Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

L.Althusser, Στοιχεία Αυτοκριτικής ( ''Επιστήμη'' και ''Ιδεολογία'' + μικρός σχολιασμός). /αναδημοσιευση απο το Die Bestimmung des Menschen--ΤΑΞΙΚΕΣ ΜΗΧΑΝΕΣ

 

L.Althusser, Στοιχεία Αυτοκριτικής ( ''Επιστήμη'' και ''Ιδεολογία'' + μικρός σχολιασμός).




Δημοσιεύουμε το δεύτερο κεφάλαιο από τα Στοιχεία Αυτοκριτικής του Λ.Αλτουσέρ (Eléments d'Autocritique, Paris, Hachette, 1974), όπως μεταφράζεται από τον Ευτύχη Μπιτσάκη στη συλλογή Διαλεκτική-Προβλήματα και Διερευνήσεις, εκδόσεις Gutenberg, σελ 99 και επ.


Οι υπογραμμίσεις με έντονα μαύρα γράμματα είναι δικές μου. Με γνώμονα αυτές τις υπογραμμίσεις, γίνεται μετά την παράθεση του κειμένου ένα γενικό σχόλιο, ένα σύνολο από νύξεις για την εφαρμογή μιας συμπτωμα-τικής, αλτουσεριανού τύπου, ανάγνωσης, πάνω στον ίδιο τον Αλτουσέρ.

   ''ΕΠΙΣΤΗΜΗ'' ΚΑΙ ''ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ''

   Ιδού ακριβώς το σημείο, όπου οφείλω να αποκυρήξω, εφόσον κανείς δεν μου πρόσφερε πράγματι τη σχετική υπηρεσία [1], το θεωρητίστικο σφάλμα μου, σχετικά με την ''τομή''.
   Λοιπόν, αυτή την ''τομή'', τη συνέλαβα τελικά, και παρόλες τις προφυλάξεις μου, με βάση τους ρασιοναλιστικούς όρους της επιστήμης και της μη επιστήμης. Όχι ανοιχτά, με τους ''κλασικούς'' όρους της αντίθεσης ανάμεσα στην αλήθεια και το σφάλμα (της καρτεσιανής αντίθεσης που ξαναπαίρνει μια ''ακινητοποιημένη'' αντίθεση από τις πρωταρχές, από τον Πλατωνισμό). Όχι μέσα στους όρους μιας αντίθεσης ανάμεσα στη γνώση και την άγνοια (την αντίθεση της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού). Αλλά, αν τολμώ να πω, χειρότερα: μέσα στους όρους μιας αντίθεσης ανάμεσα ΣΤΗΝ επιστήμη και Την ιδεολογία.
   Γιατί αυτό ήταν χειρότερο;
   Γιατί σήμαινε ότι απέναντι στην επιστήμη, εσκηνοθετούσα μια σπουδαιότατη σημαντική έννοια, αλλά πάρα πολύ διφορούμενη, και ακριβώς μέσα στο διφορούμενο, απατηλή, της Γερμανικής Ιδεολογίας, όπου παίζει, κάτω από μια μη διαφοροποιημένη ονομασία, δυό ρόλους διαφορετικούς:το ρόλο μιας φιλοσοφικής κατηγορίας από τη μια (πλάνη, σφάλμα) και μιας επιστημονικής έννοιας από την άλλη (διαμόρφωση του εποικοδομήματος): την έννοια της ιδεολογίας. Και πολύ λίγη σημασία έχει το ότι η Γερμανική Ιδεολογία επιτρέπει αυτή τη σύγχιση, δοθέντος ότι ο Μάρξ ξέφυγε και έτσι μας επιτρέπει να αποφύγουμε τη παγίδα. Στη πραγματικότητα τοποθέτηση αυτή τη διφορούμενη έννοια της ιδεολογίας πάνω στη ρασιοναλιστική σκηνή της αντίθεσης ανάμεσα στο σφάλμα και την αλήθεια. Και μ'αυτό τον τρόπο, ανάγοντας την ιδεολογία στο σφάλμα, και βαφτίζοντας σε συνέχεια το σφάλμα, ιδεολογία, έδωσα σ'αυτό το ρασιοναλιστικό θέατρο μια υφαρπαγμένη μαρξιστική εμφάνιση.
   Δεν έχω ανάγκη να πω σε τί μας εξυπηρετούσε αυτό, ιδεολογικά και πρακτικά [2]. Και πράγματι, η μεταμφίεση αυτή, που δεν εμεταμφίεζε τίποτα, χρησίμευσε. Αλλά ο μαρξισμός, αν είναι ορθολογικός, δεν είναι ο Ρασιοναλισμός, και ούτε ο ''νεώτερος Ρασιοναλισμός'' (τον οποίο ονειρεύτηκαν ορισμένοι από τους παλαιότερούς μας, πριν από τον πόλεμο, μέσα στη φωτιά της μάχης εναντίον του ναζιστικού αντι-ορθολογισμού). Και παρόλα όσα έλεγα από την άλλη πλευρά για την, πριν απ'όλα, πρακτική, κοινωνική και πολιτική λειτουργία της ιδεολογίας, καθώς χρησιμοποιούσα (κάτω από την κάλυψη της Γερμανικής Ιδεολογίας) ένα και τον ίδιο όρο, η σημασία που προσδοκούσα από την πρώτη χρήση της, φιλοσοφική και αναμφισβήτητα ρασιοναλιστική (=αποκήρυξη πλανών, σφαλμάτων), έκανε αντικειμενικά να μετατοπιστεί, σ'αυτό το σημείο, η ερμηνεία μου, προς το θεωρηκισμό.
   Ωστόσο, ακόμα και μέσα στα διφορούμενα της Γερμανικής Ιδεολογίας, η μεταμφίεση αυτή του σφάλματος σε ιδεολογία, μπορούσε να έχει, και είχε στη πραγματικότητα, και ένα άλλο νόημα. Η ιδεολογία δεν ήταν παρά το μαρξιστικό ''όνομα'' του σφάλματος. Αλλά ήδη από τη Γερμανική Ιδεολογία, που ασκούσε αυτή την ίδια αναγωγή, διαισθανόταν κανείς ότι πίσω από την αντίθεση της ''θετικής αλήθειας'' στην ιδεολογική πλάνη, μια εντελώς άλλη ρήξη, όχι μόνο θεωρητική, αλλά και πολιτική και ιδεολογική και μιας άλλης έκτασης, βρισκόταν στην πορεία της εμφάνισης και της ολοκλήρωσής της. Η ρήξη αυτή ήταν η ρήξη του Μάρξ όχι με την ιδεολογία γενικά, όχι μόνο με τις υπάρχουσες ιδεολογικές αντιλήψεις της ιστορίας, αλλά με την αστική ιδεολογία, με την κυρίαρχη αστική κοσμοαντίληψη, που δέσποζε ότι μόνο στην κοινωνική πρακτική αλλά και στις πρακτικές και θεωρητικές ιδεολογίες, στη φιλοσοφία και μέχρι στα έργα της Πολιτικής Οικονομίας και του ουτοπικού σοσιαλισμού. Το ότι η βασιλεία αυτή δεν ήταν χωρίς παραχωρήσεις, αλλά το αποτέλεσμα μιας πάλης ενάντια στις επιβιώσεις της φεουδαρχικής κοσμοαντίληψης και εναντίον των εύθραυστων προκείμενων μιας νέας προλεταριακής αντίληψης του κόσμου, αποτελεί επίσης ένα αποφασιστικό γεγονός για να κατανοήσουμε τη θέση του Μάρξ. Γιατί ο Μάρξ δεν μπορούσε να αποσπασθεί από την αστική ιδεολογία στο σύνολό της, παρά με τον όρο να εμπνευσθεί από τις αφετηριακές βάσεις της προλεταριακής ιδεολογίας και από τους πρώτους ταξικούς αγώνες του προλεταριάτου, όπου αυτή η ιδεολογία έπαιρνε σάρκα και συνοχή. Ιδού το ''γεγονός'' που, πίσω από τη ρασιοναλιστική σκηνή ανάμεσα στη ''θετική αλήθεια'' και την ιδεολογική πλάνη, έδωσε σ'αυτή την αντίθεση την πραγματική ιστορική της διάσταση. ''Αισθάνθηκα'' σωστά ότι το θέμα αυτής της διαμάχης ήταν η ρήξη με την αστική ιδεολογία, εφόσον καταπιάστηκα να διαπιστώσω την ταυτότητα και να χαρακτηρίσω αυτή την ιδεολογία (μέσα στον ανθρωπισμό, τον ιστορικισμό, τον εξελικτικισμό, τον οικονομισμό, τον ιδεαλισμό, κλπ). Αλλά από αδυναμία να συλλάβω τότε τους μηχανισμούς της ιδεολογίας, τις μορφές, τις λειτουργίες, τις ταξικές τάσεις της και τις αναγκαίες σχέσεις της με τη φιλοσοφία και τις επιστήμες, δεν μπόρεσα να καταστήσω πράγματι κατανοητό το δεσμό που υπάρχει από τη μια με τη ρήξη του Μάρξ με την αστική ιδεολογία, και την ''τομή'' από την άλλη.
   Η ''τομή'', πράγματι, δεν είναι πλάνη.
   Πίσω απ'αυτή τη μεταμφίεση του σφάλματος σε ιδεολογία, βρισκόταν ένα γεγονός: η διακήρυξη αντίθεσης ανάμεσα στην αλήθεια και στο σφάλμα που είναι, αντικειμενικά, ένα από τα συμπτώματα της γέννησης, της ανάδυσης μιας επιστήμης (όταν αυτό συμβαίνει). Αναμφίβολα, ότι κι αν ισχυρίστηκαν, δεν έμεινα σε μια ''μη διαλεκτική'' αντίθεση της επιστήμης και της ιδεολογίας ,εφόσον αποδείκνυα ότι αυτή η αντίθεση ήταν αναδραστική, άρα ιστορική και διαλεκτική, γιατί μόνο με τον όρο ότι έχει ''ανακαλύψει'' και ''κατακτήσει'' την αλήθεια, μπορεί ο επιστήμονας, τότε και μόνο τότε, από αυτή την κατακτημένη θέση, να στραεί προς την προιστορία της επιστήμης του και να τη χαρακτηρίσει, συνολικά ή εν μέρει, σφάλμα ή ''ιστό από σφάλματα'' (Bachelard), έστω κι αν αναγνωρίζει σ'αυτές επί μέρους αλήθειες, τις οποίες εξαιρεί, ή προδρομικές ιδέες τις οποίες συλλέγει (π.χ κλασική Οικονομία, ο ουτοπικός Σοσιαλισμός). Αλλά και αυτή η εξαίρεση δεν είναι δυνατή παρά επειδή οι επί μέρους αλήθειες και οι προδρομικές αντιλήψεις της προιστορίας αναγνωρίζονται και πιστοποιούνται σαν τέτοιες, με βάση την αλήθεια που τελικά ανακαλύφθηκε και κατακτήθηκε. ''Hebemus enim ideam veram...'' (Spinoza). Κι αυτό γιατί (enim) κρατάμε (habemus) μια αληθινή ιδέα...Ότι μπορούμε επίσης να πούμε: ''Verum index sui et falsi'', το αληθινό υποδηλώνεται μόνο του και υποδηλώνει το λαθεμένο, ότι συνεπώς η αναγνώριση του σφάλματος (όπως και των επί μέρους αληθειών) είναι η ανάδραση του αληθινού.
   Παρά ταύτα, με το να ανάγω και να υψώνω την ''τομή'' σ'αυτή τη μόνη αντίθεση, έστω και αντιθετικά κινούμενη, έστω και ''συνεχιζόμενη'', έστω και ''χωρίς τέλος'', ανάμεσα στην επιστήμη και την ιδεολογία, αποδεχόμουν άκριτα την άποψη ''της'' επιστήμης πάνω στον ίδιο της τον εαυτό της (και όχι μόνο πάνω στον εαυτό της, προφανέστατα!). Ή μάλλον-γιατί αυτή η διατύπωση είναι ακόμα ιδεαλιστική-την άποψη των ''φορέων'' της επιστημονικής πρακτικής πάνω στην ίδια την πρακτική τους και την ιστορία των αποτελεσμάτων της. Ή μάλλον-γιατί αυτή η διατύπωση είναι ακόμα ιδεαλιστική [3]-την άποψη της ''αυθόρμητης φιλοσοφίας των επιστημόνων'' (Λένιν) που δεν βλέπουν, στην αφετηρία μιας επιστήμης, παρά τη σαφή αντίθεση ανάμεσα στο μετά και στο πριν, ανάμεσα στην (ή ακόμα στις) αλήθεια(ες) που ανακαλύφθηκε (αν) και τα σφάλματα που απορίφθηκαν. Αλλά ακριβώς επεχείρησα να αποδείξω έκτοτε (σε μια σειρά μαθημάτων φιλοσοφίας για επιστήμονες, 1967) ότι αυτή η ''αυθόρμητη φιλοσοφία των επιστημόνων'' δεν ήταν αυθόρμητη, και δεν εξαρτάται καθόλου από τη φιλοσοφική φαντασία των επιστημόνων σαν τέτοιων: γιατί είναι απλώς η ανάληψη, από τους επιστήμονες, θέσεων με αντιφατικές τάσεις που αναπτύχθηκαν στο φως της ημέρας από τη φιλοσοφία, δηλαδή, οριακά, από τη ''φιλοσοφία των φιλοσόφων''.
   Είχα λοιπόν σημειώσει ορθά την ύπαρξη της ''τομής'', αλλά καθώς τη νοούσα κάτω από τη μαρξιστική μεταμφίεση του σφάλματος σε ιδεολογία, και παρόλη την ιστορία κα τη διαλεκτική που προσπαθούσα να ''ενέσω'' [4] στις κατηγορίες μου, που ήταν, σε τελευταία ανάλυση, ρασιοναλιστικές, δεν μπορούσα να εξηγήσω αυτό που κυβερνούσε αυτή την τομή, και αν στο βάθος το ένιωθα, ήμουν ανίκανος να το διανοηθώ [5] και να το εκφράσω.
   Μ'αυτό τον τρόπο ανήγαγα στην πραγματικότητα τη ρήξη του μαρξισμού με την αστική ιδεολογία στην ''τομή'', και τον ανταγωνισμό του μαρξισμού με την αστική ιδεολογία, στον ανταγωνισμό της επιστήμης με την ιδεολογία.
   Φυσικά η λαθεμένη αυτή τοποθέτηση δεν ήταν χωρίς συνέπειες. Θα μπορούσε να είναι, αν περιοριζόμουνα να διατυπώσω μια φράση, ή φράσεις. Αλλά είχα την αφέλεια (ή τη λογική) να διαμορφώσω ένα θεωρητικό επιχείρημα, και να το εγγράψω σε μια συλλογιστική αρκετά αυστηρή για να πληρώσω γι'αυτό.
   Αυτό το ''σφάλμα'' της ρασιοναλιστικής αντίθεσης ανάμεσα στην επιστήμη (τις αλήθειες) και την ιδεολογία (τα σφάλματα), το θεωρητικοποίησα- παρόλα τα ειδη των αναποτελεσματικών επιφυλάξεων-κάτω από τρεις μορφές που ενσάρκωσαν και συγκεφαλαίωσαν τη θεωρητίστικη (δηλαδή τη ρασιοναλιστική-θεωρησιακή) τάση μου:

1. Μια σκιαγραφία (θεωρησιακή) θεωρίας, για τη διαφορά ανάμεσα στην επιστήμη και την ιδεολογία γενικά.
2. Την κατηγορία της ''θεωρητικής πρακτικής'' (στο μέτρο που, μέσα στο υπάρχον context επέβαλε τη φιλοσοφική πρακτική πάνω στην επιστημονική).
3. Τη θέση (θεωρησιακή) της φιλοσοφίας σαν ''θεωρίας της θεωρητικής πρακτικής''-που αντιπροσώπευε το αποκορύφωμα αυτής της θεωρητίστικης τάσης [6].

   Φυσικά, η τελευταία αυτή θέση για τη φιλοσοφία δεν ήταν χωρίς παράγωγες συνέπειες στην αντίληψη της μαρξιστικής επιστήμης, του ιστορικού υλισμού, όχι τόσο εξαιτίας του ρόλου που ανέθετα στη διάκριση (ορθή κατ'αρχήν) ανάμεσα στην επιστήμη και στη μαρξιστική ''φιλοσοφία'', όσο εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο εννοούσα αυτή τη σχέση (όπου η φιλοσοφία είναι, σε τελευταία ανάλυση, θεωρία όπως και η επιστήμη, κομμένη στο ίδιο υλικό, με ένα κεφαλαίο επί πλέον: Θεωρία). Απ'αυτού πρόκυψαν ολέθριες συνέπειες για την αντίληψη της ιδιομορφίας της μαρξιστικής επιστήμης, του ιστορικού Υλισμού: προπαντός στο Lire le Capital.
   Και αναμφίβολα με την ευκαιρία αυτή, το περιστασιακό προιόν της θεωρητίστικης τάσης μου, το κουταβάκι του στρουκτουραλισμού, μας ξέφυγε ανάμεσ'απ'τα πόδια.


1. Είναι δυνατόν να το έκαμε κάποιος και να το αγνοώ. Ζητώ συγγνώμη γι'αυτό. Σε ότι διάβασα, σημείωνα συχνά οριστικές καταδίκες, πολύ ζωηρές επιφυλάξεις, καθώς και αυστηρές, αλλά δίκαιες παρατηρήσεις: ωστόσο δεν είδα πραγματική κριτική που να πηγαίνει σε βάθος, συνεκτική, άρα πράγματι διαφωτιστική και πειστική. Αλλά ίσως επίσης ήμουν τυφλός και κουφός. 

2. Δεν θα υπενθυμίσω, σαν παράδειγμα, αλλά επίσης παραδειγματικό, παρά ένα όνομα: Λυσένκο, και την απάτη, ''αστική επιστήμη/προλεταριακή επιστήμη''. Συνοπτικά, δύο αναμνηστικά μιας ορισμένης περιόδου, για να μην προχωρήσω μακρύτερα. Ορισμένοι κριτικοί μου, κομμουνιστές και άλλοι, κατανόησαν πολύ καλά τότε (1960-1965), ότι στο μετριότατο επίπεδο των ''δοκιμίων'' μου, επρόκειτο επίσης και για πολιτική. Ορισμένοι δεν εξαπατήθηκαν ως προς αυτή, τουλάχιστον ως προς τη στιγμή. Γιατί λησμονιέται ότι η ''συγκυρία'' άλλαξε από δέκα χρόνια, τουλάχιστον ως προς μερικές λιγότερο εμφανείς όψεις της και με τα ατυχήματά του το θεωρητικό μέτωπο μετατοπίζεται, όπως και το μέτωπο της πολιτικής μάχης. Ωστόσο το βάθος έμεινε αισθητά το ίδιο.

3. Βλέπε πάνω σ'αυτό, όλα τα διφορούμενα που ξεπετιούνται, όπως οι πέρδικες κάτω από τα βήματα του κυνηγού, με την απλή διατύπωση του Bachelard: ''οι εργάτες της απόδειξης, προπαντός όταν είναι συγκεντρωμένοι στην ''πόλη των σοφών''. Δεν υπάρχει ''πόλη των σοφών'', παρά μόνο στα πλαίσια του αστικού καταμερισμού της πνευματικής και της χειρωνακτικής εργασίας και της αστικής ιδεολογίας της ''επιστήμης και της τεχνικής'' που κάνει να λειτουργεί αυτός ο καταμερισμός καθιερώνοντας και δικαιολογώντας τον από την αστική άποψη. Η προλεταριακή άποψη πάνω στο θέμα είναι εντελώς διαφορετική: η κατάργηση της ''πόλης των σοφών'', η ''ένωση'' με τους εργάτες και τους αγωνιστές και κομμουνιστικές μορφές καταμερισμού της εργασίας, ολοκληρωτικά πρωτοφανείς και ανήκουστες από την αστική άποψη.

4. Για τα αναπόφευκτα αποτελέσματα, και αναπόφευκτα αρνητικά, κάθε ''ένεσης'' διαλεκτικής σε μια οποιαδήποτε θέση ή θεωρία, βλέπε το αποφασιστικό πείραμα του Μάρξ με τον Προυντόν: ''Επιχείρησα να του ενέσω εγελιανή διαλεκτική...''. Χωρίς επιτυία. Αν πιστέψουμε την Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, που κρίνει τη Φιλοσοφία της Αθλιότητας, πρέπει ίσως να μιλήσουμε μάλιστα και για καταστροφή. Η διαλεκτική δεν ''ενίεται'' και ούτε, κατά το γράμμα της τεχνικής μεταφοράς, ''εφαρμόζεται''. Ο Χέγκελ το είχε ήδη πει έντονα. Σ'αυτό το σημείο τουλάχιστο, πρέπει να είμαστε εγελιανοί. Στο σημείο αυτό-που δεν αποκλείει άλλα-ο Μάρξ και ο Λένιν είναι εγελιανοί. Δεν μπορούμε να μιλάμε για ένεση ή για εφαρμογή της διαλεκτικής. Αγγίζουμε εδώ ένα σημεία (που σημαδεύεται με δυο απλές λέξεις) υψηλής φιλοσοφικής ευαισθησίας. Οι ''διαχωριστικές γραμμές'' στη φιλοσοφία τέμνονται σε σημασία που γίνονται τότε σημεία ευαίσθητα: συνάντηση μέσα στη διχοτομία.

5. Λέγω: ανίκανος να διανοηθώ. Γιατί δεν πρόκειται, αν θέλει κανείς να κάνει σοβαρή δουλειά, να περιορίζεται σε γενικούς και καθιερωμένους τύπους, που δίνουν, πάνω στην πλάτη των άλλων, το αίσθημα και την πεποίθηση ότι είναι μέσα στη γραμμή και ότι κρατούν την τυπική λέξη του πράγματος. Δεν πρέπει να έχουμε αυτάπατες: εκείνοι που σαρώνουν με την ανάποδη του χεριού τους ή με ένα λόγο, προβλήματα που νομίζουν πως τα έλυσαν επειδή δεν τα έθεσαν ποτέ, δεν χρησιμεύουν και πολύ στο Εργατικό Κίνημα, έστω και αν του ανήκουν. Θα έρθει μια μέρα που άλλοι από μας θα μπορέσουν να σκεφτούν τα προβλήματα που εμείς επιχειρήσαμε μόνο να θέσουμε. Και είναι μικρές οι πιθανότητες να τους βρούμε ανάμεσα στους συγγραφείς των Μεγάλων Αγανακτήσεων, αστικών, σοσιαλδημοκρατικών και άλλων που ενέπνευσαν τα δοκίμιά μας.

6. Αρκεί να πλησιάσουμε τις τρεις αυτές θέσεις, για να κατανοήσουμε τον όρο με τον οποίο χαρακτήρισα την απόκλισή μου: θεωρηκισμό. Θεωρηκισμός θα πει σ'αυτή την περίπτωση: πρωτεία της θεωρίας μου πάνω στην πρακτική. Μονόπλευρη προσήλωση στη θεωρία. Και ακριβέστερα: θεωρησιακός ρασιοναλισμός. Η απλή μορφή του μπορεί να εξηγηθεί. Το να συλλογίζεται κανείς μέσα στην αντίθεση αλήθεια/σφάλμα, ήταν πράγματι ρασιοναλισμός. Και ήταν θεωρητικολογία το να θέλει κανείς να νοήσει την αντίθεση αποκτημένες αλήθειες/λάθη που απορρίφθηκαν στα πλαίσια μιας Γενικής θεωρίας της Επιστήμης και της Ιδεολογίας και της διαφοράς των δύο. Εξυπακούεται ότι απλοποιώ και εκβιάζω τα πράγματα στο έπακρο, συλλογιζόμενος ''οριακά'': γιατί οι αναλύσεις μας απέχουν πολύ από το να έχουν ακολουθήσει πάντα αυτή την πορεία, και προπαντός ως το τέρμα της. Αλλά η κίνηση αυτή είναι αναμφισβήτητη.
   Η κίνηση αυτή ακινητοποιήθηκε, όπως συμβαίνει συχνά, με την έκδηλη μορφή μιας λέξης, που οι τίτλοι της φαίνονταν έξω από αμφισβήτηση: Επιστημολογία. Η λέξη αυτή μας οδηγούσε στον Bachelard, που τη χρησιμοποιεί σταθερά και στον Canguilhem, ο οποίος-δεν το είχαμε σημειώσει-τη χρησιμοποιεί πολύ λίγο. Tη χρησιμοποίησαμε και την παραχρησιμοποιήσαμε (προπαντός εγώ) και δεν μπορέσαμε να την ελέγξουμε. Επιμένω σ'αυτό, γιατί ένα μέρος από τους αναγνώστες μας έχει προσκολληθεί σ'αυτή τη λέξη, ενισχύοντας, με τις δικές τους τάσεις, τη θεωρητίστικη τάση των δοκιμίων μας.
   Τί εννοούμε με τον όρο Επιστημολογία; Κατά γράμμα: τη θεωρία των όρων και των μορφών της επιστημονικής πρακτικής, και της ιστορίας της μέσα στις διάφορες συγκεκριμένες επιστήμες. Αλλά ο ορισμός αυτός μπορεί να κατανοηθεί με δύο έννοιες. Με υλιστική έννοια, θα μπορούσε να μας οδηγήσει να μελετήσουμε τις υλικές συνθήκες, κοινωνικές, πολιτικές, ιδεολογικές και φιλοσοφικές των θεωρητικών ''τρόπων παραγωγής'' και ''διαδικασιών παραγωγής'' των υπαρχουσών γνώσεων: αλλά τότε η περιοχή της ανήκε στον Ιστορικό Υλισμό. Με θεωρησιακή έννοια αντίθετα, η Επιστημολογία θα μπορούσε να μας οδηγήσει να μορφώσουμε και να αναπτύξουμε τη θεωρία της επιστημονικής πρακτικής μέσα στη διαφορά της από τις άλλες πρακτικές: αλλά ποιά διαφορά με τη φιλοσοφία, που ορίζεται επίσης ''θεωρία της θεωρητικής πρακτικής''; Βρισκόμασταν τότε στο έδαφος του ''διαλεκτικού Υλισμού'', γιατί η Φιλοσοφία ήταν, και δεν ήταν, παρά Επιστημολογία. Επρόκειτο για σταυροδρόμι. Αν η Επιστημολογία είναι η ίδια η φιλοσοφία, η θεωρησιακή τους ενότητα δεν μπορεί παρά να ενισχύει το θεωρικισμό. Αλλά αν η Επιστημολογία ανήκει (κάτω από την επιφύλαξη του ελάχιστου των ειδικών εννοιών που εξειδικεύουν το αντικείμενό της) στον ιστορικό Υλισμό, τότε πρέπει να την εγγράψουμε εκεί και ταυτόχρονα να αναγνωρίσουμε την πλάνη και την απάτη του σχεδίου της. Πρέπει (όπως το υποδείξαμε έκτοτε) να αποκηρύξουμε και να αναλύσουμε κριτικά τον ιδεαλισμό, ή τα ιδεαλιστικά κατάλοιπα κάθε Επιστημολογίας.

Μετάφραση: Ευτύχη Μπιτσάκη


Σχόλιο

   Συνοψίζουμε: ήταν υπερβολικά κάθετη η διάκριση επιστήμης και ιδεολογίας, κατ'επέκταση και νεαρού-ώριμου Μάρξ. Ο Αλτουσέρ μιλά εδώ μάλιστα για προλεταριακή ιδεολογία. Αυτοκαταγγέλεται για ''θεωρηκισμό'', που σημαίνει ''ρασιοναλισμό'',''επιστημονισμό'', δηλαδή ''ιδεαλισμό'', που προδίδει την υλιστική του στράτευση.
   Δεν παραλείπει όμως, να τονίσει την πολιτική σκοπιμότητα των δοκιμίων του, μέσα σε καθορισμένες ιστορικές συνθήκες (πάλη του ενάντια στην κυριαρχία του ''επίσημου σοβιετικού μαρξισμού'' στο Γαλλικό ΚΚ, με πολιτικές επιπτώσεις).
   Στη πραγματικότητα, ο Αλτουσέρ συντρίβει το ίσως πιο βασικό επιχείρημα του όλου έργου του (αντίθεση μαρξιστικής επιστήμης (ιστορικός υλισμός)-αστικής ιδεολογίας), και δεν διστάζει να μιλήσει για τις ''συνέπειες'' που είχε για αυτόν το θεμελιώδες ''σφάλμα'' του σε όλο του το έργο
   Αναπόφευκτα, οι παραδοχές αυτές του Αλτουσέρ δεν μπορούν παρά να έχουν συνέπειες σε όσα σχετικά έχει γράψει (πχ. η θεωρία του για τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους).
Το αλτουσεριανό σύστημα ανατρέπεται εκ των έσω, ο Αλτουσέρ, σε μια αξιοσημείωτη επίδειξη θεωρητικού θάρρους και επιστημονικής ''τιμιότητας'' (βλ. στην αρχή, τη λέξη ''οφείλω''), πραγματοποιεί ο ίδιος αυτή την ανατροπή, αφού κανείς, όπως λέει, δε βρέθηκε να προσφέρει αυτή την πολύτιμη υπηρεσία!

   Δεν θα σταθούμε στις επιμέρους κριτικές που μπορούν να γίνουν στον Αλτουσέρ με βάση το σύνολο έργο του και το αυτοκριτικό κείμενό του.. Θα μπορούσαμε να επιμείνουμε, λ.χ,  στην υποσημείωση 3 που είναι ιδιαίτερα προβληματική, έτσι όπως στενεύει το πρόβλημα των ''σοφών'' και της αντίθεσης πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας ως απάτη της ''αστικής ιδεολογίας''. Μας ενδιαφέρει εδώ περισσότερο η ιδιοσυγκρασία του αλτουσεριανού κειμένου.


   Ολόκληρο το κείμενο του Αλτουσέρ είναι μια θαρραλέα ομολογία, μια (αυτο) ανάλυση των συμπτωμάτων της ίδιας της αποτυχίας του. Τολμούμε να πούμε, το κείμενο του Αλτουσέρ είναι μια θεωρητική αυτοκτονία, η ενεργοποίηση της ορμής του θανάτου του αλτουσεριανού σώματος εννοιών.

   Η συμπτωμα-τική ανάλυση, η οποία προτείνεται από τον Αλτουσέρ στο Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, το οποίο στο παραπάνω κείμενο αφορίζει (βλ. τελευταία πρόταση), είναι μια μέθοδος βασικά εμπνευσμένη από τον Bachelard (βλ. Το Νέο Επιστημονικό Πνεύμα), Foucault (βλ. ιδίως Αρχαιολογία της Γνώσης), τον Derrida (αποδομητική ανάγνωση, βλ. ενδεικτικά Περί Γραμματολογίας), που κινείται συνολικότερα στο όλο πνεύμα της γαλλικής θεωρητικής παραγωγής της εποχής. Βασική έννοια είναι το ''πεδίο ορατότητας'', ή πιο ορθά, πεδίο αντιληπτότητας, το οποίο ανοίγει κάθε θεωρητική προβληματική (βλ. και το Για τον Μάρξ, του Αλτουσέρ). Ανάλογα με τη θεωρητική προβληματική και την ειδική εννοιολογική άρθρωσή της, ο μελετητής βλέπει ορισμένα προβλήματα που προσπαθεί να τα επιλύσει, και δεν μπορεί να δει κάποια άλλα, που είναι για αυτόν αόρατα, στην αφάνεια της προβληματικής του. Σύμφωνα με την ανάλυση του Αλτουσέρ, ο Α.Σμιθ και γενικότερη η κλασική αστική πολιτική οικονομία δεν μπορούσε να δει τη διάκριση εργασίας και εργασιακής δύναμης. Ο Μάρξ πραγματοποιεί ''επιστημολογική τομή'', βλέποντας αυτό που ο Σμιθ δεν μπορούσε να δει και κατονομάζοντάς το (χρησιμοποιούμε εδώ τον όρο του A.Badiou, του οποίου η οντολογία και το μετα-οντολογικό Συμβάν σχετίζεται στενά με την ιδέα αυτή της επιστημολογικής τομής).

   Συμπτωμα-τική ανάλυση του Αλτουσέρ, θα σήμαινε τον εντοπισμό αυτού που στην αλτουσεριανή προβληματική βρίσκεται στην αφάνεια, καθώς απωθείται εκτός της αλτουσεριανής ''ορατότητας''-αντιληπτότητας. Ενδεικτική η πρώτη υποσημείωση που κάνει ο Αλτουσέρ στο παραπάνω κείμενο, επισημαίνοντας τα όρια της ίδιας του της θεωρητικής αντιληπτότητας.

   Είναι δυνατόν να το έκαμε κάποιος και να το αγνοώ. Ζητώ συγγνώμη γι'αυτό. Σε ότι διάβασα, σημείωνα συχνά οριστικές καταδίκες, πολύ ζωηρές επιφυλάξεις, καθώς και αυστηρές, αλλά δίκαιες παρατηρήσεις: ωστόσο δεν είδα πραγματική κριτική που να πηγαίνει σε βάθος, συνεκτική, άρα πράγματι διαφωτιστική και πειστική. Αλλά ίσως επίσης ήμουν τυφλός και κουφός.
 
   Κάνοντας λοιπόν μια πρώτη απόπειρα συμπτωμα-τικής ανάγνωσης του Αλτουσέρ μέσα από το παραπάνω κείμενο, νομίζω προκύπτει το εξής συμπέρασμα: εκείνο που απωθεί το αλτουσεριανό σύστημα, μα διαρκώς επιστρέφει σαν απωθημένο, είναι η σχέση του με την Αλήθεια (η ''αληθοτιμή'' του), ή αλλιώς με τον ρασιοναλισμό, πράγμα που για τον Αλτουσέρ είναι το ίδιο (βλ. τις αναφορές του Αλτουσέρ σε ρασιοναλισμό/ορθολογισμό-Ντεκάρτ-Πλάτωνα).

   Ο Αλτουσέρ θεωρεί πως η θεμελιώδης για το έργο του διάκριση Επιστήμης και Ιδεολογίας, όπως και η ''τομή'' ανάμεσα στον επηρεασμένο από την αστική ιδεολογία-προεπιστημονικό νεαρό Μάρξ, και τον επιστημονικό-ώριμο Μάρξ, δεν ήταν παρά μια αποτυχημένη προσπάθεια να θέσει το ζήτημα της τομής με όρους που ξεφεύγουν από τον επιστημονίστικο ρασιοναλισμό. Αυτό το ''σφάλμα'' προσπαθεί να διορθώσει. Αν όμως επρόκειτο για ''σφάλμα'', και η διόρθωσή του σαν διόρθωση ενός σφάλματος, μήπως ο Αλτουσέρ, και μετά την αυτοκριτική του, ξαναπέφτει στο ρασιοναλιστικό, κατά τη γνώμη του, δίπολο αλήθειας-ψεύδους;;;

Αρκεί να πλησιάσουμε τις τρεις αυτές θέσεις, για να κατανοήσουμε τον όρο με τον οποίο χαρακτήρισα την απόκλισή μου: θεωρηκισμό
Απόκλιση, άραγε, από ποιά ευθεία γραμμή της Αλήθειας; Aπόκλιση, όπως φαίνεται στα συμφραζόμενα, από την ''καθαρή'' ταξική πρακτική του εργατικού κινήματος και τον ''καθαρό'' γεγονοτολογικό υλισμό των εκάστοτε αγώνων. Αν είναι έτσι, πέφτουμε στον πιο απλοικό θετικισμό των εμπειρικών γεγονότων, της ''προκριτικής'' (προκαντιανής) εποχής της φιλοσοφίας.

H παρακάτω φράση του Αλτουσέρ συμπυκνώνει το κεντρικό παράδοξο:

Αυτό το ''σφάλμα'' της ρασιοναλιστικής αντίθεσης ανάμεσα στην επιστήμη (τις αλήθειες) και την ιδεολογία (τα σφάλματα), το θεωρητικοποίησα. 

Συμπτωμα-τική ανάγνωση: μήπως τα εισαγωγικά στη λέξη ''σφάλμα'', δείχνουν την αμηχανία του Αλτουσέρ μπροστά στην ίδια του την παράδοξη πρόταση;

Μήπως η αντίθεση αλήθειας-ψεύδους είναι συστατικό τραύμα στη σχέση των ανθρώπων με τον κόσμο, και το μόνο που έχει τελικά αξία είναι το πώς μεταχειρίζεται κανείς αυτό το τραύμα;

Άλλωστε, είναι μία από τις λίγες φορές που ο Αλτουσέρ αφήνει κάπου, ένα παράθυρο θετικής σχέσης με τον Χέγκελ

Ο Χέγκελ το είχε ήδη πει έντονα. Σ'αυτό το σημείο τουλάχιστο, πρέπει να είμαστε εγελιανοί. Στο σημείο αυτό-που δεν αποκλείει άλλα-ο Μάρξ και ο Λένιν είναι εγελιανοί.

Πόσο διαφέρει άραγε η πρόταση που υιοθετεί ο Αλτουσέρ (από τον Spinoza) ότι το αληθινό υποδηλώνεται μόνο του και υποδηλώνει το λαθεμένο, ότι συνεπώς η αναγνώριση του σφάλματος (όπως και των επί μέρους αληθειών) είναι η ανάδραση του αληθινού, από μια εγελιανίζουσα διαλεκτική της αναγνώρισης της ''στιγμής'' ή του ''πυρήνα αλήθειας'' μέσα σε κάθε σφάλμα;

Συμπερασματικά, θεωρούμε πως ο Αλτουσέρ κάνει γενικά εύστοχη κριτική στον εαυτό του και εντοπίζει το βαθύ ρήγμα στο αλτουσεριανό σύστημα. Με τον τρόπο του Ντεριντά προσπαθεί να δείξει τα όρια του δυισμού επιστήμης-ιδεολογίας, δηλαδή να τον αποδομήσει. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, παρά τον ορθό εντοπισμό, δεν ακολουθείται και η πλέον αποτελεσματική θεραπεία, αφού η παθογένεια δεν έχει διαγνωσθεί ως τη ρίζα της. Έτσι, κατά τη γνώμη μας, το αλτουσεριανό σύστημα εννοιών αυτοκαταστρέφεται, αφήνοντας πίσω του μια ερωτηματοθεσία πολύτιμη, αλλά ανεπαρκή για την ανοικοδόμησή του.

  Ο Αλτουσέρ έχει εξαιρετική επίγνωση του αδιεξόδου στο οποίο ήρθε το συνολικό έργο, αλλά και επίγνωση της αδιέξοδης ερμηνείας του αυτού του αδιεξόδου. Για αυτό γράφει:

  Δεν πρέπει να έχουμε αυτάπατες: εκείνοι που σαρώνουν με την ανάποδη του χεριού τους ή με ένα λόγο, προβλήματα που νομίζουν πως τα έλυσαν επειδή δεν τα έθεσαν ποτέ, δεν χρησιμεύουν και πολύ στο Εργατικό Κίνημα, έστω και αν του ανήκουν. Θα έρθει μια μέρα που άλλοι από μας θα μπορέσουν να σκεφτούν τα προβλήματα που εμείς επιχειρήσαμε μόνο να θέσουμε.

  Σε αυτή την Ημέρα πιστεύω ότι βρισκόμαστε σήμερα, στο ξημέρωμά της, καταμεσίς των ερειπίων του παλιού συνδικαλισμού, των κοντόφθαλμων αγώνων για τη διάσωση των ''κεκτημένων'', καταμεσίς της ερήμου της ταξικής συνειδητοποίησης των μισθωτών δούλων του Κεφαλαίου.

0

Add a comment

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου