Αναγνώστες

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

περί Λιστεως :ουαι υμιν γραμματεις και φαρισαιοι υποκριται


ουαι υμιν γραμματεις και φαρισαιοι υποκριται οτι καθαριζετε το εξωθεν του ποτηριου και της παροψιδος εσωθεν δε γεμουσιν εξ αρπαγης και ακρασιας

ΖΑΚ ΕΛΛΥΛ

ΖΑΚ ΕΛΛΥΛ

Ο Ζακ Ελλύλ (1912-1994) γεννήθηκε στο Μπορντώ. Σπούδασε νομικά (διδάκτωρ το 1936) και δίδαξε στο Μονπελιέ, στο Στρασβούργο, στο Κλερμόν-Φεράν. Από το 1940 έως το 1944 συμμετείχε στην αντίσταση εναντίον των γερμανών κατακτητών. Μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας, άρχισε να διδάσκει στο Μπορντώ, στο Ίδρυμα Πολιτικών Μελετών (από το 1947). Από τα πολλά έργα του, που επηρέασαν πολύ την κοινωνική σκέψη στη Γαλλία και στις Η.Π.Α., αναφέρουμε τα ακόλουθα: "Η τεχνολογική/τεχνική κοινωνία", "Μεταμόρφωση του αστού", "Προπαγάνδες", "Η προδοσία της Δύσης", "Αναρχία και χριστιανισμός", "Η πολιτική αυταπάτη". Επί τριάντα χρόνια ο Ζακ Ελλύλ παρέδιδε στους φοιτητές του έναν κύκλο μαθημάτων για τους διαδόχους του Μαρξ. Αυτά τα μαθήματα αποτελούν τον τόμο "Οι διάδοχοι του Μαρξ".


Ζακ Ελλύλ,
Αναρχία και χριστιανισμός
Με επίλογο για την ελληνική έκδοση, γραμμένον από τον Patrick Troude-Chastenet
(καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Montesquieu Bordeaux IV [CMRP-GRECCAP], προέδρου της Association Internationale Jacques Ellul, διευθυντή των Cahiers Jacques-Ellul, μέλους του board of directors του The International Jacques Ellul Society)
Οι αναρχικοί είναι εχθρικοί προς όλες τις θρησκείες (άρα και προς τον χριστιανισμό), αλλά και οι ευσεβείς χριστιανοί φρικιούν με την αναρχία, πηγή αταξίας και άρνησης των καθιερωμένων εξουσιών. Αυτές ακριβώς τις απλές και ακλόνητες βεβαιότητες προτίθεμαι ν' αμφισβητήσω εδώ. Είμαι πολύ κοντά σε μια μορφή αναρχισμού και πιστεύω ότι ο αγώνας του αναρχισμού είναι ο αγώνας ο καλός. Αλλά σ' ένα σημείο θα διαχωρίσω τη θέση μου από έναν γνήσιο αναρχικό: ο γνήσιος αναρχικός φρονεί ότι μια αναρχική κοινωνία, χωρίς κράτος, χωρίς εξουσίες, χωρίς οργάνωση, χωρίς ιεραρχία, είναι εφικτή, βιώσιμη, πραγματοποιήσιμη, ενώ εγώ δεν το νομίζω. Μ' άλλα λόγια, εκτιμώ ότι η μάχη του αναρχισμού, ο αγώνας προς την κατεύθυνση μιας αναρχικής κοινωνίας είναι ουσιώδης, αλλά η πραγματοποίηση αυτής της κοινωνίας είναι αδύνατη. Νομίζω ότι η ελπίδα για μια κοινωνία χωρίς εξουσία και χωρίς θεσμούς εδράζεται στην πίστη πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως καλός και τον διαφθείρει η κοινωνία. Στην ακραία περίπτωση λέμε: «Οι κλέφτες υπάρχουν επειδή υπάρχει η αστυνομία, αν καταργήσουμε την αστυνομία, η κλοπή θα εξαφανιστεί». Οπωσδήποτε, η κοινωνία παίζει μεγάλο ρόλο στη διαστρέβλωση του ατόμου: είναι πάρα πολύ αυστηρή και καταπιεστική, άρα ο άνθρωπος πρέπει με τον άλφα ή βήτα τρόπο ν' «αποσυμπιέζεται», συχνά με βίαιες ενέργειες και φόνους. Σήμερα, η διαστρέβλωση του ανθρώπου στη Δύση γίνεται αλλιώς: βασικό ρόλο παίζουν η διαφήμιση που ωθεί τον άνθρωπο στην κατανάλωση (άρα στην κλοπή, αν δεν έχει χρήματα για να ριχτεί στην κατανάλωση), η αχαλίνωτη πορνογραφία, το θέαμα της βίας στα Μ.Μ.Ε. (Ο ρόλος των Μ.Μ.Ε. στην αύξηση της παραβατικότητας και του μίσους για τον συνάνθρωπό μας είναι σημαντικός.) Εν τούτοις, δεν έρχονται όλα απ' την «κοινωνία».

''Χρυσή Αυγή: Ο νεοναζισμός στο κοινοβούλιο" της Έφη Τελλή ,



Χρυσή Αυγή: Ο νεοναζισμός στο κοινοβούλιο 



1)Χρυσή Αυγή: Αύξηση της επιρροής της στην ελληνική κοινωνία. Αιτίες:
Η εκτίναξη της ΧΑ από το 0,11% που έλαβε ως ποσοστό το 1994 όταν κατέβηκε για 1η φορά στις ευρωεκλογές λαμβάνοντας 7.242 ψήφους στο 6,92% με 425.990 ψήφους που της επέτρεψε να εκλέξει 18 βουλευτές -και ήδη η αύξηση της επιρροής της που αγγίζει διψήφιο νούμερο σύμφωνα με της δημοσκοπήσεις-, μπορεί να ερμηνευθεί μόνο αν εξετάσουμε της πολιτικές που εφαρμόσθηκαν την τελευταία τουλάχιστον εικοσαετία και οδήγησαν στην εμπέδωση από ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας της ναζιστικής πλατφόρμας της. Ο ξενοφοβικός και ρατσιστικός λόγος και οι αντίστοιχες πρακτικές  των κομμάτων εξουσίας, περί της  «επικινδυνότητας των ξένων» (και όχι μόνο), διαμόρφωσαν ένα ιδεολογικό υπόστρωμα με αποτέλεσμα να βρουν  πρόσφορο έδαφος  οι  νεοναζιστικές ιδέες της Χ.Α .Τα δύο ιστορικά μεγάλα κόμματα ενσωμάτωσαν μέρος του ξενοφοβικού οπλοστασίου στον λόγο και στα έργα τους όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Μέσα από τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ νομιμοποιήθηκε και εμπεδώθηκε στην ελληνική κοινωνία ο εθνικισμός, ο ρατσιστικός  λόγος και ο λαϊκισμός. Ο ελληνοκεντρισμός αποτέλεσε θεμελιώδες ιδεολόγημα αυτοπροσδιορισμού  της νεοελληνικής κοινωνίας ( υπεράσπιση της χώρας και του λαού από τους ξένους κλπ). Ο ελληνοκεντρισμός –εθνικισμός δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά ούτε στην μεταπολίτευση, ούτε με την ένταξη στο υπερεθνικό πλαίσιο της ευρωπαϊκής ένωσης που μας έκανε κοινωνούς του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Ο ελληνοκεντρισμός- εθνικισμός που διέπει την ελληνική κοινωνία, εκδηλώνεται είτε ως προγονολατρεία  (εμείς δώσαμε τα φώτα σε όλο τον κόσμο) είτε ως αναγνώριση της «ηρωικότητας» του ελληνικού έθνους (αποτινάξαμε τον τούρκικο ζυγό έπειτα από 400 χρόνια σκλαβιάς), είτε ως αναγνώριση της ανωτερότητας του ελληνικού έθνους και πολιτισμού ειδικά σε σχέση με τους γείτονες μας και συνακόλουθα υπάρχει έλλειψη ουσιαστικού αντιπολιτευτικού λόγου στο κυρίαρχο ιδεολόγημα που συμπυκνώνεται στα λαϊκίστικα ρατσιστικά συνθήματα «για την Ελλάδα..».ή «δεν θα γίνεις έλληνας ποτέ…». Η σύμφυση κράτους και εκκλησίας και η ανορθόδοξη ταύτιση «ελληνισμού» και «ορθοδοξίας», συνέβαλε τα μέγιστα στην εμπέδωση του εθνικισμού-ελληνοκεντρισμού. Η εθνική ομογενοποίηση που χτίστηκε πάνω στην ταφόπλακα των λοιπών εθνοτήτων που ζούσαν στην ελληνική επικράτεια και ολοκληρώθηκε στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, δείχνει να «απειλείται» από την αθρόα εισδοχή μεταναστών από τη δεκαετία του 1990 και εντεύθεν, γεγονός που  προκαλεί δυσανεξία  στον «εθνικά» υπερήφανο ελληνικό λαό
Οι ευθύνες των κομμάτων που κατείχαν την εξουσία την προηγούμενη 20ετία είναι μεγάλες: Διεξαγωγή παρελάσεων. Υποχρεωτικότητα στράτευσης και «εθνική» διαπαιδαγώγηση των στρατευμένων. Υπόθαλψη ή ανοχή σε επεισόδια που ξεσπούσαν σε κάθε εθνική επέτειο για την εθνικότητα του μαθητή ή της μαθήτριας που θα κρατούσε τη σημαία. Ατιμωρησία των  δραστών εγκλημάτων σε βάρος μεταναστών. Διόγκωση από τα ΜΜΕ των στοιχείων για την εγκληματικότητα των αλλοδαπών. Υστερική ενασχόληση με το Μακεδονικό, εμπάργκο στη Furom . Μακεδονικά συλλαλητήρια. Καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων που ζουν στην Ελλάδα. Διεξαγωγή συλλαλητηρίων για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Ολυμπιακοί αγώνες και μεγαλοϊδεατισμός. Ηθική παρακμή του συστήματος εξουσίας και δημιουργία  ηθικού κενού που προσπαθεί να καλύψει ο νεοναζισμός με τον εθνικισμό, την ξενοφοβία και τον ρατσισμό. Τα εγκλήματα εναντίον μεταναστών στην Ελλάδα είναι χαμηλά στη λίστα προτεραιοτήτων της αστυνομίας για την πάταξη τους ή τον κολασμό των ενόχων, αλλά και μεγάλο μέρος από τους υποστηρικτές της χρυσής αυγής προέρχονται από τις τάξεις της αστυνομίας. Ο όρος «λαθρομετανάστης» βρίσκεται στο καθημερινό λεξιλόγιο σοβαρών πολιτικών και έγκριτων δημοσιογράφων και οι μετανάστες είναι «λαθρομετανάστες» ακόμη και όταν πνίγονται. Στην κεντρική πολιτική σκηνή μπαίνει το προηγούμενο διάστημα το Λάος, -παρόλο που δεν ήταν απαραίτητο για την συγκρότηση κυβέρνησης –, νομιμοποιείται συνεπώς η παρουσία της άκρας δεξιάς στην κεντρική πολιτική σκηνή και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για αύξηση της επιρροής των ναζιστικών εθνικιστικών ιδεών που εκφράζει ως αυθεντικός εκφραστής η Χ.Α.
Στο πρόσφατο παρελθόν, η Νέα Δημοκρατία επιτίθεται στους μετανάστες και τις οροθετικές, και προωθεί επί της ουσίας την  πολιτική ατζέντα της Χρυσή Αυγής. Ο Δένδιας υιοθετεί τη ρητορική του νεοφασισμού. Ήταν για παράδειγμα εκείνος που, ηγούμενος της επιχείρησης των προσαγωγών μεταναστών με την κυνική ονομασία «Ξένιος Ζευς», κατηγορούσε τον ΣΥΡΙΖΑ ότι «υπερασπίζεται τα κυκλώματα του οργανωμένου εγκλήματος που εκμεταλλεύονται δυστυχισμένους αλλοδαπούς ως επαίτες στους φωτεινούς σηματοδότες» (10.8.2012) Ο υπουργός Δημοσίας Τάξης, έχει δεσμευτεί να πατάξει τη μετανάστευση, την οποία χαρακτήρισε ως «εισβολή» και «βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας». Θεωρεί την παρουσία των αλλοδαπών στην Ελλάδα ως απειλή πιο σημαντική και από την οικονομική κρίση, θέση που προσπαθεί να συσκοτίσει το καταστρεπτικό έργο της κυβέρνησης και τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης. Ο ακροδεξιός Δένδιας θεωρώντας τον ΣΥΡΙΖΑ υπονομευτή της δημοκρατίας, μήπως οπλίζει το χέρι των φασιστών που επιτίθενται στον Στρατούλη; Η σύλληψη της ιδέας της εκδίωξης από της παιδικούς  σταθμούς και τα νηπιαγωγεία των νηπίων-παιδιών των μεταναστών χωρίς χαρτιά, δεν ανήκει στη χρυσή αυγή. Ο Σαμαράς το πρωτοεισηγήθηκε στην εκπομπή του Χατζηνικολάου της 6 Ιουνίου 2012, με τις φράσεις: « Έχουνε γεμίσει όλοι (οι βρεφονηπιακοί σταθμοί) με μετανάστες, και Έλληνας δεν μπορεί να μπει στον παιδικό σταθμό. Αυτό τέρμα».  Ο Υπουργός Εσωτερικών ήδη, απαντά σε κοινοβουλευτική ερώτηση της Χ.Α για τον αριθμό των αλλοδαπών παιδιών σε βρεφονηπιακούς σταθμούς της χώρας , ενώ είναι σαφές ότι η ιθαγένεια δεν αποτελεί κριτήριο εγγραφής σε αυτούς, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τα νήπια και της οικογένειες τους.
 Το ζήτημα της μη νοσηλείας των μεταναστών χωρίς χαρτιά στα νοσοκομεία, δεν ήταν επίσης έμπνευση της Χ.Α. Τέθηκε αρχικά μία δεκαετία πριν, με την εγκύκλιο Παπαδόπουλου (επί ΠΑΣΟΚ) Το ΠΑΣΟΚ, που ήταν ο αυτουργός της νομοθετικής μεταρρύθμισης του δικαίου ιθαγένειας με την οποία δόθηκε το δικαίωμα απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας σε μετανάστες, δεν υπερασπίζεται τη μεταρρύθμιση. Ο νόμος που εν τέλει ψηφίσθηκε, είναι πολύ κατώτερος του αρχικού σχεδίου αυτού. Στην επίθεση που δέχεται το ΠΑΣΟΚ από τα δεξιά του, η γραμμή υπεράσπισης που ψελλίζει είναι αμυντική αλλά και υπονομευτική του ίδιου του πνεύματος του νόμου και το μόνο επιχείρημα που αρθρώνει είναι ότι ο νόμος δεν λειτουργεί: «εμείς κάναμε επί των ημερών μας, λιγότερες πολιτογραφήσεις από τη Νέα Δημοκρατία». Το Συμβούλιο της Επικρατείας κρίνει διατάξεις του νόμου 3838/10  αντισυνταγματικές.  Αλλά και η ΔΗΜΑΡ  εξισώνει Νομική και Παντελεήμονα και μοιράζει εξίσου «της ευθύνες για το μεταναστευτικό πρόβλημα σε αριστερά και δεξιά». Συνεχίζει να στηρίζει την κυβέρνηση που καλύπτει βασανιστήρια. Οι συνθήκες είναι ιδανικές για την εκκόλαψη του αβγού του φιδιού: Διαδικασία αναδιανομής του πλούτου σε βάρος της υπό κατάρρευσης μικροαστικής τάξης, η οποία, στρέφεται στον ακροδεξιό εξτρεμισμό, τυφλός αντιευρωπαϊσμός με κατηγορίες για εθνική μειοδοσία και εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας. Διαρκής επίκληση ξένης επιβουλής. Η Χρυσή Αυγή προβάλλεται ως αντισυστημική δύναμη, ενάντια στην διαφθορά και εξαργυρώνει την κρίση, την ανεργία, τη φτωχοποίηση.
            2)Φυσιογνωμία της χρυσής αυγής
Η Χ.Α είναι νεοναζιστική εγκληματική οργάνωση. Ιδεολογικά εκφράζει τον ναζισμό τον εθνικισμό και τον ρατσισμό και η πολιτική πρακτική της είναι η βία. Στόχος της είναι να καταξιωθεί ως «αντισυστημική δύναμη», «ενάντια στο κατεστημένο», τους « διεφθαρμένους πολιτικούς », τους «ψευτοκουλτουριάρηδες», το «ντόπιο και ξένο κατεστημένο», και ζητάει να «ξεβρωμίσει ο τόπος», τον οποίο «βρωμίζουν» αφενός οι αλλοεθνείς , αλλόθρησκοι, αλλόγλωσσοι και αφετέρου οι «προδότες πολιτικοί» κλπ .Βέβαια η ΧΑ δεν έχει καν οικονομικό πρόγραμμα, για να κριθεί έστω και σε εξαγγελτικό επίπεδο ο αντισυστημισμός και η «αντιμνημονιακότητα» της. Το κοινοβουλευτικό της έργο είναι αρκούντως ασυνεπές με το αντιμνημονιακό της προφίλ: Αρνήθηκε να επιβληθούν φόροι στα με ελληνική σημαία πλοία για να έχουν «κίνητρα» οι εφοπλιστές, ψήφισε υπέρ της διαγραφής των χρεών  των ΠΑΕ, (μήπως γιατί ο φασισμός περνάει από τα γήπεδα;), συντάχθηκε με την εργοδοσία ενάντια της απεργούς της Χαλυβουργικής. Η Χ.Α ενοχλείται από την εθνικότητα των μικροπωλητών αλλά όχι από την εθνικότητα του Σάλα, ο οποίος ως βασικός μέτοχος της τράπεζας Πειραιώς εξαγοράζει με σκανδαλώδεις όρους την Αγροτική τράπεζα.
 Οι φασίστες είναι τα τάγματα εφόδου του καπιταλισμού, η ακραία μορφή υπεράσπισης του όταν αισθάνεται απειλούμενος. Έχει λόγους να φοβάται το κατεστημένο σήμερα; Προφανώς ναι. Η διάλυση του κοινωνικού ιστού είναι άγνωστο ακόμη τι αντιδράσεις θα γεννήσει και η κατακόρυφη αύξηση της εκλογικής επιρροής της αριστεράς είναι δυναμίτης στα θεμέλια του συστήματος. Δεν είναι λοιπόν η Χρυσή Αυγή αντισυστημική δύναμη, αλλά η τελευταία γραμμή άμυνας του συστήματος. Το έμβλημα της είναι εμπνευσμένο από τη σβάστικα, χαιρετισμός χιτλερικός, άρνηση του Ολοκαυτώματος, σχέσεις με φασιστικά κόμματα ανά την Ευρώπη, απειλές κατά δημοσιογράφων, επιθέσεις εναντίον μεταναστών και αριστερών, αντισημιτισμός, ρατσισμός, οργάνωση ταγμάτων εφόδου, θεοποίηση της  βίας, αναγωγή του τσαμπουκά σε πολιτική δράση.
Η περιθωριακή βία της Χ.Α στο παρελθόν, βρίσκει τώρα ένα νόμιμο, κοινοβουλευτικό ένδυμα. Ενώνονται πλέον γύρω από τον φασισμό οι «παραδοσιακοί» φασίστες, όσοι έλκονται από  την βία –κυρίως νεολαίοι- που μπορεί να μην έχουν καμιά ιδεολογία και κάποιοι κατεστραμμένοι της κρίσης που συνήθως επικροτούν της δράσεις της. Οι υποστηρικτές της οργάνωσης εγκρίνουν τη βίαιη δράση της, τουλάχιστον εναντίον ορισμένων στόχων (απαξιωμένο πολιτικό σύστημα, μετανάστες), γεγονός το οποίο  αποδείχτηκε, από τη διατήρηση της εκλογικής της δύναμης στις δεύτερες εκλογές, παρά τη βίαιη δημόσια επίθεση του Κασσιδιάρη σε βάρος των Δούρου -Κανέλλη, αλλά και από την αποδοχή από την κοινή γνώμη των οργανωμένων επιθέσεων σε μικροπωλητές. Η αποδοχή της βίας στο δημόσιο χώρο εδραιώνεται και αναβαθμίζεται αγγίζοντας τα όρια ανοχής της αστικής κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας». Η επίθεση στον Στρατούλη και η έκφραση της «απορίας» γιατί η επίθεση αυτή δεν ήταν πιο αποτελεσματική από  μέλη της ΧΑ, δείχνει ότι ο στόχος διευρύνεται κατά πολύ. Δεν είναι μόνο οι εξαθλιωμένοι μετανάστες τα εν δυνάμει θύματα, αλλά αφού μπορεί να γίνει εύκολος στόχος της ένας βουλευτής της αριστεράς, ο κάθε της αριστερός, προοδευτικός, «μη πατριώτης» «κουλτουριάρης», θα πρέπει να προσέχει.


Ναζιστική-ρατσιστική δράση της ΧΑ και μετά την είσοδο της στο Κοινοβούλιο
Ήδη 5 ηγετικά στελέχη της ΧΑ έχουν καταδικαστεί ή διώκονται για εγκληματικές πράξεις. Ο Αντώνης-«Περίανδρος» Ανδρουτσόπουλος (επίθεση στον αριστερό φοιτητή Δ. Κουσουρή), Χάρης Κουσουμβρής (καταδίκη για επίθεση σε μέλη του ΣΕΚ το 1996, δίωξη για επίθεση στον αριστερό φοιτητή Π. Χρυσό το 2002, ληστεία), Θόδωρος Μαγκώτσος (επίθεση στον Π. Χρυσό), Δημήτρης Παπαγεωργίου (επίθεση στον Π. Χρυσό), Θέμις Σκορδέλλη (επίθεση εναντίον μεταναστών με μαχαίρι στον Αγ. Παντελεήμονα) κοκ.
            Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Βασιλική Κατριβάνου, μαζί με τον δημοτικό σύμβουλο Αθήνας Πέτρο Κωνσταντίνου και τον πρόεδρο της Πακιστανικής Κοινότητας Ελλάδας Τζαβέντ Ασλάμ, μετά το Αντιρατσιστικό συλλαλητήριο εισήλθαν στη Βουλή για την επίδοση σχετικού ψηφίσματος στον Ε.Μειμαράκη και κατά την έξοδο της από της κοινοβούλιο και ενώ βρίσκονταν ακόμη στο προαύλιο της βουλής δέχτηκαν τη βίαιη επίθεση του βουλευτή της Χρυσής Αυγής Μεσσηνίας Δημήτρη Κουκούτση, ο οποίος αφού όρμηξε εναντίον των κ.Ασλάμ και Κωνσταντίνου, προπηλάκισε και τη βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ που παρενέβη. Ο Κασιδιάρης σε τηλεοπτικό πάνελ επιτέθηκε βίαια στη βουλευτή του ΚΚΕ Λ Κανέλλη και προπηλάκισε τη βουλευτή του Σύριζα Δούρου. Η βουλευτής της Χρυσής Αυγής Ελένη Ζαρούλια -σύζυγος του Μιχαλολιάκου- αποκάλεσε της μετανάστες ως «υπάνθρωπους» προκαλώντας παρέμβαση από τον ο κ. Αμπτάν που ζήτησε ευθέως τον αποκλεισμό της από την ελληνική αντιπροσωπεία στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, όργανο με πρωταρχικό σκοπό την προστασία και προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της Δημοκρατίας (Η Ζαρούλια ορίσθηκε από την Μπακογιάννη μέλος της Επιτροπής Ισότητας και Κατά των Διακρίσεων της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (PACE).Ο αρχηγός της Χ.Α, υπερασπίσθηκε τον ναζιστικό χαιρετισμό, λέγοντας ότι αυτά τα χέρια μπορεί να χαιρετούν κατ αυτόν τον τρόπο(κάνοντας και τον σχετικό χαιρετισμό), αλλά είναι καθαρά. Ναζιστικά είχε χαιρετίσει και στο παρελθόν εντός του δημοτικού συμβουλίου Αθήνας. Ο Κασιδιάρης αποκαλεί εντός της βουλής τους μετανάστες «σκουπίδια». Βουλευτές της ΧΑ πρωτοστατούσαν σε ρατσιστικά χτυπήματα σε βάρος μεταναστών στην Ραφήνα και το Μεσολόγγι. Μέλη της Χ.Α απειλούν και βρίζουν της συντελεστές της παράστασης Corpus Cristi και όσους επιθυμούν να το παρακολουθήσουν , αγνοώντας την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που είχε επιτρέψει την πραγματοποίηση της παράστασης. Mέλη της Χ.Α πραγματοποιούν   δολοφονική επίθεση σε βάρος του Στρατούλη.
Το κοινοβούλιο αποφάσισε να στηλιτεύσει τους βουλευτές της «Χρυσής Αυγής» για τη συμμετοχή των βουλευτών της στα ναζιστικού τύπου χτυπήματα στη Ραφήνα. Έτσι, η Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής καταδίκασε με κείμενο της «κάθε πράξη βουλευτών που πλήττει το κύρος του κοινοβουλευτικού θεσμού και των βουλευτών», καλώντας τους βουλευτές της «Χρυσής Αυγής» «όχι μόνο να μην συμμετέχουν σε κάθε μορφή παρανομίας και αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς, αλλά και να συγκρατούν τους οπαδούς της από τέτοιες ενέργειες».
Δυστυχώς όσοι πίστευαν ότι η είσοδος της Χ.Α στο κοινοβούλιο θα οδηγούσε στην ενσωμάτωση της δια του κοινοβουλευτισμού, και στην μετατόπιση της από τα σοκάκια που παραμόνευαν τους μετανάστες στα έδρανα της Βουλής όπου θα ασκούσαν political correct αντιπολίτευση, διαψεύστηκαν. Η εμφάνιση των μελών της Χ.Α –βουλευτών πλέον- στα τηλεοπτικά παράθυρα, δεν αποκάλυψε το πραγματικό πρόσωπο της οργάνωσης-αντίθετα, οδήγησε στην ωραιοποίηση της. Η προβολή των πράξεων βίας που τελούσαν τα μέλη και οι βουλευτές της, δεν οδήγησε στην καταδίκη της βίας της από της ψηφοφόρους της και από την κοινωνία, αλλά θεωρήθηκε από τα εξαθλιωμένα οικονομικά και πνευματικά κοινωνικά στρώματα, ως χτύπημα στο σάπιο κατεστημένο.
Τι κάνουμε;
 Το γενικό ερώτημα που τίθεται είναι: Πρέπει ή όχι να απαγορευθεί η δράση της Χρυσής Αυγής; Μπορεί σε μια σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία να απαγορευθεί  ένα κοινοβουλευτικό κόμμα, ή είναι μείζονος σημασίας  ο χαρακτήρας της Χρυσής Αυγής ως νεοναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης; Μπορεί να τεθεί εκτός νόμου ένα κόμμα στην ελληνική έννομη τάξη και  πολιτικά ποιες θα είναι οι επιπτώσεις από μια ενδεχόμενη απαγόρευση; Ανεξάρτητα από το ότι η Χ.Α είναι τυπικά νόμιμο πολιτικό κόμμα, κατά πόσο είναι νόμιμοι οι σκοποί της και τα μέσα που μετέρχεται; Το άρθρο 29 του Συντάγματος αναφέρει: «Οι έλληνες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα, μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Εξυπηρετεί η δράση της Χ.Α τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος; Υπάρχει και η διεθνής υποχρέωση της χώρας, να απαγορεύει τις οργανωμένες νεοναζιστικές ομάδες. Όσο οι ναζιστικές απόψεις περιορίζονται μόνο στο επίπεδο του φρονήματος, δεν τίθεται ζήτημα απαγόρευσης του σχηματισμού-κόμματος που τις εκφράζει. Τι γίνεται όταν από το επίπεδο του φρονήματος, περνάμε στο πεδίο της έμπρακτης βίας  από τα μέλη του κόμματος ή της οργάνωσης, η στην ηθική αυτουργία σε πράξεις βίας; Να θυμίσουμε ότι το Γερμανικό Σύνταγμα απαγορεύει τη δράση ναζιστικών-φασιστικών ομάδων, καθώς οι μνήμες του φασισμού είναι νωπές. Μία πολιτική οργάνωση  που όχι μόνο ευαγγελίζεται, αλλά και ασκεί οργανωμένα βία ως μέθοδο πολιτικής παρέμβασης, που η άσκηση βίας από αυτήν έχει υποκαταστήσει την πολιτική πρόταση και αποτελεί τρόπο προσέγγισης ψηφοφόρων και μελών, δεν είναι νοητό να λειτουργεί ως νόμιμο κόμμα σε μια σύγχρονη δημοκρατία. Από την άλλη μεριά δεν είναι δυνατόν με μια δικαστική απόφαση να επιλυθεί ένα ζήτημα που δεν έχει μόνο ποινικές αλλά και πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις. Προϋπόθεση είναι να ξεκινήσει από σήμερα μια πολιτική διεργασία, η οποία θα συνενώσει της ευρύτερες δυνατές πολιτικές και ιδίως κοινωνικές δυνάμεις σε ένα μόνο στόχο: την απαγόρευση της δράσης της ναζιστικής ομάδας, καθώς αν μη τι άλλο η λειτουργία της δεν εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το ζητούμενο συνεπώς δεν είναι να τεθεί η χρυσή αυγή εκτός νόμου, αλλά να τεθεί εκτός κοινωνίας.
Η απόδοση –ποινικών- ευθυνών σε όσους εγκληματούν αποτελεί μια εκ των «ουκ άνευ προϋπόθεση». Τα μέλη και οι αρχηγοί μιας εγκληματικής οργάνωσης, με στρατιωτικού τύπου ιεραρχία που με  συστηματικότατα και δημόσια εκτελούν εγκληματικές  πράξεις, δεν πρέπει να μείνουν ατιμώρητοι. Το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο αν εφαρμοσθεί είναι αρκετά αποτελεσματικό. Το νεοναζιστικό φαινόμενο δεν καταπολεμείται μόνο ( ή πάντα) με απαγόρευση λειτουργίας του φορέα που τις εκφράζει. Άλλωστε ακόμη και αν απαγορευτεί η λειτουργία του κόμματος που εκφράζει ρατσιστικές απόψεις, κάλλιστα τα μέλη του κόμματος μπορούν να ιδρύσουν άλλο φορέα-κόμμα με άλλη ονομασία. Ο Μιχαλολιάκος βγάζοντας την γλώσσα στο υπάρχον νομικοπολιτικό σύστημα, έχει αναφέρει πολλές φορές ότι αν τεθεί εκτός νόμου η Χ.Α, θα ιδρύσει αμέσως άλλο κόμμα. Υπάρχουν ισχυρές νομικές λύσεις, εκτός από την απαγόρευση λειτουργίας, και αυτές είναι η ταχύτατη άρση της ασυλίας, -όταν συμμετέχουν βουλευτές σε πράξεις βίας-, η άμεση κίνηση της ποινικής δίωξης είτε για απρόκλητη σωματική βλάβη, είτε για αντιποίηση αρχής, είτε για βαριά σωματική βλάβη, είτε για την τέλεση άλλων παράνομων πράξεων. Οι  εισαγγελικές αρχές θα μπορούσαν αν είχαν τη βούληση να παίξουν ένα σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των  πράξεων ρατσιστικής βίας οι οποίες τελούνται από μέλη και από βουλευτές της Χ.Α (για πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις βουλευτή, ακόμη και αν είναι αυτόφωρες, δεν επιτρέπεται η σύλληψη και ποινική δίωξη του χωρίς άδεια της Βουλής, πλην όμως επιτρέπεται η διενέργεια ανακριτικών πράξεων που είναι αναγκαίες για τη βεβαίωση του εγκλήματος, αλλά και η φυσική παρεμπόδιση του επιτιθέμενου βουλευτή με τα συνήθη χρησιμοποιούμενα αποτρεπτικά μέσα, που εφαρμόζονται στους παρανομούντες πολίτες από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας)
Στο κοινωνικό επίπεδο, που ο νεοναζισμός φαίνεται να έχει ανοδικές τάσεις, αφενός το παρακράτος πρέπει να ξηλωθεί άμεσα, αφετέρου  χρειάζεται ανακατάληψη του δημόσιου χώρου ώστε να  ελαχιστοποιηθεί η επιρροή που ασκεί ο λόγος και η πρακτική της βίας. Μήπως θα έπρεπε (στα πλαίσια της αναγκαιότητας δημιουργίας αντιφασιστικού τόξου) να αρνούνται  με δημόσια δήλωση τους, την συμμετοχή τους στα δημοσιογραφικά πάνελ όλοι οι καλεσμένοι ομιλητές τους οποίους χωρίζει αξιακό χάσμα από τον ρατσιστικό λόγο της Χ.Α, εάν συμμετέχει στο πάνελ και εκπρόσωπος της Χ.Α; 
Η αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας που ασκείται από ένα πολιτικό κόμμα  έχει δύο εκφάνσεις: Σε πολιτειακό επίπεδο η οργανωμένη πολιτεία μπορεί να απαγορεύσει  ή να  μη απαγορεύσει την  λειτουργία  του κόμματος, να ασκήσει ποινικές διώξεις κλπ. Σε κοινωνικό επίπεδο η συγκρότηση αντιφασιστικού μετώπου με όρους που δεν θα αποτελούν κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τους μετέχοντες που η πρακτική τους το προηγούμενο διάστημα ανέδειξε την ατζέντα της ΧΑ, είναι αναγκαία. Η αντιμετώπιση της ρατσιστικής νεοναζιστικής βίας από αντιφασιστικές ομάδες με αντισυγκεντρώσεις και απειλές βίαιης σύγκρουσης, παρόλο που είναι πρακτικές που εγγράφονται το «πεδίο» του αντιπάλου, αναχαιτίζουν τη δράση των ακροδεξιών ομάδων. Η δράση των ναζιστικών ομάδων σταματά ή περιορίζεται μόνο όταν αντιδράσει συλλογικά η κοινωνία, μόνο όταν θα πάψει η στήριξη ή η ανοχή της κοινωνίας αυτή. Η δικαστική απαγόρευση, αν δεν αντιστοιχεί στην κοινωνική συνείδηση και δράση, αν δεν επιβάλλεται από της κοινωνικούς συσχετισμούς, θα παραμείνει νεκρό γράμμα (είτε γιατί θα δημιουργηθεί άλλο ναζιστικό κόμμα, είτε γιατί δεν θα εφαρμοσθεί), ή θα οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα, δηλαδή την ηρωοποίηση των ναζιστών και την μεγαλύτερη απήχηση του ρατσιστικού τους λόγου. Ο τελικός στόχος θα πρέπει να είναι να τεθούν «εκτός κοινωνίας» οι δράσεις  των νεοναζιστικών ομάδων καθώς τα έννομα αγαθά τα οποία πλήττουν , δηλαδή τα αδιαπραγμάτευτα και προστατευταία έναντι όλων ατομικά δικαιώματα (στη ζωή, την ατομική ακεραιότητα, την αξιοπρέπεια κλπ) των θυμάτων τους είναι υπέρτερης αξίας από το «δικαίωμα» των θυτών νεοναζιστών να εκφράζουν με έμπρακτο τρόπο τις ρατσιστικές ιδέες τους. Καταλήγοντας, άμεσες προτάσεις, όπως   η πρόταση να χορηγείται άδεια διαμονής και εργασίας στα θύματα της ρατσιστικής βίας, όπως ισχύει για τα θύματα trafficking ή τρομοκρατίας («Η μαύρη βίβλος της χρυσής αυγής») αποδεικνύονται εξαιρετικές και ιδιαίτερα χρήσιμες ως άμεσα μέτρα για την περίοδο αυτή
Έφη Τελλή*
 μέλος του «Δικτύου για τα πολιτικά και κοινωνικά  δικαιώματα»,
μέλος Συριζα

* το αρθρο δημοσιεύεται με την αδεια της  

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Eθνικισμός και θρησκεία στη νεωτερικότητα , Θάνος Λίποβατς /αναδημοσίευση απο το ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τεύχος 5-6: Φθ. 2000-Αν. 2001

Eθνικισμός και θρησκεία στη νεωτερικότητα

Θάνος Λίποβατς
Εννοιολογικά πρέπει να γίνεται η διάκριση ανάμεσα στις έννοιες: `εθνική ταυτότητα', `έθνος' και `εθνικισμός'. Ο εθνικισμός, ως η ενέργεια που κινητοποιούν οι συλλογικές φαντασιώσεις δύναμης, κυριαρχίας και λύτρωσης, ξεπερνάει τα καθαρώς πολιτικά πλαίσια. Το δυναμικό ενθουσιασμού, φανατισμού, βιαιότητας και κινητοποίησης που ενέχει, υποδεικνύει τις κοινές ρίζες με την θρησκευτικότητα. Η τελευταία στην νεωτερικότητα, στηρίζει με οιονεί υπερβατικό τρόπο τη συνοχή της κοινωνίας, και μέσω των εκκοσμικευμένων, γνωστικών, πολιτικών μεσσιανισμών. Η αντίφαση δε ανάμεσα στην καθολικότητα και τον παρτικουλαρισμό υπάρχει εγγενώς τόσο στις μονοθεϊστικές θρησκείες όσο και στις νεωτερικές δημοκρατίες.
Η παρτικουλαριστική, ουσιοκρατική κυριαρχία της `κοινότητας' στον ορθόδοξο χριστιανισμό, από τη μια τον κάνει ανοιχτό στη σύμπραξη και συνενοχή με τον εθνικισμό, ενώ από την άλλη δημιουργεί εμπόδια στην ανάπτυξη της νεωτερικής ατομικότητας και του Νόμου. Η επαναφορά των εθνικιστικών και θρησκευτικών συγκρούσεων στη μετανεωτερικότητα, είναι αποτέλεσμα των εγγενών αντιφάσεων της παγκοσμιοποίησης και της διεθνοποίησης. Η αυξανόμενη ναρκισσιστική αυτοαναφορικότητα των υποκειμένων και ο άκρατος, νεοφιλελεύθερος ανταγωνισμός, ευνοούν σήμερα ασιατικές θρησκείες, που προσαρμόζονται εύκολα σ' αυτά τα δεδομένα. Αντίθετα, ο μονοθεϊσμός ενέχει ένα κριτικό δυναμικό ενάντια σ' αυτά.

Εθνική ταυτότητα, έθνος, εθνικισμός Eθνικισμός και θρησκεία στη νεωτερικότητα

Η εθνική ταυτότητα είναι η συλλογική ταυτότητα μιας ορισμένης ομάδας, που συγκροτεί μια συμβολική-φαντασιακή διαμεσολάβηση ανάμεσα στα άτομα ή την ομάδα τους και την `ανθρωπότητα' (Alter, 1985, Λίποβατς 1990, Λίποβατς 1996α, Hobsbawm 1990, Balibar, Wallerstein 1988). H εθνική ταυτότητα συγκροτεί μια `φαντασιακή κοινότητα' (Αnderson 1991), επειδή βασίζεται επάνω στην ύπαρξη μιας μεγαλύτερης συσσωματωμένης ομάδας, η οποία, για να υπάρξει ως μια Ενότητα, πρέπει κατά κάποιο τρόπο ν' απαρνηθεί τις ενδογενείς κοινωνικές και πολιτισμικές αντιφάσεις και διχασμούς της. Το έθνος (θα ήταν καλύτερα να λέγαμε το `γένος' όπως η λέξη nation) έχει πάντα έναν τυχαίο, συμβεβηκότα, ιστορικό χαρακτήρα. Η όποια εντελέχεια και ομοιογένειά τους είναι μυθικής και ιδεολογικής φύσης και βασίζονται επάνω σε συγκεκριμένες, συλλογικές φαντασιώσεις. Επειδή κάθε εθνική ομάδα υπάρχει μόνον δίπλα σε άλλες τέτοιες ομάδες, έχει πάντα έναν παρτικουλαριστικό χαρακτήρα. Η ταυτότητα μιας ομάδας δεν είναι ποτέ αναλλοίωτη, ομοιογενής^ είναι πάντα διχασμένη και ετερογενής. Αυτό ισχύει τόσο για τις διάφορες ιεραρχικές βαθμίδες ομαδοποίησης (τοπική, περιφερειακή, εθνική, υπερεθνική, ΟΗΕ), όσο και για τη διαφορά `μέσα'- `έξω' (ανάμεσα στο `ίδιον' και το `έτερον', το `ξένο'). Ο φαντασιακός χαρακτήρας της εθνικής ταυτότητας εκδηλώνεται όταν εμφανισθούν συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες βαθμίδες ή τις επιμέρους υποομάδες, ή όταν διάφορες εθνικές ομάδες ανταγωνίζονται ανάμεσά τους.

Ανάμεσα στις έννοιες: Εθνος, Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός είναι απαραίτητο να γίνεται ένας διαχωρισμός. Με `Εθνος' εννοούμε την ύπαρξη μιας ομοιογενούς κρατικής ενότητας, η οποία όμως `διπλασιάζεται' με την ύπαρξη και μιας ενιαίας, `εθνικής' ταυτότητας. Η τελευταία προσφέρει την αναγκαία ιδεολογική δύναμη συνοχής, η οποία δίνει στο έθνος διάρκεια και σταθερότητα μέσα στο χρόνο (παρά τις αλλαγές που συμβαίνουν). Ιστορικά ειδωμένο, υπήρξε συχνή η περίπτωση λαών που δεν είχαν μια εθνική, αλλά μια πολιτισμική, εθνοτική ταυτότητα πριν από την ίδρυση ενός κράτους (π.χ. Γερμανία, Ιταλία). Δίπλα στους γεωγραφικούς και οικονομικούς παράγοντες, τα κοινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά (γλώσσα, συγγένεια, θρησκεία, ήθη, συλλογική μνήμη, κ.λπ.) συγκροτούν πάντα τον συμβολικό πυρήνα της εθνικής ταυτότητας. Εθνικό κράτος και εθνική ταυτότητα εμφανίζονται όμως μόνον στην νεωτερική εποχή και ενέχουν πάντα μια υψηλού βαθμού συσσωμάτωση και ενοποίηση καθώς και τη συλλογική αλληλεγγύη μιας κοινωνίας, που προϋποθέτει κατ' αρχήν ελεύθερα και ίσα άτομα. Ετσι, ο σχηματισμός ενός έθνους σημαίνει απέναντι στους παλαιότερους κοινωνικοπολιτικούς σχηματισμούς, έναν ανώτερο, πολυπλοκότερο βαθμό οργάνωσης της κοινωνίας.

Αν η εθνική ταυτότητα αποτελεί την υποκειμενική και το εθνικό κράτος την αντικειμενική πλευρά του ιδίου νομίσματος, τότε τι είναι ο εθνικισμός (Δεμερτζής 1996); Ο A. Vierkandt τον ονομάζει `την εξέλιξη της εθνικής θέλησης για εξουσία' (Vierkandt 1931 1959), ενώ το Dictionnaire de l'Academie francaise τον θεωρεί ως `την έξαρση του εθνικού αισθήματος' (Dictionnaire de l'Academie francaise 1990). Ο εθνικισμός αποτελεί έτσι την ιδεολογική εντατικοποίηση του σχηματισμού και της αναπαραγωγής του εθνικού κράτους και της εθνικής ταυτότητας, δηλ. είναι το σημείο τήξης, στο οποίο τα συμβολικά και πραγματικά στοιχεία των προαναφερθέντων δυο πλευρών απαρνούνται σε μεγάλο βαθμό προς όφελος μιας φαντασματικής, ολοκληρωτικής κινητοποίησης των μαζών. Εδώ ο πόλεμος και η θυσία προετοιμάζονται, δοκιμάζονται και εκτελούνται φαντασιακά και πραγματικά συνεχώς. Στο βαθμό που ο εθνικισμός, που ενέχει ωστόσο διάφορους βαθμούς έντασης, έχει ως στόχο μια `εθνική κάθαρση' και ολοκληρωτική ομογενοποίηση του πληθυσμού, μεταβάλλεται σε ρατσισμό και φασισμό. Αυτό συνέβη ακριβώς στην εποχή του ιμπεριαλισμού πριν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και στον μεσοπόλεμο. Σε αντιδιαστολή με αυτή την κατάσταση, η παραδοχή της Διαφοράς (Gellner 1983, Giesen 1991, Berding 1994, Berding 1996), του Μη-ταυτού, και η συνύπαρξη των διαφορετικών βαθμίδων και μερών, αποτελεί την προϋπόθεση για την υπέρβαση και τον περιορισμό του φαντασιακού, πολωτικού χαρακτήρα της εθνικής ταυτότητας. Στην περίπτωση αυτή επικρατεί το συμβολικό στοιχείο της διαμεσολάβησης, του ορθού Λόγου και της συνεννόησης.

Ψυχοαναλυτικά ειδωμένο (Lacan 1991), το `έθνος' αποτελεί ένα κυρίαρχο σημαίνον, ένα όνομα, προς το οποίο προσανατολίζεται αναγκαστικά η εθνική ταυτότητα, χωρίς το οποίο δεν υπάρχει. Χρονικά προηγείται, ωστόσο, του ονόματος μια σειρά άλλων σημαινόντων, μια γνώση, η οποία δίνει στο όνομα ένα ιστορικό περιεχόμενο. Πρόκειται για τα πολιτισμικά κοινά χαρακτηριστικά ενός ορισμένου πληθυσμού που ζει σε ένα συγκεκριμένο χώρο. Αυτός ο πληθυσμός υπάρχει ως ένα `σώμα', όχι όμως ακόμα ως ένα `έθνος', προτού ένα κυρίαρχο κράτος επιβάλλει την αποκόλληση του πληθυσμού από τοπικιστικούς και άλλους παρτικουλαρισμούς. Ωστόσο, κάθε συλλογικός σχηματισμός ταυτότητας έχει πάντα ως στόχο την ικανοποίηση συλλογικών βιωμάτων απόλαυσης και οδύνης, μέσω φαντασματικά σκηνοθετημένων τελετουργικών. Ο εθνικισμός παράγει εδώ εκείνη την ναρκισσιστική ενέργεια που απαιτείται γι αυτό το σκοπό, και η οποία πάντα έχει έναν δυνητικά βίαιο, μη μετουσιωμένο χαρακτήρα. Αρα, μπορούμε να πούμε, ότι ο `εθνικισμός δημιουργεί το έθνος'. Ολη δε αυτή η διαδικασία μπορεί να γίνει κατανοητή μόνον μέσω της συνειδητοποίησης του γνωστικά (gnostic) μεταβληθέντος, εκκοσμικευμένου μεσσιανισμού, που ενέχει κάθε εθνικισμός.

Εθνικισμός και θρησκεία

Ακριβώς επειδή το έθνος είναι μια έννοια της νεωτερικότητας, λησμονείται συχνά ότι οι ιστορικές, πολιτισμικές και πολιτικές απαρχές του βρίσκονται στην προνεωτερική κοινωνία. Η επιστημονική, ορθολογιστική γνώση το απωθεί αυτό συστηματικά. Στην Ευρώπη (και όχι μόνο) όλα τα έθνη έχουν τις πολιτισμικές τους ρίζες στο Μεσαίωνα. Εδώ σημαντική είναι μια ιδιαίτερη διαπίστωση: όλα τα μοντέρνα έθνη έχουν τις απαρχές τους στην μοναρχία, από την οποία στη συνέχεια χειραφετήθηκαν (ακόμα και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Βορείου Αμερικής, όπως και τα κράτη της Νοτίου Αμερικής, δημιουργήθηκαν μέσω της εξέγερσης ενάντια στο στέμμα). Αυτή η διάσταση είναι σημαντική και δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς, ότι κάθε Δημοκρατία ορίζεται μέσα από την λανθάνουσα ή εμφανή άρνηση της μοναρχίας (ή της δικτατορίας). Η απαρνηθείσα μοναρχία έχει λοιπόν μια δομική σημασία, δεν είναι απλά μια ξεπερασμένη βαθμίδα της ιστορικής `εξέλιξης'. Αυτό γιατί η συγκρότηση μιας συλλογικότητας ενέχει πάντα τον αποκλεισμό ενός στοιχείου, το οποίο έτσι αποκτάει έναν οιονεί υπερβατικό χαρακτήρα, που είναι η προϋπόθεση ύπαρξης της συλλογικής ταυτότητας.

Με αυτήν την έννοια, δεν υπήρξε συγκρότηση έθνους χωρίς μια θρησκευτική, ιερή συνιστώσα. Παλαιότερα, στην αρχαία πόλιν, η έννοια της πολιτικής θρησκείας ήταν σημαντική^ αυτή δε η έννοια βρήκε στη ρεπουμπλικανική θεωρία του Rousseau και στη ριζοσπαστική πολιτική πρακτική του Robespierre την κλασσική της μορφή. Αν βέβαια στη Δημοκρατία ο μοναδικός τόπος του μονάρχη είναι κενός, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι ως τέτοιος αναγκαίος. Ο στόχος της θρησκείας του ορθού Λόγου (Raison) και σε σχέση με αυτόν ο στόχος του έθνους (ή της `πατρίδας'), ήταν να εγγυηθούν τον οιονεί άγιο τόπο του Νόμου. Σε αντιδιαστολή με αυτό, στις ΗΠΑ εισήχθη στο Σύνταγμα μια συνειδητά αφηρημένη και πλουραλιστική έννοια του Θεού.

Σημαντικό είναι εδώ το εξής: το ότι χωρίς ένα ελάχιστο οιονεί υπερβατικό σχήμα δεν μπορεί να υπάρξει μια συνεκτική συλλογικότητα, δεν υποδηλώνει αναγκαστικά μια παραδοσιακή, κλειστή και ομοιογενή κοινωνία. Ετσι όλες οι απόπειρες `κάθαρσης' της πολιτικής θεωρίας από τα εσσενσιαλιστικά, `ουσιοκρατικά' στοιχεία με `πολιτικά ορθό' τρόπο, είναι προβληματικές γιατί παραμένουν αφηρημένα ορθολογιστικές. Αυτό γιατί η υπερβατικότητα του Νόμου στην κενή θέση του μονάρχη ενέχει μια δομική-συμβολική αναγκαιότητα, για να μπορέσει να υπάρξουν ψυχικά και πολιτισμικά μια ενότητα και μια τάξη αξιών (Λίποβατς 1990: 62 κ.ε., 69 κ.ε., 83 κ.ε. & Λίποβατς 1994: 107 κ.ε.). Αυτός ο συμβολικός προσανατολισμός δεν μπορεί να εκλείψει ούτε στη νεωτερικότητα, ισχύει στο `Ονομα του Θεού', ή του Μονάρχη, του Λαού, του Εθνους, του Ορθού Λόγου, του Νόμου, κ.λπ. συμβολικά και όχι μόνον ορθολογιστικά. Αντίθετα, η συμβολική ισχύς είναι εκείνη που εδραιώνει τη συλλογική και ατομική ζωή σύμφωνα με τον ορθό Λόγο και τον δίκαιο Νόμο. Η συμβολική τελεστικότητα αυτής της ασυνείδητης κατασκευής έγκειται στην οιονεί εδραίωση του Αδύνατου, δηλ. στην αποφυγή της μη αποφασιμότητας (Undecidability) κάθε αυτοαναφορικού ορισμού μιας συλλογικότητας. Αυτή η συμβολική κατασκευή, που γίνεται δυνατή και αναγκαία χάρη στη γλώσσα, δεν μπορεί να καταργηθεί μέσα από την `εξέλιξη', ούτε επειδή είναι δήθεν εσσενσιαλιστική.

Από την καταστατική αυτή συμβολική διάσταση πρέπει να ξεχωριστεί η φαντασιακή συνιστώσα στη συγκρότηση της ταυτότητας. Γιατί είναι ακριβώς αυτή που δημιουργεί τα προβλήματα του συλλογικού ναρκισσισμού, του αμυντικού κλεισίματος και της επιθετικής επέκτασης. Η εθνική ταυτότητα `κατασκευάζεται' μέσα στη `φωτιά' της αντιμετώπισης του άλλου, ο οποίος εμφανίζεται ως αντίπαλος ή, κυρίως, εχθρός, και ο εθνικισμός είναι η `ενέργεια' που επιτελεί αυτό το έργον. Γενικά, η εθνική ταυτότητα συγκρατείται φαντασιακά μέσα από μια διπλή αντίθεση: Πρώτα ως αντίθεση με τους εξωτερικούς εχθρούς. Η φαντασιακή εικόνα του `ξένου' ή του `εξωτερικού εχθρού' αποτελεί το πιο απλό και σίγουρο μέσον για την εμπέδωση της εθνικής ενότητας και ταυτότητας. Ομως έπειτα εμφανίζεται η αντίθεση προς τα μέσα, όπου το `μέσα' μπορεί να σημαίνει τα (νομιμοποιημένα ή μη) επιμέρους συμφέροντα γεωγραφικών περιοχών, τάξεων, ομάδων και ατόμων. Εδώ το έθνος δείχνει τον σαφώς απωθώντα ρόλο του: δηλ. έχει τον στόχο να κατασκευάζει και να αναπαριστά μια φαντασιακή, αρμονική συναίνεση των τάξεων και των εθνοτήτων. Και οι δύο μορφές της αντίφασης συγκροτούνται επάνω στο εσωτερικό και εξωτερικό όριο της εν λόγω συλλογικότητας (Eisenstadt 1999: 74 κ.ε.), ενώ για την επίτευξη αυτού του στόχου χρησιμοποιούν έναν συγκεκριμένο συμβολικό Λόγο και ορισμένα φετίχ.

Παρομοίως, η κατασκευή της θρησκευτικής ταυτότητας παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά: εδώ ο φανατισμός και ο φονταμενταλισμός επιτελούν το έργο της κατασκευής. Ακόμα και μια ουνιβερσαλιστική θρησκεία, στο βαθμό που παράγει η ίδια μια φαντασιακή ταυτότητα (εκκλησία, σέκτα), και καταλήγει να γίνει στρατευμένη, έρχεται σε αντίφαση με τον καθολικό χαρακτήρα του περιεχομένου της.

Βασικό ρόλο στη μοντέρνα έννοια του έθνους παίζει η σύγκρουση ανάμεσα στην εθνική ταυτότητα (Ethnos), επάνω σε εθνοτική βάση, με στενό, παρτικουλαριστικό, φαντασιακό χαρακτήρα και στην πολιτική ταυτότητα (Demos), επάνω σε πολιτική βάση, με ευρύ, ουνιβερσαλιστικό, συμβολικό χαρακτήρα (Habermas 1992: 4 κ.ε.). Η εκδοχή του έθνους-ως-Δήμος μπόρεσε να αναπτυχθεί μόνο στη βάση της μονοθεϊστικής θρησκείας της χριστιανικής καθολικής και προτεσταντικής Δύσης.

Επιστήμονες που σκέφτονται με μονοδιάστατο ορθολογιστικό τρόπο στέκονται συχνά τυφλοί εμπρός στη δομική σημασία του έθνους και της θρησκείας στη νεωτερικότητα και βιάζονται να ανακοινώσουν την εξαφάνιση τους (Νassehi 1990: 262, Kallscheuer 1994: 14, 19 κ.ε., 38). Παρά ταύτα, το έθνος προσφέρει πάντα στη θέση της θρησκείας ένα υποκατάστατο συσσωμάτωσης (Nassehi 1990: 265, Δεμερτζής 1994: 48 κ.ε. & Λίποβατς 2000), αν και ότι υπάρχει πάντα και η δυνατότητα μιας όσμωσης ανάμεσα τους, όταν το ευνοούν οι ιστορικές συνθήκες. Το έθνος (και ο εθνικισμός) αποτελεί τον πιο επιδέξιο και αποτελεσματικό κόμβο συμπύκνωσης ανάμεσα στα λειτουργικά, φυγοκεντρικά υποσυστήματα και τις ιστορικές περιφέρειες του νεωτερικού κράτους. Ετσι η εθνική ταυτότητα έχει πάντα τον χαρακτήρα ενός συμπτώματος (Nassehi 1990: 264), και ενέχει μια σειρά από διαφορετικές στρατηγικές υπέρβασης των διχασμών. Οι εντάσεις όμως που υπάρχουν λανθανόντως ή εμφανώς, οδηγούν επανειλημμένα σε καινούργιες συγκρούσεις. Σε αυτές τις συγκρούσεις ανήκουν σήμερα: η πρόκληση που δέχεται το έθνος από τους υπερεθνικούς θεσμούς καθώς και από την διάβρωση της κοινωνικής και πολιτισμικής ομοιογένειας μέσα από την αυξανόμενη παρουσία των ξένων, των μειονοτήτων και την όξυνση των τοπικισμών.

Δεν θα πρέπει πάντως να λανθάνει της προσοχής ότι το εθνικό κράτος μπόρεσε μέχρι τώρα ν' ανταποκριθεί στο θετικό του ρόλο, εγγυώμενο το δίκαιο και τα δικαιώματα των πολιτών του, μόνο μέσα από την απόλυτη κυριαρχία του, και αυτή ακριβώς είναι που σήμερα αμφισβητείται μερικώς. Ωστόσο, η αμφισβήτηση της κρατικής κυριαρχίας είναι σήμερα ένα μείζον πρόβλημα σε χώρες εκτός Ευρώπης (Αφρική, Μέση Ανατολή, κ.λπ.) καθώς και στα Βαλκάνια. Η διάλυση της κρατικής κυριαρχίας και ο ατελείωτος εμφύλιος πόλεμος, η αδυναμία ύπαρξης σαφώς αναγνωρισμένων αρχών που θα μπορούσαν να επιβάλλουν στους οπαδούς τους μια πολιτική λύση, καταδεικνύουν την ορθότητα των αναλύσεων του Hobbes. Οτι, δηλαδή, πριν κανείς μιλήσει για οτιδήποτε άλλο στην πολιτική, αυτό που απαιτείται είναι η επίτευξη μιας διαρκούς ειρήνης και ενότητας ενός ορισμένου γεωγραφικού χώρου. Σε αυτήν την απουσία δεσμευτικού κανονιστικού πλαισίου είναι ενδιαφέρον να επισημανθεί το γεγονός ότι οι άτακτες, αυτονομημένες ομάδες μαχητών αποτελούνται συχνά από πολύ νέους άνδρες, που έχουν προσηλωθεί με μηδενιστικό τρόπο στις `μεταμοντέρνες' αξίες της σημερινής κοινωνίας: επιτυχία, κατανάλωση, φαλλική γοητεία του χρήματος, της εξουσίας, βιάζοντας και πατώντας επί πτωμάτων.

Παράλληλα, αυτή η στάση χρεοκοπίας όλων των αξιών του πολιτισμού, συνυπάρχει με ένα άλλο στοιχείο: με τη βίαιη επαναφορά του απωθημένου στην τρίτη και τέταρτη γενιά των απογόνων. Τρομοκράτες αυτονομιστές ριζοσπαστικοποιούνται βίαια, καθηλωμένοι σε φαντασιακές κατασκευές του παρελθόντος, στις οποίες κυριαρχούν οι εικόνες της θυσίας, της εκδίκησης, των απόλυτων απαιτήσεων, χωρίς συμβιβασμό. Αυτό, τη στιγμή που οι προηγούμενες γενιές, που πραγματικά υπέστησαν καταστροφές και καταπίεση, θα ήταν πιο πρόθυμες να συμφωνήσουν σε έναν συμβιβασμό. Εδώ έχουμε μια περίπτωση της κρίσης του Νόμου σε μια μεταμοντέρνα κοινωνία, που τείνει να απαλείψει κάθε στοιχείο συμβολικότητας και υπερβατικότητας, υποκύπτοντας στην παγανιστική και αποκαλυπτική στάση της ολικής καταστροφής, και της λατρείας των φετίχ της κοινότητας, της γης και του αίματος.

Η σχέση όμως ανάμεσα στο έθνος και τη θρησκεία είναι ακόμα πιο βαθιά και, ως εκ τούτου, πρέπει να διευκρινισθεί περαιτέρω. Συχνά γίνεται κατάχρηση της έννοιας της `πολιτικής θεολογίας' (Schmitt 1934, Taubes 1983. Taubes 1984). Ακόμα και όταν υπάρχουν παραλληλισμοί ανάμεσα στις έννοιες της θρησκείας και του έθνους, αυτό δεν σημαίνει την απλή υιοθέτηση των χαρακτηριστικών και των δομών της πρώτης από το δεύτερο, πολύ περισσότερο έχουν και οι δύο από την αρχή κοινές δομικές ρίζες. Οι διαφορές λησμονήθηκαν, έτσι ώστε να μην προσεχθεί επαρκώς ότι η νομιμοποίηση της νεωτερικότητας (Blumenberg 1974, Kallscheuer1994: 42, 72 κ.ε.) δεν σημαίνει μόνο μια ιδιοποίηση παραδοσιακών θρησκευτικών μορφών από το κοσμικό κράτος. Η νεωτερικότητα μπορεί επίσης να δικαιωθεί και ως ένα χριστιανικό εγχείρημα χειραφέτησης των ανθρώπων από τα δεσμά ενός παραδοσιακά κλειστού κόσμου. Σημαντικό όμως είναι εδώ να τονισθεί ότι οι κλασσικές και ρομαντικές μορφές του εθνικισμού του 19ου και του 20ου αιώνα, ήταν μορφές της μυστικής Γνώσης και του πολιτικού Μεσσιανισμού (Brumlik 1995, Λίποβατς 1988, Lipowatz 1999, Berding 1996). Αυτό σημαίνει ότι επρόκειτο για μορφές εχθρικές στο χριστιανισμό. Η πολιτική κουλτούρα της νεωτερικότητας δεν εξαντλείται, όμως, σ' αυτές και εδώ ακριβώς έγκειται ο διαρκώς διχασμένος χαρακτήρας της. Ναι μεν ο δικαιακός, φιλοσοφικός ουνιβερσαλισμός (τον οποίον επικαλείται ο Habermas) υπήρξε αντίπαλος του χριστιανισμού, αλλά συγχρόνως υπήρξε και εξακολουθεί να είναι, όπως και ο χριστιανισμός, εχθρός όλων των πολιτικών μεσσιανισμών και των μορφών αυτολύτρωσης και Γνώσης. Από την άλλη, ο κλασσικός εθνικισμός ενέχει πάντα και στοιχεία μιας παγανιστικής, φυλετικής, εθνικής θρησκευτικότητας, που τονίζει ακριβώς τα στοιχεία εκείνα που απορρίπτει ο μονοθεϊσμός.

Επομένως, η νομιμοποίηση της νεωτερικότητας μπορεί να βρει διπλή θεμελίωση: τόσο επάνω στη φιλοσοφική, ουνιβερσαλιστική, όσο και στην χριστιανική, προτεσταντική απόρριψη των φυλετικών παρτικουλαρισμών. Αυτό, γνωρίζοντας βέβαια ότι οι τελευταίοι δεν πρόκειται να εξαφανισθούν εντελώς, ούτε άλλωστε χρειάζεται να συμβεί αυτό: η υπαγωγή τους στην Καθολικότητα και την Απειρότητα παραμένει αναγκαία όσο και προβληματική. Και τούτο διότι οι παρτικουλαρισμοί ικανοποιούν ορισμένες επιθυμίες και φαντασιώσεις, που αναπαράγουν πρωτόγονες φαντασιώσεις των απαρχών και της εστίας. Επειδή οι τελευταίες απωθήθηκαν την εποχή της κυριαρχίας των μεγάλων αφηγήσεων ουδέποτε ξεπεράσθηκαν. Γι αυτό μετά την κατάρρευση αυτών των αφηγήσεων επανέρχονται στην επιφάνεια^ έτσι η νέα πρόκληση προέρχεται από το μηδενισμό μιας ηδονιστικής μετανεωτερικότητας, καθώς και από το βουδισμό και τον ινδουϊσμό, που με τον άκριτο εγωκεντρισμό και την ασπόνδυλη προσαρμοστικότητά τους αντιστοιχούν απόλυτα στο νεοφιλελευθερισμό και στην τεχνολογική θρησκεία της σύγχρονης επιστήμης. Ο N. Luhmann τονίζει μάλιστα ότι είναι άδηλον και αμφίβολο αν η σημερινή κοινωνία είναι σε θέση να αναπαραγάγει τα κίνητρα που χρειάζεται για την συντήρησή της (Nassehi1990: 273, Luhmann 1988: 169). Είναι σαφές ότι αυτά τα κίνητρα ήταν στη Δύση ο Διαφωτισμός και ο Χριστιανισμός, που σήμερα δεν `συγκινούν' πλέον τα υποκείμενα, γιατί στην καταναλωτική, επιτρεπτική κοινωνία είναι πιο βολικό να είναι κανείς ένα αυτοαναφορικό, ναρκισσιστικό άτομο.

Σ' αυτό το πλαίσιο πρέπει κανείς να παρατηρήσει ότι η επαναφορά των εθνικισμών (των πλειοψηφιών και των μειοψηφιών, των δεξιών και των αριστερών) συνοδεύεται και από μια επαναφορά των θρησκειών. Πρόκειται όμως για μια ασαφή, `αόρατη θρησκευτικότητα', η οποία, με συγκρητικό τρόπο, συνδυάζει μαγεία, πολυθεϊσμό, ησυχασμό, μυστική Γνώση και μια θρησκεία της επιστήμης και της εμμένειας (Kallscheuer 1994, Schmidinger 1999, Kaufmann 2000).

Κοινοτισμός και ορθόδοξος χριστιανισμός

Σήμερα είμαστε μάρτυρες της αναβίωσης του εθνικισμού και της παραδοσιακής θρησκευτικότητας στις ορθόδοξες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Οι αφορμές που οδήγησαν εκεί είναι, από τη μια, η κατάρρευση του παραδοσιακού μαρξισμού, όπως και η σύγχρονη `κρίση αξιών'^ από την άλλη, είναι οι πολιτικές και οικονομικές ανακατατάξεις σ' αυτές τις χώρες, καθώς και οι μισο πραγματικοί και μισο φαντασιακοί κίνδυνοι που απορρέουν από αυτές. Το παραδοσιακό θρησκευτικό και το εθνικό συναίσθημα είχαν απωθηθεί στο παρελθόν (δεύτερο μισό του 20ου αιώνα) χωρίς να ξεπερασθούν, έτσι ώστε η σύγχρονη επαναφορά τους συνοδεύθηκε αναγκαστικά και από την εχθρότητα απέναντι στον άλλον. Πίσω από όλα αυτά μαντεύει κανείς τις μεγάλες δυσκολίες προσαρμογής και την κρίση ταυτότητας. Ο πρώην υπαρκτός σοσιαλισμός (αλλά και ο νεοελληνικός σοσιαλίζων εθνοκεντρισμός) ήταν ένα υποκατάστατο θρησκείας που δεν μπορεί πια ν' αντιμετωπίσει τις νέες εξελίξεις στον κόσμο. Ετσι, ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού και της διανόησης, εμπρός στις απαιτήσεις του εκσυγχρονισμού και της οικονομικής, διοικητικής και πολιτισμικής προσαρμογής στην Ευρωπαϊκή Ενωση αλλά και στην παγκοσμιοποίηση, ετράπησαν εις φυγήν, και διατηρώντας τη μορφοδομή του αυταρχικού σοσιαλισμού, την άδειασαν και τον αντικατέστησαν με θρησκευτικά και εθνικιστικά περιεχόμενα.

Στις χώρες αυτές - όπου δεν λειτούργησε ποτέ, μέσα στα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνίας πολιτών, ο συνεπής χωρισμός εκκλησίας και κράτους, όπως στη Δύση -, η Ορθόδοξη εκκλησία προσπαθεί τώρα να αποτελέσει ένα ιδεολογικό υποκατάστατο και να λειτουργήσει ως μια πολιτική θρησκεία και ως ένα λειτουργικό ισοδύναμο του έθνους. Παραδόξως, όμως, προσπαθεί ν' αντλήσει τη νομιμοποίηση αυτής της στρατηγικής από ένα ιστορικά ξεπερασμένο μοντέλο: από το μοντέλο της οθωμανικής αυτοκρατορίας ή της μογγολικής κυριαρχίας. Ο συγκερασμός εθνικισμού και θρησκείας αποτελεί εδώ μια ιστορική μορφή συμβιβασμού και αμοιβαίας προσαρμογής των κυρίαρχων ελίτ, οι οποίες όμως αξιοποιούν και εκμεταλλεύονται ακριβώς τα άγχη και τις φαντασιώσεις ενός τμήματος του πληθυσμού, χωρίς δημοκρατική συνείδηση και παράδοση.

Ο κοινοτισμός και το `κοινοτικό πνεύμα' αποτελούν σήμερα ένα από τα κύρια στοιχεία του εθνικισμού και του ορθόδοξου χριστιανισμού, οι οποίοι αποτελούν το κύριο εμπόδιο για τον εκδημοκρατισμό και τον εκσυγχρονισμό των χωρών στις οποίες κυριαρχούν. Αυτό δεν συμβαίνει όμως πάντα συνειδητά, γιατί έχει συχνά έναν έμμεσο και ασυνείδητο χαρακτήρα: πρόκειται για ιστορικά φαινόμενα μακράς διαρκείας στο επίπεδο των νοοτροπιών. Και σύμφωνα με τις αναλύσεις του Max Weber, ο ορθόδοξος χριστιανισμός με τον ανατολικό και ησυχαστικό χαρακτήρα του, δεν είναι σε θέση να προωθήσει τον εκσυγχρονισμό, τον εκδημοκρατισμό και τον εξορθολογισμό της κοινωνίας. Ομως, όπως και στις ανατολικές θρησκείες (βουδισμός, ινδουισμός) μπορεί να αναπτύξει μια προσαρμοστικότητα χωρίς κανόνες και μέθοδο στην οικονομία της αγοράς. Αυτό είναι κάτι που, παρά την επιφανειακή αναγνώριση των αρετών της ατομικής πρωτοβουλίας, την υπονομεύει στο αποφασιστικό σημείο. Ενα χαρακτηριστικό αυτής της στάσης είναι μια γενική δυσπιστία και κακοπιστία απέναντι στον λόγο του άλλου, ιδιαίτερα του μη `συμπατριώτη', κάτι που υπονομεύει κάθε έννοια συνέπειας και εμπιστοσύνης στην οικονομία και στην διοίκηση: η αξιοπιστία δεν αποτελεί κύρια αρετή στην ορθοδοξία. Αλλο χαρακτηριστικό είναι η έλλειψη μιας αυτόνομης, ενεργητικής, μεθοδικής και ορθολογικής έννοιας της θέλησης (όχι: βούλησης), καθώς και η έλλειψη της αίσθησης για την μη εργαλειακή σημασία του Νόμου και των ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η ελλιπής έννοια της θέλησης φέρει ακόμα τα στοιχεία της προνεωτερικότητας, όπου το άτομο δεν είχε ριζικά χειραφετηθεί από τον κομφορμισμό της κοινότητας, της ομάδας και της οικογένειας (Plessner 1972, Girardet 1986, Balibar, Wallerstein 1988, Dihle 1985, Arendt 1980, Thual 1994).

Οι ορθόδοξες εκκλησίες σήμερα εγείρουν την αξίωση να συγκυβερνούν και ν' αντιπροσωπεύουν το έθνος (Hobsbawm 1990, Alter 1985, Giesen 1991, Berding 1994, Andreescu 1998, Λίποβατς 1996β, Λίποβατς 1996γ). Πρόκειται για την κυριαρχία της `κοινότητας', που συγκαλύπτει φαντασιακά τον διχασμό της κοινωνίας. Η απαίτηση αυτή προέρχεται εν μέρει από την αναχρονιστική βυζαντινή πολιτική θεολογία (Beck 1982), στην οποίαν το πρόσωπο του αυτοκράτορα ήταν ιερό και όπου δεν ήταν δυνατόν να αναπτυχθούν αυτόνομες ατομικότητες και θεσμοί όπως οι πόλεις. Από την άλλη, η κοινοτιστική ιδεολογία της ορθοδοξίας βασίζεται στο συναινετικό, ολιστικό χαρακτήρα της κοινότητας των πιστών, όπου η έλλειψη σαφών κανόνων και ορθού Λόγου την κάνει να έχει δομικές ομοιότητες με το ισλαμικό μοντέλο. Πρόκειται για μια `φαντασιακή κοινότητα', που ταυτίζεται με την `τέλεια κοινότητα των αγίων', διαγράφοντας την χρονικότητα, τον ορθό Λόγο, την ιστορία και την διχασμένη υποκειμενικότητα της νεωτερικότητας.

Τις τελευταίες δεκαετίες ορισμένοι Ελληνες διανοούμενοι παρουσίασαν το ιδεολογικό σχήμα της `νεοορθοδοξίας', πυρήνας του οποίου είναι ο ισχυρισμός της `ουσιώδους ταυτότητας ανάμεσα στο γνήσιο ελληνισμό και στο γνήσιο, ορθόδοξο χριστιανισμό'. Αυτό όμως ακόμα και στο πλαίσιο της ορθοδοξίας αποτελεί μιαν ετερόδοξη άποψη. Πρόκειται κατά βάση για μια αναπαραγωγή της γνωστής ρομαντικής, ρωσσικής ιδεολογίας του 19ου αιώνα περί της εξιδανικευμένης, φαντασιακης, αγροτικής κοινότητας (Sobornostj). Αυτή η αντιδυτική, αντισημιτική και εθνοφυλετική/μεσσιανική στάση βασίζεται στο μύθο της κοινότητας, η οποία έτσι αποτελεί την γέφυρα ανάμεσα στην εθνική, τη θρησκευτική και τη λαϊκίστικη πλευρά της ιδεολογικής κατασκευής (Thual 1994, Makrides 1989, Makrides 1991, Makrides 1993, Lipowatz 1998, Besancon 1977, Berlin 1999). Ανάλογες τάσεις υπάρχουν και στη Ρωσία, τη Σερβία, κ.λπ. Πρόκειται δηλ. για ένα ιδιότυπο φαινόμενο συμβολής εθνικισμού και θρησκευτικότητας, το οποίο αναπαράγει και αναδιπλασιάζει το `ιερόν' που βρίσκεται στη ρίζα και των δυο αυτών στάσεων, αντιβαίνοντας όμως στο ουνιβερσαλιστικό πνεύμα και του χριστιανισμού και του διαφωτισμού. Τελικά, η ορθοδοξία αποτελεί ένα δομικό εμπόδιο για την ανάπτυξη της σύγχρονης ατομικότητας και της έννοιας του Νόμου.

Εθνικισμός και μετανεωτερικότητα

Ο σημερινός εθνικισμός στην Ευρώπη δεν είναι απλά μια αναβίωση του παρελθόντος. Εξ άλλου, κάτι τέτοιο δεν υπάρχει^ κάθε Νέο μεταμφιέζεται εν μέρει με τα χαρακτηριστικά του παλιού, ενώ τα απωθημένα του παρελθόντος πάντα περιμένουν την ευκαιρία για να επανέλθουν στη επιφάνεια επίσης μεταμφιεσμένα. Ο σημερινός εθνικισμός αποτελεί, από τη μια, προϊόν της διάλυσης των διεθνικών και πολυεθνοτικών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης. Από την άλλη, στη Δυτική Ευρώπη το φαινόμενο ξεκίνησε το έτος 1968 με τους `μινιεθνικισμούς' των περιφερειακών μειονοτήτων που διαβιούν στις διάφορες μεγάλες χώρες. Το `δικαίωμα στη διαφορά', που επικράτησε ως σύνθημα το 1968, έδειξε με την πάροδο του χρόνου το διπλό του πρόσωπο. Τα περιφερειακά αυτονομιστικά κινήματα δεν αυτοπεριορίστηκαν στα `δίκαια' αιτήματά τους και κάτω από την πίεση της καταστολής ριζοσπαστικοποίησαν τις απαιτήσεις τους, ενάντια σε κάθε προσπάθεια συμβιβαστικών λύσεων. Ετσι, ανέπτυξαν ένα σοβινιστικό, ακροδεξιό χαρακτήρα με νεφελώδεις σοσιαλίζουσες και κοινοτιστικές απαιτήσεις. Η βία αποτελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά τους, τόσο απέναντι στον εξωτερικό εχθρό όσο και απέναντι στα μέλη, από τα οποία απαιτείται μια ολική ταύτιση με την ομάδα και το `έθνος'.

Aυτή η στάση ξεκίνησε με την φετιχοποίηση της Διαφοράς ως κάτι το απόλυτο, ως μια μυστική ουσία, ως μια αντιπαλότητα με τον έτερο μέχρι θανάτου, χωρίς συμβολική διαμεσολάβηση. Αυτή η πολωτική/φαντασιακή σχέση με τον άλλο συμπληρώνει και συνοδεύει την ολοκληρωτική/φαντασιακή ταύτιση των ατόμων με την ομάδα/κοινότητα: εδώ ο άλλος δεν είναι απλά ένας αντίπαλος, αλλά ένας εχθρός/πολέμιος και σ' αυτόν ανήκουν όλοι οι διαφωνούντες, ως εσωτερικοί εχθροί. Πρόκειται φυσικά για τον ορισμό που δίνει ο C. Schmitt στο Πολιτικό, μάλιστα δεν είναι τυχαίο ότι η θεωρία του ντεσιζιονισμού είχε και έχει πάλι μεγάλη επιρροή στους ακροαριστερούς όπως και στους ακροδεξιούς τρομοκράτες (Schmitt 1962).

Αλλά και στη Δυτική Ευρώπη υπάρχουν παρτικουλαρίστικες και αντιευρωπαϊκές τάσεις, συγκαλύπτουσες το άγχος, που ενέχει για πολλούς η προοπτική μιας υπερεθνικής ένωσης. Το άγχος δεν προέρχεται μόνον από φαντασιώσεις του παρελθόντος, αλλά και από πραγματικές οικονομικές και θεσμικές δυσκολίες, γιατί η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν ξεπέρασε τον τεχνοκρατικό της χαρακτήρα. Η Ευρωπαϊκή Ενωση υποφέρει από ένα συμβολικό έλλειμμα, ενώ παράλληλα ενισχύει τον οικονομικό ανταγωνισμό ανάμεσα στα μέλη της, εξ αιτίας του αναπόφευκτου εξορθολογισμού της οικονομίας. Ετσι, η λαϊκίστικη δημαγωγία ορισμένων αριστερών και δεξιών ομάδων μπορεί εύκολα να γεννήσει και να κινητοποιήσει την εικόνα του `εθνικού κινδύνου', καθώς ποικίλα αμυντικά σύνδρομα.

Αυτά όλα είναι συμπτώματα μιας μακρόχρονης εξέλιξης των δυτικοευρωπαϊκών χωρών στη διάρκεια των μεταπολεμικών δεκαετιών. Πρόκειται για την μεταβιομηχανική μαζική κοινωνία και τα ιδιαίτερα κοινωνικά και ψυχικά προβλήματα που ενέχει. Είναι τα ίδια συμπτώματα ανομίας (Beck 1986), αλλοτρίωσης, αποπολιτικοποίησης και φθίσης του Νόμου, που οδηγούν επίσης και στο ρατσισμό. Από τη μια πλευρά, υπάρχει η `έκρηξη των απαιτήσεων' κατανάλωσης και η ιδέα ότι `όλα είναι δυνατά, επιτρεπτά', δηλ. η αίσθηση ότι η συμβολική έλλειψη μπορεί να απαλειφθεί. Αυτό συνοδεύεται από την αύξηση των συντεχνιακών και επιμεριστικών αξιώσεων των διαφόρων κοινωνικών ομάδων. Από την άλλη πλευρά, οι κριτικοί του συστήματος (οικολόγοι κ.λπ.) κατέχονται από τις ίδιες αυταπάτες. Ο παρτικουλαρισμός εμφανίζεται και στα κοινωνικά κινήματα, στο βαθμό που και αυτά κυριαρχούνται από φονταμενταλιστικές και `πολιτικά ορθές' απόψεις, και θεωρούν ότι `το παν είναι δυνατόν' και ότι `δεν υπάρχουν ταμπού'. Ετσι υποκύπτουν στην ιδέα μιας μέλλουσας φαντασιακής `αρμονίας', στην οποία όλοι θα είναι `καλοί' και `δεν θα λείπει τίποτα'.

Η ιδεολογική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, που εμφανίζεται ως `μετανεωτερικότητα', μηδενισμός και ηδονισμός, σήμανε την φθίση των `μεγάλων' ιδεολογιών του Διαφωτισμού και του Σοσιαλισμού, που είχαν μια ουνιβερσαλιστική απαίτηση. Το νέο δυνάμωμα του παρτικουλαρισμού, του φονταμενταλισμού, του εθνικισμού και του ρατσισμού είναι ένα σύμπτωμα αυτής της κατάστασης. Κατά κανόνα, τα κοινωνικά κινήματα θέλουν να γεμίσουν το κενό της `μεγάλης πολιτικής' και των `μεγάλων ιδεολογιών' με κοινοτιστικές ιδεολογίες και μικροπολιτική, ενώ εκ παραλλήλου αντί του φονταμενταλισμού διαδίδουν τις στάσεις της αυτοαναφορικότητας και του απόλυτου σχετικισμού, που προέρχονται από τις ασιατικές θρησκείες (π.χ. New Age). Τα κινήματα αυτά είχαν αρχικά μερικώς δίκαια αιτήματα και επέτυχαν ορισμένα σημαντικά πράγματα. Ομως στα τέλη του 1980 έφθασαν στα όριά τους και υπέκυψαν συχνά σε φανατισμό, σεκταρισμό και στην απόρριψη της πολιτικής. Η εμμονή τους στην `αποϊδεολογικοποίηση' κρύβει αντιφατικές θέσεις: είτε μια σκεπτικιστική αδιαφορία για την πραγματικότητα και έναν ανεξέλεγκτο συλλογικό εγωισμό, είτε έναν νεορομαντικό βιταλισμό και ιρρασιοναλισμό, που συνδέεται με την άνθηση ασιατικών και γνωστικών (gnostic) θρησκειών. Σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις κυριαρχεί η απόρριψη των ουνιβερσαλιστικών αξιών, του μονοθεϊσμού, και ο αντιιντελλεκτουαλισμός: όλοι ανακαλύπτουν την `ιδιαιτερότητα' και το `ατομικό' (που συμβαδίζουν θαυμάσια με τον νεοφιλελευθερισμό), και κανείς δεν σκέφτεται ότι η ιδιαιτερότητα και το ατομικό δεν έχουν ποτέ νόημα χωρίς τη σχέση τους με το `καθολικό'.

Αντί επιλόγου

Σε εποχές ψυχικής και πολιτισμικής κρίσης, τα από τον πολιτισμό (τον χριστιανισμό και τον διαφωτισμό) απωθημένα αρχαϊκά, φαλλικά στοιχεία της επιθετικής οριοθέτησης από τον άλλο επανέρχονται. Αλλά και ο ριζικός σκεπτικισμός των διανοούμενων ενάντια στο διαφωτισμό (και το χριστιανισμό) οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, από άλλο όμως δρόμο. Οπως στις δεκαετίες του μεσοπολέμου (Sontheimer 1968, Sternhell 1987) που κυριαρχούσαν η ριζική απόρριψη του ορθού Λόγου, το εγκώμιο του Elan vital, του παγανισμού και της θέλησης για εξουσία, έτσι και σήμερα έχουν επιτυχία στην Ευρώπη και την Βόρειο Αμερική μυθολογίες και ασιατικές θρησκείες. Σήμερα είμαστε μάρτυρες μιας διαδικασίας επαναμυθοποίησης του κόσμου, που συμβαδίζει άνετα με την λατρεία της τεχνικής. Σε αντίθεση με αυτά, πολλοί συχνά απωθούν ότι στον μονοθεϊσμό υπάρχει ένα κριτικό δυναμικό που στρέφεται υπέρ της απομυθοποίησης του κόσμου (κυρίως στον ιουδαϊσμό και τον προτεσταντισμό). Πολλά από τα αδιέξοδα της νεωτερικότητας μπορούσαν ίσως ν' αποφευχθούν, αν μια χειραφετητική πολιτική σεβόταν το συμβολικό Νόμο και περιόριζε τον εργαλειακό Λόγο. Αλλά αυτό άπτεται του παράδοξου της νεωτερικότητας, που εκφράζει το Αδύνατον: αφενός μεν την αυτοαναφορικότητα του νεωτερικού υποκειμένου, που ευελπιστεί έτσι να οδηγηθεί σ' ένα καλύτερο μέλλον^ αφετέρου δε, την άμετρη ανάπτυξη του ναρκισσισμού του, που τείνει να εξαφανίσει κάθε συμβολική έλλειψη και ηθικό όριο, υποσκάπτοντας έτσι την εδραίωση κάθε καλύτερου μέλλοντος. Στη θέση του μέλλοντος αυτού εμφανίζονται πάλι στον ορίζοντα ο Λεβιάθαν και ο Μπεχεμόθ.

Bιβλιογραφικές Αναφορές

Alter, P. (1985). Nationalismus. Frankfurt a.M.: Suhrkamp.

Anderson, B. (1991). Imagined Communities. London: Routledge.

Andreescu, G. (1998). International relations and Orthodoxy in Eastern and South- Eastern Europe, Σε International Studies 4, 3-34, Bucarest.

Arendt, H. (1980). Das Leben des Geistes II. Das Wollen. Muenchen: Piper.

Balibar, E., Wallerstein, J. (1988). Race, nation, classe. Les identites ambigues. Paris: Maspero.

Beck, H.-G. (1982). Das byzantinische Jahrtausend. Muenchen: Dtv.

Beck, U. (1986). Risikogesellschaft. Frankfurt a.M.: Suhrkamp.

Berding, H. επιμ.(1994). Nationales Bewusstein und kollektive Identitaet, Frankfurt a.M.: Suhrkamp.

Berding, H. επιμ. (1996). Mythos und Nation. Frankfurt a.M.: Suhrkamp.

Blumenberg, H. (1974). Die Legitimitaet der Neuzeit. Frankfurt a.M.: Suhrkamp.

Brumlik, M. (1995). Die Gnostiker. Frankfurt a.M.: Suhrkamp.

Δεμερτζής, Ν. (1994) σε Θ.Λίποβατς, Ν. Δεμερτζής. Δοκίμιο για την Ιδεολογία. Αθήνα: Οδυσσέας.

Δεμερτζής, Ν. (1996). Ο Λόγος του Εθνικισμού. Αθήνα: Σάκκουλας.

Dictionnaire de l'Academie francaise (1990). Paris.

Dihle, A. (1985). Die Vorstellung vom Willen in der Antike. Goettingen: Vandenhoeck.

Eisenstadt, S.N., Giesen, B. (1999). Collective Identity; Σε Archives Europeennes de Sociologie 36(1).

Gellner, E. (1983). Nation and Nationalism. London: Routledge.

Giesen, B. επιμ. (1991). Nationale und kulturelle Identitaet. Frankfurt a.M.: Suhrkamp.

Girardet, R. (1986). Mythes et mythologies politiques. Paris.: Seuil.

Habermas, J. (1992). Citizenship and National Identity: Some Reflections on the Future of Europe Σε Praxis International 12, April.

Hobsbawm, E. (1990). Nations et nationalisme depuis 1780. Paris: Gallimard.

Kallscheuer, O. (1994). Gottes Wort und Volkes Stimme. Frankfurt a.M.: Fischer.

Kaufmann, F.-X. (2000). Wie ueberlebt das Christentum? Freiburg: Herder.

Lacan, J. (1991). Seminaire XVII. L'envers de la psychanalyse. Paris: Seuil.

Λίποβατς, Θ. (1988). Η Απάρνηση του Πολιτικού. Αθήνα: Οδυσσέας.

Λίποβατς, Θ. (1990). Η Ψυχοπαθολογία του Πολιτικού. Αθήνα: Οδυσσέας.

Λίποβατς, Θ. , Δεμερτζής, Ν. (1994). Δοκίμιο για την Ιδεολογία. Αθήνα: Οδυσσέας.

Λίποβατς, Θ. (1996α). Τα διφορούμενα του Εθνικισμού, Σε Λίποβατς, Θ. Ψ<%-3>υχανάλυση, Φιλοσοφία, Πολιτική Κουλτούρα. σσ. 151-158. Αθήνα: Πλέθρ<%0>ον.

Λίποβατς, Θ. (1996β). Η διχασμένη ελληνική ταυτότητα και το πρόβλημα του εθνικισμού, Σε Λιποβατς,Θ. Ψυχανάλυση, Φιλοσοφία, Πολιτική Κουλτούρα. σσ. 171-184. Αθήνα: Πλέθρον.

Λίποβατς, Θ. (1996γ). Ορθόδοξος χριστιανισμός και Εθνικισμός: δυο πτυχές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, Σε Λίποβατς, Θ. Ψυχανάλυση, Φιλοσοφία, Πολιτική Κουλτούρα, σσ. 185-200, Αθήνα: Πλέθρον.

Λίποβατς, Θ. (2000). Συλλογική ταυτότητα και θρησκεία, Σε Σύγχρονα Βήματα. 114, σσ. 10-109, Αθήνα.

Lipowatz, Th. (1998). Politik der Psyche, Wien: Turia und Kant.

Lipowatz, Th. (1998). Die Trennung von orthodoxer Kirche und Staat in Grie<%-2>chenland: ein immer aktuelles Problem Σε SΒdosteuropa 12, MΒnchen<%0>.

Lipowatz, Th. (1999). Nationalistischer Diskurs und romantische Phantasmen Σε MΒller-Funk, F. Schuh επιμ. Nationalismus und Romantik. Wien: Turia und Kant.

Luhmann, N. (1988). Die Wirtschaft der Gesellschaft. Frankfurt a.M.: Suhrkamp.

Makrides, V.N. (1989). Neoorthodoxie - eine religiose IntellektuellenstrΦmung im heutigen Griechenland, Σε P. Antes, D.Pahnke επιμ. Die Religion von Oberschichten: Religion - Profession- Intellektualismus. σσ. 279-289. Marburg.

Makrides, V.N. (1991). Orthodoxy as a condition sine qua non: Religion and state/politics in modern Greece from a sociological Perspective Σε Ostkirchliche Studien 40 Jhg. σσ. 281-305. Wurzburg.

Makrides, V.N. (1993). `Le role de l'orthodoxie dans la formation de l'antieuropeanisme et l' antioccidentalisme grecs Σε G. Vincent, J.-P. Willaime επιμ Religions et transformations de l'Europe. σσ. 103-116. Strasbourg.

Nassehi, A. (1990). Zum Funktionswandel von Ethnizitat im Prozess gesellschaftlicher Modernisierung, Σε Soziale Welt 41(3).

Plessner, H. (1972). Die Grenzen der Gemeinschaft. Frankfurt a.M.: Suhrkamp.

Schmidinger, H. επιμ.(1999). Religiositat am Ende der Moderne. Krise oder Aufbruch? Innsbruck: Tyrolia.

Schmitt, C. (1962). Der Begriff des Politischen. Berlin: Duncker und Humblot.

Sontheimer, K. (1968). Antidemokratisches Denken in der Weimarer Republik. Munchen: Dtv.

Sternhell, Z. (1987). Ni Droite, ni Gauche. L'ideologie fasciste en France. Bruxelles: Complexe.

Taubes, J. επιμ.(1983). Religionstheorie und Politische Theologie I: Der Furst dieser Welt. C. Schmitt und die Folgen. Munchen, Paderborn: Fink.

Taubes, J. επιμ.(1984). Religionstheorie und Politische Theologie II: Gnosis und Politik, Munchen, Paderborn: Fink.

Thual, F. (1994). Geopolitique de l'orthodoxie. Paris: Dunod.

Vierkandt, A. επιμ.(1959). HandwΦrterbuch der Soziologie. Stuttgart.

Φρόϋντ, Σ. (1994). Ψυχολογία των μαζών και ανάλυση του εγώ. Αθήνα: Επίκουρος.

Πατρική κληρονομιά/ απο την anagnostria

Πατρική κληρονομιά

Κατά κανόνα αποφεύγω να διαβάσω παλαιότερα ή τα πρώτα βιβλία ενός συγγραφέα, όσο και αν τον εκτιμώ, όταν αυτά εκδίδονται ή επανεκδίδονται, όταν ο συγγραφέας έχει καταξιωθεί με άλλα έργα του, όταν πια έχει γίνει γνωστός και διάσημος. Όμως αυτή τη φορά έκανα εξαίρεση στον κανόνα, εξαίρεση η οποία δεν με απογοήτευσε. Το βιβλίο του Φίλιπ Ροθ "Πατρική κληρονομιά" (1991) πρωτοεκδομένο στα ελληνικά από τις εκδόσεις Χατζηνικολή το 1995, κυκλοφορεί τώρα από τις εκδόσεις Πόλις (μετ. Τάκης Κίρκης). Με υπότιτλο "Μια αληθινή ιστορία" και με αφιέρωση "Στην οικογένειά μας, τους ζωντανούς και τους... περισσότερα »

Lenin Reloaded: Το Κοάν της ημέρας

Lenin Reloaded: Το Κοάν της ημέρας

∞ Α π ε ι ρ 8: Το ρόδι

∞ Α π ε ι ρ 8: Το ρόδι

Παλια και νέα αποικιοκρατία

**ΠΕΡΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗΣ ΚΑΙ ΝΕΑΣ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑΣ — ΣΧΟΛΙΟ** - Η διαφορά με την αποικιοκρατία: την εποχή, π.χ., του 19ου αιώνα, η τεχνολογική υπερ...