κρατήσει κάποια κομμάτια κρέας που δεν θα φαγωθούν. Αν κάποιοι βλέπουν σ' αυτά μόνο ένα παραμύθι για δεισιδαίμονες, δεν αντιλαμβάνονται ότι εμείς, οι σύγχρονοι άνθρωποι, αφού δεν μπορέσαμε τουλάχιστον να βάλουμε κάτι άλλο στη θέση της ιερής θυσίας, παραπαίουμε σ' έναν δρόμο δίχως νόημα που οδηγεί στην πόρτα του μικροβιολογικού εργαστηρίου για να μετρήσουμε χοληστερίνες και τριγλυκερίδια και να διαλέξουμε ανάλογα με τ' αποτελέσματα το βαθμό έκθεσής μας στην επίθεση των λιπαρών, αγνοώντας αίμα και οιμωγές, τρώγοντας τοστάκι ή γύρους καθώς παρακολουθούμε θρίλερ στο σπίτι, υποκαθιστώντας με αλλότριες εικόνες, όπως πιστεύει ο Bulliet, ενστικτώδεις ανάγκες. Προσπερνώ αυτή την εμμονή στην ανθρώπινη φύση, θέμα που συνυφαίνεται με τις αγωνίες της υπόθεσης MHNYMAL. 





Γουρούνι, λοιπόν. Σε κάποια χωριά εδώ γύρω το λένε γρν. Πρώτο στις προτιμήσεις των Αμερικανών κτηνοβατών των αρχών του προηγούμενου αιώνα, μάλλον όχι των Γερμανών σήμερα, που θα πρέπει να προτιμούν τα πρόβατα. Γουρούνια σ' όλη την Ευρώπη, χοιρινές μπριζόλες και λουκάνικα, χοιρινό με σέλινο κατά την παράδοση, με δαμάσκηνα δια το γκουρμέ, το γουρούνι του ελληνικού δωδεκαημέρου, των γιορτών που ξεκινούν με τα Χριστούγεννα, ενός Χριστού που δεν το έβαλε ποτέ στο στόμα του, όπως κάθε καλός εβραίος· γουρούνι: ποσότητα, επίδειξη, αφθονία. Κι οι καταναλωτές, παραπαίοντα εκκρεμή ανάμεσα στην κραιπάλη και την περιρρέουσα πείνα της κρίσης αφθονίας. Εδώ κι εκατοντάδες χρόνια. Ο Braudel για τον ευρωπαϊκό υλικό πολιτισμό  μέχρι τον 16ο αιώνα:
Μαγειρεμένο μ' όλους τους τρόπους, βραστό ή ψητό, συνδυασμένο με λαχανικά και με ψάρια ακόμη, το κρέας σερβίρεται ανάκατα, "σε μορφή πυραμίδας" μέσα σε τεράστιες πιατέλες που στην Γαλλία ονόμαζαν mets. Έτσι, όλα τα ψητά το ένα πάνω στο άλλο αποτελούσαν ένα μόνο mets, του οποίου οι πολύ ποικίλες σάλτσες προσφέρονταν χωριστά. Δεν δίσταζαν ακόμη να στοιβάζουν όλα τα φαγητά μέσα σε μια μοναδική πιατέλα κι αυτή την πιατέλα, με το αηδιαστικό ανακάτεμα, την ονόμαζαν επίσης mets. Το 1361 και το 1391, χρονιές για τις οποίες διαθέτουμε ήδη γαλλικά βιβλία μαγειρικής, τα ονόμαζαν ήδη πιάτα: ένα γεύμα με έξι πιάτα ή mets εσήμαινε, όπως θα λέγαμε εμείς, έξι ειδών φαγητά. Όλα πλουσιοπάροχα, τόσο που συχνά δεν τα βάζει ο νους μας. Να ένα μόνο mets, παρμένο από το Ménagier De Paris (1393), από τα τέσσερα που προσφέρει διαδοχικά: "Πατέ βοδινού, ένα είδος ραβιόλια, γαλέος, δύο ζωμοί με κρέας, άσπρη σάλτσα ψαριού, επιπλέον μια σάλτσα βουτύρου με καϊμάκι, ζάχαρη και χυμό φρούτου". 
Αφθονία φαγητού και δη κρεάτων, από τον 14ο ως τον 16ο αιώνα, για τους λαούς της Ευρώπης, υποστηρίζει ο Braudel. Και επιμένει: "Αυτό είναι το παράδοξο στο οποίο πρέπει να επιμείνουμε, επειδή υπερισχύει συχνά η απλουστευτική άποψη ότι, όσο υποχωρεί κανείς προς τον Μεσαίωνα, τόσο πιο πολύ βυθίζεται μέσα στην αθλιότητα. Στην πραγματικότητα, αν μιλήσουμε για λαϊκό βιοτικό επίπεδο, δηλαδή για την πλειοψηφία, αληθεύει το αντίθετο". Αν κάτι θα έπρεπε να μας απασχολεί, δεν είναι αν υπήρχε ή όχι η αφθονία και σε ποιες εποχές και για ποιους και τι συνέβαινε με όσους δεν μετείχαν σ' αυτήν, είτε ήταν η κοινωνία των 2/3 είτε του μεσαίωνα είτε μιας κάποιας αρχαιότητας. Το ερώτημα είναι γιατί υπήρξε, κάτω από ποιες συνθήκες, και γιατί όταν υπήρξε η αφθονία έπρεπε να σπαταληθεί. Η μια όψη, που συμβαδίζει με την καρτεσιανή ιδέα των ζώων - άβουλων μηχανών, είναι αυτή, της σπατάλης. Η άλλη είναι εκείνη που συγκρατεί κάτι από την προϊστορική ιερή σχέση με τα ζώα μέχρι σήμερα, όπως συμβαίνει στα ανά την Ελλάδα κουρμπάνια, στις θυσίες των ζώων που στολίστηκαν για να προσφερθούν και να βραστούν· όχι να ψηθούν, πια. 



Το μέλλον των σχέσεων ανθρώπων - ζώων στον πραγματικό κόσμο θα καθοριστεί από την παγκόσμια επέκταση της εκμετάλλευσης κατά τον ύστερο οικοσιστικό τρόπο και από την αντίδραση σ' αυτήν την επέκταση από όλοένα και πιο οργισμένους μεταοικοσιτιστικούς ακτιβιστές. Τη στιγμή αυτή, κανένα στρατόπεδο δεν έχει λόγους για αισιοδοξία. Δεν υπάρχει μέση λύση ανάμεσα σε κρεατοβιομήχανους και χορτοφάγους, ανάμεσα σε κυνηγούς και απελευθερωτές των μινκ, ανάμεσα σε φαρμακευτικές εταιρείες και εχθρούς των πειραματισμών σε ζώα. Φιλόσοφοι, επιστήμονες, συγγραφείς και κινηματογραφιστές έχουν παρασυρθεί σ' αυτή τη δίνη των αντιφάσεων. Όμως, στο φαντασιακό επίπεδο, η κληρονομιά της ύστερης οικοσιτικής εποχής, με τις αγέλες των συμβολικά υποβαθμισμένων κτηνών που μετατρέπονται σε βιομηχανικά εμπορεύματα, λίγο χώρο έχει αφήσει για να στηριχτεί ο δημιουργικός νους. Θα χρειαστεί πραγματική ευφυία για να ανακαλυφτεί και πάλι η μαγεία της προοικοσιτικής εποχής, όταν τα ζώα επικοινωνούσαν με τους θεούς, όταν ημιζωικά πλάσματα κέρδιζαν το σεβασμό και όταν η θανάτωση προκαλούσε δέος και επέβαλλε ενοχή. 
Αυτή είναι η κατακλείδα του βιβλίου Κυνηγοί, βοσκοί και χάμπουργκερ. Νομίζω ότι αυτό που χρειάζεται δεν είναι ευφυία, όπως υποστηρίζει ο Bulliet. Ούτε το να ανακαλύψουμε ξανά μια υποτιθέμενη, όχι γιατί δεν υπήρξε - αλλά γιατί είναι τόσο μακρινή, μαγεία. Δεν θα αρκούσε η ευφυία κάποιων, θα χρειαζόταν η διάθεση πολλών να ξαναβαφτίσουν τη συλλογική ζωή έξω από τις νεωτερικές και μετανεωτερικές συμβάσεις. Ο δημιουργικός νους να είναι συλλογικός. Κι υπάρχει μια βασική προϋπόθεση πριν απ' αυτό. Να ψυλλιαστούμε πως όσα βλέπουμε γύρω μας, όσα ζούμε, αλλού είναι αλλιώς - και άλλοτε ήταν αλλιώς. Εδώ, για παράδειγμα, θα το ταράξουμε το χοιρινό, φέτος δυστυχώς δεν φτιάξαμε πηχτή, αλλού οι γυναίκες δεν το μαγειρεύουν καθόλου. Είναι ταμπού. Λίγο ακόμα πιο πέρα, οι βυζάστρες τα βυζαίνουν τα γουρουνάκια.





Άντε, 
χρόνια πολλά
κι από χρόνου...

where is the apple? 

Ο Χίτλερ στην εξουσία του Ανρί Λεφέβρ μετάφραση: Φοίβος Μαριάς/αναδημοσιευση αποτα ΕΝΘΕΜΑΤΑ ΑΥΓΗΣ

Ο Χίτλερ στην εξουσία

Standard
του Ανρί Λεφέβρ
μετάφραση: Φοίβος Μαριάς
 8-lefevreΤο 1938, και ενώ ο Χίτλερ αγγίζει το απόγειό της δύναμής του, ο εκδοτικός oίκος Bureau d’Editions (ένας από τους τρεις εκδοτικούς οίκους του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος) εκδίδει στο Παρίσι το βιβλίο Ο Χίτλερ στην εξουσία. Συγγραφέας του ο Ανρί Λεφέβρ, νεαρός μαρξιστής διανοούμενος τότε και ενταγμένος στο ΓΚΚ. Το κείμενο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ο συγγραφέας είχε επισκεφθεί αρκετές φορές τη δεκαετία του 1930 Γερμανία, πριν και μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ενώ γενικά απηχεί τις σχετικές αναλύσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του Τολιάτι για τον φασισμό.
Το βιβλίο έμεινε σχετικά άγνωστο, καθώς δεν ανατυπώθηκε μετά τον Πόλεμο. Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί και στα ελληνικά, σε μετάφραση Φοίβου Μαριά και πρόλογο Σπύρου Μαρκέτου, από τις εκδόσεις Αφήγηση, ένα νέο εκδοτικό εγχείρημα. Όπως μας είπε για την «Αφήγηση» ο υπεύθυνος της έκδοσης, Θάνος Ανδρίτσος, «όπως όλες οι αφηγήσεις, έτσι και αυτή δεν ξέρουμε που θα καταλήξει και τι μονοπάτια θα ακολουθήσει. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι θέλει να συμβάλει στην αναγκαία σήμερα, θεωρητική και ιδεολογική αντεπίθεση του κόσμου της εργασίας και στην πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση. Σε αυτή την κατεύθυνση θα προωθήσει το πολιτικό βιβλίο μέσα από έκδοση παλαιότερων και σύγχρονων θεωρητικών έργων, αλλά και σύγχρονων αποπειρών στον πολιτισμό και την τέχνη. Για να επικοινωνήσετε με τους αφηγητές ή να γίνετε κι εσείς ένας, στείλτε μας στο afhghsh@gmail.com». Δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το έργο του Λεφέβρ, συγχαίροντας θερμά τους συντελεστές και ευχόμενοι και εις άλλα!
 ΕΝΘΕΜΑΤΑ
 8-lefebvre-bΤι πρόσφερε ο φασισμός στο προλεταριάτο. Από τη σωρεία των πληροφοριών και των αντιφατικών στατιστικών μπορούμε, με κάθε αντικειμενικότητα, να συμπεράνουμε τα ακόλουθα. Οι μέσοι θεωρητικοί μισθοί δεν άλλαξαν στη Γερμανία από το 1932 (ωριαία αμοιβή ενός ειδικευμένου εργάτη=78,3 πφένιχ και ενός χειρώνακτα=62,2). Ωστόσο, παρά τη μεγάλη αύξηση του αριθμού των απασχολούμενων εργατών, το συνολικό εισόδημα της εργατικής τάξης δεν αυξήθηκε, μάλλον μειώθηκε, εάν λάβουμε υπόψη την αύξηση του κόστους ζωής. Το ετήσιο εισόδημα του κάθε Γερμανού εργάτη μειώθηκε, λοιπόν. Αυτή η αντίφαση εξηγείται από τις αλλαγές στη σύνθεση των μισθών. Έτσι στη, σχετικά ευνοημένη, μεγάλη μεταλλουργική βιομηχανία, η ωριαία αμοιβή της εργασίας (taux d’affutage) έπεσε από 115 σε 78 πφένιχ για τους ειδικευμένους εργάτες και από 90 σε 62 πφένιχ για τους χειρώνακτες, δηλαδή μια μείωση της τάξης του 30%. Τα πριμ επιτρέπουν θεωρητικά την ανάκτηση του επιπέδου των μισθών του 1932, που είναι χαμηλότεροι από αυτούς του 1929, αλλά με σημαντική εντατικοποίηση της εργασίας.
Σε ορισμένες δε περιπτώσεις, ο χιτλερισμός απέφυγε με επιδεξιότητα την άμεση επίθεση ενάντια στους μισθούς, όπως για παράδειγμα των ειδικευμένων εργατών της βαριάς βιομηχανίας οι οποίοι δούλευαν για το στρατιωτικό επανεξοπλισμό. Ένας πολύ μεγάλος αριθμός ανειδίκευτων εργατών είδε τους μισθούς του να μειώνονται άμεσα. Αλλά παντού χρησιμοποιήθηκε μια έμμεση μέθοδος επίθεσης και, κυρίως, αυξήθηκαν σημαντικά η παραγωγικότητα και η εντατικοποίηση της εργασίας, κατά συνέπεια η εκμετάλλευση των εργαζομένων. Το απαιτούσε η Γερμανία και ο γερμανικός σοσιαλισμός!…
Το κόστος ζωής αυξήθηκε. Στις 16 Ιουνίου 1937, ο επίσημος δείκτης των βιομηχανικών ειδών κατανάλωσης ήταν 132,9 (1913=100). Επισήμως, τα γεωργικά προϊόντα αυξήθηκαν πολύ λιγότερο. Στην πραγματικότητα, αγοράζονταν σε χαμηλές τιμές από τους παραγωγούς, τους αγρότες, και πωλούνταν πολύ ακριβά στους καταναλωτές, τους εργάτες. Στις 15 Μάη 1937, το κρέας είχε αυξηθεί κατά 15% (το χοιρινό), κατά 40% (ζαμπόν, χοιρινό, πρόβατο), τα αβγά κατά 30%, το βούτυρο κατά 35%, οι πατάτες κατά 50%. Έκτοτε, η αύξηση συνεχίστηκε. Πρέπει να σημειωθεί ότι ορισμένα εμπορεύματα, όπως το βούτυρο, έγιναν δυσεύρετα. Θεσπίστηκε η κάρτα ελέγχου κατανάλωσης λιπαρών ουσιών. Ήταν απαραίτητο για τους εξοπλισμούς. «Σφίξτε το ζωνάρι… Αφήστε να βελάζουν οι γριές κατσίκες [δηλαδή οι νοικοκυρές!]… Καλύτερα κανόνια παρά βούτυρο…», δήλωσε η χιτλερική ηγεσία. Ο πληθυσμός των πόλεων ήταν λοιπόν υποχρεωμένος να αγοράζει λαθραία προϊόντα διατροφής σε τιμές πολύ υψηλότερες από τις επίσημες. Σε σχέση με το 1930 (1930=100), o δείκτης στα είδη ένδυσης για τους άνδρες ήταν 155 και για τις γυναίκες 128 (αύξηση κόστους ένδυσης κατά 55% και 28% αντίστοιχα). Η πραγματική αμοιβή της εργασίας μειώθηκε έτσι το λιγότερο κατά 20%.
Πρέπει να προσθέσουμε ότι και οι φόροι αυξήθηκαν. Το κατώτατο φορολογούμενο εισόδημα ορίστηκε στα 561 μάρκα. Το σύνολο των φόρων που πληρώνονται από την εργατική τάξη αυξήθηκε από τα 383 εκατομμύρια μάρκα το 1932 σε 665 εκατομμύρια το 1936, δηλαδή αύξηση της τάξης του 73%. Οι κοινωνικές ασφαλίσεις απέβησαν πολύ κερδοφόρες για το κράτος. Το 1936 αφαιρέθηκαν επίσημα 600 εκατομμύρια μάρκα από το πλεόνασμα των ασφαλιστικών ταμείων και διοχετεύτηκαν στο κράτος. Οι εισφορές αυξήθηκαν από 1,2 μάρκα σε 1,45 ανά 30 μάρκα μισθού. Τα έγγραφα των ταμείων των εργοστασίων Κρουπ φανερώνουν με λεπτομέρεια τη σημαντική μείωση των παροχών ως προς τις αναρρωτικές άδειες, τη διαμονή σε ιαματικά λουτρά, την οδοντική προσθετική κ.λπ. Τέλος, οι δωρεές στις φασιστικές οργανώσεις, και στη «χειμερινή αρωγή», ήταν υποχρεωτικές. Η μείωση των πραγματικών μισθών ήταν τελικά πολύ μεγάλη.
[…] Συνοψίζοντας, ο τελικός απολογισμός της χιτλερικής διακυβέρνησης απέναντι στην εργατική τάξη ήταν η υπέρμετρη εντατικοποίηση της εργασίας, η τεράστια παραγόμενη υπεραξία ενώ το μοναδικό αντάλλαγμα ήταν ένα διαρκώς μειούμενο βιοτικό επίπεδο. Με την επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, ο αριθμός των ατυχημάτων αυξήθηκε με ραγδαίους ρυθμούς.
Σε ό,τι αφορά την ανεργία δεν είναι δύσκολο να δείξουμε τις αντιφάσεις των στατιστικών στοιχείων. […] Μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι ο αριθμός των ανέργων αγγίζει περίπου τα 3 εκατομμύρια.
Κάθε προλετάριος έχει ένα «βιβλιάριο εργασίας» το οποίο τον ακολουθεί παντού. Σε περίπτωση αντιδικίας, ο εργοδότης παραμένει κάτοχος του βιβλιαρίου εργασίας. Τίποτα δεν προστατεύει τους εργάτες. Το βιβλιάριο επιτρέπει στην αστυνομία να τους παρακολουθεί ανελέητα. Αυτό το σύστημα είχε εφαρμοστεί στη Γαλλία στην εποχή της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Οι Γάλλοι εργάτες πάλεψαν πολύ καιρό για την κατάργησή του.
Τι πρόσφερε ο φασισμός στη νεολαία, στις γυναίκες κ.λπ. Οι χιτλερικές νεολαίες κατάρτισαν ένα θαυμάσιο πρόγραμμα 18 σημείων: 3 βδομάδες διακοπών μετ’ αποδοχών, εργάσιμη ημέρα 8 ωρών, μείωση του χρόνου εργασίας για τους κάτω των 18 ετών, απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας για τους νέους και της εργασίας με το κομμάτι, προγραμματισμένα διαλείμματα στα εκσυγχρονισμένα εργοστάσια κ.λπ.
Η νεολαία ενθουσιάστηκε με το χιτλερικό καθεστώς. Αλλά τίποτα δεν πραγματοποιήθηκε προς όφελός της. Από τις 30 Ιουνίου 1934 οι νεολαίες έχασαν κάθε ανεξαρτησία, λόγω της απειλητικής ριζοσπαστικότητάς τους. Είναι πλήρως ελεγχόμενες, ώστε να αποτελέσουν τη βάση του μελλοντικού γερμανικού λαού και δεν χρησιμοποιούνται πλέον παρά μόνο για μαζική εκπαίδευση πολεμιστών. Ο αθλητισμός, αυτή η θεμελιώδης διεκδίκηση της νεολαίας, χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τον πόλεμο.
Είναι αρκετά παράδοξο που ένας μεγάλος αριθμός γυναικών είχαν ψηφίσει άλλοτε τον Χίτλερ. Ένας από τους πιο προβεβλημένους ναζί θεωρητικούς, ο Μπέμλερ, έγραψε: «Η δημοκρατία δεν μπορεί να διατηρηθεί εκεί όπου κυριαρχεί η γυναίκα… Επειδή ακριβώς ο Γερμανός είναι κυρίως πολεμιστής, ανδροπρεπής, φτιαγμένος για τη φιλία, η δημοκρατία θα μπορέσει να ευδοκιμήσει στην Γερμανία».
Ο Εβραίος είναι αντικείμενο περιφρόνησης όπως και οι γυναίκες. Οι μεγάλοι αρχηγοί του κόμματος επανέλαβαν πολλές φορές ότι πρέπει να εφαρμοστεί το παλιό ρωμαϊκό ρητό: «mulier taceat», δηλαδή: σιωπή στις γυναίκες!
Επισήμως το ναζιστικό κόμμα διακήρυττε ότι οι γυναίκες πρέπει να μένουν στην οικογενειακή εστία. Στην πραγματικότητα, ο αριθμός των γυναικών στην παραγωγή αυξήθηκε κατά 15%. Οι μισθοί τους ήταν χαμηλότεροι κατά 35% περίπου από αυτούς των ανδρών. Τις υποβάλλουν σε μέτρα ιδιαιτέρως προσβλητικά. Πολλές νεαρές άνεργες τοποθετήθηκαν ως άμισθες υπηρέτριες σε καλές άριες οικογένειες.

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Οι εποχές του Έρικ Χομπσμπάουμ ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΕΡΙΚ ΧΟΜΠΣΜΠΑΟΥΜ-2 της Έφης Γαζή/ αναδημοσιευση απο τα ΕΝΘΕΜΑΤΑ της ΑΥΓΉΣ

Οι εποχές του Έρικ Χομπσμπάουμ

Standard
ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΕΡΙΚ ΧΟΜΠΣΜΠΑΟΥΜ-2
 της Έφης Γαζή
4-erik-bΣτο τρίτο κεφάλαιο της Εποχής του Κεφαλαίου, με τίτλο «Η ενοποίηση του κόσμου», ο Έρικ Χομπσμπάουμ αναφέρεται στην ανάπτυξη των μέσων μεταφοράς και επικοινωνίας της εποχής (σιδηρόδρομοι, ατμόπλοια, τηλέγραφος κτλ.) και δίνει ένα γλαφυρό παράδειγμα της «μείωσης του χρόνου» στον ύστερο 19ο αιώνα, περιγράφοντας τα ταξίδια του Φιλέα Φογκ:
«Ως το 1872, τα μέσα αυτά είχαν ήδη πραγματοποιήσει τον θρίαμβο που εξιστορούσε ο Ιούλιος Βερν: τη δυνατότητα να κάνει κανείς το γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες, ακόμα και με τις διάφορες αναποδιές που παραμόνευαν τον αδάμαστο Φιλέα Φογκ. Ας θυμηθούμε τη διαδρομή αυτού του φλεγματικού ταξιδιώτη: διέσχισε με σιδηρόδρομο και πορθμείο την Ευρώπη από το Λονδίνο ως το Μπρίντιζι, και εκεί πήρε το πλoίο και πέρασε τη διώρυγα του Σουέζ, που είχε εγκαινιασθεί πρόσφατα (όλα αυτά μέσα σε επτά ημέρες). Το ταξίδι από το Σουέζ στη Βομβάη με το πλοίο επρόκειτο να διαρκέσει 13 μέρες. Το σιδηροδρομικό ταξίδι από τη Βομβάη στην Καλκούτα θα του έπαιρνε 3 μέρες».
Ο ιστορικός συνεχίζει την αφήγηση των ταξιδιών του Φιλέα Φογκ: Χονγκ Κονγκ, Γιοκοχάμα, Σαν Φρανσίσκο με πλοία και τρένα σε μια διαδρομή που πήρε σαράντα μια μέρες, άλλες επτά μέρες μέχρι τη Νέα Υόρκη, και μετά Λίβερπουλ και Λονδίνο. Και διερωτάται: «Πόσο καιρό θα ήθελε ο Φιλέας Φογκ για ένα τέτοιο ταξίδι το 1848»; Με παιδικό σχεδόν πείσμα και περιέργεια, υπολογίζει μέρες, αναφέρεται στις ταχύτητες των ιστιοφόρων, στις πιθανές θαλάσσιες διαδρομές, καταλήγοντας: «Ο περίπλους της υδρογείου το 1848 δεν θα απαιτούσε λιγότερο από έντεκα μήνες, δηλαδή τέσσερις φορές περισσότερο απ’ όσο χρειάστηκε ο Φιλέας Φογκ».
Η ιστορία του Φιλέα Φογκ, ένα σύντομο επεισόδιο μέσα στο εκτενές και συναρπαστικό έργο του Ε.Χ., αποτυπώνει ορισμένα υπόγεια ρεύματα που συναντήθηκαν στον ποταμό της ιστοριογραφίας του. Κεντρική θέση σ’ αυτό κατέχει η έννοια της «εποχής» (age) — όχι του αιώνα ή της περιόδου ή του πολιτικο-κοινωνικού σχηματισμού, παρά μόνο σε ένα δεύτερο επίπεδο, εκείνο της γενικής διαιρετικής. Η «εποχή» αποτελεί το βασικό πλαίσιο αναφοράς μιας μνημειώδους σύνθεσης της ιστορίας του νεότερου και σύγχρονου κόσμου. Σε αυτή τη σύνθεση, η ευρωπαϊκή ιστορία γίνεται κατανοητή «όχι ως το άθροισμα των ιστοριών», αλλά κυρίως μέσω της διαντίδρασης τόπων και χρόνων. Οι οφειλές αυτής της ετερολογικής οπτικής της ιστορίας στην εβραϊκότητα μένει να διερευνηθούν. «Αν και δεν ανήκαμε, ξέραμε και δεν μπορούσαμε να ξεφύγουμε από το γεγονός ότι είμαστε Εβραίοι», γράφει στην αυτοβιογραφία του, υπογραμμίζοντας ότι γι’ αυτόν «Εβραίος σημαίνει διασπορά».
Αμφισβητώντας τα «φυσικά όρια» του χρόνου και του χώρου, ο Ε.Χ. αναδεικνύει πώς διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές διαδικασίες και νοητικά σχήματα συνδημιούργησαν τον κόσμο του 19ου και του 20ού αιώνα. Για να το επιτύχει, μεταβάλλει διαρκώς τις κλίμακες της παρατήρησης, αναιρώντας κάθε ουσιοκρατική εννοιολόγηση του χωροχρονικού άξονα στην ιστορία. Στο «καθεστώς της εποχής» του Ε.Χ. ενεργοποιούνται διαφορετικά στρώματα ιστορικής εμπειρίας που συνδιαμορφώνουν ό,τι ο Ζακ Ρεβέλ αποκαλούσε «παίγνια της κλίμακας» ή «μεταβαλλόμενες κλίμακες» (jeux d’ echelles).
Πώς λειτουργούν οι «εποχές» ως «μεταβαλλόμενες κλίμακες» στο έργο του Ε.Χ.; Είναι σημαντική η ταλάντωση ανάμεσα σε ένα μεγάλο ερμηνευτικό σχήμα και στις πολλαπλότητες των «ποικιλιών της ανθρώπινης κοινωνικής εμπειρίας», όπως έλεγε ο ίδιος. Παρήγαγε μεγάλες, καλογραμμένες, συνθετικές, προσιτές στον μέσο καλλιεργημένο αναγνώστη αφηγήσεις. Αυτές οι μεγάλες συνθέσεις είναι κατοικημένες από μυριάδες «μικρές ιστορίες» οι οποίες δεν έχουν χαρακτήρα ανεκδοτολογικού υλικού. Αντίθετα, αναδεικνύουν την εικόνα της «εποχής» στο νοητικό σύμπαν των ιστορικών υποκειμένων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κεφάλαιο «Στην οικονομική άβυσσο» από την Εποχή των Άκρων. Στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης ξεπροβάλλουν ολοζώντανες οι μορφές των ανθρώπων όταν ο Ε.Χ. σημειώνει, για παράδειγμα: «Στον παππού μου, που η ασφάλεια ζωής του ωρίμασε κατά τη διάρκεια του αυστριακού πληθωρισμού, άρεσε να διηγείται την ιστορία ότι πήρε ένα τεράστιο ποσό σε υποτιμημένο νόμισμα, για να ανακαλύψει ότι το μόνο που μπορούσε να κάνει μ’ αυτό ήταν να πιεί ένα ποτό στο καφενείο όπου σύχναζε».
Eric HobsbawmΣτο δοκίμιο του «Από την κοινωνική ιστορία στην ιστορία της κοινωνίας» (1971), αναμετράται με τη σύνθετη φύση της κλίμακας στη μελέτη των «εποχών» του και σημειώνει αναφερόμενος στις κοινωνικές συγκρούσεις:
«Πόσο λιγότερες θα ήταν οι γνώσεις μας για τις ιδέες εκείνων που συνήθως δεν εκφράζονται δημόσια ή γραπτά αν δεν είχαμε αυτή την εξαιρετική έκφραση του ανέκφραστου, που είναι τόσο χαρακτηριστική των επαναστατικών περιόδων, και την οποία μαρτυρούν τα βουνά από φυλλάδια, επιστολές, άρθρα και λόγους, για να μην αναφέρουμε τον όγκο των αστυνομικών αναφορών, των καταθέσεων σε δικαστήρια και των ανακρίσεων; […] δεν μιλάμε απλώς για κομμάτια χρόνου που ξεχωρίζουν από ένα συνεχές ανάπτυξης και εξέλιξης, αλλά για σύντομες περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων η κοινωνία […] μεταμορφώνεται».
Αξίζει να διερευνήσουμε τους συνδετικούς κρίκους των εποχών του Ε.Χ. Ειδικά στη μεγάλη τριλογία του (και λιγότερο στην Εποχή των Άκρων), τα εισαγωγικά κεφάλαια ταξιδεύουν πίσω στους προηγούμενους τόμους και επαναφέρουν τις θεματικές στο πλαίσιο των επόμενων εποχών: επαναστάσεις, εθνικισμοί, αποικιοκρατικές πολιτικές ξανακαρφιτσώνονται στον χρόνο, εξερχόμενες από τις οριοθετήσεις τόσο της στενής χρονολογικής αλληλουχίας όσο και της συμβατικής περιοδολόγησης. Έχει πολλές φορές ειπωθεί ότι η ανάλυση του Χομπσμπάουμ εστιάζεται στην έννοια του μετασχηματισμού. Ωστόσο, έχει σημασία να αναφερθεί ότι ο ιστορικός ενδιαφέρεται κυρίως για «το κοινωνικό περιεχόμενο του οικονομικού μετασχηματισμού». Η ένταση ανάμεσα στο παλιό και το νέο, ανάμεσα στην παράδοση και τη νεωτερικότητα, οι μυριάδες τρόποι με τους οποίους θεσμίζονται αμοιβαία οι δύο κατηγορίες βρίσκονται στο κέντρο του ενδιαφέροντός του. Στην Επινόηση της παράδοσης, κλασικό και ακόμη επίκαιρο έργο, χαρτογραφεί τις διαδικασίες θέσμισης της παράδοσης εντός των νεωτερικών πλαισίων, ορίζοντας τις παραδόσεις όχι μέσα στο δίπολο παράδοση/νεωτερικότητα αλλά ως «αποκρίσεις σε καινούριες καταστάσεις που παραπέμπουν σε παλιές καταστάσεις ή που καθιερώνουν το δικό τους παρελθόν». Ας σκεφτούμε πώς προσέγγισε φαινόμενα όπως ο λουδιτισμός στη σημαντική μελέτη του «Οι καταστροφείς των μηχανών» (1952). Στράφηκε στα ίδια τα κοινωνικά υποκείμενα, εγκατέλειψε ολότελα τις διαδεδομένες πεποιθήσεις για τις ανορθολογικές και τεχνοφοβικές συμπεριφορές «παραδοσιακά» σκεπτόμενων εργατών, απομυστικοποίησε τις συγκεκριμένες πρακτικές εγγράφοντάς τις στο πεδίο της διαπραγμάτευσης για την εργασία στο πλαίσιο μιας νέας οικονομικής και κοινωνικής τάξης πραγμάτων.
Οι εποχές, τέλος, του Ε.Χ. δεν ταυτίζουν τον χρόνο με τη χρονολόγηση, ούτε αποκλειστικά την ιστορία με το παρελθόν. Είναι γνωστό ότι υπήρξε ένας ιστορικός εξαιρετικά ευαίσθητος απέναντι στην περίπλοκη σχέση παρελθόντος και παρόντος. Ωστόσο, αξίζει να σταθούμε στη σημασία που απέδιδε στο μέλλον. «Υπάρχουν τεχνικοί λόγοι για να βλέπουμε διαφορετικά το παρελθόν και το μέλλον», επεσήμανε στο δοκίμιό του «Κοιτάζοντας μπροστά: Ιστορία και μέλλον» (1981). «Η ιστορία δεν μπορεί να ξεφύγει από το μέλλον, γιατί δεν υπάρχει κάποια διαχωριστική γραμμή που να χωρίζει μεταξύ τους αυτά τα δύο». Για τον Ε.Χ., η πρόβλεψη ήταν «εφικτή, επιθυμητή και αναγκαία», παρά το γεγονός ότι «όσοι έχουμε κάνει προβλέψεις, έχουμε φάει κατάμουτρα αποτυχίες», όπως έλεγε. Για να μην επικαλεστώ τα γνωστά παραδείγματα αποτυχημένων πολιτικών προβλέψεων, αναφέρω ότι τη δεκαετία του 1960, ο Χομπσμπάουμ (με το ψευδώνυμό του ως μουσικοκριτικός, Φράνσις Νιούτον) προέβλεψε ότι σε είκοσι χρόνια κανένας δεν θα θυμόταν τους Beatles…
Ωστόσο, ανοίγοντας την πόρτα στο μέλλον, οι εποχές του Ε.Χ. δημιουργούν μια εντελώς διαφορετική αίσθηση της κλίμακας. Το 1990 έγραψε στο περιοδικό Marxism Today ένα σύντομο κείμενο με τίτλο «Αντίο σε όλα αυτά», όπου σημείωνε: «Όσοι πιστεύαμε ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν μια πόρτα στο μέλλον της παγκόσμιας ιστορίας, κάναμε λάθος». Δεν φαινόταν όμως διατεθειμένος να παραχωρήσει το μέλλον στους προφήτες του «τέλους της ιστορίας». Διερωτώμενος «ποιος δεν έχει μέλλον σε έναν κόσμο όπου οι ισχυροί δεν φοβούνται», ο Ε.Χ. προέβη σε μια χαρτογράφηση της αυγής του 21ου αιώνα, διαβλέποντας τη διεύρυνση των ανισοτήτων, την άνοδο του ρατσισμού και της ξενοφοβίας και την οικολογική κρίση.
Σε μια ενδιαφέρουσα βιβλιοκριτική του για την Εποχή των Άκρων (The New Republic, 1995), ο Αμερικανός ιστορικός Γιουτζίν Τζενοβέζε υποστήριξε ότι η ιστοριογραφία του Ε. Χ., εκτός των μαρξιστικών καταβολών για τις οποίες έχουν γραφεί πολλά και σημαντικά, περιλαμβάνει οφειλές σε στοχαστές προερχόμενους από αντίπαλες παραδόσεις, όπως ο Γιόζεφ Σουμπέτερ, ο Βιλφρέντο Παρέτο και o εβραϊκής καταγωγής, γεννημένος στην Ουγγαρία, ιστορικός που σταδιοδρόμησε στις ΗΠΑ, Τζων Λούκατς.
Βρισκόμαστε στην αρχή μιας σε βάθος ενασχόλησης με το έργο, τις φάσεις και τις εποχές του Ε.Χ. – για να σκεφτούμε την ιστορία μαζί αλλά και μετά τον Ε.Χ. Έχει σημασία όμως να αναδείξουμε, έστω εν μέρει, τον σύνθετο χαρακτήρα του εγχειρήματος ενός ιστορικού που κυρίως τα τελευταία χρόνια της ζωής του βρέθηκε ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά επιστημονικής και πολιτικής κριτικής, προερχόμενα τόσο από αριστερά όσο και από δεξιά. Σε μια εποχή επιδερμικής θριαμβολογίας από τη μια και «αριστερής μελαγχολίας» από την άλλη, όπως η δεκαετία του 1990, σημείωνε πως «τίποτα δεν μπορεί να οξύνει τη σκέψη του ιστορικού όσο η ήττα». Ίσως όχι μόνο του ιστορικού, μπορούμε να προσθέσουμε, συλλογιζόμενοι αυτόν τον «φλεγματικό ταξιδιώτη Φιλέα Φογκ» των νεότερων και σύγχρονων εποχών μέσα από τους στίχους που ο ίδιος διάλεξε για τους Θρυμματισμένους Καιρούς του. Ανήκουν στο πολύσημο ποίημα του Μάθιου Άρνολντ, «Η παραλία του Ντόβερ». Στον δραματικό του μονόλογο, ο αφηγητής ατενίζει τις ακτές του Ντόβερ, αναπολώντας τον καιρό που κολυμπούσε στη «θάλασσα της πίστης» και καταλήγει:
«Και είμαστε εδώ σαν πάνω σε σκοτεινή πεδιάδα
Ανάστατοι από μπερδεμένα σήματα για μάχη ή για φυγή
Όπου τυφλοί στρατοί συγκρούονται τη νύχτα».

Η Έφη Γαζή διδάσκει νεότερη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Το άρθρο βασίζεται στην εισήγησή της στην ημερίδα «Eric Hobsbawm, 1917-2012. Ένας χρόνος μετά», που οργάνωσαν οι εκδόσεις Θεμέλιο, 8.11.2013.

Ευρώπη: το διαζύγιο εξουσίας και πολιτικής /του Ζύγκμουντ Μπάουμαν- μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης/ αναδημοσιεσυη απο τα ΕΝΘΕΜΑΤΑ Αυγης

Ευρώπη: το διαζύγιο εξουσίας και πολιτικής

Standard
του Ζύγκμουντ Μπάουμαν
μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης
Μαξ Μπέκμαν, "Η αρπαγή της Ευρώπης", 1932
Μαξ Μπέκμαν, “Η αρπαγή της Ευρώπης”, 1932
Η διάγνωση για την ασθένεια που οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση στην εντατική έχει γίνει επιτυχώς: «δημοκρατικό έλλειμμα». Μάλιστα, κοντεύει να καταντήσει κοινός τόπος, αφού θεωρείται δεδομένη, και σχεδόν κανένας δεν την αμφισβητεί σοβαρά. Κάποιοι  αναλυτές αποδίδουν την ασθένεια σε κάποιο εκ γενετής ελάττωμα του οργανισμού, άλλοι αναζητούν φορείς της νόσου ανάμεσα στα μέλη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και αυτά που εκπροσωπούν· κάποιοι πιστεύουν ότι η νόσος έχει φτάσει στο τελικό στάδιο και κατέστη πλέον ανίατη, ενώ άλλοι διατηρούν την πεποίθηση ότι μια τολμηρή χειρουργική επέμβαση μπορεί να σώσει τον ασθενή. Ωστόσο, σχεδόν κανένας δεν αμφισβητεί τη διάγνωση. Όλοι, ή περίπου όλοι, συμφωνούν ότι οι ρίζες της ασθένειας βρίσκονται στη διάρρηξη της επικοινωνίας ανάμεσα στους πολιτικούς ιθύνοντες (εκείνους που χαράσσουν πολιτική στις Βρυξέλες και/ή τους πολιτικούς του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου) που δίνουν τον ρυθμό, και στον λαό ο οποίος καλείται να χορέψει σ’ αυτά τα βήματα, χωρίς να έχει ερωτηθεί ή συναινέσει.
Τουλάχιστον δεν υπάρχει έλλειμμα επιχειρημάτων για να υποστηριχθεί η διάγνωση, το «έλλειμμα δημοκρατίας» δηλαδή, στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κατάσταση της Ένωσης, χωρίς αμφιβολία, απαιτεί εντατική φροντίδα: το μέλλον της –ακόμα και η ίδια η πιθανότητα επιβίωσής της– είναι αμφίβολο. Μια τέτοια κατάσταση ονομαζόταν, από τις απαρχές της ιατρικής πρακτικής «κρίση». Ο όρος επινοήθηκε για να δηλώσει ακριβώς μια τέτοια στιγμή, στην οποία ο γιατρός είναι αναγκαίο να αποφασίσει επειγόντως σε ποιο συνδυασμό γνωστών και διαθέσιμων ιατρικών μέσων θα καταφύγει, προκειμένου να αρχίσει να αναρρώνει ο ασθενής. Όταν μιλάμε για κρίση οποιασδήποτε φύσης, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής, εκφράζουμε αφενός το αίσθημα της αβεβαιότητας, της άγνοιάς μας για την τροπή που θα πάρουν τα πράγματα — και, δευτερευόντως, την ανάγκη παρέμβασης: να επιλέξουμε τα σωστά μέτρα και να αποφασίσουμε να τα εφαρμόσουμε τάχιστα. Χαρακτηρίζοντας μια κατάσταση «κρίσιμη», εννοούμε ακριβώς αυτό: τον συνδυασμό της διάγνωσης και το κάλεσμα για δράση. Υπάρχει, βέβαια, μια εγγενής αντίφαση σε μια τέτοια ιδέα: σε κάθε περίπτωση, η είσοδος σε μια κατάσταση αβεβαιότητας και άγνοιας αποτελεί αρνητικό παράγοντα, όσον αφορά τη δυνατότητά μας να επιλέξουμε τα κατάλληλα μέτρα και να οδηγήσουμε τις υποθέσεις μας στην επιθυμητή κατεύθυνση.
***
H παρούσα κρίση διαφέρει από τα ιστορικά προηγούμενα της, στον βαθμό που βιώνεται ως ένα διαζύγιο μεταξύ εξουσίας και πολιτικής. Συνέπεια του διαζυγίου είναι η απουσία ενός οργανισμού που να μπορεί να κάνει εκείνο το οποίο απαιτεί εξ ορισμού κάθε «κρίση»: να επιλέξει τον δρόμο και τη θεραπεία που θα ακολουθήσει. Η απουσία αυτή, όπως φαίνεται, θα συνεχίσει να λειτουργεί παραλυτικά στην αναζήτηση μιας βιώσιμης λύσης, ώστε εξουσία και πολιτική να έλθουν ξανά σε γάμο. Ωστόσο, υπό τις συνθήκες της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης το ενδεχόμενο ενός τέτοιου νέου γάμου δεν μοιάζει διόλου πιθανό στο εσωτερικό ενός κράτους, όσο μεγάλο και ισχυρό κι αν είναι αυτό. Ούτε και μέσα σε μια ένωση κρατών, αφού η εξουσία είναι ελεύθερη να εγκαταλείψει κατά βούληση και άνευ προειδοποιήσεως κάθε επικράτεια που την ελέγχουν πολιτικές οντότητες υπό τα φαντάσματα των μετα-βεστφαλιανών ψευδαισθήσεων. Μοιάζει τώρα να αντιμετωπίζουμε το τρομερό αλλά επιτακτικό καθήκον της ισχυροποίησης της πολιτικής και των θεσμών της σε παγκόσμιο επίπεδο. Όλες οι πιέσεις, από τις απολύτως γήινες μέχρι τις υψιπετείς φιλοσοφικές, είτε πηγάζουν από τα συμφέροντα της επιβίωσης είτε υπαγορεύονται από ηθικό καθήκον, τείνουν σήμερα προς την ίδια κατεύθυνση — παρότι έχουμε προχωρήσει πολύ λίγο προς τα εκεί. Στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενός πανδοχείου στα μισά αυτού του δρόμου, τούτες οι πιέσεις μοιάζουν πιο σοβαρές και πιο οδυνηρές από ό,τι σε άλλες περιοχές του παγκοσμιοποιημένου πλανήτη.
Το δημοκρατικό έλλειμμα δεν αποτελεί, με κανέναν τρόπο, ζήτημα που αφορά αποκλειστικά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κάθε δημοκρατικό κράτος, κάθε πολιτικό σώμα που έχει στόχο –ή διατείνεται ότι έχει– την πλήρη κυριαρχία στην επικράτειά του, εν ονόματι των πολιτών του και όχι της βούλησης ενός μακιαβελικού Ηγεμόνα ή σμιτιανού Führer, υπόκειται σήμερα σε μια διπλή δέσμευση: εκτίθεται στις πιέσεις εξωτερικών από την πολιτική δυνάμεων, αδιαπέραστων από την πολιτική βούληση και τις απαιτήσεις της ιδιότητας του πολίτη, στις οποίες δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να ανταποκριθεί, λόγω του χρόνιου ελλείμματος εξουσίας. Με την εξουσία και την πολιτική να υπακούουν σε διαχωρισμένες και ανεξάρτητες μεταξύ τους ομάδες συμφερόντων, με τις κυβερνήσεις να βολοδέρνουν μεταξύ δύο πιέσεων που είναι αδύνατον να συμβιβαστούν, η εμπιστοσύνη στην ικανότητα και τη βούληση του πολιτικού κατεστημένου να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του ξεθωριάζει γρήγορα — ενώ η επικοινωνία μεταξύ των κυρίαρχων ελίτ και του πλήθους έχει διαρραγεί πλήρως. Ολοένα και περισσότερο, στις εκλογές, την ψήφο την καθορίζει η απογοήτευση για τις ελπίδες του παρελθόντος, ελπίδες που είχαν επενδυθεί στους νυν κυβερνώντες. Αυτή η απογοήτευση των εκλογέων έχει τον πρώτο λόγο, και όχι η προτίμησή τους για μια συγκεκριμένη πολιτική ή η αφοσίωσή τους σε μια ιδεολογία.
Υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να αναλογιστούμε, στο οποίο πρέπει να επικεντρώσουμε τη σκέψη και τη δράση μας. Είτε το γνωρίζουμε είτε όχι, ακούσια ή εκούσια, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σήμερα ένα εργαστήριο (αν όχι το μοναδικό, τότε σίγουρα ένα από τα πιο προηγμένα σε διεθνώς), στο οποίο σχεδιάζονται, ερευνώνται και τεστάρονται τρόποι αντιμετώπισης των αποτελεσμάτων που παράγει ο παρών διαχωρισμός εξουσίας και πολιτικής. Αυτή είναι, αναμφισβήτητα, η πιο σημαντική και αποτελεσματική εισφορά της Ευρώπης στις προοπτικές του πλανήτη· στην πραγματικότητα, στην επιβίωσή του. Το παρόν δίλημμα της Ευρώπης προδιαγράφει τις προκλήσεις που το υπόλοιπο του πλανήτη –το σύνολο του πλανήτη, όλοι οι κάτοικοί του– είναι βέβαιο ότι, αργά ή γρήγορα, θα νιώσει από πρώτο χέρι, θα αντιμετωπίσει και θα ζήσει. Οι πόνοι που νιώθουμε λοιπόν σήμερα, μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι οι ωδίνες του τοκετού που θα γεννήσει μια ανθρωπότητα η οποία θα ζει εν ειρήνη με τον εαυτό της, βγάζοντας τα κατάλληλα συμπεράσματα από τις απαιτήσεις τής –αμετάκλητα παγκοσμιοποιημένης– συνθήκης της. Αυτό που σήμερα αισθανόμαστε σαν το αφόρητα οδυνηρό σφίξιμο μιας μέγγενης μπορεί να αποδειχθεί, εκ των υστέρων, ότι ήταν ο σοβαρός αλλά παροδικός πόνος που προξενεί μια δαγκάνα που μας αρπάζει από την επικείμενη καταστροφή και μας σώζει.
Το άρθρο του Zygmunt Bauman, «Εurope is trapped between power and politics», δημοσιεύθηκε στο Social Europe Journal, στις 14.5.2013. Εδώ δημοσιεύονται αποσπάσματα.

Η Φωλιά του Κούκου τότε ( 1975 ) και σήμερα

Η ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ( 1975 ) ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΙΔΑ 51 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ...ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ( ΚΑΙ ..ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ) . - Ξανά είδα ...