Αναγνώστες

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016

Χάκερ vs Νευροεπιστήμονες αναδημοσιευση απο τους danger.few!!! Το επίσημο blog των happyfew

Χάκερ vs Νευροεπιστήμονες


«Σήμερα, το μεγαλύτερο εμπόδιο στο δρόμο για μια καθαρότερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο σκεφτόμαστε τον εαυτό μας και τον κόσμο στον οποίο ζούμε είναι ο επιστημονισμός, ο οποίος διαποτίζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε και την κουλτούρα μας. Έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε πως εάν ένα πρόβλημα είναι σοβαρό, τότε η επιστήμη θα βρει τη λύση του∙ και πως, αν η επιστήμη δεν βρίσκει τη λύση του, τότε μάλλον το πρόβλημα δεν είναι σοβαρό. Αυτό βέβαια είναι τελείως λάθος.
Η κυριαρχία του επιστημονισμού είναι ολοφάνερη στη λατρεία των μμε για τις νευροεπιστήμες. Όλη την ώρα ακούς εκεί ανθρώπους να λένε για τον εγκέφαλό τους, τι κάνει ή τι δεν κάνει ο εγκέφαλός τους, τι τους βάζει ή τι τους λέει να κάνουν ο εγκέφαλός τους, κ.ο.κ. Έτσι, ένα σωρό παρανοήσεις έχουν πλέον αρχίσει να διαποτίζουν την καθημερινή ομιλία των τηλεθεατών. Αυτό είναι ολέθριο και πάρα πολύ σοβαρό. Διότι οι παρανοήσεις αυτές δεν εκπέμπονται διαθλαστικά απλώς και μόνο από τους δημοσιογράφους, αλλά κατευθείαν από τους ίδιους τους νευροεπιστήμονες. Πράγματι, σε όποιο τομέα κι αν δουλεύουν, θα δούμε ότι θεωρούν πως αυτό που εξηγεί την ανθρώπινη συμπεριφορά, τη σκέψη μας, τις πεποιθήσεις μας, τις ελπίδες μας ή τους φόβους μας, είναι οι εγκεφαλικές διεργασίες. Πιστεύουν δηλαδή στ’ αλήθεια πως αυτός που σκέφτεται, συλλογίζεται, κρίνει, ζυγιάζει, πιστεύει, φοβάται κι ελπίζει είναι ο εγκέφαλος.
Αυτή η ιδέα δεν είναι προϊόν της επιστημονικής έρευνας, αλλά απότοκος εννοιολογικής σύγχυσης, από την οποία οφείλουμε ν’ απαλλαγούμε. Στην αντίρρηση ότι, θέλοντας να παρέμβουμε διορθωτικά στις εννοιολογικές συγχύσεις της επιστήμης, ενδεχομένως ενδιαφερόμαστε να προκαταβάλουμε το σχεδιασμό των νέων πειραμάτων, ξεκαθαρίζουμε δεν μας ενδιαφέρει το όποιο επόμενο πείραμα, αλλά η κατανόηση του προηγούμενου πειράματος. Τα εννοιολογικά ξεκαθαρίσματα συνεισφέρουν κατά πρώτο και κύριο λόγο στην κατανόηση αυτού που ήδη γνωρίζουμε και στη σαφήνεια κατά τη διατύπωση ερωτήσεων που αφορούν αυτά που ήδη ξέρουμε.
Επιστήμες και εννοιολογικό κομφούζιο
Η επιστήμη δεν είναι περισσότερο άτρωτη στα εννοιολογικά σφάλματα απ’ οποιοδήποτε άλλο πεδίο της ανθρώπινης διάνοιας. Η ίδια η ιστορία της επιστήμης είναι διάσπαρτη με τα λείψανα θεωριών, που δεν ήταν απλώς λανθασμένες αλλά εννοιολογικά συγκεχυμένες. Για παράδειγμα, η θεωρία του Γκέοργκ Σταλ (1659-1734) για την ανάφλεξη ήταν εννοιολογικά διάτρητη καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις απέδιδε αρνητικό βάρος στο ‘‘φλογιστόν’’ ─μια ιδέα που, μέσα στο πλαίσιο της νευτώνειας Φυσικής όπου ανήκε, δεν έβγαζε νόημα. Ή πάλι, η κριτική που άσκησε ο Αϊνστάιν

στη θεωρία του ηλεκτρομαγνητικού αιθέρα (το υποτιθέμενο μέσον δια του οποίου έλεγαν ότι διαδίδεται το φως) δεν στόχευε μόνο τα αποτελέσματα του πειράματος Μάικελσον-Μόρλεϊ (1887), που είχε αποτύχει ν’ αποδείξει το ζητούμενό του, αλλά και την εννοιολογική σύγχυση γύρω από τη σχετική κίνηση της ύλης, από την οποία περίμεναν ν’ αποδείξουν το ρόλο του αιθέρα στην ηλεκτρομαγνητική επαγωγή. (…)
Ερώτημα πρώτο. Μήπως όμως οι εννοιολογικές συγχύσεις είναι αναπόφευκτες; Όχι, δεν είναι. Μπορούμε να τις αποφύγουμε, αλλά κάνοντάς το τα πράγματα αλλάζουν. Για παράδειγμα, ερωτήσεις ενός ορισμένου τύπου παύουν να τίθενται άπαξ και αναγνωρίσουμε ότι βασίζονταν σε παρανοήσεις. Όπως το είχε θέσει ο Χερτζ στη θαυμάσια εισαγωγή του στις Αρχές της Μηχανικής (1899): ‘‘Όταν αρθούν αυτές οι οδυνηρές αντιφάσεις […] τότε το μυαλό μας, έχοντας πάψει να ταλανίζεται με αυτές, σταματά να θέτει άκυρες ερωτήσεις’’. Επίσης, αίρονται κάποια συμπεράσματα, τα οποία αντλούσαμε προηγουμένως από ένα δεδομένο σώμα εμπειρικής έρευνας, μιας και συνειδητοποιούμε ότι είναι άσχετα με το ζήτημα που θέλαμε να φωτίσουμε. (…)
Ερώτημα δεύτερο. Εάν υπάρχουν προβληματικές έννοιες στην επιστήμη, μήπως θα μπορούσαν ν’ αντικατασταθούν με άλλες, που θα έχουν την ίδια ερμηνευτική λειτουργία; Φυσικά, ο επιστήμονας είναι πάντοτε ελεύθερος να εισάγει νέες έννοιες εάν βρίσκει ανεπαρκείς ή ακατάλληλες τις υπάρχουσες. Το ζήτημά μας όμως δεν έχει να κάνει με τη χρήση νέων τεχνικών εννοιών. Αυτό που μας απασχολεί είναι η κακή χρήση των παλιών, των ήδη δεδομένων, τεχνικών εννοιών ─εννοιών όπως νους και σώμα, σκέψη και φαντασία, εκούσια κίνηση, συνείδηση και αυτοσυνείδηση. Αυτές οι έννοιες δεν έχουν τίποτα το ακατάλληλο ή το ανεπαρκές αναφορικά με τους σκοπούς που υπηρετούν. Δεν υπάρχει δηλαδή κανένας λόγος να σκεφτούμε ότι χρειάζεται ν’ αντικατασταθούν με νέες έννοιες στα πλαίσια που μας απασχολούν. Προβληματικές δεν είναι αυτές, αλλά η παρερμηνεία και η στρεβλή χρήση τους από τους νευροεπιστήμονες, καθώς και οι παρανοήσεις που προκαλούνται από αυτήν. (…)
Ερώτηση τρίτη. Πώς όμως η φιλοσοφία μπορεί με τόση σιγουριά να κρίνει τη σαφήνεια και τη λογική συνοχή εννοιών που χρησιμοποιούν και όπως τις χρησιμοποιούν τόσοι άξιοι επιστήμονες; Από πού κι ως πού μπορεί η φιλοσοφία να διακηρύσσει, ότι ορισμένοι από τους ισχυρισμούς αυτών των ειδημόνων είναι κενολογίες; Θα απαντήσουμε διεξοδικά σ’ αυτές τις επιφυλάξεις αργότερα. Ξεκαθαρίζουμε όμως εξαρχής πως, ό,τι ρόλο παίζουν το σωστό και το λάθος για την επιστήμη, παίζουν το νόημα και το άνευ νοήματος για τη φιλοσοφία. Τα σφάλματα στην επιστημονική παρατήρηση και θεωρία οδηγούν σε άλλα αντ’ άλλων συμπεράσματα. Τα εννοιολογικά σφάλματα στη φιλοσοφία οδηγούν στην κενολογία.
Κενολογίες, κοινώς αρλούμπες. Με ποιο τρόπο μπορούμε να ερευνήσουμε πού τελειώνει αυτό που βγάζει νόημα και πού αρχίζει η αρλούμπα; Μόνο αν εξετάσουμε τη χρήση των λέξεων. Η κενολογία αρχίζει όταν μια έκφραση χρησιμοποιείται αγνοώντας τους κανόνες της χρήσης της. Όταν συμβαίνει αυτό, προκύπτει μια μορφή λέξεων που αποκλείεται από τη γλώσσα. Διότι, είτε δεν μπορεί να καθοριστεί τι σημαίνει αυτή η λέξη στο υπό εξέταση στρεβλό  πλαίσιο, είτε αυτή η μορφή λέξεων αποκλείεται από ένα κανόνα, που προσδιορίζει ότι κάτι τέτοιο είναι ανύπαρκτο… Για παράδειγμα, το ‘‘ανατολικά του Βόρειου πόλου’’ δεν έχει καμιά χρήση, διότι αναφέρεται σε κάτι το ανύπαρκτο.
Κενολογία προκύπτει επίσης, όταν σε μια υπάρχουσα έκφραση δίνουμε μια νέα, τεχνική ή δήθεν τεχνική χρήση, η οποία μπερδεύεται με την παλιά ─λ.χ. όταν από προτάσεις που περιέχουν τη νέα χρήση, εξάγονται συμπεράσματα που στέκουν μόνο σε προτάσεις με την παλιά χρήση αυτής της έκφρασης.
Η απόδοση ψυχολογικών γνωρισμάτων στον εγκέφαλο…
Οι πρωτοπόροι των δυο πρώτων γενεών της σύγχρονης νευροεπιστήμης του εγκεφάλου ήταν ουσιαστικά καρτεσιανιστές. Όπως ο Καρτέσιος, διέκριναν το νου από τον εγκέφαλο και απέδιδαν ψυχολογικά γνωρίσματα στο νου. Κατά συνέπεια, τα γνωρίσματα αυτά αποδίδονταν στα ανθρώπινα όντα μόνο κατά δεύτερο λόγο ─όπως ακριβώς στην καρτεσιανή μεταφυσική.  Ωστόσο, η τρίτη γενιά νευροεπιστημόνων ισχυρίζεται ότι αποκήρυξε το δυϊσμό των δασκάλων της. Θέλοντας να εξηγήσουν τα ψυχολογικά γνωρίσματα των ανθρώπινων όντων, δεν τα απέδωσαν στο νου αλλά στον εγκέφαλο, ή σε τμήματα του εγκεφάλου. Ισχυρίζονται λοιπόν ότι ο εγκέφαλος διαθέτει ένα ευρύτατο φάσμα γνωσιακών, γνωστικών, αντιληπτικών και βουλητικών ικανοτήτων. (…)
Για τον Φράνσις Κρικ, π.χ., ο εγκέφαλος έχει βιώματα, πιστεύει πράγματα, ερμηνεύει ενδείξεις στη βάση πληροφοριών που διαθέτει, και κάνει υποθέσεις (The Astonishing Hypothesis, 1995). Κατά τον Τζέραλντ Έντελμαν ο εγκέφαλος κατηγοριοποιεί ο ίδιος ‘‘τις δραστηριότητές του’’ και χειρίζεται εννοιολογικά κανόνες (Bright Air, Brilliant Fire, 1994). Ο Κόλιν Μπλέικμορ ισχυρίζεται ότι ο εγκέφαλος γνωρίζει πράγματα, σκέφτεται επαγωγικά, κατασκευάζει υποθέσεις στη βάση επιχειρημάτων, και οι νευρώνες του είναι ευφυείς, υπολογίζουν πιθανότητες και στήνουν επιχειρήματα (Mechanics of the Mind, 1977). Για τον Αντόνιο Νταμάζιο, ‘‘οι εγκέφαλοί μας συνήθως αποφασίζουν σωστά, μέσα σε δευτερόλεπτα ή λεπτά, κι αφού το κάνουν αυτό, μπορούν να τα καταφέρουν πολύ καλύτερα από την καθαρή λογική’’ (DescartesErrorEmotion, Reason and the Human Brain, 1996).
Τα ίδια υποστηρίζουν και οι ψυχολόγοι, και οι γνωσιοκρατικοί επιστήμονες. Για τον Τζ. Π. Φρίσμπι (Seeing: Illusion, Brain and Mind, 1980) υπάρχουν σύμβολα στον εγκέφαλο και ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί και μάλλον καταλαβαίνει τα σύμβολα, ενώ κατά τον Ντέιβιντ Μαρ ‘‘οι εγκέφαλοί μας είναι με κάποιον τρόπο ικανοί για παραστάσεις και πληροφορίες (…) οπότε η μελέτη της όρασης πρέπει να συμπεριλάβει και μια έρευνα πάνω στη φύση των εσωτερικών παραστάσεων με τις οποίες συλλαμβάνουμε την πληροφόρηση και τη χρησιμοποιούμε ως βάση για αποφάσεις σχετικές με το τι σκεφτόμαστε και πράττουμε’’ (Vision: A Computational Investigation into the Human Representation, 1980).
… είναι προϊόν επιστημονικής ανακάλυψης ή αερολογία;
Ας καθίσουμε όμως λίγο να τα σκεφτούμε αυτά τα πράγματα. Ξέρουμε τι είναι για τα ανθρώπινα όντα να βιώνουν πράγματα, να βλέπουν πράγματα, να γνωρίζουν ή να πιστεύουν πράγματα, ν’ αποφασίζουν, να ερμηνεύουν αμφίρροπα δεδομένα και να κάνουν υποθέσεις. Καταλαβαίνουμε καλά τι είναι για τους ανθρώπους να σκέφτονται επαγωγικά, να ζυγιάζουν πιθανότητες, να επιχειρηματολογούν, να ταξινομούν και να κατηγοριοποιούν αυτά που συναντούν στην εμπειρία τους. Κάνουμε ερωτήσεις και ψάχνουμε γι’ απαντήσεις χρησιμοποιώντας συμβολισμούς, δηλαδή τη γλώσσα μας, μέσα από τους οποίους παριστάνουμε τα πράγματα.
Αυτά τα ξέρουμε. Ξέρουμε όμως τι είναι για έναν εγκέφαλο να βλέπει ή ν’ ακούει, να έχει βιώματα, να γνωρίζει ή να πιστεύει κάτι; Έχουμε μήπως καμιά ιδέα για το τι είναι ένας εγκέφαλος ν’ αποφασίζει; Καταλαβαίνουμε τι είναι για έναν εγκέφαλο να συλλογίζεται (επαγωγικά, παραγωγικά ή απαγωγικά), να ζυγιάζει πιθανότητες, να εκθέτει επιχειρήματα, να ερμηνεύει δεδομένα και να κάνει υποθέσεις στη βάση αυτων των ερμηνειών;
Μπορούμε να παρατηρήσουμε αν ένας άνθρωπος βλέπει κατιτί ή κάτι άλλο: βλέπουμε τη συμπεριφορά του και του κάνουμε ερωτήσεις. Αλλά τι θα ήταν να παρατηρήσουμε αν ένας εγκέφαλος βλέπει κάτι; Προσέξτε: όχι να παρατηρήσουμε τον εγκέφαλο ενός ανθρώπου ο οποίος βλέπει κάτι, αλλά τον εγκέφαλο να βλέπει κάτι. Αναγνωρίζουμε πότε ένας άνθρωπος κάνει μια ερώτηση κι πότε ένας άλλος άνθρωπος του απαντάει. Έχουμε όμως την παραμικρή ιδέα για το τι είναι ένας εγκέφαλος να κάνει μια ερώτηση και ν’ απαντάει;
Όλα αυτά (βλέπω, ακούω, γνωρίζω, πιστεύω, αποφασίζω, συλλογίζομαι, ζυγιάζω πιθανότητες, εκθέτω επιχειρήματα, ερμηνεύω δεδομένα, κάνω υποθέσεις, ρωτάω, απαντάω) είναι γνωρίσματα των ανθρώπινων όντων. Είναι άραγε κάποια νέα ανακάλυψη ότι αποτελούν γνωρίσματα του εγκέφαλου; Μήπως είναι κάποια γλωσσική καινοτομία, την οποία έχουν εισάγει οι νευροεπιστήμονες, οι ψυχολόγοι και οι γνωσιοκρατικοί επιστήμονες επεκτείνοντας τη συνηθισμένη χρήση αυτών των ψυχολογικών εκφράσεων για να στηρίξουν καλύτερα τις θεωρίες τους; Ή μήπως δεν είναι, δυστυχώς, παρά καθαρή εννοιολογική σύγχυση; (…)
Το ερώτημα αυτό είναι ερώτημα φιλοσοφικό και όχι επιστημονικό. Απαιτεί εννοιολογική αποσαφήνιση, όχι πειραματική διερεύνηση. Δεν μπορούμε να ερευνήσουμε πειραματικά αν οι εγκέφαλοι σκέφτονται ή όχι, αν πιστεύουν, πιστεύουν, μαντεύουν, κάνουν υποθέσεις, κ.λπ., ή όχι, παρά μόνο αφού πρώτα ξεκαθαρίσουμε τι σημαίνει το να τα κάνει όλα αυτά ένας εγκέφαλος ─δηλαδή μόνο αφού πρώτα αποσαφηνίσουμε το νόημα αυτών των φράσεων και γνωρίζουμε (αν μη τι άλλο) τι εννοούμε όταν λέμε ότι ένας εγκέφαλος τα κάνει όλα αυτά και τι είδους αποδεικτικά στοιχεία στηρίζουν την απόδοση τέτοιας λογής γνωρισμάτων στον εγκέφαλο.
Το ζήτημα είναι λοιπόν το εξής: έχει νόημα να αποδίδουμε τέτοια γνωρίσματα στον εγκέφαλο; Αυτή η απόδοση έχει να κάνει με κάτι το υπαρκτό, ή με κάτι το ανύπαρκτο (σαν το ‘‘ανατολικά του Βόρειου πόλου’’);
Μερολογικές συγχύσεις στη γνωσιοκρατική νευροεπιστήμη
Στις Φιλοσοφικές Έρευνες, ο Βιτγκενστάιν έκανε μια βαθύτατη παρατήρηση, που αφορά άμεσα αυτό που συζητούμε εδώ:
‘‘Μονάχα για ένα ζωντανό ανθρώπινο ον και για ό,τι του μοιάζει (συμπεριφέρεται με όμοιο τρόπο) μπορεί να πει κανείς ότι έχει αισθήματα, ότι βλέπει, ότι είναι τυφλό, ότι ακούει, ότι είναι κουφό, ότι έχει ή δεν έχει συνείδηση’’ [§281 (βλ. επίσης §§282–4 και 357–61)].
Αυτή η παρατήρηση συνοψίζει αυτό στο οποίο θέλουμε να καταλήξουμε. Η απόδοση ψυχολογικών γνωρισμάτων στον εγκέφαλο δεν είναι προϊόν κάποιας νευροεπιστημονικής ανακάλυψης, η οποία έδειξε ότι, αντίθετα με όσα πιστεύαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι εγκέφαλοι τελικά σκέφτονται και κρίνουν λογικά όπως ακριβώς κι εμείς οι άνθρωποι. Οι νευροεπιστήμονες, οι ψυχολόγοι και οι γνωσιοκρατικοί επιστήμονες που υιοθετούν τέτοιες μορφές περιγραφής, δεν το κάνουν επειδή έχει προκύψει ως συμπέρασμα από παρατηρήσεις που δείχνουν ότι πράγματι ο εγκέφαλος σκέφτεται και κρίνει λογικά.
Αλλά τότε, για ποιο λόγο υιοθετούν χωρίς διασταύρωση επιχειρημάτων ή στοχασμό αυτή τη μορφή περιγραφής και τις συνακόλουθες μορφές ερμηνείας που προκύπτουν από αυτήν; Υποψιαζόμαστε ότι αυτό συμβαίνει επειδή και αυτοί, και τα μμε, και πολύς κόσμος γενικότερα, υιοθετούν χωρίς σκέψη μια παραλλαγμένη μορφή καρτεσιανισμού. Ήταν πράγματι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του καρτεσιανικού δυϊσμού η απόδοση ψυχολογικών γνωρισμάτων κατά πρώτιστο λόγο στο νου και μόνο δευτερευόντως στον άνθρωπο.
Όλοι αυτοί έχουν πέσει στη μερολογική πλάνη ─μερολογική με την έννοια ότι σε ένα μέρος του ανθρώπου αποδίδονται τα γνωρίσματα του όλου ανθρώπου. (…)
Επιτρέπεται το ρουά ματ στο ποδόσφαιρο;
Υποστηρίζουμε λοιπόν ότι η συγκεκριμένη, μερολογική απόδοση ψυχολογικών γνωρισμάτων στον εγκέφαλο δεν βγάζει νόημα, είναι πλάνη, καθαρή κενολογία. Προσοχή όμως: δεν υποστηρίζουμε πως ο εγκέφαλος δεν σκέφτεται, δεν πιστεύει, δεν κάνει υποθέσεις, δεν κρίνει, δεν ζυγιάζει, δεν αποφασίζει, δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν ρωτάει, δεν απαντάει, κ.λπ. Υποστηρίζουμε ότι είναι κενολογία τόσο η απόδοση όσο και η μη-απόδοση τέτοιων γνωρισμάτων στον εγκέφαλο. Ο εγκέφαλος ούτε βλέπει, ούτε είναι τυφλός. Ούτε ακούει, ούτε είναι κουφός. Ούτε παίρνει αποφάσεις, ούτε είναι αναποφάσιστος. Ούτε έχει, ούτε δεν έχει συνείδηση. Μόνο το ζωντανό ανθρώπινο ον βλέπει ή είναι τυφλό, ακούει ή είναι κουφό, παίρνει αποφάσεις ή είναι αναποφάσιστο, έχει ή δεν έχει συνείδηση. Και μόνο για το ζωντανό ανθρώπινο ον, και για όποιο ον συμπεριφέρεται όπως αυτό, μπορούμε να πούμε κυριολεκτικά και χωρίς να βιάζουμε τη λογική ότι βλέπει, ή είναι τυφλό, παίρνει αποφάσεις, ή είναι αναποφάσιστο, κ.ο.κ. 
[Για να καταλάβουμε αυτό το είδος σύγχυσης και κενολογίας, είναι σαν να έλεγε κανείς ότι ‘‘δεν επιτρέπεται να κάνεις ρουά ματ στο ποδόσφαιρο’’. Στην πραγματικότητα, το ρουά ματ ούτε επιτρέπεται, ούτε και απαγορεύεται στο ποδόσφαιρο. Απλά, δεν υφίσταται καν κάτι τέτοιο στο συγκεκριμένο παιχνίδι και επομένως η φράση ‘‘δεν επιτρέπεται να κάνεις ρουά ματ στο ποδόσφαιρο’’ δεν είναι λάθος, είναι άνευ νοήματος, άχρηστη, κενολογία.]
Ο εγκέφαλος δεν είναι λογικά το κατάλληλο υποκείμενο τέτοιας λογής γνωρισμάτων. Ούτε ο εγκέφαλος, ούτε κάποιο άλλο μέρος του ζωντανού ανθρώπινου όντος ─π.χ. το σώμα του, ή κάποια μέρη του σώματός του, κ.τ.λ. 
Μάλιστα, είναι εξίσου πλάνη και κενολογία να λέμε, εννοώντας το κυριολεκτικά και όχι μεταφορικά, ότι ‘‘το μάτι βλέπει’’ ή ‘‘το αφτί ακούει’’. Δεν βλέπει το μάτι, εμείς βλέπουμε με τα μάτια μας. Δεν ακούει το αφτί μας, εμείς ακούμε με τ’ αφτιά μας.  Και δεν βλέπουμε ούτε ακούμε με τον εγκέφαλό μας, παρ’ όλο που αν ο εγκέφαλός μας δεν λειτουργεί κανονικά σε συνάρτηση με το οπτικό ή το ακουστικό μας σύστημα, δεν θα μπορούμε ούτε να βλέπουμε, ούτε ν’ ακούμε. Είναι άλλο ότι χωρίς εγκέφαλο δεν μπορούμε να σκεφτούμε και άλλο ότι αυτός που σκέφτεται είναι ο εγκέφαλός μας.
Τέτοιου είδους δηλώσεις, όπως ‘‘ο εγκέφαλος σκέφτεται’’, ή ‘‘το μάτι βλέπει, ή ‘‘το αφτί ακούει’’,  δεν είναι λανθασμένες, είναι κενές νοήματος. Διότι για να πούμε ότι κάτι είναι λάθος, πρέπει να έχουμε κάποια ιδέα για το τι είναι εν προκειμένω το σωστό. Θα έπρεπε δηλαδή, στη συζητούμενη περίπτωση, να ξέραμε ή να είχαμε συμφωνήσει τι είναι το να σκέφτεται ο εγκέφαλος, να βλέπει το μάτι ή να ακούει το αφτί, ώστε να έχουν νόημα τέτοιας λογής μορφές λέξεων και φράσεων. (…)
Μήπως δεν το εννοούν κυριολεκτικά;
Επιχειρηματολογώντας υπέρ της ιδέας μιας ‘‘τοπογραφίας του εγκεφάλου’’, ο Μπλέικμορ απορρίπτει την κατηγορία ότι οι νευροεπιστήμονες χρησιμοποιούν κατά κυριολεξία αυτές τις εκφράσεις όταν μιλούν για τον εγκέφαλο. Λέει συγκεκριμένα:
‘‘Η χαρτογράφηση του εγκεφάλου δεν έχει βέβαια ολοκληρωθεί, αλλά οι μέχρι σήμερα επιτυχίες μάς ενισχύουν την πεποίθηση ότι κάθε μέρος του εγκεφάλου (και ιδίως του εγκεφαλικού φλοιού) φαίνεται να είναι οργανωμένο όπως μια χαρτογραφημένη επιφάνεια. (…) Καθώς έχουν μπροστά τους τόσο συντριπτικά στοιχεία για την τοπογραφική οργάνωση της εγκεφαλικής δραστηριότητας, δεν είναι λοιπόν παράξενο που οι νευροφυσιολόγοι και οι νευροανατόμοι λένε ότι ο εγκέφαλος έχει χάρτες, οι οποίοι παίζουν σημαντικό ρόλο στην αναπαράσταση και την ερμηνεία του κόσμου από τον εγκέφαλο όπως οι χάρτες ενός άτλαντα μας βοηθούν για να διαβάσουμε την επιφάνεια της Γης (…) Είναι άραγε επικίνδυνη η μεταφορική χρήση όρων όπως ‘γλώσσα’, ‘γραμματική’ και ‘χάρτες’ για την περιγραφή των ιδιοτήτων του εγκεφάλου; Μου είναι αδύνατο να πιστέψω πως κάποιος νευροφυσιολόγος μπορεί να θεωρεί ότι υπάρχει κάποιος χαρτογράφος-φάντασμα, που φυλλομετρά τον εγκεφαλικό άτλαντα. Ούτε πιστεύω πως είναι γκάφα η χρήση λέξεων της κοινής γλώσσας (όπως χάρτης, παράσταση, κώδικας, πληροφορία, ακόμα και γλώσσα). Πρόκειται απλά για μεταφορικές εικόνες, ένα μείγμα από εμπειρική περιγραφή, ποιητική άδεια και ακατάλληλο λεξιλόγιο’’ (Understanding Images in Brain, 1990). 
Το αν υπάρχει ή δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, εξαρτάται από το πόσο καθαρό είναι ότι πρόκειται απλώς για μεταφορική χρήση των όρων και από το κατά πόσο αυτοί που τους χρησιμοποιούν θυμούνται ότι πρόκειται για μεταφορική χρήση και τίποτα παραπάνω. Ασφαλώς οι νευροφυσιολόγοι δεν πιστεύουν πώς υπάρχει κάποιος χαρτογράφος-φάντασμα στον εγκέφαλο, παρ’ όλα αυτά πιστεύουν ότι ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί χάρτες. Για παράδειγμα, ο Γιάνγκ υποστηρίζει ότι ο εγκέφαλος κατασκευάζει υποθέσεις στη βάση μιας ‘‘τοπογραφικά οργανωμένης αναπαράστασης’’.
Το ζήτημα είναι το εξής: σε τι συμπεράσματα οδηγούνται από τον ισχυρισμό τους ότι στον εγκέφαλο υπάρχουν χάρτες κι αναπαραστάσεις, ή από την πεποίθησή τους ότι ο εγκέφαλος εμπεριέχει πληροφορίες, ή ‘‘δικές του γλώσσες’’;

Και όμως, κυριολεκτούν!
Το πόσο εύκολη είναι η σύγχυση από τη χρήση των υποτιθέμενα άκακων μεταφορών, είναι φανερό σε αυτά που λέει ο ίδιος ο Μπλέικμορ. Διότι ενώ ισχυρίζεται πώς είναι εντελώς αβλαβές να μιλούν οι νευροεπιστήμονες για ‘‘χάρτες’’ του εγκεφάλου ─δηλαδή για χαρτογράφηση του αντιληπτικού πεδίου κατά τοπογραφικά συνδεδεμένες ομάδες κυττάρων, τα οποία ανταποκρίνονται συστηματικά σε αυτά τα χαρακτηριστικά─, η αλήθεια είναι πως δεν είναι καθόλου αθώο κι αβλαβές το να δηλώνει, την ίδια στιγμή και εντελώς κυριολεκτικά, ότι ‘‘οι χάρτες αυτοί παίζουν σημαντικό ρόλο στην αναπαράσταση και την ερμηνεία του κόσμου από τον εγκέφαλο, όπως οι χάρτες ενός άτλαντα μας βοηθούν για να διαβάσουμε την επιφάνεια της Γης’’.
Σε κάθε περίπτωση, όπως κι αν φανταστούμε αυτό που θέλει να πει ο Μπλέικμορ μιλώντας για ‘‘εγκεφαλικούς χάρτες’’ και για το ρόλο τους στην ‘‘αναπαράσταση κι ερμηνεία του κόσμου’’, αποκλείεται να πρόκειται για χάρτες σαν αυτούς ‘‘ενός άτλαντα (που) μας βοηθούν για να διαβάσουμε την επιφάνεια της Γης’’. Διότι ο χάρτης είναι μια εικονογραφική αναπαράσταση, φτιαγμένη σύμφωνα με ορισμένες συμβάσεις χαρτογράφησης και κανόνες προβολής. Για να διαβάσει κανείς έναν άτλαντα, πρέπει να γνωρίζει και να καταλαβαίνει αυτές τις συμβάσεις. Όμως οι ‘‘χάρτες’’ στον εγκέφαλο δεν είναι καθόλου χάρτες με αυτή την έννοια. Ούτε ο εγκέφαλος είναι κάτι σαν τον περιηγητή που κάθεται να διαβάσει ένα χάρτη. Διότι δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι γνωρίζουμε εικονογραφικές συμβάσεις ή μεθόδους προβολής για την ανάγνωση της τοπογραφίας των κυττάρων. Κι ο λόγος είναι ότι τα κύτταρα δεν οργανώνονται σύμφωνα με συμβάσεις και ότι η σχέση ανάμεσα στην ενεργοποίησή τους και τα χαρακτηριστικά του αντιληπτικού πεδίου είναι σχέση αιτιακή και όχι συμβατική.
Μπορούν λοιπόν οι νευροεπιστήμονες να ισχυρίζονται ότι χρησιμοποιούν διάφορους τέτοιους όρους μεταφορικά, σαν ομώνυμα ή μετωνυμίες. Αλλά όταν λ.χ. ο Κρικ διατείνεται ότι ‘‘αυτό που βλέπετε δεν είναι αυτό που βρίσκεται πραγματικά εκεί, αλλά αυτό που ο εγκέφαλός σας πιστεύει πως είναι εκεί’’, είναι σημαντικό να μας εξηγήσει αν χρησιμοποιεί το ‘‘πιστεύει’’ με κάποια καινούργια κι άγνωστη ως τώρα έννοια, και ποια τελοσπάντων είναι αυτή. Ειδάλλως νομιμοποιούμαστε να θεωρήσουμε ότι τη χρησιμοποιεί όπως τη χρησιμοποιούμε στη συνήθη γλώσσα μας και να του υποδείξουμε, κατά συνέπεια, ότι δεν καινοτομεί αλλά κενολογεί.
Πρέπει επομένως να έχουμε κατά νου το εξής πολύ απλό. Όταν πιάσουμε κάποιον ν’ αραδιάζει κενολογίες, η πρώτη του αντίδραση θα είναι να ισχυριστεί ότι ‘‘δεν το εννοούσε έτσι ακριβώς, αλλά κάπως αλλιώς’’, κ.τλ., κ.τλ. Το θέμα όμως δεν είναι τι ισχυρίζεται αυτός. Απεναντίας, πρέπει να δούμε τι συνεπάγονται αυτά που είπε. Από τις συνεπαγωγές τους θα καταλάβουμε αν τα έλεγε χρησιμοποιώντας τις λέξεις με κάποια καινούργια έννοια, ή αν τις χρησιμοποιούσε στρεβλά και άλλα αντ’ άλλων. Δεν είμαστε δηλαδή εμείς που θα τον κρίνουμε, αλλά τα ίδια του τα λόγια. (…)
P.M.S Hacker
αποσπάσματα σε δική μας μετάφραση και με δικούς μας επιμέρους τίτλους
 και κυρίως από το συλλογικό Neuroscience and Philosopy (2006)
Σημ. HS. Το 2003 ο ‘‘βιτγκενσταϊνικός’’ φιλόσοφος P.M.S. Hacker (1939) και ο ειδικευμένος στις συνάψεις νευροεπιστήμονας Μάξγουελ Μπένετ (1939) κυκλοφόρησαν το βιβλίο Philosophical Foundations of Neuroscience, ασκώντας ριζική κριτική στις κυρίαρχες στις νευροεπιστήμες αντιλήψεις για τη νόηση, τη συνείδηση, τη γλώσσα και τον εγκέφαλο. Το Neuroscience and Philosopy είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ανταλλαγή επιχειρημάτων μεταξύ των Χάκερ και Μπένετ από τη μια μεριά, και των φιλοσόφων Ντάνιελ Ντένετ και Τζον Σηρλ από την άλλη. Και στα δυο βιβλία ο Χάκερ αναπτύσσει, πέραν των όσων μεταφέραμε εδώ, και μια διεισδυτική κριτική στην ιδέα των «qualia», που αναφέρεται στη ατομικότητα των υποκειμενικών, συνειδητών εμπειριών και στην οποία στηρίζονται πολλοί σύγχρονοι νευροεπιστήμονες θέλοντας να «χαρτογραφήσουν» τον εγκέφαλο. Θα επανέλθουμε κάποια στιγμή σε αυτό. 
Κι ένα διασκεδαστικό σχόλιο για την επικαιρότητα. Φαίνεται ότι τρίτωσε το κακό για τα κυρίαρχα μμε. Διότι, ό,τι κι αν υποστήριξαν στο πολιτικό πεδίο τον τελευταίο καιρό («ναι» στο εδώ δημοψήφισμα, «bremain» στο δημοψήφισμα στη Βρετανία και Χίλαρι στις αμερικάνικες εκλογές), κυριολεκτικά το έφαγαν στη μάπα. Δείγμα ότι βαθαίνει ιλιγγιωδώς η απόσταση ανάμεσα στον κυρίαρχο λόγο και τους κυριαρχούμενους; Σίγουρα ναι. Χωρίς βεβαίως αυτό να προδικάζει, αυτή τη στιγμή, μια ευτυχή παραπέρα εξέλιξη, αξίζει να το κρατήσουμε στις σημειώσεις μας.

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

Ισλαμοφοβία: ο νέος δυτικός ρατσισμός Εντσο Τραβέρσο*/ http://www.efsyn.gr/


Ισλαμοφοβία: ο νέος δυτικός ρατσισμός

islamofobia_pediga_roterdam.jpg

Ισλαμοφοβικοί ρατσιστές του κινήματος Pegida, στο Ρότερνταμ Ισλαμοφοβικοί ρατσιστές του κινήματος Pegida, στο Ρότερνταμ | ΕΡΑ
Ενα νέο κύμα ισλαμοφοβίας εξαπλώνεται στη Δύση. Εάν εκλεγεί πρόεδρος ο Ντόναλντ Τραμπ, έχει υποσχεθεί ότι θα διώξει όλους τους μουσουλμάνους από τις ΗΠΑ, ενώ σε όλη την Ε.Ε. συντηρητικά κινήματα ζητούν νόμους ενάντια στο Ισλάμ.
Το Ισλάμ αντιμετωπίζεται σαν μια βαρβαρότητα και σαν απειλή για τον δυτικό, «ιουδαιο-χριστιανικό» πολιτισμό. Αυτή η τάση κερδίζει έδαφος στη Γαλλία, στην περίοδο μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις.
Σ’ αυτή την κουλτούρα ακραίας ξενοφοβίας και προκατάληψης, η σκέψη να υποχρεωθούν οι μουσουλμάνοι πολίτες να φορούν ένα κίτρινο αστέρι στο πέτο, όπως οι Εβραίοι στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, δεν φαίνεται πλέον να βρίσκεται έξω από το βασίλειο του πιθανού.
Στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, ο αντισημιτισμός εξαπλώθηκε σχεδόν παντού, από τα αριστοκρατικά και τα αστικά στρώματα -όπου έθεσε συμβολικά όρια- μέχρι τους διανοούμενους: πολλοί από τους σημαντικότερους συγγραφείς της δεκαετίας του 1930 δεν έκρυβαν το μίσος τους για τους Εβραίους.
Σήμερα ο ρατσισμός έχει πάρει άλλες μορφές και έχει αλλάξει τους στόχους του: ο μουσουλμάνος μετανάστης έχει αντικαταστήσει τον Εβραίο.
Ο φυλετισμός -μια επιστημονική αφήγηση βασισμένη στις βιολογικές θεωρίες- έχει ανοίξει τον δρόμο για μια πολιτισμική προκατάληψη, η οποία υπογραμμίζει μια ριζοσπαστική ανθρωπολογική διαφορά ανάμεσα στην «ιουδαιο-χριστιανική» Ευρώπη και το Ισλάμ.
Ο παραδοσιακός αντισημιτισμός, ο οποίος επί έναν αιώνα διαμόρφωσε όλους τους ευρωπαϊκούς εθνικισμούς, έχει γίνει υπολειμματικό φαινόμενο.
Με μια μορφή αντιστροφής, οι μνήμες του Ολοκαυτώματος έχουν οικοδομήσει ένα είδος «κοσμικής θρησκείας» στην Ε.Ε.
Σαν ένα σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων, ο προπολεμικός αντισημιτισμός έχει μειωθεί και η ισλαμοφοβία έχει αυξηθεί.
Η μετα-φασιστική αναπαράσταση του εχθρού αναπαράγει το παλιό ρατσιστικό παράδειγμα και, όπως ο παλιός εβραιο-μπολσεβικισμός, ο ισλαμιστής τρομοκράτης απεικονίζεται με φυσικά χαρακτηριστικά που τονίζουν την ετερότητά του.
Παρ’ όλα αυτά, οι διανοητικές φιλοδοξίες του μετα-φασισμού έχουν μειωθεί σημαντικά.
Δεν βλέπουμε σήμερα κάποιο αντίστοιχο του βιβλίου «Η Εβραϊκή Γαλλία» του Εντουάρ Ντριμόν ή των «Θεμελίων του Δέκατου Ενατου Αιώνα» του Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεν.
Δεν βλέπουμε επίσης δοκίμια πάνω στη φυλετική ανθρωπολογία, όπως εκείνα του Χανς Γκίντερ ή του Αντρέ Ζίγκφριντ.
Η νέα ξενοφοβία ακόμα δεν έχει δώσει συγγραφείς όπως ο Λεόν Μπλουά, ο Λουί Φερντινάν Σελίν και ο Πιερ Ντριέ Λα Ροσέλ, για να μη μιλήσουμε για φιλοσόφους όπως ο Μάρτιν Χάιντεγκερ και ο Καρλ Σμιτ.
Ο πολιτισμικός χυμός του μετα-φασισμού δεν τρέφεται με άξια λόγου λογοτεχνική δημιουργία - η πιο σημαντική του έκφραση είναι ένα πρόσφατο μυθιστόρημα του Μισέλ Ουελμπέκ, η «Υποταγή», το οποίο περιγράφει τη Γαλλία του 2022 ως μια Ισλαμική Δημοκρατία, μάλλον σε μια προσπάθεια να προσελκύσει το ενδιαφέρον των ΜΜΕ.
Πολλές πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες, τηλεοπτικά κανάλια και λαϊκά περιοδικά, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν φασιστικά, έχουν συμβάλει σημαντικά στην καλλιέργεια αυτού του πολιτισμικού χυμού.
Μπορούμε να θυμηθούμε τη διάσημη δήλωση του Ζακ Σιράκ το 1991 σχετικά με «τον θόρυβο και τη μυρωδιά» από τα κτίρια στα οποία μένουν οι μετανάστες από το Μάγρεμπ.
Επίσης την αναφορά της Οριάνα Φαλάτσι στους μουσουλμάνους, οι οποίοι «αναπαράγονται σαν τα ποντίκια» και κατουράνε στους τοίχους των εκκλησιών μας.
Ακόμα, την παρομοίωση των μαύρων υπουργών με πιθήκους σε Γαλλία και Ιταλία ή, τέλος, τις αμέτρητες αναφορές στο Ισλάμ σαν «την πιο ηλίθια θρησκεία».
Ο Τζορτζ Λάχμαν Μος έχει δείξει ότι στον κλασικό φασισμό η εκφορά των λέξεων ήταν σημαντικότερη από τα γραπτά κείμενα.
Σε μια εποχή στην οποία η «βιντεόσφαιρα» έχει αντικαταστήσει τη «γραφόσφαιρα», δεν εκπλήσσει ότι η μετα-φασιστική αφήγηση εξαπλώνεται πρώτα απ’ όλα μέσω των μίντια, αναθέτοντας έναν δευτερεύοντα χώρο στις διανοητικές παραγωγές (οι οποίες γίνονται χρήσιμες -όπως η «Υποταγή»- στον βαθμό που μετατρέπονται σε μιντιακά γεγονότα).
Μου φαίνεται ότι οι πιο σημαντικές ομοιότητες μεταξύ της σημερινής ισλαμοφοβίας και του παλαιότερου αντισημιτισμού θυμίζουν περισσότερο το γερμανικό Ράιχ του τέλους του δέκατου ένατου αιώνα παρά την Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία.
Από την Υπόθεση Ντρέιφους, ο γαλλικός αντισημιτισμός στιγμάτιζε τους Εβραίους μετανάστες από την Πολωνία και τη Ρωσία, αλλά ο κύριος στόχος του ήταν οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι (Juifs d’Etat), οι οποίοι, υπό την Τρίτη Δημοκρατία, κατελάμβαναν πολύ σημαντικές θέσεις στη γραφειοκρατία, στον στρατό, στους ακαδημαϊκούς θεσμούς και στην κυβέρνηση.
Ο ίδιος ο λοχαγός Ντρέιφους υπήρξε το σύμβολο μιας τέτοιας κοινωνικής ανόδου.
Τον καιρό του Λαϊκού Μετώπου, στόχος του αντισημιτισμού ήταν ο Λεόν Μπλουμ, ένας Εβραίος και ομοφυλόφιλος δανδής, ο οποίος εκπροσωπούσε την εικόνα μιας δημοκρατίας κατειλημμένης από «αντι-Γάλλους».
Οι Εβραίοι ορίζονταν σαν «κράτος εν κράτει», μια θέση η οποία βέβαια δεν αντιστοιχεί στην παρούσα κατάσταση των αφρικανικών και αραβικών μουσουλμανικών μειονοτήτων, οι οποίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό υποεκπροσωπούμενες στους κρατικούς θεσμούς των ευρωπαϊκών χωρών.
Ετσι, η σύγκριση με τη Γερμανία του Βίλχελμ του Δεύτερου (1890-1918) θα ήταν περισσότερο σχετική, όταν οι Εβραίοι αποκλείονταν προσεκτικά από την κρατική μηχανή, ενώ οι εφημερίδες προειδοποιούσαν για την «εβραϊκή εισβολή», η οποία αμφισβητούσε την εθνική και θρησκευτική μήτρα του Ράιχ.
Σ’ αυτή την περίπτωση, ο αντισημιτισμός έπαιξε τον ρόλο ενός «πολιτισμικού κώδικα», ο οποίος επέτρεψε στους Γερμανούς να ορίσουν αρνητικά μια εθνική συνείδηση, σε μια χώρα η οποία αντιμετώπιζε τον γρήγορο εκσυγχρονισμό και την εβραϊκή συγκέντρωση στις μεγαλουπόλεις, όπου αυτοί εμφανίζονταν ως η πιο δυναμική ομάδα.
Με άλλα λόγια, ένας Γερμανός ήταν πάνω απ’ όλα ένας μη Εβραίος.
Με ένα παρόμοιο τρόπο, το Ισλάμ γίνεται σήμερα ένας πολιτισμικός κώδικας που επιτρέπει σε κάποιον να βρει, με μια αρνητική οριοθέτηση, τη χαμένη «γαλλική ταυτότητα», η οποία απειλείται ή απορροφάται στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης.
Ισλαμοφοβικοί ρατσιστές στο Λινζ της Αυστρίας Ισλαμοφοβικοί ρατσιστές στο Λινζ της Αυστρίας | ΕΡΑ
Ο φόβος της πολυπολιτισμικότητας και της υβριδικότητας απλώς επικαιροποιεί την παλιά ανησυχία σχετικά με την «ανάμειξη του αίματος».
Σήμερα, η γλώσσα έχει αλλάξει, αλλά η πρόζα του Αλέν Φινκελκρό, ο οποίος εκφράζει τη «δυστυχή ταυτότητά» του μπροστά σε δύο συμφορές, τέτοιες όπως η πολυπολιτισμικότητα και μια λανθασμένα εξιδανικευμένη υβριδικότητα (η υβριδικότητα μιας Γαλλίας «Μαύρης-Ασπρης-βορειοαφρικανικής), δεν διαφέρει και πολύ από εκείνη του [εθνικιστή ιστορικού] Χάινριχ Φον Τράιτσκε.
Το 1880, αυτός ο μεγάλος ιστορικός αποδοκίμασε την «εισβολή» των Εβραίων στη γερμανική κοινωνία, γράφοντας ότι διαταράσσουν τα ήθη της κουλτούρας και δρουν σαν μια δύναμη διαφθοράς.
Το απελπισμένο συμπέρασμα του Φον Τράιτσκε έγινε ένα είδος σλόγκαν: «Οι Εβραίοι είναι η δυστυχία μας».
Παρότι το μεγαλύτερο μέρος της μετάβασης από τον παλιό αντισημιτισμό στη σημερινή ισλαμοφοβία διεξάγεται στα γαλλικά ΜΜΕ, αυτή βρίσκει όντως την έκφρασή της σε μια λογοτεχνική φιγούρα: στον Ρενό Καμί, έναν συγγραφέα ο οποίος δεν κρύβει τους δεσμούς του με το Εθνικό Μέτωπο.
Δεκαπέντε χρόνια πριν, ο Καμί παραπονιόταν στο περιοδικό του για την υπερβολική παρουσία των Εβραίων στα γαλλικά πολιτιστικά μίντια.
Τα επόμενα χρόνια, πάντως, εστίασε στους μουσουλμάνους, των οποίων η μαζική μετανάστευση έχει παράξει μια «μεγάλη αντικατάσταση», με άλλα λόγια την «ισλαμοποίηση» της Γαλλίας.
Ανήκοντας σε μια νεότερη γενιά, ο Μισέλ Ουελμπέκ, ο οποίος εύχεται να γίνει ο Σελίν των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα, επίσης καταλήγει στη «μεγάλη αντικατάσταση» ως αφετηρία της «Υποταγής».
Και η ίδια ιδέα είναι ο πυρήνας ενός πετυχημένου δοκιμίου -πεντακόσιες χιλιάδες αντίτυπα πουλήθηκαν σε έξι μήνες- γραμμένου από τον Ερίκ Ζεμούρ, «Η γαλλική αυτοκτονία», το οποίο είναι αφιερωμένο στη γαλλική παρακμή από το 1970 έως το 2008.
Πιο πρόσφατα, την ιδέα της «μεγάλης αντικατάστασης» υπερασπίστηκε κάποιο από τα κύρια άρθρα της «Φιγκαρό».
Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο μετα-φασισμός οικοδομεί την πολιτιστική του ηγεμονία, πέρα από την εκλογική του εκμετάλλευση.
Πάντως, η ισλαμοφοβία δεν είναι ένα απλό υποκατάστατο του παλιού αντισημιτισμού.
Οι ρίζες της είναι παλιές και έχει τη δική της παράδοση: την αποικιοκρατία.
Οι ρίζες της ισλαμοφοβίας βρίσκονται στη μνήμη του μακρού αποικιακού παρελθόντος της Ευρώπης και, στη Γαλλία, του Πολέμου της Αλγερίας.
Η αποικιοκρατία διαμόρφωσε μια πολιτική ανθρωπολογία βασισμένη στη διχοτομία ανάμεσα στους πολίτες και στα αποικιακά υποκείμενα (citoyens - indigenes), η οποία παγίωσε τα κοινωνικά, φυλετικά και πολιτικά όρια.
Ενώ αυτός ο νομικός διαχωρισμός, ο οποίος κωδικοποιήθηκε στην Τρίτη Δημοκρατία, καταστρατηγήθηκε, οι μουσουλμάνοι μετανάστες που έγιναν Γάλλοι πολίτες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν μια ξενοφοβική αντίδραση, η οποία διαμορφώνεται από αυτή την πολιτική ανθρωπολογία που τους εκλαμβάνει σαν ένα μολυσματικό παράγοντα, σαν «έναν λαό μέσα στον λαό».
Η αποικιακή μήτρα της ισλαμοφοβίας εξηγεί την τοξικότητα και την επιμονή της. Ενας τρόπος για να εξετάσουμε την υλική πραγματικότητα αυτών των φυλετικών και πολιτικών ορίων είναι μέσω της διάλυσης των ονομάτων των Ιταλών, Πολωνών και Ισπανών μεταναστών μέσα σε γαλλικά πατρωνύμια, μια διαδικασία που συχνά συμβαίνει μετά τρεις γενιές.
Αυτή η διάλυση έρχεται σ’ αντίθεση με την επιμονή των αφρικανικών και αραβικών ονομάτων και επωνύμων, τα οποία φανερώνουν αμέσως τους κατόχους τους, πως ανήκουν σε μια ειδική, δεύτερη κατηγορία: «προέρχεται από μετανάστευση».
Η αποικιακή μήτρα της ισλαμοφοβίας μάς παρέχει ένα κλειδί για την κατανόηση της ιδεολογικής μεταμόρφωσης του μετα-φασισμού (πολλά ακροδεξιά κινήματα όπως το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία, η Λέγκα του Βορρά στην Ιταλία, το Pegida στη Γερμανία και άλλα παρόμοια κινήματα αλλού στην Ε.Ε.), ο οποίος έχει εγκαταλείψει τις αυτοκρατορικές και κατακτητικές φιλοδοξίες του κλασικού φασισμού, προκειμένου να προσαρμοστεί σε μια πιο συντηρητική και αμυντική στάση.
Δεν επιθυμεί να κατακτήσει, αλλά να εξοβελίσει (ακόμα και κριτικάροντας τους νεο-ιμπεριαλιστικούς πολέμους που διεξάγονται από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 από τις ΗΠΑ και τους Δυτικούς της συμμάχους).
Ενώ η αποικιοκρατία του δέκατου ένατου αιώνα επιθυμούσε να εκπληρώσει την «εκπολιτιστική της αποστολή» μέσω των κατακτήσεων εκτός Ευρώπης, η μετα-αποικιακή ισλαμοφοβία μάχεται κατά ενός εσωτερικού εχθρού στο όνομα των ίδιων αξιών.
Η απόρριψη έχει αντικαταστήσει την κατάκτηση, αλλά τα κίνητρα δεν άλλαξαν: στο παρελθόν η κατάκτηση στόχευε στο να υποδουλώσει και να εκπολιτίσει τους βαρβάρους.
Σήμερα, η απόρριψη και η αποβολή στοχεύουν στο να προστατεύσουν το έθνος από τη βλαβερή τους επιρροή.
Αυτό εξηγεί τις επαναλαμβανόμενες συζητήσεις για την κοσμικότητα, ενώ το ισλαμικό βέλο οδηγεί σε ισλαμοφοβικούς νόμους, οι οποίοι ψηφίστηκαν στη Γαλλία πριν από δέκα χρόνια και το απαγορεύουν σε δημόσιους χώρους.
Αυτή η ομόφωνη συναίνεση σε μια νεο-αποικιακή και μεροληπτική αντίληψη της κοσμικότητας έχει συμβάλει σημαντικά στη νομιμοποίηση του μετα-φασισμού.
Αυτό το κύμα ισλαμοφοβίας, με την πολεμοχαρή του ρητορική -«βρισκόμαστε σε πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία»-, θέτει το Ισλάμ στη θέση του μοναδικού νομιμοποιημένου εχθρού της δυτικής τάξης, ο οποίος τελικά θρέφει την τρομοκρατία.
Οι μαχητές κατά του «ισλαμοφασισμού» και οι υπερασπιστές των «ανθρωπιστικών αξιών» πέτυχαν κάτι κρίσιμο: τα θύματα των δυτικών πολέμων στο Ιράκ, στη Λιβύη και στη Συρία -πολύ περισσότερα σε αριθμό από τα θύματα της ισλαμικής τρομοκρατίας στην Ευρώπη- έχουν σε μεγάλο βαθμό ξεχαστεί.
*Διδάσκει Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, ενώ το τελευταίο του «Το τέλος της Εβραϊκής Νεωτερικότητας» (2016) εκδόθηκε από τις εκδόσεις Pluto Press, από το blog των οποίων αναδημοσιεύεται και το παρόν άρθρο.
Μετάφραση-επιμέλεια: Τάσος Τσακίρογλου

L.Althusser, Στοιχεία Αυτοκριτικής ( ''Επιστήμη'' και ''Ιδεολογία'' + μικρός σχολιασμός). /αναδημοσιευση απο το Die Bestimmung des Menschen--ΤΑΞΙΚΕΣ ΜΗΧΑΝΕΣ

 

L.Althusser, Στοιχεία Αυτοκριτικής ( ''Επιστήμη'' και ''Ιδεολογία'' + μικρός σχολιασμός).




Δημοσιεύουμε το δεύτερο κεφάλαιο από τα Στοιχεία Αυτοκριτικής του Λ.Αλτουσέρ (Eléments d'Autocritique, Paris, Hachette, 1974), όπως μεταφράζεται από τον Ευτύχη Μπιτσάκη στη συλλογή Διαλεκτική-Προβλήματα και Διερευνήσεις, εκδόσεις Gutenberg, σελ 99 και επ.


Οι υπογραμμίσεις με έντονα μαύρα γράμματα είναι δικές μου. Με γνώμονα αυτές τις υπογραμμίσεις, γίνεται μετά την παράθεση του κειμένου ένα γενικό σχόλιο, ένα σύνολο από νύξεις για την εφαρμογή μιας συμπτωμα-τικής, αλτουσεριανού τύπου, ανάγνωσης, πάνω στον ίδιο τον Αλτουσέρ.

   ''ΕΠΙΣΤΗΜΗ'' ΚΑΙ ''ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ''

   Ιδού ακριβώς το σημείο, όπου οφείλω να αποκυρήξω, εφόσον κανείς δεν μου πρόσφερε πράγματι τη σχετική υπηρεσία [1], το θεωρητίστικο σφάλμα μου, σχετικά με την ''τομή''.
   Λοιπόν, αυτή την ''τομή'', τη συνέλαβα τελικά, και παρόλες τις προφυλάξεις μου, με βάση τους ρασιοναλιστικούς όρους της επιστήμης και της μη επιστήμης. Όχι ανοιχτά, με τους ''κλασικούς'' όρους της αντίθεσης ανάμεσα στην αλήθεια και το σφάλμα (της καρτεσιανής αντίθεσης που ξαναπαίρνει μια ''ακινητοποιημένη'' αντίθεση από τις πρωταρχές, από τον Πλατωνισμό). Όχι μέσα στους όρους μιας αντίθεσης ανάμεσα στη γνώση και την άγνοια (την αντίθεση της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού). Αλλά, αν τολμώ να πω, χειρότερα: μέσα στους όρους μιας αντίθεσης ανάμεσα ΣΤΗΝ επιστήμη και Την ιδεολογία.
   Γιατί αυτό ήταν χειρότερο;
   Γιατί σήμαινε ότι απέναντι στην επιστήμη, εσκηνοθετούσα μια σπουδαιότατη σημαντική έννοια, αλλά πάρα πολύ διφορούμενη, και ακριβώς μέσα στο διφορούμενο, απατηλή, της Γερμανικής Ιδεολογίας, όπου παίζει, κάτω από μια μη διαφοροποιημένη ονομασία, δυό ρόλους διαφορετικούς:το ρόλο μιας φιλοσοφικής κατηγορίας από τη μια (πλάνη, σφάλμα) και μιας επιστημονικής έννοιας από την άλλη (διαμόρφωση του εποικοδομήματος): την έννοια της ιδεολογίας. Και πολύ λίγη σημασία έχει το ότι η Γερμανική Ιδεολογία επιτρέπει αυτή τη σύγχιση, δοθέντος ότι ο Μάρξ ξέφυγε και έτσι μας επιτρέπει να αποφύγουμε τη παγίδα. Στη πραγματικότητα τοποθέτηση αυτή τη διφορούμενη έννοια της ιδεολογίας πάνω στη ρασιοναλιστική σκηνή της αντίθεσης ανάμεσα στο σφάλμα και την αλήθεια. Και μ'αυτό τον τρόπο, ανάγοντας την ιδεολογία στο σφάλμα, και βαφτίζοντας σε συνέχεια το σφάλμα, ιδεολογία, έδωσα σ'αυτό το ρασιοναλιστικό θέατρο μια υφαρπαγμένη μαρξιστική εμφάνιση.
   Δεν έχω ανάγκη να πω σε τί μας εξυπηρετούσε αυτό, ιδεολογικά και πρακτικά [2]. Και πράγματι, η μεταμφίεση αυτή, που δεν εμεταμφίεζε τίποτα, χρησίμευσε. Αλλά ο μαρξισμός, αν είναι ορθολογικός, δεν είναι ο Ρασιοναλισμός, και ούτε ο ''νεώτερος Ρασιοναλισμός'' (τον οποίο ονειρεύτηκαν ορισμένοι από τους παλαιότερούς μας, πριν από τον πόλεμο, μέσα στη φωτιά της μάχης εναντίον του ναζιστικού αντι-ορθολογισμού). Και παρόλα όσα έλεγα από την άλλη πλευρά για την, πριν απ'όλα, πρακτική, κοινωνική και πολιτική λειτουργία της ιδεολογίας, καθώς χρησιμοποιούσα (κάτω από την κάλυψη της Γερμανικής Ιδεολογίας) ένα και τον ίδιο όρο, η σημασία που προσδοκούσα από την πρώτη χρήση της, φιλοσοφική και αναμφισβήτητα ρασιοναλιστική (=αποκήρυξη πλανών, σφαλμάτων), έκανε αντικειμενικά να μετατοπιστεί, σ'αυτό το σημείο, η ερμηνεία μου, προς το θεωρηκισμό.
   Ωστόσο, ακόμα και μέσα στα διφορούμενα της Γερμανικής Ιδεολογίας, η μεταμφίεση αυτή του σφάλματος σε ιδεολογία, μπορούσε να έχει, και είχε στη πραγματικότητα, και ένα άλλο νόημα. Η ιδεολογία δεν ήταν παρά το μαρξιστικό ''όνομα'' του σφάλματος. Αλλά ήδη από τη Γερμανική Ιδεολογία, που ασκούσε αυτή την ίδια αναγωγή, διαισθανόταν κανείς ότι πίσω από την αντίθεση της ''θετικής αλήθειας'' στην ιδεολογική πλάνη, μια εντελώς άλλη ρήξη, όχι μόνο θεωρητική, αλλά και πολιτική και ιδεολογική και μιας άλλης έκτασης, βρισκόταν στην πορεία της εμφάνισης και της ολοκλήρωσής της. Η ρήξη αυτή ήταν η ρήξη του Μάρξ όχι με την ιδεολογία γενικά, όχι μόνο με τις υπάρχουσες ιδεολογικές αντιλήψεις της ιστορίας, αλλά με την αστική ιδεολογία, με την κυρίαρχη αστική κοσμοαντίληψη, που δέσποζε ότι μόνο στην κοινωνική πρακτική αλλά και στις πρακτικές και θεωρητικές ιδεολογίες, στη φιλοσοφία και μέχρι στα έργα της Πολιτικής Οικονομίας και του ουτοπικού σοσιαλισμού. Το ότι η βασιλεία αυτή δεν ήταν χωρίς παραχωρήσεις, αλλά το αποτέλεσμα μιας πάλης ενάντια στις επιβιώσεις της φεουδαρχικής κοσμοαντίληψης και εναντίον των εύθραυστων προκείμενων μιας νέας προλεταριακής αντίληψης του κόσμου, αποτελεί επίσης ένα αποφασιστικό γεγονός για να κατανοήσουμε τη θέση του Μάρξ. Γιατί ο Μάρξ δεν μπορούσε να αποσπασθεί από την αστική ιδεολογία στο σύνολό της, παρά με τον όρο να εμπνευσθεί από τις αφετηριακές βάσεις της προλεταριακής ιδεολογίας και από τους πρώτους ταξικούς αγώνες του προλεταριάτου, όπου αυτή η ιδεολογία έπαιρνε σάρκα και συνοχή. Ιδού το ''γεγονός'' που, πίσω από τη ρασιοναλιστική σκηνή ανάμεσα στη ''θετική αλήθεια'' και την ιδεολογική πλάνη, έδωσε σ'αυτή την αντίθεση την πραγματική ιστορική της διάσταση. ''Αισθάνθηκα'' σωστά ότι το θέμα αυτής της διαμάχης ήταν η ρήξη με την αστική ιδεολογία, εφόσον καταπιάστηκα να διαπιστώσω την ταυτότητα και να χαρακτηρίσω αυτή την ιδεολογία (μέσα στον ανθρωπισμό, τον ιστορικισμό, τον εξελικτικισμό, τον οικονομισμό, τον ιδεαλισμό, κλπ). Αλλά από αδυναμία να συλλάβω τότε τους μηχανισμούς της ιδεολογίας, τις μορφές, τις λειτουργίες, τις ταξικές τάσεις της και τις αναγκαίες σχέσεις της με τη φιλοσοφία και τις επιστήμες, δεν μπόρεσα να καταστήσω πράγματι κατανοητό το δεσμό που υπάρχει από τη μια με τη ρήξη του Μάρξ με την αστική ιδεολογία, και την ''τομή'' από την άλλη.
   Η ''τομή'', πράγματι, δεν είναι πλάνη.
   Πίσω απ'αυτή τη μεταμφίεση του σφάλματος σε ιδεολογία, βρισκόταν ένα γεγονός: η διακήρυξη αντίθεσης ανάμεσα στην αλήθεια και στο σφάλμα που είναι, αντικειμενικά, ένα από τα συμπτώματα της γέννησης, της ανάδυσης μιας επιστήμης (όταν αυτό συμβαίνει). Αναμφίβολα, ότι κι αν ισχυρίστηκαν, δεν έμεινα σε μια ''μη διαλεκτική'' αντίθεση της επιστήμης και της ιδεολογίας ,εφόσον αποδείκνυα ότι αυτή η αντίθεση ήταν αναδραστική, άρα ιστορική και διαλεκτική, γιατί μόνο με τον όρο ότι έχει ''ανακαλύψει'' και ''κατακτήσει'' την αλήθεια, μπορεί ο επιστήμονας, τότε και μόνο τότε, από αυτή την κατακτημένη θέση, να στραεί προς την προιστορία της επιστήμης του και να τη χαρακτηρίσει, συνολικά ή εν μέρει, σφάλμα ή ''ιστό από σφάλματα'' (Bachelard), έστω κι αν αναγνωρίζει σ'αυτές επί μέρους αλήθειες, τις οποίες εξαιρεί, ή προδρομικές ιδέες τις οποίες συλλέγει (π.χ κλασική Οικονομία, ο ουτοπικός Σοσιαλισμός). Αλλά και αυτή η εξαίρεση δεν είναι δυνατή παρά επειδή οι επί μέρους αλήθειες και οι προδρομικές αντιλήψεις της προιστορίας αναγνωρίζονται και πιστοποιούνται σαν τέτοιες, με βάση την αλήθεια που τελικά ανακαλύφθηκε και κατακτήθηκε. ''Hebemus enim ideam veram...'' (Spinoza). Κι αυτό γιατί (enim) κρατάμε (habemus) μια αληθινή ιδέα...Ότι μπορούμε επίσης να πούμε: ''Verum index sui et falsi'', το αληθινό υποδηλώνεται μόνο του και υποδηλώνει το λαθεμένο, ότι συνεπώς η αναγνώριση του σφάλματος (όπως και των επί μέρους αληθειών) είναι η ανάδραση του αληθινού.
   Παρά ταύτα, με το να ανάγω και να υψώνω την ''τομή'' σ'αυτή τη μόνη αντίθεση, έστω και αντιθετικά κινούμενη, έστω και ''συνεχιζόμενη'', έστω και ''χωρίς τέλος'', ανάμεσα στην επιστήμη και την ιδεολογία, αποδεχόμουν άκριτα την άποψη ''της'' επιστήμης πάνω στον ίδιο της τον εαυτό της (και όχι μόνο πάνω στον εαυτό της, προφανέστατα!). Ή μάλλον-γιατί αυτή η διατύπωση είναι ακόμα ιδεαλιστική-την άποψη των ''φορέων'' της επιστημονικής πρακτικής πάνω στην ίδια την πρακτική τους και την ιστορία των αποτελεσμάτων της. Ή μάλλον-γιατί αυτή η διατύπωση είναι ακόμα ιδεαλιστική [3]-την άποψη της ''αυθόρμητης φιλοσοφίας των επιστημόνων'' (Λένιν) που δεν βλέπουν, στην αφετηρία μιας επιστήμης, παρά τη σαφή αντίθεση ανάμεσα στο μετά και στο πριν, ανάμεσα στην (ή ακόμα στις) αλήθεια(ες) που ανακαλύφθηκε (αν) και τα σφάλματα που απορίφθηκαν. Αλλά ακριβώς επεχείρησα να αποδείξω έκτοτε (σε μια σειρά μαθημάτων φιλοσοφίας για επιστήμονες, 1967) ότι αυτή η ''αυθόρμητη φιλοσοφία των επιστημόνων'' δεν ήταν αυθόρμητη, και δεν εξαρτάται καθόλου από τη φιλοσοφική φαντασία των επιστημόνων σαν τέτοιων: γιατί είναι απλώς η ανάληψη, από τους επιστήμονες, θέσεων με αντιφατικές τάσεις που αναπτύχθηκαν στο φως της ημέρας από τη φιλοσοφία, δηλαδή, οριακά, από τη ''φιλοσοφία των φιλοσόφων''.
   Είχα λοιπόν σημειώσει ορθά την ύπαρξη της ''τομής'', αλλά καθώς τη νοούσα κάτω από τη μαρξιστική μεταμφίεση του σφάλματος σε ιδεολογία, και παρόλη την ιστορία κα τη διαλεκτική που προσπαθούσα να ''ενέσω'' [4] στις κατηγορίες μου, που ήταν, σε τελευταία ανάλυση, ρασιοναλιστικές, δεν μπορούσα να εξηγήσω αυτό που κυβερνούσε αυτή την τομή, και αν στο βάθος το ένιωθα, ήμουν ανίκανος να το διανοηθώ [5] και να το εκφράσω.
   Μ'αυτό τον τρόπο ανήγαγα στην πραγματικότητα τη ρήξη του μαρξισμού με την αστική ιδεολογία στην ''τομή'', και τον ανταγωνισμό του μαρξισμού με την αστική ιδεολογία, στον ανταγωνισμό της επιστήμης με την ιδεολογία.
   Φυσικά η λαθεμένη αυτή τοποθέτηση δεν ήταν χωρίς συνέπειες. Θα μπορούσε να είναι, αν περιοριζόμουνα να διατυπώσω μια φράση, ή φράσεις. Αλλά είχα την αφέλεια (ή τη λογική) να διαμορφώσω ένα θεωρητικό επιχείρημα, και να το εγγράψω σε μια συλλογιστική αρκετά αυστηρή για να πληρώσω γι'αυτό.
   Αυτό το ''σφάλμα'' της ρασιοναλιστικής αντίθεσης ανάμεσα στην επιστήμη (τις αλήθειες) και την ιδεολογία (τα σφάλματα), το θεωρητικοποίησα- παρόλα τα ειδη των αναποτελεσματικών επιφυλάξεων-κάτω από τρεις μορφές που ενσάρκωσαν και συγκεφαλαίωσαν τη θεωρητίστικη (δηλαδή τη ρασιοναλιστική-θεωρησιακή) τάση μου:

1. Μια σκιαγραφία (θεωρησιακή) θεωρίας, για τη διαφορά ανάμεσα στην επιστήμη και την ιδεολογία γενικά.
2. Την κατηγορία της ''θεωρητικής πρακτικής'' (στο μέτρο που, μέσα στο υπάρχον context επέβαλε τη φιλοσοφική πρακτική πάνω στην επιστημονική).
3. Τη θέση (θεωρησιακή) της φιλοσοφίας σαν ''θεωρίας της θεωρητικής πρακτικής''-που αντιπροσώπευε το αποκορύφωμα αυτής της θεωρητίστικης τάσης [6].

   Φυσικά, η τελευταία αυτή θέση για τη φιλοσοφία δεν ήταν χωρίς παράγωγες συνέπειες στην αντίληψη της μαρξιστικής επιστήμης, του ιστορικού υλισμού, όχι τόσο εξαιτίας του ρόλου που ανέθετα στη διάκριση (ορθή κατ'αρχήν) ανάμεσα στην επιστήμη και στη μαρξιστική ''φιλοσοφία'', όσο εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο εννοούσα αυτή τη σχέση (όπου η φιλοσοφία είναι, σε τελευταία ανάλυση, θεωρία όπως και η επιστήμη, κομμένη στο ίδιο υλικό, με ένα κεφαλαίο επί πλέον: Θεωρία). Απ'αυτού πρόκυψαν ολέθριες συνέπειες για την αντίληψη της ιδιομορφίας της μαρξιστικής επιστήμης, του ιστορικού Υλισμού: προπαντός στο Lire le Capital.
   Και αναμφίβολα με την ευκαιρία αυτή, το περιστασιακό προιόν της θεωρητίστικης τάσης μου, το κουταβάκι του στρουκτουραλισμού, μας ξέφυγε ανάμεσ'απ'τα πόδια.


1. Είναι δυνατόν να το έκαμε κάποιος και να το αγνοώ. Ζητώ συγγνώμη γι'αυτό. Σε ότι διάβασα, σημείωνα συχνά οριστικές καταδίκες, πολύ ζωηρές επιφυλάξεις, καθώς και αυστηρές, αλλά δίκαιες παρατηρήσεις: ωστόσο δεν είδα πραγματική κριτική που να πηγαίνει σε βάθος, συνεκτική, άρα πράγματι διαφωτιστική και πειστική. Αλλά ίσως επίσης ήμουν τυφλός και κουφός. 

2. Δεν θα υπενθυμίσω, σαν παράδειγμα, αλλά επίσης παραδειγματικό, παρά ένα όνομα: Λυσένκο, και την απάτη, ''αστική επιστήμη/προλεταριακή επιστήμη''. Συνοπτικά, δύο αναμνηστικά μιας ορισμένης περιόδου, για να μην προχωρήσω μακρύτερα. Ορισμένοι κριτικοί μου, κομμουνιστές και άλλοι, κατανόησαν πολύ καλά τότε (1960-1965), ότι στο μετριότατο επίπεδο των ''δοκιμίων'' μου, επρόκειτο επίσης και για πολιτική. Ορισμένοι δεν εξαπατήθηκαν ως προς αυτή, τουλάχιστον ως προς τη στιγμή. Γιατί λησμονιέται ότι η ''συγκυρία'' άλλαξε από δέκα χρόνια, τουλάχιστον ως προς μερικές λιγότερο εμφανείς όψεις της και με τα ατυχήματά του το θεωρητικό μέτωπο μετατοπίζεται, όπως και το μέτωπο της πολιτικής μάχης. Ωστόσο το βάθος έμεινε αισθητά το ίδιο.

3. Βλέπε πάνω σ'αυτό, όλα τα διφορούμενα που ξεπετιούνται, όπως οι πέρδικες κάτω από τα βήματα του κυνηγού, με την απλή διατύπωση του Bachelard: ''οι εργάτες της απόδειξης, προπαντός όταν είναι συγκεντρωμένοι στην ''πόλη των σοφών''. Δεν υπάρχει ''πόλη των σοφών'', παρά μόνο στα πλαίσια του αστικού καταμερισμού της πνευματικής και της χειρωνακτικής εργασίας και της αστικής ιδεολογίας της ''επιστήμης και της τεχνικής'' που κάνει να λειτουργεί αυτός ο καταμερισμός καθιερώνοντας και δικαιολογώντας τον από την αστική άποψη. Η προλεταριακή άποψη πάνω στο θέμα είναι εντελώς διαφορετική: η κατάργηση της ''πόλης των σοφών'', η ''ένωση'' με τους εργάτες και τους αγωνιστές και κομμουνιστικές μορφές καταμερισμού της εργασίας, ολοκληρωτικά πρωτοφανείς και ανήκουστες από την αστική άποψη.

4. Για τα αναπόφευκτα αποτελέσματα, και αναπόφευκτα αρνητικά, κάθε ''ένεσης'' διαλεκτικής σε μια οποιαδήποτε θέση ή θεωρία, βλέπε το αποφασιστικό πείραμα του Μάρξ με τον Προυντόν: ''Επιχείρησα να του ενέσω εγελιανή διαλεκτική...''. Χωρίς επιτυία. Αν πιστέψουμε την Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, που κρίνει τη Φιλοσοφία της Αθλιότητας, πρέπει ίσως να μιλήσουμε μάλιστα και για καταστροφή. Η διαλεκτική δεν ''ενίεται'' και ούτε, κατά το γράμμα της τεχνικής μεταφοράς, ''εφαρμόζεται''. Ο Χέγκελ το είχε ήδη πει έντονα. Σ'αυτό το σημείο τουλάχιστο, πρέπει να είμαστε εγελιανοί. Στο σημείο αυτό-που δεν αποκλείει άλλα-ο Μάρξ και ο Λένιν είναι εγελιανοί. Δεν μπορούμε να μιλάμε για ένεση ή για εφαρμογή της διαλεκτικής. Αγγίζουμε εδώ ένα σημεία (που σημαδεύεται με δυο απλές λέξεις) υψηλής φιλοσοφικής ευαισθησίας. Οι ''διαχωριστικές γραμμές'' στη φιλοσοφία τέμνονται σε σημασία που γίνονται τότε σημεία ευαίσθητα: συνάντηση μέσα στη διχοτομία.

5. Λέγω: ανίκανος να διανοηθώ. Γιατί δεν πρόκειται, αν θέλει κανείς να κάνει σοβαρή δουλειά, να περιορίζεται σε γενικούς και καθιερωμένους τύπους, που δίνουν, πάνω στην πλάτη των άλλων, το αίσθημα και την πεποίθηση ότι είναι μέσα στη γραμμή και ότι κρατούν την τυπική λέξη του πράγματος. Δεν πρέπει να έχουμε αυτάπατες: εκείνοι που σαρώνουν με την ανάποδη του χεριού τους ή με ένα λόγο, προβλήματα που νομίζουν πως τα έλυσαν επειδή δεν τα έθεσαν ποτέ, δεν χρησιμεύουν και πολύ στο Εργατικό Κίνημα, έστω και αν του ανήκουν. Θα έρθει μια μέρα που άλλοι από μας θα μπορέσουν να σκεφτούν τα προβλήματα που εμείς επιχειρήσαμε μόνο να θέσουμε. Και είναι μικρές οι πιθανότητες να τους βρούμε ανάμεσα στους συγγραφείς των Μεγάλων Αγανακτήσεων, αστικών, σοσιαλδημοκρατικών και άλλων που ενέπνευσαν τα δοκίμιά μας.

6. Αρκεί να πλησιάσουμε τις τρεις αυτές θέσεις, για να κατανοήσουμε τον όρο με τον οποίο χαρακτήρισα την απόκλισή μου: θεωρηκισμό. Θεωρηκισμός θα πει σ'αυτή την περίπτωση: πρωτεία της θεωρίας μου πάνω στην πρακτική. Μονόπλευρη προσήλωση στη θεωρία. Και ακριβέστερα: θεωρησιακός ρασιοναλισμός. Η απλή μορφή του μπορεί να εξηγηθεί. Το να συλλογίζεται κανείς μέσα στην αντίθεση αλήθεια/σφάλμα, ήταν πράγματι ρασιοναλισμός. Και ήταν θεωρητικολογία το να θέλει κανείς να νοήσει την αντίθεση αποκτημένες αλήθειες/λάθη που απορρίφθηκαν στα πλαίσια μιας Γενικής θεωρίας της Επιστήμης και της Ιδεολογίας και της διαφοράς των δύο. Εξυπακούεται ότι απλοποιώ και εκβιάζω τα πράγματα στο έπακρο, συλλογιζόμενος ''οριακά'': γιατί οι αναλύσεις μας απέχουν πολύ από το να έχουν ακολουθήσει πάντα αυτή την πορεία, και προπαντός ως το τέρμα της. Αλλά η κίνηση αυτή είναι αναμφισβήτητη.
   Η κίνηση αυτή ακινητοποιήθηκε, όπως συμβαίνει συχνά, με την έκδηλη μορφή μιας λέξης, που οι τίτλοι της φαίνονταν έξω από αμφισβήτηση: Επιστημολογία. Η λέξη αυτή μας οδηγούσε στον Bachelard, που τη χρησιμοποιεί σταθερά και στον Canguilhem, ο οποίος-δεν το είχαμε σημειώσει-τη χρησιμοποιεί πολύ λίγο. Tη χρησιμοποίησαμε και την παραχρησιμοποιήσαμε (προπαντός εγώ) και δεν μπορέσαμε να την ελέγξουμε. Επιμένω σ'αυτό, γιατί ένα μέρος από τους αναγνώστες μας έχει προσκολληθεί σ'αυτή τη λέξη, ενισχύοντας, με τις δικές τους τάσεις, τη θεωρητίστικη τάση των δοκιμίων μας.
   Τί εννοούμε με τον όρο Επιστημολογία; Κατά γράμμα: τη θεωρία των όρων και των μορφών της επιστημονικής πρακτικής, και της ιστορίας της μέσα στις διάφορες συγκεκριμένες επιστήμες. Αλλά ο ορισμός αυτός μπορεί να κατανοηθεί με δύο έννοιες. Με υλιστική έννοια, θα μπορούσε να μας οδηγήσει να μελετήσουμε τις υλικές συνθήκες, κοινωνικές, πολιτικές, ιδεολογικές και φιλοσοφικές των θεωρητικών ''τρόπων παραγωγής'' και ''διαδικασιών παραγωγής'' των υπαρχουσών γνώσεων: αλλά τότε η περιοχή της ανήκε στον Ιστορικό Υλισμό. Με θεωρησιακή έννοια αντίθετα, η Επιστημολογία θα μπορούσε να μας οδηγήσει να μορφώσουμε και να αναπτύξουμε τη θεωρία της επιστημονικής πρακτικής μέσα στη διαφορά της από τις άλλες πρακτικές: αλλά ποιά διαφορά με τη φιλοσοφία, που ορίζεται επίσης ''θεωρία της θεωρητικής πρακτικής''; Βρισκόμασταν τότε στο έδαφος του ''διαλεκτικού Υλισμού'', γιατί η Φιλοσοφία ήταν, και δεν ήταν, παρά Επιστημολογία. Επρόκειτο για σταυροδρόμι. Αν η Επιστημολογία είναι η ίδια η φιλοσοφία, η θεωρησιακή τους ενότητα δεν μπορεί παρά να ενισχύει το θεωρικισμό. Αλλά αν η Επιστημολογία ανήκει (κάτω από την επιφύλαξη του ελάχιστου των ειδικών εννοιών που εξειδικεύουν το αντικείμενό της) στον ιστορικό Υλισμό, τότε πρέπει να την εγγράψουμε εκεί και ταυτόχρονα να αναγνωρίσουμε την πλάνη και την απάτη του σχεδίου της. Πρέπει (όπως το υποδείξαμε έκτοτε) να αποκηρύξουμε και να αναλύσουμε κριτικά τον ιδεαλισμό, ή τα ιδεαλιστικά κατάλοιπα κάθε Επιστημολογίας.

Μετάφραση: Ευτύχη Μπιτσάκη


Σχόλιο

   Συνοψίζουμε: ήταν υπερβολικά κάθετη η διάκριση επιστήμης και ιδεολογίας, κατ'επέκταση και νεαρού-ώριμου Μάρξ. Ο Αλτουσέρ μιλά εδώ μάλιστα για προλεταριακή ιδεολογία. Αυτοκαταγγέλεται για ''θεωρηκισμό'', που σημαίνει ''ρασιοναλισμό'',''επιστημονισμό'', δηλαδή ''ιδεαλισμό'', που προδίδει την υλιστική του στράτευση.
   Δεν παραλείπει όμως, να τονίσει την πολιτική σκοπιμότητα των δοκιμίων του, μέσα σε καθορισμένες ιστορικές συνθήκες (πάλη του ενάντια στην κυριαρχία του ''επίσημου σοβιετικού μαρξισμού'' στο Γαλλικό ΚΚ, με πολιτικές επιπτώσεις).
   Στη πραγματικότητα, ο Αλτουσέρ συντρίβει το ίσως πιο βασικό επιχείρημα του όλου έργου του (αντίθεση μαρξιστικής επιστήμης (ιστορικός υλισμός)-αστικής ιδεολογίας), και δεν διστάζει να μιλήσει για τις ''συνέπειες'' που είχε για αυτόν το θεμελιώδες ''σφάλμα'' του σε όλο του το έργο
   Αναπόφευκτα, οι παραδοχές αυτές του Αλτουσέρ δεν μπορούν παρά να έχουν συνέπειες σε όσα σχετικά έχει γράψει (πχ. η θεωρία του για τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους).
Το αλτουσεριανό σύστημα ανατρέπεται εκ των έσω, ο Αλτουσέρ, σε μια αξιοσημείωτη επίδειξη θεωρητικού θάρρους και επιστημονικής ''τιμιότητας'' (βλ. στην αρχή, τη λέξη ''οφείλω''), πραγματοποιεί ο ίδιος αυτή την ανατροπή, αφού κανείς, όπως λέει, δε βρέθηκε να προσφέρει αυτή την πολύτιμη υπηρεσία!

   Δεν θα σταθούμε στις επιμέρους κριτικές που μπορούν να γίνουν στον Αλτουσέρ με βάση το σύνολο έργο του και το αυτοκριτικό κείμενό του.. Θα μπορούσαμε να επιμείνουμε, λ.χ,  στην υποσημείωση 3 που είναι ιδιαίτερα προβληματική, έτσι όπως στενεύει το πρόβλημα των ''σοφών'' και της αντίθεσης πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας ως απάτη της ''αστικής ιδεολογίας''. Μας ενδιαφέρει εδώ περισσότερο η ιδιοσυγκρασία του αλτουσεριανού κειμένου.


   Ολόκληρο το κείμενο του Αλτουσέρ είναι μια θαρραλέα ομολογία, μια (αυτο) ανάλυση των συμπτωμάτων της ίδιας της αποτυχίας του. Τολμούμε να πούμε, το κείμενο του Αλτουσέρ είναι μια θεωρητική αυτοκτονία, η ενεργοποίηση της ορμής του θανάτου του αλτουσεριανού σώματος εννοιών.

   Η συμπτωμα-τική ανάλυση, η οποία προτείνεται από τον Αλτουσέρ στο Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, το οποίο στο παραπάνω κείμενο αφορίζει (βλ. τελευταία πρόταση), είναι μια μέθοδος βασικά εμπνευσμένη από τον Bachelard (βλ. Το Νέο Επιστημονικό Πνεύμα), Foucault (βλ. ιδίως Αρχαιολογία της Γνώσης), τον Derrida (αποδομητική ανάγνωση, βλ. ενδεικτικά Περί Γραμματολογίας), που κινείται συνολικότερα στο όλο πνεύμα της γαλλικής θεωρητικής παραγωγής της εποχής. Βασική έννοια είναι το ''πεδίο ορατότητας'', ή πιο ορθά, πεδίο αντιληπτότητας, το οποίο ανοίγει κάθε θεωρητική προβληματική (βλ. και το Για τον Μάρξ, του Αλτουσέρ). Ανάλογα με τη θεωρητική προβληματική και την ειδική εννοιολογική άρθρωσή της, ο μελετητής βλέπει ορισμένα προβλήματα που προσπαθεί να τα επιλύσει, και δεν μπορεί να δει κάποια άλλα, που είναι για αυτόν αόρατα, στην αφάνεια της προβληματικής του. Σύμφωνα με την ανάλυση του Αλτουσέρ, ο Α.Σμιθ και γενικότερη η κλασική αστική πολιτική οικονομία δεν μπορούσε να δει τη διάκριση εργασίας και εργασιακής δύναμης. Ο Μάρξ πραγματοποιεί ''επιστημολογική τομή'', βλέποντας αυτό που ο Σμιθ δεν μπορούσε να δει και κατονομάζοντάς το (χρησιμοποιούμε εδώ τον όρο του A.Badiou, του οποίου η οντολογία και το μετα-οντολογικό Συμβάν σχετίζεται στενά με την ιδέα αυτή της επιστημολογικής τομής).

   Συμπτωμα-τική ανάλυση του Αλτουσέρ, θα σήμαινε τον εντοπισμό αυτού που στην αλτουσεριανή προβληματική βρίσκεται στην αφάνεια, καθώς απωθείται εκτός της αλτουσεριανής ''ορατότητας''-αντιληπτότητας. Ενδεικτική η πρώτη υποσημείωση που κάνει ο Αλτουσέρ στο παραπάνω κείμενο, επισημαίνοντας τα όρια της ίδιας του της θεωρητικής αντιληπτότητας.

   Είναι δυνατόν να το έκαμε κάποιος και να το αγνοώ. Ζητώ συγγνώμη γι'αυτό. Σε ότι διάβασα, σημείωνα συχνά οριστικές καταδίκες, πολύ ζωηρές επιφυλάξεις, καθώς και αυστηρές, αλλά δίκαιες παρατηρήσεις: ωστόσο δεν είδα πραγματική κριτική που να πηγαίνει σε βάθος, συνεκτική, άρα πράγματι διαφωτιστική και πειστική. Αλλά ίσως επίσης ήμουν τυφλός και κουφός.
 
   Κάνοντας λοιπόν μια πρώτη απόπειρα συμπτωμα-τικής ανάγνωσης του Αλτουσέρ μέσα από το παραπάνω κείμενο, νομίζω προκύπτει το εξής συμπέρασμα: εκείνο που απωθεί το αλτουσεριανό σύστημα, μα διαρκώς επιστρέφει σαν απωθημένο, είναι η σχέση του με την Αλήθεια (η ''αληθοτιμή'' του), ή αλλιώς με τον ρασιοναλισμό, πράγμα που για τον Αλτουσέρ είναι το ίδιο (βλ. τις αναφορές του Αλτουσέρ σε ρασιοναλισμό/ορθολογισμό-Ντεκάρτ-Πλάτωνα).

   Ο Αλτουσέρ θεωρεί πως η θεμελιώδης για το έργο του διάκριση Επιστήμης και Ιδεολογίας, όπως και η ''τομή'' ανάμεσα στον επηρεασμένο από την αστική ιδεολογία-προεπιστημονικό νεαρό Μάρξ, και τον επιστημονικό-ώριμο Μάρξ, δεν ήταν παρά μια αποτυχημένη προσπάθεια να θέσει το ζήτημα της τομής με όρους που ξεφεύγουν από τον επιστημονίστικο ρασιοναλισμό. Αυτό το ''σφάλμα'' προσπαθεί να διορθώσει. Αν όμως επρόκειτο για ''σφάλμα'', και η διόρθωσή του σαν διόρθωση ενός σφάλματος, μήπως ο Αλτουσέρ, και μετά την αυτοκριτική του, ξαναπέφτει στο ρασιοναλιστικό, κατά τη γνώμη του, δίπολο αλήθειας-ψεύδους;;;

Αρκεί να πλησιάσουμε τις τρεις αυτές θέσεις, για να κατανοήσουμε τον όρο με τον οποίο χαρακτήρισα την απόκλισή μου: θεωρηκισμό
Απόκλιση, άραγε, από ποιά ευθεία γραμμή της Αλήθειας; Aπόκλιση, όπως φαίνεται στα συμφραζόμενα, από την ''καθαρή'' ταξική πρακτική του εργατικού κινήματος και τον ''καθαρό'' γεγονοτολογικό υλισμό των εκάστοτε αγώνων. Αν είναι έτσι, πέφτουμε στον πιο απλοικό θετικισμό των εμπειρικών γεγονότων, της ''προκριτικής'' (προκαντιανής) εποχής της φιλοσοφίας.

H παρακάτω φράση του Αλτουσέρ συμπυκνώνει το κεντρικό παράδοξο:

Αυτό το ''σφάλμα'' της ρασιοναλιστικής αντίθεσης ανάμεσα στην επιστήμη (τις αλήθειες) και την ιδεολογία (τα σφάλματα), το θεωρητικοποίησα. 

Συμπτωμα-τική ανάγνωση: μήπως τα εισαγωγικά στη λέξη ''σφάλμα'', δείχνουν την αμηχανία του Αλτουσέρ μπροστά στην ίδια του την παράδοξη πρόταση;

Μήπως η αντίθεση αλήθειας-ψεύδους είναι συστατικό τραύμα στη σχέση των ανθρώπων με τον κόσμο, και το μόνο που έχει τελικά αξία είναι το πώς μεταχειρίζεται κανείς αυτό το τραύμα;

Άλλωστε, είναι μία από τις λίγες φορές που ο Αλτουσέρ αφήνει κάπου, ένα παράθυρο θετικής σχέσης με τον Χέγκελ

Ο Χέγκελ το είχε ήδη πει έντονα. Σ'αυτό το σημείο τουλάχιστο, πρέπει να είμαστε εγελιανοί. Στο σημείο αυτό-που δεν αποκλείει άλλα-ο Μάρξ και ο Λένιν είναι εγελιανοί.

Πόσο διαφέρει άραγε η πρόταση που υιοθετεί ο Αλτουσέρ (από τον Spinoza) ότι το αληθινό υποδηλώνεται μόνο του και υποδηλώνει το λαθεμένο, ότι συνεπώς η αναγνώριση του σφάλματος (όπως και των επί μέρους αληθειών) είναι η ανάδραση του αληθινού, από μια εγελιανίζουσα διαλεκτική της αναγνώρισης της ''στιγμής'' ή του ''πυρήνα αλήθειας'' μέσα σε κάθε σφάλμα;

Συμπερασματικά, θεωρούμε πως ο Αλτουσέρ κάνει γενικά εύστοχη κριτική στον εαυτό του και εντοπίζει το βαθύ ρήγμα στο αλτουσεριανό σύστημα. Με τον τρόπο του Ντεριντά προσπαθεί να δείξει τα όρια του δυισμού επιστήμης-ιδεολογίας, δηλαδή να τον αποδομήσει. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, παρά τον ορθό εντοπισμό, δεν ακολουθείται και η πλέον αποτελεσματική θεραπεία, αφού η παθογένεια δεν έχει διαγνωσθεί ως τη ρίζα της. Έτσι, κατά τη γνώμη μας, το αλτουσεριανό σύστημα εννοιών αυτοκαταστρέφεται, αφήνοντας πίσω του μια ερωτηματοθεσία πολύτιμη, αλλά ανεπαρκή για την ανοικοδόμησή του.

  Ο Αλτουσέρ έχει εξαιρετική επίγνωση του αδιεξόδου στο οποίο ήρθε το συνολικό έργο, αλλά και επίγνωση της αδιέξοδης ερμηνείας του αυτού του αδιεξόδου. Για αυτό γράφει:

  Δεν πρέπει να έχουμε αυτάπατες: εκείνοι που σαρώνουν με την ανάποδη του χεριού τους ή με ένα λόγο, προβλήματα που νομίζουν πως τα έλυσαν επειδή δεν τα έθεσαν ποτέ, δεν χρησιμεύουν και πολύ στο Εργατικό Κίνημα, έστω και αν του ανήκουν. Θα έρθει μια μέρα που άλλοι από μας θα μπορέσουν να σκεφτούν τα προβλήματα που εμείς επιχειρήσαμε μόνο να θέσουμε.

  Σε αυτή την Ημέρα πιστεύω ότι βρισκόμαστε σήμερα, στο ξημέρωμά της, καταμεσίς των ερειπίων του παλιού συνδικαλισμού, των κοντόφθαλμων αγώνων για τη διάσωση των ''κεκτημένων'', καταμεσίς της ερήμου της ταξικής συνειδητοποίησης των μισθωτών δούλων του Κεφαλαίου.

0

Add a comment

Μερικές σκεψεις για την Κριση(1η αναρτηση 2-10-2008)


Πρώτα πρώτα δεν μου φαινεται απλώς Οικονομική κρίση .... Είναι κάτι Βαθύτερο

Δε μου λέτε; Δεν έχει να κάνει η Κρίση με τον Υπερδανεισμό; Με το Φτηνό χρήμα; Με το ότι πέσανε τα επιτόκια; Κάθε μέρα δεν σας παίρνανε τηλέφωνο οι Τράπεζες; ..'' Θα σου δώσουμε δάνειο , θα σου δώσουμε Πιστωτική Κάρτα ;


Και που πήγαιναν όλα αυτά τα λεφτά; Στην κατανάλωση ..Τι κατανάλωση; Άχρηστων πραγμάτων , παιχνιδιών , αυτοκίνητων κλπ για επίδειξη :'' να αλλάξουμε έπιπλα , να αλλάξουμε ταπετσαρία , Εορτοδανεια, διακοποδανεια '' κ.οκ .. Ενας φαύλος κύκλος εφεύρεσης αναγκών και Φετιχισμού του εμπορεύματος με την πιο Πλήρη και ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΉ σημασία της Λέξης .. Φετιχισμός χωρίς καμία αναφορά στην αξία χρήσης ....


Και ακομα ..Ολα αυτά τα χρονια(καμμια εικοσαρια χρονια τωρα )

Το Δημόσιο αντιμετωπίζεται ως απαξία ..Ως κάτι προς ιδιωτικοποίηση ..Ως κάτι που πρέπει να καταβροχθίσουμε....

Και το καταβρόχθισαν ... Και το κράτος -πρόνοιας ..Και τις παλιές οικογενειακές σχέσεις -εφεδρείες όπου μπορούσε να καταφύγει το άτομο (π.χ ως άνεργος ) σε καιρό κρίσης ..

Και την Ύπαιθρο ..Και την Φύση .. Και δεν έμεινε τίποτε το ανέγγιχτο και όλος ο πλανήτης ενεπλάκη σε αυτόν τον Νεοφιλελεύθερο φαύλο κύκλο : Δανειστείτε - Για να αγοράσετε άχρηστα πράγματα - Χρεωθείτε - Για να επεκταθεί το Πιστωτικό κεφάλαιο και Χρήμα ..



- Και τώρα μας μιλάνε για κρίση του 29 -30 και επιστροφή στον Κευνσιανισμό;

Μα τότε Υπήρχαν ακόμα Ανέγγιχτα εδάφη , περιοχές (της φυσης η της ανθρωπινης δραστηριοτητας) όπου δεν είχε επεκταθεί ο Ολοκληρωτικός καπιταλισμός .. Και υπήρχε, ήταν ακόμα δυνατός ο οικονομικός ρόλος του Κράτους

ΤΏΡΑ;


Δεμερτζής Νίκος Αυταρχικός λαϊκισμός/αναδημοσιευση απο το Βημα



Αυταρχικός λαϊκισμός


Κοινή χρήση
εκτύπωση 
 
Ασφαλώς η νίκη Τραμπ επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες. Στη συζήτηση που άρχισε επιθυμώ να συμβάλω με τέσσερα σχόλια.

α.
Από τις προεκλογικές δημοσκοπήσεις προέκυψε μια παράγωγη «σπειροειδής γραμμή της σιωπής». Ενώ οι περισσότεροι οπαδοί του που προέρχονταν από τη λευκή εργατική τάξη ανοικτά και φανατικά δήλωναν την προτίμησή τους στο πρόσωπό του, το γεγονός ότι είτε σε προηγούμενες αναμετρήσεις δεν συμμετείχαν είτε μοιράζονταν ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα έκανε τους δημοσκόπους και τους δημοσιογράφους να μην τους σταθμίσουν σωστά. Ετσι, ενώ στον «κόσμο εκεί έξω» η τάση υπήρχε δεν αποτυπωνόταν στις δημοσκοπήσεις με αποτέλεσμα να σχηματίζεται μια προσλαμβανόμενη πλειοψηφία υπέρ της Χίλαρι Κλίντον. Στο τέλος βέβαια - και μέσα σε κλίμα πρωτόγνωρου αρνητισμού - υπήρξαν σημάδια ανατροπής της «πρωτοκαθεδρίας» της, αν και οι περισσότεροι «στοιχημάτιζαν» υπέρ της.

β.
Από το ύφος και ήθος του νικητή αναδύεται στις ΗΠΑ μια πληβειακή μεταδημοκρατική και συνάμα λαϊκιστική πολιτική κουλτούρα. Πληβειακή, υπό την έννοια ότι μεγάλο μέρος των λιγότερο μορφωμένων λευκών ψηφοφόρων γοητεύτηκε από τη νατιβιστική, ξενοφοβική, ομοφοβική και μισογυνική ρητορική του. Βάσιμα μπορούμε να πούμε πως μέσα από τέτοιες - και άλλες - «εγκλίσεις» οι ψηφοφόροι αυτοί αντέδρασαν με φόβο για τους μετανάστες, αφενός, με θυμό δε και μνησικακία για τις ελίτ, αφετέρου, υπερασπιζόμενοι/ες τις ταυτότητές τους σε μια εποχή ταχείας ρευστότητας και αδιαφάνειας. Μεταδημοκρατική, διότι ο προεκλογικός ανταγωνισμός είχε εξαρχής υπαχθεί στις λογική του πολιτικού θεάματος που συγκαλύπτει τον ολιγαρχικό χαρακτήρα της διακυβέρνησης και την απάθεια μεγάλου τμήματος εκλογέων. Λαϊκιστική, καθώς η τηλεδημαγωγία, η επιθετική επικέντρωση στα πρόσωπα και η μιζεραμπλιστική ένθεση του «κοσμάκη», του «λαού», έναντι του «κατεστημένου» κατέκλυσαν επί μήνες την προεκλογική σκηνή, με τον Τραμπ καταφανώς να πρωταγωνιστεί.  

γ.
Εχοντας ξεχάσει ότι ήδη από τη δεκαετία του '80 μιλούσαμε για κοινωνίες των δύο τρίτων (από το '90 μάλιστα ακόμα και για κοινωνίες του ενός τρίτου), όψιμα οικτίρουμε τους ψηφοφόρους του Τραμπ - όπως και της Λεπέν, της Χρυσής Αυγής και λοιπών συγγενών πολιτικών φορέων. Κάνουμε σαν το ζήτημα να αφορά επί μέρους άτομα και σαν να μην ξέρουμε πως κοινωνικά στρώματα με αυτές τις πολιτικές προτιμήσεις - θύματα ως επί το πλείστον της χρηματοπιστωτικής παγκοσμιοποίησης - αντιμετωπίζουν υπαρκτά προβλήματα (περιθωριοποίηση, φτώχεια, ανεργία) στα οποία οι κυβερνώσες ελίτ, της Σοσιαλδημοκρατίας συμπεριλαμβανομένης, δεν δίνουν αποδεκτές λύσεις. Εξ ου και το περίφημο δημοκρατικό έλλειμμα και η εκδικητική-τιμωρητική ψήφος. Μέσω αυτής της ψήφου, βέβαια, στη λαϊκιστική δομή αντιπροσώπευσης οι οπαδοί του Τραμπ, εν προκειμένω, ενσωματώνονται καθέτως στο πολιτικό σύστημα με ένα φορμαλιστικό προπέτασμα συμμετοχής που εξαντλείται στον εκθειασμό του δισεκατομμυριούχου ηγέτη.  

δ.
Ως επινίκιο, ο Τραμπ δεν αναφέρθηκε στο κόμμα του - επιφανή στελέχη του οποίου άλλωστε τον είχαν αποδοκιμάσει -, αλλά στην απαρχή ενός «κινήματος». Τι φαντάζεται άραγε; Κάτι ίσως επέκεινα του κόμματος των Ρεπουμπλικανών και των Δημοκρατών; Ή μήπως επέκεινα του ίδιου του ρεπουμπλικανισμού και της δημοκρατίας; Οι αναφορές του στον ισχυρό άνδρα του Κρεμλίνου μάλλον προς τα εκεί προσανατολίζουν. Τότε δεν θα πρόκειται μόνο για μια πληβειακή αλλά για μια αυταρχική μεταδημοκρατία. Διότι το ζήτημα είναι το δημοκρατικό έλλειμμα να αμβλυνθεί προς την κατεύθυνση μιας «δυνατής», συμμετοχικής, διαβουλευτικής και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Δυστυχώς όμως, σε εγελιανούς όρους, η άρνηση της άρνησης δεν σημαίνει απαραίτητα την άρνησή της: αυτό σε απλά ελληνικά σημαίνει ότι η υπέρβαση των αρνητικών πλευρών της δημοκρατίας, όπως αυτή σήμερα λειτουργεί, δεν οδηγεί απαραίτητα στον εμπλουτισμό αλλά πιθανόν στην περαιτέρω ακύρωσή της.

Ο κ. Νίκος Δεμερτζής είναι καθηγητής  στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ  και πρόεδρος του ΔΣ του ΕΚΚΕ.


Παναγόπουλος Χρήστος
Η Ελλάδα, ο Ομπάμα και ο Τραμπ
Τη δεύτερη φορά που περνούσα την πόρτα του Οβάλ Γραφείου του Λευκού Οίκου, ένα όμορφο φθινοπωρινό πρωινό του 2012, μόνος μου αυτή τη φορά γ...
Δεμερτζής Νίκος
Αυταρχικός λαϊκισμός
Ασφαλώς η νίκη Τραμπ επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες. Στη συζήτηση που άρχισε επιθυμώ να συμβάλω με τέσσερα σχόλια.
Πανταζόπουλος Ανδρέας
Η εξέγερση της ταυτότητας
Οταν πριν από πέντε περίπου μήνες, λίγες ημέρες πριν από το Brexit, ο φιλόσοφος και ιστορικός των ιδεών Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ έκανε πρώτος αυτ...
Λιάκος Αντώνης
Γιατί νικήθηκε η Κλίντον;
Λιάκος Αντώνης 13/11/2016 05:45
Ποια η σημασία της νίκης του Τραμπ; Νίκη των αντισυστημικών δυνάμεων εναντίον της παγκοσμιοποίησης, του πατριωτισμού και της οικογένειας εν...
Τσούκας Χαρίδημος Κ.
Η χυδαιότητα στον Λευκό Οίκο!
Τόσο το Brexit όσο και η εκλογή Τραμπ εκφράζουν το ίδιο φαινόμενο: την αυξανόμενη αποξένωση των ψηφοφόρων από την κυβερνώσα πολιτική ελίτ κ...
Κουσούλης Λευτέρης
16 αφορισμοί
1. Η ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται από τη δημοσιογραφική λογική του 24ώρου είναι πάντα ψευδής.
Σεβαστάκης Ν.
Οι αμηχανίες της πολιτικής
Σεβαστάκης Ν. 13/11/2016 05:45
Ζούμε έναν νέο ιστορικό κύκλο. Στη διεθνική, πολύμορφη αγανάκτηση που άλλοτε κατορθώνει να ενσαρκωθεί πολιτικά κι άλλοτε διασπείρεται στο κ...
Νέες Εποχές
Νέες εποχές: Η ζωή στον «πλανήτη Τραμπ»
Νέες Εποχές 13/11/2016 05:45
Διαβάστε τα παρακάτω άρθρα: Οι αμηχανίες της πολιτικής 16 αφορισμοί Η χυδαιότητα στον Λευκό Οίκο! Γιατί νικήθηκε η Κλίντον

Τζον Ράλστον Σάουλ, Τα νόθα τέκνα του Βολταίρου | Η δικτατορία του ορθού λόγου στη Δύση (1992) Ο ιστός της αράχνης ΑΠΟ ΤΟΥΣ danger.few!!!

Ο ιστός της αράχνης



Για να μην πολυψαρώνουμε...


«Μια από τις πολυτιμότερες, για τον ίδιο, ανακαλύψεις του Ειδικού-Τεχνοκράτη ήταν ότι μπορούσε να οχυρώσει το ζωτικό του χώρο μέσα από την ανάπτυξη μιας εξειδικευμένης διαλέκτου, την οποία δεν είναι −και δεν πρέπει να είναι− σε θέση να κατανοήσουν οι αμύητοι. Η πλημμυρίδα νεολογισμών που παρατηρήθηκε τα τελευταία πενήντα χρόνια, κλόνισε τις γλώσσες του δυτικού κόσμου. Υπάρχει η γενική, αλλά λανθασμένη, εντύπωση ότι οι περισσότεροι από αυτούς νεολογισμούς προέρχονται από την αγγλική γλώσσα −γι’ αυτό και πολλοί επιχείρησαν να αποδώσουν το νέο-αναλφαβητισμό των χωρών τους στον “ιμπεριαλισμό της αγγλικής”, ή, αντίστροφα, στην ανικανότητα της δικής τους γλώσσας, των γερμανικών, των γαλλικών ή τον ισπανικών να “εκσυγχρονιστούν”. Όμως η αλήθεια είναι, ότι αυτή η πλημμυρίδα νεολογισμών οφείλεται στους Ειδικούς και παρατηρείται με την ίδια ένταση και έκταση σε όλες τις δυτικές γλώσσες. […]
Αυτή η πλημμυρίδα φανερώνει μια τρομακτική επίθεση εναντίον της γλώσσας ως μέσου κατανόησης και επικοινωνίας. Οι τοίχοι που περιχαρακώνουν τα “κουτάκια” των διαφόρων γνωστικών πεδίων, υψώνονται ολοένα και περισσότερο.
Ενώ ο Σωκράτης, ο Ντεκάρτ, ο Μπέικον, ο Λοκ ή ο Βολταίρος μιλούσαν κι έγραφαν στην καθομιλουμένη του τόπου τους, ο σύγχρονος φιλόσοφος μιλάει και γράφει σε ένα ιδίωμα, που το καταλαβαίνει μόνο ο ίδιος και οι ομογάλακτοί του. […] Οι διάλεκτοι της πολιτικής επιστήμης και της κοινωνιολογίας γίνονται ολοένα και πιο ερμητικές, οχυρώνονται η καθεμιά στον εαυτό της και αδυνατούν να κατανοήσουν η μια την άλλη, παρ’ όλο που αφορούν σε πολύ κοντινά γνωστικά πεδία. […] Ο αρχιτέκτονας και ο ιστορικός τέχνης, πάλι, χρησιμοποιούν τόσο διαφορετικές μεταξύ τους διαλέκτους, που δίνουν την εντύπωση ότι μιλάνε για εντελώς διαφορετικά πράγματα. Ποιος θυμάται όμως ότι το ναό του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη τον έκτισαν ζωγράφοι; Ένας Γερμανός ανθρωπολόγος, τέλος, μπορεί πιο εύκολα να επικοινωνήσει μ’ ένα Γάλλο ομόλογό του παρά με ένα Γερμανό απόφοιτο του Οικονομικού Πανεπιστημίου.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι βρισκόμαστε μπροστά στη γέννηση μιας διεθνούς γλώσσας. Όμως αυτό δεν ισχύει καθόλου! Όλες αυτές οι καινούργιες εξειδικευμένες διάλεκτοι δεν προσθέτουν τίποτα το χρήσιμο στις γλώσσες μας. Πρόκειται, απεναντίας, για μια ρητορική που μοναδικός σκοπός της είναι να δυσχεραίνει στο έπακρο την κατανόηση και την επικοινωνία. […]
Φυσικά ο Ειδικός και ο Τεχνοκράτης ισχυρίζονται πως δεν είναι έτσι τα πράγματα. Με στεντόρεια φωνή υποστηρίζουν, πως πρόκειται, αντίθετα, για έναν εμπλουτισμό του λεξιλογίου, ο οποίος βελτιώνει την κατανόηση και βαθαίνει τη γνώση στον εξειδικευμένο τομέα τους. Μόνο που αυτή η βελτίωση αφορά αποκλειστικά το “αόρατο κολλέγιο” των Ειδικών που εργάζονται στον ίδιο τομέα. Όταν όμως μαζευτούν δέκα γεωγράφοι και συμφωνήσουν ότι η Γη είναι επίπεδη, τότε η μεταξύ τους επικοινωνία θα ενισχύσει απλώς το σφάλμα τους. Αν μάλιστα εξοπλιστούν με μια ιδιαίτερη, δική τους, διάλεκτο, κανένας “αμύητος” δεν θα μπορεί να τους ελέγξει. Στην πραγματικότητα, μόνον η εμπειρία ενός ναυτικού θα μπορούσε να τους συνεφέρει … όμως ο τελευταίος άνθρωπος με τον οποίο θα επιθυμούσαν να συζητήσουν τα “θέματά τους”, είναι ακριβώς κάποιος “αμύητος”, έστω κι αν έχει ταξιδέψει στα πέρατα του κόσμου.
Αντικείμενο και λόγος ύπαρξης της γλώσσας είναι η επικοινωνία. Ένας μεγάλος πολιτισμός στηρίζεται φυσικά σε μια κατανοητή, ευρεία και πλούσια σε περιεχόμενο επικοινωνία. Όποτε η γλώσσα αρχίζει να παρεμποδίζει την επικοινωνία, έχουμε να κάνουμε με πολιτισμό σε παρακμή.
Πρωτεργάτες αυτού του σκοταδιστικού φαινομένου στη Δύση ήταν εκείνοι ακριβώς που υποτίθεται ότι ασχολούνται με τη βελτίωση της γλώσσας και της επικοινωνίας: οι πανεπιστημιακοί. Μετέτρεψαν τα πανεπιστήμιά τους σε ναούς της εξειδίκευσης, κολακεύοντας τη μοντέρνα ροπή προς οτιδήποτε προβάλλεται σαν μοναδικό και ξεχωριστό. Ο Μόρις Στρονγκ έφτασε στο σημείο να πει, ότι “υπάρχει μεγαλύτερη ικανότητα σύνθεσης των γνωστικών πεδίων έξω από τα πανεπιστήμια παρά μέσα σε αυτά”. Και ο αμερικανός ιστορικός Γουίλιαμ Πολκ πρότεινε να μετονομαστούν τα πανεπιστήμια [universities] σε πολυδιασπασιστήμια [multiversities], αφού η υπερεξειδικευμένη και πολυδιασπασμένη διδακτική τους βρίσκεται στην καρδιά αυτού που διαχωρίζει την κοινωνία αντί να την ενοποιεί. Οι πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι, φύλακες της διανοητικής παράδοσης της Δύσης, κατατεμαχίζουν πλέον τα κάθε λογής (πολιτικά, καλλιτεχνικά ή οικονομικά) γεγονότα του καιρού μας σε επιμέρους κομματάκια κι έχουν καταντήσει να είναι οι επίσημοι προστάστες των “κουτιών” μέσα στα οποία ζουν και σκέφτονται οι διδασκόμενοι νέοι και νέες.
Αυτή η εμμονή στην εξειδίκευση της γνώσης είναι τέτοια, ώστε είναι πλέον αδύνατον να μιλήσει κανείς με απλά λόγια για τα δημόσια ζητήματα. Όταν ο κάθε Ειδικός οχυρώνεται στην ειδικότητά του και μετά βίας δέχεται παρεμβάσεις από ειδήμονες άλλων ειδικοτήτων σε αυτήν, καταλαβαίνουμε πόσο οι Ειδικοί και οι Τεχνοκράτες συνολικά θεωρούν ανάξιο να τους κρίνει τον υπόλοιπο κόσμο. 

Άλλωστε έχουν βρει τον τρόπο να αντιμετωπίζουν τις ενοχλητικές ερωτήσεις των “αμύητων”: αποφεύγουν να απαντήσουν και αποθαρρύνουν τον “αμύητο” ρίχνοντάς του συνέχεια σπόντες ότι δεν διαθέτει “ επαρκή πληροφόρηση”, ότι δεν διατυπώνει τις ερωτήσεις του “με τη δέουσα ακρίβεια”, ότι τα έχει “κάπως μπερδεμένα στο μυαλό του”, ότι στέκεται “στην επιφάνεια” γιατί δεν γνωρίζει “σε βάθος το θέμα”,... για να καταλήξουν στο τέλος να τον κατηγορήσουν ότι είναι “υπερβολικά δύσπιστος και περίεργος”.
Ακόμα και στην περίπτωση που εκείνος που κάνει τις ενοχλητικές ερωτήσεις τυχαίνει να είναι ιεραρχικά ανώτερός τους, ή είναι κατά για κάποιο λόγο υποχρεωμένοι να του απαντήσουν, οι Ειδικοί και οι Τεχνοκράτες έχουν τον τρόπο τους να τον στέλνουν αδιάβαστο: του δίνουν ένα ελάχιστο πληροφόρησης σε μια ψαρωτική διάλεκτο, ζητώντας και καλά συγγνώμη που είναι “αναγκασμένοι” να τα λένε τόσο “δυσνόητα”, υπονοώντας ότι ο απέναντί τους δεν διαθέτει το κατάλληλο γνωστικό υπόβαθρο για να καταλάβει κάτι παραπάνω. Φυσικά δεν το συζητάμε τι γίνεται στην περίπτωση που ο Ειδικός δεν είναι υποχρεωμένος να σεβαστεί εκείνον που του κάνει ερωτήσεις. Αυτόν, θα τον φλομώσει μ’ ένα σωρό ακαταλαβίστικα “δεδομένα” και τεχνικές ανθυπολεπτομέρειες, και θα πνίξει με αυτό τον τρόπο το διάλογο δίνοντας ταυτόχρονα την εντύπωση ότι έχει όλη την καλή διάθεση να απαντήσει και να συνεργαστεί μαζί του. 

Αν, τέλος, βρεθεί κανείς που να καταλαβαίνει κάτι μέσα σ’ όλη αυτή τη επιστημονικοφανή λεκτική σαβούρα, για να συνεχίσει τις ερωτήσεις του αναγκάζεται να καταφύγει και αυτός σε ανάλογη λεκτική πολυπλοκότητα, με αποτέλεσμα  να αποκαμωθεί και να σηκωθεί να φύγει ο υπόλοιπος κόσμος, που έχει βρεθεί εκεί για να πάρει απαντήσεις για το θέμα που τον καίει. Με αυτό τον τρόπο, παρασύροντας τον δηλαδή στο δικό τους “κουτάκι”, ο Ειδικός κι ο Τεχνοκράτης βγάζουν εκτός μάχης τον ενοχλητικό  “αμύητο”.»

Τζον Ράλστον Σάουλ, Τα νόθα τέκνα του Βολταίρου |
 Η δικτατορία του ορθού λόγου στη Δύση (1992)



Υποσημείωση H.S. Ελπίζουμε ότι ο αγώνας που δίνεται στα πανεπιστήμια, δεν περιορίζεται στη συνδικαλιστική οπτική αλλά αφορά, κυρίως, στο να μην μετατραπούν ολοκληρωτικά σε πολυδιασπασιστήμια. Γιατί, ευτυχώς, δεν λείπουν εκείνοι οι πανεπιστημιακοί που, με τις τοποθετήσεις τους και με τον βίο τους, μας επιτρέπουν και μας ενισχύουν αυτή την ελπίδα. 

Με την ευκαιρία, ρίξτε μια ματιά και σ' αυτήν εδώ την ανάρτηση, όπου ο Σάουλ λέει κάποια ενδιαφέροντα πράγματα για το Νταβός, που έχει φορέσει πάλι τα γιορτινά του αυτές τις μέρες.



Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

η δυστυχία προβάλλεται ως Reality show : ως θέαμα προς κατανάλωση και τέρψη ..

την προβολή του Life style. άρχισε να διαδέχεται η προβολή της δυστυχίας , την κοινωνικής αδικίας και εξαθλίωσης .. Όμως ο τρόπος , ο θεαματικός τρόπος με τον οποίο προβάλλεται η δυστυχία είναι πάνω κάτω ο ίδιος : η δυστυχία προβάλλεται ως Reality show όχι δηλαδή ως αυτό που είναι αλλά ως θέαμα προς κατανάλωση και τέρψη .. Οι Ναζί πρώτα είχαν καθιερώσει στην Ναζιστική Γερμανία τουριστικές εκδρομές στα Γκέτο των Εβραίων - σήμερα τουριστικά γραφεία αναλαμβάνουν εκδρομές στις Φαβέλες της Λατινικής Αμερικής.. Ας μη μας ξεγελά το είδος του προϊόντος που προβάλλεται( γκλαμουρια η δυστυχία) η δομή του θεάματος είναι που έχει σημασία ..... Στην περίπτωση της προβολής της κοινωνικής δυστυχίας η δομή του θεάματος είναι τέτοια ώστε να εξαφανίζει την συμπάθεια προς τον πάσχοντα , μετατρέποντας την είστε σε οίκτο ειτε- ακόμα - και σε απέχθεια ....

Το Εκκρεμες του Ραμφου ---------------------------------------- ουσιαστικά ολη η αφηγηση του Ραμφου - στις δυο ωρες που μιλουσε στο Π...