Αναγνώστες

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

ελευθερία είναι να μην υπάρχεις καν, να είσαι ο Κανένας



όλη του την ζωή ποθούσε την ελευθερία αλλά όταν την Βρήκε κατάλαβε ότι ήταν κενή νοήματος, ότι όσο πιο ελεύθερος ήταν άλλο τόσο γινόταν άδειος ,διάφανος ,αόρατος ανύπαρκτος ότι ελευθερία σημαίνει να λιγοστεύεις σχεδόν να εξαφανίζεσαι ελευθερία είναι να μην υπάρχεις καν, να είσαι ο  ο Κανένας
 Π. Θ

Εκεί στο Ασυνείδητο βρίσκεται ένας Άλλος



Εκεί στο Ασυνείδητο βρίσκεται ένας Άλλος
Κι συ που τωρα τα αγνοείς και νιώθεις και Μεγάλος


και που Νομίζεις λογικά μπορείς να βγάλεις άκρη
Απ’ της ψυχής το πιο βαθύ , το Μύχιο σου Δάκρυ




αυτό που κρύβεις μέσα σου , βαθιά μες στον Καθρέφτη
(και βλέπεις ένα Είδωλο στα σκοτεινά να πέφτει)


Μες στες αβύσσους των παθών , εν μέσω αισθημάτων
(εσύ που όλο βυθίζεσαι εν μέσω των σωμάτων )


που ξαγρυπνάς μέσα στα Μπλογκς για να βρεις την Ουσία
Μιας κάποιας άυλης Θεάς την Θεία Συνουσία


Εσύ που όλο λιγώνεσαι , στο δάσος με τις λέξεις
Σαν Νάρκισσος που εξερευνάς τη Λίμνη για να παίξεις

Εσύ που είσαι ελεύθερος, εσύ που είσαι αθώος

Κι ελπίζεις πως ,στα σκοτεινά, θα επιζήσεις σώος

που ψαχουλεύεις τις καρδιές και τις αναπνοές μας
και στ’ όνειρα μας χώνεσαι και μέσα στις ζωές μας

(και τριγυρνάς στα όνειρα και χώνεσαι στον ύπνο
κι’ είσαι ο Δωδέκατος Παρών στον Μυστικό μας δείπνο)


Εσύ που είσαι ανάμεσα στο μέσα και στο έξω
(δεν ξέρω τι να γράψω εδώ ,κοντεύω να τα παίξω)

Τι άραγε διέξοδο θα εύρω στα στιχάκια;
Μπορώ να στείλω μοναχά , απ’ την Σπηλιά φιλάκια ....

Δυσφορία στη Δημοκρατία..



Αποσπασμα από το κειμενο του Πέτρου Θεοδωρίδη που δημοσιεύτηκε στο τευχος 18 του περιοδικου ΕΝΕΚΕΝ  και περιεχεται  στο Βιβλιο Η ΑΠΑΤΗΛΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΗς ΑΓΑΠΗΣ 


.........................................
http://enekenperiodiko.blogspot.com/2010/11/blog-post_02.html
..................................... .
...........................

Ως ο τελευταίος κρίκος της μακραίωνης δημοκρατικής  περιπέτειας θεωρήθηκε η Μόδα που με την επιλογή και τη συνεχή αλλαγή μας εκπαιδεύει στην ελευθερία. Όμως σ’ έναν κόσμο με τη μόδα ως αρχή, έχουμε περισσότερα κίνητρα αλλά και περισσότερη βαρεμάρα, μεγαλύτερη χειραφέτηση αλλά και αντίστοιχα μεγαλύτερη σκλαβιά, μεγαλύτερη εξατομίκευση αλλά και αποπροσωποποίηση.
Στις μελαγχολικές μετά Δημοκρατίες μας ο Δήμος διατήρησε την δυνατότητα επιλογής . Έχασε την δύναμη και την ικανότητα της απόφασης. Διακρίνουμε μια μάρκα ρούχων από μια άλλη, ένα τύπο ουίσκι από κάποιον άλλο, μια σεξουαλική στάση από μια άλλη. Ψάχνουμε απελπισμένα για διαφορές. Αυτό που μετρά είναι η διάκριση, όχι το περιεχόμενο, καθώς η ύπαρξη τέτοιων διαφορών μας κάνει να ελπίζουμε ότι υπάρχουν ακόμη  στον κόσμο ιδιότητες:[1]

Μάταια συγκαλύπτουμε-μας λέει ο Ζιζεκ - τον βαθια ανορθολογικό χαρακτήρα της αποκαλούμενης «τυπικής δημοκρατίας» Μόνο η αποδοχή μια τέτοιας διακινδύνευσης, να παραδώσουμε τη μοίρα μας στην «ανορθολογική τυχαιοτητα  καθιστά δυνατή την Δημοκρατία[2]

Και ο Γιαννης Σταυρακακης  μας προτείνει μια νέα δημοκρατική ηθική μια ηθική χωρίς ιδεώδη: την θέση του ιδεώδους καταλαμβάνει η η αναγνώριση της ανταγωνιστικής φύσης της καταστατικής διαίρεσης στη καρδιά της κοινωνίας[3] 

O Σταυρακάκης προτείνει να στραφούμε στην ηθική τη ψυχανάλυσης  ώστε να βρεθεί το έρεισμα για μια νέα ηθική της Δημοκρατίας .Και αναφέρει ως παράδειγμα αυτής της ηθικής την φροϋδική έννοια της μετουσίωσης καθώς « η μετουσίωση δημιουργεί έναν δημόσιο χώρο». Το έργο τέχνης είναι καταρχήν ατομικό συνδέεται με τη λίμπιντο του καλλιτέχνη . Αλλά απευθύνεται επίσης στο κοινό : παράγει ένα διαφορετικό είδος δεσμού μεταξύ μας που συνδέει το ατομικό και το κοινό,: αναγνωρίζει την έλλειψη  καθώς η ίδια η έλλειψη λειτουργεί ως οργανωτική αρχή  του δημόσιου , κοινού χώρου που παράγει η μετουσίωση. [4] 


Μπορούμε όμως να αντικρίσουμε κατάματα την έλλειψη; Είναι σαν να αντικρίζαμε το ίδιο μας το Τραύμα  Προτού ο Πέρσεας αντιμετωπίσει τη Μέδουσα, η Αθηνά τον προειδοποίησε να μη κοιτάξει ευθέως τη γοργόνα. Στον μύθο  οποιοσδήποτε κοιτούσε την Μέδουσας κατάματα μεταμορφωνόταν σε πέτρα..


Και μπορούμε να μη διακρίνουμε την προϊούσα σήμερα εμπορευματοποίηση της Τέχνης; Τι άλλο είναι σήμερα ο Δημόσιος  χώρος που παράγει υποτίθεται η Τέχνη  παρά μια αισθητική Ουτοπία που συγκαλύπτει σε δεύτερο βαθμό τον φετιχισμό του εμπορεύματος;.

 Τι άλλο θαυμάζει σήμερα το κοινό του καλλιτεχνικού έργου παρά  την μυστική ουσία του σύγχρονου καπιταλισμού δηλαδή αυτή που παράγει πλεόνασμα, υπεραξία;


 Ο Zizek μας θυμίζει :το σοκολατένιο αυγό Κίντερ-έκπληξη:όταν ξετυλίγεις το σοκολατένιο κέλυφος, βρίσκεις στο εσωτερικό του ένα μικρό πλαστικό παιχνίδι. Το παιδί συχνά το ξετυλίγει νευρικά, χωρίς να μπαίνει στον κόπο να φάει τη σοκολάτα, ενδιαφερόμενος μόνο για το παιχνίδι στο εσωτερικό του. Έτσι «το αυγό της Κιντερ μας παρέχει τη φόρμουλα για κάθε προϊόν που υπόσχεται «περισσότερα» Γιατί «το εμπόρευμα είναι ένα συγκεκριμένο αντικείμενο που ικανοποιεί  μια συγκεκριμένη ανάγκη, αλλά ταυτόχρονα υπόσχεται και «κάτι περισσότερο» μια απύθμενη απόλαυση που ο αληθινός της τόπος είναι η φαντασίωση»,[5]


«Τι μας υπόσχονται οι δημοκρατίες μας;-αναρωτιόταν ο Πασκαλ Μπρυκνέρ - Την ευτυχία τον πλούτο την προσωπική ολοκλήρωση. Με άλλα λόγια , το αδύνατο. Γι αυτό και αποτελούν το κατ¨ εξοχήν  πολίτευμα των παραπόνων, της διαμαρτυρίας του ατόμου γα την τύχη του. Θα έπρεπε μάλιστα να ιδρύσουμε στις χώρες μας ένα υπουργεία της Δυσαρέσκειας που θα έστελνε  προς όλες τις κατευθύνσεις Μεγάλους Παρηγορητές επιφορτισμένους να ακούν τα παράπονα μας  και ιδιαίτερα  αυτό που λέει  κατ ¨ιδίαν ο καθένας μας με σιγανή φωνή: « Αξίζω περισσότερα»[6]


Όμως σήμερα οι παγκοσμιοποιημένες Δημοκρατίες  μας σε συνθήκες οικολογικής και οικονομικής Κρίσης απειλούνται  από ολοκληρωτικές αλλά και παρτικουλαριστικές τασεις : ‘’Οι δυο απειλές γα τη δημοκρατία διαμορφώνουν ένα φαύλο κύκλο : η απειλή του κατακερματισμού προκαλούνται αισθήματα μνησικακίας η εξάρθρωση ανοίγει επίσης το δρόμο για κύματα παρτικουλαρισμου που αντιτίθενται σε τάσεις ενοποίησης. Ο Ολοκληρωτισμός κατηγορεί την δημοκρατία ότι διαλύει την κοινωνική ενότητα ,ο παρτικουλαρισμος της προσάπτει ότι προσπαθεί να αρθρώσει μι ενότητα που θεωρεί ολοκληρωτικη [7]


Και τι θα απογίνει τωρα,στην εποχη της παγκοσμιας οικονομικης και οικολογικής κρισης  η διεκδίκηση του δικαιώματος  της απόλαυσης δισεκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν ή νομίζουν ότι ζουν στην πλανητική δημοκρατία;


Η δεκαετία του 90-φαινόταν να είναι η δεκαετία του θριάμβου της Φιλελευθερης Δημοκρατιας   σφραγίσθηκε από την lingua franca της παγκόσμιας ηθικής σκέψης την «παγκόσμια κοσμική θρησκεία» των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Κοφι Αναν ,(το 1999)αποκάλεσε την Διακήρυξη το «μέτρο σύγκρισης με το οποίο μετρούμε την ανθρώπινη πρόοδο ».και η νομπελίστρια Ναντίν Γκόρντιμερ την περιέγραψε ως «το ουσιαστικό ντοκουμέντο , τη Λυδία λίθο ,το πιστεύω της ανθρωπότητας» [8].


Όμως όπως έγραφε (σχεδόν προφητικά)ήδη από το 1991 ο Π.Κονδύλης «Τα ανθρώπινα δικαιώματα θα μπορούσαν να γίνουν υπόθεση εκρηκτική ,αν π.χ κάτω από δύσκολες οικολογικές συνθήκες εμπεριείχαν και το δικαίωμα για αέρα και νερό.»[9] 

Η ανεκτικότητα, η πίστη στα δικαιώματα γίνεται σχεδόν αβάσταχτη. στις συνθήκες παγκοσμιοποίημενης  ύστερης Δημοκρατιας  Συχνά τα άτομα μπροστά στη διαρκή κατάσταση αμφιθυμίας και αγωνίας, βρίσκουν  καταφύγιο στην ''κατασκευασμένη, ενεργητική ,συνειδητή εγκατάλειψη της αμφιβολίας''[10] εγκαταλείπονται στη θαλπωρή ενός κόσμου αμυντικής αναδίπλωσης στην ψυχαναγκαστική παραγωγή  ταυτότητας: «η γειτονιά μου, Η κοινότητα μου η πόλη μου ,το σχολείο μου το δέντρο μου ,ο ποταμός μου, η παραλία μου, το εκκλησάκι μου, το περιβάλλον μου»».[11] μιας και   το ‘’να ζεις ως άτομο σε αυτόν τον συγκεχυμένο κόσμο είναι ένας ατέλειωτος εφιάλτης». [12]


O σύγχρονος  μετανεωτερικος  πολίτης της Ύστερης παγκοσμιοποιημενης δημοκρατίας ‘’ ταλαντεύεται συνεχώς ανάμεσα στις παντόφλες και το οδόφραγμα» [13] και,ίσως, να νοσταλγεί την ‘’εποχή των άκρων ‘’,όπως θα προτιμούσε κάποιος να ενθυμείται την Δημοκρατία ως Τραγωδία παρά την ατέρμονη επανάληψη της ως Φάρσα ή να ‘’τελειώσει ο κόσμος με μια έκρηξη παρά με ένα άθλιο μικρό λυγμό» . [14]



[1] lars svendsen ο.πσ 65 «σ 67-68
[2] Ζιζεεκ  , Το υψηλό αντικείμενο 2006 :243
[3] Γιάννης Σταυρακάκης , Ο Λακάν και το Πολιτικό, (1999 )Εκδόσεις Ψυχογιός  Αθήνα 2008 σ 232 250, 268

[4] Γιάννης Σταυρακάκης  ο.π, σ 258
[5] Zizek , η μαριονέτα και ο Νανος ,ο.π   σ218-219
[6] Πασκάλ Μπρυκνέρ Η Μελαγχολική Δημοκρατία,(1990  ,μτφ Μαρίνα Λώμη , Αστάρτη. 1990 σ 160
[7] Γιάννης Σταυρακάκης  ο.π,248
[8] αναφ στο Μαικλ  Ιγκνατιεφ , Τα ανθρώπινα δικαιώματα  ως πολιτική και ως ειδωλολατρία , μτφ Ελένη Αστερίου, εκδ Καστανιωτη, (2001)2004 σ 100
[9] Παναγιώτης Κονδύλης . Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα  εποχή  κι από τον φιλελευθερισμό στη μαζική Δημοκρατία , Θεμέλιο, 1991 σ 333,334
[10] Beck, U.1996: 142).
[11] ΡΕΥΣΤΟΙ ΚΑΙΡΟΙ, 2008 σ 142
[12] Αλέν Μπαντιού ( συνέντευξη) : Η συνάντηση ως αρχή μιας πιθανής περιπέτειας, Ελευθεροτυπία  11-8 2010
[13] Πασκάλ Μπρυκνέρ Η Μελαγχολική Δημοκρατία,(1990  ,μτφ Μαρίνα Λώμη , Αστάρτη. 1990 σ 161
[14] lars Svendsen  Η φιλοσοφία της βαρεμάρας σ 56


Πέτρος Π. Θεοδωρίδης: Για το παρόν, ως την μετανεωτερική αίσθηση του χρόνου .ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ(ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ")


Πέτρος Π. Θεοδωρίδης: Για το παρόν, ως την μετανεωτερική αίσθηση του χρόνου

Σχολιάστε
Umschlag-24-WEB-713x1024
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό  εξάντας, τεύχος 24/ Ιούνιος 2016
[Το δοκίμιο αναδημοσιεύεται εδώ με την άδεια του συγγραφέα]
Στη σύγχρονη εποχή, της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, πληροφορίας και τεχνολογίας έχει επέλθει για τον μεμονωμένο άνθρωπο, ως αποτέλεσμα κοσμογονικών  ιστορικών διεργασιών, μια καταπιεστική συμπίεση της αίσθησης του χρόνου. Ραγδαίες μεταβολές τόσο στο ευρύτερο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον όσο και στην ίδια της φύση της εργασίας έχουν μετατοπίσει το κέντρο βάρους σε ένα περισσότερο ανακυκλωμένο παρόν, ξεκομμένο από το παρελθόν και με διαρκή αβεβαιότητα για το μέλλον.
Για την κατανόηση και ερμηνεία του φαινομένου είναι απαραίτητη μια διαχρονική θεώρηση της διαδικασίας αυτής της μετάλλαξης, εξετάζοντάς την μέσα σε διάφορες διακριτές ιστορικές περιόδους.
Θα αναφερθώ  εν συντομία σε τρεις τύπους πολιτισμών και κοινωνιών, τον καθένα με την δική του αίσθηση και κατανόηση  της έννοιας του χρόνου. Φυσικά πρόκειται εδώ για ιδεατούς  τύπους που χρησιμεύουν περισσότερο ως χάρτες της πραγματικότητας παρά ως φωτογραφικές απεικονίσεις. Στις πραγματικές κοινωνίες οι  αισθήσεις του χρόνου, όπως και οι άλλοι κοινωνικοί δεσμοί  αλληλοπλέκονται. O ιδεατός τύπος απλώς μας βοηθά να κατανοήσουμε  την, κάθε φορά, κυρίαρχη  αίσθηση.
Ο χρόνος στις παραδοσιακές κοινωνίες
Ο πρώτος τύπος κοινωνίας που αφορούσε τις λεγόμενες  αγροτικές ή παραδοσιακές κοινωνίες  ήταν κυρίαρχος  από την εποχή της γεωργικής επανάστασης μέχρι την εποχή της τυπογραφίας, της εμφάνισης και σταδιακής εδραίωσης του καπιταλισμού και του απολυταρχικού κράτους του  16ου  αιώνα  και εντεύθεν, και υφίσταται ακόμα  σε πολλά μέρη του πλανήτη. Στην παραδοσιακή κοινωνία, η παράδοση ενείχε έναν  κανονιστικό–ηθικό χαρακτήρα  που της προσέδιδε μια δεσμευτική δύναμη. Η παράδοση αντιπροσώπευε όχι μόνο το είναι της αγροτικής κοινωνίας  αλλά και το τι πρέπει να γίνεται. Ο ηθικά δεσμευτικός  αυτός χαρακτήρας  της παράδοσης προσέφερε και στα άτομα ένα είδος «οντολογικής ασφάλειας».  Οι ταυτότητες, οι ρόλοι, τα άτομα ήξεραν τι και πώς να πράξουν: τους το υποδείκνυε η παράδοση.
Στις αγροτικές κοινωνίες η παράδοση γίνονταν και ένα μέσο παραγωγής ταυτότητας. Οι ορίζοντες του κόσμου της, οι ίδιες οι κοινωνικές συνθήκες έπειθαν τον παραδοσιακό άνθρωπο-αγρότη,  ότι το μέλλον θα είναι όμοιο με το παρόν. Η αίσθηση  του χρόνου  στην προνεωτερική  παραδοσιακή κοινωνία  επηρεάζονταν και από τον τύπο επικοινωνίας, καθώς η επικοινωνία γινόταν κυρίως προφορικά (η χρήση της γραφής  περιοριζόταν σε κύκλους λογίων και γραφειοκρατών). Όταν επικοινωνώ προφορικά, βλέπω τον συνομιλητή μου στον ίδιο χώρο,  βρίσκομαι μαζί του στον ίδιο χρόνο. Έτσι στην παραδοσιακή προφορική κοινωνία ο χώρος και ο χρόνος επικοινωνιακά ταυτίζονταν και ο χρόνος γίνονταν ένας κλειστός εσωστρεφής χρόνος, αντιστρεπτός και ανακυκλώσιμος, ώστε να προσιδιάζει στον αγροτικό τρόπο παραγωγής, περιορισμένος  στην ζωή της κοινότητας .
Ο αγροτικός χρόνος είναι φυσικός χρόνος. Οι μεγάλες διαιρέσεις είναι η μέρα, η νύχτα και οι εποχές[1].  Δίπλα στον αγροτικό χρόνο επιβάλλονται και άλλοι χρόνοι: ο αρχοντικός και ο κληρικός. Ο μεσαιωνικός κλήρος κυρίως, είναι ο κύριος των δεικτών του χρόνου. Οι καμπάνες σημαίνουν τον μεσαιωνικό χρόνο για «να μπορούν να πληροφορούν για την ώρα αλλά και να θυμίζουν στους ανθρώπους ότι είναι θνητοί και να φέρνουν στο μυαλό τους την ανάσταση νεκρών και την Έσχατη κρίση»[2].
Νεωτερική κοινωνία και αφηρημένος χρόνος: Το ρολόι
Το δεύτερο παράδειγμα κοινωνίας, είναι οι νεωτερικές κοινωνίες. Η νεωτερικότητα «αναφέρεται σε τρόπους κοινωνικής ζωής, ή οργάνωσης, που αναδύθηκαν στην Ευρώπη γύρω στον 17ο  αιώνα και στην συνέχεια εξαπλώθηκαν, λίγο πολύ, σε ολόκληρο τον κόσμο»[3],  πού χαρακτηρίζονται από τον τεμαχισμό της παλαιάς, ομοιογενούς κοσμοαντίληψης, σε μια σειρά διακριτών τομέων της σκέψης και της ανθρώπινης δραστηριότητας, της οικονομίας, της οικογένειας.  Η νεωτερική κοινωνία χαρακτηριζόταν εξαρχής από μια «εξισωτική τοπολογία». Ο κοινωνικός και πολιτικός κόσμος, παύει να χωρίζεται σε τομείς όπου ισχύουν διαφορετικοί νόμοι, συνήθειες, έθιμα ή τελετουργίες. Η νεώτερη βιομηχανική κοινωνία απαιτεί από τους ανθρώπους να είναι «συμβατοί» και «ομοιογενείς» ώστε να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της έντονης κοινωνικής κινητικότητας [4]. Η νεωτερικότητα έτσι αποτελεί και μια «επιπεδοχώρα», όπου «όλα τα πράγματα, έμψυχα και άψυχα, ανεξάρτητα από το σχήμα τους παρουσιάζουν στο βλέμμα μας την ίδια σχεδόν εμφάνιση, δηλαδή μιας ευθείας γραμμής»[5]
Αν στην παραδοσιακή (μεσαιωνική) αντίληψη επικρατούσε η αξεδιάλυτη συνύφανση παρελθόντος και μέλλοντος εντός του παρόντος, στην νεώτερη κατανόηση του χρόνου, παρελθόν, παρόν και μέλλον σαφώς διαχωρίζονται, ως τμήματα μιας διαδοχικής προοδευτικής ανέλιξης.  Αρχικά το μέλλον (ως ουτοπία) και αργότερα το παρελθόν (ως παράδοση) γίνονται πεδία αναφοράς, νοηματοδότησης του παρόντος. Ο χρόνος παύει να θεωρείται πεπερασμένος και κλειστός, γίνεται άπειρος, ομοιόμορφος, μετρήσιμος χρόνος, με την ώρα και το λεπτό.
Η νεωτερικότητα λοιπόν,  χαρακτηρίζεται από μια μηχανική και όλο και πιο ομοιόμορφη αίσθηση του χρόνου, ως η εποχή του ρολογιού. Γύρω στα τέλη του 16ου αιώνα, οι περισσότερες αγγλικές ενορίες είχαν από ένα ρολόι που σήμαινε δυνατά τις ώρες.  Κατά την δεκαετία του 1790 στη Δυτική Ευρώπη, τα ρολόγια χεριού και τοίχου ήταν πολύ διαδεδομένα και άρχισαν να τα θεωρούν περισσότερο αντικείμενα πρώτης ανάγκης παρά είδη πολυτελείας. Ένα ρολόι τοίχου ή χεριού δεν ήταν μόνο κάτι χρήσιμο αλλά και κάτι που έδινε κύρος στον κάτοχό του [6].  Με το ρολόι ο χρόνος μετριέται πλέον μέσω των διαστημάτων που διανύει ο δείκτης. Έτσι ολοκληρώνεται «η αντικατάσταση του «οργανικού» χρόνου της άμεσης εμπειρίας από τον αφηρημένο μαθηματικό χρόνο, που μετριόταν με τις μονάδες μιας βαθμονομημένης κλίμακας»[7].
Το άδειασμα όμως του χρόνου (και του χώρου) από το νόημα που είχαν στην παραδοσιακή κοινωνία βιώθηκε (και βιώνεται  ακόμη) ως διαδικασία βίαιη και καταστροφική του κοινωνικού δεσμού, [8] προκαλεί συναισθήματα ανασφάλειας και άγχους. Η νεωτερική αίσθηση του χρόνου μετέβαλε και την αντίληψη μας για το υποκείμενο: τον αποδεσμευμένο, ατομικό εαυτό, η ταυτότητα του οποίου ανασυγκροτείται στη μνήμη. Η ζωή του καθενός -που  στην παραδοσιακή προνεωτερική κοινωνία  προστατευόταν  από  την «οντολογική» ασφάλεια που προσέφερε η  επανάληψη της παράδοσης – στην νεωτερικότητα έπρεπε να βιωθεί ως αυτοεξιστόρηση. Η ιστορία του καθενός πια στην νεωτερικότητα έπρεπε να αντληθεί από τα ιδιαίτερα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής της ίδιας της ζωής, ως μια αλληλουχία δρώμενων στον κοσμικό «άδειο», «ομοιογενή» χρόνο. Η ζωή σε κάθε στιγμή  θεωρήθηκε ως η αιτιατή συνέπεια αυτού που έχει διαδραματισθεί προηγουμένως. Όπως το διατυπώνει ο  Ch. Taylor, «το νόημα της ζωής θεωρείται (στη νεωτερικότητα) ως κάτι που εκτυλίσσεται μέσω γεγονότων» [9].
Ο χρόνος στην νεωτερικότητα εξορθολογίζεται, τεμαχίζεται  σε ομοιόμορφα  τμήματα, μετριέται πια με το ρολόι και το ημερολόγιο. Επιπλέον, καθώς άδειαζε από το περιεχόμενο που του  προσέδιδε η παράδοση,  άρχισε να γίνεται εξατομικευμένος. χρόνος που έδινε τη δυνατότητα  στους ανθρώπους να σκέπτονται τη ζωή τους ως αφήγηση – όχι τόσο του τι θα τους συμβεί  υποχρεωτικά, όσο του πώς θα τους συμβεί. Τους επέτρεπε, λόγου χάρη, να προσδιορίζουν ποια θα είναι τα στάδια μιας  καριέρας, να συσχετίζουν την μακρόχρονη υπηρεσία  σε μια εταιρεία  με συγκεκριμένα  βήματα  αυξημένου πλούτου.
Ο εξορθολογισμένος χρόνος προκάλεσε βαθιά τομή στην υποκειμενική ζωή. Ο άνθρωπος προετοιμαζόταν  για την ισόβια συμπεριφορά του ως μέρος  σε μια  ιεραρχική  κλίμακα: το άτομο προαγόταν, υποβιβάζονταν ή παρέμενε στάσιμο αλλά υπήρχε  πάντα  ένα σκαλοπάτι για να πατήσει. Όπως  και στον στρατό, έτσι και σε μια γραφειοκρατία (κρατική  ή των μεγάλων εταιρειών), η αποτελεσματική εξουσία διαμορφωνόταν με μορφή πυραμίδας, όπου κάθε αξίωμα, κάθε τμήμα, ενείχε συγκεκριμένη λειτουργία. Ο βιωμένος  χρόνος   σε έναν οργανισμό  με παγιωμένες λειτουργίες  «είναι σαν να ανεβαίνεις ή να κατεβαίνεις αργά  την σκάλα  ενός σπιτιού που δεν έχεις σχεδιάσει ο ίδιος»· ζεις  στο σχέδιο που έχει κάνει κάποιος άλλος για τη ζωή σου. Έτσι, η μεγαλύτερη κληρονομιά  που μας άφησε το μοντέλο του γραφειοκρατικά-στρατιωτικά οργανωμένου καπιταλισμού του  19ου και 20ου  αιώνα, ήταν ο οργανωμένος χρόνος που πλαισίωνε την ζωή, προσφέροντας στους ανθρώπους μια αφήγηση  του βίου όπου το άτομο  έχει  συγκεκριμένη σημασία  για  τους   άλλους [10].
«Ρευστή νεωτερικότητα» και χρόνος:  Παροντισμός
Η αίσθηση αυτή του σταθερού οργανωμένου χρόνου μεταλλάχθηκε ριζικά στην εποχή μας, στην σύγχρονη, (μετα- )νεωτερικοτητα ή «ρευστή νεωτερικότητα» όπως  την αποκαλεί ο Z. Bauman.  Η σύγχρονη μετανεωτερικότητα έχει ως αφετηρία  μια σειρά από κοσμοϊστορικές αλλαγές, οι οποίες συνέβησαν στη δεκαετία του 1990: Στην κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, στον πόλεμο του Κόλπου που ξέσπασε τον Ιανουάριο του 1991 και που, σύμφωνα με κάποιους διανοητές, «δεν συνέβη ποτέ», παρά μόνο μεταδίδονταν σε καθημερινές συνέχειες σε όλον τον κόσμο με την ευγενική χορηγία του CNN, την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τους πολέμους που ακολούθησαν. Η δεκαετία του ’90 σημαδεύτηκε από την κατάρρευση των ορίων ανάμεσα στο «εμείς» και το «άλλο». Το «άλλο», και ο φόβος πού το συνοδεύει, βρέθηκε στον δυτικό κόσμο κοντά μας, ανάμεσα μας, ως μετανάστης ή πρόσφυγας, ως φόβος της ανεργίας και της κοινωνικής υποβάθμισης, ως καταστροφή του περιβάλλοντος. Αυτό πού πριν φάνταζε σαν σταθερό συλλογικό εμείς σήμερα όλο και περισσότερο θυμίζει κινούμενη άμμο. Η δεκαετία του ’90 εμφανίσθηκε και ως θρίαμβος του ατομικισμού. Κατέληξε στον θρίαμβο του κομφορμισμού και της ετερονομίας,  συνοδεύτηκε και από μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα φόβου και ένα συντριπτικό αίσθημα αβεβαιότητας.  Ορισμένοι από τους παράγοντες που ευθύνονται γι αυτό το αίσθημα αβεβαιότητας – έγραφε ο Z Bauman στις αρχές της δεκαετίας του 1990 – ήταν (και είναι):
Πρώτον:  Η νέα αταξία στον κόσμο. Ύστερα από μισό αιώνα ξεκάθαρων διαχωριστικών γραμμών και στρατηγικών ήρθε ένας κόσμος χωρίς ορατή δομή και χωρίς καμία,  έστω και απειλητική, λογική.
Δεύτερον: Η παγκόσμια απορύθμιση, ο παραλογισμός και η ηθική τύφλωση του αγοραίου ανταγωνισμού, η απεριόριστη ελευθερία που παραχωρήθηκε στο Κεφάλαιο, το κομμάτιασμα των δημιουργημένων  και μέχρι πρόσφατα συντηρούμενων από την κοινωνία προστατευτικών δικτύων, καθώς και η απάρνηση όλων των λογικών επιχειρημάτων, πέραν των οικονομικών, έδωσαν μια νέα ώθηση  στην αμείλικτη διαδικασία πόλωσης, που κάποτε αναχαιτίσθηκε μέσα από το νομικό πλαίσιο του κράτους πρόνοιας, καθώς και από τη διαπραγματευτική ισχύ των εργατικών σωματείων. Σήμερα καμία δουλειά δεν είναι εγγυημένη, καμία θέση δεν είναι απόλυτα αξιόπιστη, η πείρα και η τεχνογνωσία μόλις αποκτηθούν μετατρέπονται σε μειονέκτημα και οι δελεαστικές σταδιοδρομίες συχνά αποδεικνύονται μονοπάτια που οδηγούν στην αυτοκτονία.
Τρίτον: Τα αλλά δίκτυα προστασίας, που είχαν δημιουργηθεί και συντηρηθεί από την κοινωνία, αυτές οι δεύτερες γραμμές χαρακωμάτων που προσέφερε η γειτονιά, η οικογένεια, και όπου μπορούσε κανείς να αποτραβηχτεί για να επουλώσει τις πληγές του από τις αψιμαχίες της αγοράς, αν δεν έχουν καταρρεύσει, έχουν τουλάχιστον εξασθενίσει σε μεγάλο βαθμό. Γι αυτή την εξέλιξη ευθύνονται εν μέρει οι πραγματιστικές αλλαγές στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων, που τώρα κυριαρχούνται πέρα για πέρα από το πνεύμα του καταναλωτισμού, ορίζοντας τον άλλο ως εν δυνάμει πηγή ευχάριστων εμπειριών [11]
Σήμερα δεν  υπάρχουν πια πλαίσια αναφοράς για μακροπρόθεσμα σχέδια ζωής. τα άτομα πρέπει να γίνουν ευέλικτα και ευπροσάρμοστα, ώστε να είναι συνεχώς έτοιμα και πρόθυμα  να εγκαταλείψουν τις δεσμεύσεις και πίστεις χωρίς συναίσθημα και  σκέψη. Ο καταναλωτισμός βρίσκεται στην  πηγή της ρευστοποίησης του μέχρι πρότινος «αντικειμενικού» κόσμου . Στην «ρευστή » νεωτερικότητα δεν υφίσταται καν εξωτερικό όριο,  άρα ούτε και αντικειμενικός κόσμος: υφίστανται μόνο επιθυμίες και αντικείμενα  προς κατανάλωση.
«Αυτό που με εκπλήσσει είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο δίχως στερεή πραγματικότητα», έγραφε ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Κρίστοφερ Λας. «Θεωρώ τον κόσμο, μέσα στον οποίο ζούμε, εξαιρετικά ασταθή, πρόκειται για έναν κόσμο που αποτελείται από φευγαλέες εικόνες και που τείνει όλο και περισσότερο – εν μέρει, νομίζω, χάρη στην τεχνολογία των μαζικών μέσων επικοινωνίας – να αποκτήσει έναν παραισθησιογόνο χαρακτήρα: ένα είδος κόσμου από φανταστικές εικόνες, σε αντίθεση με έναν κόσμο πραγματικών αντικειμένων τα οποία να διαρκούν περισσότερο από εμάς [….] Τα όρια ανάμεσα στο Εγώ και τον περιβάλλοντα κόσμο τείνουν να συγχέονται όλο και περισσότερο.(…)» [12].  Ενώ  σε άλλο βιβλίο του ο Λας  έγραφε:   «Ο καταναλωτής ζει περιτριγυρισμένος  όχι τόσο από πράγματα  όσο από φαντασιώσεις.  Ζει σε έναν κόσμο  που δεν έχει  αντικειμενική  ή ανεξάρτητη  ύπαρξη και φαίνεται να υπάρχει  μόνο  για να ικανοποιεί  ή να ματαιώνει τις επιθυμίες του»[13].
Ο χρόνος στην εποχή του ιντερνέτ
Στην «ρευστή»  σύγχρονη νεωτερικότητα  η διάδοση του ιντερνέτ ευνοεί την εξάπλωση της κουλτούρας του Ναρκισσισμού με έναν τρόπο που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ο Κρίστοφερ Λας στα 1979, όταν έγραφε το ομώνυμο βιβλίο. Με το ιντερνέτ μπορείς να έχεις άμεση  πρόσβαση σε εκατομμύρια αρχεία, μουσικές, βιβλία από οπουδήποτε, έτσι ώστε η  ουτοπία να πραγματώνεται με έναν κυριολεκτικό τρόπο: είσαι παντού σε πραγματικό χώρο, στο Τώρα.
Σήμερα πια – σύμφωνα με τον Richard Sennett – η οργανωμένη πλαισίωση του κοινωνικού χρόνου καταρρέει. Έχουμε το τέλος της ισόβιας απασχόλησης, αφού μια επαγγελματική καριέρα εξαντλείται ολοένα και λιγότερο στον ιδιωτικό  τομέα  εντός μιας επιχείρησης ενώ στον δημόσιο τομέα, τα κρατικά δίκτυα  πρόνοιας και ασφάλειας έχουν γίνει περισσότερο βραχύβια  και ασταθή.  Έτσι π.χ., οι  νεαροί προγραμματιστές  της Silicon Valley, που στις  αρχές  της δεκαετίας του ’90 είχαν  μεθύσει με τις δυνατότητες  της τεχνολογίας και την προοπτική πλουτισμού, όταν έσκασε η φούσκα των dot  com, το 2000,  ανακάλυψαν  ξαφνικά  τον χρόνο, τον άμορφο χρόνο, που προηγουμένως τους  χαροποιούσε, την έλλειψη κανόνων για το πώς να προχωρήσουν, πώς να πάνε μπροστά.  Η νέα σελίδα τους  ήταν λευκή. Σ’ αυτήν την περιοχή μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, απομονωμένοι, ανακάλυψαν την αποτυχία.
Ο Sennett υποδεικνύει ορισμένες  αλλαγές  που δείχνουν το πώς άλλαξε η πυραμιδική στρατιωτικοποιημένη δομή του καπιταλισμού. Μια από αυτές αφορά στη μετάβαση από την εξουσία των διευθυντών στην εξουσία των μετόχων, στις μεγάλες εταιρίες. Οι επενδυτές σχημάτισαν αυτό που συχνά αποκαλείται  «ανυπόμονο κεφάλαιο»: επιθυμούσαν  μάλλον βραχυπρόθεσμα παρά μακροπρόθεσμα αποτελέσματα και  γρήγορα άρχισαν να πιέζουν για άμεσα  κέρδη. Δείχτης των  αποτελεσμάτων των  εταιρειών  έγινε πια η τιμή της μετοχής και όχι τα μερίσματα. Η αγοραπωλησία μετοχών σε μια ανοιχτή, ρευστή αγορά είχε ταχύτερες και μεγαλύτερες αποδόσεις σε σύγκριση με την διατήρηση μετοχών μακροχρόνια Έτσι  π.χ. «ενώ το 1965 τα  αμερικανικά συνταξιοδοτικά  ταμεία διατηρούσαν  τις μετοχές  κατά μέσον όρο επί 46 μήνες, το 2000 μεγάλο μέρος του χαρτοφυλακίου   αυτών των θεσμικών επενδυτών εκχωρούνταν κατά μέσον όρο  ανά 3,8 μήνες». Ασκήθηκε  λοιπόν, τεράστια πίεση στις εταιρείες  να φαίνονται «ωραίες» στα μάτι του περαστικού ηδονοβλεψία». Ωραία ήταν η εταιρεία που παρουσίαζε ενδείξεις εσωτερικών αλλαγών και ευελιξίας, που έδινε την εντύπωση ότι ήταν δυναμική,  ακόμα και όταν  η κάποτε  σταθερή εταιρεία   λειτουργούσε τέλεια: «η σταθερότητα  της εταιρείας κατάντησε αρνητικό  και όχι θετικό  χαρακτηριστικό για τις επενδύσεις· ερμηνευόταν ως ένδειξη αδυναμίας, που υποδήλωνε στην αγορά ότι η εταιρεία  αδυνατούσε να καινοτομήσει ή να βρει νέες ευκαιρίες ή να διαχειριστεί με άλλον τρόπο τις αλλαγές». Έτσι «η προθυμία να αποσταθεροποιήσεις  την ίδια σου την επιχείρηση θεωρήθηκε ως …. θετική ένδειξη», [14]  «δείγμα δυναμισμού».
Από  μια άλλη οπτική, ο Maurizio Lazzarato αποδίδει την  τωρινή αίσθηση του ανακυκλώσιμου «παροντικού» χρόνου στην επέκταση της χρηματοπιστωτικής οικονομίας. Ενώ στο Μεσαίωνα – σύμφωνα με τον Lazzarato  – ο χρόνος ανήκε στον Θεό, σήμερα, ως δυνατότητα, δημιουργία, επιλογή και απόφαση, είναι το κύριο αντικείμενο της καπιταλιστικής ιδιοποίησης. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα φροντίζει ώστε οι μόνες δυνατές επιλογές και αποφάσεις να είναι αυτές του χρήματος που γεννά χρήμα, της παραγωγής για την παραγωγή.«Όλη η χρηματοπιστωτική καινοτομία» – γράφει ο Lazzarato – «δεν έχει παρά ένα σκοπό: να διαθέτει προκαταβολικά το μέλλον αντικειμενοποιώντας το. Η αντικειμενοποίηση αυτή είναι εντελώς άλλου τύπου από εκείνη του χρόνου εργασίας: αντικειμενοποίηση του χρόνου, προκαταβολική διάθεσή του, σημαίνει υπαγωγή κάθε δυνατότητας επιλογής και απόφασης, την οποία κρύβει το μέλλον, στην αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας. […] Η αλλόκοτη αίσθηση ότι ζούμε σε μια κοινωνία χωρίς χρόνο, χωρίς δυνατότητα, χωρίς ορατή ρήξη βρίσκει την κυριότερη εξήγηση της στο χρέος» [15].
Σήμερα «κάθε επίτευγμα δεν είναι παρά ένα ωχρό αντίτυπο του πρωτοτύπου. Το «σήμερα» δεν είναι παρά ένα ατελέστατο προμήνυμα του αύριο, η υποδεέστερη, παραμορφωμένη αντανάκλαση του. Αυτό που συμβαίνει ακυρώνεται προκαταβολικά από αυτό που θα συμβεί [16].Πέρα από την επιτάχυνση χαρακτηριστικό  της κρίσης  της σημερινής   εποχής   είναι και «η χρονική  εξάρθρωση.  [….] Ο χρόνος αποσυντίθεται  σε μιαν  απλή αλληλουχία στιγμιαίων, εξατομικευμένων παρόντων […] γίνεται αθροιστικός  και κενώνεται από κάθε αφηγηματικότητα» [17].
Χρόνος και κοινωνική αμνησία
Την εποχή μας την χαρακτηρίζει η παροντική αίσθηση του χρόνου και η κοινωνική αμνησία. Σήμερα η  επανάληψη συνυπάρχει μαζί με την αίσθηση ενός χρόνου που δε θυμάται το παρελθόν ούτε προσβλέπει στο μέλλον, ενός χρόνου που ανακυκλώνεται σε ένα αιώνιο παρόν. Την «παροντοποίηση»  αυτή του χρόνου μπορούμε να δούμε και ως συνέχιση και γενίκευση μιας τάσης που διέκρινε – ήδη από τη δεκαετία του 1970 – ο Κρίστοφερ Λας στην αμερικανική κοινωνία. «Το κυρίαρχο πάθος είναι να ζεις τη στιγμή, να ζεις για τον εαυτό σου όχι για τους προγόνους ή τους απογόνους σου» [18].
Στην εποχή μας «έχουμε πια να κάνουμε με ένα παρελθόν λησμονημένο η υπερβολικά μνημονευόμενο, μ’ ένα μέλλον που είτε έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τον ορίζοντα ή είναι πρώτα και κύρια απειλητικό, μ’ ένα παρόν που είτε αναλώνεται αδιάκοπα στην αμεσότητα της στιγμής ή είναι σχεδόν στατικό κι ατέρμονο,  σχεδόν αιώνιο» [19]. Η αίσθηση του ότι βουλιάζουμε σε ένα παρόν που διαρκώς ανακυκλώνεται, φτάνει πια, στις μέρες μας στην ολοκλήρωσή του. Από την μια, ως ο χρόνος της κυκλοφορίας του Κεφαλαίου: καθαρός, στεγανοποιημένος, μονοδιάστατος. Σαν παιδικό παιχνίδι το παρόν  γίνεται ο χρόνος μιας ανακυκλούμενης αμνησίας ως «επιπεδοχώρα», ως «χρόνος–καρτούν».
Από τη άλλη ως ο χρόνος της εργασίας, που παραμένει αποκομμένος στο παρόν, χωρίς προοπτικές καλυτέρευσης, να τον χαρακτηρίζει ένα διαρκές άγχος για το μέλλον. Ζώνες ανεργίας, ζώνες εργασίας, η επισφάλεια γενικεύεται μαζί με την αίσθηση ενός χρόνου-ποντικοπαγίδα, χρόνου όλο και πιο λεπτού, σαν τσιγαρόχαρτο.
Λεπτή εποχή, που λεπταίνει περισσότερο .σαν τους πάγους της λίμνης έτοιμους να σπάσουν την άνοιξη. Γιατί μόνο στην εποχή μας παραμένει ως μόνη διάσταση του χρόνου – για όλους μας – η πιο λεπτή, η πιο εύθραυστη, η πιο ανύπαρκτη : Το παρόν.

Επιμύθιο
Στην παραδοσιακή κοινωνία το παρόν ενείχε την αίγλη της παράδοσης, της επανάληψης της σταθερότητας. Το παρόν ήταν απλή επανάληψη του παρελθόντος. Στην νεωτερική κοινωνία το παρόν θεωρούνταν απλώς αναγκαία μεταβατική περίοδος για την οικοδόμηση του ελπιδοφόρου μέλλοντος. Μόνο στην  μετανεωτερική εποχή μας το παρόν, που πάλι είναι το μόνο που υπάρχει, στερείται και της αύρας του παρελθόντος και της ελπίδας του μέλλοντος.  Και αυτό κάνει το παρόν σχεδόν αβάσταχτο. Σήμερα ζούμε ένα παρόν χωρίς την ελπίδα ενός μέλλοντος και χωρίς το προστατευτικό κουκούλι της παράδοσης. Ένα παρόν φευγαλέο αλλά και ανακυκλώσιμο, παρόν αιωνιότητα, μια αιωνιότητα της στιγμής, ένα παρόν εφιάλτη. Στους αιώνες που θα έρθουν  κάποιος μελλοντικός ιστορικός θα γράψει   για τον  πολιτισμό μας : Να άλλος ένας πολιτισμός που νόμιζε πως θα ήταν ο τελευταίος!
Πέτρος Θεοδωρίδης, Θεσσαλονίκη
Βιβλιογραφικές  αναφορές
  • Jacques le Goff, Ο πολιτισμός της μεσαιωνικής δύσης, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, Θεσσαλονίκη, εκδ. Βάνιας, 1993
  • Ε. Π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μτφ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες,  1994
  • Θόδωρος Κουτσουμπός, Έννοιες του χρόνου: από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία στη σύγχρονη φυσική , εκδόσεις Γαβριηλίδη,  Αθήνα 2010 .
  • Πέτρου Θεοδωρίδη, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας: έθνος ,νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, Αντιγόνη 2004.
  • Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γέννηση της νεωτερικής ταυτότητας, (1989) μτφ Ξενοφών Κομνηνός, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2007,
  • Richard Sennett, Η κουλτούρατου νέου καπιταλισμού, (2006) μτφ Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδ. Σαββάλας,  Αθήνα   2008,
  • Ζygmunt Bauman Η Μετανωτερικότητα και τα δεινά της, μτφ Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ.  Ψυχογιός, Αθήνα 1992
  • Κρίστοφερ Λας, Κορνήλιος Καστοριάδης, Ζαν Κλωντ Μισεά, Η κουλτούρα του εγωισμού, μετάφραση: Χριστίνα Σταματοπούλου, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014.
  • Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός,(πρώτη έκδοση 1984) Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006
  • Maurizio Lazzarato,  Η  κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου: δοκίμιο  για την νεοφιλελεύθερη κατάσταση, (2011) μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2014
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Jacques le Goff, Ο πολιτισμός της μεσαιωνικής δύσης, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, Θεσσαλονίκη, Βάνιας 1993, 248-249.
[2] Ε.Π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μτφ. Βασίλης Τομανάς,  εκδ. Νησίδες,  1994 σ. 16,17.
[3]  A. Giddens, The Consequences of Modernity, Polity Press, (1991) 1992,p 1.
[4] Ernest Gellner, Nations and Nationalism (1983) Basil Blackwell, Oxford,1988,: p 63,  κ.ε.
[5] Έντουιν Άμποτ , Η  Επιπεδοχώρα:  Μυθιστορία πολλών διαστάσεων , μτφ Τάσος Δαρβέρης, εκδ. Επιλογή, Θεσσαλονίκη χ.χ., σ.39.
[6]Ε. Π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μτφ. Βασίλης Τομανάς,  εκδ. Νησίδες,  1994, σ. 25.
[7] Αναφέρεται στο: Θόδωρος Κουτσουμπός, Έννοιες του χρόνου: από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία στη σύγχρονη φυσική , εκδόσεις Γαβριηλίδη,  Αθήνα 2010, σ 139.
[8] βλ σχετικά Πέτρου Θεοδωρίδη, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας: έθνος νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, Αντιγόνη 2004, εισαγωγή.
[9] Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γέννηση της νεωτερικής ταυτότητας, (1989) μτφ  Ξενοφών Κομνηνός, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2007,σελ  σ 470.
[10] Richard Sennett, Η κουλτούρα  του νέου καπιταλισμού, (2006) μετάφραση: Τρισεύγενη  Παπαϊωάννου, Σαββάλας  Αθήνα   2008, σελ.  31-44.
[11] Ζygmunt Bauman, Η Μετανωτερικότητα και τα δεινά της, μτφ Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 1992,  σ 53-56.
[12] Κρίστοφερ Λας, Κορνήλιος Καστοριάδης, Ζαν Κλωντ Μισεά, Η κουλτούρα του εγωισμού, μετάφραση: Χριστίνα Σταματοπούλου, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014, σ.27.
[13] Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός,(πρώτη έκδοση  1984) Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006   σ. 24.
[14] Richard Sennett ,ο.π.,σελ.  35-48.
[15] Maurizio  Lazzarato, Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου: δοκίμιο για την νεοφιλελεύθερη κατάσταση, μετάφραση:  Γιώργος Καράμπελας,  Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2014 , σ. 69.
[16] Z. Bauman,ο.π., σ 140-141.
[17] Μπιούγκ – Τσούλ  Χαν , Η κοινωνία της Κόπωσης , μτφ  Ανδρέας  Κράουζε , Opera cogito  2015,  σ.  68.
[18] Κριστοφερ Λας ,Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, μτφ Βασίλης Τομανάς, Νησίδες χ.χ. (1978), σ 15.
[19] Francois Hartog Καθεστώτα Ιστορικότητας:  Παροντισμός και εμπειρίες του χρόνου (2003) μτφ. Δημήτρης Κουσουρής,  εκδ. Αλεξάνδρεια, 2014, σ. 33.

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Left Liberal Synthesis : Zombies και υγιής ατομισμός: Περί αλληλεγγύης

Left Liberal Synthesis

Zombies και υγιής ατομισμός: Περί αλληλεγγύης






Φίλος που δραστηριοποιείται στο χώρο των ΜΚΟ παροχής Ιατρικών Υπηρεσιών μου είπε για την κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας : Αυξάνεται ο αριθμός των ανθρώπων που προσφεύγουν, με ενδυματολογικό προφίλ "νοικοκύρη" αλλά αντίστοιχα αυξάνονται οι εθελοντές .Η προσφορά εθελοντικών υπηρεσιών είναι αυξανόμενη. Ειναι σαφές ότι ορισμένα ανακλαστικά της κοινωνίας έχουν ενεργοποιηθεί .


Η αλληλεγγύη εκφράζεται σε όλο της το φάσμα : Μεγαλοπρεπής τηλεοπτική ελεημοσύνη ,ενοριακή βοήθεια ΜΚΟ και αριστερές πολιτικές επιτροπές μπορούν να διαταχθούν στον αιώνα δεξιά - αριστερά με σχετική ασφάλεια , καθώς εκφράζουν μια διαχείριση της αλληλοβοήθειας απο διαφορετικές οπτικές .Η εικόνα αυτή ακυρώνει και ορισμένες πλευρές μιας πολιτειολογίας που αντιλαμβάνεται την πόλωση δεξιά αριστερά ως πόλωση ατομικού - συλλογικού δεξιά - αριστερά άφορα τελικά διαφορετικά μίγματα και όψεις του δίπολου ατομικό - συλλογικό .Η δεξια έχει μια ισχυρή έγκυρη διαχείριση του συλλογικού την οποία οι πιο οικονομιστικές φετιχιστικές πλευρές της αριστεράς δεν βλέπουν. Ελεημοσύνη ,ενοριακή βοήθεια, "τεχνολογικές" ΜΚΟ δεν είναι παρά εκφράσεις μιας συντηρητικής διαχείρισης του κοινωνικού.

Στην άλλη πλευρά ,οι πολιτικές επιτροπές υποστήριξης, οι αριστερές πρωτοβουλίες ,οι συναυλίες συμπαράστασης διαμορφώνουν τον άλλο πόλο. Η τυπική αριστερή οπτική εγκαλεί το κράτος και την πολιτική τάξη για το ότι τα φαινόμενα φτώχειας δεν είναι φυσικές καταστροφές και άρα η ανθρωπιστική βοήθεια δεν είναι πάρα μια αυταπάτη που αποκρύπτει τα βαθύτερα αιτία της κρίσης λέγαμε χοντρικά πως η δεξιά πριμοδοτεί μια μη κρατική ανάπτυξη της αλληλεγγύης ενώ η αριστερά προσδοκά την αντιμετώπιση των φαινομένων φτώχειας μέσω ενός κρατικού δικτύου ασφαλείας .

Η εικόνα όμως στο κέντρο είναι γνωστή.

Η περιγραφή της περισσεύει η ας γίνει μόνο από ικανούς λογοτέχνες που μπορούν να την αποτοξινώσουν από το τηλεοπτικό μελό .Ως εργαλείο ανάλυσης μου προσφέρονται οι ταινίες του G.Romero και το μάλλον άδικα υποτιμημένο ημεδαπό " Κακό ".Κινούμενες ομάδες zombies καταλαμβάνουν την πόλη .Το κρίσιμο σημείο στην φιλμογραφία αυτή είναι η πλεονασματικότητα, η θετικότητα η επιθυμία των zombies.Ακρωτηριασμένα, παραμορφωμένα , ιδιότυπα και ιδιότροπα ξεχειλίζουν από ζωτικότητα και διεκδικούν το ζωτικό χώρο που τους ανήκει.

Τα zombies συγκροτούν ένα αυθεντικό μεταβιομηχανικό αστικό επαναστατικό υποκείμενο που γίνεται κατανοητό πιο εύκολα , ενταγμένο στα συμφραζόμενα της πολιτικής θεολογίας του G.Agamben .Δεν είναι Homo Sacer, δεν έχουν αποστερηθεί όλων των δικαιωμάτων ,δεν έχουν γίνει απόθεμα προς εξόντωση ,είναι Homo Profanis ,δηλαδή πέραν του Sacer .Εκδηλώνουν την επανάσταση τους αμφισβητώντας την ίδια την ρηγμάτωση , το νομικό φράγμα που τους εξορίζει και βεβηλώνουν την κανονικότητα βεβήλωση δεν είναι εκκοσμίκευση, η " γείωση" του ιερού , αλλά άρση του ιερού με την απόδοση στα κοινά αυτού που "απογειώθηκε¨ .

Τα zombies της πόλης , οι junkies,οι άστεγοι, οι " χωρίς χαρτιά " καταλαμβάνουν την πόλη μόλις βραδιάζει και διεκδικούν διαμορφώνουν το βιοπολιτικό χώρο τους. Το επαναστατικό αυτό υποκείμενο δεν έχει σχέση με τον Δεκέμβρη του 08 .Ο Δεκέμβρης ήταν ένα μετατηλεοπτικό συμβάν, μια απόπειρα παραγωγής ενός θεάματος ,όπου η νεολαία " παίζει" τους κουκουλοφόρους για να διασπάσει την ροή της τηλεοπτικής πραγματικότητας αποζητώντας την οικογενειακή προσοχή . Καθόλου τυχαίο ότι η αιχμή της δράσης ηταν η κατάληψη τηλεοπτικών σταθμών, ακριβώς για να εντάξουν το θέαμα τους στην ροή .

Αντίθετα τα zombies αντιστέκονται στη διήγηση, στη τηλεοπτικοποίηση, στη διαχείριση της ανημποριάς τους, μέσω της αυθεντικής πλεονασματικότητας τους . Αυτό το πλεόνασμα εκφράζεται με την αριθμητική αύξηση, την ποικιλία δυσμορφιών, την ριζωματική επέκταση .Είναι τέτοια η ένταση το βιοπολιτικό δυναμικό έτσι ώστε και η παραμικρή αναπαράσταση αποτυγχάνει. Τα zombies είναι πολλά , περίεργα, αναπάντεχα και παντού .

Από βιοπολιτικη άποψη η διαχειριστική αλληλεγγύη ,ανεξάρτητα από πρόσημο δεν σωζει απλά τους ανθρώπους αλλά επιχειρεί να εντάξει σε μια αφήγηση ένα μη διηγήσιμο πλεόνασμα να οριοθετήσει μια ανεξέλεγκτη βιοπολιτική παραγωγή. Η αλληλεγγύη ,είτε ως δεξιά ελεημοσύνη ή ΜΚΟ , είτε ως αριστερός πολιτικός ακτιβισμός , πριν από όλα είναι μια τεχνολογική παρέμβαση αναστροφης ενός βιοπολιτικού γίγνεσθαι. Ως τεχνολογία προσπαθεί να ταξινομεί να καταγράφει να επιμερίζει και να ταχτοποιεί το μη δεχόμενο τακτοποίησης .Τα zombies δεν είναι επαναστατημένα, ούτε το άθροισμα τους είναι επαναστατικό αλλά το σύνολο τους με τα πολλαπλά υποσύνολα του είναι πέραν της διαχείρισης δηλαδή τελικά επαναστατικό (*)

Απέναντι στις μορφές διαχειριστικής ομαδικής αλληλεγγύης προκρίνω την δέσμευση αλληλεγγύης ένας με ένα. Ο καθένας που είναι ή νοιώθει insider ας αναλάβει ένα και μόνο ένα zombie αλλά στο μέγιστο βαθμό της δικής του υποκειμενικής ικανότητας .Αν η διατύπωση insider προς zombie ενοχλεί προσφέρω την ήπια Πρόσωπο προς Πρόσωπο .Από άποψη πολιτικής θεολογίας είναι η ίδια σχέση .Αντί λοιπόν , η ηθική στάση να παροχετευτεί ως κλάσμα μιας ροής που διοχετεύεται σε μια λίμνη ας γίνει ένα συμπαγές ένα που θα καθρεπτιστεί σε ένα άλλο "ένα" σε μια αντιστοιχία καθαρη και απλή. Τότε όλα θα αλλάξουν. Η βιοπολιτική συνθήκη δεν θα αποδομηθεί εκ των ένδον ,το σύνολο δεν θα χάνει στοιχεία και υποσύνολα αλλά η ηθική αντίσταση θα γινει πιο αποτελεσματική, χωρίς ακουσιες παρενέργειες μιας προσπάθειας ταξινόμησης του αταξινόμητου. Η ηθική στάση "ένας με ένα" είναι ένας υγιής φιλελεύθερος ατομισμός χωρίς βιοπολιτικές αυταπάτες .

Περί ιδιωτείας στις μέρες μας

 Περί Ιδιωτείας στις μέρες μας  - Φαινομενικά η ιδιωτεία έγκειται στο να αναδιπλώνεσαι στον εαυτό σου, ενώ η ενασχόληση με τα κοινά θεωρείτα...